{"html": "<div class=\"lf-doc\"><div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε παραχώρηση από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δανείων ή προσωρινών παροχών, εξαιρουμένων των δανείων που χορηγούνται από ασφαλιστική επιχείρηση σε σχέση με ασφαλιστήρια ζωής μέσα στα πλαίσια της αξίας εξαγοράς τους, έστω και αν αυτά εξασφαλίζονται με υποθήκη, προσωπική εγγύηση ή άλλο τρόπο, σε οποιοδήποτε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης, διευθυντή, αντιπρόσωπο, αναλογιστή, ελεγκτή, ή υπάλληλο της επιχείρησης ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ασκεί ουσιαστικά έλεγχο της επιχείρησης, ή σε οποιοδήποτε γονέα, σύζυγο, παιδί, αδελφό ή αδελφή των πιο πάνω ή σε οποιαδήποτε άλλη εταιρεία ή οργανισμό στον οποίο οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα κατέχει θέση διοικητικού συμβούλου, διευθυντή, αντιπροσώπου, αναλογιστή, ελεγκτή, υπαλλήλου ή συνεταίρου ή άλλως πως ασκεί ουσιαστικό έλεγχο:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού “παιδί” περιλαμβάνει προγονό ή πρόγονη και υιοθετημένο παιδί:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, οτιδήποτε προβλέπεται στο εδάφιο αυτό δεν εφαρμόζεται- (i) σε σχέση με δάνεια που παραχωρούνται από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σε οποιοδήποτε υπάλληλο της επιχείρησης, για τους σκοπούς και σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται σε Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου και κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, ή (ii) σε σχέση με δάνεια που παραχωρούνται από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σε θυγατρική της εταιρεία ή σε άλλη εταιρεία που ανήκει στον ίδιο όμιλο, νοουμένου ότι τα εν λόγω δάνεια δεν θα παραχωρηθούν, άμεσα ή έμμεσα σε οποιαδήποτε από τα φυσικά πρόσωπα που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο και σε σχέση με τα οποία δυνάμει του παρόντος εδαφίου απαγορεύεται η χορήγηση δανείων από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.</p>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 17(I)/2025 Απαιτήσεις ικανότητας και καταλληλότητας για πρόσωπα τα οποία διοικούν την επιχείρηση ή ασκούν άλλα βασικά καθήκοντα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-44\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 44</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">44.</span>(1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μεριμνούν ώστε όλα τα πρόσωπα, του διοικητικού συμβουλίου και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα διοικούν ουσιαστικά την επιχείρηση ή ασκούν άλλου είδους βασικά καθήκοντα, να πληρούν ανά πάσα στιγμή τις ακόλουθες απαιτήσεις: (α) Τα επαγγελματικά τους προσόντα, οι γνώσεις και η πείρα τους, τους επιτρέπουν να ασκούν υγιή και συνεπή διαχείριση (ικανότητα)∙ και (β) είναι επαρκή από πλευράς υπόληψης και ακεραιότητας (ήθος).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Έφορος κρίνει σε κάθε περίπτωση εάν και κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του εδαφίου (1), λαμβάνοντας ιδίως υπόψη κατά πόσο τα εν λόγω πρόσωπα διαθέτουν εντιμότητα, καλή φήμη, ειδική γνώση και πείρα στον τομέα τους και είναι καλής οικονομικής κατάστασης:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε κάθε περίπτωση, πρόσωπο του εδαφίου (1)- (α) δεν λογίζεται ότι διαθέτει ήθος σε περίπτωση που καταδικάστηκε για πλαστογραφία, κλοπή, απάτη, υπεξαίρεση, τοκογλυφία, αισχροκέρδεια, εκβίαση, δωροδοκία, λαθρεμπορία, απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, φόνο εκ προμελέτης, ανθρωποκτονία, βιασμό, αδικήματα ηθικής αισχρότητας ή άλλα συναφή προς τα ανωτέρω ποινικά αδικήματα∙ (β) δεν λογίζεται ότι είναι καλής οικονομικής κατάστασης εάν κηρύχθηκε σε πτώχευση:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, πρόσωπο του εδαφίου (1) δεν λογίζεται ότι πληροί τις προϋποθέσεις του εν λόγω εδαφίου εάν κατείχε προηγουμένως ειδική συμμετοχή ή θέση διευθύνοντος προσώπου, σε ασφαλιστική επιχείρηση ή άλλη συναφή επιχείρηση του χρηματοπιστωτικού τομέα, της οποίας επιχείρησης η άδεια ανακλήθηκε από οποιοδήποτε νόμο για σοβαρή παραβίαση των υποχρεώσεών της, εκτός εάν αποδείξει ότι δεν συναίνεσε ή συνέπραξε στην παραβίαση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κανονισμοί που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, καθορίζουν τα αποδεικτικά που πρέπει να προσκομίζουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προς απόδειξη της ικανότητας και καταλληλότητας των προσώπων του εδαφίου (1).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Εκτός από τους διοικητικούς συμβούλους της ασφαλιστικής επιχείρησης που δεν ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα, τα λοιπά μέλη του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης οφείλουν να έχουν το συνήθη τόπο διαμονής τους στη Δημοκρατία:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, ο Έφορος δύναται να επιτρέψει όπως ορισμένα από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου έχουν τη συνήθη διαμονή τους εκτός της Δημοκρατίας, εφ’ όσον κρίνει ότι αυτό δεν επηρεάζει δυσμενώς την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Στον Έφορο ανακοινώνεται η ταυτότητα των προσώπων του εδαφίου (1) της επιχείρησης κατά τον καθορισμένο τύπο, προς έγκριση, κατά την υποβολή της αιτήσεως προς χορήγηση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>(α) Στον Έφορο επίσης ανακοινώνεται, προς έγκριση, κατά τον καθορισμένο τύπο, κάθε μεταγενέστερος διορισμός επιπρόσθετος ή εις αντικατάσταση άλλου, κάθε εκούσια αποχώρηση ή τερματισμός των υπηρεσιών ή αντικατάσταση και γενικά κάθε άλλη μεταβολή των προσώπων του εδαφίου (1), μέσα σε προθεσμία ενός μηνός αφότου επεσυνέβη ο διορισμός, αποχώρηση, τερματισμός υπηρεσιών ή άλλη μεταβολή. Σε περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος ενίσταται στο διορισμό οποιουδήποτε προσώπου λόγω του ότι αυτό δεν πληροί τα απαραίτητα προσόντα, οφείλει να κοινοποιήσει δεόντως αιτιολογημένη απόφαση του στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την ημέρα της ανακοινώσεως του διορισμού:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι η απόφαση του Εφόρου δύναται να προσβληθεί ενώπιον του Γενικού Διευθυντή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 347 του παρόντος Νόμου:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι η πιο πάνω απόφαση του Εφόρου δύναται να προσβληθεί απευθείας με προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος. (β) Η απορριπτική απόφαση του Γενικού Διευθυντή επί προσφυγής που ασκείται σύμφωνα με την παράγραφο (α), δύναται να προσβληθεί με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, εκκρεμούσης της απόφασης του Γενικού Διευθυντή, ουδεμία προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος μπορεί να ασκηθεί.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να ενημερώνουν τον Έφορο εάν οποιοδήποτε πρόσωπο του εδαφίου (1) έχει αποχωρήσει, παραιτηθεί, παυθεί ή αντικατασταθεί, και να κοινοποιούν παράλληλα οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση από τον Έφορο του κατά πόσον νέα πρόσωπα που έχουν ορισθεί για να αναλάβουν τη διοίκηση της επιχείρησης πληρούν τις απαιτήσεις ικανότητας και ήθους του παρόντος άρθρου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως πρόσωπα που αναφέρονται στο εδάφιο (1), θεωρούνται- (α) οι διοικητικοί σύμβουλοι της επιχείρησης, περιλαμβανομένου και του εκτελεστικού προέδρου και του διευθύνοντος συμβούλου· (β) ο ανώτερος εκτελεστικός λειτουργός της επιχείρησης, που είναι υπεύθυνος για τη διεύθυνση όλων των ασφαλιστικών εργασιών της, μέσα στα πλαίσια των αποφάσεων του διοικητικού της συμβουλίου· (γ) ο γενικός διευθυντής της επιχείρησης, εφ’ όσον τα καθήκοντά του δεν ασκούνται από ένα από τα αναφερόμενα στις πιο πάνω παραγράφους (α) και (β) πρόσωπα· και (δ) οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, που κατά την κρίση του Εφόρου, λόγω της φύσεως των καθηκόντων που ασκεί στην επιχείρηση, είναι σε θέση να επηρεάσει τη λήψη αποφάσεων ή την όλη πολιτική της επιχείρησης.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Διαχείριση κινδύνων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-45\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 45</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">45.</span>(1)Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα διαχείρισης κινδύνων, το οποίο περιλαμβάνει στρατηγικές, διεργασίες και διαδικασίες αναφοράς που απαιτούνται για τον προσδιορισμό, τη μέτρηση, την παρακολούθηση, διαχείριση και αναφορά, σε συνεχή βάση, των κινδύνων, σε ατομικό και σε συνολικό επίπεδο, στους οποίους είναι ή θα μπορούσε να είναι εκτεθειμένες και τις αλληλεξαρτήσεις τους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το σύστημα διαχείρισης των κινδύνων είναι αποτελεσματικό και ενσωματώνεται κατάλληλα στην οργανωτική δομή και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των προσώπων που διοικούν ουσιαστικά την επιχείρηση ή έχουν άλλες βασικές αρμοδιότητες.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το σύστημα διαχείρισης κινδύνων καλύπτει τους κινδύνους που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας, όπως ορίζεται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου, καθώς και τους κινδύνους, οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται καθόλου ή δεν περιλαμβάνονται εξ ολοκλήρου στον υπολογισμό της απαίτησης αυτής και καλύπτει τουλάχιστον τα ακόλουθα πεδία: (α) ανάληψη ασφαλιστικού κινδύνου και σύσταση προβλέψεων· (β) διαχείριση ενεργητικού – παθητικού· (γ) επενδύσεις, ιδίως θέσεις σε παράγωγα και παρόμοιες υποχρεώσεις· (δ) διαχείριση κινδύνων ρευστότητας και συγκέντρωσης· (ε) διαχείριση λειτουργικού κινδύνου· (στ) αντασφάλιση και άλλες τεχνικές μείωσης του κινδύνου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οι γραπτώς τεκμηριωμένες πολιτικές για τη διαχείριση του κινδύνου που αναφέρονται στο εδάφιο (3) του άρθρου 43 του παρόντος Νόμου, περιλαμβάνουν πολιτικές που συνδέονται με τις παραγράφους (α) έως (στ) του εν λόγω εδαφίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Όταν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν την προσαρμογή επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 81 ή την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 83 του παρόντος Νόμου, καταρτίζουν σχέδιο ρευστότητας με προβολές των εισερχόμενων και των εξερχόμενων ταμειακών ροών σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις που υπόκεινται στις προσαρμογές αυτές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Όσον αφορά τη διαχείριση ενεργητικού-παθητικού, οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αξιολογούν τακτικά- (α) την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων τους στις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η παρέκταση της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης επιτοκίων άνευ κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 80 του παρόντος Νόμου∙ (β) όταν εφαρμόζεται η προσαρμογή επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 81 του παρόντος Νόμου- (i) την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων τους στις παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός της προσαρμογής επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένου του υπολογισμού του βασικού πιστωτικού περιθωρίου που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 82 και την πιθανή επίπτωση που θα είχε στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαιά τους μια αναγκαστική πώληση περιουσιακών στοιχείων∙ (ii) την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων τους σε αλλαγές στη σύνθεση του δεσμευμένου χαρτοφυλακίου στοιχείων ενεργητικού∙ (iii) τον αντίκτυπο μιας μείωσης της προσαρμογής επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων στο μηδέν∙ (γ) όταν εφαρμόζεται η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 83 του παρόντος Νόμου- (i) την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων τους στις παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας, και την πιθανή επίπτωση που θα είχε στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαιά τους μια αναγκαστική πώληση περιουσιακών στοιχείων∙ (ii) τον αντίκτυπο μιας μείωσης της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας στο μηδέν.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υποβάλλουν τις αξιολογήσεις των παραγράφων (α),(β) και (γ) του εδαφίου (6) σε ετήσια βάση στον Έφορο, ως Μέρος των πληροφοριών που υποβάλλουν δυνάμει του άρθρου 38 του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Στις περιπτώσεις όπου η μείωση της προσαρμογής επιτοκίου, λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων ή της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας στο μηδέν, θα είχε ως αποτέλεσμα τη μη συμμόρφωση προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, η επιχείρηση υποβάλλει επίσης ανάλυση των μέτρων που θα μπορούσε να εφαρμόσει σε τέτοια περίπτωση για να αποκαταστήσει το επίπεδο των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων που καλύπτει η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας ή να μειώσει το προφίλ κινδύνου της για να αποκατασταθεί η συμμόρφωση προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Όταν εφαρμόζεται η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 83 του παρόντος Νόμου, η τεκμηριωμένη πολιτική διαχείρισης κινδύνου που αναφέρεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 43 του παρόντος Νόμου, περιλαμβάνει πολιτική σχετικά με τα κριτήρια για την εφαρμογή της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Όσον αφορά τον επενδυτικό κίνδυνο, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποδεικνύουν ότι συμμορφώνονται με τις διατάξεις του Έκτου Κεφαλαίου, Τμήμα 6 του παρόντος Μέρους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(11)</span>Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προβλέπουν λειτουργική θέση για τη διαχείριση του κινδύνου που θα είναι δομημένη με τέτοιο τρόπο ώστε να διευκολύνει την εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης του κινδύνου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(12)</span>Οι επιχειρήσεις ασφάλισης και αντασφάλισης, όταν χρησιμοποιούν εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων και της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας, για να αποφεύγουν την υπερβολική εξάρτηση από εξωτερικούς οργανισμούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας, αξιολογούν την καταλληλότητα αυτών των εξωτερικών αξιολογήσεων στο πλαίσιο της διαχείρισης κινδύνου τους, με τη χρήση πρόσθετων αξιολογήσεων όπου είναι πρακτικά δυνατόν, για να αποφεύγεται οποιαδήποτε αυτόματη εξάρτηση από εξωτερικές αξιολογήσεις. Η αναφερόμενη αξιολόγηση γίνεται σύμφωνα με εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που εκδίδει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(13)</span>Για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν μερικό ή πλήρες εσωτερικό υπόδειγμα εγκεκριμένο σύμφωνα με τα άρθρα 119 και 120 του παρόντος Νόμου, η λειτουργία διαχείρισης του κινδύνου καλύπτει τα ακόλουθα καθήκοντα: (α) το σχεδιασμό και την εφαρμογή του εσωτερικού υποδείγματος· (β) τη δοκιμή και την επικύρωση του εσωτερικού υποδείγματος· (γ) την τεκμηρίωση του εσωτερικού υποδείγματος και τυχόν μεταγενέστερων τροποποιήσεών του· (δ) την ανάλυση των επιδόσεων του εσωτερικού υποδείγματος και τη σύνταξη συνοπτικών εκθέσεων· (ε) την ενημέρωση του διοικητικού συμβουλίου σχετικά με την επίδοση του εσωτερικού υποδείγματος, υποδεικνύοντας πεδία που χρειάζονται βελτίωση, και επίκαιρη ενημέρωση του οργάνου αυτού σχετικά με την πορεία των προσπαθειών βελτίωσης προηγουμένως επισημανθεισών αδυναμιών.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Εκτίμηση ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-46\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 46</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">46.</span>Στο πλαίσιο του συστήματος διαχείρισης του κινδύνου, κάθε ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση διεξάγει τη δική της εσωτερική εκτίμηση κινδύνου και φερεγγυότητας η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα: (α) τις συνολικές ανάγκες φερεγγυότητας, λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ κινδύνου της επιχείρησης τα εγκεκριμένα περιθώρια ανοχής του κινδύνου και την επιχειρηματική στρατηγική της επιχείρησης· (β) τη συμμόρφωση, σε συνεχή βάση, με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, όπως προβλέπεται στο ‘Εκτο Κεφάλαιο, Τμήματα 4 και 5, του παρόντος Μέρους και με τις απαιτήσεις σχετικά με τις τεχνικές προβλέψεις, όπως προβλέπεται στο Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 2 του παρόντος Μέρους· (γ) το μέγεθος απόκλισης του προφίλ κινδύνου της επιχείρησης από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, όπως ορίζεται στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου που υπολογίζεται με την τυποποιημένη μέθοδο σύμφωνα με το ‘Εκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητα 2 του παρόντος Μέρους ή με το μερικό ή το πλήρες εσωτερικό της υπόδειγμα σύμφωνα με το ‘Εκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητα 3 του παρόντος Μέρους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τους σκοπούς της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), η οικεία επιχείρηση διαθέτει διαδικασίες ανάλογες προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που ενυπάρχουν στην επιχειρηματική της δραστηριότητα και οι οποίες της επιτρέπουν να εντοπίζει και να αποτιμά καταλλήλως τους κινδύνους που αντιμετωπίζει βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα και στους οποίους θα μπορούσε να εκτεθεί και παρουσιάζει τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται στην υπό αναφορά αξιολόγηση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όταν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εφαρμόζει την προσαρμογή επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 81, την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 83 ή τα μεταβατικά μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 422 και 423 του παρόντος Νόμου, διεξάγει την αξιολόγηση συμμόρφωσης προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1), λαμβάνοντας και μη λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις προσαρμογές και τα μεταβατικά μέτρα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Στην περίπτωση που αναφέρεται η παράγραφος (γ) του εδαφίου (1), όταν χρησιμοποιείται εσωτερικό υπόδειγμα, η αξιολόγηση πραγματοποιείται μαζί με την αναπροσαρμογή, η οποία μετατρέπει τα αριθμητικά στοιχεία σχετικά με τον κίνδυνο σε μέτρηση κινδύνου και σε διαμόρφωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η εκτίμηση ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της επιχειρηματικής στρατηγικής και λαμβάνεται υπόψη σε συνεχή βάση στις στρατηγικές αποφάσεις της επιχείρησης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διενεργούν την αξιολόγηση που αναφέρεται στο εδάφιο (1) τακτικά και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά από οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στο προφίλ κινδύνου τους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ενημερώνουν τον Έφορο για τα αποτελέσματα της εσωτερικής εκτίμησης κινδύνου και φερεγγυότητας, στο πλαίσιο των πληροφοριών που διαβιβάζονται δυνάμει του άρθρου 38 του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Η αποτίμηση ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας δεν εξυπηρετεί στον υπολογισμό κεφαλαιακών απαιτήσεων:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας θα αναπροσαρμόζονται μόνο σύμφωνα με τα άρθρα 40, 270 έως 272 και 277 του παρόντος Νόμου.</p>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Σύστημα εσωτερικού ελέγχου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-47\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 47</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">47.</span>(1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα εσωτερικού ελέγχου (“internal control”), το οποίο περιλαμβάνει, τουλάχιστον, διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου, κατάλληλες ρυθμίσεις πληροφόρησης σε όλα τα επίπεδα της επιχείρησης και λειτουργία συμμόρφωσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η λειτουργία συμμόρφωσης περιλαμβάνει την παροχή συμβουλών στο διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης για τη συμμόρφωση με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, καθώς επίσης και εκτίμηση του πιθανού αντικτύπου, τυχόν αλλαγών στο νομικό περιβάλλον στις πράξεις της οικείας επιχείρησης και τον προσδιορισμό και την εκτίμηση του κινδύνου συμμόρφωσης.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Εσωτερικός έλεγχος</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-48\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 48</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">48.</span>(1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν ουσιαστική λειτουργία εσωτερικού ελέγχου (“internal audit”), η οποία περιλαμβάνει αξιολόγηση της επάρκειας και της αποτελεσματικότητας του συστήματος εσωτερικού ελέγχου καθώς και άλλων στοιχείων του συστήματος διακυβέρνησης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου είναι αντικειμενική και ανεξάρτητη από τις επιχειρησιακές λειτουργίες.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Τυχόν διαπιστώσεις και συστάσεις του εσωτερικού ελέγχου αναφέρονται στο διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης, το οποίο καθορίζει ποιες ενέργειες αναλαμβάνονται σε σχέση με κάθε ένα από τα συμπεράσματα και τις συστάσεις του εσωτερικού λογιστικού ελέγχου και διασφαλίζει την εκτέλεση των ενεργειών αυτών.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Αναλογιστική λειτουργία.</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-49\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 49</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">49.</span>(1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προβλέπουν αποτελεσματική αναλογιστική λειτουργία, η οποία- (α) συντονίζει τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων· (β) εξασφαλίζει την καταλληλότητα των μεθόδων και των υποκείμενων υποδειγμάτων που χρησιμοποιούνται, καθώς και των παραδοχών που γίνονται στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων· (γ) αξιολογεί την επάρκεια και ποιότητα των στοιχείων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων· (δ) συγκρίνει τις βέλτιστες εκτιμήσεις σε σχέση με τις εμπειρικές παρατηρήσεις· (ε) πληροφορεί το διοικητικό συμβούλιο σχετικά με την αξιοπιστία και καταλληλότητα του υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων· (στ) επιβλέπει τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 88 του παρόντος Νόμου· (ζ) εκφράζει γνώμη για τη γενική πολιτική ανάληψης ασφαλιστικών κινδύνων∙ (η) εκφράζει γνώμη σχετικά με την καταλληλότητα των αντασφαλιστικών συμφωνιών· και (θ) συμβάλλει στην αποτελεσματική εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 45, ιδίως σε σχέση με την υποδειγματοποίηση του κινδύνου στην οποία στηρίζεται ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων που αναφέρονται στο Έκτο Κεφάλαιο, τμήματα 4 και 5 του παρόντος Μέρους και της αξιολόγησης που προβλέπεται στο άρθρο 46 του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η αναλογιστική λειτουργία εκτελείται από πρόσωπα που διαθέτουν γνώση αναλογιστικών και οικονομικών μαθηματικών ανάλογη προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που είναι εγγενείς της επιχειρηματικής δραστηριότητας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, και τα οποία είναι σε θέση να αποδείξουν τη σχετική πείρα τους, σε σχέση με τα ισχύοντα επαγγελματικά και άλλου είδους πρότυπα, τα οποία καθορίζονται με Κανονισμούς που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο διορισμός του προσώπου που εκτελεί την αναλογιστική λειτουργία σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου ανακοινώνεται εγγράφως στον Έφορο μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών από το διορισμό. Στο έγγραφο της ανακοίνωσης αναφέρονται η ημέρα του διορισμού, το όνομα και τα προσόντα του προσώπου που διορίζεται και το γεγονός ότι πληροί τις προϋποθέσεις του εδαφίου (2).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία τερματίζεται ο διορισμός του προσώπου που εκτελεί την αναλογιστική λειτουργία για οποιαδήποτε αιτία, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει υποχρέωση μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών να προβεί στο διορισμό άλλου, εις αντικατάστασή του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ο τερματισμός του διορισμού του προσώπου που εκτελεί την αναλογιστική λειτουργία ανακοινώνεται εγγράφως στον Έφορο, από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και το ίδιο το πρόσωπο μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών, αφότου επεσυνέβη ο τερματισμός. Στο έγγραφο της ανακοίνωσης καθορίζονται οι λόγοι για τους οποίους τερματίστηκε ο διορισμός και ο Έφορος δύναται να ζητήσει περαιτέρω διευκρινήσεις για τους λόγους αυτούς, είτε από το ίδιο το πρόσωπο είτε από την ενδιαφερόμενη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος ενίσταται στο διορισμό του προσώπου που εκτελεί την αναλογιστική λειτουργία οφείλει να κοινοποιήσει εγγράφως την απόφασή του στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση , και σε τέτοια περίπτωση η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει υποχρέωση εντός τριάντα ημερών να διορίσει νέο πρόσωπο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία παραλείπει, χωρίς εύλογη αιτία, να διορίσει πρόσωπο που εκτελεί αναλογιστική λειτουργία εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στο παρόν άρθρο, δεν επιτρέπεται να ασκεί νέες ασφαλιστικές εργασίες, μέχρις ότου προβεί σε τέτοιο διορισμό και οποιαδήποτε παράβαση των διατάξεων του παρόντος εδαφίου επισύρει την επιβολή διοικητικού προστίμου από τον Έφορο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>(α) Η απόφαση του Εφόρου να μην εγκρίνει το πρόσωπο που θα εκτελεί αναλογιστική λειτουργία δύναται να προσβληθεί ενώπιον του Γενικού Διευθυντή σύμφωνα με τις διατάξει του άρθρου 347 του παρόντος Νόμου:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι η πιο πάνω απόφαση δύναται να προσβληθεί απευθείας με προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος. (β) Η απορριπτική απόφαση του Γενικού Διευθυντή επί προσφυγής που ασκείται σύμφωνα με την παράγραφο (α), δύναται να προσβληθεί με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι εκκρεμούσης της απόφασης του Γενικού Διευθυντή, ουδεμία προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος μπορεί να ασκηθεί.</p>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Εξωτερική ανάθεση (Εξωπορισμός).</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-50\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 50</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">50.</span>(1) Ανεξάρτητα από το κατά πόσο οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναθέτουν εξωτερικά επιχειρησιακές λειτουργίες ή άλλου είδους ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές δραστηριότητες, αυτές εξακολουθούν να έχουν την πλήρη ευθύνη εκπλήρωσης όλων των υποχρεώσεών τους δυνάμει του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση ή οποιωνδήποτε άλλων εκτελεστικών μέτρων εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, έχουν υποχρέωση να διασφαλίζουν ότι τυχόν εξωτερική ανάθεση κρίσιμων ή σημαντικών επιχειρησιακών λειτουργιών ή δραστηριοτήτων τους δεν αναλαμβάνεται με τρόπο που να οδηγεί σε κάποια από τις κατωτέρω καταστάσεις: (α) ουσιώδη μείωση της ποιότητας του συστήματος διακυβέρνησης της σχετικής επιχείρησης· (β) αδικαιολόγητη αύξηση του λειτουργικού κινδύνου· (γ) μείωση της ικανότητας του Εφόρου να παρακολουθεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων από την επιχείρηση· (δ) υπονόμευση της συνεχούς και ικανοποιητικής παροχής υπηρεσιών προς τους αντισυμβαλλομένους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν υποχρέωση να ενημερώνουν εγκαίρως τον Έφορο πριν από την εξωτερική ανάθεση κρίσιμων ή σημαντικών λειτουργιών ή δραστηριοτήτων, καθώς και για τυχόν μεταγενέστερες σημαντικές αλλαγές σε σχέση με τις λειτουργίες ή δραστηριότητες αυτές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο Έφορος δύναται, σε περίπτωση που κρίνει ότι η εξωτερική ανάθεση κρίσιμων ή σημαντικών λειτουργιών ή δραστηριοτήτων της επιχείρησης οδηγεί στις καταστάσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (2), να μην επιτρέψει την εξωτερική ανάθεση και να καλέσει την επιχείρηση όπως ακυρώσει οποιαδήποτε συμφωνία εξωτερικής ανάθεσης. Παράλειψη συμμόρφωσης με την απόφαση του Εφόρου που λαμβάνεται δυνάμει του παρόντος εδαφίου, επισύρει την επιβολή διοικητικού προστίμου από τον Έφορο.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις της Επιτροπής και ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα.</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-51\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 51</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">51.</span>(1) Ο Έφορος, κατά την άσκηση του εποπτικού ελέγχου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Τμήματος, εφαρμόζει τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, οι οποίες εκδίδονται από την Επιτροπή αναφορικά με- (α) τα στοιχεία των συστημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 43, 45, ιδίως τα πεδία που απαριθμούνται στο εδάφιο (3) του άρθρου 45, καθώς και στα άρθρα 47 και 48, εξαιρουμένων των στοιχείων που αφορούν στη διαχείριση των κινδύνων των τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών· (β) τις λειτουργίες που αναφέρονται στα άρθρα 45, 47, 48 και 49, εξαιρουμένων των λειτουργιών που αφορούν στη διαχείριση των κινδύνων των τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Έφορος κατά την άσκηση του εποπτικού ελέγχου δυνάμει του παρόντος Τμήματος, εφαρμόζει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, αναφορικά με- (α) τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 44 του παρόντος Νόμου και τις σχετικές λειτουργίες∙ (β) τους όρους για εξωτερική ανάθεση, ειδικότερα σε παρόχους υπηρεσιών εγκαταστημένους σε τρίτες χώρες.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο Έφορος, κατά την άσκηση εποπτείας αναφορικά με την εσωτερική εκτίμηση κινδύνου και φερεγγυότητας που πρέπει να διεξάγουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 46, εφαρμόζει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 17(I)/2025</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΤΜΗΜΑ 3 - ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση: περιεχόμενα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-52\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 52</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">52.</span>(1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν υποχρέωση να δημοσιοποιούν, σε ετήσια βάση, έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική τους κατάσταση, λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες που απαιτούνται στο εδάφιο (3) και τις αρχές που παρατίθενται στο εδάφιο (4) του άρθρου 38 του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η αναφερόμενη στο εδάφιο (1) έκθεση περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες, είτε αυτούσιες είτε με παραπομπές σε πληροφορίες αντίστοιχες, ως προς τη φύση και την έκταση, που δημοσιοποιούνται δυνάμει άλλων διατάξεων του παρόντος Νόμου: (α) την περιγραφή της δραστηριότητας και των επιδόσεων της επιχείρησης· (β) την περιγραφή του συστήματος διακυβέρνησης και εκτίμηση της καταλληλότητάς του για το προφίλ κινδύνου της επιχείρησης· (γ) την περιγραφή, χωριστά για κάθε κατηγορία κινδύνου, της έκθεσης στον κίνδυνο, της συγκέντρωσης κινδύνων, της μείωσης του κινδύνου και της ευαισθησίας στον κίνδυνο· (δ) την περιγραφή, χωριστά για τα στοιχεία του ενεργητικού, τις τεχνικές προβλέψεις, και τις λοιπές υποχρεώσεις, των βάσεων και μεθόδων που χρησιμοποιούνται για την αποτίμησή τους, με επεξήγηση τυχόν σημαντικών διαφορών στις βάσεις και τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την αποτίμησή τους σε οικονομικές καταστάσεις· (ε) την περιγραφή της διαχείρισης των κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον των ακολούθων: (i) της διάρθρωσης και του ύψους των ιδίων κεφαλαίων, καθώς και της ποιότητάς τους· (ii) των ποσών των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων και των απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας· (iii) της επιλογής που προβλέπεται στο άρθρο 417 του παρόντος Νόμου για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας· (iv) πληροφοριών που επιτρέπουν την ορθή κατανόηση των κυριότερων διαφορών μεταξύ των παραδοχών στις οποίες βασίζεται η τυποποιημένη μέθοδος και εκείνων του εσωτερικού υποδείγματος που χρησιμοποιεί από την επιχείρηση για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας· (v) του ποσού τυχόν μη συμμόρφωσης με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις ή τυχόν σημαντικής μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, ακόμα και εάν στη συνέχεια επιλύθηκαν τα προβλήματα, με επεξήγηση της προέλευσης και των επιπτώσεων, καθώς και των ενδεχόμενων μέτρων αποκατάστασης που έχουν ληφθεί.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όταν εφαρμόζεται η προσαρμογή επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 81 του παρόντος Νόμου, η περιγραφή που αναφέρεται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) περιλαμβάνει περιγραφή της προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης και του χαρτοφυλακίου των υποχρεώσεων και των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων στα οποία εφαρμόζεται η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης, καθώς και ποσοτική έκφραση του αντικτύπου που θα είχε στην οικονομική θέση της επιχείρησης η μεταβολή της προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης στο μηδέν καθώς επίσης και δήλωση για το αν χρησιμοποιείται από την επιχείρηση η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 83 και ποσοτική έκφραση του αντικτύπου που θα είχε στην οικονομική θέση της επιχείρησης η μεταβολή της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας στο μηδέν.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η περιγραφή που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i), της παραγράφου (ε) του εδαφίου (2) περιλαμβάνει ανάλυση οποιωνδήποτε σημαντικών αλλαγών σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο αναφοράς και επεξήγηση ενδεχόμενων σοβαρών διαφορών, σε σχέση με την αξία των στοιχείων αυτών στις οικονομικές καταστάσεις, και σύντομη περιγραφή της δυνατότητας μεταφοράς κεφαλαίων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η δημοσιοποίηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (ii) της παραγράφου (ε) του εδαφίου (2) εμφανίζει χωριστά το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητες 2 και 3 του παρόντος Μέρους και οποιεσδήποτε πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 40 ή τον αντίκτυπο των ειδικών παραμέτρων που η ασφαλιστική ή η αντασφαλιστική επιχείρηση καλείται να χρησιμοποιεί σύμφωνα με το άρθρο 117 του παρόντος Νόμου, παράλληλα με συνοπτικές πληροφορίες σχετικά με την αιτιολόγησή τους από τον Έφορο:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, με την επιφύλαξη οποιασδήποτε διάταξης του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση ή οποιωνδήποτε άλλων κατ΄εξουσιοδότηση πράξεων ή ρυθμιστικών ή εκτελεστικών τεχνικών προτύπων λαμβάνονται σε εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο αναφορικά με υποχρεωτική δημοσιοποίηση απαιτήσεων και ανεξάρτητα από τις διατάξεις της υποπαραγράφου (ii) της παραγράφου (ε) του εδαφίου (2), η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση ή ο αντίκτυπος των ειδικών παραμέτρων που απαιτείται να χρησιμοποιεί η ασφαλιστική ή η αντασφαλιστική επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 117 δεν χρειάζεται να δημοσιοποιούνται χωριστά κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου η οποία δεν υπερβαίνει την 31η Δεκεμβρίου 2020.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Η δημοσιοποίηση των απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από ένδειξη ότι το τελικό τους ύψος εξακολουθεί να υπόκειται σε εποπτική αξιολόγηση από τον Έφορο.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Πληροφορίες προς την EIOPA.</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-53\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 53</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">53.</span>Με την επιφύλαξη του άρθρου 35 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, ο Έφορος παρέχει σε ετήσια βάση τις ακόλουθες πληροφορίες στην EIOPA: (α) Τη μέση πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση ανά επιχείρηση και την κατανομή των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων που επιβλήθηκαν από την εποπτική αρχή κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, ως ποσοστό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας. Τα στοιχεία αυτά εμφανίζονται χωριστά για τα εξής: (i) τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις∙ (ii) τις επιχειρήσεις ασφάλισης Ζωής∙ (iii) τις επιχειρήσεις ασφάλισης Γενικής Φύσεως∙ (iv) τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις ασφαλίσεις Ζωής και Γενικής Φύσεως∙ (v) για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις˙ (β) για καθεμιά από τις δημοσιοποιήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του παρόντος άρθρου, το ποσοστό των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων που επιβάλλονται βάσει των παραγράφων (α), (β) και (γ) αντίστοιχα του εδαφίου (1) του άρθρου 40 του παρόντος Νόμου˙ (γ) τον αριθμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που επωφελούνται από περιορισμό στη συχνότητα της εποπτικής αναφοράς και τον αριθμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που εξαιρούνται από την αναλυτική υποβολή πληροφοριών ανά στοιχείο που αναφέρεται στα εδάφια (6) και (7) του άρθρου 38 του παρόντος Νόμου, μαζί με τον όγκο των κεφαλαιακών απαιτήσεών τους, των ασφαλίστρων τους, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού τους, υπολογισμένων αντίστοιχα ως ποσοστών του συνολικού όγκου των κεφαλαιακών απαιτήσεων, των ασφαλίστρων, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων του κράτους μέλους˙ (δ) τον αριθμό των ομίλων που επωφελούνται από περιορισμό στη συχνότητα της εποπτικής αναφοράς και τον αριθμό των ομίλων που εξαιρούνται από την αναλυτική υποβολή πληροφοριών ανά στοιχείο που αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 293 του παρόντος Νόμου, μαζί με τον όγκο των κεφαλαιακών απαιτήσεών τους, των ασφαλίστρων τους, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού τους, υπολογισμένων αντίστοιχα ως ποσοστών του συνολικού όγκου των κεφαλαιακών απαιτήσεων, των ασφαλίστρων, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού όλων των ομίλων.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση: εφαρμοζόμενες αρχές</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-54\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 54</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">54.</span>(1) Ο Έφορος επιτρέπει στις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να μην δημοσιεύουν πληροφορίες στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) εάν με τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών αυτών οι ανταγωνιστές της επιχείρησης αποκτούν σημαντικό αδικαιολόγητο πλεονέκτημα· (β) εάν προβλέπονται υποχρεώσεις προς τους αντισυμβαλλόμενους ή άλλου είδους συμβατικές σχέσεις ο οποίες δεσμεύουν την επιχείρηση για την τήρηση του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που ο Έφορος επιτρέψει τη μη δημοσιοποίηση πληροφοριών, οι επιχειρήσεις αναφέρουν το γεγονός αυτό στην έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση, εξηγώντας τους λόγους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο Έφορος επιτρέπει στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν δημοσιοποιήσεις –ή να αναφέρονται σε αυτές– που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με άλλες διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση ή άλλες κανονιστικές διατάξεις ευρωπαϊκού δικαίου, στο βαθμό που οι δημοσιοποιήσεις αυτές ισοδυναμούν με τις πληροφορίες που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 52 του παρόντος Νόμου, τόσο ως προς τη φύση τους όσο και ως προς το πεδίο τους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οι διατάξεις των εδαφίων (1) και (2), δεν εφαρμόζονται στις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο (ε) του εδαφίου (2) του άρθρου 52 του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση: επικαιροποιήσεις και εκούσια παροχή πρόσθετων πληροφοριών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-55\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 55</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">55.</span>(1) Σε περίπτωση σοβαρών εξελίξεων που επηρεάζουν σημαντικά τη συνάφεια των πληροφοριών που δημοσιοποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 51 και 54 του παρόντος Νόμου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δημοσιεύουν τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τη φύση και τα αποτελέσματα των εξελίξεων αυτών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), ως σοβαρές εξελίξεις θεωρούνται τουλάχιστον τα πιο κάτω: (α) Όταν παρατηρείται μη συμμόρφωση με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και ο Έφορος είτε θεωρεί ότι η επιχείρηση δεν θα είναι σε θέση να υποβάλει εφαρμόσιμο βραχυπρόθεσμο οικονομικό σχέδιο είτε δεν λαμβάνει τέτοιου είδους σχέδιο εντός ενός μηνός από την ημερομηνία που παρατηρήθηκε η μη συμμόρφωση, και σε τέτοια περίπτωση ο Έφορος απαιτεί από την οικεία επιχείρηση να δημοσιοποιήσει άμεσα το μέγεθος της μη συμμόρφωσης, μαζί με επεξήγηση της προέλευσης και των συνεπειών, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διορθωτικών μέτρων που έχουν ληφθεί. Εάν, παρά το βραχυπρόθεσμο οικονομικό σχέδιο που είχε αρχικά θεωρηθεί εφαρμόσιμο, δεν έχει επιλυθεί το πρόβλημα της μη συμμόρφωσης με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις εντός τριών μηνών από τη στιγμή που παρατηρήθηκαν, το γεγονός αυτό δημοσιοποιείται στο τέλος της περιόδου αυτής, μαζί με επεξήγηση της προέλευσης και των επιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διορθωτικών μέτρων που έχουν ληφθεί καθώς και περαιτέρω μέτρων που έχουν προγραμματισθεί. (β) όταν παρατηρείται σημαντική μη συμμόρφωση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και ο Έφορος δεν λαμβάνει εφαρμόσιμο σχέδιο ανάκαμψης εντός δύο μηνών από την ημερομηνία που παρατηρήθηκε η μη συμμόρφωση, και σε τέτοια περίπτωση ο Έφορος απαιτεί από την οικεία επιχείρηση να δημοσιοποιήσει άμεσα το ποσό της μη συμμόρφωσης, μαζί με επεξήγηση της προέλευσης και των συνεπειών, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διορθωτικών μέτρων που έχουν ληφθεί. Εάν, παρά το σχέδιο ανάκαμψης που είχε αρχικά θεωρηθεί εφαρμόσιμο, δεν έχει επιλυθεί το πρόβλημα της μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας εντός έξι μηνών από τη στιγμή που παρατηρήθηκαν, το γεγονός αυτό δημοσιοποιείται στο τέλος της περιόδου αυτής, μαζί με επεξήγηση της προέλευσης και των επιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν διορθωτικών μέτρων που έχουν ληφθεί καθώς και περαιτέρω διορθωτικών μέτρων που έχουν προγραμματισθεί.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δημοσιοποιούν, σε εκούσια βάση, οιαδήποτε πληροφορία ή επεξήγηση συνδεόμενη με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική τους κατάσταση, η δημοσιοποίηση της οποίας δεν απαιτείται ήδη σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) και των άρθρων 52 και 54 του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση: πολιτική και έγκριση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-56\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 56</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">56.</span>(1) Κάθε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση διαθέτει τα ενδεδειγμένα συστήματα και δομές προκειμένου να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 59 και 61, καθώς και στο εδάφιο (1) του άρθρου 62 του παρόντος Νόμου, και να διαθέτουν γραπτώς τεκμηριωμένη πολιτική που να εξασφαλίζει τη διαρκή καταλληλότητα πληροφοριών που δημοσιοποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 59, 61 και 62.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση αποτελεί αντικείμενο έγκρισης από το διοικητικό συμβούλιο της ασφαλιστικής ή της αντασφαλιστικής επιχείρησης και δημοσιεύεται μόνο μετά την έγκριση αυτή.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-57\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 57</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">57.</span>Κατά την άσκηση της εποπτικής του αρμοδιότητας δυνάμει του παρόντος Τμήματος, ο Έφορος εφαρμόζει τις σχετικές κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις και τα σχετικά εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΤΜΗΜΑ 4 - ΕΙΔΙΚΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Απόκτηση ή παύση ή μείωση συμμετοχών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-58\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 58</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">58.</span>(1) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (στο εξής, \"υποψήφιος αγοραστής\"), το οποίο, μεμονωμένα ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα, έχει αποφασίσει είτε να αποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή, κατά την έννοια του παρόντος Νόμου, στο κεφάλαιο ή στα δικαιώματα ψήφου μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, είτε να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, την ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να φθάνει ή να υπερβαίνει τα κατώτατα όρια του 20%, του 30% ή του 50%, ή ώστε η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να καταστεί θυγατρική του επιχείρηση (προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής), απευθύνει, καταρχάς, κοινοποίηση εγγράφως στον Έφορο για έγκριση, προσδιορίζοντας το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής, καθώς και τις προβλεπόμενες στο εδάφιο (4) του άρθρου 60 του παρόντος Νόμου σχετικές πληροφορίες.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο αποφασίζει να παύσει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, υποχρεούται να απευθύνει, καταρχάς, γραπτή κοινοποίηση στον Έφορο, προσδιορίζοντας το ύψος της συμμετοχής μετά την προτιθέμενη διάθεση από το εν λόγω πρόσωπο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αναφέρεται στο εδάφιο (2) και το οποίο αποφασίζει να μειώσει την ειδική συμμετοχή του, προκειμένου η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να μειωθεί σε λιγότερο από το κατώτατα όρια του 20%, 30% ή 50 % ή προκειμένου η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να παύσει να είναι θυγατρική, υποχρεούται, ομοίως, να απευθύνει γραπτή κοινοποίηση στον Έφορο για την απόφασή του προσδιορίζοντας το ύψος της προτιθέμενης διάθεσης από το εν λόγω πρόσωπο.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Περίοδος αξιολόγησης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-59\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 59</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">59.</span>(1) Ο Έφορος, αμέσως και εν πάση περιπτώσει εντός δύο εργασίμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης που απαιτείται δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 58 του παρόντος Νόμου, καθώς και σε περίπτωση ενδεχόμενης μεταγενέστερης παραλαβής των πληροφοριών που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο, ενημερώνει εγγράφως τον υποψήφιο αγοραστή για την παραλαβή τους καθώς και αναφορικά με την ημερομηνία της λήξης της περιόδου αξιολόγησης που προβλέπεται στο εδάφιο (2).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Έφορος αποφασίζει εντός μέγιστης περιόδου εξήντα εργασίμων ημερών (\"περίοδος αξιολόγησης\") από την ημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης της παραλαβής της κοινοποίησης και όλων των εγγράφων τα οποία απαιτείται να επισυνάπτονται στην κοινοποίηση, βάσει του καθορισμένου τύπου που προβλέπεται στο εδάφιο (4) του άρθρου 60 του παρόντος Νόμου, προκειμένου να διενεργήσει την αξιολόγηση που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του ιδίου άρθρου 60 (\"η αξιολόγηση\"):</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ο κάτοχος της ειδικής συμμετοχής είναι νομικό πρόσωπο, ο Έφορος έχει τις ακόλουθες εξουσίες: (α) Να ζητά πληροφορίες για την ταυτότητα των φυσικών προσώπων, τα οποία άμεσα ή έμμεσα ελέγχουν, κατά την έννοια του άρθρου 2 του παρόντος Νόμου, το νομικό αυτό πρόσωπο∙ και (β) να ζητά τη γνωστοποίηση των οικονομικών του καταστάσεων, τόσον κατά το χρόνο κτήσεως της ειδικής συμμετοχής όσον και μετέπειτα, εφόσον κρίνεται αναγκαίο από τον Έφορο, καθώς και όταν καθιστά την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θυγατρική του, προς το σκοπό ελέγχου της χρηματοοικονομικής του κατάστασης:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο της ταυτότητας των φυσικών προσώπων, τα οποία κατέχουν ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ο Έφορος δύναται να απαιτεί όπως συγκεκριμένα ποσοστά του συνόλου των μετοχών με δικαίωμα ψήφου ανήκουν σε ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα, που τυγχάνουν της προηγούμενης εγκρίσεως του Εφόρου:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται έτι περαιτέρω ότι, εντός της προθεσμίας των εξήντα ημερών, ο Έφορος δικαιούται να διεξάγει έρευνες για την καταλληλότητα ή την επαλήθευση της καταλληλότητας των προσώπων, τα οποία προτίθενται να αποκτήσουν συμμετοχή, συμπεριλαμβανομένων και των φυσικών προσώπων, τα οποία ελέγχουν τα συμμετέχοντα νομικά πρόσωπα, προς διασφάλιση της χρηστής διαχείρισης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και για το σκοπό αυτό ο Έφορος δύναται να συνεργάζεται με άλλες αρμόδιες αρχές εντός και εκτός Δημοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο Έφορος δύναται, εάν κρίνει αυτό απαραίτητο, κατά την περίοδο αξιολόγησης, και εν πάση περιπτώσει όχι μετά την πεντηκοστή εργάσιμη ημέρα της περιόδου αυτής, να απαιτεί εγγράφως περαιτέρω πληροφορίες, οι οποίες καθορίζονται συγκεκριμένα, και οι οποίες είναι αναγκαίες για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία ζητήθηκαν οι πληροφορίες από τον Έφορο και της ημερομηνίας παραλαβής της απάντησης του υποψήφιου αγοραστή, διακόπτεται η περίοδος αξιολόγησης, σε κάθε περίπτωση όχι για περίοδο πέραν των είκοσι εργάσιμων ημερών:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι ο Έφορος έχει διακριτική ευχέρεια να απαιτεί περαιτέρω πληροφορίες ή διευκρινίσεις χωρίς όμως αυτό να καταλήγει σε οποιαδήποτε περαιτέρω διακοπή της περιόδου αξιολόγησης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο Έφορος δύναται να παρατείνει τη διακοπή της περιόδου αξιολόγησης που αναφέρεται στην πρώτη επιφύλαξη του εδαφίου (3) έως τριάντα εργάσιμες ημέρες, εάν ο υποψήφιος αγοραστής: (α) είναι εγκατεστημένος ή υπόκειται σε ρυθμιστικό πλαίσιο τρίτης χώρας∙ ή (β) είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δεν υπόκειται σε εποπτεία δυνάμει του παρόντος Νόμου ή δυνάμει του περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμου του 2012 ή τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο του 2007 ή του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου του 2007, όπως οι Νόμοι αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>(α) Εάν ο Έφορος, μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησής του, αποφασίσει να μην εγκρίνει την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, ενημερώνει εγγράφως τον υποψήφιο αγοραστή, εντός δύο εργασίμων ημερών, και χωρίς να υπερβούν την περίοδο αξιολόγησης που αναφέρεται στο εδάφιο (2), εκθέτοντας τους λόγους της απόφασης αυτής:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, η δέουσα αιτιολόγηση της απόφασης μπορεί να δημοσιοποιείται κατόπιν αιτήματος του υποψήφιου αγοραστή, ενώ ο Έφορος δύναται, ανεξάρτητα από αίτημα του υποψήφιου αγοραστή, να προβαίνει στη δημοσιοποίηση της άρνησης παραχώρησης έγκρισης. (β) Η απόφαση του Εφόρου να μην εγκρίνει την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής δύναται να προσβληθεί ενώπιον του Γενικού Διευθυντή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 347 του παρόντος Νόμου:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι η πιο πάνω απόφαση του Εφόρου δύναται να προσβληθεί απευθείας με προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος. (γ) Η απορριπτική απόφαση του Γενικού Διευθυντή επί προσφυγής που ασκείται σύμφωνα με την παράγραφο (β), δύναται να προσβληθεί με προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, εκκρεμούσης της απόφασης του Γενικού Διευθυντή, ουδεμία προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος μπορεί να ασκηθεί.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Εάν ο Έφορος δεν αντιταχθεί εγγράφως στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, εντός της περιόδου αξιολόγησης, τότε η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής θεωρείται ότι εγκρίθηκε.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Ο Έφορος, εφόσον εγκρίνει την απόκτηση ειδικής συμμετοχής δύναται να ορίζει μέγιστη προθεσμία για την ολοκλήρωση της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής και να παρατείνει την προθεσμία αυτή, εφόσον το κρίνει αναγκαίο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Ο Έφορος δεν δύναται να επιβάλλει απαιτήσεις για την κοινοποίηση και για την έγκριση άμεσης ή έμμεσης απόκτησης δικαιωμάτων ψήφου ή κεφαλαίου αυστηρότερες από τις προβλεπόμενες στον παρόντα Νόμο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (3), οι υποψήφιοι αγοραστές οφείλουν να συμπεριλαμβάνουν στην κοινοποίησή τους τις πληροφορίες που καθορίζονται στο εδάφιο (4) του άρθρου 60 του παρόντος Νόμου, σύμφωνα με τα σχετικά ρυθμιστικά πρότυπα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται τα ρυθμιστικά σχετικά πρότυπα αναφορικά με τις προσαρμογές των κριτηρίων που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 60 και τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα αναφορικά με τις διαδικασίες, μορφότυπους και υποδείγματα για τη διαδικασία διαβούλευσης μεταξύ των σχετικών εποπτικών αρχών όπως καθορίζεται στο άρθρο 61 του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Αξιολόγηση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-60\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 60</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">60.</span>(1) Κατά την αξιολόγηση της κοινοποίησης που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 58 και των πληροφοριών που αναφέρονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 59 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος, προκειμένου να εξασφαλίσει την ορθή και συνετή διοίκηση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής και λαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη επιρροή του υποψήφιου αγοραστή στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, αξιολογεί την καταλληλότητα του υποψήφιου αγοραστή και την ορθότητα της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής από χρηματοοικονομική άποψη, με βάση όλα τα ακόλουθα κριτήρια: (α) Τη φήμη του υποψήφιου αγοραστή· (β) τη φήμη και την πείρα οποιουδήποτε προσώπου το οποίο θα διευθύνει τις δραστηριότητες της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, κατόπιν της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής· (γ) τη χρηματοοικονομική ευρωστία του υποψήφιου αγοραστή, ιδίως ως προς το είδος των δραστηριοτήτων που ασκούνται ή προβλέπεται ότι θα ασκούνται από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για την οποία προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής· (δ) την ικανότητα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης να ανταποκρίνεται και να συνεχίσει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας δυνάμει του παρόντος Νόμου, και, ανάλογα με την περίπτωση, άλλων νόμων ή οδηγιών που εκδίδονται από τον Έφορο, και ιδίως, οδηγιών που ρυθμίζουν θέματα αναφορικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, ιδίως δε το κατά πόσον ο όμιλος του οποίου θα καταστεί μέλος, διαθέτει δομή που καθιστά δυνατή την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας, την αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εποπτικών αρχών και τον προσδιορισμό της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ τους∙ (ε) Το κατά πόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά την έννοια των περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμων του 2007 έως 2014, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, ή ότι η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής είναι δυνατόν να αυξήσει αυτόν τον κίνδυνο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Έφορος δύναται να αντιταχθεί στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής μόνον εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι γι’ αυτό, με βάση τα κριτήρια του εδαφίου (1), ή εάν οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από τον υποψήφιο αγοραστή δεν είναι πλήρεις.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο Έφορος δεν επιβάλλει εκ των προτέρων όρους όσον αφορά το ύψος της συμμετοχής που πρέπει να αποκτηθεί, ούτε επιτρέπεται να εξετάζει την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής από πλευράς οικονομικών αναγκών της αγοράς.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο Έφορος γνωστοποιεί κατά τον καθορισμένο τύπο τις αναγκαίες πληροφορίες για τη διενέργεια της αξιολόγησης, οι οποίες πρέπει να του υποβάλλονται κατά την κοινοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 58 του παρόντος Νόμου, ο οποίος δεν μπορεί να περιλαμβάνει πληροφορίες που δεν είναι σχετικές με την προληπτική αξιολόγηση και οι οποίες είναι ανάλογες και προσαρμοσμένες στη φύση του υποψηφίου αγοραστή και της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Παρά τις διατάξεις των εδαφίων (1) μέχρι (4) του άρθρου 59 του παρόντος Νόμου, εάν κοινοποιηθούν στον Έφορο δύο ή περισσότερες προτάσεις για απόκτηση ή αύξηση ειδικών συμμετοχών στην ίδια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ο Έφορος αντιμετωπίζει όλους τους υποψήφιους αγοραστές αμερόληπτα.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Απόκτηση συμμετοχής από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που υπάγονται σε ρυθμιστικό πλαίσιο</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-61\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 61</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">61.</span>(1) Ο Έφορος, κατά την αξιολόγηση της απόκτησης συμμετοχής, διαβουλεύεται εκτενώς με τις οικείες εποπτικές αρχές άλλου κράτους μέλους, εφόσον ο υποψήφιος αγοραστής είναι: (α) Πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, εταιρεία επενδύσεων (ΕΠΕΥ) ή εταιρεία διαχείρισης κατά την έννοια του περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμου του 2012, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής∙ (β) η μητρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ΕΠΕΥ ή εταιρείας διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής· ή (γ) φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ΕΠΕΥ ή εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που η εποπτική αρχή άλλου κράτους μέλους ζητά διαβούλευση αναφορικά με κοινοποίηση ειδικής συμμετοχής σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που υπάγεται στην εποπτεία της και ο υποψήφιος αγοραστής υπάγεται στην εποπτεία του Εφόρου ή στην χρηματοπιστωτική εποπτεία άλλης αρχής στη Δημοκρατία, ο Έφορος παρέχει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κάθε ουσιαστική ή σχετική πληροφορία για την αξιολόγηση της απόκτησης, διαβιβάζει, κατόπιν αιτήματος της άλλης εποπτικής αρχής κάθε σχετική πληροφορία και γνωστοποιεί, με δική του πρωτοβουλία, όλες τις ουσιαστικής σημασίας πληροφορίες, επισημαίνοντας τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις του.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Ενημέρωση του Εφόρου από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-62\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 62</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">62.</span>(1) Οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπάγονται στην εποπτεία του Εφόρου, γνωστοποιούν στον Έφορο, μόλις ενημερωθούν σχετικά, τις αποκτήσεις ή εκποιήσεις συμμετοχών στο κεφάλαιό τους, οι οποίες αυξάνουν ή μειώνουν τα αντίστοιχα ποσοστά συμμετοχής πέραν των ποσοστών που αναφέρονται στο άρθρο 58 και στα εδάφια (1) έως (7) του άρθρου 59 του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπάγονται στην εποπτεία του Εφόρου, γνωστοποιούν επίσης στον Έφορο, τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος, τα ονόματα των μετόχων ή μελών που κατέχουν ειδικές συμμετοχές, καθώς και το ύψος των συμμετοχών αυτών, όπως προκύπτουν, μεταξύ άλλων, από τα στοιχεία που συγκεντρώνονται κατά την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων ή μελών, ή από τις πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση τους δυνάμει των κανονιστικών διατάξεων που διέπουν τις εταιρείες των οποίων οι μετοχές έχουν εισαχθεί σε χρηματιστήριο.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Ειδικές συμμετοχές και εξουσίες του Εφόρου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-63\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 63</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">63.</span>(1) Εφόσον κατά την κρίση του Εφόρου, η επιρροή των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 58 του παρόντος Νόμου είναι δυνατόν να αποβεί σε βάρος της συνετής και ορθής διαχείρισης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, στην οποία επιδιώκεται απόκτηση ειδικής συμμετοχής ή αύξησή της, ο Έφορος λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για τερματισμό της κατάστασης αυτής, και για το σκοπό αυτό, ο Έφορος γνωστοποιεί στα επηρεαζόμενα πρόσωπα τις ειδικότερες ενέργειες ή παραλείψεις τους ή τις παράλληλες δραστηριότητές τους σε άλλους τομείς που κατά την κρίση του είναι δυνατό να αποβούν σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και, αφού ακούσει τις απόψεις τους, τους υποδεικνύει τη λήψη κατάλληλων διορθωτικών μέτρων εντός ορισμένης προθεσμίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία πραγματοποιείται ειδική συμμετοχή ή αυξάνεται υφιστάμενη ειδική συμμετοχή πάνω από τα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 58 του παρόντος Νόμου, είτε χωρίς να ανακοινωθεί εκ των προτέρων στον Έφορο, είτε χωρίς να εγκριθεί η πραγματοποίησή της, πέραν από οποιαδήποτε άλλα μέτρα που δυνατό να λαμβάνονται από τον Έφορο δυνάμει του εδαφίου (5), παύει αυτοδικαίως να έχει αποτέλεσμα η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τη συμμετοχή αυτή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο Έφορος, με απόφασή του, δύναται να επιβάλλει στους κατόχους των ειδικών συμμετοχών που παραβιάζουν τις διατάξεις του παρόντος άρθρου περί ειδικής συμμετοχής, τις ακόλουθες κυρώσεις μεμονωμένα ή σωρευτικά- (α) διοικητικό πρόστιμο μέχρι ποσοστού 10% της αξίας των μετοχών που μεταβιβάστηκαν, χωρίς να τηρηθούν οι διατάξεις των προηγούμενων άρθρων του παρόντος Τμήματος· (β) αποκλεισμό των προσώπων αυτών από το Διοικητικό συμβούλιο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και από οποιαδήποτε διευθυντική θέση στην εταιρεία αυτή για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, προκειμένου περί φυσικών προσώπων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία παραλείπεται η ανακοίνωση στον Έφορο της αλλαγής της ταυτότητας φυσικού προσώπου, που ελέγχει νομικό πρόσωπο με ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστική εταιρεία, αυτοδικαίως παύει να έχει αποτέλεσμα η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τη συμμετοχή του νομικού προσώπου, στο δε φυσικό πρόσωπο ο Έφορος δύναται να επιβάλει την κύρωση που προβλέπεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (3).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία παραβιάζεται η υποχρέωση προς ανακοίνωση δυνάμει του παρόντος άρθρου, ο Έφορος δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο ύψους μέχρι ποσοστού 5% της αξίας των μετοχών που μεταβιβάστηκαν χωρίς προηγούμενη ανακοίνωση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης φυσικού ή νομικού προσώπου, που κατέχει άμεσα ή έμμεσα ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστική επιχείρηση, με τις διατάξεις του εδαφίου (1), ο Έφορος δύναται να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για τον τερματισμό της δυσμενούς επιρροής που ασκούν τα πρόσωπα αυτά στη διαχείριση της εταιρείας και ειδικότερα– (α) να διατάσσει την απομάκρυνσή τους από το διοικητικό συμβούλιο της ασφαλιστικής επιχείρησης και από οποιαδήποτε διευθυντική θέση σε αυτήν· (β) να αναστέλλει, μέχρι να αρθούν οι συνθήκες που επέβαλαν τη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων, την άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τις μετοχές που κατέχουν τα πρόσωπα αυτά· (γ) να απαγορεύει οποιαδήποτε νέα συναλλαγή ασφαλιστικής επιχείρησης με τα πρόσωπα αυτά καθώς και να κηρύσσει ληξιπρόθεσμα και αμέσως απαιτητά τα δάνεια που έχουν λάβει όλα τα πιο πάνω πρόσωπα από την ασφαλιστική εταιρεία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>(α) Οποιαδήποτε απόφαση του Εφόρου που λαμβάνεται δυνάμει του παρόντος άρθρου δύναται να προσβληθεί ενώπιον του Γενικού Διευθυντή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 347 του παρόντος Νόμου:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι η πιο πάνω απόφαση του Εφόρου δύναται να προσβληθεί απευθείας με προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος. (β) Η απορριπτική απόφαση του Γενικού Διευθυντή επί προσφυγής που ασκείται σύμφωνα με την παράγραφο (α), δύναται να προσβληθεί με προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, εκκρεμούσης της απόφασης του Γενικού Διευθυντή, ουδεμία προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος μπορεί να ασκηθεί.</p>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Δικαιώματα ψήφου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-64\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 64</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">64.</span>(1) Για τους σκοπούς του παρόντος Τμήματος, λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου που καθορίζονται στα άρθρα 28 και 30 των περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Νόμων του 2007 έως (Αρ. 2) του 2014, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, καθώς και οι όροι για την άθροισή τους που προβλέπονται στο εδάφιο (4) του άρθρου 32 και στο εδάφιο (1) του άρθρου 34 των εν λόγω Νόμων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τους σκοπούς του παρόντος Τμήματος, δεν λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου ή οι μετοχές, τις οποίες τυχόν κατέχουν ΕΠΕΥ ή πιστωτικά ιδρύματα ως αποτέλεσμα αναδοχής ή/και τοποθέτησης χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με το σημείο 6 του Μέρους Ι του Τρίτου Παραρτήματος των περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμων του 2007 μέχρι 2014, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω δικαιώματα, αφενός, δεν ασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ’ άλλον τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στη διαχείριση του εκδότη και, αφετέρου, εφόσον μεταβιβάζονται εντός ενός έτους από την απόκτηση.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΤΜΗΜΑ 5 - ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ, ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΓΚΛΙΣΗ ΤΩΝ ΕΠΟΠΤΙΚΩΝ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Υποχρέωση τήρησης επαγγελματικού απορρήτου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-65\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 65</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">65.</span>(1) Με την επιφύλαξη των εξεταστικών εξουσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δυνάμει του άρθρου 226 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), ο Έφορος, οι Βοηθοί Έφοροι καθώς και κάθε πρόσωπο της Υπηρεσίας ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ασκεί ή έχει ασκήσει οποιαδήποτε δραστηριότητα για λογαριασμό του Εφόρου, καθώς και οι ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες που ενεργούν εξ ονόματος του Εφόρου, δεσμεύονται από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 135 του Ποινικού Κώδικα, οι εμπιστευτικές πληροφορίες τις οποίες λαμβάνουν τα πρόσωπα που αναφέρονται στο εδάφιο (1), κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, δεν γνωστοποιούνται σε άλλο πρόσωπο ή αρχή, παρά μόνον σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή και κατά τρόπο ώστε να μην είναι δυνατόν να αναγνωρισθούν συγκεκριμένες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2), όταν ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει εκκαθαριστεί ή είναι σε διαδικασία εκκαθάρισης, οι εμπιστευτικές πληροφορίες που δεν αφορούν τους τρίτους που συμμετέχουν στις προσπάθειες διάσωσής της μπορούν να αποκαλύπτονται στα πλαίσια αστικών αγωγών.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Εφόρου και των εποπτικών αρχών άλλων κρατών μελών και της EIOPA</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-66\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 66</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">66.</span>(1) Οι διατάξεις του άρθρου 65 του παρόντος Νόμου, δεν εμποδίζουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Εφόρου και των εποπτικών αρχών άλλων κρατών μελών, υπόκεινται όμως στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου που αναφέρεται στο άρθρο 65.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Έφορος συνεργάζεται με την EIOPA για τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος Νόμου και παρέχει χωρίς καθυστέρηση στην EIOPA όλες τις πληροφορίες που της είναι απαραίτητες για να επιτελέσει το έργο της σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Συμφωνίες συνεργασίας με τρίτες χώρες</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-67\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 67</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">67.</span>(1) Η Δημοκρατία δύναται να συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας με τρίτες χώρες που προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Εφόρου και των εποπτικών αρχών τρίτων χωρών, καθώς και με αρχές ή όργανα τρίτων χωρών, όπως αυτές καθορίζονται στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 69 του παρόντος Νόμου, μόνον αν οι πληροφορίες που πρόκειται να αποκαλυφθούν καλύπτονται στην τρίτη χώρα, όσον αφορά το επαγγελματικό απόρρητο, από εγγυήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στο παρόν Τμήμα και νοουμένου ότι η ανταλλαγή πληροφοριών εξυπηρετεί την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων των εν λόγω αρχών ή οργάνων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία οι πληροφορίες που πρόκειται να αποκαλυφθούν από τον Έφορο σε τρίτη χώρα προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν αποκαλύπτονται παρά μόνον μετά από ρητή συμφωνία της εποπτικής αρχής του κράτους μέλους αυτού και ενδεχομένως μόνον για τους σκοπούς για τους οποίους συμφωνεί αυτή η αρχή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο Έφορος ανταλλάζει πληροφορίες με εποπτικές αρχές τρίτων χωρών, με τις οποίες συνάπτει συμφωνίες η EIOPA, σύμφωνα με τα όσα διαλαμβάνονται σε τέτοιες συμφωνίες.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Χρησιμοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-68\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 68</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">68.</span>(1) Με την επιφύλαξη των εξεταστικών εξουσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δυνάμει του άρθρου 226 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), ο Έφορος, όταν δέχεται εμπιστευτικές πληροφορίες σύμφωνα με τα άρθρα 65 ή 66 του παρόντος Νόμου, μπορεί να τις χρησιμοποιεί μόνον κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών του και για τους πιο κάτω σκοπούς: (α) Για τον έλεγχο της τήρησης των όρων ανάληψης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής δραστηριότητας και για τη διευκόλυνση της παρακολούθησης της άσκησης της δραστηριότητας αυτής, ιδίως όσον αφορά την παρακολούθηση των τεχνικών προβλέψεων, των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, και του συστήματος διακυβέρνησης· (β) για την επιβολή κυρώσεων, περιλαμβανομένων καταγγελιών στις οποίες προβαίνει ο Έφορος, σε οποιεσδήποτε άλλες αρμόδιες αρχές, συνδέσμους, οργανισμούς ή σώματα στη Δημοκρατία ή στο εξωτερικό κατά την άσκηση των εποπτικών του αρμοδιοτήτων και της υποχρέωσης συνεργασίας του με άλλες εποπτικές αρχές σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου∙ (γ) για σκοπούς κάθε διοικητικής, αστικής ή ποινικής διαδικασίας, στην οποία εμπλέκεται ο Έφορος, είτε ως διάδικος είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο∙</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), επιτρέπεται η ανακοίνωση εμπιστευτικών πληροφοριών από τον Έφορο και οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ Μέρους και κατ΄εντολήν του, εφόσον ο Έφορος αποφασίσει ότι για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή προστασίας των ασφαλισμένων ή διαφάνειας επιβάλλεται να δημοσιοποιεί αυτούσια ή περιληπτικά οποιεσδήποτε αποφάσεις ή πορίσματά του, περιλαμβανομένων αποφάσεων για επιβολή διοικητικών προστίμων, που λαμβάνει ή συντάσσει αντίστοιχα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση και οδηγιών και δυνάμει της κειμένης νομοθεσίας∙ 38(I)/2016 Ανταλλαγή πληροφοριών με λοιπές αρχές</div>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-69\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 69</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">69.</span>(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 65 και 68 του παρόντος Νόμου, επιτρέπεται- (α) Η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Εφόρου και των Βοηθών Εφόρων ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή εμπειρογνώμονα της Υπηρεσίας, για την εκπλήρωση των εποπτικών καθηκόντων τους· (β) η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Εφόρου και των Βοηθών Εφόρων ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου και εμπειρογνώμονα ο οποίος συμβάλλεται με τον Έφορο στα πλαίσια της άσκησης των εποπτικών του καθηκόντων∙ (γ) η ανταλλαγή πληροφοριών, για την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων τους, μεταξύ του Εφόρου και των πιο κάτω αρχών της Δημοκρατίας: (i) Της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και της Αρχής Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών· (ii) των εκκαθαριστών ή οποιωνδήποτε άλλων προσώπων που συμμετέχουν στην εκκαθάριση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και σε άλλες παρεμφερείς διαδικασίες· (iii) των ελεγκτών, στους οποίους έχει ανατεθεί ο κατά νόμον έλεγχος των λογαριασμών των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και των άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων· (iv) αρχών αρμόδιων για την εποπτεία των υπόχρεων οντοτήτων που αναφέρονται στο Άρθρο 2, παράγραφος 1, σημεία 1) και 2) της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, αναφορικά με τη συμμόρφωση με τον περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο ή κατά περίπτωση, την Οδηγία (ΕΕ) 2015/849. (δ) η διαβίβαση, προς τα όργανα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση διαδικασιών αναγκαστικής εκκαθάρισης ή προς ταμεία εγγύησης, των απαραίτητων πληροφοριών για την εκτέλεση του έργου τους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η ανταλλαγή πληροφοριών που αναφέρεται στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (1) μπορεί επίσης να λαμβάνει χώρα και μεταξύ των εν λόγω αρχών διαφορετικών κρατών μελών και σε κάθε περίπτωση οι πληροφορίες που λαμβάνονται από τις εν λόγω αρχές, όργανα και πρόσωπα υπόκεινται στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου που αναφέρεται στο άρθρο 65 του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4) και ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 65 μέχρι 68 του παρόντος Νόμου, επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Εφόρου και των πιο κάτω αρχών ή προσώπων: (α) Του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, ως αρμόδιας αρχής για την εκκαθάριση ασφαλιστικών επιχειρήσεων, αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και σε σχέση με άλλες παρεμφερείς διαδικασίες· (β) της Επιτροπής Δημόσιας Εποπτείας κατά την έννοια των περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμων του 2009 και 2013, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, υπεύθυνης για την εποπτεία των προσώπων τα οποία είναι επιφορτισμένα με τον κατά νόμον έλεγχο των λογαριασμών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, των πιστωτικών ιδρυμάτων, των εταιρειών επενδύσεων και των λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων· (γ) των ανεξάρτητων αναλογιστών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν δυνάμει του παρόντος Νόμου εποπτεία επ’ αυτών, καθώς και των οργάνων που είναι υπεύθυνα για την επιτήρηση των αναλογιστών αυτών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η ανταλλαγή των πληροφοριών του εδαφίου (3) επιτρέπεται εφόσον κατά την κρίση του Εφόρου συντρέχουν οι ακόλουθες κατ’ ελάχιστο προϋποθέσεις: (α) Οι πληροφορίες πρέπει να προορίζονται για την εκπλήρωση της αποστολής της εποπτείας ή του κατά νόμο ελέγχου, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο εδάφιο (3)· (β) οι διαβιβαζόμενες πληροφορίες υπόκεινται στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου του άρθρου 65 του παρόντος Νόμου· (γ) όταν οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν πρέπει να αποκαλύπτονται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των εποπτικών αρχών από τις οποίες προέρχονται και, εφόσον ενδείκνυται, μόνον για τους σκοπούς ως προς τους οποίους οι εν λόγω αρχές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ο Έφορος γνωστοποιεί στην Επιτροπή και στις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών την ταυτότητα των αρχών, προσώπων ή οργάνων που μπορούν να δέχονται πληροφορίες δυνάμει των εδαφίων (3) και (4).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 65 μέχρι 68 του παρόντος Νόμου και με στόχο τη σταθερότητα και την ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Εφόρου και του Εφόρου Εταιρειών, εφόσον συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) οι πληροφορίες πρέπει να προορίζονται για τον εντοπισμό και τη διερεύνηση παραβάσεων και του σκοπούς που καθορίζονται στο παρόν εδάφιο· (β) οι διαβιβαζόμενες πληροφορίες υπόκεινται στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου του άρθρου 65 του παρόντος Νόμου· (γ) όταν οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν μπορούν να αποκαλύπτονται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των εποπτικών αρχών από τις οποίες προέρχονται και, εφόσον ενδείκνυται, μόνον για τους σκοπούς ως προς τους οποίους οι εν λόγω αρχές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι σε περίπτωση που ο Έφορος Εταιρειών και Επίσημος Παραλήπτης ή ο Έφορος προβαίνει στον εντοπισμό ή τη διερεύνηση παραβάσεων χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες εντεταλμένων προς τούτο προσώπων, λόγω ειδικών προσόντων, που δεν ανήκουν στην Υπηρεσία τους, η δυνατότητα ανταλλαγής πληροφοριών δυνάμει του παρόντος εδαφίου μπορεί να επεκτείνεται και στα πρόσωπα αυτά, νοουμένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων (α) μέχρι (γ):</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος εδαφίου ο Έφορος Εταιρειών και Επίσημος Παραλήπτης ανακοινώνει στον Έφορο, και αντιστρόφως, την ταυτότητα και τους συγκεκριμένους τομείς ευθύνης των προσώπων στα οποία διαβιβάζονται οι εν λόγω πληροφορίες.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Ο Έφορος ανακοινώνει στην Επιτροπή και στις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών την ταυτότητα των αρχών, προσώπων ή οργάνων που μπορούν να δέχονται πληροφορίες δυνάμει του εδαφίου (6).</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 30(I)/2021 Αποκάλυψη πληροφοριών σε δημόσιες αρχές υπεύθυνες για τη χρηματοπιστωτική νομοθεσία</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-70\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 70</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">70.</span>(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 65 και 68 του παρόντος Νόμου, και με επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), επιτρέπεται η αποκάλυψη ορισμένων πληροφοριών από τον Έφορο και σε άλλες αρχές της δημόσιας υπηρεσίας, που είναι αρμόδιες για τη νομοθεσία περί εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, των επενδυτικών υπηρεσιών και των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και σε οποιουσδήποτε λειτουργούς ή πρόσωπα ενεργούν εν ονόματι των υπηρεσιών αυτών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η αποκάλυψη που προβλέπεται στο εδάφιο (1) είναι δυνατή μόνο αν απαιτείται για λόγους προληπτικού ελέγχου:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, οι πληροφορίες που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 66 και του εδαφίου (1) του άρθρου 69, καθώς και οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται μέσω των επιτόπιων ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 37 του παρόντος Νόμου, μπορούν να κοινολογούνται μόνον με τη ρητή συγκατάθεση των εποπτικών αρχών από τις οποίες προέρχονται οι πληροφορίες ή των εποπτικών αρχών του κράτους μέλους στο οποίο διενεργήθηκε ο επιτόπιος έλεγχος.</p>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Διαβίβαση πληροφοριών σε κεντρικές τράπεζες και νομισματικές αρχές</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-71\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 71</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">71.</span>(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 65 έως 70 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος μπορεί να διαβιβάζει πληροφορίες που προορίζονται για την εκπλήρωση της αποστολής τους στους ακόλουθους φορείς: (α) τις κεντρικές τράπεζες του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ), συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), και σε άλλους οργανισμούς με παρόμοια αποστολή υπό την ιδιότητά τους ως νομισματικών αρχών, όταν αυτές οι πληροφορίες είναι σημαντικές για την άσκηση των εκ του νόμου καθηκόντων τους, συμπεριλαμβανομένων της άσκησης νομισματικής πολιτικής και της συναφούς παροχής ρευστότητας, της εποπτείας συστημάτων πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού, και της διαφύλαξης της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος∙ (β) εφόσον κρίνεται σκόπιμο, σε άλλες δημόσιες αρχές στη Δημοκρατία επιφορτισμένες με την εποπτεία συστημάτων πληρωμών∙ και (γ) στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), εφόσον οι πληροφορίες αυτές είναι σημαντικές για την επιτέλεση των καθηκόντων του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένης της κατάστασης έκτακτης ανάγκης κατά την έννοια του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, ο Έφορος δύναται να διαβιβάζει αμελλητί πληροφορίες στις κεντρικές τράπεζες του ΕΣΣΚ, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ, αν οι πληροφορίες αυτές είναι σημαντικές για την άσκηση των εκ του νόμου καθηκόντων τους, συμπεριλαμβανομένων της άσκησης νομισματικής πολιτικής και της συναφούς παροχής ρευστότητας, της εποπτείας συστημάτων πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού και της διαφύλαξης της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος, και στο ΕΣΣΚ, αν αυτές οι πληροφορίες είναι σημαντικές για την άσκηση των καθηκόντων του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο Έφορος δύναται να ζητά πληροφορίες για σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 68 του παρόντος Νόμου, από τις αρχές ή τις οντότητες των εδαφίων (1) και (2):</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι οι πληροφορίες που λαμβάνονται από τον Έφορο δυνάμει του παρόντος εδαφίου, υπόκεινται στις διατάξεις περί επαγγελματικού απορρήτου που καθορίζονται στο παρόν Τμήμα.</p>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Επαγγελματικό απόρρητο</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-72\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 72</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">72.</span>(1) Αναφορικά με την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 345 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος, οι Βοηθοί Έφοροι και κάθε μέλος της Υπηρεσίας ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ασκεί ή έχει ασκήσει οποιαδήποτε δραστηριότητα για λογαριασμό του Εφόρου, θεωρούνται, για τους σκοπούς του Ποινικού Κώδικα, ως δημόσιοι λειτουργοί:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι το απόρρητο δεν ισχύει έναντι Δικαστηρίου, Ερευνητικής Επιτροπής που διορίσθηκε και ενεργεί δυνάμει του περί Ερευνητικών Επιτροπών Νόμου, ποινικού ανακριτή διεξάγοντος ανάκριση βάσει του άρθρου 4 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, της Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης, δυνάμει των περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμων του 2007 έως 2014, και Κοινοβουλευτικής Επιτροπής δυνάμει του περί της Καταθέσεως Στοιχείων και Πληροφοριών στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στις Κοινοβουλευτικές Επιτροπές Νόμου, νοουμένου ότι το παρόν άρθρο δεν ερμηνεύεται ότι παρέχει οποιαδήποτε επιπρόσθετη εξουσία.</p>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Εποπτική σύγκλιση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-73\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 73</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">73.</span>(1) Ο Έφορος, κατά την άσκηση των εποπτικών του αρμοδιοτήτων, λαμβάνει υπόψη του τη διάσταση, σχετική με την Ένωση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Έφορος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, λαμβάνει υπόψη τη σύγκλιση των μέσων και των μεθόδων εποπτείας που χρησιμοποιεί στην εφαρμογή των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών απαιτήσεων, οι οποίες έχουν θεσπιστεί με βάση την Οδηγία 2009/138/ΕΚ και όπως αυτές έχουν ενσωματωθεί στον παρόντα Νόμο. και για τον σκοπό αυτό- (α) Συμμετέχει είτε αυτοπροσώπως είτε διά εκπροσώπου του στις δραστηριότητες της EIOPA∙ (β) καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να συμμορφώνεται προς τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις της EIOPA σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και αναφέρει τους λόγους σε περίπτωση που δεν το πράξει· (γ) διασφαλίζει ότι η άσκηση των αρμοδιοτήτων του δυνάμει του παρόντος Νόμου, δεν παρεμποδίζει την άσκηση των καθηκόντων του ως μέλος της EIOPA ή βάσει της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΤΜΗΜΑ 6 - ΕΛΕΓΧΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΚΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΕΛΕΓΚΤΩΝ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Καθήκοντα ελεγκτών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-74\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 74</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">74.-(1) Οι Ετήσιοι και Ενοποιημένοι Λογαριασμοί των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ελέγχονται από ελεγκτές δυνάμει του περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμου του 2009, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και των διατάξεων του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι ελεγκτές στο πλαίσιο του ελέγχου τους δυνάμει του εδαφίου (1), ελέγχουν τις πληροφορίες που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 38 του παρόντος Νόμου, οι οποίες καθορίζονται με Οδηγίες του Εφόρου, μετά από διαβούλευση με τους εμπλεκόμενους φορείς, εξαιρουμένων των πληροφοριών, σε σχέση με το σύστημα διακυβέρνησης που εφαρμόζουν οι επιχειρήσεις, των κινδύνων που αντιμετωπίζουν και των συστημάτων διαχείρισης κινδύνων και υποβάλλουν ξεχωριστή έκθεση σε σχέση με αυτές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Τα περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται στις πληροφορίες που υποβάλλονται από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σύμφωνα με την υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 38 του παρόντος Νόμου, για τη δεύτερη και την τέταρτη τριμηνία του οικονομικού έτους θα ελέγχονται από τους ελεγκτές, οι οποίοι θα υποβάλλουν σχετική έκθεση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οι ελεγκτές, οι οποίοι, δυνάμει του εδαφίου (1), διενεργούν έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων λογαριασμών των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή κάθε άλλη νόμιμη αποστολή στα πλαίσια των καθηκόντων τους, υποχρεούνται να γνωστοποιούν άμεσα στον Έφορο αναφορικά με την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που ελέγχουν κάθε απόφαση ή πραγματικό περιστατικό που αφορά την επιχείρηση αυτή, που περιέρχεται στη γνώση τους κατά την άσκηση των ως άνω καθηκόντων και που είναι δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα- (α) ουσιώδη παράβαση των νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων οι οποίες καθορίζουν τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας, ή διέπουν ειδικά την άσκηση των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης· (β) να θίξει τη συνέχιση της λειτουργίας της εκάστοτε ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης· (γ) την άρνηση της επικύρωσης των λογαριασμών ή τη διατύπωση επιφυλάξεων· (δ) τη μη συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας· (ε) τη μη συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Οι ελεγκτές έχουν επίσης την ίδια υποχρέωση που προβλέπεται στο εδάφιο (1), σε ό,τι αφορά σε πραγματικά περιστατικά και σε αποφάσεις των οποίων λαμβάνουν γνώση στο πλαίσιο της άσκησης καθηκόντων τους σε επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς απορρέοντες από σχέση ελέγχου με την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην οποία τα πρόσωπα αυτά έχουν αναλάβει τα εν λόγω καθήκοντα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Η καλή τη πίστει γνωστοποίηση στον Έφορο γεγονότων ή αποφάσεων που αναφέρονται στα εδάφια (1) και (4) από τους ελεγκτές ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων δεν αποτελεί παράβαση τυχόν περιορισμού γνωστοποίησης πληροφοριών που επιβάλλεται από σύμβαση ή νομοθετική ή κανονιστική ή διοικητική διάταξη και δε συνεπάγεται οποιαδήποτε ευθύνη για τα πρόσωπα αυτά.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>(α) Σε περίπτωση σοβαρής παραβίασης των καθηκόντων του ελεγκτή, ο Έφορος με δεόντως αιτιολογημένη απόφασή του, δύναται να απαιτήσει από την ασφαλιστική ή την αντασφαλιστική επιχείρηση, τον άμεσο τερματισμό του διορισμού του ελεγκτή, και η επιχείρηση υποχρεούται να συμμορφωθεί:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι η απόφαση του Εφόρου δύναται να προσβληθεί ενώπιον του Γενικού Διευθυντή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 347 του παρόντος Νόμου:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι η πιο πάνω απόφαση του Εφόρου δύναται να προσβληθεί απευθείας με προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος. (β) Η απορριπτική απόφαση του Γενικού Διευθυντή επί προσφυγής που ασκείται σύμφωνα με την παράγραφο (α), δύναται να προσβληθεί με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, εκκρεμούσης της απόφασης του Γενικού Διευθυντή, ουδεμία προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος μπορεί να ασκηθεί.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Παράβαση των διατάξεων του παρόντος άρθρου από οποιοδήποτε πρόσωπο επισύρει την επιβολή διοικητικού προστίμου από τον Έφορο σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους ΙΧ του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 ΠΕΜΠΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΚΗΣΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ Άσκηση των δραστηριοτήτων ασφάλισης Ζωής και Γενικής Φύσεως</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-75\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 75</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">75.</span>(1) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (5), η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών χορηγείται αποκλειστικά για την άσκηση είτε εργασιών στην ασφάλιση Γενικής Φύσεως, είτε εργασιών στην ασφάλιση Ζωής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του εδαφίου (1)- (α) οι επιχειρήσεις, οι οποίες λαμβάνουν άδεια προκειμένου να ασκήσουν εργασίες ασφάλισης Ζωής, δικαιούνται επίσης να λαμβάνουν άδεια για εργασίες ασφάλισης Γενικής Φύσεως για τους κινδύνους που καταγράφονται στους Κλάδους ατυχημάτων και ασθενειών (κλάδοι 1 και 2, στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου)· (β) οι επιχειρήσεις, οι οποίες λαμβάνουν άδεια αποκλειστικά για τους κινδύνους που καταγράφονται στους Κλάδους ατυχημάτων και ασθενειών (κλάδοι 1 και 2, στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος), δικαιούνται να λαμβάνουν άδεια προκειμένου να ασκήσουν εργασίες ασφάλισης Ζωής:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, κάθε εργασία τελεί υπό χωριστή διαχείριση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 76 του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε αντίθετες διατάξεις του παρόντος Νόμου, οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (2) δύνανται να τηρούν τους λογιστικούς κανόνες οι οποίοι διέπουν τις επιχειρήσεις ασφάλισης Ζωής για το σύνολο των δραστηριοτήτων τους και μέχρι την ύπαρξη συντονισμού μεταξύ των κρατών μελών επί του θέματος, οι εν λόγω επιχειρήσεις εφαρμόζουν σε σχέση με την εκκαθάριση τους ίδιους κανόνες με τις επιχειρήσεις ασφάλισης Ζωής, για τις δραστηριότητές τους που έχουν σχέση με τους κινδύνους ατυχημάτων και ασθενειών (Κλάδοι 1 και 2 στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση που επιχείρηση ασφάλισης Γενικής Φύσεως έχει οικονομικούς, εμπορικούς, ή διοικητικούς δεσμούς με επιχείρηση ασφάλισης Ζωής, ο Έφορος διασφαλίζει μέσα από την άσκηση της εποπτείας τους, ότι οι λογαριασμοί των σχετικών επιχειρήσεων δεν νοθεύονται από συμφωνίες μεταξύ τους ούτε από οποιοδήποτε άλλο διακανονισμό ικανό να επηρεάσει την κατανομή των εξόδων και εσόδων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Επιχειρήσεις οι οποίες κατά την 1η Μαῒου 2004 ασκούσαν ταυτοχρόνως δραστηριότητες ασφάλισης Ζωής και Γενικής Φύσεως που εμπίπτουν στον παρόντα Νόμο και συνεχίζουν να ασκούν τις εν λόγω δραστηριότητες κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, δικαιούνται να συνεχίσουν να τις ασκούν ταυτοχρόνως, υπό τον όρο ότι κάθε δραστηριότητα τελεί υπό χωριστή διαχείριση σύμφωνα με το άρθρο 76 του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Χωριστή διαχείριση των ασφαλίσεων Ζωής και Γενικής Φύσεως</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-76\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 76</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">76.</span>(1) Η αναφερόμενη στο άρθρο 75 του παρόντος Νόμου χωριστή διαχείριση οργανώνεται κατά τρόπο ώστε οι εργασίες ασφάλισης Ζωής να τελούν υπό χωριστή διαχείριση από τις εργασίες ασφάλισης Γενικής Φύσεως και τα αντίστοιχα συμφέροντα των αντισυμβαλλομένων ασφαλίσεων Ζωής και Γενικής Φύσεως δεν παραβλάπτονται, και ιδιαίτερα, τα κέρδη από την ασφάλιση Ζωής να τα καρπούνται οι ασφαλισμένοι της ασφάλισης Ζωής, ωσάν η ασφαλιστική επιχείρηση να ασκούσε μόνο εργασίες ασφάλισης Ζωής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 106 και 135 του παρόντος Νόμου, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που αναφέρονται στα εδάφια (2) και (5) του άρθρου 3 υπολογίζουν και τα δύο πιο κάτω: (α) ένα θεωρητικό ποσό για τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις Ζωής όσον αφορά τις εργασίες που αφορούν σε ασφάλιση ή αντασφάλιση Ζωής, υπολογιζόμενο ως εάν η σχετική επιχείρηση να ασκούσε μόνον αυτές τις εργασίες, με βάση τους χωριστούς λογαριασμούς που αναφέρονται στο εδάφιο (6)· και (β) ένα θεωρητικό ποσό για τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις Γενικής Φύσεως όσον αφορά τις εργασίες που αφορούν σε ασφάλιση ή αντασφάλιση Γενικής Φύσεως, υπολογιζόμενο ως εάν η σχετική επιχείρηση να ασκούσε μόνον αυτές τις εργασίες, με βάση τους χωριστούς λογαριασμούς που αναφέρονται στο εδάφιο (6).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κατ’ ελάχιστο όριο, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που αναφέρονται στα εδάφια (2) και (5) του άρθρου 75 του παρόντος Νόμου καλύπτουν τα ακόλουθα με αντίστοιχο ποσό στοιχείων των επιλέξιμων βασικών ιδίων κεφαλαίων: (α) το θεωρητικό ποσό για τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις Ζωής όσον αφορά τις εργασίες ασφάλισης Ζωής· (β) το θεωρητικό ποσό για τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις Γενικής Φύσεως όσον αφορά τις εργασίες ασφάλισης Γενικής Φύσεως:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, τα ελάχιστα όρια οικονομικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο σχετικά με τις δραστηριότητες ασφάλισης Ζωής και ασφάλισης Γενικής Φύσεως, δεν βαρύνουν την άλλη δραστηριότητα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Εφόσον πληρούνται τα ελάχιστα όρια οικονομικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (3), και υπό την επιφύλαξη της υποχρέωσης για ενημέρωση του Εφόρου, η επιχείρηση δύναται να χρησιμοποιεί, για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που αναφέρονται στο άρθρο 106 του παρόντος Νόμου, τα εμφανή στοιχεία των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων, που είναι ακόμη διαθέσιμα για τη μία ή την άλλη δραστηριότητα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ο Έφορος, αναλύοντας τα αποτελέσματα τόσο των δραστηριοτήτων ασφάλισης Ζωής όσο και ασφάλισης Γενικής Φύσεως, μεριμνά για την τήρηση των απαιτήσεων των εδαφίων (1) μέχρι (4).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να συντάσσουν τους λογαριασμούς τους κατά τρόπο ώστε να εμφανίζουν τις πηγές των αποτελεσμάτων για τις εργασίες ασφαλίσεων Ζωής και Γενικής Φύσεως χωριστά και όλα τα έσοδα, ιδίως τα ασφάλιστρα, οι καταβολές των αντασφαλιστών και τα έσοδα από επενδύσεις, όπως και τα έξοδα, ιδίως οι ασφαλιστικοί διακανονισμοί, οι προσαυξήσεις στις τεχνικές προβλέψεις, τα αντασφάλιστρα και οι δαπάνες λειτουργίας για τις ασφαλιστικές εργασίες, αναλύονται κατά πηγή προελεύσεως. Τα κοινά για τις δύο δραστηριότητες στοιχεία καταχωρίζονται στους λογαριασμούς σύμφωνα με μέθοδο κατανομής αποδεκτή από τον Έφορο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν, βάσει των λογαριασμών, να συντάσσουν έγγραφο στο οποίο εμφανίζονται αναλυτικά, σύμφωνα με το εδάφιο (4) του άρθρου 104 του παρόντος Νόμου, τα στοιχεία των επιλέξιμων βασικών ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν κάθε θεωρητικό ποσό ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (2).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Σε περίπτωση ανεπάρκειας του ποσού των στοιχείων των επιλέξιμων βασικών ιδίων κεφαλαίων όσον αφορά μία από τις δραστηριότητες, προκειμένου να καλυφθούν τα ελάχιστα όρια οικονομικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (3), ο Έφορος εφαρμόζει, για την ελλειμματική δραστηριότητα, τα μέτρα που προβλέπονται στην παρόντα Νόμο, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα που απέδωσε η άλλη δραστηριότητα. Κατά παρέκκλιση από την επιφύλαξη του εδαφίου (3), τα μέτρα αυτά δύνανται να συνίστανται στη χορήγηση αδείας μεταφοράς εμφανών στοιχείων των επιλέξιμων βασικών ιδίων κεφαλαίων από τη μία δραστηριότητα στην άλλη.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 ΕΚΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ, ΤΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΠΡΟΒΛΕΨΕΩΝ, ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ, ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ, ΤΩΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΤΜΗΜΑ 1 - ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Αποτίμηση στοιχείων ενεργητικού και παθητικού</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-77\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 77</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">77.</span>(1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού ως ακολούθως: (α) Τα στοιχεία του ενεργητικού αποτιμώνται στο ποσό για το οποίο μπορούν να ανταλλαγούν μεταξύ καλώς πληροφορημένων και πρόθυμων ατόμων στο πλαίσιο μιας συναλλαγής με ίσους όρους· (β) τα στοιχεία του παθητικού αποτιμώνται στο ποσό για το οποίο μπορούν να μεταβιβάζονται, ή να διακανονίζονται, μεταξύ καλώς πληροφορημένων και προθύμων ατόμων στο πλαίσιο μιας συναλλαγής με ίσους όρους και κατά την αποτίμηση αυτή δεν γίνεται καμία προσαρμογή προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ιδία πιστωτική διαβάθμιση της ασφαλιστικής ή της αντασφαλιστικής επιχείρησης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις προσδιορίζουν τις μεθόδους και τις παραδοχές που πρέπει να χρησιμοποιούνται στην αποτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (1).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν- (α) τον βαθμό στον οποίο οι κατ' εξουσιοδότηση πράξεις του εδαφίου (2) απαιτούν τη χρήση των διεθνών λογιστικών προτύπων όπως εγκρίθηκαν από την Επιτροπή σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 για την εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων, τη συνέπεια αυτών των λογιστικών προτύπων με την προσέγγιση της αποτίμησης των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού όπως καθορίζεται στα εδάφια (1) και (2)∙ (β) τις μεθόδους και τις παραδοχές που πρέπει να χρησιμοποιούνται όταν είτε δεν υπάρχουν διαθέσιμες χρηματιστηριακές τιμές είτε τα διεθνή λογιστικά πρότυπα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 είναι σε προσωρινή ή σε μόνιμη βάση ασύμβατα με την προσέγγιση αποτίμησης των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που καθορίζεται στα εδάφια (1) και (2)· (γ) τις μεθόδους και τις παραδοχές που πρέπει να χρησιμοποιούνται στην αποτίμηση του ενεργητικού και του παθητικού, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (1), όταν οι κατ' εξουσιοδότηση πράξεις του εδαφίου (2) προβλέπουν τη χρήση εναλλακτικών μεθόδων αποτίμησης.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΤΜΗΜΑ 2 - ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΜΕ ΤΙΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Γενικές διατάξεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-78\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 78</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">78.</span>(1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να προβαίνουν στο σχηματισμό τεχνικών προβλέψεων αναφορικά με όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές τους υποχρεώσεις έναντι των αντισυμβαλλομένων και δικαιούχων των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η αξία των τεχνικών προβλέψεων πρέπει να αντιστοιχεί στο τρέχον ποσό που θα έπρεπε να καταβάλει μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εάν μεταβίβαζε τις συμβατικές της υποχρεώσεις σε άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων που χρησιμοποιεί είναι συνεπής με πληροφορίες που παρέχουν οι χρηματοοικονομικές αγορές και τα γενικά διαθέσιμα δεδομένα για την ανάληψη ασφαλιστικών κινδύνων (συνέπεια με την αγορά).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οι τεχνικές προβλέψεις υπολογίζονται με συνετό, αξιόπιστο και αντικειμενικό τρόπο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στα εδάφια (2), (3) και (4) και λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που καθορίζονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 77 του παρόντος Νόμου, ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 79 μέχρι 88 και 92 του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Υπολογισμός τεχνικών προβλέψεων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-79\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 79</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">79.</span>(1) Η αξία των τεχνικών προβλέψεων ισούται προς το άθροισμα της βέλτιστης εκτίμησης και ενός περιθωρίου κινδύνου, όπως προβλέπεται στις πιο κάτω παραγράφους (α) μέχρι (δ) και στο εδάφιο (2): (α) Η βέλτιστη εκτίμηση αντιστοιχεί στον μέσο όρο των μελλοντικών ταμειακών ροών, σταθμισμένων βάσει πιθανοτήτων, λαμβανομένης υπόψη της χρονικής αξίας του χρήματος (αναμενόμενη παρούσα αξία μελλοντικών ταμειακών ροών) χρησιμοποιώντας την κατάλληλη καμπύλη επιτοκίου χωρίς κίνδυνο. (β) Ο υπολογισμός της βέλτιστης εκτίμησης βασίζεται σε επικαιροποιημένες και αξιόπιστες πληροφορίες και σε ρεαλιστικές παραδοχές και πραγματοποιείται με τη χρήση κατάλληλων, εφαρμόσιμων και συναφών αναλογιστικών και στατιστικών μεθόδων. (γ) Η πρόβλεψη των ταμειακών ροών που χρησιμοποιείται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης λαμβάνει υπόψη όλες τις ταμειακές εισροές και εκροές που απαιτούνται για τον διακανονισμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων για όλη τη διάρκειά τους. (δ) Η βέλτιστη εκτίμηση υπολογίζεται ακαθάριστη, χωρίς να αφαιρούνται τα ποσά που είναι ανακτήσιμα από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού. Τα ποσά αυτά υπολογίζονται χωριστά, σύμφωνα με το άρθρο 87 του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το περιθώριο κινδύνου είναι τέτοιο που να εξασφαλίζει ότι η αξία των τεχνικών προβλέψεων ισοδυναμεί με το ποσό, το οποίο οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναμένεται να χρειασθούν προκειμένου να αναλάβουν και να ικανοποιήσουν τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τη βέλτιστη εκτίμηση και το περιθώριο κινδύνου χωριστά. Ωστόσο, εάν μελλοντικές ταμειακές ροές που συνδέονται με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις μπορούν να αναπαραχθούν αξιόπιστα με τη χρήση χρηματοοικονομικών μέσων η αξιόπιστη αγοραία αξία των οποίων είναι παρατηρήσιμη, η αξία των τεχνικών προβλέψεων που συνδέονται με τις συγκεκριμένες μελλοντικές ταμειακές ροές προσδιορίζεται στη βάση της αγοραίας αξίας των εν λόγω χρηματοοικονομικών μέσων και στην περίπτωση αυτή, δεν απαιτούνται χωριστοί υπολογισμοί της βέλτιστης εκτίμησης και του περιθωρίου κινδύνου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Όταν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν χωριστά τη βέλτιστη εκτίμηση και το περιθώριο κινδύνου, το περιθώριο κινδύνου υπολογίζεται με τον καθορισμό του κόστους παροχής ποσού επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων ίσων προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που είναι αναγκαία για τη στήριξη των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων για όλη τη διάρκειά τους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Το επιτόκιο που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του κόστους παροχής αυτού του ποσού επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων (επιτόκιο κόστους κεφαλαίου) είναι το ίδιο για όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και πρέπει να αναθεωρείται περιοδικά.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Το επιτόκιο του κόστους κεφαλαίου που χρησιμοποιείται ισούται με το πρόσθετο επιτόκιο, επιπλέον του σχετικού επιτοκίου χωρίς κίνδυνο, με το οποίο θα επιβαρυνόταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η οποία διαθέτει ποσό επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων, όπως προβλέπεται στο Τμήμα 3 του παρόντος Κεφαλαίου, ίσο με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, απαραίτητο για τη στήριξη της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής υποχρέωσης για όλη τη διάρκεια της εν λόγω υποχρέωσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Σε περίπτωση που οι τεχνικές πληροφορίες που προσδιορίζονται και δημοσιεύονται από την EIOPA σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (1) του άρθρου 77ε της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ εγκρίνονται από την Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 77ε της εν λόγω Οδηγίας, οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τις χρησιμοποιούν στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, στον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης σύμφωνα με το άρθρο 82 και στον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας σύμφωνα με το άρθρο 83:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, για τα νομίσματα και τις εθνικές αγορές όπου η προσαρμογή που αναφέρεται στις διατάξεις του σημείου (γ) της παραγράφου (1) του άρθρου 77ε της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ δεν καθορίζεται στις εκτελεστικές πράξεις της παραγράφου (2) του άρθρου 77ε της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, δεν εφαρμόζεται προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης.</p>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 88(I)/2017 Παρέκταση της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-80\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 80</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">80.</span>(1) Ο προσδιορισμός της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου που αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 79 του παρόντος Νόμου, γίνεται με τη χρήση των πληροφοριών που συνάγονται από τα σχετικά χρηματοπιστωτικά μέσα και είναι συνεπής προς τις πληροφορίες αυτές. Κατά τον προσδιορισμό αυτό, λαμβάνονται υπόψη τα σχετικά χρηματοπιστωτικά μέσα για ληκτότητες για τις οποίες οι αγορές των συγκεκριμένων χρηματοπιστωτικών μέσων καθώς και των ομολόγων μπορεί να θεωρηθεί ότι διαθέτουν βάθος, ρευστότητα και διαφάνεια. Για ληκτότητες για τις οποίες οι αγορές των σχετικών χρηματοπιστωτικών μέσων ή ομολόγων δεν διαθέτουν πλέον βάθος, ρευστότητα και διαφάνεια, η σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου προκύπτει με παρέκταση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για κάθε νόμισμα, το παρεκτεταμένο τμήμα της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου βασίζεται σε επιτόκια πρόσω που συγκλίνουν ομαλά από ένα αρχικό επιτόκιο πρόσω ή σύνολο επιτοκίων πρόσω σε σχέση με τις μεγαλύτερες ληκτότητες για τις οποίες μπορούν να παρατηρούνται τα σχετικά χρηματοπιστωτικά μέσα και τα ομόλογα σε μια αγορά με βάθος και ρευστότητα, μέχρι ένα οριστικό επιτόκιο πρόσω.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Προσαρμογή επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-81\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 81</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">81.</span>(1) Οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να εφαρμόζουν προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης ενός χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης Ζωής, συμπεριλαμβανομένων προσόδων από συμβάσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης Γενικής Φύσεως, υπό τον όρο ότι υπάρχει προηγούμενη έγκριση του Εφόρου, όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει δεσμεύσει ένα χαρτοφυλάκιο στοιχείων ενεργητικού, αποτελούμενο από ομόλογα κι άλλα στοιχεία ενεργητικού με παρόμοια χαρακτηριστικά ταμειακής ροής, για την κάλυψη τη βέλτιστης εκτίμησης του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης και διατηρεί τη δέσμευση αυτή για όλη τη διάρκεια ισχύος των υποχρεώσεων, εκτός αν πρόκειται για διατήρηση της αντιστοιχίας των αναμενόμενων ταμειακών ροών μεταξύ των στοιχείων ενεργητικού και των στοιχείων παθητικού σε περιπτώσεις ουσιαστικής μεταβολής των ταμειακών ροών· (β) ο προσδιορισμός, η οργάνωση και η διαχείριση του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης στο οποίο εφαρμόζεται η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης και του δεσμευμένου χαρτοφυλακίου γίνονται χωριστά απ' ό,τι για τις άλλες δραστηριότητες της επιχείρησης, το δε δεσμευμένο χαρτοφυλάκιο στοιχείων ενεργητικού δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη ζημιών από άλλες δραστηριότητες της επιχείρησης· (γ) οι αναμενόμενες ταμειακές ροές του δεσμευμένου χαρτοφυλακίου στοιχείων ενεργητικού καλύπτουν καθεμιά από τις αναμενόμενες ταμειακές ροές του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης στο ίδιο νόμισμα, και οποιαδήποτε αναντιστοιχία δεν προκαλεί κινδύνους σημαντικούς όσον αφορά τους εγγενείς κινδύνους του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού κλάδου στον οποίο εφαρμόζεται προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης· (δ) οι συμβάσεις που καλύπτουν το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης δεν συνεπάγονται μελλοντικές πληρωμές ασφαλίστρου· (ε) οι μόνοι καλυπτόμενοι ασφαλιστικοί κίνδυνοι που συνδέονται με το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης είναι ο κίνδυνος μακροβιότητας, ο κίνδυνος εξόδων, ο κίνδυνος αναθεώρησης και ο κίνδυνος θανάτου· (στ) όταν ο καλυπτόμενος κίνδυνος που συνδέεται με το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης περιλαμβάνει τον κίνδυνο θανάτου, η βέλτιστη εκτίμηση του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης δεν αυξάνεται κατά περισσότερο από 5% σε περίπτωση απότομης μεταβολής του κινδύνου θανάτου βαθμονομημένου σύμφωνα με το άρθρο 107 του παρόντος Νόμου·</div>\n<p class=\"lf-p\">(ζ) οι συμβάσεις που καλύπτουν το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης δεν περιλαμβάνουν εναλλακτικές δυνατότητες για τον ασφαλισμένο ή περιλαμβάνουν μόνο δυνατότητα εξαγοράς, όπου η τιμή εξαγοράς δεν υπερβαίνει την τιμή των στοιχείων ενεργητικού, υπολογιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 77 του παρόντος Νόμου, για την κάλυψη των υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης τη στιγμή της άσκησης της δυνατότητας εξαγοράς· (η) οι ταμειακές ροές του δεσμευμένου χαρτοφυλακίου στοιχείων ενεργητικού είναι καθορισμένες και δεν μπορούν να μεταβληθούν από τους εκδότες των στοιχείων ενεργητικού ή από τρίτα μέρη· (θ) οι υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης από μια σύμβαση ασφάλισης ή αντασφάλισης δεν διαιρούνται σε διαφορετικά τμήματα όταν συνθέτουν το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου (η) του εδαφίου (1), οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν στοιχεία ενεργητικού με σταθερή ταμειακή ροή με εξαίρεση την εξάρτηση από τον πληθωρισμό, υπό την προϋπόθεση ότι τα συγκεκριμένα στοιχεία ενεργητικού καλύπτουν τις ταμειακές ροές του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης που εξαρτώνται από τον πληθωρισμό.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που οι εκδότες ή τρίτα μέρη έχουν δικαίωμα να μεταβάλλουν τις ταμειακές ροές ενός στοιχείου ενεργητικού κατά τρόπο ώστε ο επενδυτής να λαμβάνει επαρκή αποζημίωση ώστε μπορεί να επιτύχει τις ίδιες ταμειακές ροές επανεπενδύοντας σε στοιχεία ενεργητικού ισοδύναμης ή καλύτερης πιστοληπτικής ποιότητας, το δικαίωμα αυτό για τη μεταβολή των ταμειακών ροών δεν αποκλείει το συγκεκριμένο στοιχείο ενεργητικού από την επιλεξιμότητα για το δεσμευμένο χαρτοφυλάκιο σύμφωνα με την παράγραφο (η) του εδαφίου (1).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εφαρμόζουν την προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης σε χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης δεν μπορούν να επιστρέψουν σε προσέγγιση που δεν περιλαμβάνει προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης. Όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που εφαρμόζει την προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης δεν μπορεί πλέον να συμμορφωθεί προς τους όρους του εδαφίου (1), ενημερώνει αμέσως την εποπτική αρχή και λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης προς τους όρους αυτούς. Αν η επιχείρηση δεν είναι σε θέση να αποκαταστήσει τη συμμόρφωση προς τους όρους αυτούς μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία μη συμμόρφωσης, παύει να εφαρμόζει την προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης σε οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης και δεν την εφαρμόζει για επιπλέον χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων μηνών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης εφαρμόζεται για υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης για τις οποίες η σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου που εφαρμόζεται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης των υποχρεώσεων αυτών περιλαμβάνει προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας δυνάμει του άρθρου 83 ή μεταβατικό μέτρο για τα επιτόκια άνευ κινδύνου δυνάμει του άρθρου 422 του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Υπολογισμός της προσαρμογής των επιτοκίων λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-82\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 82</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">82.</span>(1) Για κάθε νόμισμα, η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης που αναφέρεται στο άρθρο 81 του παρόντος Νόμου υπολογίζεται σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές: (α) Η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης πρέπει να είναι ίση με τη διαφορά των ακόλουθων μεγεθών: (i) ετήσιο πραγματικό επιτόκιο, υπολογιζόμενο ως το ενιαίο προεξοφλητικό επιτόκιο το οποίο, όταν εφαρμόζεται στις ταμειακές ροές του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης, δίνει τιμή ίση προς την αξία του χαρτοφυλακίου δεσμευμένων στοιχείων ενεργητικού σύμφωνα με το άρθρο 77 του παρόντος Νόμου· (ii) ετήσιο πραγματικό επιτόκιο, υπολογιζόμενο ως το ενιαίο προεξοφλητικό επιτόκιο το οποίο, όταν εφαρμόζεται στις ταμειακές ροές του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης, δίνει τιμή ίση προς την αξία της βέλτιστης εκτίμησης του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης, όπου η χρονική αξία του χρήματος λαμβάνεται υπόψη με τη χρήση της βασικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου· (β) η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης δεν πρέπει να περιλαμβάνει το βασικό πιστωτικό περιθώριο που αντανακλά τους κινδύνους τους οποίους αναλαμβάνει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση· (γ) ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου (α), το βασικό πιστωτικό περιθώριο πρέπει να αυξάνεται όπου αυτό απαιτείται για να εξασφαλιστεί ότι η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης για στοιχεία ενεργητικού με πιστοληπτική ποιότητα (“sub investment grade”) δεν υπερβαίνει τις προσαρμογές λόγω αντιστοίχισης για πιστοληπτική ποιότητα (“investment grade”) και για την ίδια διάρκεια και κατηγορία στοιχείων ενεργητικού· (δ) η χρήση εξωτερικών αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας στον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης πρέπει να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της παραγράφου (ιε), του εδαφίου (1) του άρθρου 118 του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), το βασικό πιστωτικό περιθώριο: (α) είναι ίσο με το άθροισμα των ακόλουθων μεγεθών: (i)πιστωτικό περιθώριο που αντιστοιχεί στην πιθανότητα αθέτησης για τα στοιχεία ενεργητικού· (ii)πιστωτικό περιθώριο που αντιστοιχεί στις αναμενόμενες ζημίες από την υποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού· (β) για ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών κρατών μελών, δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 30 % του μακροπρόθεσμου μέσου όρου της διαφοράς πάνω από το επιτόκιο άνευ κινδύνου των στοιχείων ενεργητικού ίδιας διάρκειας, πιστοληπτικής ποιότητας και κατηγορίας όπως στις χρηματοπιστωτικές αγορές· (γ) για στοιχεία ενεργητικού άλλα από ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών κρατών μελών, δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 35% του μακροπρόθεσμου μέσου όρου της διαφοράς πάνω από το επιτόκιο άνευ κινδύνου των στοιχείων ενεργητικού ίδιας διάρκειας, πιστοληπτικής ποιότητας και κατηγορίας όπως στις χρηματοπιστωτικές αγορές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η πιθανότητα αθέτησης που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) βασίζεται σε μακροπρόθεσμες στατιστικές αθετήσεων σχετικές με το συγκεκριμένο στοιχείο ενεργητικού όσον αφορά τη διάρκεια, την πιστοληπτική ποιότητα και την κατηγορία του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Όταν το πιστωτικό περιθώριο δεν μπορεί να συναχθεί με τρόπο αξιόπιστο από τις στατιστικές αθετήσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (2), το βασικό πιστωτικό περιθώριο είναι ίσο με το τμήμα του μακροπρόθεσμου μέσου όρου της διαφοράς πάνω από το επιτόκιο άνευ κινδύνου που αναφέρεται στις παραγράφους (β) και (γ).</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-83\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 83</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">83.</span>(1) Ο Έφορος δύναται να απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να ζητούν προηγούμενη έγκριση, για να εφαρμόσουν προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό τη βέλτιστης εκτίμησης που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 79 του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για κάθε σχετικό νόμισμα, η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου βασίζεται στη διαφορά μεταξύ του επιτοκίου που θα μπορούσε να επιτευχθεί από στοιχεία ενεργητικού που περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο αναφοράς για το συγκεκριμένο νόμισμα και των επιτοκίων της διαχρονικής διάρθρωσης επιτοκίων άνευ κινδύνου για το ίδιο νόμισμα. Το χαρτοφυλάκιο αναφοράς για ένα νόμισμα πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικό των στοιχείων ενεργητικού που είναι σε αυτό το νόμισμα και στα οποία επενδύουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για να καλύψουν τη βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης σε αυτό το νόμισμα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Το ποσό της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας στα επιτόκια άνευ κινδύνου αντιστοιχεί στο 65% της συναλλαγματικής διαφοράς με διόρθωση για τον κίνδυνο. (β) Η συναλλαγματική διαφορά με διόρθωση για τον κίνδυνο υπολογίζεται ως η διαφορά μεταξύ του πιστωτικού περιθωρίου που αναφέρεται στο εδάφιο (2) και του τμήματος αυτού του πιστωτικού περιθωρίου που βασίζεται σε ρεαλιστική εκτίμηση των αναμενόμενων ζημιών ή του απρόβλεπτου πιστωτικού κινδύνου ή άλλου κινδύνου των συγκεκριμένων στοιχείων ενεργητικού. (γ) Η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας εφαρμόζεται μόνο στα σχετικά επιτόκια άνευ κινδύνου της διαχρονικής διάρθρωσης τα οποία δεν προκύπτουν από παρέκταση σύμφωνα με το άρθρο 80 του παρόντος Νόμου. Η παρέκταση της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου βασίζεται στα εν λόγω προσαρμοσμένα επιτόκια άνευ κινδύνου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας στα επιτόκια άνευ κινδύνου του εδαφίου (3) για το νόμισμα της Δημοκρατίας, αυξάνεται, πριν από την εφαρμογή του συντελεστή 65%, κατά τη διαφορά μεταξύ του διορθωμένου για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου της Δημοκρατίας και του διπλάσιου της διορθωμένης για τον κίνδυνο συναλλαγματικής διαφοράς, όποτε η διαφορά αυτή είναι θετική και το διορθωμένο για τον κίνδυνο πιστωτικό περιθώριο της Δημοκρατίας είναι υψηλότερο από ογδόντα πέντε (85) μονάδες βάσης. Η αυξημένη προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας εφαρμόζεται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης για τις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης προϊόντων που πωλούνται στην ασφαλιστική αγορά της Δημοκρατίας. Το διορθωμένο για τον κίνδυνο πιστωτικό περιθώριο της Δημοκρατίας υπολογίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως η διορθωμένη για τον κίνδυνο συναλλαγματική διαφορά της Δημοκρατίας, αλλά με βάση χαρτοφυλάκιο αναφοράς αντιπροσωπευτικό των στοιχείων ενεργητικού στα οποία έχουν επενδύσει οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για να καλύψουν τη βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης προϊόντων που πωλούνται στην ασφαλιστική αγορά της Δημοκρατίας και είναι στο νόμισμα της Δημοκρατίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας δεν εφαρμόζεται για ασφαλιστικές υποχρεώσεις όταν η σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης των υποχρεώσεων αυτών περιλαμβάνει προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης δυνάμει του άρθρου 81 του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου, η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας δεν καλύπτει τον κίνδυνο απώλειας βασικών ιδίων κεφαλαίων από αλλαγές στην προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 123(I)/2020 Αναθεώρηση των μέτρων για μακροπρόθεσμες εγγυήσεις και των μέτρων για τον κίνδυνο μετοχών 83Α. Ο Έφορος υποβάλλει στην EIOPA σε ετήσια βάση και έως την 1η Ιανουαρίου 2021, τις ακόλουθες πληροφορίες: (α) Τη διαθεσιμότητα μακροπρόθεσμων εγγυήσεων σε ασφαλιστικά προϊόντα στην αγορά της Δημοκρατίας και τη συμπεριφορά των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ως μακροπρόθεσμων επενδυτών· (β) τον αριθμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που εφαρμόζουν την προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης, την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας, την παράταση της περιόδου ανάκαμψης σύμφωνα με το εδάφιο (11) του άρθρου 145, την υποενότητα μετοχικού κινδύνου με βάση τη διάρκεια και τα μεταβατικά μέτρα που καθορίζονται στα άρθρα 423 και 424· (γ) τον αντίκτυπο που έχουν στην οικονομική θέση των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης, η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας, ο μηχανισμός συμμετρικής προσαρμογής στην επιβάρυνση του κεφαλαίου λόγω μετοχών, η υποενότητα μετοχικού κινδύνου με βάση τη διάρκεια, και τα μεταβατικά μέτρα που καθορίζονται στα άρθρα 423 και 424, σε εθνικό επίπεδο και με ανώνυμο τρόπο για κάθε επιχείρηση· (δ) τον αντίκτυπο που έχουν στην επενδυτική συμπεριφορά των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης, η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας, ο μηχανισμός συμμετρικής προσαρμογής στην επιβάρυνση του κεφαλαίου λόγω μετοχών και η υποενότητα μετοχικού κινδύνου με βάση τη διάρκεια, και κατά πόσο παρέχουν αδικαιολόγητη μείωση της κεφαλαιακής απαίτησης· (ε) τον αντίκτυπο που έχει οποιαδήποτε παράταση της περιόδου ανάκαμψης σύμφωνα με το εδάφιο (11) του άρθρου 145 στις προσπάθειες των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να αποκαταστήσουν το επίπεδο ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας ή να μειώσουν το προφίλ κινδύνου για να εξασφαλίσουν συμμόρφωση με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας· (στ) κατά πόσο οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν τα μεταβατικά μέτρα που καθορίζονται στα άρθρα 423 και 424, συμμορφώνονται προς τα σχέδια σταδιακής εφαρμογής που αναφέρονται στο άρθρο 425 και τις προοπτικές για ελάττωση της εξάρτησης από τα μεταβατικά μέτρα, περιλαμβανομένων μέτρων που έχουν ληφθεί ή αναμένεται να ληφθούν από τις επιχειρήσεις και τις εποπτικές αρχές, λαμβανομένου υπόψη του ρυθμιστικού περιβάλλοντος του συγκεκριμένου κράτους μέλους.</p>\n<p class=\"lf-p\">88(I)/2017 Άλλα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-84\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 84</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">84.</span>Επιπρόσθετα των όσων καθορίζονται στο άρθρο 79 του παρόντος Νόμου, κατά τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη τα ακόλουθα: (α) όλες τις δαπάνες που πραγματοποιούνται για την εξυπηρέτηση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων· (β) τον πληθωρισμό, συμπεριλαμβανομένου του πληθωρισμού των δαπανών και των αποζημιώσεων· (γ) όλες τις πληρωμές στους αντισυμβαλλόμενους και στους δικαιούχους, συμπεριλαμβανομένων μελλοντικών προαιρετικών έκτακτων παροχών, τις οποίες αναμένεται να πραγματοποιήσουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από το εάν οι πληρωμές αυτές είναι συμβατικά εγγυημένες, εκτός εάν οι πληρωμές εμπίπτουν στο εδάφιο (2) του άρθρου 97.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Αποτίμηση των χρηματοοικονομικών εγγυήσεων και των συμβατικών δικαιωμάτων εκλογής που περιλαμβάνονται σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές συμβάσεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-85\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 85</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">85.</span>(1) Κατά τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη την αξία των χρηματοοικονομικών εγγυήσεων και τυχόν συμβατικών δικαιωμάτων εκλογής που περιλαμβάνονται σε ασφαλιστήρια και αντασφαλιστήρια συμβόλαια.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οποιεσδήποτε παραδοχές εκ μέρους των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε σχέση με την πιθανότητα να ασκήσουν οι αντισυμβαλλόμενοι τα συμβατικά δικαιώματα εκλογής, συμπεριλαμβανομένων των ακυρώσεων και εξαγορών συμβολαίων, είναι ρεαλιστικές και βασίζονται σε τρέχουσες και αξιόπιστες πληροφορίες ενώ λαμβάνουν υπόψη, ρητά ή σιωπηρά, την επίπτωση που μπορούν να έχουν στην άσκηση των δικαιωμάτων αυτών μελλοντικές αλλαγές σε οικονομικές και μη οικονομικές συνθήκες.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Ομαδοποίηση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-86\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 86</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">86.</span>Κατά τον υπολογισμό των τεχνικών τους προβλέψεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ομαδοποιούν τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές τους υποχρεώσεις σε ομοιογενείς ομάδες κινδύνου, και τουλάχιστον κατά κατηγορίες δραστηριοτήτων.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-87\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 87</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">87.</span>(1) Ο υπολογισμός από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού είναι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 78 μέχρι 86 του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κατά τον υπολογισμό των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη τη χρονική διαφορά μεταξύ ανακτήσεων και άμεσων πληρωμών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το αποτέλεσμα του υπολογισμού αυτού προσαρμόζεται προκειμένου να ληφθούν υπόψη αναμενόμενες ζημίες λόγω αθέτησης υποχρέωσης εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου στη βάση της εκτίμησης της πιθανότητας αθέτησης από τον αντισυμβαλλόμενο και της μέσης ζημίας που προκύπτει από την αθέτηση αυτή (ζημία σε περίπτωση αθέτησης).</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Ποιότητα δεδομένων και εφαρμογή προσεγγίσεων, συμπεριλαμβανομένων ειδικών κατά περίπτωση μεθόδων, για τις τεχνικές προβλέψεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-88\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 88</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">88.</span>(1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να διαθέτουν εσωτερικές διεργασίες και διαδικασίες που να εξασφαλίζουν την καταλληλότητα, πληρότητα και ακρίβεια των δεδομένων που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των τεχνικών τους προβλέψεων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Στις ειδικές περιπτώσεις στις οποίες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν ανεπαρκή στοιχεία κατάλληλης ποιότητας προκειμένου να εφαρμόσουν αξιόπιστη αναλογιστική μέθοδο σε σύνολο ή υποσύνολο των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών τους υποχρεώσεων ή σε ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, μπορούν να χρησιμοποιούν κατάλληλες προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένων ειδικών, κατά περίπτωση, μεθόδων (case-by-case approach), για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Σύγκριση με βάση τα εμπειρικά δεδομένα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-89\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 89</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">89.</span>(1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν διεργασίες και διαδικασίες προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι οι βέλτιστες εκτιμήσεις, και οι υποθέσεις στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός των βέλτιστων εκτιμήσεων, συγκρίνονται τακτικά με βάση τα εμπειρικά δεδομένα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που η σύγκριση επισημάνει συστηματική απόκλιση μεταξύ της εμπειρικής παρατήρησης και των υπολογισμών της βέλτιστης εκτίμησης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, η σχετική επιχείρηση προβαίνει στις κατάλληλες προσαρμογές των αναλογιστικών μεθόδων που χρησιμοποιούνται ή/και των παραδοχών που γίνονται.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Καταλληλότητα του επιπέδου των τεχνικών προβλέψεων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-90\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 90</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">90.</span>(1) Κατόπιν απαίτησης του Εφόρου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποδεικνύουν την καταλληλότητα του επιπέδου των τεχνικών τους προβλέψεων, καθώς και την εφαρμοσιμότητα και τη συνάφεια των χρησιμοποιούμενων μεθόδων, και την επάρκεια των υποκείμενων στατιστικών δεδομένων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Χωρίς επηρεασμό των εξουσιών του Εφόρου να απαιτήσει, στο πλαίσιο του εποπτικού ελέγχου, πλήρη στοιχεία προς απόδειξη των αναφερόμενων στο εδάφιο (1) υποχρεώσεων, η καταλληλότητα του επιπέδου των τεχνικών προβλέψεων, της εφαρμοσιμότητας και σαφήνειας των χρησιμοποιούμενων μεθόδων και της επάρκειας των υποκείμενων στατιστικών δεδομένων, τεκμαίρεται με την υποβολή πιστοποίησης, τουλάχιστον μια φορά καθέ έτος, από αναλογιστή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κανονισμοί που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, δύναται να καθορίζουν τα προσόντα, τις προϋποθέσεις διορισμού και παύσης του αναλογιστή που αναφέρεται στο εδάφιο (2), καθώς και τις υποχρεώσεις του κατά τον καταρτισμό και την υποβολή της πιστοποίησης που προβλέπεται στο ίδιο εδάφιο.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Αύξηση των τεχνικών προβλέψεων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-91\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 91</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">91.</span>Στο βαθμό που ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων δεν συνάδει με τα όσα καθορίζονται στα άρθρα 84 μέχρι 95 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος δύναται να απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να αυξήσουν το ποσό των τεχνικών προβλέψεων έτσι ώστε αυτά να αντιστοιχούν στο επίπεδο που προκύπτει βάσει των διατάξεων των εν λόγω άρθρων.</div>\n<p class=\"lf-p\">38(I)/2016 Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και ρυθμιστικά και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-92\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 92</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">92.</span>(1) Κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τα πιο κάτω: (α) τις αναλογιστικές και στατιστικές μεθόδους υπολογισμού της βέλτιστης εκτίμησης που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 79 του παρόντος Νόμου∙ (β) τις μεθόδους, τις αρχές και τις τεχνικές καθορισμού της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου η οποία πρέπει να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 79∙ (γ) τις περιπτώσεις στις οποίες οι τεχνικές προβλέψεις υπολογίζονται ως σύνολο ή ως άθροισμα βέλτιστης εκτίμησης και περιθωρίου κινδύνου, και τις μεθόδους που πρέπει να χρησιμοποιούνται στην περίπτωση στην οποία οι τεχνικές προβλέψεις υπολογίζονται ως σύνολο, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 79. (δ) τις μεθόδους και τις παραδοχές που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του περιθωρίου κινδύνου, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού του ποσού των επιλέξιμων ίδιων κεφαλαίων που είναι αναγκαία για την υποστήριξη των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων και για τον προσδιορισμό του επιτοκίου του κόστους κεφαλαίου, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (4) του άρθρου 79 του παρόντος Νόμου∙ (ε) τις κατηγορίες δραστηριοτήτων βάσει των οποίων πρέπει να ομαδοποιούνται οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές υποχρεώσεις, για να υπολογιστούν οι τεχνικές προβλέψεις που αναφέρονται στο άρθρο 86 του παρόντος Νόμου∙ (στ) τα πρότυπα που πρέπει να τηρούνται για την εξασφάλιση της καταλληλότητας, της πληρότητας και της ακρίβειας των δεδομένων που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, και οι ειδικές περιστάσεις στις οποίες θα ήταν ενδεδειγμένο να χρησιμοποιηθούν προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένων ειδικών κατά περίπτωση μεθόδων υπολογισμού της βέλτιστης εκτίμησης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 88∙ (ζ) τις προδιαγραφές για τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 81, συμπεριλαμβανομένων των μεθόδων, των παραδοχών και των τυπικών παραμέτρων που πρέπει να χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό του αντικτύπου απότομης μεταβολής του κινδύνου θανάτου, που αναφέρεται στην παράγραφο (ε) του εδαφίου (1) του άρθρου 81 του παρόντος Νόμου˙ (η) τις προδιαγραφές για τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 82 του παρόντος Νόμου, συμπεριλαμβανομένων των παραδοχών και των μεθόδων που πρέπει να χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης και του βασικού πιστωτικού περιθωρίου∙ (θ) τις μεθόδους και τις παραδοχές για τον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 83 του παρόντος Νόμου, συμπεριλαμβανομένου τύπου για τον υπολογισμό του πιστωτικού περιθωρίου που αναφέρεται στην παράγραφο (2) του εν λόγω άρθρου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν- (α) τις μεθόδους που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω αθέτησης του αντισυμβαλλομένου, που αναφέρεται στο άρθρο 87, με σκοπό να προσδιοριστούν οι αναμενόμενες ζημίες λόγω αθέτησης του αντισυμβαλλομένου∙ (β) όπου είναι αναγκαίο, απλοποιημένες μεθόδους και τεχνικές για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, για να εξασφαλιστεί ότι οι αναλογιστικές και οι στατιστικές μέθοδοι που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (δ) είναι αναλογικές ως προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που αναλαμβάνουν οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των εξαρτημένων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.</div></div>", "next": 239366}