{"html": "<div class=\"lf-doc\"><p class=\"lf-p\">(δ) τους μηχανισμούς προστασίας των καταθέσεων που είναι διαθέσιμοι στους καταθέτες στο υποκατάστημα· (ε) τις ρυθμίσεις για τη διαχείριση των κινδύνων· (στ) τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των επικεφαλής των κρίσιμων λειτουργιών για τις δραστηριότητες του υποκαταστήματος· (ζ) τα σχέδια ανάκαμψης που καλύπτουν το υποκατάστημα· (η) οποιαδήποτε άλλη πληροφορία που θεωρείται αναγκαία από την Κεντρική Τράπεζα για την ενδελεχή παρακολούθηση των δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η Κεντρική Τράπεζα ενημερώνει την ΕΑΤ για τα εξής: (α) Όλες τις άδειες λειτουργίας οι οποίες χορηγούνται σε ΑΠΙ τα οποία αποτελούν υποκαταστήματα ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους σε τρίτη χώρα, καθώς και κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση των εν λόγω αδειών· (β) τα συνολικά στοιχεία ενεργητικού και παθητικού των ΑΠΙ τα οποία αποτελούν υποκαταστήματα ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους σε τρίτη χώρα, βάσει των περιοδικών εκθέσεων· (γ) επωνυμία του ομίλου τρίτης χώρας στον οποίο ανήκει υποκατάστημα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας. (2Α) Η Κεντρική Τράπεζα συμμορφώνεται με το Άρθρο 47, παράγραφος 2α της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όταν εποπτεύει ΑΠΙ που συνιστούν υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία έχουν την έδρα τους σε τρίτη χώρα ή όταν ενεργεί ως αρμόδια αρχή για ιδρύματα που αποτελούν μέρος του ίδιου ομίλου της εν λόγω τρίτης χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.</div>\n<p class=\"lf-p\">80(I)/2008 107(I)/2012 102(I)/2013 5(I)/2015 94(I)/2021</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ V ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Περιορισμός σε πιστωτικές διευκολύνσεις 11. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 66(I)/1997 119(I)/2003 80(I)/2008 100(I)/2009 27(I)/2011 107(I)/2012 102(I)/2013 141(I)/2013 5(I)/2015 162(I)/2021 Περιορισμοί στην κατοχή ακινήτων 12.-(1) Απαγορεύεται σε ΑΠΙ να αποκτά ή να αγοράζει οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία ή να κατέχει οποιοδήποτε συμφέρον σε ακίνητη ιδιοκτησία παρά μόνο- (α) Εφόσον η ιδιοκτησία απαιτείται για την αντιμετώπιση τρεχουσών αναγκών σχετικά με τη διεξαγωγή των εργασιών του ΑΠΙ ή για σκοπούς παροχής διευκολύνσεων ψυχαγωγίας στο προσωπικό της ή με την προηγούμενη γραπτή έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας για σκοπούς δημιουργίας πολιτιστικού κέντρου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα· ή (β) εφόσον η ιδιοκτησία αποκτάται κατ' ακολουθία διαδικασίας εκποιήσεως ακινήτου προς είσπραξη οφειλής προς ΑΠΙ ή για διακανονισμό οφειλών προς ΑΠΙ υπό τον όρο ότι το ακίνητο θα εκποιηθεί από το ΑΠΙ το ταχύτερο δυνατό και οπωσδήποτε εντός τριών ετών εκτός αν η Κεντρική Τράπεζα παρατείνει την προθεσμία των τριών ετών, αν κρίνει σκόπιμο ότι μια τέτοια παράταση είναι καθ' όλα δικαιολογημένη λόγω εξαιρετικών περιστάσεων:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι στην περίπτωση κατά την οποία το ΑΠΙ είναι αλλοδαπή οι διατάξεις του περί Κτήσεως Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Αλλοδαποί) Νόμου δε θα εφαρμόζονται.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος \"ακίνητη ιδιοκτησία\" έχει την έννοια που αποδίδεται σ' αυτόν από το άρθρο 2 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">66(I)/1997 102(I)/2013 Περιορισμοί στην κατοχή μετοχικού κεφαλαίου 13. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 66(I)/1997 119(I)/2003 80(I)/2008 100(I)/2009 123(I)/2009 27(I)/2011 107(I)/2012 102(I)/2013 5(I)/2015 Απαγόρευση εμπορικών δραστηριοτήτων 14.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 46 και τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (1Α), (1Β) και (1Γ) του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται σε ΑΠΙ να ασκεί για ίδιο λογαριασμό ή με προμήθεια εμπορική δραστηριότητα, εκτός εάν η δραστηριότητα περιλαμβάνεται στις δραστηριότητες που περιγράφονται στο Παράρτημα IV του παρόντος Νόμου ή εκτός εάν η δραστηριότητα συνιστά επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 18) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. (1Α) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 12, πιστωτικό ίδρυμα που, κατ’ ακολουθία διαδικασίας διακανονισμού οφειλών προς αυτό, κατέχει ακίνητη ιδιοκτησία ή μετοχικό κεφάλαιο άλλης εταιρείας, επιτρέπεται– (α) Να επιλαμβάνεται οποιωνδήποτε απαραίτητων εργασιών συντήρησης, (β) να ενοικιάζει το ακίνητο ή την επιχείρηση σε τρίτους, νοουμένου ότι η ενοικίαση δεν περιορίζει τη δυνατότητα πώλησης του ακινήτου ή της επιχείρησης, και (γ) να προβαίνει στην ολοκλήρωση ημιτελών έργων ή σε άλλη ανάπτυξη του ακινήτου, προκειμένου αυτό να καταστεί εμπορεύσιμο βάσει σχετικής μελέτης βιωσιμότητας, νοουμένου ότι έχει προβεί προηγουμένως σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες για πώληση του ακινήτου, αλλά αυτές απέβησαν άκαρπες. (1Β) Πιστωτικό ίδρυμα που, κατ’ ακολουθία διαδικασίας διακανονισμού οφειλών προς αυτό αποκτά μετοχικό κεφάλαιο εταιρείας, επιτρέπεται, νοουμένου ότι δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα άλλων μετόχων σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, ως διορθώθηκε, να διορίσει – (α) Παραλήπτη/διευθυντή, προκειμένου να προβεί στην εκκαθάριση της εταιρείας· ή (β) να διορίσει διευθυντή, προκειμένου να διαχειρίζεται την εταιρεία με σκοπό τη διατήρηση της αξίας της μέχρι τη διάθεσή της. (1Γ) Μετοχικό κεφάλαιο άλλης εταιρείας που αποκτήθηκε από πιστωτικό ίδρυμα κατά το διακανονισμό οφειλών προς αυτό διατίθεται το αργότερο εντός τριών (3) ετών από την ημερομηνία απόκτησής του, εκτός εάν, κατόπιν εμπεριστατωμένης αίτησης του πιστωτικού ιδρύματος, η Κεντρική Τράπεζα κρίνει σκόπιμο να παρατείνει την προθεσμία των τριών (3) ετών λόγω εξαιρετικών περιστάσεων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>[Διαγράφηκε].</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ΑΠΙ δύναται με την προηγούμενη γραπτή έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας, να προβεί σε ενοικίαση σε τρίτους ακίνητης ιδιοκτησίας που αγόρασε ή απόκτησε για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 12.</div>\n<p class=\"lf-p\">66(I)/1997 80(I)/2008 27(I)/2011 102(I)/2013 141(I)/2013 5(I)/2015 38(I)/2017 Απαγόρευση σε ΑΠΙ εμπορίας μετοχών του 15. Απαγορεύεται σε ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία- (α) να αποκτά ή να εμπορεύεται για ίδιο λογαριασμό δικές του μετοχές χωρίς την προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας, η οποία χορηγείται τηρουμένων των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου ή του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, που αφορούν το δικαίωμα εταιρείας για εξαγορά ή απόκτηση δικών της μετοχών· ή (β) να χορηγεί πιστωτικές διευκολύνσεις άμεσες ή έμμεσες για αγορά των δικών του κεφαλαιακών μέσων ή των κεφαλαιακών μέσων της μητρικής του επιχείρησης ή των μετοχών οποιασδήποτε θυγατρικής επιχείρησης του ΑΠΙ ή της μητρικής του επιχείρησης:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν τυγχάνουν εφαρμογής στις περιπτώσεις θυγατρικής εταιρείας ΑΠΙ, η οποία έχει συσταθεί με σκοπό την απόκτηση ακινήτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο διακανονισμού οφειλών, νοουμένου ότι ο δανειολήπτης στον οποίο χορηγείται πιστωτική διευκόλυνση για την απόκτηση του μετοχικού κεφαλαίου τέτοιας εταιρείας δεν είναι ο ίδιος ή δεν συνδέεται μέσω ενιαίου πιστωτικού κινδύνου με το δανειολήπτη που είχε μεταβιβάσει στην εν λόγω θυγατρική εταιρεία του ΑΠΙ ακίνητο ή άλλο περιουσιακό στοιχείο στο πλαίσιο διακανονισμού οφειλών.</p>\n<p class=\"lf-p\">66(I)/1997 80(I)/2008 102(I)/2013 5(I)/2015 38(I)/2017 Άνοιγμα λογαριασμού και στοιχεία ταυτότητας πελάτη 15Α. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 20(I)/2005 80(I)/2008 102(I)/2013 5(I)/2017</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ VI ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΠΙ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Συγχώνευση 16.-(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου ισχύοντος Νόμου- (α) Απαγορεύεται σε ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία να πωλήσει ή να διαθέσει το σύνολο ή μέρος των εργασιών της μέσω συγχώνευσης ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, εκτός αν εξασφαλίσει προηγουμένως γραπτή έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας· (β) απαγορεύεται σε ΑΠΙ εκτός από ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία να πωλήσει ή να διαθέσει το σύνολο ή μέρος των εργασιών της που διεξάγει στη Δημοκρατία, μέσω συγχώνευσης ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο εκτός αν εξασφαλίσει προηγουμένως γραπτή έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας·</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οποιαδήποτε έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας δυνάμει του εδαφίου (1) δυνατό να δοθεί υπό όρους που η Κεντρική Τράπεζα θα κρίνει σκόπιμο να επιβάλει.</div>\n<p class=\"lf-p\">66(I)/1997 102(I)/2013 Πώληση ή εκχώρηση ή διάθεση δανειακού χαρτοφυλακίου και/ή δικαιωμάτων που απορρέουν από συμβάσεις πιστωτικής διευκόλυνσης υπό προϋποθέσεις 16Α. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 168(I)/2015 Περιορισμοί στην κατοχή μετοχικού κεφαλαίου ΑΠΙ 17.-(1) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (εφεξής, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και των άρθρων 17Α και 17Β, ‘ο υποψήφιος αγοραστής‘), το οποίο μεμονωμένα ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα έχει αποφασίσει είτε να αποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε ΑΠΙ που συστάθηκε στην Δημοκρατία είτε να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, τέτοια ειδική συμμετοχή σε ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου που κατέχει να φθάσει ή να υπερβεί το είκοσι τοις εκατό (20%), το τριάντα τοις εκατό (30%) ή το πενήντα τοις εκατό (50%) ή ώστε το ΑΠΙ να καταστεί θυγατρική του επιχείρηση (εφεξής, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και των άρθρων 17Α και 17Β, ‘η προτεινόμενη απόκτηση’), απευθύνει γραπτή κοινοποίηση στην Κεντρική Τράπεζα, εκ των προτέρων, προσδιορίζοντας το ύψος της προτεινόμενης συμμετοχής καθώς και τις σχετικές πληροφορίες όπως καθορίζονται στο εδάφιο (4) του άρθρου 17Α.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Η Κεντρική Τράπεζα, αμέσως και, σε κάθε περίπτωση, εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της γνωστοποίησης καθώς και των επιπλέον πληροφοριών που προβλέπονται στο εδάφιο (3), επιβεβαιώνει εγγράφως στον υποψήφιο αγοραστή την παραλαβή τους. (β) Η Κεντρική Τράπεζα διαθέτει μέγιστη προθεσμία εξήντα (60) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης της παραλαβής της κοινοποίησης και όλων των εγγράφων που απαιτείται να επισυνάπτονται στην κοινοποίηση σύμφωνα με το εδάφιο (4) του άρθρου 17Α (στο εξής, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και των άρθρων 17Α και 17Β, «η περίοδος αξιολόγησης»), προκειμένου να διενεργήσει την αξιολόγηση που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 17Α (στο εξής, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και των άρθρων 17Α και 17Β, «η αξιολόγηση»). (γ) Η Κεντρική Τράπεζα ενημερώνει τον υποψήφιο αγοραστή, κατά την επιβεβαίωση της παραλαβής, για την ημερομηνία λήξης της περιόδου αξιολόγησης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Η Κεντρική Τράπεζα δύναται, κατά την περίοδο αξιολόγησης εάν το κρίνει απαραίτητο και όχι μετά την πεντηκοστή (50ή) εργάσιμη ημέρα της περιόδου αξιολόγησης, να ζητά εγγράφως περαιτέρω πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης καθορίζοντας τα αναγκαία συμπληρωματικά στοιχεία. (β) Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία ζητήθηκαν οι πληροφορίες από την Κεντρική Τράπεζα και της ημερομηνίας παραλαβής της απάντησης από τον υποψήφιο αγοραστή, αναστέλλεται η περίοδος αξιολόγησης. Η αναστολή δεν υπερβαίνει τις είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες.</div>\n<p class=\"lf-p\">Η Κεντρική Τράπεζα έχει τη διακριτική ευχέρεια να υποβάλλει περαιτέρω αιτήματα για τη συμπλήρωση ή τη διευκρίνιση των πληροφοριών, τούτο όμως δεν συνεπάγεται αναστολή της περιόδου αξιολόγησης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να παρατείνει την αναστολή που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (3) έως τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες, εάν ο υποψήφιος αγοραστής είναι εγκατεστημένος ή υπόκειται σε ρυθμιστικό πλαίσιο τρίτης χώρας· ή είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο μη υποκείμενο σε εποπτεία δυνάμει του παρόντος Νόμου ή των νομικών διατάξεων άλλων κρατών-μελών οι οποίες ενσωματώνουν - (α) την Οδηγία 2013/36/ΕΕ, (β) την Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), (γ) την Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II), ή (δ) την Οδηγία 2004/39/ΕΚ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Σε περίπτωση που η Κεντρική Τράπεζα, αφού ολοκληρώσει την αξιολόγησή της, αποφασίσει να αντιταχθεί στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, ενημερώνει εγγράφως τον υποψήφιο αγοραστή, εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών και σε κάθε περίπτωση πριν από την εκπνοή της περιόδου αξιολόγησης, εκθέτοντας τους λόγους της απόφασής της. Η δέουσα αιτιολόγηση της απόφασης μπορεί να δημοσιοποιείται κατόπιν αιτήματος του υποψήφιου αγοραστή. Η Κεντρική Τράπεζα δύναται σε κάθε περίπτωση να προβαίνει στην εν λόγω δημοσιοποίηση άνευ αιτήματος του υποψηφίου αγοραστή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Εάν η Κεντρική Τράπεζα δεν αντιταχθεί εγγράφως στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής εντός της περιόδου αξιολόγησης, η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής θεωρείται ότι εγκρίθηκε.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να ορίζει μέγιστη προθεσμία για την ολοκλήρωση της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής και να παρατείνει την προθεσμία αυτή, οσάκις ενδείκνυται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία, κατά την άσκηση των εξουσιών ή αρμοδιοτήτων του δυνάμει του παρόντος Νόμου, του περί της Μακροπροληπτικής Εποπτείας των Ιδρυμάτων Νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, διαπιστώσει ότι οποιοδήποτε πρόσωπο παραβιάζει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με – (α) τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (3) του άρθρου 3, όσον αφορά τη δραστηριότητα αποδοχής καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό όταν ο αποδέκτης δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα, (α1) την άσκηση τουλάχιστον μίας από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 1), στοιχείο β) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 με κάλυψη του ορίου που αναφέρεται στο εν λόγω Άρθρο, χωρίς άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος, (β) τις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 4, όσον αφορά την έναρξη δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος χωρίς άδεια λειτουργίας, (γ) τις διατάξεις του εδαφίου (1), όσον αφορά πρόσωπο που προβαίνει στην απόκτηση, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής που συστάθηκε στη Δημοκρατία ή στην περαιτέρω αύξηση, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σε ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία, ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή του κατεχόμενου μεριδίου κεφαλαίου να φθάνει ή να υπερβαίνει τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 17, ή ώστε το ΑΠΙ να καταστεί θυγατρική επιχείρησή του, χωρίς έγγραφη κοινοποίηση προς την Κεντρική Τράπεζα, κατά το χρονικό διάστημα αξιολόγησης, ή παρά την αντίθετη γνώμη της Κεντρικής Τράπεζας, (δ) τις διατάξεις του εδαφίου (1) όσον αφορά πρόσωπο που προβαίνει σε παύση κατοχής, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σε ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία ή σε μείωση της ειδικής συμμετοχής ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή του κατεχόμενου κεφαλαίου να καταστεί μικρότερη από τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 17Γ ή ώστε το εν λόγω ΑΠΙ να παύσει να είναι θυγατρική επιχείρηση, χωρίς την έγγραφη κοινοποίηση προς την Κεντρική Τράπεζα, (ε) τις διατάξεις του άρθρου 4Γ, όσον αφορά τη μη υποβολή αίτησης για έγκριση χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών ή οποιαδήποτε άλλη παράβαση των απαιτήσεων του εν λόγω άρθρου, ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας αφού προηγουμένως καλέσει σε απολογία το πρόσωπο που έχει υποπέσει σε παράβαση ή μη συμμόρφωση των πιο πάνω, έχει εξουσία να επιβάλει για κάθε παράβαση διοικητικό πρόστιμο μέχρι ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000) και σε περίπτωση που η παράβαση συνεχίζεται, ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας έχει επιπρόσθετα την εξουσία να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο από διακόσια ευρώ (€200) μέχρι εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000) για κάθε ημέρα συνέχισης της παράβασης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Ανεξάρτητα από τα διοικητικά πρόστιμα που δύναται να επιβληθούν δυνάμει του εδαφίου (8), ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας δύναται να επιβάλλει τα ακόλουθα διοικητικά μέτρα όσον αφορά τις περιπτώσεις που παρατίθενται στο εδάφιο (1): (α) δημόσια ανακοίνωση στην οποία περιγράφονται το υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο, το ΑΠΙ, η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών καθώς και η φύση της παράβασης, (β) διαταγή προς το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και μη επανάληψή της στο μέλλον, (γ) έκδοση διαταγής δυνάμει της οποίας η διάθεση, η υπογραφή συμφωνίας διάθεσης, η πώληση, η ανταλλαγή, η μίσθωση, η μεταβίβαση, η δωρεά και εν γένει η αποξένωση των μετοχών που κατέχει είναι άκυρη, (δ) απαγόρευση απόκτησης, δια δωρεάς ή μέσω άσκησης δικαιωμάτων αγοράς, μετοχών του ΑΠΙ∙ ή (ε) απαγόρευση διενέργειας οποιωνδήποτε πληρωμών από το ΑΠΙ που απορρέουν από τις μετοχές, εξαιρουμένης της περίπτωσης διάλυσης του ΑΠΙ, (στ) σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα ύψους έως το 10% του συνολικού καθαρού κύκλου εργασιών, συμπεριλαμβανομένου του ακαθάριστου εισοδήματος που συνίσταται σε τόκους εισπρακτέους και εξομοιούμενα έσοδα, έσοδα από μετοχές και άλλους τίτλους μεταβλητής ή σταθερής απόδοσης και προμήθειες ή αμοιβές εισπρακτέες σύμφωνα με το άρθρο 316 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 της επιχείρησης κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, (ζ) σε περίπτωση φυσικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι και πέντε εκατομμύρια ευρώ (€5.000.000), (η) διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι και το διπλάσιο του ποσού του οφέλους που αποκομίστηκε από την παράβαση, εφόσον το όφελος δύναται να καθοριστεί, (θ) αναστολή των εκλογικών δικαιωμάτων του μετόχου ή των μετόχων που είναι υπεύθυνοι για τις παραβάσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1):</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, στην περίπτωση που το πιστωτικό ίδρυμα είναι θυγατρική μητρικής επιχείρησης, το σχετικό ακαθάριστο εισόδημα είναι το ακαθάριστο εισόδημα που προκύπτει από τις ενοποιημένες καταστάσεις της ανώτατης μητρικής επιχείρησης κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>(α) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των εδαφίων (8) και (9), σε περίπτωση φυσικού ή νομικού προσώπου που παραβαίνει την κατά το εδάφιο (1) υποχρέωση της κοινοποίησης προς την Κεντρική Τράπεζα ή που αποκτά ειδική συμμετοχή παρά την αντίθεση της Κεντρικής Τράπεζας, ο Διοικητής δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο σύμφωνα με το άρθρο 42. (β) Σε περίπτωση νομικού προσώπου, ο Διοικητής δύναται να επιβάλει τις προβλεπόμενες στην παράγραφο (α) κυρώσεις και στα μέλη διοικητικών οργάνων ή/και διευθυντές εξ υπαιτιότητας ή αμέλειας ή παράλειψης ή εν γνώσει των οποίων το νομικό πρόσωπο- (i) παραβαίνει την κατά το εδάφιο (1) υποχρέωση της κοινοποίησης προς την Κεντρική Τράπεζα, ή (ii) αποκτά ειδική συμμετοχή παρά την αντίθεση της Κεντρικής Τράπεζας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(11)</span>Η Κεντρική Τράπεζα εκδίδει οδηγία δυνάμει του άρθρου 41 προκειμένου να προσδιορίσει τα κριτήρια αξιολόγησης για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου.</div>\n<p class=\"lf-p\">66(I)/1997 74(I)/1999 119(I)/2003 235(I)/2004 80(I)/2008 100(I)/2009 102(I)/2013 5(I)/2015 94(I)/2021 163(I)/2021 Κριτήρια αξιολόγησης 17Α.-(1) Η Κεντρική Τράπεζα αξιολογεί τη γνωστοποίηση που υποβάλλεται σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 17 και τις πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (3) του άρθρου 17, προκειμένου να διασφαλίσει την ορθή και συνετή διοίκηση του ΑΠΙ για το οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής και λαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη επιρροή από τον υποψήφιου αγοραστή στο ΑΠΙ, αξιολογεί την καταλληλότητα του υποψήφιου αγοραστή και την ορθότητα της προτεινόμενης απόκτησης από χρηματοοικονομική άποψη, σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια: (α) τη φήμη του υποψήφιου αγοραστή· (β) τη φήμη, τη γνώση, τις δεξιότητες και την πείρα, όπως ορίζονται στην περί της Αξιολόγησης της Ικανότητας και Καταλληλότητας Μελών του Διοικητικού Οργάνου και των Διευθυντών των Αδειοδοτημένων Πιστωτικών Ιδρυμάτων Οδηγία του 2014, οποιουδήποτε μέλους του διοικητικού οργάνου το οποίο θα κατευθύνει τις δραστηριότητες του ΑΠΙ κατόπιν της προτεινόμενης απόκτησης· (γ) τη χρηματοοικονομική ευρωστία του υποψήφιου αγοραστή, ιδίως ως προς το είδος των δραστηριοτήτων που ασκούνται ή προβλέπεται ότι θα ασκούνται από το ΑΠΙ για την οποία προτείνεται η εν λόγω απόκτηση· (δ) την ικανότητα του ΑΠΙ να συμμορφώνεται και να συνεχίσει να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει του παρόντος Νόμου, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και, κατά περίπτωση, βάσει του ενωσιακού δικαίου και των κυπριακών εναρμονιστικών διατάξεων με αυτό και κυρίως του περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμου και της περί της Συμπληρωματικής Εποπτείας Τραπεζών που ανήκουν σε Χρηματοπιστωτικό Όμιλο Ετερογενών Δραστηριοτήτων Οδηγίας του 2012, ιδίως κατά πόσον ο όμιλος του οποίου θα καταστεί μέλος διαθέτει τέτοια δομή που καθιστά δυνατή την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας, την αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών και τον προσδιορισμό της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των αρμόδιων αρχών· και (ε) κατά πόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με την προτεινόμενη απόκτηση, διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά την έννοια του άρθρου 4 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, ή ότι η προτεινόμενη απόκτηση είναι δυνατόν να αυξήσει αυτό τον κίνδυνο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να αντιταχθεί στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής μόνον εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για αυτό με βάση τα κριτήρια του εδαφίου (1) ή εάν οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από τον υποψήφιο αγοραστή δεν είναι πλήρεις.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Κεντρική Τράπεζα δεν επιβάλλει εκ των προτέρων όρους όσον αφορά το ύψος της συμμετοχής που πρέπει να αποκτηθεί, ούτε εξετάζει την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής από πλευράς οικονομικών αναγκών της αγοράς.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η Κεντρική Τράπεζα δημοσιοποιεί κατάλογο με τις αναγκαίες πληροφορίες για τη διενέργεια της αξιολόγησης, οι οποίες πρέπει να υποβάλλονται στην ίδια κατά τη στιγμή της κοινοποίησης που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 17. Οι απαιτούμενες πληροφορίες πρέπει να είναι ανάλογες και προσαρμοσμένες στη φύση του υποψηφίου αγοραστή και της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, η Κεντρική Τράπεζα δεν απαιτεί πληροφορίες που δεν είναι σχετικές με την προληπτική αξιολόγηση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ανεξάρτητα από τα εδάφια (2), (3) και (4) του άρθρου 17, σε περίπτωση που κοινοποιηθούν στην Κεντρική Τράπεζα δύο ή περισσότερες προτάσεις για απόκτηση ειδικής συμμετοχής ή αύξηση ειδικής συμμετοχής στο ίδιο ΑΠΙ, η Κεντρική Τράπεζα αντιμετωπίζει όλους τους υποψήφιους αγοραστές αμερόληπτα.</div>\n<p class=\"lf-p\">100(I)/2009 107(I)/2012 102(I)/2013 5(I)/2015 94(I)/2021 Συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών 17Β.-(1) Η Κεντρική Τράπεζα, κατά την αξιολόγηση της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής, διαβουλεύεται εκτενώς με τις άλλες οικείες εποπτικές αρχές, εφόσον ο υποψήφιος αγοραστής είναι - (α) πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ή επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος-μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής· (β) η μητρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος-μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής· ή (γ) φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος-μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η Κεντρική Τράπεζα στην απόφαση της που ετοιμάζει για την προτεινομένη απόκτηση συμμετοχής σε ΑΠΙ που έχει συσταθεί στη Δημοκρατία, επισημαίνει τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις τις οποίες εξέφρασε η αρμόδια αρχή, η οποία είναι υπεύθυνη για την εποπτεία του υποψήφιου αγοραστή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Στην περίπτωση που η Κεντρική Τράπεζα είναι αρμόδια για την εποπτεία του υποψήφιου αγοραστή: (α) παρέχει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στις άλλες σχετικές αρμόδιες αρχές κάθε ουσιαστική ή σχετική πληροφορία για την αξιολόγηση και διαβιβάζει στις άλλες σχετικές αρμόδιες αρχές, κατόπιν αιτήματος, κάθε σχετική πληροφορία και γνωστοποιεί, με δική της πρωτοβουλία, όλες τις ουσιαστικής σημασίας πληροφορίες, (β)δύναται να εκφράσει τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις της στην άλλη αρμόδια αρχή προκειμένου να περιληφθούν στην απόφαση.</div>\n<p class=\"lf-p\">100(I)/2009 102(I)/2013 5(I)/2015 Κοινοποίηση στην περίπτωση διάθεσης συμμετοχής 17Γ.-(1) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αποφάσισε να διαθέσει, άμεσα ή έμμεσα ειδική συμμετοχή σε ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία, οφείλει να το γνωστοποιήσει στην Κεντρική Τράπεζα γραπτώς εκ των προτέρων προσδιορίζοντας το ύψος της συμμετοχής που προτίθεται να διαθέσει.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το εν λόγω πρόσωπο γνωστοποιεί, επίσης, στην Κεντρική Τράπεζα, την απόφαση του να μειώσει την ειδική συμμετοχή του σε ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία, κατά τρόπο ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου που κατέχει να μειωθεί κάτω από το είκοσι τοις εκατό (20%), το τριάντα τοις εκατό (30%) ή το πενήντα τοις εκατό (50%), ή τόσο ώστε το ΑΠΙ να παύσει να είναι θυγατρική του.</div>\n<p class=\"lf-p\">100(I)/2009 102(I)/2013 5(I)/2015 Υποχρεώσεις ενημέρωσης και κυρώσεις 17Δ.-(1)(α) ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία, μόλις πληροφορηθεί για αποκτήσεις ή πωλήσεις ειδικών συμμετοχών στο κεφάλαιό του οι οποίες αυξάνουν ή μειώνουν τα ποσοστά που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 17 και στο άρθρο 17Γ, ενημερώνει σχετικά την Κεντρική Τράπεζα. (β) Τα ΑΠΙ των οποίων οι κινητές αξίες είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ενημερώνουν την Κεντρική Τράπεζα, τουλάχιστον ετησίως, με τα ονόματα των μετόχων ή μελών που έχουν ειδική συμμετοχή καθώς και το ποσοστό τέτοιων συμμετοχών, όπως προκύπτει ιδίως από τα στοιχεία που συγκεντρώνονται κατά την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων ή μελών ή από τις πληροφορίες που λαμβάνονται δυνάμει των υποχρεώσεων που υπέχουν οι εταιρείες των οποίων οι μετοχές διαπραγματεύονται σε ρυθμιζόμενη αγορά.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Σε περίπτωση που η άσκηση επιρροής προσώπου στο οποίο αναφέρεται το εδάφιο (1) του άρθρου 17 είναι δυνατόν να αποβεί σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία, η Κεντρική Τράπεζα λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για να τερματισθεί αυτή ή κατάσταση, όπως προσωρινά μέτρα, κυρώσεις, δυνάμει των εδαφίων (8) έως (10) του άρθρου 17 και των άρθρων 41Α, 41Γ, 41Δ, 41Ε, 42Β, 42Γ και 42Δ κατά των μελών του διοικητικού οργάνου και των διευθυντικών στελεχών ή διατάσσει την αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από μετοχές που κατέχουν οι μέτοχοι ή τα μέλη του εν λόγω ΑΠΙ. (β) Παρόμοια μέτρα όπως αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο (α) εφαρμόζονται κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων που παραβαίνουν την υποχρέωση να παρέχουν τις πληροφορίες που ορίζονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 17 και σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (8) έως (10) του άρθρου 17 και των άρθρων 41Α, 41Γ, 41Δ, 41Ε, 42Β, 42Γ και 42Δ. (γ) Σε περίπτωση που αποκτηθεί ειδική συμμετοχή παρά την αντίθεση της Κεντρικής Τράπεζας και ανεξάρτητα από τις κυρώσεις που δύναται να επιβληθούν δυνάμει του παρόντος Νόμου, η Κεντρική Τράπεζα δύναται επιπλέον να διατάξει την αναστολή της άσκησης των αντίστοιχων δικαιωμάτων ψήφου, είτε την ακυρότητά τους ή την ακύρωση των σχετικών ψήφων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Προκειμένου να προσδιορισθεί εάν πληρούνται τα κριτήρια ειδικής συμμετοχής όπως αναφέρονται στα άρθρα 17, 17Γ και στα εδάφια (1) και (2) του παρόντος άρθρου, λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου που προβλέπονται στα άρθρα 28, 29 και 30 του περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Νόμου, καθώς και οι όροι για την άθροισή τους που προβλέπονται στα άρθρα 34 και 35 του εν λόγω Νόμου. (β) Προκειμένου να προσδιορισθεί εάν πληρούνται τα κριτήρια ειδικής συμμετοχής κατά τα άρθρα 17, 17Γ και τα εδάφια (1) και (2) του παρόντος άρθρου, η Κεντρική Τράπεζα δε λαμβάνει υπόψη τα δικαιώματα ψήφου ή τις μετοχές με δικαίωμα ψήφου τις οποίες κατέχουν ιδρύματα ως αποτέλεσμα αναδοχής ή τοποθέτησης χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του Μέρους Ι του Τρίτου Παραρτήματος του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμων όπως διορθώθηκαν, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω δικαιώματα, αφενός, δεν ασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ’ άλλον τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στη διοίκηση του εκδότη, και αφετέρου, εφόσον μεταβιβάζονται εντός ενός έτους από την απόκτηση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Το ΑΠΙ οφείλει να γνωρίζει για κάθε νομικό πρόσωπο που κατέχει τουλάχιστον πέντε τοις εκατό (5%) του εκδομένου μετοχικού της κεφαλαίου, τους πραγματικούς δικαιούχους του και να γνωστοποιεί αυτές τις πληροφορίες στην Κεντρική Τράπεζα τουλάχιστον μία φορά το χρόνο ή εφόσον έχει επέλθει μεταβολή ή αλλαγή στα στοιχεία:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση που το νομικό πρόσωπο που κατέχει τουλάχιστον πέντε τοις εκατόν (5%) του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου του ΑΠΙ είναι εταιρεία η οποία έχει τουλάχιστον είκοσι (20) μετόχους, το ΑΠΙ φείλει να γνωρίζει μόνο τους μετόχους του νομικού προσώπου που κατέχουν τουλάχιστον το πέντε τοις εκατόν (5%) του εκδομένου μετοχικού του κεφαλαίου και να γνωστοποιεί αυτές τις πληροφορίες στην Κεντρική Τράπεζα, τουλάχιστον μια φορά το χρόνο ή εφόσον έχει επέλθει μεταβολή ή αλλαγή στα στοιχεία:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που το νομικό πρόσωπο που κατέχει τουλάχιστον πέντε τοις εκατόν (5%) του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου του ΑΠΙ είναι εταιρεία της οποίας οι μετοχές είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, το ΑΠΙ οφείλει να γνωρίζει μόνο τους μετόχους του νομικού προσώπου που κατέχουν τουλάχιστον το πέντε τοις εκατόν (5%) του εκδομένου μετοχικού του κεφαλαίου και να γνωστοποιεί αυτές τις πληροφορίες στην Κεντρική Τράπεζα μία φορά το χρόνο:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που δεν κατέστη εφικτό μετά από εύλογες προσπάθειες το ΑΠΙ να γνωρίζει τους πραγματικούς δικαιούχους και τους μετόχους ως ανωτέρω, θα ενημερώνει προς τούτο την Κεντρική Τράπεζα η οποία θα έχει τη διακριτική ευχέρεια να απαλλάσσει το ΑΠΙ από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος εδαφίου.</p>\n<p class=\"lf-p\">100(I)/2009 102(I)/2013 5(I)/2015 Αξιολόγηση των μετόχων σε περιπτώσεις διάσωσης με ίδια μέσα ή μετατροπής κεφαλαιακών μέσων 17Ε.-(1) Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 17 έως 17Γ του παρόντος Νόμου και από την υποχρέωση ενημέρωσης που προβλέπεται στο άρθρο 17Δ του παρόντος Νόμου, σε περίπτωση που η εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα ή η μετατροπή κεφαλαιακών μέσων που προβλέπεται στο άρθρο 34 του Νόμου Εξυγίανσης θα κατέληγε σε απόκτηση ή αύξηση ειδικής συμμετοχής σε ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία, η Κεντρική Τράπεζα πραγματοποιεί εγκαίρως την αξιολόγηση που προβλέπεται στα εν λόγω άρθρα κατά τρόπο που δεν καθυστερεί την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα ή τη μετατροπή των κεφαλαιακών μέσων και κατά τρόπο που δεν εμποδίζει τις ενέργειες εξυγίανσης να κατορθώσουν τους σχετικούς στόχους εξυγίανσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που η Κεντρική Τράπεζα δεν ολοκληρώσει την αξιολόγηση που προβλέπεται στο εδάφιο (1) κατά την ημερομηνία εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα ή της μετατροπής των κεφαλαιακών μέσων, εφαρμόζεται το άρθρο 17Ζ(2) σε κάθε απόκτηση ή αύξηση ειδικής συμμετοχής από τον αποκτώντα που προκύπτει από την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα ή από τη μετατροπή κεφαλαιακών μέσων.</div>\n<p class=\"lf-p\">21(Ι)/2016 Άδεια σε αγοραστή μετοχών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων ΑΠΙ υπό εξυγίανση 17ΣΤ.-(1) Σε περίπτωση που, δυνάμει του άρθρου 48 του Νόμου Εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης μεταβιβάζει- (α) Μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από ΑΠΙ που τελεί υπό εξυγίανση, ή (β) όλα ή οιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις ΑΠΙ που τελεί υπό εξυγίανση, σε αγοραστή που δεν είναι μεταβατικό ΑΠΙ, η Κεντρική Τράπεζα προβαίνει σε έγκαιρη εξέταση της αίτησης χορήγησης της άδειας σε συνδυασμό με τη μεταβίβαση.</p>\n<p class=\"lf-p\">21(Ι)/2016 Αξιολόγηση νέων μετόχων ΑΠΙ υπό εξυγίανση κατά την εφαρμογή του μέτρου πώλησης δραστηριοτήτων 17Ζ.-(1) Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 17 έως 17Γ του παρόντος Νόμου και από την απαίτηση που προβλέπεται στο άρθρο 17Δ του παρόντος Νόμου για ενημέρωση προς την Κεντρική Τράπεζα, σε περίπτωση που μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας δυνάμει της εφαρμογής του μέτρου πώλησης δραστηριοτήτων που προβλέπεται στο άρθρο 48 του Νόμου Εξυγίανσης θα κατέληγε σε απόκτηση ή αύξηση ειδικής συμμετοχής σε ΑΠΙ, η Κεντρική Τράπεζα διεξάγει την αξιολόγηση που προβλέπεται στα εν λόγω άρθρα έγκαιρα και κατά τρόπο που δεν καθυστερεί την εφαρμογή του μέτρου πώλησης δραστηριοτήτων και που δεν εμποδίζει την επιτυχία των στόχων εξυγίανσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που η Κεντρική Τράπεζα δεν έχει ολοκληρώσει την αξιολόγηση που αναφέρεται στο εδάφιο (1) κατά την ημερομηνία μεταβίβασης των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας στο πλαίσιο της εφαρμογής του μέτρου πώλησης δραστηριοτήτων από την αρχή εξυγίανσης, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις: (α) H εν λόγω μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας προς τον αγοραστή έχει αμέσως νομική ισχύ· (β) κατά τη διάρκεια της περιόδου αξιολόγησης και κάθε περιόδου εκποίησης που προβλέπεται στην παράγραφο (στ), τα δικαιώματα ψήφου του αγοραστή βάσει των εν λόγω μετοχών ή μέσων ιδιοκτησίας αναστέλλονται και εκχωρούνται αποκλειστικά στην αρχή εξυγίανσης· (γ) κατά τη διάρκεια της περιόδου αξιολόγησης και κάθε περιόδου εκποίησης που προβλέπεται στην παράγραφο (στ), οι κυρώσεις και τα λοιπά μέτρα για παράβαση των απαιτήσεων περί απόκτησης ή εκχώρησης ειδικών συμμετοχών οι οποίες προβλέπονται στα άρθρα 17(8) και (9) και 41Δ και 42Β δεν εφαρμόζονται για την εν λόγω μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας· (δ) η Κεντρική Τράπεζα, αμέσως μόλις ολοκληρώσει την αξιολόγηση, γνωστοποιεί γραπτώς στην αρχή εξυγίανσης και στον αγοραστή την έγκρισή της ή την σύμφωνα με το άρθρου 17(5) αντίθεσή της στη μεταβίβαση των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας προς τον αγοραστή· (ε) εάν η Κεντρική Τράπεζα εγκρίνει τη μεταβίβαση των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας προς τον αγοραστή, τα δικαιώματα ψήφου βάσει των εν λόγω μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας θεωρείται ότι έχουν πλήρως εκχωρηθεί στον αγοραστή από το χρονικό σημείο κατά το οποίο η αρχή εξυγίανσης και ο αγοραστής λαμβάνουν την εν λόγω γνωστοποίηση περί έγκρισης· (στ) εάν η Κεντρική Τράπεζα αντιταχθεί στη μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας προς τον αγοραστή, τότε - (i) τα δικαιώματα ψήφου βάσει αυτών των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας όπως προβλέπονται στην παράγραφο (β), παραμένουν σε πλήρη ισχύ · και (ii) σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης δυνάμει του άρθρου 48(8)(δ)(ii) του Νόμου Εξυγίανσης απαιτήσει από τον αγοραστή να εκποιήσει αυτές τις μετοχές ή τα άλλα μέσα ιδιοκτησίας εντός συγκεκριμένης περιόδου και ο αγοραστής δεν ολοκληρώσει την εν λόγω εκποίηση εντός αυτής της περιόδου εκποίησης, η Κεντρική Τράπεζα, με τη συγκατάθεση της αρχής εξυγίανσης, δύναται να επιβάλει στον αγοραστή κυρώσεις και άλλα μέτρα για την παράβαση των απαιτήσεων περί απόκτησης ή εκχώρησης ειδικών συμμετοχών που προβλέπονται στα άρθρα 17(8) και (9) και 41Δ και 42Β του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Για τους σκοπούς της άσκησης των δικαιωμάτων παροχής υπηρεσιών ή για τους σκοπούς της εγκατάστασής του σε άλλο κράτος-μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 10Γ, ο αγοραστής θεωρείται ότι αποτελεί συνέχεια του ΑΠΙ υπό εξυγίανση, και δύναται να συνεχίσει να ασκεί κάθε δικαίωμα το οποίο ασκούσε το ΑΠΙ υπό εξυγίανση όσον αφορά τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις.</div>\n<p class=\"lf-p\">21(Ι)/2016 Αξιολόγηση και έγκριση από την Κεντρική Τράπεζα μελών διοικητικών οργάνων, ανώτατων διοικητικών στελεχών και κατόχων καίριων θέσεων 18. (1)(α) Απαγορεύεται σε νομικά πρόσωπα να ενεργούν ως μέλη διοικητικού οργάνου ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία, χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή/και μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών. (β) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου, ως διορθώθηκε, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να ενεργεί ως μέλος διοικητικού οργάνου ή ως ανώτατο διοικητικό στέλεχος ή να κατέχει καίρια θέση ή να συμμετέχει με οποιοδήποτε τρόπο στις συνεδριάσεις διοικητικού οργάνου οντότητας που αναφέρεται στην παράγραφο (α), εάν δεν έχει λάβει εκ των προτέρων την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις εμπειρογνωμόνων και διευθυντικών στελεχών της οντότητας που αναφέρεται στην παράγραφο (α) που καλούνται να παρέχουν συμβουλή για συγκεκριμένα θέματα που εξετάζει το διοικητικό όργανο. (γ) Ανεξαρτήτως των διατάξεων της παραγράφου (β) και τηρουμένων των διατάξεων του περί Πτώχευσης Νόμου και του περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμου, πρόσωπο το οποίο- (i) κηρυχτεί σε πτώχευση· ή (ii) έχει καταδικαστεί σε οποιαδήποτε χώρα για αδίκημα που ενέχει δόλο ή ανεντιμότητα· ή (iii) έχει καταδικαστεί για αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, απαγορεύεται να ενεργεί ως μέλος διοικητικού οργάνου ή ως ανώτατο διοικητικό στέλεχος ή να κατέχει καίρια θέση σε οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου. (δ) ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία οφείλει να λάβει εκ των προτέρων την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας για να προχωρήσει στο διορισμό μέλους στο διοικητικό όργανο θυγατρικού πιστωτικού ιδρύματος που συστάθηκε σε τρίτη χώρα, ανεξαρτήτως των προνοιών που ισχύουν στην τρίτη χώρα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που, σύμφωνα με αξιολόγηση της Κεντρικής Τράπεζας, οποιοδήποτε μέλος διοικητικού οργάνου, διευθύνων σύμβουλος, ανώτατο διοικητικό στέλεχος ή κάτοχος καίριας θέσης σε οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1), δεν είναι ικανό και κατάλληλο πρόσωπο για να συνεχίσει να ενεργεί στην αντίστοιχη θέση, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να διατάξει όπως το πρόσωπο αυτό παύσει να κατέχει τη θέση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Για να καθορίσει κατά πόσο ένα άτομο είναι ικανό και κατάλληλο πρόσωπο για να κατέχει θέση μέλους διοικητικού οργάνου, διευθύνων συμβούλου, ανώτατου διοικητικού στελέχους ή για να είναι κάτοχος καίριας θέσης, η Κεντρική Τράπεζα λαμβάνει υπόψη την ακεραιότητα του, την ικανότητα και ευθυκρισία του για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της θέσης, την επιμέλεια, με την οποία εκπληρώνει ή είναι πιθανό να εκπληρώνει αυτές τις υποχρεώσεις και, κατά πόσο τα συμφέροντα των καταθετών ή πιθανών καταθετών του ΑΠΙ απειλούνται ή πιθανό να απειληθούν κατά οποιοδήποτε τρόπο με το να κατέχει τη θέση αυτή. Περαιτέρω, η Κεντρική Τράπεζα δεν θεωρεί ότι ένα πρόσωπο είναι ικανό και κατάλληλο για να ενεργεί ως μέλος διοικητικού οργάνου, διευθύνων σύμβουλος ή ανώτατο διοικητικό στέλεχος ή κάτοχος καίριας θέσης ΑΠΙ, εάν το πρόσωπο αυτό δεν έχει την απαιτούμενη εντιμότητα ή επαρκή πείρα για να κατέχει οποιαδήποτε από τις πιο πάνω θέσεις.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η διαδικασία αξιολόγησης, καθώς και τα κριτήρια ικανότητας και καταλληλότητας των μελών του διοικητικού οργάνου, των ανώτατων διοικητικών στελεχών και των κατόχων καίριων θέσεων καθορίζονται στην περί της Αξιολόγησης της Ικανότητας και Καταλληλότητας Μελών Διοικητικού Οργάνου και Διευθυντών των Αδειοδοτημένων Πιστωτικών Ιδρυμάτων Οδηγία του 2014.</div>\n<p class=\"lf-p\">66(I)/1997 119(I)/2003 80(I)/2008 102(I)/2013 5(I)/2015 38(I)/2017 94(I)/2021 162(I)/2021</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ VI(A) ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Διοίκηση ΑΠΙ και χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών 19.-(1) [Διαγράφηκε].</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κάθε πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να διαθέτει άρτιο πλαίσιο διακυβέρνησης, που περιλαμβάνει σαφή οργανωτική δομή με ευκρινείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης, αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων στους οποίους εκτίθεται ή ενδέχεται να εκτεθεί, καθώς και επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου περιλαμβανομένων κατάλληλων διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών, συστημάτων δικτύου και πληροφοριών που έχουν δημιουργηθεί και τελούν υπό διαχείριση σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2022/2254, καθώς και πολιτικές και πρακτικές αποδοχών που να συνάδουν προς και να προωθούν τις αρχές της χρηστής και αποτελεσματικής διαχείρισης κινδύνων. Οι πολιτικές και πρακτικές αποδοχών πρέπει να είναι ουδέτερες προς το φύλο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι ρυθμίσεις, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που αναφέρονται στο εδάφιο (2) είναι εκτενή και αναλογικά προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που ενέχουν το επιχειρηματικό μοντέλο και οι δραστηριότητες του πιστωτικού ιδρύματος. Λαμβάνονται υπόψη τα τεχνικά κριτήρια που ορίζονται στις παραγράφους 5(1) και (2)(α) έως (β) και (3), 6(δ) και (ε), 8(1) και (2), 9(1) και (5), 12(3), 17(1) και (2), 26(1)(γ) και (δ) και (5), 35(1), (2) και (3), 41(1)(α), (β), (γ) και (δ), 42, 43(1) και (2), 44, 50, 51(α) έως (ζ), 52, 63, 64, 65, 66(1) και (2), 67(1), (3), (4) και (5), 68, 69(1) και (2), 70(1) και (2), 71(1), (2), (3), (4), (5), (6), (7), (8), (9), (10), (11) και (12), 76(1), 78(1) και (2), 84(1), (2) και (3) της Οδηγίας Διακυβέρνησης και στα άρθρα 19Β(2), 19Γ(1), (2) και (3), 19Δ(1) και (2), 22Ε, 24Α(1), (2), (3) και (4), 24Β, 26(12), (13) και (14) και 26Γ(1) του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Τα μέλη του διοικητικού οργάνου μιας χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μιας μικτής χρηματοοικονομικής εταιρεία συμμετοχών πρέπει να έχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους και αρκετές γνώσεις, ικανότητα και πείρα, για την άσκηση των καθηκόντων τους, όπως προνοείται, σε σχέση με τα μέλη του διοικητικού οργάνου ΑΠΙ στην περί της Αξιολόγησης της Ικανότητας και Καταλληλότητας Μελών του Διοικητικού Οργάνου και των Διευθυντών των Αδειοδοτημένων Πιστωτικών Ιδρυμάτων Οδηγία του 2014 λαμβάνοντας υπόψη το συγκεκριμένο ρόλο της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η Κεντρική Τράπεζα εκδίδει οδηγία δυνάμει του άρθρου 41, όσον αφορά τις ρυθμίσεις, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που αναφέρονται στο εδάφιο (2), σύμφωνα με το εδάφιο (3), καθώς και τον καθορισμό των τεχνικών κριτηρίων για την οργάνωση και την αντιμετώπιση κινδύνων που οφείλουν να εφαρμόζουν τα πιστωτικά ιδρύματα.</div>\n<p class=\"lf-p\">66(I)/1997 80(I)/2008 102(I)/2013 5(I)/2015 94(I)/2021 14(I)/2025 Διαδικασία αξιολόγησης της επάρκειας του εσωτερικού κεφαλαίου 19Α.-(1) Τα ΑΠΙ που συστάθηκαν στη Δημοκρατία οφείλουν να διαθέτουν αξιόπιστες, αποτελεσματικές και πλήρεις στρατηγικές και διαδικασίες για την αξιολόγηση και τη διατήρηση σε διαρκή βάση του ύψους, της σύνθεσης και της κατανομής των εσωτερικών κεφαλαίων που θεωρούν επαρκή για την κάλυψη της φύσης και του επιπέδου των κινδύνων στους οποίους έχουν εκτεθεί ή στους οποίους ενδέχεται να εκτεθούν.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι στρατηγικές και διαδικασίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1) υπόκεινται σε τακτική εσωτερική επιθεώρηση, ώστε να εξασφαλιστεί ότι παραμένουν πλήρεις και αναλογικές προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του ΑΠΙ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Για σκοπούς του παρόντος άρθρου, η Κεντρική Τράπεζα εκδίδει οδηγία δυνάμει του άρθρου 41.</div>\n<p class=\"lf-p\">80(I)/2008 102(I)/2013 5(I)/2015 Διοικητικό όργανο 19Β.-(1) Η πλειοψηφία των μελών του διοικητικού οργάνου και ο Πρόεδρος του διοικητικού οργάνου του ΑΠΙ είναι ανεξάρτητα. Τα κριτήρια ανεξαρτησίας των μελών του διοικητικού οργάνου ορίζονται στην οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου με τίτλο περί της Αξιολόγησης της Ικανότητας και Καταλληλότητας των Μελών του Διοικητικού Οργάνου και των Διευθυντών ΑΠΙ Οδηγία του 2014.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τα μέλη του διοικητικού οργάνου των ΑΠΙ οφείλουν να διασφαλίζουν ότι τα ανώτατα διοικητικά στελέχη είναι ικανά και κατάλληλα προς τη διεκπεραίωση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών που τους αναθέτουν.</div>\n<p class=\"lf-p\">141(I)/2013 5(I)/2015 Εσωτερικές προσεγγίσεις για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων 19Γ.-(1)(α) H Κεντρική Τράπεζα θεωρεί ότι ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία που είναι σημαντικό από πλευράς μεγέθους, εσωτερικής οργάνωσης και της φύσεως, του μεγέθους και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων του ενισχύει σημαντικά τις διαδικασίες αντιμετώπισης πιστωτικού κινδύνου με την ανάπτυξη εσωτερικών προσεγγίσεων για την αξιολόγηση του πιστωτικού κινδύνου και την αυξημένη χρήση της προσέγγισης που βασίζεται στις εσωτερικές του αξιολογήσεις για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον πιστοληπτικό κίνδυνο, ιδίως στις περιπτώσεις που τα ανοίγματά του είναι σημαντικά σε απόλυτες τιμές και όταν έχει ταυτόχρονα ένα μεγάλο αριθμό σημαντικών αντισυμβαλλόμενων. (β) Το παρόν εδάφιο δεν θίγει την εκπλήρωση των κριτηρίων που ορίζονται στο Τρίτο Μέρος, Τίτλος Ι, Κεφάλαιο 3, Τμήμα 1, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του, δεν πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά ή μηχανιστικά σε εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας για την αξιολόγηση της φερεγγυότητας μιας οντότητας ή ενός χρηματοοικονομικού μέσου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Η Κεντρική Τράπεζα θεωρεί ότι ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία και που είναι σημαντικό από πλευράς μεγέθους, εσωτερικής οργάνωσης και τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του ενισχύει σημαντικά τις διαδικασίες αντιμετώπισης του κινδύνου αγοράς με την ανάπτυξη εσωτερικών ικανοτήτων για την αξιολόγηση του εσωτερικού πιστοληπτικού κινδύνου και την αυξημένη χρήση εσωτερικών υποδειγμάτων για τον υπολογισμό των απαιτήσεων περί ιδίων κεφαλαίων για τον ειδικό κίνδυνο των χρεωστικών τίτλων του χαρτοφυλακίου καθώς και εσωτερικά υποδείγματα για τον υπολογισμό των απαιτήσεων περί ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους αθέτησης και μετατόπισης ιδίως όταν η έκθεσή του σε συγκεκριμένο κίνδυνο είναι σημαντική σε απόλυτες τιμές και όταν έχουν πολλές καθαρές θέσεις σε χρεόγραφα διαφορετικών εκδοτών. (β) Το παρόν εδάφιο δεν θίγει την εκπλήρωση των κριτηρίων που ορίζονται στο Τρίτο Μέρος, Τίτλος IV, Κεφάλαιο 5, Τμήματα 1 έως 5, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.</div>\n<p class=\"lf-p\">5(I)/2015 Εποπτική συγκριτική αξιολόγηση των εσωτερικών προσεγγίσεων για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων 19Δ.-(1) Τα ΑΠΙ που έλαβαν άδεια για να χρησιμοποιούν εσωτερικές προσεγγίσεις για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων ή των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων εκτός του λειτουργικού κινδύνου, γνωστοποιούν τα αποτελέσματα των υπολογισμών των εσωτερικών προσεγγίσεών τους για τα ανοίγματα ή τις θέσεις τους που περιλαμβάνονται στα χαρτοφυλάκια αναφοράς. Τα ΑΠΙ υποβάλλουν τα αποτελέσματα των υπολογισμών τους μαζί με επεξήγηση των μεθοδολογιών που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή τους, σύμφωνα με τον μορφότυπο που ανέπτυξε η ΕΑΤ, στην Κεντρική Τράπεζα και στην ΕΑΤ ετησίως.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που η Κεντρική Τράπεζα αναπτύσσει ειδικά χαρτοφυλάκια, τα ΑΠΙ γνωστοποιούν τα αποτελέσματα των υπολογισμών χωριστά από τα αποτελέσματα των υπολογισμών για τα χαρτοφυλάκια της ΕΑΤ.</div>\n<p class=\"lf-p\">5(I)/2015 Εσωτερική διαδικασία αξιολόγησης της κεφαλαιακής επάρκειας 19Ε.-(1)(α) Κάθε ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία, που δεν είναι ούτε θυγατρική στη Δημοκρατία ούτε μητρική επιχείρηση, και κάθε ΑΠΙ που δεν περιλαμβάνεται στην ενοποίηση σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 οφείλει να τηρεί τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο 19Α του παρόντος Νόμου σε ατομική βάση. (β) Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να απαλλάσσει πιστωτικό ίδρυμα από τις απαιτήσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 19Α εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο Άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία και που αποτελεί μητρική επιχείρηση στη Δημοκρατία, στο μέτρο και με τον τρόπο που ορίζεται στο Πρώτο Μέρος, Τίτλος ΙΙ, Κεφάλαιο 2, Τμήματα 2 και 3, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οφείλει να τηρεί τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 19Α του παρόντος Νόμου σε ενοποιημένη βάση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>[Διαγράφηκε].</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>ΑΠΙ που συστάθηκαν στη Δημοκρατία και που είναι θυγατρικά ιδρύματα, εφαρμόζουν τις απαιτήσεις του άρθρου 19Α σε υποενοποιημένη βάση αν αυτά ή η μητρική επιχείρηση, αν αυτή είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, έχει πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων όπως ορίζονται στην Οδηγία 2002/87/ΕΚ, ως θυγατρική τους σε τρίτη χώρα ή κατέχουν συμμετοχή σε τέτοια επιχείρηση.</div>\n<p class=\"lf-p\">5(I)/2015 38(I)/2017 94(I)/2021 Διευθετήσεις, διαδικασίες και μηχανισμοί των ΑΠΙ που συστάθηκαν στη Δημοκρατία 19ΣΤ.-(1) Εκτός εάν η Κεντρική Τράπεζα κάνει χρήση της παρέκκλισης του Άρθρου 7 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τα ΑΠΙ τηρούν σε ατομική βάση τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 19(2), (3) και (5), 19Β(2), 19Γ, 19Δ, 22Ε, 24Α, 24Β, 26(12) έως (14), 26Γ(1) και (2), 26Δ και 22Ε του παρόντος Νόμου και στις παραγράφους 5(1) έως (3), 6(δ) και (ε), 8, 9(1) και (5), 12(3), 17(1), (2) και (5), 26(1)(γ) και (δ) και (5), 35(1) έως (3), 41(1)(α) έως (δ), 42, 43(1) και (2), 44, 50, 51, 52, 62(4), 63, 64, 65, 66, 67, 68, 69, 70, 71, 76(1), 78(1) και (2), 84, 108(3), 109(4)(β) της Οδηγίας Διακυβέρνησης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Η Κεντρική Τράπεζα απαιτεί από τα ΑΠΙ που συνιστούν μητρικές επιχειρήσεις ή θυγατρικές επιχειρήσεις να τηρούν τις προβλεπόμενες στο εδάφιο (1) υποχρεώσεις σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση και να διασφαλίζουν ότι οι ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμοί, που απαιτούνται με βάση το εδάφιο (1) του παρόντος Νόμου και την Οδηγία Διακυβέρνησης, είναι συνεπείς και καλά ενσωματωμένες και ότι δύναται να παραχθούν οποιαδήποτε δεδομένα και στοιχεία αφορούν τον σκοπό εποπτείας. (β) Τα ΑΠΙ που προβλέπονται στην παράγραφο (α), εφαρμόζουν τις εν λόγω ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμούς στις θυγατρικές τους που δεν υπόκεινται στις εναρμονιστικές με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ νομοθετικές διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων και όσων εδρεύουν σε υπεράκτια (offshore) οικονομικά κέντρα∙ οι εν λόγω ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμοί απαιτείται να είναι συνεπείς και καλά ενσωματωμένες και οι εν λόγω θυγατρικές να είναι σε θέση να παράγουν οποιαδήποτε δεδομένα και στοιχεία αφορούν τον σκοπό της εποπτείας. (γ) Οι θυγατρικές επιχειρήσεις που δεν υπόκεινται οι ίδιες στις εναρμονιστικές με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ νομοθετικές διατάξεις, συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που αφορούν ειδικά τον τομέα τους σε ατομική βάση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Δεν εφαρμόζονται οι προβλεπόμενες στο εδάφιο (1) υποχρεώσεις επί θυγατρικών επιχειρήσεων, οι οποίες δεν υπόκεινται οι ίδιες στις εναρμονιστικές με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ νομοθετικές διατάξεις, εάν το μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ δύναται να αποδείξει στην Κεντρική Τράπεζα ότι είναι παράνομη σύμφωνα με τη νομοθεσία της τρίτης χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένη η θυγατρική, η εφαρμογή των αναφερόμενων στο εδάφιο (1) διατάξεων του παρόντος Νόμου και της Οδηγίας Διακυβέρνησης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οι απαιτήσεις αποδοχών, που ορίζονται στις παραγράφους 35, 42, 43, 50 και 51 της Οδηγίας Διακυβέρνησης, δεν εφαρμόζονται σε ενοποιημένη βάση στις ακόλουθες οντότητες: (α) Θυγατρικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν υπόκεινται σε ειδικές απαιτήσεις αποδοχών σύμφωνα με νομικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης άλλες από την Οδηγία 2013/36/ΕΕ, (β) θυγατρικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε τρίτη χώρα, εφόσον θα υπόκειντο σε ειδικές απαιτήσεις αποδοχών σύμφωνα με νομικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης άλλες από την Οδηγία 2013/36/ΕΕ, εάν ήταν εγκατεστημένες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου (4) και για την αποφυγή της καταστρατήγησης των κανόνων που ορίζονται στις παραγράφους 35, 42, 43, 50 και 51 της Οδηγίας Διακυβέρνησης, οι απαιτήσεις που προβλέπονται στις εν λόγω παραγράφους εφαρμόζονται στα μέλη του προσωπικού των θυγατρικών, οι οποίες δεν υπόκεινται στις εναρμονιστικές με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ νομοθετικές διατάξεις σε ατομική βάση, εφόσον- (α) η θυγατρική είναι είτε εταιρεία διαχείρισης είτε επιχείρηση που παρέχει τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες που απαριθμούνται στο Παράρτημα I, Τμήμα Α, σημεία 2), 3), 4), 6) και 7) της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ∙ και (β) τα εν λόγω μέλη του προσωπικού έχουν λάβει εντολή να εκτελούν επαγγελματικές δραστηριότητες που έχουν άμεσο ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου ή τις δραστηριότητες των ιδρυμάτων εντός του ομίλου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Ανεξαρτήτως των διατάξεων των εδαφίων (4) και (5), η Κεντρική Τράπεζα δύναται να εφαρμόζει τις απαιτήσεις αποδοχών που ορίζονται στις παραγράφους 35, 42, 43, 50 και 51 της Οδηγίας Διακυβέρνησης σε ενοποιημένη βάση σε ευρύτερο φάσμα θυγατρικών επιχειρήσεων και στο προσωπικό τους.</div>\n<p class=\"lf-p\">5(I)/2015 94(I)/2021</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ VII ΚΕΦΑΛΑΙΟ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Ελάχιστο κεφάλαιο 20. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 66(I)/1997 80(I)/2008 102(I)/2013 5(I)/2015 Κεφαλαιακή επάρκεια 21. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 66(I)/1997 80(I)/2008 27(I)/2011 102(I)/2013 5(I)/2015 Επάρκεια Κεφαλαίου 22. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 66(I)/1997 80(I)/2008 27(I)/2011 102(I)/2013 5(I)/2015 Αναγνώριση εξωτερικών οργανισμών πιστοληπτικής αξιολόγησης 22Α. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 27(I)/2011 5(I)/2015 ΜΕΡΟΣ VIIA ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΑ ΑΠΟΘΕΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ Απαιτήσεις τήρησης αποθέματος ασφαλείας διατήρησης κεφαλαίου 22Β. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 94(I)/2021 Περιορισμοί διανομής κερδών 22Γ.-(1) ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία που πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας απαγορεύεται να προβαίνει σε διανομή κερδών όσον αφορά το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, στο βαθμό που τέτοια διανομή θα μείωνε το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 σε τέτοιο επίπεδο ώστε να μην πληρούται πλέον η συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) ΑΠΙ που δεν πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας, υπολογίζει το μέγιστο διανεμητέο ποσό (εφεξής, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «το ΜΔΠ») σύμφωνα με το εδάφιο (4) και κοινοποιεί το εν λόγω ΜΔΠ στην Κεντρική Τράπεζα. (β) Όπου ισχύει η παράγραφος (α), το ΑΠΙ απαγορεύεται να προβαίνει σε οποιαδήποτε από τις κάτωθι ενέργειες πριν υπολογίσει το ΜΔΠ: (i) να προβαίνει σε διανομή κερδών όσον αφορά το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, (ii) να δημιουργεί υποχρέωση καταβολής μεταβλητής αμοιβής ή προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών ή να καταβάλει μεταβλητή αμοιβή, εάν η υποχρέωση καταβολής δημιουργήθηκε ενώ το ΑΠΙ δεν πληρούσε τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας, (iii) να προβαίνει σε πληρωμές σε πρόσθετα κεφαλαιακά μέσα της Κατηγορίας 1.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που ΑΠΙ δεν πληροί ή δεν υπερβαίνει τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας του, απαγορεύεται να διανέμει περισσότερο από το ΜΔΠ που υπολογίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (4) μέσω οποιασδήποτε ενέργειας που αναφέρεται στις υποπαραγράφους (i), (ii) και (iii) της παραγράφου (β) του εδαφίου (2).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία υπολογίζει το ΜΔΠ πολλαπλασιάζοντας το ποσό που υπολογίζεται βάσει του εδαφίου (5) με τον συντελεστή που καθορίζεται βάσει του εδαφίου (6). Από το ΜΔΠ αφαιρείται οποιοδήποτε ποσό που προέρχεται από οποιαδήποτε από τις ενέργειες που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (i), (ii) και (iii) της παραγράφου (β) του εδαφίου (2).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Το ποσό που πολλαπλασιάζεται σύμφωνα με το εδάφιο (4) αποτελείται από- (α) οποιαδήποτε ενδιάμεσα κέρδη που δεν έχουν συμπεριληφθεί στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 σύμφωνα με το Άρθρο 26 παράγραφος 2, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, καθαρά από οποιαδήποτε διανομή κερδών ή οποιαδήποτε πληρωμή που προκύπτει από οποιαδήποτε ενέργεια που αναφέρεται στις υποπαραγράφους (i), (ii) και (iii) της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου, συν (β) τα κέρδη στο τέλος της χρήσης που δεν έχουν συμπεριληφθεί στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 σύμφωνα με το Άρθρο 26, παράγραφος 2, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, καθαρά από οποιαδήποτε διανομή κερδών ή οποιαδήποτε πληρωμή που προκύπτει από οποιαδήποτε ενέργεια που αναφέρεται στις υποπαραγράφους (i), (ii) και (iii) της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου, μείον (γ) τα ποσά που θα ήταν πληρωτέα ως φόρος εάν τα αναφερόμενα στις παραγράφους (α) και (β) κατακρατούνται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>(α) Ο συντελεστής καθορίζεται ως εξής: (i) Όταν το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 που διατηρεί το ΑΠΙ και το οποίο δεν χρησιμοποιείται για να πληρούται οποιαδήποτε εκ των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στο Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχεία α), β) και γ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και η πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που καθορίζεται στο άρθρο 30(1)(β)(vi) του παρόντος Νόμου, εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το Άρθρο 92, παράγραφος 3, του εν λόγω Κανονισμού, είναι εντός του πρώτου (δηλαδή του χαμηλότερου) τεταρτημορίου της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας, ο συντελεστής είναι 0∙ (ii) όταν το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 που διατηρεί το ΑΠΙ και το οποίο δεν χρησιμοποιείται για να πληρούται οποιαδήποτε εκ των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στο Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχεία α), β) και γ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και η πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που καθορίζεται στο άρθρου 30(1)(β)(vi) του παρόντος Νόμου, εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το Άρθρο 92, παράγραφος 3, του εν λόγω Κανονισμού, είναι εντός του δεύτερου τεταρτημορίου της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας, ο συντελεστής είναι 0,2∙ (iii) όταν το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 που διατηρεί το ΑΠΙ και το οποίο δεν χρησιμοποιείται για να πληρούνται οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στο Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχεία α), β) και γ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και η πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που καθορίζεται στο άρθρου 30(1)(β)(vi) του παρόντος Νόμου, εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το Άρθρο 92, παράγραφος 3, του εν λόγω Κανονισμού, είναι εντός του τρίτου τεταρτημορίου της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας, ο συντελεστής είναι 0,4∙ (iv) όταν το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 που διατηρεί το ΑΠΙ και το οποίο δεν χρησιμοποιείται για να πληρούνται οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στο Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχεία α), β) και γ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και η πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που καθορίζεται στο άρθρο 30(1)(β)(vi) του παρόντος Νόμου,, εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το Άρθρο 92, παράγραφος 3, του εν λόγω Κανονισμού, είναι εντός του τέταρτου (δηλαδή του υψηλότερου) τεταρτημορίου της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας, ο συντελεστής είναι 0,6.</div>\n<p class=\"lf-p\">(β) Το κατώτατο και το ανώτατο όριο του κάθε τεταρτημορίου της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας υπολογίζονται ως εξής:</p>\n<p class=\"lf-p\">Κατώτατο όριο τεταρτημορίου = Συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας x (Qn - 1) 4 Ανώτατο όριο τεταρτημορίου = Συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας x Qn 4 όπου Qn είναι ο αριθμός (1,2,3 ή 4) του σχετικού τεταρτημορίου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Οι περιορισμοί που επιβάλλει το παρόν άρθρο ισχύουν μόνο για πληρωμές που προκαλούν μείωση του κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 ή μείωση των κερδών και όπου η αναστολή πληρωμών ή η μη πληρωμή δεν αποτελεί γεγονός αθέτησης ή προϋπόθεση για την έναρξη διαδικασιών πτώχευσης βάσει του καθεστώτος που ισχύει για το ΑΠΙ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Όταν ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία δεν πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας και προτίθεται να προβεί σε διανομή οποιωνδήποτε διανεμητέων κερδών του ή σε ενέργεια που περιγράφεται στις υποπαραγράφους (i), (ii) και (iii) της παραγράφου (β) του εδαφίου (2), οφείλει να ειδοποιήσει την Κεντρική Τράπεζα, και να υποβάλει τα εξής στοιχεία: (α) το ποσό του κεφαλαίου που διατηρεί, υποδιαιρεμένο ως εξής: (i) κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, (ii) πρόσθετο κεφάλαιο της Κατηγορίας 1, (iii) κεφάλαιο της Κατηγορίας 2, (β) το ποσό των προσωρινών κερδών και των κερδών στο τέλος της χρήσης, (γ) το ΜΔΠ που υπολογίσθηκε σύμφωνα με το εδάφιο (4), (δ) το ποσό των διανεμητέων κερδών που προτίθεται να κατανέμει ως εξής: (i) πληρωμή μερισμάτων, (ii) εξαγορές ιδίων μετοχών, (iii) πληρωμές σε πρόσθετα κεφαλαιακά μέσα της Κατηγορίας 1, (iv) καταβολή μεταβλητής αμοιβής ή προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών, είτε με τη δημιουργία νέας υποχρέωσης καταβολής είτε βάσει υποχρέωσης καταβολής που δημιουργήθηκε ενώ το ΑΠΙ δεν πληρούσε τις συνδυασμένες απαιτήσεις αποθέματος ασφαλείας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία οφείλει να εφαρμόζει διευθετήσεις ώστε να διασφαλίζει ότι το ποσό των διανεμητέων κερδών και το ΜΔΠ υπολογίζονται με ακρίβεια και οφείλει επίσης να είναι σε θέση να αποδεικνύει αυτήν την ακρίβεια στην Κεντρική Τράπεζα εάν του ζητηθεί.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Για τους σκοπούς των εδαφίων (1) και (2), η διανομή κερδών όσον αφορά το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 περιλαμβάνει τα ακόλουθα: (α) καταβολή μερισμάτων σε μετρητά, (β) διανομή πλήρως ή μερικώς πληρωθέντων μετοχών που διανέμονται δωρεάν ή άλλων κεφαλαιακών μέσων που αναφέρονται στο Άρθρο 26, παράγραφος 1, στοιχείο α), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, (γ) εξαργύρωση ή αγορά από το ΑΠΙ ιδίων μετοχών ή άλλων κεφαλαιακών μέσων που αναφέρονται στο Άρθρο 26, παράγραφος 1, στοιχείο α), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, (δ) αποπληρωμή ποσών που καταβλήθηκαν για κεφαλαιακά μέσα που αναφέρονται στο Άρθρο 26, παράγραφος 1, στο στοιχείο α), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, (ε) διανομή στοιχείων που αναφέρονται στο Άρθρο 26, παράγραφος 1, στοιχεία β) έως ε), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.</div>\n<p class=\"lf-p\">5(I)/2015 94(I)/2021 Μη τήρηση της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας 22Γδις. ΑΠΙ θεωρείται ότι δεν πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τους σκοπούς του άρθρου 22Γ, εφόσον δεν διαθέτει ίδια κεφάλαια στην ποσότητα και την ποιότητα που απαιτούνται για να εκπληρωθεί ταυτόχρονα η συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας και καθεμία από τις ακόλουθες απαιτήσεις: (α) Του Άρθρου 92, παράγραφος 1, στοιχείο α) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και η πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης, βάσει του άρθρου 30(1)(β)(vi) του παρόντος Νόμου· (β) του Άρθρου 92, παράγραφος 1, στοιχείο β) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και η πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης, βάσει του άρθρου 30(1)(β)(vi) του παρόντος Νόμου· (γ) του Άρθρου 92, παράγραφος 1, στοιχείο γ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και η πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης, βάσει του άρθρου 30(1)(β)(vi) του παρόντος Νόμου.</p>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2021 Περιορισμός στις διανομές σε περίπτωση μη τήρησης της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης 22Γτρις.-(1) ΑΠΙ, που πληροί την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης κατά το Άρθρο 92, παράγραφος 1α του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, δεν προβαίνει σε διανομή που αφορά το κεφάλαιο της Κατηγορίας 1, στον βαθμό που μια τέτοια διανομή θα μείωνε το οικείο κεφάλαιο της Κατηγορίας 1 σε τέτοιο επίπεδο, ώστε να μην ικανοποιείται πλέον η απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τονδείκτη μόχλευσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) ΑΠΙ, που δεν ικανοποιεί την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης, υπολογίζει το μέγιστο διανεμητέο ποσό που αφορά τον δείκτη μόχλευσης (εφεξής, στο παρόν άρθρο, «το Μ-ΜΔΠ») σύμφωνα με το εδάφιο (4) και το κοινοποιεί στην Κεντρική Τράπεζα. (β) Σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου (α), το ΑΠΙ δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε από τις κάτωθι ενέργειες, προτού υπολογίσει το Μ-ΜΔΠ- (i) σε διανομή κερδών όσον αφορά το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1· ή (ii) στη δημιουργία υποχρέωσης καταβολής μεταβλητών αποδοχών ή προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών, ούτε στην καταβολή μεταβλητών αποδοχών, εάν η υποχρέωση καταβολής δημιουργήθηκε κατά τον χρόνο όπου το ΑΠΙ δεν πληρούσε την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για το δείκτη μόχλευσης· ή (iii) σε πληρωμές σε πρόσθετα κεφαλαιακά μέσα της Κατηγορίας 1.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που ΑΠΙ δεν ικανοποιεί ή δεν υπερβαίνει την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για το δείκτη μόχλευσης, δεν επιτρέπεται να διανέμει περισσότερο από το Μ-ΜΔΠ που έχει υπολογιστεί σύμφωνα με το εδάφιο (4) μέσω οποιασδήποτε ενέργειας που αναφέρεται στις υποπαραγράφους (i), (ii) ή (iii) της παραγράφου (β) του εδαφίου (2).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Τα ΑΠΙ υπολογίζουν το Μ-ΜΔΠ πολλαπλασιάζοντας το ποσό που υπολογίσθηκε δυνάμει του εδαφίου (5) με τον συντελεστή που προσδιορίζεται βάσει του εδαφίου (6)∙ το Μ-ΜΔΠ μειώνεται κατά οποιοδήποτε ποσό που προέρχεται από οποιαδήποτε από τις ενέργειες που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (i), (ii) ή (iii) της παραγράφου (β) του εδαφίου (2).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Το ποσό που πολλαπλασιάζεται δυνάμει του εδαφίου (4) περιλαμβάνει- (α) τυχόν ενδιάμεσα κέρδη που δεν έχουν συμπεριληφθεί στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 σύμφωνα με το Άρθρο 26, παράγραφος 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, καθαρά από οποιαδήποτε διανομή κερδών ή οποιαδήποτε πληρωμή αφορά τις ενέργειες που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (i), (ii) ή (iii) της παραγράφου (β) του εδαφίου (2), συν (β) τυχόν κέρδη τέλους χρήσης που δεν έχουν συμπεριληφθεί στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 σύμφωνα με το Άρθρο 26, παράγραφος 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, καθαρά από οποιαδήποτε διανομή κερδών ή οποιαδήποτε πληρωμή αφορά τις ενέργειες που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (i), (ii) ή (iii) της παραγράφου (β) του εδαφίου (2), μείον (γ) ποσά που θα ήταν πληρωτέα ως φόρος εάν τα είδη που προσδιορίζονται στις παραγράφους (α) και (β) δεν διανέμονταν.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>(α) Ο συντελεστής που αναφέρεται στο εδάφιο (4) καθορίζεται ως εξής: (i) Όπου το κεφάλαιο της Κατηγορίας 1 που τηρεί το ΑΠΙ, το οποίο δεν χρησιμοποιείται για να πληρούνται οι απαιτήσεις σύμφωνα με το Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχείο δ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 30(1)(β)(vi) του παρόντος Νόμου, όταν αντιμετωπίζεται ο κίνδυνος υπερβολικής μόχλευσης που δεν καλύπτεται επαρκώς από το Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχείο δ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, που εκφράζεται ως ποσοστό του μέτρου συνολικού ανοίγματος που υπολογίζεται σύμφωνα με το Άρθρο 429, παράγραφος 4 του εν λόγω Κανονισμού, είναι εντός του πρώτου (δηλαδή του χαμηλότερου) τεταρτημόριου της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης, ο συντελεστής είναι 0· (ii) όπου το κεφάλαιο της Κατηγορίας 1 που τηρεί το ΑΠΙ, το οποίο δεν χρησιμοποιείται για να πληρούνται οι απαιτήσεις σύμφωνα με το Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχείο δ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 30(1)(β)(vi) του παρόντος Νόμου, όταν αντιμετωπίζεται ο κίνδυνος υπερβολικής μόχλευσης που δεν καλύπτεται επαρκώς από το Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχείο δ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, που εκφράζεται ως ποσοστό του μέτρου συνολικού ανοίγματος που υπολογίζεται σύμφωνα με το Άρθρο 429, παράγραφος 4 του εν λόγω Κανονισμού, είναι εντός του δεύτερου τεταρτημόριου της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης, ο συντελεστής είναι 0,2· (iii) όπου το κεφάλαιο της Κατηγορίας 1 που τηρεί το ΑΠΙ, το οποίο δεν χρησιμοποιείται για να πληρούνται οι απαιτήσεις σύμφωνα με το Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχείο δ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 30(1)(β)(vi) του παρόντος Νόμου, όταν αντιμετωπίζεται ο κίνδυνος υπερβολικής μόχλευσης που δεν καλύπτεται επαρκώς από το Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχείο δ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, που εκφράζεται ως ποσοστό του μέτρου συνολικού ανοίγματος που υπολογίζεται σύμφωνα με το Άρθρο 429, παράγραφος 4 του εν λόγω Κανονισμού, είναι εντός του τρίτου τεταρτημόριου της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης, ο συντελεστής είναι 0,4· (iv) όπου το κεφάλαιο της Κατηγορίας 1 που τηρεί το ΑΠΙ, το οποίο δεν χρησιμοποιείται για να πληρούνται οι απαιτήσεις σύμφωνα με το Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχείο δ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 30(1)(β)(vi) του παρόντος Νόμου, όταν αντιμετωπίζεται ο κίνδυνος υπερβολικής μόχλευσης που δεν καλύπτεται επαρκώς από το Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχείο δ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, που εκφράζεται ως ποσοστό του μέτρου συνολικού ανοίγματος που υπολογίζεται σύμφωνα με το Άρθρο 429, παράγραφος 4 του εν λόγω Κανονισμού, είναι εντός του τέταρτου (δηλαδή του υψηλότερου) τεταρτημόριου της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης, ο συντελεστής είναι 0,6.</div>\n<p class=\"lf-p\">(β) Το κατώτατο και το ανώτατο όριο κάθε τεταρτημόριου της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης υπολογίζονται ως εξής:</p>\n<p class=\"lf-p\">Κατώτατο όριο τεταρτημορίου = Απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης x (Qn - 1) 4 Ανώτατο όριο τεταρτημορίου = Απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης x Qn 4 όπου Qn είναι ο αριθμός του σχετικού τεταρτημόριου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Οι περιορισμοί που επιβάλλονται δυνάμει του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται μόνο στις πληρωμές που έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση του κεφαλαίου της Κατηγορίας 1 ή τη μείωση των κερδών και όπου η αναστολή πληρωμών ή η μη πληρωμή δεν αποτελεί γεγονός αθέτησης ή προϋπόθεση για την έναρξη διαδικασιών δυνάμει του πλαισίου αφερεγγυότητας που ισχύει για το ΑΠΙ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Σε περίπτωση που ΑΠΙ δεν πληροί την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για το δείκτη μόχλευσης και προτίθεται να προβεί σε διανομή οποιωνδήποτε διανεμητέων κερδών του ή σε ενέργεια που αναφέρεται στις υποπαραγράφους (i), (ii) ή (iii), της παραγράφου (β), του εδαφίου (2), ειδοποιεί την Κεντρική Τράπεζα και υποβάλλει τα στοιχεία που παρατίθενται στο άρθρο 22Γ(8), με εξαίρεση την υποπαράγραφο (iii), της παραγράφου (α), του εν λόγω άρθρου και το Μ-ΜΔΠ που υπολογίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (4) του παρόντος άρθρου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Τα ΑΠΙ εφαρμόζουν ρυθμίσεις, ώστε να διασφαλίζουν ότι το ποσό των διανεμητέων κερδών και το Μ-ΜΔΠ υπολογίζονται με ακρίβεια και είναι σε θέση να αποδεικνύουν αυτή την ακρίβεια στην Κεντρική Τράπεζα, εάν τους ζητηθεί.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Για τους σκοπούς των εδαφίων (1) και (2), η διανομή κερδών όσον αφορά το κεφάλαιο της Κατηγορίας 1 περιλαμβάνει οποιοδήποτε από τα στοιχεία που παρατίθενται στο άρθρο 22Γ(10).</div>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2021 Μη τήρηση της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης 22Γτετράκις. Ένα ΑΠΙ θεωρείται ότι δεν πληροί την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης για τους σκοπούς του άρθρου 22Γτρις, όταν δεν διαθέτει κεφάλαιο της Κατηγορίας 1 στο ποσό που απαιτείται, ώστε να πληροί ταυτοχρόνως την απαίτηση που προβλέπεται στο Άρθρο 92, παράγραφος 1α του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και την απαίτηση του Άρθρου 92, παράγραφος 1, στοιχείο δ) του εν λόγω Κανονισμού και του άρθρου 30(1)(β)(vi) του παρόντος Νόμου κατά την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που δεν καλύπτεται επαρκώς από το Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχείο δ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.</p>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2021 Σχέδιο διατήρησης κεφαλαίου 22Δ.-(1)(α) Όταν ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία αδυνατεί να εκπληρώσει τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας, ή, κατά περίπτωση, την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για το δείκτη μόχλευσης, οφείλει να καταρτίσει σχέδιο διατήρησης κεφαλαίου και να το υποβάλει στην Κεντρική Τράπεζα, εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία που διαπιστώνει ότι δεν πληροί την ανωτέρω απαίτηση, εκτός εάν η Κεντρική Τράπεζα εγκρίνει μεγαλύτερη προθεσμία μέχρι δέκα (10) ημέρες. (β) Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να δώσει τέτοια έγκριση μόνο βάσει της συγκεκριμένης περίπτωσης του ΑΠΙ, και λαμβάνοντας υπόψη την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το σχέδιο διατήρησης κεφαλαίου περιλαμβάνει τουλάχιστον τις εξής πληροφορίες: (α) Εκτιμήσεις των εσόδων και των εξόδων και προβλεπόμενο ισολογισμό, (β) μέτρα για την αύξηση των δεικτών κεφαλαίων του ΑΠΙ, (γ) σχέδιο και χρονοδιάγραμμα για την αύξηση των ιδίων κεφαλαίων με στόχο την πλήρη συμμόρφωση με τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας, (δ) οποιαδήποτε άλλη πληροφορία την οποία η Κεντρική Τράπεζα κρίνει απαραίτητη για να προβεί στην αξιολόγηση που προνοείται στο εδάφιο (3).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Κεντρική Τράπεζα αξιολογεί το σχέδιο διατήρησης κεφαλαίου και το εγκρίνει μόνο εάν κρίνει πως το σχέδιο, εάν εφαρμοσθεί, έχει εύλογες πιθανότητες να διατηρήσει ή να αντλήσει επαρκή κεφάλαια ώστε το ΑΠΙ να πληροί τις συνδυασμένες απαιτήσεις αποθέματος ασφαλείας εντός χρονικής περιόδου που η Κεντρική Τράπεζα θεωρεί κατάλληλη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Εάν η Κεντρική Τράπεζα δεν εγκρίνει το σχέδιο διατήρησης κεφαλαίου σύμφωνα με το εδάφιο (3), επιβάλλει ένα ή και τα δύο από τα ακόλουθα μέτρα: (α) Απαιτεί από το ΑΠΙ να αυξήσει τα ίδια κεφάλαιά του σε συγκεκριμένα επίπεδα εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, (β) ασκεί εξουσία δυνάμει του άρθρου 29Α για την επιβολή αυστηρότερων περιορισμών στη διανομή που απαιτούνται βάσει του άρθρου 22Γ.</div>\n<p class=\"lf-p\">5(I)/2015 94(I)/2021 ΜΕΡΟΣ VIIB ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΓΙΑ ΣΚΟΠΟΥΣ ΜΕΤΡΩΝ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ Εφαρμογή ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων 22Δδις. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 94(I)/2021 Διατήρηση επαρκούς εγκεκριμένου κεφαλαίου και άρση διαδικαστικών εμποδίων στη διάσωση με ίδια μέσα 22Δτρις.-(1) Τηρουμένου του άρθρου 65(1)(β)(ix) του Νόμου Εξυγίανσης, τα ΑΠΙ που συστάθηκαν στη Δημοκρατία διατηρούν, ανά πάσα στιγμή, επαρκές ποσό εγκεκριμένου μετοχικού κεφαλαίου ή άλλων μέσων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, ούτως ώστε, σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης ασκήσει τις εξουσίες που στο Άρθρο 63, παράγραφος 1, στοιχεία ε) και στ) της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ έναντι του ΑΠΙ ή κάποιας θυγατρικής του, το ΑΠΙ να μην εμποδίζεται να εκδώσει επαρκή αριθμό νέων μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι μπορεί να διενεργηθεί αποτελεσματικά η μετατροπή των υποχρεώσεων σε μετοχές ή σε άλλα μέσα ιδιοκτησίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Εάν στο σχέδιο εξυγίανσης προβλέπεται η ενδεχόμενη εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, η Κεντρική Τράπεζα εξακριβώνει κατά πόσο το εγκεκριμένο μετοχικό κεφάλαιο ή άλλα εγκεκριμένα μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 είναι επαρκή για την κάλυψη του ποσού που αφορά τη μετατροπή των σχετικών κεφαλαιακών μέσων ώστε να αποκατασταθεί εν όλω ή εν μέρει αναλόγως, ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Κεντρική Τράπεζα διασφαλίζει ότι δεν υπάρχουν διαδικαστικά εμπόδια στη μετατροπή των υποχρεώσεων σε μετοχές ή σε άλλα μέσα ιδιοκτησίας, βάσει του ιδρυτικού εγγράφου ή του καταστατικού του ΑΠΙ, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων προτίμησης των μετόχων ή των απαιτήσεων συγκατάθεσης των μετόχων σε αύξηση του κεφαλαίου.</div>\n<p class=\"lf-p\">21(Ι)/2016 Πώληση επιλέξιμων υποχρεώσεων και άλλων μέσων σε ιδιώτες πελάτες 22Δτετράκις.-(1) Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σε ΑΠΙ και οντότητα η οποία αναφέρεται στο άρθρο 2A(2)(α), (εφεξής, στο παρόν άρθρο, «ο πωλητής»), που προτίθεται να πωλήσει- (α) επιλέξιμες υποχρεώσεις οι οποίες πληρούν όλες τις προϋποθέσεις του Άρθρου 72α του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, με εξαίρεση τις προϋποθέσεις του άρθρου 72α παράγραφος 1, στοιχείο β) του εν λόγω Κανονισμού και τις προϋποθέσεις των παραγράφων 3 έως 5 του Άρθρου 72β του εν λόγω Κανονισμού∙ ή/και (β) χρεωστικά μέσα, μέσα χαμηλής κατάταξης, μέσα της κατηγορίας 2 και πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1∙ ή/και (γ) άλλα μέσα που δύναται να καθορίσει με οδηγία της η Κεντρική Τράπεζα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Πωλητής δύναται να πωλήσει επιλέξιμες υποχρεώσεις ή μέσα, που αναφέρονται στο εδάφιο (1), σε ιδιώτη πελάτη ως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου, μόνο εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Ο πωλητής έχει προβεί σε έλεγχο καταλληλότητας σύμφωνα με το άρθρο 26(2) του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου∙ (β) ο πωλητής έχει πειστεί, με βάση τον έλεγχο που αναφέρεται στην παράγραφο (α), ότι οι υποχρεώσεις ή/και τα μέσα είναι κατάλληλα για τον εν λόγω ιδιώτη πελάτη∙ (γ) ο πωλητής τεκμηριώνει την καταλληλότητα σύμφωνα με το άρθρο 26(6) του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) και το χαρτοφυλάκιο χρηματοοικονομικών μέσων του ιδιώτη πελάτη δεν υπερβαίνει, κατά τον χρόνο της αγοράς, τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000), ο πωλητής διασφαλίζει, με βάση τις πληροφορίες που του παρέχονται από τον ιδιώτη πελάτη δυνάμει του εδαφίου (4), ότι κατά τη στιγμή της αγοράς πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το συνολικό ποσό που επενδύει ο ιδιώτης πελάτης σε επιλέξιμες υποχρεώσεις και μέσα, που αναφέρονται στο εδάφιο (1), δεν υπερβαίνει το 10% του χαρτοφυλακίου χρηματοοικονομικών μέσων του∙ (β) το ποσό της αρχικής επένδυσης που επενδύθηκε σε μία ή περισσότερες επιλέξιμες υποχρεώσεις ή/και σε ένα ή περισσότερα μέσα, που αναφέρονται στο εδάφιο (1), ανέρχεται σε τουλάχιστον δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>(α) Ο ιδιώτης πελάτης παρέχει στον πωλητή ακριβείς πληροφορίες σχετικά με το χαρτοφυλάκιο χρηματοοικονομικών μέσων του, περιλαμβανομένων τυχόν επενδύσεων σε υποχρεώσεις ή/και μέσα που αναφέρονται στο εδάφιο (1). (β) Σε περίπτωση που ο ιδιώτης πελάτης παραλείψει να ενεργήσει ως ανωτέρω και η παράλειψη περιέλθει σε γνώση του πωλητή, ο πωλητής προειδοποιεί τον ιδιώτη πελάτη ότι ο πωλητής δεν είναι σε θέση να διαπιστώσει κατά πόσο οι υποχρεώσεις ή/και μέσα που αναφέρονται στο εδάφιο (1) είναι συμβατά με τον ιδιώτη πελάτη:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, η προειδοποίηση δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Για τους σκοπούς των διατάξεων των εδαφίων (3) και (4), το χαρτοφυλάκιο χρηματοοικονομικών μέσων του ιδιώτη πελάτη περιλαμβάνει καταθέσεις μετρητών και χρηματοοικονομικά μέσα, αποκλειομένων τυχόν χρηματοοικονομικών μέσων που έχουν δοθεί ως ασφάλεια.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σε επιλέξιμες υποχρεώσεις ή/και μέσα που αναφέρονται στο εδάφιο (1) και που έχουν εκδοθεί πριν, κατά ή μετά την 28η Δεκεμβρίου 2020.</div>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2021</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ VIII ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Κίνδυνος ρευστότητας 22Ε. Τα πιστωτικά ιδρύματα, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους, οφείλουν να διασφαλίζουν ότι έχουν προφίλ κινδύνου ρευστότητας που συνάδει με τα απαιτούμενα για ένα εύρυθμο και άρτιο σύστημα, χωρίς να τα υπερβαίνει.</p>\n<p class=\"lf-p\">5(I)/2015 Διατήρηση ρευστότητας 23.-(1) Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να ορίζει ελάχιστο ποσοστό ρευστοποιήσιμων στοιχείων ενεργητικού το οποίο τα ΑΠΙ οφείλουν να διατηρούν σε σχέση με τα στοιχεία παθητικού και άλλες υποχρεώσεις τους που λήγουν ή έχουν λήξει εντός περιόδου ή περιόδων που η Κεντρική Τράπεζα ήθελε εκάστοτε ορίσει.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 41(2), η Κεντρική Τράπεζα με γραπτή ειδοποίηση προς τα ΑΠΙ ορίζει τα στοιχεία παθητικού και τα ρευστοποιήσιμα στοιχεία ενεργητικού για τους σκοπούς του εδαφίου (1) και τη μέθοδο υπολογισμού τους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι εξουσίες τις οποίες η Κεντρική Τράπεζα δύναται να ασκεί δυνάμει του παρόντος άρθρου θα είναι πρόσθετες και δεν αντικαθιστούν τις εξουσίες που της παρέχονται δυνάμει του άρθρου 38 του περί Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">66(I)/1997 102(I)/2013 ΜΕΡΟΣ VIIIA ΑΝΑΚΑΜΨΗ ΚΑΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ Σχέδια ανάκαμψης 23Α.-(1) Κάθε ΑΠΙ, που δεν αποτελεί μέρος ομίλου που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία σύμφωνα με τα άρθρα 27 και 39, καταρτίζει και διατηρεί σχέδιο ανάκαμψης, το οποίο προβλέπει τα μέτρα που θα λάβει το ΑΠΙ για την αποκατάσταση της οικονομικής του θέσης έπειτα από σημαντική επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης. Τα σχέδια ανάκαμψης θεωρούνται ως ρύθμιση διακυβέρνησης κατά την έννοια του άρθρου 19.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Τα ΑΠΙ επικαιροποιούν τα σχέδια ανάκαμψής τους τουλάχιστον ετησίως ή έπειτα από μεταβολή στη νομική ή οργανωτική δομή τους, στις δραστηριότητές τους ή στην οικονομική τους κατάσταση, η οποία ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά ή να απαιτήσει αλλαγή στο σχέδιο ανάκαμψης. (β) Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να απαιτεί από ΑΠΙ να επικαιροποιεί το σχέδιο ανάκαμψής του σε συχνότερη βάση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Τα σχέδια ανάκαμψης δεν προβλέπουν πρόσβαση σε ή λήψη έκτακτης δημόσιας χρηματοοικονομικής στήριξης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Τα σχέδια ανάκαμψης περιλαμβάνουν, όπου εφαρμόζεται, ανάλυση του πώς και πότε ένα ΑΠΙ δύναται να υποβάλει αίτηση, βάσει των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο σχέδιο, για χρήση των διευκολύνσεων που παρέχει η Κεντρική Τράπεζα και προσδιορίζουν τα περιουσιακά στοιχεία που αναμένεται να γίνουν δεκτά ως εξασφαλίσεις.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>(α) Με την επιφύλαξη του άρθρου 23ΣΤ, τα σχέδια ανάκαμψης περιλαμβάνουν τις πληροφορίες που απαριθμούνται στο Παράρτημα V. (β) Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να απαιτήσει όπως περιλαμβάνονται επιπρόσθετες πληροφορίες στα σχέδια ανάκαμψης. (γ) Τα σχέδια ανάκαμψης περιλαμβάνουν επίσης ενδεχόμενα μέτρα που δύναται να λαμβάνει το ΑΠΙ όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκαιρη παρέμβαση σύμφωνα με το άρθρο 30Γ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>(α) Τα σχέδια ανάκαμψης περιλαμβάνουν κατάλληλες προϋποθέσεις και διαδικασίες για να διασφαλίζεται η έγκαιρη εφαρμογή των δράσεων ανάκαμψης, καθώς και ένα ευρύ φάσμα επιλογών ανάκαμψης. (β) Τα σχέδια ανάκαμψης επεξεργάζονται διάφορα σενάρια σοβαρών μακροοικονομικών και χρηματοοικονομικών δυσχερειών που σχετίζονται με τις συγκεκριμένες συνθήκες του ΑΠΙ, συμπεριλαμβανομένων γεγονότων του ευρύτερου συστήματος και πιέσεων συγκεκριμένων προς νομικά πρόσωπα και ομίλους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Τα ΑΠΙ διατηρούν λεπτομερή αρχεία χρηματοπιστωτικών συμβάσεων στις οποίες το ΑΠΙ είναι συμβαλλόμενο μέρος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Το διοικητικό όργανο του ΑΠΙ που αναφέρεται στο εδάφιο (1) αξιολογεί και εγκρίνει το σχέδιο ανάκαμψης πριν το υποβάλει στην Κεντρική Τράπεζα.</div>\n<p class=\"lf-p\">21(Ι)/2016 Αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης 23Β.-(1) Τα ΑΠΙ που οφείλουν να εκπονούν σχέδια ανάκαμψης σύμφωνα με το άρθρο 23Α(1) και το άρθρο 23Γ(1) υποβάλλουν τα εν λόγω σχέδια ανάκαμψης στην Κεντρική Τράπεζα προς εξέταση και αποδεικνύουν στην Κεντρική Τράπεζα ότι τα σχέδια αυτά πληρούν τα κριτήρια (α) και (β) του εδαφίου (2).</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η Κεντρική Τράπεζα, εντός έξι μηνών από την υποβολή κάθε σχεδίου και μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, στο βαθμό που το σχέδιο αφορά το συγκεκριμένο υποκατάστημα, εξετάζει τα εν λόγω σχέδια και αξιολογεί κατά πόσον κάθε σχέδιο ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 23Α, καθώς και τα ακόλουθα κριτήρια: (α) Η εφαρμογή των ρυθμίσεων που προτείνονται στο σχέδιο είναι ευλόγως πιθανό να διατηρήσει ή να αποκαταστήσει τη βιωσιμότητα και την οικονομική θέση του ΑΠΙ ή του ομίλου, λαμβανομένων υπόψη των προπαρασκευαστικών μέτρων που έχει λάβει ή προγραμματίζει να λάβει το ΑΠΙ· (β) το σχέδιο και οι συγκεκριμένες επιλογές στο πλαίσιο του σχεδίου είναι ευλόγως πιθανό να εφαρμοστούν ταχέως και αποτελεσματικά σε καταστάσεις χρηματοοικονομικών δυσχερειών, αποφεύγοντας στο μέγιστο δυνατό βαθμό τυχόν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένων και σεναρίων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν άλλα ΑΠΙ στην εφαρμογή σχεδίων ανάκαμψης εντός της ιδίας χρονικής περιόδου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κατά την αξιολόγηση της καταλληλότητας των σχεδίων ανάκαμψης, η Κεντρική Τράπεζα λαμβάνει υπόψη της την καταλληλότητα της δομής του κεφαλαίου και χρηματοδότησης σε σχέση με το βαθμό της πολυπλοκότητας της οργανωτικής δομής και το προφίλ κινδύνου του ΑΠΙ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η Κεντρική Τράπεζα παρέχει το σχέδιο ανάκαμψης στην αρχή εξυγίανσης, προκειμένου αυτή να εντοπίσει οποιεσδήποτε δράσεις στο σχέδιο ανάκαμψης οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη δυνατότητα εξυγίανσης του ΑΠΙ και να προβεί σε συστάσεις όσον αφορά τα θέματα αυτά.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>(α) Σε περίπτωση που η Κεντρική Τράπεζα κρίνει ότι υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις στο σχέδιο ανάκαμψης ή σημαντικά εμπόδια στην εφαρμογή του, κοινοποιεί στο ΑΠΙ ή τη μητρική επιχείρηση του ομίλου την αξιολόγησή της και απαιτεί όπως το ΑΠΙ υποβάλει, εντός προθεσμίας δύο μηνών, την οποία προθεσμία δύναται να επεκτείνει κατά ένα μήνα, αναθεωρημένο σχέδιο που να προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι εν λόγω ελλείψεις ή εμπόδια. (β) Η Κεντρική Τράπεζα, πριν απαιτήσει από ΑΠΙ να υποβάλει εκ νέου σχέδιο ανάκαμψης, παρέχει την ευκαιρία στο ΑΠΙ να διατυπώσει τη γνώμη του για την απαίτηση αυτή. (γ) Εάν η Κεντρική Τράπεζα κρίνει ότι οι ελλείψεις και τα εμπόδια δεν αντιμετωπίσθηκαν επαρκώς στο αναθεωρημένο σχέδιο, δύναται να απαιτήσει από το ΑΠΙ να πραγματοποιήσει συγκεκριμένες αλλαγές στο σχέδιο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>(α) Εάν το ΑΠΙ δεν υποβάλει αναθεωρημένο σχέδιο ανάκαμψης ή εάν η Κεντρική Τράπεζα διαπιστώσει ότι το αναθεωρημένο σχέδιο ανάκαμψης δεν αντιμετωπίζει επαρκώς τις ελλείψεις και τα δυνητικά εμπόδια που εντοπίστηκαν κατά την αρχική της αξιολόγηση, και δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθούν επαρκώς οι ελλείψεις ή τα εμπόδια μέσω απαίτησης για συγκεκριμένες αλλαγές στο σχέδιο, η Κεντρική Τράπεζα απαιτεί από το ΑΠΙ να προσδιορίσει, εντός εύλογης προθεσμίας, αλλαγές τις οποίες μπορεί να επιφέρει στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις ή τα εμπόδια στην εφαρμογή του σχεδίου ανάκαμψης. (β) Εάν το ΑΠΙ δεν προσδιορίσει τις αλλαγές αυτές εντός της ορισθείσας από την Κεντρική Τράπεζα προθεσμίας, ή εάν η Κεντρική Τράπεζα εκτιμήσει ότι οι προτεινόμενες από το ΑΠΙ ενέργειες δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς τις ελλείψεις ή τα εμπόδια, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να απαιτήσει από το ΑΠΙ να λάβει κάθε μέτρο που κρίνει απαραίτητο και αναλογικό, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των ελλείψεων και των εμποδίων και την επίπτωση των μέτρων στις επιχειρηματικές δραστηριότητες του ΑΠΙ. (γ) Η Κεντρική Τράπεζα δύναται, χωρίς επηρεασμό του άρθρου 30(1) έως (4), να απαιτήσει από το ΑΠΙ - (i) Να μειώσει το προφίλ κινδύνου του, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου ρευστότητας· (ii) να καταστήσει δυνατή την έγκαιρη λήψη μέτρων ανακεφαλαιοποίησης· (iii) να επανεξετάσει τη στρατηγική και τη δομή του·(iv) να πραγματοποιήσει αλλαγές στη στρατηγική λήψης χρηματοδότησης, ώστε να βελτιωθεί η ανθεκτικότητα των βασικών επιχειρηματικών τομέων και των κρίσιμων λειτουργιών· (v) να πραγματοποιήσει αλλαγές στη δομή διακυβέρνησής του ΑΠΙ:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, ο κατάλογος μέτρων που καθορίζονται στην παρούσα παράγραφο δεν εμποδίζει την Κεντρική Τράπεζα να λαμβάνει πρόσθετα μέτρα δυνάμει του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>(α) Όταν η Κεντρική Τράπεζα απαιτεί από ΑΠΙ να λάβει μέτρα σύμφωνα με το εδάφιο (6), η απόφασή της σχετικά με τα μέτρα είναι αιτιολογημένη και αναλογική. (β) Η απόφαση κοινοποιείται γραπτώς στο ΑΠΙ και δύναται να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 146 του Συντάγματος.</div>\n<p class=\"lf-p\">21(Ι)/2016 Σχέδια ανάκαμψης ομίλου 23Γ.-(1)(α) ΑΠΙ, το οποίο αποτελεί μητρική επιχείρηση στη Δημοκρατία, οφείλει να εκπονεί και να υποβάλλει στην Κεντρική Τράπεζα, ως την αρμόδια αρχή ενοποιημένης εποπτείας, σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου το οποίο συνίσταται σε σχέδιο ανάκαμψης για ολόκληρο τον όμιλο με επικεφαλής τη μητρική επιχείρηση. (β) Το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου προβλέπει μέτρα που εφαρμόζονται στο επίπεδο του μητρικού ΑΠΙ στη Δημοκρατία καθώς και σε επίπεδο κάθε θυγατρικού ιδρύματος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σύμφωνα με το άρθρο 23Δ, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να απαιτήσει από ΑΠΙ που είναι θυγατρικές να εκπονήσουν και να υποβάλουν σχέδια ανάκαμψης σε ατομική βάση και σε υπο-ενοποιημένη βάση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Υπό τον όρο ότι εφαρμόζονται οι απαιτήσεις εμπιστευτικότητας που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, η Κεντρική Τράπεζα, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, διαβιβάζει τα σχέδια ανάκαμψης ομίλου - (α) Στις σχετικές αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στα Άρθρα 115 και 116 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ· και (β) στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα ΑΠΙ, στο βαθμό στον οποίο τα σχέδια αφορούν το συγκεκριμένο υποκατάστημα· και (γ) στην αρχή εξυγίανσης, ως αρμόδια αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου· και (δ) στις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>(α) Το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου έχει ως στόχο να επιτευχθεί η σταθεροποίηση του ομίλου ως συνόλου ή οποιουδήποτε πιστωτικού ιδρύματος του ομίλου, όταν βρίσκεται σε κατάσταση πίεσης, προκειμένου να αντιμετωπιστούν ή να εξαλειφθούν τα αίτια των δυσχερειών και να αποκατασταθεί η οικονομική θέση του ομίλου ή του συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη την οικονομική θέση άλλων οντοτήτων του ομίλου. (β) Το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τη διασφάλιση του συντονισμού και της συνέπειας των μέτρων που πρέπει να ληφθούν στο επίπεδο του ΑΠΙ ως την μητρική επιχείρηση στη Δημοκρατία, στο επίπεδο των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 2Α(2)(γ) και (δ), καθώς και των μέτρων που πρέπει να ληφθούν στο επίπεδο των θυγατρικών και, όπου αυτό προβλέπεται σύμφωνα με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ, στο επίπεδο των σημαντικών υποκαταστημάτων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>(α) Το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου, καθώς και κάθε σχέδιο που εκπονείται στην ατομική βάση θυγατρικής, περιλαμβάνει τα στοιχεία που καθορίζονται στο άρθρο 23Α. (β) Τα σχέδια ανάκαμψης ομίλου περιλαμβάνουν, όπου εφαρμόζεται, ρυθμίσεις για ενδοομιλική οικονομική στήριξη οι οποίες υιοθετούνται με βάση συμφωνία για ενδοομιλική οικονομική στήριξη, η οποία έχει συναφθεί σύμφωνα με τα άρθρα 23Z έως 23ΙΔ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>(α) Τα σχέδια ανάκαμψης ομίλου περιλαμβάνουν σειρά επιλογών ανάκαμψης, όπου παρατίθενται οι ενέργειες για την αντιμετώπιση των σεναρίων που προβλέπονται στο άρθρο 23Α(6). (β) Για έκαστο από τα σενάρια, το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου προσδιορίζει κατά πόσο υπάρχουν εμπόδια στην εφαρμογή μέτρων ανάκαμψης εντός του ομίλου, περιλαμβανομένου και σε ατομικό επίπεδο των οντοτήτων που καλύπτει το σχέδιο, και κατά πόσο υπάρχουν ουσιαστικά πρακτικά ή νομικά κωλύματα ως προς την άμεση μεταφορά ιδίων κεφαλαίων ή την αποπληρωμή υποχρεώσεων ή τη μεταφορά περιουσιακών στοιχείων εντός του ομίλου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Το διοικητικό όργανο του ΑΠΙ που εκπονεί το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου σύμφωνα με το εδάφιο (1), αξιολογεί και εγκρίνει το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου, πριν το υποβάλει στην Κεντρική Τράπεζα ως την αρχή ενοποιημένης εποπτείας.</div>\n<p class=\"lf-p\">21(Ι)/2016 Αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης ομίλου 23Δ.-(1)(α) Η Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, εξετάζει, από κοινού με τις αρμόδιες αρχές για τα θυγατρικά πιστωτικά ιδρύματα, μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 39 και με τις αρμόδιες αρχές των σημαντικών υποκαταστημάτων, στο βαθμό που αυτό αφορά το σημαντικό υποκατάστημα, το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου και αξιολογεί τον βαθμό στον οποίο ικανοποιεί τις απαιτήσεις και τα κριτήρια που παρατίθενται στα άρθρα 23Β και 23Γ. (β) Η αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο (α) πραγματοποιείται σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 23Β και στο παρόν άρθρο και λαμβάνει υπόψη τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των μέτρων ανάκαμψης στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε όλα τα κράτη μέλη όπου δραστηριοποιείται ο όμιλος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Η Κεντρική Τράπεζα προσπαθεί να καταλήξει σε κοινή απόφαση με τις αρμόδιες αρχές για τα θυγατρικά πιστωτικά ιδρύματα όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας και με την αρμόδια αρχή ενοποιημένης εποπτείας όταν ενεργεί ως αρμόδια αρχή για θυγατρικά ΑΠΙ σχετικά με τα εξής: (i) Την εξέταση και την αξιολόγηση του σχεδίου ανάκαμψης του ομίλου· (ii) την εκπόνηση σχεδίου ανάκαμψης σε ατομική βάση για πιστωτικά ιδρύματα που αποτελούν μέρος του ομίλου· και (iii) την εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 23Β(5) και (6). (β)(i) Η Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, προσπαθεί να καταλήξει σε κοινή απόφαση με τις άλλες αρμόδιες αρχές εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία διαβιβάζει το σχέδιο ανάκαμψης ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 23Γ(3). (ii) Η Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργεί ως αρμόδια αρχή θυγατρικού ΑΠΙ, προσπαθεί να καταλήξει σε κοινή απόφαση με τις άλλες αρμόδιες αρχές και με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία η αρχή ενοποιημένης εποπτείας διαβιβάζει το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου σύμφωνα με το Άρθρο 7, παράγραφος 3, της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ. (γ) Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να υποβάλει αίτηση στην ΕΑΤ για να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές να καταλήξουν σε κοινή συμφωνία βάσει του Άρθρου 31, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Ελλείψει κοινής απόφασης των αρμοδίων αρχών, εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία διαβίβασης, σχετικά με την εξέταση και αξιολόγηση του σχεδίου ανάκαμψης του ομίλου ή σχετικά με οποιαδήποτε άλλα μέτρα που απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 23B(5), να λάβει ΑΠΙ που είναι η μητρική επιχείρηση στη Δημοκρατία, η Κεντρική Τράπεζα ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας λαμβάνει η ίδια την απόφαση σχετικά με τα ζητήματα αυτά. (β) Η Κεντρική Τράπεζα, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, λαμβάνει απόφαση αφού λάβει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις που εκφράστηκαν από τις άλλες αρμόδιες αρχές κατά την τετράμηνη περίοδο. (γ) Η Κεντρική Τράπεζα, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, γνωστοποιεί την απόφαση στο μητρικό ΑΠΙ και στις άλλες αρμόδιες αρχές. (δ) Εάν, κατά το τέλος της τετράμηνης προθεσμίας, οποιαδήποτε από τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο εδάφιο (2) έχει παραπέμψει θέμα που αναφέρεται στο εδάφιο (7) στην ΕΑΤ σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, αναβάλλει την απόφασή της και αναμένει οιαδήποτε απόφαση λάβει ενδεχομένως η ΕΑΤ σύμφωνα με το Άρθρο 19, παράγραφος 3, του εν λόγω Κανονισμού, και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Η περίοδος των τεσσάρων μηνών θεωρείται ως η περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω Κανονισμού. (ε) Η Κεντρική Τράπεζα δεν δύναται να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης. (στ) Ελλείψει αποφάσεως της ΕΑΤ εντός ενός μηνός, εφαρμόζεται η απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας, όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>(α) Ελλείψει κοινής απόφασης μεταξύ των αρμόδιων αρχών εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία διαβίβασης, σχετικά με - (i) Την εκπόνηση σχεδίου ανάκαμψης σε ατομική βάση για πιστωτικά ιδρύματα που υπάγονται στη δικαιοδοσία μιας αρμόδιας αρχής, και (ii) την εφαρμογή, σε επίπεδο θυγατρικών, των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 23B(5) και (6)· κάθε αρμόδια αρχή αποφασίζει η ίδια επί του εν λόγω ζητήματος. (β) Εάν, κατά το τέλος της τετράμηνης περιόδου, οποιαδήποτε από τις σχετικές αρμόδιες αρχές έχει παραπέμψει ζήτημα που αναφέρεται στο εδάφιο (7) στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργεί ως η αρμόδια αρχή για τη θυγατρική, αναβάλλει την απόφασή της και αναμένει οιαδήποτε απόφαση λάβει ενδεχομένως η ΕΑΤ σύμφωνα με το Άρθρο 19, παράγραφος 3, του εν λόγω Κανονισμού, λαμβάνει δε την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. (γ) Η περίοδος των τεσσάρων μηνών θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω Κανονισμού. (δ) Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης. (ε) Ελλείψει απόφασης της ΕΑΤ εντός ενός μηνός, εφαρμόζεται η απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας ως αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για το θυγατρικό ΑΠΙ σε ατομικό επίπεδο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Σε περίπτωση που η Κεντρική Τράπεζα και άλλες αρμόδιες αρχές δεν έχουν διαφωνήσει στο πλαίσιο του εδαφίου (4), η Κεντρική Τράπεζα δύναται να λάβει κοινή απόφαση με τις άλλες αρμόδιες αρχές σχετικά με το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου όσον αφορά τις οντότητες υπό τη δικαιοδοσία τους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Η κοινή απόφαση που αναφέρεται στα εδάφια (2) ή (5) και οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές ελλείψει κοινής απόφασης, όπως αναφέρεται στα εδάφια (3) και (4), αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρμόζονται από τις αρμόδιες αρχές στα σχετικά κράτη μέλη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να υποβάλει αίτημα σύμφωνα με τα εδάφια (3) ή (4) στην ΕΑΤ να βοηθήσει την Κεντρική Τράπεζα και τις άλλες αρμόδιες αρχές προς την επίτευξη συμφωνίας, βάσει του Άρθρου 19, παράγραφος 3, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης και την εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 23Β(6)(α), (β) και (γ).</div>\n<p class=\"lf-p\">21(Ι)/2016 Δείκτες σχεδίου ανάκαμψης 23Ε.-(1)(α) Για τους σκοπούς των άρθρων 23Α έως 23Δ, κάθε σχέδιο ανάκαμψης περιλαμβάνει πλαίσιο δεικτών που καταρτίζεται από το ΑΠΙ και προσδιορίζει τα σημεία στα οποία μπορούν να ληφθούν οι αναφερόμενες στο σχέδιο κατάλληλες δράσεις. (β) Οι δείκτες αυτοί συμφωνούνται κατά τη διαδικασία αξιολόγησης των σχεδίων ανάκαμψης όπως προβλέπεται στα άρθρα 23Β και 23Δ. (γ) Οι δείκτες μπορεί να είναι ποιοτικής ή ποσοτικής φύσης, σχετίζονται με την οικονομική κατάσταση του ΑΠΙ, και παρέχουν τη δυνατότητα της εύκολης παρακολούθησής τους. (δ) Τα ΑΠΙ οφείλουν να εφαρμόζουν κατάλληλες ρυθμίσεις για την τακτική παρακολούθηση των δεικτών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), ΑΠΙ δύναται - (i) να λάβει δράση στο πλαίσιο του σχεδίου ανάκαμψής του, εάν δεν πληρείται ο σχετικός δείκτης, σε περίπτωση που το διοικητικό όργανο του ΑΠΙ κρίνει αυτήν τη δράση κατάλληλη λόγω των συνθηκών· ή (ii) να αποφύγει να λάβει τέτοιου είδους δράση, εάν το διοικητικό όργανο του ΑΠΙ δεν κρίνει αυτήν τη δράση κατάλληλη λόγω των συγκεκριμένων περιστάσεων. (β) Το διοικητικό όργανο του ΑΠΙ γνωστοποιεί στην Κεντρική Τράπεζα χωρίς καθυστέρηση την απόφασή του να ληφθεί δράση που αναφέρεται στο σχέδιο ανάκαμψης ή την απόφασή του να μην ληφθεί τέτοια δράση.</div>\n<p class=\"lf-p\">21(Ι)/2016 Απλουστευμένες υποχρεώσεις για ορισμένα ΑΠΙ 23ΣΤ.-(1)(α) Έχοντας υπόψη τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει η αποτυχία ενός ΑΠΙ, λόγω της φύσης των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, της μετοχικής δομής του, της νομικής μορφής, του προφίλ κινδύνου, του μεγέθους και του νομικού καθεστώτος του, της διασύνδεσής του με άλλα πιστωτικά ιδρύματα ή με το χρηματοπιστωτικό σύστημα γενικότερα, του εύρους και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων του, οποιασδήποτε άσκησης επενδυτικών υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων, της συμμετοχής σε θεσμικό σύστημα προστασίας ή σε άλλα συνεργατικά συστήματα αμοιβαίας αλληλεγγύης, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 113, παράγραφος 7, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, καθώς και κατά πόσο η αποτυχία και η επακόλουθη εκκαθάρισή του υπό τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας είναι πιθανόν να έχουν σημαντική αρνητική επίπτωση στις χρηματοπιστωτικές αγορές, σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα, στους όρους χρηματοδότησης ή στην ευρύτερη οικονομία, η Κεντρική Τράπεζα προσδιορίζει με οδηγία που εκδίδει δυνάμει του άρθρου 41 τα ακόλουθα: (i) Το περιεχόμενο και τις λεπτομέρειες των σχεδίων ανάκαμψης, που προβλέπονται στα άρθρα 23A έως 23Ζ· (ii) το περιεχόμενο και τα επιμέρους στοιχεία των πληροφοριών που απαιτούνται από τα ΑΠΙ, όπως προβλέπεται στο άρθρο 23Α(5) και στο Παράρτημα V. (β)(i) Τα ΑΠΙ οφείλουν να καταρτίσουν τα πρώτα σχέδια ανάκαμψης το αργότερο μέχρι την 30η Απριλίου 2016. (ii) Τα ΑΠΙ οφείλουν να επικαιροποιούν τα σχέδια ανάκαμψής τους τουλάχιστον ετησίως ή έπειτα από μεταβολή στη νομική ή οργανωτική δομή τους, στις δραστηριότητές τους ή στην οικονομική τους κατάσταση, η οποία ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά ή να απαιτεί αλλαγή στο σχέδιο ανάκαμψης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η Κεντρική Τράπεζα πραγματοποιεί την αξιολόγηση που αναφέρεται στο εδάφιο (1) λαμβάνοντας υπόψη, όπου ενδείκνυται, όλα τα θέματα που αφορούν την ιδιότητά της ως αρμόδια αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Στην περίπτωση εφαρμογής των απλουστευμένων υποχρεώσεων, η Κεντρική Τράπεζα δύναται ανά πάσα στιγμή να επιβάλει πλήρεις, μη απλουστευμένες, υποχρεώσεις.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η εφαρμογή απλουστευμένων υποχρεώσεων δεν επηρεάζει αφ’ εαυτής τις εξουσίες της Κεντρικής Τράπεζας να λαμβάνει μέτρα πρόληψης κρίσεων ή μέτρα διαχείρισης κρίσεων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η Κεντρική Τράπεζα ενημερώνει την ΕΑΤ με ποιον τρόπο εφάρμοσε τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (6) του παρόντος άρθρου και τις διατάξεις του άρθρου 25Α(10), στα ΑΠΙ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>(α) Τα ΑΠΙ που συστάθηκαν στη Δημοκρατία και που τελούν υπό την άμεση εποπτεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σύμφωνα με το Άρθρο 6, παράγραφος 4, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 ή τα ΑΠΙ που αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Δημοκρατίας, καταρτίζουν δικά τους σχέδια ανάκαμψης σύμφωνα με τα άρθρα 23Α έως 23Ζ. (β) Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, οι λειτουργίες ενός ΑΠΙ θεωρείται ότι αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο του χρηματοπιστωτικού συστήματος στη Δημοκρατία εάν πληρούν οιεσδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (i) Η συνολική αξία του ενεργητικού του υπερβαίνει τα τριάντα δισεκατομμύρια ευρώ· (ii) το ποσοστό του συνόλου του ενεργητικού του ως προς το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της Δημοκρατίας υπερβαίνει το 20%, εκτός εάν η συνολική αξία του ενεργητικού του δεν υπερβαίνει τα πέντε δισεκατομμύρια ευρώ.</div>\n<p class=\"lf-p\">21(Ι)/2016 162(I)/2021 Συμφωνία οικονομικής στήριξης ομίλου 23Ζ.-(1)(α) ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία, δύναται να συνάπτει συμφωνία παροχής οικονομικής στήριξης προς θυγατρικές του στη Δημοκρατία και σε άλλα κράτη-μέλη ή τρίτες χώρες, οι οποίες είναι πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα που καλύπτονται από την ενοποιημένη εποπτεία του μητρικού ΑΠΙ εφόσον η συμβαλλόμενη θυγατρική πληροί τις προϋποθέσεις έγκαιρης παρέμβασης σύμφωνα με το άρθρο 30Γ του παρόντος Νόμου ή με το Άρθρο 27 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ αναλόγως, νοουμένου ότι πληρούνται και οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο και στα άρθρα 23Η έως 23ΙΔ του παρόντος Νόμου. (β) ΑΠΙ που συστάθηκαν στη Δημοκρατία και αποτελούν θυγατρικές μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος ή μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην Ένωση δύνανται να συνάπτουν με τη μητρική τους, συμφωνία για την παροχή οικονομικής στήριξης στο αντισυμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας που πληροί τις προϋποθέσεις έγκαιρης παρέμβασης σύμφωνα με το άρθρο 30Γ του παρόντος Νόμου και με το Άρθρο 27 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, εφόσον πληρούνται και οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο και στα άρθρα 23Η έως 23ΙΔ του παρόντος Νόμου και στο Κεφάλαιο III της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι πρόνοιες του παρόντος άρθρου και των άρθρων 23Η έως 23ΙΔ δεν εφαρμόζονται στις ενδοομιλικές χρηματοπιστωτικές ρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων των ρυθμίσεων χρηματοδότησης και της λειτουργίας κεντροποιημένων ρυθμίσεων χρηματοδότησης, υπό την προϋπόθεση ότι κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη των ρυθμίσεων αυτών δεν πληροί τις προϋποθέσεις έγκαιρης παρέμβασης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η συμφωνία οικονομικής στήριξης ομίλου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο - (α) Για την παροχή οικονομικής στήριξης ομίλου σε οιαδήποτε οντότητα του ομίλου αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, εάν το ΑΠΙ το αποφασίσει, κατά περίπτωση και σύμφωνα με τις πολιτικές του ομίλου, εφόσον αυτή η στήριξη δεν συνιστά κίνδυνο για το σύνολο του ομίλου· ή (β) για την ανάπτυξη δραστηριότητας στη Δημοκρατία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες οποιασδήποτε άλλης νομοθεσίας της Δημοκρατίας, συναλλαγές στήριξης εντός ομίλου δύναται να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και των άρθρων 23Η έως 23ΙΔ του παρόντος Νόμου και του Κεφαλαίου ΙΙΙ της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ νοουμένου ότι καμία προρρηθείσα διάταξη δεν εμποδίζει την Κεντρική Τράπεζα να επιβάλλει περιορισμούς στις ενδοομιλικές συναλλαγές βάσει της Οδηγίας για τις Διακριτικές Ευχέρειες η οποία εφαρμόζει τις επιλογές που παρέχει ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου που αποτελούν μεταφορά των προνοιών της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή άλλη νομοθεσία που απαιτεί το διαχωρισμό τμημάτων ενός ομίλου ή δραστηριοτήτων που διεξάγονται εντός ενός ομίλου για λόγους χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η συμφωνία οικονομικής στήριξης ομίλου δύναται - (α) Να καλύπτει μία ή περισσότερες θυγατρικές του ομίλου και να προνοεί για την οικονομική στήριξη από τη μητρική επιχείρηση προς θυγατρικές, από θυγατρικές προς τη μητρική επιχείρηση, μεταξύ θυγατρικών του ομίλου που αποτελούν μέρη της συμφωνίας, ή κάθε άλλου συνδυασμού αυτών των οντοτήτων· (β) να προνοεί για οικονομική στήριξη με τη μορφή δανείου, παροχής εγγυήσεων ή παροχής περιουσιακών στοιχείων για χρήση ως εξασφάλιση, ή οποιονδήποτε συνδυασμό των εν λόγω μορφών οικονομικής στήριξης, σε μία ή περισσότερες συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένων συναλλαγών μεταξύ του δικαιούχου της στήριξης και τρίτου μέρους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Σε περίπτωση που, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας οικονομικής στήριξης ομίλου, μια οντότητα του ομίλου συμφωνήσει να παρέχει οικονομική στήριξη σε άλλη οντότητα του ομίλου, η συμφωνία δύναται να περιλαμβάνει αμοιβαία συμφωνία εκ μέρους της οντότητας του ομίλου που λαμβάνει τη στήριξη να παρέχει οικονομική στήριξη στην οντότητα του ομίλου που παρέχει τη στήριξη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>(α) Η συμφωνία οικονομικής στήριξης ομίλου προσδιορίζει τις αρχές για τον υπολογισμό της αντιπαροχής για κάθε συναλλαγή που πραγματοποιείται δυνάμει της συμφωνίας. Οι αρχές αυτές περιλαμβάνουν την απαίτηση όπως η αντιπαροχή καθορίζεται κατά την παροχή της οικονομικής στήριξης. (β) Η συμφωνία, συμπεριλαμβανομένων των αρχών υπολογισμού της αντιπαροχής για την παροχή οικονομικής στήριξης και των λοιπών όρων της συμφωνίας, συμμορφώνεται προς τις ακόλουθες αρχές: (i) Κάθε μέρος ενεργεί ελεύθερα κατά τη σύναψη της συμφωνίας, (ii) κατά τη σύναψη της συμφωνίας και τον καθορισμό της αντιπαροχής για την οικονομική στήριξη, κάθε συμβαλλόμενο μέρος ενεργεί προς το μέγιστο συμφέρον του, λαμβάνοντας υπόψη κάθε άμεσο ή έμμεσο όφελος που ενδέχεται να προκύψει για ένα συμβαλλόμενο ως αποτέλεσμα της παροχής οικονομικής στήριξης, (iii) κάθε μέρος, που παρέχει οικονομική στήριξη, έχει πλήρη αποκάλυψη των σχετικών πληροφοριών από οποιοδήποτε μέρος που λαμβάνει οικονομική στήριξη πριν από τον καθορισμό της αντιπαροχής για την οικονομική στήριξη και πριν από κάθε απόφαση για την παροχή οικονομικής στήριξης, (iv) η αντιπαροχή για την παροχή οικονομικής στήριξης δύναται να λαμβάνει υπόψη πληροφορίες που κατέχει το συμβαλλόμενο μέρος που παρέχει την οικονομική στήριξη βάσει του γεγονότος ότι ανήκει στον ίδιο όμιλο με το συμβαλλόμενο που λαμβάνει την οικονομική στήριξη και οι οποίες δεν είναι διαθέσιμες στην αγορά, (v) οι αρχές για τον υπολογισμό της αντιπαροχής για την παροχή οικονομικής στήριξης δεν είναι υποχρεωτικό να λαμβάνουν υπόψη οποιονδήποτε αναμενόμενο προσωρινό αντίκτυπο στις τιμές αγοράς ο οποίος προκύπτει από εξωγενή από τον όμιλο γεγονότα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Η συμφωνία οικονομικής στήριξης ομίλου δύναται να συνάπτεται μόνον εφόσον, κατά την περίοδο της σύναψης προτεινόμενης συμφωνίας, η Κεντρική Τράπεζα και οι άλλες αντίστοιχες αρμόδιες αρχές εκτιμούν ότι κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν πληροί τις προϋποθέσεις για έγκαιρη παρέμβαση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Κάθε δικαίωμα, απαίτηση ή ενέργεια, που προκύπτει από τη συμφωνία, δύναται να ασκείται μόνον από τα συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας οικονομικής στήριξης ομίλου, εξαιρουμένων τρίτων μερών.</div>\n<p class=\"lf-p\">21(Ι)/2016 Εξέταση από την Κεντρική Τράπεζα προτεινόμενης συμφωνίας οικονομικής στήριξης και διαμεσολάβηση 23Η.-(1)(α) Μητρικό ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία υποβάλλει στην Κεντρική Τράπεζα, ως την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, αίτηση για εξουσιοδότηση κάθε προτεινόμενης συμφωνίας οικονομικής στήριξης που προτείνεται βάσει του άρθρου 23Ζ. (β) Η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο (α) περιλαμβάνει το κείμενο της προτεινόμενης συμφωνίας και προσδιορίζει τις οντότητες του ομίλου που προτείνονται ως συμβαλλόμενα μέρη.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, διαβιβάζει χωρίς καθυστέρηση την αίτηση στις αρμόδιες αρχές κάθε θυγατρικής που προτείνεται στην αίτηση να συμβληθεί στη συμφωνία, προκειμένου να ληφθεί κοινή απόφαση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, χορηγεί, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα εδάφια (5) και (6), την άδεια, εφόσον οι όροι της προτεινόμενης συμφωνίας συνάδουν με τις προϋποθέσεις οικονομικής στήριξης που καθορίζονται στο άρθρο 23ΙΑ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, δύναται, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα εδάφια (5) και (6), να απαγορεύσει τη σύναψη της προτεινόμενης συμφωνίας, εάν κρίνει ότι δεν συνάδει με τις προϋποθέσεις οικονομικής στήριξης που καθορίζονται στο άρθρο 23ΙΑ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>(α) Η Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να καταλήξει σε κοινή απόφαση με τις σχετικές αρμόδιες αρχές, λαμβάνοντας υπόψη τον ενδεχόμενο αντίκτυπο, συμπεριλαμβανομένης οιασδήποτε δημοσιονομικής συνέπειας, από την εφαρμογή της συμφωνίας σε όλα τα κράτη-μέλη όπου δραστηριοποιείται ο όμιλος και κατά πόσον οι όροι της προτεινόμενης συμφωνίας συνάδουν με τις προϋποθέσεις οικονομικής στήριξης που καθορίζονται στο άρθρο 23ΙΑ, εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης από την Κεντρική Τράπεζα. (β) Η κοινή απόφαση παρουσιάζεται σε έγγραφο που περιέχει την πλήρως αιτιολογημένη απόφαση, το οποίο διαβιβάζεται στον αιτούντα από την Κεντρική Τράπεζα, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας. (γ) Η Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργεί ως αρμόδια αρχή θυγατρικού ΑΠΙ, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να καταλήξει σε κοινή απόφαση με τις άλλες αρμόδιες αρχές και την αρχή ενοποιημένης εποπτείας. (δ) Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να αιτηθεί τη βοήθεια της ΕΑΤ για να επιτευχθεί συμφωνία, σύμφωνα με το Άρθρο 31 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>(α) Ελλείψει κοινής απόφασης των αρμοδίων αρχών εντός τεσσάρων μηνών, η Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, λαμβάνει η ίδια την απόφαση σχετικά με την αίτηση. (β) Η απόφαση παρουσιάζεται σε έγγραφο που περιέχει την πλήρη αιτιολόγηση και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των άλλων αρμοδίων αρχών οι οποίες είχαν εκφραστεί κατά την τετράμηνη περίοδο. (γ) Η Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, κοινοποιεί την απόφασή της στον αιτούντα και στις υπόλοιπες αρμόδιες αρχές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>(α) Εάν, κατά το τέλος της τετράμηνης περιόδου, οποιαδήποτε από τις σχετικές αρμόδιες αρχές έχει παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, αναβάλλει την απόφασή της και αναμένει οποιανδήποτε απόφαση λάβει ενδεχομένως η ΕΑΤ σύμφωνα με το Άρθρο 19, παράγραφος 3, του εν λόγω Κανονισμού, λαμβάνει δε την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. (β) Η τετράμηνη περίοδος θεωρείται ως η περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. (γ) Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης.</div>\n<p class=\"lf-p\">21(Ι)/2016 Έγκριση από τους μετόχους της προτεινόμενης συμφωνίας οικονομικής στήριξης 23Θ.-(1)(α) Κάθε προτεινόμενη συμφωνία για την οποία έχει χορηγηθεί άδεια από την Κεντρική Τράπεζα και τις άλλες αρμόδιες αρχές, υποβάλλεται προς έγκριση στους μετόχους κάθε οντότητας του ομίλου που προτίθεται να συνάψει τη συμφωνία. (β) Στην περίπτωση της παραγράφου (α), η συμφωνία ισχύει μόνο για τις οντότητες των οποίων οι μέτοχοι ενέκριναν τη συμφωνία σύμφωνα με το εδάφιο (2).</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Συμφωνία οικονομικής στήριξης του ομίλου είναι έγκυρη ως προς μια οντότητα του ομίλου, μόνον εφόσον οι μέτοχοί της έχουν εξουσιοδοτήσει το διοικητικό όργανο της εν λόγω οντότητας του ομίλου να αποφασίσει ότι το ίδρυμα αυτό παρέχει ή λαμβάνει οικονομική στήριξη σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας καθώς και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 23Ζ έως 23ΙΔ και εφόσον η εν λόγω έγκριση των μετόχων δεν έχει ανακληθεί.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το διοικητικό όργανο κάθε οντότητας που αποτελεί μέρος της συμφωνίας υποβάλλει κάθε χρόνο έκθεση στους μετόχους σχετικά με την εκτέλεση της συμφωνίας και την εφαρμογή οποιασδήποτε απόφασης λαμβάνεται κατ’ ακολουθία της συμφωνίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">21(Ι)/2016 Διαβίβαση των συμφωνιών οικονομικής στήριξης ομίλου στις αρχές εξυγίανσης 23Ι. Η Κεντρική Τράπεζα διαβιβάζει στις σχετικές αρχές εξυγίανσης τις συμφωνίες οικονομικής στήριξης ομίλου που έχει εγκρίνει καθώς και τυχόν αλλαγές σε αυτές.</p>\n<p class=\"lf-p\">21(Ι)/2016 Προϋποθέσεις για την οικονομική στήριξη ομίλου 23ΙΑ. Η οικονομική στήριξη μπορεί να παρέχεται από οντότητα του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 23Ζ μόνον εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Υπάρχει εύλογη προοπτική ότι η παρεχόμενη στήριξη θα αποκαταστήσει σημαντικά τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η οντότητα του ομίλου που λαμβάνει τη στήριξη∙ (β) η παροχή οικονομικής στήριξης στοχεύει στη διατήρηση ή την αποκατάσταση της οικονομικής σταθερότητας του ομίλου στο σύνολό του ή οποιασδήποτε οντότητας του ομίλου και είναι προς το συμφέρον της οντότητας του ομίλου που παρέχει τη στήριξη· (γ) η οικονομική στήριξη παρέχεται υπό όρους, συμπεριλαμβανομένης της αντιπαροχής σύμφωνα με το άρθρο 23Ζ(7)· (δ) υπάρχει εύλογη προοπτική, βάσει των πληροφοριών που διαθέτει το διοικητικό όργανο της οντότητας του ομίλου που παρέχει την οικονομική στήριξη κατά τη στιγμή που λαμβάνεται η απόφαση παροχής της οικονομικής στήριξης, ότι η αντιπαροχή για τη στήριξη θα καταβληθεί, και εάν η στήριξη δοθεί υπό μορφή δανείου, ότι το δάνειο θα αποπληρωθεί από την οντότητα του ομίλου που λαμβάνει τη στήριξη∙ εάν η στήριξη δοθεί υπό μορφή εγγύησης ή οιασδήποτε άλλης μορφής εξασφάλισης, ισχύει ο ίδιος όρος για την υποχρέωση που προκύπτει από την επιβολή της εγγύησης ή εξασφάλισης για την αποδέκτρια οντότητα· (ε) η παροχή της οικονομικής στήριξης δεν θέτει σε κίνδυνο τη ρευστότητα ή τη φερεγγυότητα της οντότητας του ομίλου που παρέχει τη στήριξη· (στ) η παροχή της οικονομικής στήριξης δεν δημιουργεί απειλή για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ιδίως στο κράτος-μέλος στο οποίο βρίσκεται η οντότητα του ομίλου που παρέχει τη στήριξη· (ζ) ΑΠΙ παρέχει οικονομική στήριξη σε οντότητα του ομίλου στον οποίο ανήκει μόνον εάν, κατά τη στιγμή παροχής της στήριξης, συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου και του περί Μακροπροληπτικής Εποπτείας των Ιδρυμάτων Νόμου όσον αφορά το κεφάλαιο ή τη ρευστότητα καθώς και με κάθε απαίτηση που επιβάλλεται δυνάμει του άρθρου 30(3) του παρόντος Νόμου, η δε παροχή της οικονομικής στήριξης δεν οδηγεί το ΑΠΙ σε παράβαση των εν λόγω απαιτήσεων εκτός εάν το επιτρέψει η Κεντρική Τράπεζα ως αρμόδια αρχή για την εποπτεία σε ατομική βάση του ΑΠΙ που παρέχει τη στήριξη· (η) ΑΠΙ παρέχει οικονομική στήριξη σε οντότητα του ομίλου αν, κατά τη στιγμή παροχής της στήριξης, συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις περί μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, του παρόντος Νόμου, των παραγράφων 62 έως 71 της περί Ρυθμίσεων Διακυβέρνησης και Διαχείρισης Οδηγίας και της παραγράφου 8 της περί των Διακριτικών Ευχερειών που παρέχονται από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 Οδηγίας, η δε παροχή της οικονομικής στήριξης δεν οδηγεί το ΑΠΙ σε παράβαση των εν λόγω απαιτήσεων εκτός εάν το επιτρέψει η Κεντρική Τράπεζα ως η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία σε ατομική βάση του ΑΠΙ που παρέχει τη στήριξη·</p>\n<p class=\"lf-p\">(θ) η παροχή της οικονομικής στήριξης δεν υπονομεύει τη δυνατότητα εξυγίανσης του ΑΠΙ που παρέχει τη στήριξη.</p>\n<p class=\"lf-p\">21(Ι)/2016 Απόφαση για παροχή οικονομικής στήριξης 23ΙΒ.-(1)(α) Η απόφαση για παροχή ενδοομιλικής οικονομικής στήριξης στο πλαίσιο συμφωνίας, λαμβάνεται από το διοικητικό όργανο του ΑΠΙ που παρέχει την οικονομική στήριξη. (β) Η απόφαση είναι αιτιολογημένη και αναφέρει το στόχο της προτεινόμενης οικονομικής στήριξης και σε αυτήν περιλαμβάνεται επεξήγηση πώς η παροχή της οικονομικής στήριξης είναι σύμφωνη με τους όρους του άρθρου 23ΙΑ.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η απόφαση για αποδοχή ενδοομιλικής οικονομικής στήριξης στο πλαίσιο συμφωνίας, λαμβάνεται από το διοικητικό όργανο του ΑΠΙ που λαμβάνει την οικονομική στήριξη.</div>\n<p class=\"lf-p\">21(Ι)/2016 Δικαίωμα εναντίωσης της Κεντρικής Τράπεζας 23ΙΓ.-(1)(α) Πριν από την παροχή στήριξης στο πλαίσιο συμφωνίας οικονομικής στήριξης ομίλου, το διοικητικό όργανο του ΑΠΙ που προτίθεται να παράσχει οικονομική στήριξη σε οντότητα του ομίλου γνωστοποιεί την πρόθεσή του- (i) Στην Κεντρική Τράπεζα ως την αρμόδια αρχή του· και (ii) κατά περίπτωση, στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας, εάν πρόκειται για αρχή διαφορετική από αυτές που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (i) και (iii)· και (iii) στην αρμόδια αρχή της οντότητας του ομίλου που λαμβάνει την οικονομική στήριξη, εάν πρόκειται για αρχή διαφορετική από αυτές που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (i) και (ii)· και (iv) στην ΕΑΤ. (β) Η σχετική γνωστοποίηση περιλαμβάνει την αιτιολογημένη απόφαση του διοικητικού οργάνου σύμφωνα με το άρθρο 23ΙΒ και τις λεπτομέρειες της προτεινόμενης οικονομικής στήριξης, συμπεριλαμβανομένου αντιγράφου της συμφωνίας οικονομικής στήριξης ομίλου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους γνωστοποίησης, η Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργεί ως η αρμόδια αρχή του ΑΠΙ που παρέχει την οικονομική στήριξη, δύναται να συμφωνήσει για την παροχή της οικονομικής στήριξης, ή να την απαγορεύσει ή περιορίσει εάν κρίνει ότι δεν πληρούνται οι όροι της οικονομικής στήριξης ομίλου που θεσπίζονται στο άρθρο 23ΙΑ. (β) Η Κεντρική Τράπεζα εξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποφασίζει να απαγορεύσει ή περιορίσει την οικονομική στήριξη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Κεντρική Τράπεζα γνωστοποιεί αμέσως την απόφασή της να χορηγήσει, απαγορεύσει ή περιορίσει την οικονομική στήριξη: (α) στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας· (β) στην αρμόδια αρχή της οντότητας του ομίλου που λαμβάνει τη στήριξη· και (γ) στην ΕΑΤ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργεί ως η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, ενημερώνει αμέσως τα λοιπά μέλη του σώματος εποπτείας καθώς και τα μέλη του σώματος εξυγίανσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Εάν η Κεντρική Τράπεζα, είτε ενεργώντας ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας είτε ως αρμόδια αρχή του ΑΠΙ που λαμβάνει στήριξη, έχει αντιρρήσεις σχετικά με την απόφαση απαγόρευσης ή περιορισμού της οικονομικής στήριξης, δύναται εντός δύο ημερών να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της σύμφωνα με το Άρθρο 31 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Εάν η Κεντρική Τράπεζα δεν απαγορεύσει ούτε περιορίσει την παροχή οικονομικής στήριξης εντός του χρονικού διαστήματος που ορίζεται στο εδάφιο (2), ή εάν συμφωνήσει πριν από το τέλος του χρονικού αυτού διαστήματος για την παροχή της εν λόγω στήριξης, η οικονομική στήριξη δύναται να παρασχεθεί σύμφωνα με τους όρους που έχουν υποβληθεί στην Κεντρική Τράπεζα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>(α) Η απόφαση του διοικητικού οργάνου του ΑΠΙ να παρέχει την οικονομική στήριξη διαβιβάζεται - (i) Στην Κεντρική Τράπεζα· και (ii) κατά περίπτωση, στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας, εάν πρόκειται για αρχή διαφορετική από αυτές που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (i) και (iii)· και (iii) στην αρμόδια αρχή της οντότητας του ομίλου που λαμβάνει την οικονομική στήριξη, εάν πρόκειται για αρχή διαφορετική από αυτές που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (i) και (ii)· και (iv) στην ΕΑΤ. (β) Η Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, ενημερώνει αμέσως τα λοιπά μέλη του σώματος εποπτείας και τα μέλη του σώματος εξυγίανσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>(α) Εάν η Κεντρική Τράπεζα περιορίσει ή απαγορεύσει την οικονομική στήριξη ομίλου σύμφωνα με το εδάφιο (2) και σε περίπτωση που το σχέδιο ανάκαμψης ομίλου βάσει του άρθρου 23Γ(5) μνημονεύει ενδοομιλική οικονομική στήριξη η αρμόδια αρχή της οντότητας του ομίλου σε σχέση με την οποία περιορίζεται ή απαγορεύεται η στήριξη, δύναται να ζητήσει από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας να δρομολογήσει μια επαναξιολόγηση του σχεδίου ανάκαμψης ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 23Δ ή, σε περίπτωση που το σχέδιο ανάκαμψης καταρτίζεται σε ατομική βάση, να ζητήσει από την οντότητα του ομίλου να υποβάλει αναθεωρημένο σχέδιο ανάκαμψης. (β) Εάν η αρμόδια αρχή οντότητας ομίλου, στον οποίο ανήκει ΑΠΙ, περιορίσει ή απαγορεύσει την οικονομική στήριξη ομίλου σύμφωνα με το εδάφιο (2), και εάν το σχέδιο ανάκαμψης ομίλου βάσει του άρθρου 23Γ(5) μνημονεύει ενδοομιλική οικονομική στήριξη, η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή του ΑΠΙ σε σχέση με το οποίο περιορίζεται ή απαγορεύεται η στήριξη, δύναται να ζητήσει από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας να δρομολογήσει μια επαναξιολόγηση του σχεδίου ανάκαμψης ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 23Δ ή, σε περίπτωση που το σχέδιο ανάκαμψης καταρτίζεται σε ατομική βάση, να ζητήσει από το ΑΠΙ να υποβάλει αναθεωρημένο σχέδιο ανάκαμψης.</div>\n<p class=\"lf-p\">21(Ι)/2016 Δημοσιοποίηση συμφωνίας ενδοομιλικής στήριξης 23ΙΔ.-(α) Τα ΑΠΙ τα οποία ανήκουν σε όμιλο δημοσιοποιούν κατά πόσον έχουν συνάψει συμφωνία παροχής οικονομικής στήριξης ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 23Ζ και δημοσιοποιούν περιγραφή των γενικών όρων κάθε τέτοιας συμφωνίας και των επωνυμιών των οντοτήτων ομίλου που αποτελούν μέρη της συμφωνίας, και επικαιροποιούν τις εν λόγω πληροφορίες τουλάχιστον μία φορά το χρόνο. (β) Για τους σκοπούς της δημοσιοποίησης που προβλέπεται στην παράγραφο (α), εφαρμόζονται τα Άρθρα 431 έως 434 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.</p>\n<p class=\"lf-p\">21(Ι)/2016 Πληροφορίες προς την αρχή εξυγίανσης για τους σκοπούς των σχεδίων εξυγίανσης 23ΙΕ.-(1)(α) Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να παρέχει στην αρχή εξυγίανσης όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την κατάρτιση και την εφαρμογή των σχεδίων εξυγίανσης. (β) Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο (α) περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων πληροφοριών, τις πληροφορίες και την ανάλυση που καθορίζονται στο Τμήμα Β του Παραρτήματος της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.</p></div>", "next": 239787}