{"html": "<div class=\"lf-doc\"><p class=\"lf-p\">Ο Αιτητής ισχυρίζεται περαιτέρω ότι από την 1.12.2012 και μέχρι τις 31.12.2022, το Κράτος έχει αποκόψει και ή μειώσει τις μισθολογικές απολαβές του δυνάμει των προνοιών του περί της Μείωσης των Απολαβών και των Συντάξεων των Αξιωμα-τούχων, Εργοδοτουμένων και Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Τομέα Νόμο του 2012 (Ν.168(Ι)/2012) ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα αλλά όχι περιοριστικά του άρθρου 3 του πιο πάνω Νόμου. Ισχυρίζεται ότι η αποκοπή και/ή μείωση των απολαβών του δυνάμει της ψήφισης ή/και των προνοιών ή/και της εφαρμογής του πιο πάνω Νόμου είναι αντισυνταγματική ή/και παράνομη ή/και αδικαιολόγητη ή/και κατά παράβαση της αρχής της αναλογικό-τητας ή/και συνιστά υπέρμετρα ετεροβαρή διάκριση ή/και συνιστά παράνομη μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας του ή/και παραβιάζει το Άρθρο 28 του Συντάγματος ή/και το Άρθρο 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ») ή/και το Άρθρο 20 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή/και το Άρθρο 24 ή/και το Άρθρο 23 του Συντάγματος ή/και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, καθώς και κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 3 της Συνθήκης της ΕΕ) ή/και το Άρθρο 26 του Συντάγματος ή/και αριθμό διατάξεων της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 95 (περί Προστασίας των Μισθών) καθώς και τα άρθρα 6 και 10 των περί Προστασίας των Μισθών Νόμων του 2007 έως 2012.</p>\n<p class=\"lf-p\">Με την τελική αγόρευση του, ο Αιτητής εισηγήθηκε ότι ο Ν.168(Ι)/2012, προσκρούει και/ή παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος και την προστατευόμενη με αυτό «ελευθερία του συμβάλλεσθαι». Και τούτο διότι το Κράτος ενήργησε μονομερώς μεταβάλλοντας τη μεταξύ τους συμβατική σχέση εργασίας και δη το ύψος του μισθού του χωρίς τη συναίνεση του.</p>\n<p class=\"lf-p\">Ο τρόπος ρύθμισης των μισθολογικών αποκοπών τόσο με τον αρχικό νόμο όσο και με τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του, αναγράφεται εκτενώς στην απόφαση της Ολομέλειας Κυπριακή Δημοκρατία ν. Αυγουστή κ.α., Εφέσεις Αρ. 177/18, 75/19, 76/19, 77/19, 79/19, 80/19, 84/19 και 85/19, ημερομηνίας 10.4.2020 από όπου και το σχετικό απόσπασμα: «Ακολούθως, το 2012, υπό τις ίδιες συνθήκες ακραίας οικονομικής κρίσης το κράτος προχώρησε σε μείωση των απολαβών και συντάξεων των αξιωματούχων, εργοδοτου-μένων και συνταξιούχων της δημόσιας υπηρεσίας και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ν. 168(Ι)/2012).</p>\n<p class=\"lf-p\">Πιο αναλυτικά και αρχίζοντας από το ζήτημα της μείωσης των μισθών και συντάξεων.</p>\n<p class=\"lf-p\">Μείωση μισθών και συντάξεων (Ν. 168(Ι)/2012).</p>\n<p class=\"lf-p\">Προβλέφθηκε μείωση, από Δεκέμβριο 2012 των μισθών κλιμακωτά, υπό την έννοια της αύξησης του ποσοστού αποκοπής ανάλογα με το ύψος του μισθού. Εν τέλει, προβλέφθηκε ο τερματισμός της μείωσης των απολαβών και των συντάξεων με ισχύ από 1.1.2023.</p>\n<p class=\"lf-p\">Στο προοίμιο του Νόμου αναγράφονται τα εξής: «Επειδή κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα η Δημοκρατία διέρχεται δύσκολη οικονομική περίοδο και, προς αποφυγή περαιτέρω επιδείνωσης της δημοσιονομικής κατάστασης, καθίσταται αναγκαίο όπως περιορισθούν οι δαπάνες του δημόσιου τομέα, του ευρύτερου δημόσιου τομέα, των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης και των σχολικών εφορειών και Επειδή, για τον ανωτέρω σκοπό καθίσταται αναγκαίο, μεταξύ άλλων, να μειωθούν οι απολαβές και οι συντάξεις που καταβάλλονται σε αξιωματούχους, εργοδοτουμένους και συνταξιούχους της κρατικής υπηρεσίας, του ευρύτερου δημόσιου τομέα, των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης και των σχολικών εφορειών.»</p>\n<p class=\"lf-p\">Οι μειώσεις ρυθμίστηκαν δια του άρθρου 3 το οποίο παρατίθεται όπως ήταν αρχικά. Στη συνέχεια παρατίθεται όπως τροποποιήθηκε αργότερα με τον Νόμο 31(Ι)/13 και ακολούθως όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 94(Ι)/18: ...»</p>\n<p class=\"lf-p\">Στην πιο πάνω απόφαση παραπέμποντας το Δικαστήριο στην απόφαση Γ. Χαρα-λάμπους κ.α. ν Δημοκρατίας, συνεκδ. υποθ: 1480/2011 κ.α ημερ. 11.6.2014 ανέφερε τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Χαραλάμπους, η οποία αναφέρεται στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο, της ακραίας οικονομικής κρίσης που είχε να αντιμετωπίσει ο τόπος, παρατέθηκε εκτεταμένο ιστορικό, εξηγήθηκαν οι περιστάσεις και δόθηκαν λόγοι για τους οποίους, τα κρινόμενα μέτρα, θεωρήθηκε ότι δεν αποτελούσαν ανεπίτρεπτο περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος. Ειδικότερα υποδείχθηκε ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στα δημόσια οικονομικά ήταν το κρατικό μισθολόγιο και οι σοβαροί κίνδυνοι κατάρρευσης της οικονομίας. Λήφθηκε υπόψιν ότι οι δαπάνες προσωπικού οι οποίες υπερέβαιναν τα 2 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως ήταν οι μεγαλύτερες του δημόσιου τομέα και ότι η λήψη μέτρων ήταν αναγκαία εν όψει των σοβαρών κινδύνων κατάρρευσης του χρηματο-οικονομικού συστήματος με συνακόλουθο ενδεχόμενο τον κλονισμό των θεμελίων του κοινωνικού ιστού.</p>\n<p class=\"lf-p\">Οι διαπιστώσεις αυτές, αναγνωρισθείσες δικαστικά στο ανώτατο επίπεδο, είναι δεδομέ-νες. Υιοθετούμε το ιστορικό και την αιτιολογία που παρατέθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους, για να τεθεί το δικαιολογητικό υπόβαθρο της αδήριτης ανάγκης, εν όψει των σοβαρών κινδύνων κατάρρευσης της οικονομίας και του κλονισμού των θεμελίων του κοινωνικού ιστού, για λήψη των απαιτούμενων μέτρων, στο βαθμό βεβαίως που δεν θα έθεταν σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση του πολίτη και θα λαμβάνονταν με σεβασμό στις αρχές της αναλογικότητας, της αναλογικής ισότητας και της ορθολογιστικής στάθμισης συγκρουόμενων, θεμιτών, συμφερόντων.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σε αυτά τα πλαίσια, όπως και στην υπόθεση Χαραλάμπους, λαμβάνουμε υπόψιν το κλιμακωτό της μείωσης μισθών και συντάξεων με αναλογικά ίσο τρόπο, ώστε η επιβάρυνση να είναι ανάλογη με τα εισοδήματα και μηδενική έως χαμηλή στα χαμηλά εισοδήματα. Λαμβάνουμε επίσης σοβαρά υπόψιν το έκτακτο του μέτρου. Είναι σημαντικό, κατά την κρίση μας, ότι οι αποκοπές βαίνουν μειούμενες από το 2019 και εντεύθεν, με πλήρη τερματισμό τους από 1.1.2023. .....»</p>\n<p class=\"lf-p\">Το Άρθρο 26 του Συντάγματος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «1. Έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Τούτο υπόκειται εις όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Νόμος θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκμεταλ-λεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν.</p>\n<p class=\"lf-p\">Νόμος δύναται να ρυθμίση τας συλλογικάς συμβάσεις εργασίας, υποχρεωτικώς εφαρμο-ζομένας υπό των εργοδοτών και των εργαζομένων, προστατευομένων επαρκώς των δικαιωμάτων οιουδήποτε ατόμου αδιακρίτως της αντιπροσωπεύσεως τούτου κατά την σύναψιν τοιαύτης συμβάσεως.»</p>\n<p class=\"lf-p\">Από το γράμμα του Άρθρου 26 αβίαστα προκύπτει ότι το προστατευόμενο δικαίωμα είναι η σύναψη σύμβασης και όχι τα προκύπτοντα δυνάμει αυτής δικαιώματα. Ειδι-κότερα, το Άρθρο 26 προστατεύει το δικαίωμα κάθε πολίτη να μπορεί να συνάπτει μια σύμβαση ελεύθερα, και όχι τα δικαιώματα που δημιουργούνται εκ των υστέρων δυνάμει της σύμβασης αυτής.</p>\n<p class=\"lf-p\">Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα του Κ. Παρασκευά, «Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο»: «Σύμφωνα με το Άρθρο 26 του Συντάγματος το κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να επιλέξει ελεύθερα να συμβληθεί. Η ελευθερία των συμβάσεων αναλύεται σε ελευθερία σύναψης ή μη της σύμβασης, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλόμενου και ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της. Έτσι, έχει νομολογηθεί ότι η ελευθερία του συμβάλλεσθαι περιλαμ-βάνει (α) την επιλογή του αντισυμβαλλόμενου (β) την προσχώρηση ή μη σε σύμβαση, (γ) τη διαμόρφωση του περιεχομένου της συμφωνίας, καθώς και (δ) την καταγγελία της σύμβασης.»</p>\n<p class=\"lf-p\">Η «ελευθερία του συμβάλλεσθαι» υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων, η δε ρυθμι-στική επέμβαση του κράτους δεν αποκλείει τον κοινό νομοθέτη να θέτει τέτοιους περιορισμούς για λόγους δημοσίου συμφέροντος (βλ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 2/2017, ημερ. 05.02.2018). Το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», έχει αναγνωριστεί πλέον ότι περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Η ελευθερία του συμβάλλεσθαι υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβά-σεων και η ρυθμιστική επέμβαση του κράτους δεν αποκλείει τον κοινό νομοθέτη να θέτει τέτοιους περιορισμούς για λόγους δημοσίου συμφέροντος, (Alpha Omega Evangelical Educational Foundation Ltd ν. Κ.Δ. (Αρ. 1) (1990) 3 Α.Α.Δ. 286)».</p>\n<p class=\"lf-p\">Ο ίδιος ισχυρισμός περί παράβασης του Άρθρου 26 του Συντάγματος έχει εξεταστεί από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Γ. Χαραλάμπους (ανωτέρω), όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Παραβίαση του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι ελευθέρως - Άρθρο 26 του Συντάγματος Ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης εγείρεται από τους Αιτητές στην προσφυγή 1591/11. Όπως ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορός τους, ο μισθός αποτελεί θεμελιώδη όρο της σύμβασης εργοδότη-εργοδοτούμενου.</p>\n<p class=\"lf-p\">Περαιτέρω ανέφερε ότι στην προκειμένη περίπτωση η δια νόμου μονομερής επέμβαση στο μισθό, παραβιάζει όχι μόνο τη συμβατική σχέση όπως ελεύθερα συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο μερών, αλλά δημιουργεί και συνθήκες αβεβαιότητας στον εργοδοτούμενο. [...] Δεν έχουμε πειστεί ότι υπάρχει παραβίαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος. Η θέσπιση Νόμου για την αποκοπή έκτακτης εισφοράς από τους μισθούς και συντάξεις, εντάσσεται στην ευρεία εξουσία του κράτους να λάβει τέτοια μέτρα για σκοπούς δημόσιου συμφέροντος και με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι σχετίζεται ή παραβιάζει το δικαίωμα που προστατεύεται από το Άρθρο 26. Εν πάση περιπτώσει, όπως αναφέρθηκε από την πλειοψηφία της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Chimonides v. Manglis (1967) 1 CLR 125, «το δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος είναι το δικαίωμα της σύναψης σύμβασης και επομένως δεν καλύπτει και τα δικαιώματα που δημιουργούνται, δυνάμει της σύμβασης».</p>\n<p class=\"lf-p\">Της εν λόγω αποφάσεως ακολούθησε η απόφαση στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 1/2014 ημερ. 30.10.2014 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Στην πολύ πρόσφατη απόφαση της πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Υποθέσεις 1480/2011 κ.α., Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας, ημερ. 11.6.2014, σε σχέση με το Άρθρο 26 του Συντάγματος έγινε, παρεμφερώς, αναφορά στην απόφαση της πλειοψηφίας, στην Chimonides (ανωτέρω), χωρίς όμως, το δικαστήριο, να ενδιατρίψει στη νομολογία που ακολούθησε επί του θέματος, αναφορικά με την εμβέλεια της προστασίας που παρέχει το Άρθρο 26, εφόσον μια τέτοια έρευνα δεν ήταν απαραίτητη για τους σκοπούς εκείνης της απόφασης».</p>\n<p class=\"lf-p\">Καθώς αναφέρεται στις εν λόγω αποφάσεις, η όποια συμβατική σχέση μεταξύ του εκάστοτε αιτητή και Καθ' ου η Αίτηση, επηρεάσθηκε μέσω της επίδικης νομοθεσίας, με τρόπο απολύτως δικαιολογημένο και επιτρεπτό, κατ' επίκληση του δημοσίου συμφέροντος.</p>\n<p class=\"lf-p\">Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και στην απόφαση Αυγουστή κ.α. (ανωτέρω) όπου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Χαραλάμπους, η οποία αναφέρεται στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο, της ακραίας οικονομικής κρίσης που είχε να αντιμετωπίσει ο τόπος, παρατέθηκε εκτεταμένο ιστορικό, εξηγήθηκαν οι περιστάσεις και δόθηκαν λόγοι για τους οποίους, τα κρινόμενα μέτρα, θεωρήθηκε ότι δεν αποτελούσαν ανεπίτρεπτο περιορισμό περιουσιακού δικαι-ώματος. Ειδικότερα υποδείχθηκε ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στα δημόσια οικονομικά ήταν το κρατικό μισθολόγιο και οι σοβαροί κίνδυνοι κατάρρευσης της οικονο-μίας. Λήφθηκε υπόψιν ότι οι δαπάνες προσωπικού οι οποίες υπερέβαιναν τα 2 δισεκα-τομμύρια ευρώ ετησίως ήταν οι μεγαλύτερες του δημόσιου τομέα και ότι η λήψη μέτρων ήταν αναγκαία εν όψει των σοβαρών κινδύνων κατάρρευσης του χρηματοοικονομικού συστήματος με συνακόλουθο ενδεχόμενο τον κλονισμό των θεμελίων του κοινωνικού ιστού.</p>\n<p class=\"lf-p\">Οι διαπιστώσεις αυτές, αναγνωρισθείσες δικαστικά στο ανώτατο επίπεδο, είναι δεδομένες. Υιοθετούμε το ιστορικό και την αιτιολογία που παρατέθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους, για να τεθεί το δικαιολογητικό υπόβαθρο της αδήριτης ανάγκης, εν όψει των σοβαρών κινδύνων κατάρρευσης της οικονομίας και του κλονισμού των θεμελίων του κοινωνικού ιστού, για λήψη των απαιτούμενων μέτρων, στο βαθμό βεβαίως που δεν θα έθεταν σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση του πολίτη και θα λαμβάνονταν με σεβασμό στις αρχές της αναλογικότητας, της αναλογικής ισότητας και της ορθολογιστικής στάθμισης συγκρουόμενων, θεμιτών, συμφερόντων.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σε αυτά τα πλαίσια, όπως και στην υπόθεση Χαραλάμπους, λαμβάνουμε υπόψιν το κλιμακωτό της μείωσης μισθών και συντάξεων, με αναλογικά ίσο τρόπο, ώστε η επιβάρυνση να είναι ανάλογη με τα εισοδήματα και μηδενική έως χαμηλή στα χαμηλά εισοδήματα. Λαμβάνουμε επίσης σοβαρά υπόψιν το έκτακτο του μέτρου. Είναι σημα-ντικό, κατά την κρίση μας, ότι οι αποκοπές βαίνουν μειούμενες από το 2019 και εντεύθεν, με πλήρη τερματισμό τους από 1.1.2023».</p>\n<p class=\"lf-p\">Με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίες καλύπτουν τους πανομοιότυπους ισχυρισμούς του Αιτητή, δεν τίθεται θέμα παρέκκλισης ή διαφορετικής προσέγγισης από την απόρριψη των αξιώσεων.</p>\n<p class=\"lf-p\">Έχοντας υπόψη την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι ο κάθε νόμος φέρει το τεκμήριο συνταγματικότητας και καμία συνταγματική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη εκτός σε μία σαφή υπόθεση ή όταν είναι αντισυνταγματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας [βλ. The Board for the Registration of Architects and Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides (1966) 3 CLR 540, Γ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)], κρίνουμε ότι ο λόγος που επικαλείται ο Αιτητής ότι δηλαδή το άρθρο 3 του Ν.168(Ι)/2012 προσκρούει και/ή παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος και δη την «ελευθερία του συμβάλλεσθαι» δεν έχει αποδειχθεί και απορρίπτεται.</p>\n<p class=\"lf-p\">Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 12 (10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67) όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 169(Ι)/2002, και που αναφέρονται στο χρονικό πλαίσιο υποβολής αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κατέληγε σε αντίθετο αποτέλεσμα, αφετηρία για τα οποιαδήποτε δικαιώματα του Αιτητή και δη επιστροφή αποκοπέντων μισθών θα ήταν η 6.11.2017 ήτοι ένα χρόνο πριν την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Ενόψει όμως της κατάληξης του Δικαστηρίου ο Αιτητής δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία.</p>\n<p class=\"lf-p\">Κατάληξη Για όλα τα πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται η δυσμενής διάκριση που υφίσταται ο Αιτητής, κατά παράβαση της ρήτρας 4, σημείο 1 της συμ-φωνίας πλαισίου και του άρθρου 5 του Ν.98(Ι)/2003, ως προς τα συνταξιοδοτικά του ωφελήματα που αφορούν την περίοδο από 3.1.2005 έως 31.12.2012, τα οποία, ενώ για τους μόνιμους υπάλληλους που είχαν προσληφθεί πριν την 1.10.2011 και παρέμεναν στην υπηρεσία κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας Αίτησης, υπολογίζονται με βάση τον τελευταίο μισθό κατά την αφυπηρέτηση τους, στη δική του περίπτωση, υπολογίζονται με βάση τον μέσο μισθό καριέρας που είναι περίπου κατά 40% χαμηλότερος.</p>\n<p class=\"lf-p\">Οι υπόλοιπες αξιώσεις απορρίπτονται. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, κρίνουμε σωστό να μην εκδώσουμε οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (υπ)......................</p>\n<p class=\"lf-p\">Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Α. Λάμπρου, Μέλος Μ. Μιχαήλ, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. Φ. Δερμιτζάκη, σελ. 100 επ και Δ. Ζερδελής, σελ. 414. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο</p></div>", "next": 0}