{"html": "<div class=\"lf-doc\"><p class=\"lf-p\">Διατάξεις που θα ισχύουν αναφορικά με την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία, από αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση, σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-30\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 30</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">30.</span>Σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της, σε ότι αφορά την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία από αλλοδαπές ασφαλιστικές επιχειρήσεις, επιπρόσθετα από τις διατάξεις των άρθρων 25 έως 28 του παρόντος Νόμου, θα ισχύουν και οι ακόλουθες διατάξεις: (α) Εάν μία αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί ή προτίθεται να ασκήσει ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία, ασκεί ή προτίθεται να ασκήσει παράλληλα τέτοιες εργασίες και σε ένα ή περισσότερα Κράτη Μέλη της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., στην επιχείρηση αυτή ο Έφορος δύναται, κατ' αίτησή της να της χορηγήσει την ειδική μεταχείριση που προβλέπεται στην παράγραφο (δ) του άρθρου αυτού· (β) η αίτηση για χορήγηση της ειδικής αυτής μεταχείρισης υποβάλλεται προς τον Έφορο και προς όλες τις αρμόδιες εποπτικές αρχές των Κρατών Μελών της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., στα οποία η επιχείρηση αυτή ασκεί ή προτίθεται να ασκήσει ασφαλιστικές εργασίες· (γ) ο Έφορος εκδίδει την απόφασή του προς χορήγηση της ειδικής αυτής μεταχείρισης εκ συμφώνου με τις λοιπές αρμόδιες εποπτικές αρχές, προς τις οποίες υποβλήθηκε η αίτηση· (δ) η ειδική μεταχείριση περί της οποίας προβλέπει η παράγραφος (α) του άρθρου αυτού συνίσταται στα ακόλουθα: (i) το περιθώριο φερεγγυότητας της αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 73 του παρόντος Νόμου, θα υπολογίζεται με βάση το σύνολο των δραστηριοτήτων της στα Κράτη Μέλη της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., λαμβανομένων υπόψη μόνο των εργασιών που πραγματοποιεί το σύνολο των υποκαταστημάτων ή αντιπροσωπειών που είναι εγκατεστημένα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο· (ii) θα καταθέτει την εγγύηση, που προβλέπεται στην παράγραφο (ε) του άρθρου 26 του παρόντος Νόμου μόνο σε ένα από τα Κράτη Μέλη της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., στα οποία διεξάγει ασφαλιστικές εργασίες· και (iii) τα περιουσιακά στοιχεία, που απαρτίζουν το εγγυητικό της κεφάλαιο δύνανται να ευρίσκονται σε οποιοδήποτε από τα Κράτη Μέλη της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., στα οποία ασκεί ασφαλιστικές εργασίες· (ε) στην αίτηση που υποβάλλεται από την αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση κατά τις διατάξεις της παραγράφου (β) του άρθρου αυτού, καθορίζεται και η εποπτική αρχή, η οποία θα είναι αρμόδια για την εξακρίβωση της κατάστασης φερεγγυότητάς της για το σύνολο των εργασιών της στα Κράτη Μέλη της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., στα οποία ασκεί ασφαλιστικές εργασίες και μετέχουν στη συμφωνία. Η επιλογή της εποπτικής αρχής ανήκει στην αιτήτρια αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση, που αιτιολογεί στην αίτησή της, την επιλογή της αυτή. Η επιλεγείσα εποπτική αρχή εξομοιώνεται προς την εποπτική αρχή ενός Κράτους Μέλους, σε ό,τι αφορά την εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στο Κράτος αυτό·</div>\n<p class=\"lf-p\">(στ) σε περίπτωση κατά την οποία η αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση επιλέγει κατά τα ανωτέρω, ως αρμόδια εποπτική αρχή, την εποπτική αρχή της Δημοκρατίας, θα ισχύουν τα ακόλουθα: (i) η εγγύηση που προβλέπεται στην παράγραφο (ε) του άρθρου 26 του παρόντος Νόμου κατατίθεται στη Δημοκρατία· (ii) ο Έφορος χορηγεί την ειδική μεταχείριση που προβλέπεται στην παράγραφο (δ) του άρθρου αυτού και ανακοινώνει στις λοιπές εποπτικές αρχές ότι θα εποπτεύει την κατάσταση φερεγγυότητας της αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης για το σύνολο των εργασιών της στα Κράτη Μέλη της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., στα οποία η επιχείρηση αυτή ασκεί ασφαλιστικές εργασίες· (ζ) η προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό ειδική μεταχείριση καταργείται συγχρόνως από όλα τα ενδιαφερόμενα Κράτη Μέλη της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., κατόπιν σχετικού αιτήματος ενός ή περισσοτέρων από αυτά.</p>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 ΠΕΜΠΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΑΣΚΗΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΥΠΟ ΚΑΘΕΣΤΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ Ή ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Έναρξη ισχύος του Κεφαλαίου αυτού</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-31\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 31</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">31.</span>Οι διατάξεις του Κεφαλαίου αυτού ισχύουν μόνο σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία από ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-32\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 32</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">32.—(1) Ασφαλιστική επιχείρηση, που έχει την έδρα της σε Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. και περιβάλλεται μια νομική μορφή από αυτές που καθορίζονται στο άρθρο 8(1)(α) της Πρώτης Οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουλίου 1973 περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως εκτός των ασφαλίσεων ζωής, και την άσκηση αυτής, όπως τροποποιείται εκάστοτε και στο άρθρο 8 της Πρώτης Οδηγίας 79/267/ ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Μαρτίου 1979 περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη της δραστηριότητας της πρωτασφαλίσεως ζωής και την άσκηση αυτής, όπως τροποποιείται εκάστοτε, δύναται να ιδρύει στη Δημοκρατία υποκατάστημα ή αντιπροσωπεία προς άσκηση ασφαλιστικών εργασιών υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στα επόμενα εδάφια.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Έφορος ζητά από την αρμόδια εποπτική αρχή του Κράτους Μέλους καταγωγής την κοινοποίηση της πρόθεσης της ασφαλιστικής επιχείρησης προς εγκατάστασή της στη Δημοκρατία, υπό μορφή υποκαταστήματος ή αντιπροσωπείας, για σκοπούς άσκησης ασφαλιστικών εργασιών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Με την κοινοποίηση αυτή συνυποβάλλονται και τα καθορισμένα έγγραφα και πληροφορίες, καθώς και δήλωση της ασφαλιστικής επιχείρησης ότι μέσα στην προβλεπόμενη στο εδάφιο (5) προθεσμία θα ενταχθεί σε σώμα ή οργανισμό αναγνωριζόμενο ή προβλεπόμενο από την κείμενη νομοθεσία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από τη βεβαιωμένη παραλαβή των πιο πάνω εγγράφων, ο Έφορος δύναται να κοινοποιήσει τους όρους, υπό τους οποίους για λόγους δημόσιου συμφέροντος πρέπει να ασκεί τις εργασίες του το υποκατάστημα ή η αντιπροσωπεία στη Δημοκρατία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Το υποκατάστημα ή η αντιπροσωπεία δύναται να αρχίσει εργασίες μετά από την κατά το εδάφιο (4) κοινοποίηση του Εφόρου προς την αρμόδια εποπτική αρχή του Κράτους Μέλους καταγωγής ή σε κάθε περίπτωση μετά την πάροδο της δίμηνης προθεσμίας που τίθεται στον Έφορο προς κοινοποίηση όρων, κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Άσκηση ασφαλιστικών εργασιών σε Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., από κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-33\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 33</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">33.—(1) Μία κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία δύναται να ιδρύσει υποκατάστημα ή αντιπροσωπεία σε Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης, κατόπιν σχετικής αιτήσεως που υποβάλλεται στον Έφορο. Στην αίτηση καθορίζεται το Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. στο οποίο η ασφαλιστική εταιρεία προτίθεται να ιδρύσει το υποκατάστημα ή την αντιπροσωπεία. Με την αίτηση συνυποβάλλονται τα καθορισμένα με Κανονισμούς έγγραφα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Έφορος, μετά από έλεγχο των υποβληθέντων καθορισμένων εγγράφων και ιδιαίτερα του προτεινόμενου προγράμματος δραστηριότητας, εφόσον κρίνει επαρκή τη διοικητική οργάνωση και τη χρηματοοικονομική κατάσταση της αιτήτριας ασφαλιστικής εταιρείας και εφόσον δεν έχει λόγους να αμφισβητεί την εντιμότητα και τα επαγγελματικά προσόντα ή την επαγγελματική πείρα των διευθυντών και του γενικού αντιπροσώπου ή προκειμένου περί ασφαλιστικής εταιρείας που επιδιώκει την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στο κλάδο βοηθείας, εφόσον ο Έφορος κρίνει ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του εδαφίου (ιε) του άρθρου 21 του παρόντος Νόμου, διαβιβάζει εντός τριών μηνών από την υποβολή τους τα υποβληθέντα προς αυτόν έγγραφα στην αρμόδια εποπτική αρχή του Κράτους Μέλους του υποκαταστήματος ή της αντιπροσωπείας και ενημερώνει σχετικά την αιτήτρια ασφαλιστική εταιρεία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος αρνείται να ενεργήσει κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο, οφείλει να κοινοποιήσει δεόντως αιτιολογημένη απόφασή του στην αιτήτρια ασφαλιστική εταιρεία μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την υποβολή της αιτήσεως και των καθορισμένων εγγράφων. Σε περίπτωση αρνήσεως του Εφόρου ή τυχόν παραλείψεώς του να ενεργήσει μέσα στην προθεσμία των τριών μηνών, η αιτήτρια ασφαλιστική εταιρεία δύναται να προσβάλει την απόφαση ή την παράλειψη ενώπιον του Υπουργού, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 43 του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Το υποκατάστημα ή η αντιπροσωπεία δύναται να αρχίσει εργασίες στο Κράτος Μέλος του υποκαταστήματος ή της αντιπροσωπείας μετά από τυχόν κοινοποίηση της αρμόδιας εποπτικής αρχής του Κράτους Μέλους του υποκαταστήματος ή της αντιπροσωπείας προς τον Έφορο, με την οποία τίθενται οι όροι υπό τους οποίους για λόγους δημοσίου συμφέροντος θα πρέπει να ασκεί τις εργασίες του στο Κράτος αυτό ή, σε κάθε περίπτωση, μετά πάροδο δύο μηνών, από της διαβιβάσεως των εγγράφων και της ενημερώσεώς της, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (2) του άρθρου αυτού.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Έννοια ελεύθερης παροχής υπηρεσιών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-34\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 34</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">34.</span>Κατά την έννοια του παρόντος Κεφαλαίου, ελεύθερη παροχή υπηρεσιών σημαίνει την ασφαλιστική κάλυψη που παρέχει μία ασφαλιστική επιχείρηση που έχει την έδρα της σε Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., καθώς επίσης και κάθε υποκατάστημα ή αντιπροσωπεία της επιχείρησης αυτής, για ασφαλιστικό κίνδυνο ή ασφαλιστική υποχρέωση που ευρίσκεται σε άλλο Κράτος Μέλος. Το άλλο αυτό Κράτος Μέλος αποτελεί το Κράτος Μέλος της παροχής των υπηρεσιών, κατά την έννοια του παρόντος Κεφαλαίου.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία από ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-35\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 35</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">35.—(1) Ασφαλιστική επιχείρηση, που έχει την έδρα της σε Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. και περιβάλλεται μια νομική μορφή από αυτές που καθορίζονται στο άρθρο 8(1)(α) της Πρώτης Οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουλίου 1973 περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως εκτός των ασφαλίσεων ζωής, και την άσκηση αυτής, όπως τροποποιείται εκάστοτε, και στο άρθρο 8 της Πρώτης Οδηγίας 79/267/ ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Μαρτίου 1979 περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη της δραστηριότητας της πρωτασφαλίσεως ζωής και την άσκηση αυτής, όπως τροποποιείται εκάστοτε, καθώς επίσης και κάθε υποκατάστημα ή αντιπροσωπεία της επιχείρησης αυτής, δύναται να ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία, υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Η αρμόδια εποπτική αρχή του Κράτους Μέλους της καταγωγής της ενδιαφερόμενης ασφαλιστικής επιχείρησης υποβάλλει στον Έφορο τα καθορισμένα έγγραφα, περιλαμβανομένης και δήλωσης της επιχείρησης αν αυτή ασκεί ασφαλιστικούς κλάδους οι οποίοι καθίστανται διά νόμου υποχρεωτικοί, περί εντάξεώς της σε σώμα ή οργανισμό αναγνωριζόμενο ή προβλεπόμενο από την κείμενη νομοθεσία (β) η ενδιαφερόμενη ασφαλιστική επιχείρηση, προβαίνει στο διορισμό φορολογικού αντιπροσώπου, τα καθήκοντα του οποίου καθορίζονται στο άρθρο 137 του παρόντος Νόμου, καθώς και στο διορισμό ειδικού αντιπροσώπου σε περίπτωση ασκήσεως από την ενδιαφερόμενη επιχείρηση του κλάδου ευθύνης από μηχανοκίνητα οχήματα, εκτός της ευθύνης του μεταφορέα, τα καθήκοντα του οποίου καθορίζονται σε Κανονισμούς.</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση που η ενδιαφερόμενηασφαλιστική επιχείρηση δεν έχει προβεί στο διορισμόειδικού αντιπροσώπου, τα καθήκοντα του μπορούν ναασκούνται από τον αντιπρόσωπο για διακανονισμό απαιτήσεων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Έφορος γνωστοποιεί εγγράφως στην αρμόδια εποπτική αρχή του Κράτους Μέλους καταγωγής της ενδιαφερόμενης ασφαλιστικής επιχείρησης— (α) Την καταχώρηση της επιχείρησης αυτής στο ειδικό μητρώο ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που τηρείται από την Υπηρεσία για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και στο οποίο αναγράφονται οι καθορισμένες με Κανονισμούς πληροφορίες· (β) τυχόν υποχρέωση της ενδιαφερόμενης ασφαλιστικής επιχείρησης προς διορισμό φορολογικού αντιπροσώπου· και (γ) εφόσον κριθεί αναγκαίο, τους όρους υπό τους οποίους, για λόγους δημόσιου συμφέροντος, θα πρέπει να ασκεί τις εργασίες της η ενδιαφερόμενη ασφαλιστική επιχείρηση στη Δημοκρατία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο Έφορος δύναται να ζητήσει από την αρμόδια εποπτική αρχή του Κράτους Μέλους καταγωγής, τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τα ειδικά συστήματα πωλήσεων, τα οποία η ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στη Δημοκρατία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η ενδιαφερόμενη ασφαλιστική επιχείρηση δύναται να προβεί στην έναρξη ασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, εφόσον ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο αυτό, και κοινοποιηθεί προς αυτή σχετική γνωστοποίηση από την αρμόδια εποπτική αρχή του Κράτους Μέλους καταγωγής της.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 141(I)/2003 Άσκηση ασφαλιστικών εργασιών σε Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. από κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-36\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 36</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">36.—(1) Μία κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, καθώς επίσης και κάθε υποκατάστημα ή αντιπροσωπεία της εταιρείας αυτής, δύναται να ασκεί ασφαλιστικές εργασίες σε Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατόπιν σχετικής αιτήσεως προς τον Έφορο. Στην αίτηση καθορίζεται το Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., στο οποίο η ασφαλιστική εταιρεία προτίθεται να ασκεί ασφαλιστικές εργασίες υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Με την αίτηση συνυποβάλλονται τα καθορισμένα με Κανονισμούς έγγραφα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Έφορος διαβιβάζει εντός ενός μηνός από την υποβολή τους, τα υποβληθέντα προς αυτόν έγγραφα, προς την αρμόδια εποπτική αρχή του Κράτους Μέλους παροχής των υπηρεσιών και ενημερώνει σχετικά την αιτήτρια ασφαλιστική εταιρεία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος αρνείται να ενεργήσει κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (2) του άρθρου αυτού, οφείλει να κοινοποιήσει δεόντως αιτιολογημένη απόφασή του στην αιτήτρια ασφαλιστική εταιρεία μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την υποβολή της αιτήσεως και των καθορισμένων εγγράφων. Σε περίπτωση αρνήσεως του Εφόρου ή τυχόν παραλείψεώς του να ενεργήσει μέσα στην προθεσμία του ενός μηνός, η αιτήτρια ασφαλιστική εταιρεία δύναται να προσβάλει την απόφαση ή την παράλειψη ενώπιον του Υπουργού, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 43 του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία δύναται να αρχίσει εργασίες υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών μόλις της κοινοποιηθεί από τον Έφορο σχετική γνωστοποίηση για την αποστολή των καθορισμένων εγγράφων προς την αρμόδια εποπτική αρχή του Κράτους Μέλους παροχής υπηρεσιών.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία από ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα την Ελβετική Συνομοσπονδία, υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-37\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 37</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">37.—(1) Ασφαλιστική επιχείρηση, που έχει την έδρα της στην Ελβετική Συνομοσπονδία, δύναται να ιδρύει στη Δημοκρατία, υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης, υποκατάστημα ή αντιπροσωπεία προς άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στον Κλάδο Γενικής Φύσεως, υπό την προϋπόθεση της εφαρμογής των διατάξεων της Συμφωνίας της 10ης Οκτωβρίου 1979 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, με τα συνημμένα εις αυτή Προσαρτήματα και Πρωτόκολλα και τις συνημμένες εις αυτή ανταλλαγείσες επιστολές, σχετικά με την πρωτασφάλιση εκτός από ασφάλιση του Κλάδου Ζωής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Επί της ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών δυνάμει του άρθρου αυτού, εφαρμόζονται κατ' αναλογία οι διατάξεις του άρθρου 32 του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στην Ελβετική Συνομοσπονδία από κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-38\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 38</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">38.</span>Σε περίπτωση που μια κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία αιτείται την ίδρυση, υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης, υποκατάστημα της ή αντιπροσωπείας στην Ελβετική Συνομοσπονδία, οι διατάξεις του άρθρου 33 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται κατ' αναλογία.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Κοινοτική συνασφάλιση 38Α–(1) Για σκοπούς του παρόντος άρθρου, κοινοτική συνασφάλιση συντρέχει στην περίπτωση που καλύπτεται κίνδυνος που βρίσκεται σε κράτος μέλος με τη συμμετοχή πέραν της μιας ασφαλιστικής επιχείρησης κράτους μέλους, που στο εξής θα καλούνται ως «συνασφαλιστές».</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για την κάλυψη κινδύνου που βρίσκεται στη Δημοκρατία με κοινοτική συνασφάλιση, πρέπει να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Ο κίνδυνος που καλύπτεται πρέπει να υπάγεται στην έννοια του μεγάλου κινδύνου, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, κίνδυνοι πυρηνικής φύσεως που πηγάζουν από πυρηνική ενέργεια ή αφορούν φαρμακευτικά προϊόντα και που εμπίπτουν στον κλάδο γενικής ευθύνης δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος άρθρου. (β) Ο κίνδυνος πρέπει να καλύπτεται από κοινό ασφαλιστήριο, με την καταβολή συνολικού ασφαλίστρου, και η κάλυψη πρέπει να αφορά την ίδια χρονική περίοδο. (γ) Ο ένας εκ των συνασφαλιστών πρέπει να αποτελεί τον κύριο ασφαλιστή (leader), ενώ δεν πρέπει να υπάρχει αλληλέγγυα υποχρέωση μεταξύ των συνασφαλιστών, αλλά καθένας να ευθύνεται για το δικό του μερίδιο. (δ) Ο ένας τουλάχιστον εκ των συνασφαλιστών πρέπει να συμμετέχει στο ασφαλιστήριο από την έδρα της ασφαλιστικής επιχείρησής του ή από υποκατάστημα ή αντιπροσωπεία του που είναι εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, άλλο από το κράτος μέλους του κύριου ασφαλιστή. (ε) Ο κύριος ασφαλιστής πρέπει να θεωρείται ως εάν να είναι η ασφαλιστική επιχείρηση που καλύπτει ολόκληρο τον κίνδυνο και να αναλαμβάνει πλήρως το ρόλο που του ανατίθεται σύμφωνα με την πρακτική της συνασφάλισης, ιδίως δε, να καθορίζει τους όρους ασφάλίσης και το ύψος του ασφαλίστρου:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, όσες πράξεις συνασφάλιση δεν πληρούν τους όρους πουαναφέρονται στις παραγράφους (α) έως (ε) συνεχίζουν να υπόκεινται στις ισχύουσες εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών, στις οποίες αφορούν.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το ύψος των τεχνικών αποθεμάτων κάθε συνασφαλιστή καθορίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία ή την πρακτική του κράτους μέλους καταγωγής του:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση αποθέματος για τις εκκρεμείς απαιτήσεις, ο κάθε συνασφαλιστής σχηματίζει απόθεμα για εκκρεμείς απαιτήσεις, το οποίο δεν δύναται να υπολείπεται του αποθέματος που σχηματίζεται σύμφωνα με τους κανόνες ή την πρακτική που ισχύουν για τον κύριο συνασφαλιστή:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, το ύψος του αποθέματος των εκκρεμών απαιτήσεων που σχηματίζει ο κάθε συνασφαλιστής αναλογεί στο ποσοστό συμμετοχής του στην κάλυψη του κινδύνου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οι συνασφαλιστές που είναι εγκατεστημένοι στη Δημοκρατία τηρούν στατιστικά στοιχεία, τα οποία παρουσιάζουν τον όγκο των εργασιών τους σε κοινοτική συνασφάλιση, καθώς και τα κράτη μέλη που αφορούν οι εργασίες αυτές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Κατά την εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχείρησης, οι υποχρεώσεις της επιχείρησης αυτής από τη συμμετοχή της σε ασφαλιστήρια που αφορούν κοινοτική συνασφάλιση, εκπληρώνονται όπως και οι υποχρεώσεις της που απορρέουν από τα άλλα ασφαλιστήρια χωρίς να γίνεται καμιά διάκριση εις βάρος των ασφαλισμένων της και των δικαιούχων εξαιτίας της εθνικότητάς τους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>΄Οσες ασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν την έδρα τους σε κράτος μέλος και πληρούν τις διατάξεις των εθνικών νομοθετημάτων των εν λόγω κρατών μελών που υιοθετούν την Κοινοτική Οδηγία 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ηςΙουλίου 1973 περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάλυση δραστηριότητας πρωτασφαλίσεως εκτός των ασφαλίσεων ζωής, και επιθυμούν να συμμετάσχουν σε κοινοτική συνασφάλιση, δεν δύναται να υπόκεινται σε διατάξεις άλλες από αυτές του παρόντος άρθρου.</div>\n<p class=\"lf-p\">152(I)/2004 ΕΚΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΑΣΚΗΣΕΩΣ Ή ΕΠΕΚΤΑΣΕΩΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ - ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ - ΜΕΡΙΚΗ ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ Απόρριψη αιτήσεως κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας ή αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης για χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-39\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 39</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">39.—(1) Ο Έφορος απορρίπτει, την αίτηση κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας για χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία, εάν δεν ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για χορήγηση της άδειας, που τίθενται στα άρθρα 21 και 22 του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Έφορος απορρίπτει την αίτηση αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης για χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία υπό μορφή υποκαταστήματος ή αντιπροσωπείας, εάν δεν ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για χορήγηση της άδειας, που τίθενται στα άρθρα 26 και 29 του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου αυτού, ο Έφορος δύναται να απορρίψει την αίτηση για χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών όταν— (α) Υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ της αιτήτριας κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας ή αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων και ο Έφορος κρίνει ότι οι δεσμοί αυτοί παρεμποδίζουν ή δυσχεραίνουν την αποτελεσματική άσκηση εποπτείας· ή (β) οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις, οι ισχύουσες σε κράτος που δεν είναι Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., στο οποίο υπάγονται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, με τα οποία η αιτήτρια κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία ή αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση έχει στενούς δεσμούς, παρεμποδίζουν ή δυσχεραίνουν την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας από τον Έφορο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>«Στενοί δεσμοί», κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου, λογίζεται η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται μέσω— (α) Συμμετοχής, δηλαδή της άμεσης ή δι' ενός δεσμού ελέγχου κατοχής του είκοσι επί τοις εκατόν (20%) ή άνω των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης· ή (β) δεσμού ελέγχου, δηλαδή μέσω της σχέσης που υπάρχει μεταξύ μιας μητρικής εταιρείας και μιας θυγατρικής εταιρείας, κατά την έννοια του άρθρου 148 του περί Εταιρειών Νόμου ή μιας παρεμφερούς σχέσης μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας εταιρείας· κάθε θυγατρική εταιρεία μιας άλλης θυγατρικής εταιρείας λογίζεται και αυτή ως θυγατρική της μητρικής εταιρείας.</div>\n<p class=\"lf-p\">Στενοί δεσμοί μεταξύ δύο ή περισσότερων φυσικών ή νομικών προσώπων δημιουργούνται επίσης και από μια κατάσταση κατά την οποία τα πρόσωπα αυτά συνδέονται μονίμως με το ίδιο πρόσωπο, διά δεσμού ελέγχου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η απόφαση του Εφόρου προς απόρριψη της αιτήσεως και άρνηση χορηγήσεως της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη. Η απόφαση κοινοποιείται στους αιτητές μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από την υποβολή έγκυρης κατά νόμο αιτήσεως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 18 του παρόντος Νόμου, προκειμένου περί κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας, ή στο άρθρο 26, προκειμένου περί αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Ως απόρριψη της αιτήσεως και άρνηση χορηγήσεως άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών λογίζεται και η άπρακτη πάροδος έξι μηνών από την ημέρα της υποβολής αιτήσεως, έγκυρης κατά τα ανωτέρω.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Απόρριψη της αιτήσεως κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας ή αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης προς επέκταση των εργασιών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-40\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 40</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">40.—(1) Ο Έφορος απορρίπτει την αίτηση κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας ή αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης για χορήγηση άδειας επεκτάσεως των εργασιών της, εάν δεν ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 23 του παρόντος Νόμου προκειμένου περί κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας, ή στο άρθρο 27 ή 29 προκειμένου περί αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι διατάξεις των εδαφίων (3), (5) και (6) του άρθρου 39 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται κατά πάντα και στην περίπτωση αιτήσεως για χορήγηση άδειας επεκτάσεως των εργασιών.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Ανάκληση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας ή αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης. Ποινικό αδίκημα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-41\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 41</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">41.—(1) Ο Έφορος δύναται να ανακαλέσει την άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών που χορηγήθηκε σε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία ή αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Εάν οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα άρθρα 21 ή 26 για τη χορήγηση της άδειας δεν ικανοποιείται πλέον ή (β) εάν η κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία ή η αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση— (i) δεν προβεί σε έναρξη των εργασιών της εντός δώδεκα μηνών από την ημέρα που της χορηγήθηκε η άδεια· ή (ii) πληροφορήσει εγγράφως τον Έφορο ότι δεν προτίθεται να αρχίσει την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών της, μέσα στην περίοδο των δώδεκα μηνών ή (iii) πληροφορήσει οποτεδήποτε εγγράφως τον Έφορο ότι προτίθεται να τερματίσει την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών της· ή (iv) αναστείλει την άσκηση εργασιών για συνεχή περίοδο πέραν των έξι μηνών ή (ν) υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 14 του παρόντος Νόμου, ασκεί εργασίες άλλες από ασφαλιστικές· ή (γ) σε περίπτωση παραβίασης, σε σημαντικό βαθμό, οποιασδήποτε από τις κατά νόμο υποχρεώσεις της ασφαλιστικής εταιρείας ή επιχείρησης, και ιδιαίτερα της υποχρέωσής της, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 92 του παρόντος Νόμου, προς κατάθεση των καθορισμένων λογιστικών και οικονομικών καταστάσεων ή της υποχρέωσής της προς τήρηση υγιών ασφαλιστικών αρχών, κατά την άσκηση των εργασιών της· ή (δ) σε περίπτωση κατά την οποία η ασφαλιστική εταιρεία ή επιχείρηση δεν εκπληρώσει, εντός της τακτής από τον Έφορο προθεσμίας, την υποχρέωσή της προς υλοποίηση των μέτρων ανασυγκρότησης ή βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 71 του παρόντος Νόμου· ή (ε) σε περίπτωση τελεσίδικης καταδίκης για το προβλεπόμενο στο άρθρο 213 του παρόντος Νόμου ποινικό αδίκημα για έκδοση ψευδών λογαριασμών ή (στ) σε περίπτωση κατά την οποία η εταιρεία ή επιχείρηση αυτή δεν ικανοποιήσει μέσα σε προθεσμία σαράντα δυο ημερών τελεσίδικη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της· ή (ζ) σε περίπτωση κατά την οποία η ασφαλιστική εταιρεία ή επιχείρηση δεν ικανοποιεί πλέον οποιεσδήποτε από τις διατάξεις του Μέρους IV του παρόντος Νόμου· ή (η) προκειμένου περί αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης, και σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της, προκειμένου περί ασφαλιστικής επιχείρησης που έχει την έδρα της στην Ε.Ε. ή Ε.Ο.Χ, σε περίπτωση ανακλήσεως της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών της επιχείρησης αυτής, από την αρμόδια εποπτική αρχή του τόπου, όπου έχει την έδρα της. (θ) σε περίπτωση κατά την οποία υφίστανται στενοί δεσμοί, εν τη εννοία του εδαφίου (4) του άρθρου 39, μεταξύ τηςκυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας ή της αλλοδαπήςασφαλιστικής επιχείρησης και άλλων φυσικών ή νομικώνπροσώπων και ο Έφορος κρίνει ότι οι δεσμοί αυτοίπαρεμποδίζουν ή δυσχεραίνουν την αποτελεσματική άσκησηεποπτείας ή οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικέςδιατάξεις, οι ισχύουσες σε κράτους που δεν είναι ΚράτοςΜέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., στο οποίο υπάγονται ένα ήπερισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, με τα οποία ηκυπριακή ασφαλιστική εταιρεία ή η αλλοδαπή ασφαλιστικήεπιχείρηση έχει στενούς δεσμούς, παρεμποδίζουν ήδυσχεραίνουν την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας απότον Έφορο·</p>\n<p class=\"lf-p\">(ι) σε περίπτωση έναρξης διαδικασίας εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία ή αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση που δεν προβαίνει σε έναρξη των εργασιών της σε όλους ή ορισμένους κλάδους, στους οποίους αφορά η άδεια που της χορηγήθηκε, εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία που της χορηγήθηκε η άδεια ή που αναστέλλει την άσκηση εργασιών για συνεχή περίοδο έξι μηνών, έχει υποχρέωση να γνωστοποιήσει εγγράφως στον Έφορο το γεγονός. Παραβίαση της υποχρέωσης αυτής συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με χρηματική ποινή μέχρι δύο χιλιάδων λιρών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η απόφαση του Εφόρου προς ανάκληση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη και κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη εταιρεία ή επιχείρηση.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 165(I)/2003 136(I)/2004 Παραστάσεις κατά της ανάκλησης της άδειας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-42\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 42</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">42.—(1) Πριν προβεί στην έκδοση της απόφασής του προς ανάκληση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών, ο Έφορος οφείλει να κοινοποιήσει εγγράφως την πρόθεσή του προς τούτο στην ενδιαφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία ή επιχείρηση, και να παραθέσει τους λόγους, που κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο άρθρο, δικαιολογούν την απόφασή του, και να επισημάνει τα δικαιώματα που της παρέχονται δυνάμει του επόμενου εδαφίου. Ο Έφορος εν τούτοις δύναται, σε δικαιολογημένες προς το δημόσιο συμφέρον περιπτώσεις και προς προστασία των ασφαλισμένων και του κοινού εν γένει, να διατάξει με την κοινοποίηση αυτή, την άμεση αναστολή εργασιών της ασφαλιστικής αυτής εταιρείας ή επιχείρησης, μέχρι πέρατος της προβλεπόμενης στο άρθρο αυτό και το άρθρο 43 διαδικασίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η ασφαλιστική εταιρεία ή επιχείρηση, προς την οποία κοινοποιήθηκε έγγραφο κατά τα ανωτέρω, έχει το δικαίωμα εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών από την κοινοποίηση του εγγράφου, να προβεί σε γραπτές και, εφόσον το επιθυμεί, προφορικές παραστάσεις προς τον Έφορο, εφόσον όμως της κοινοποιήθηκε συγχρόνως και απόφαση του Εφόρου προς αναστολή των εργασιών της οφείλει να συμμορφωθεί αμέσως προς την απόφαση αυτή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο Έφορος οφείλει να λάβει υπόψη τις παραστάσεις αυτές, πριν προβεί στην έκδοση της απόφασής του προς ανάκληση ή μη της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Υπουργού</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-43\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 43</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">43.—(1) Οι αποφάσεις του Εφόρου προς απόρριψη της αιτήσεως για χορήγηση άδειας ασκήσεως ή επεκτάσεως ασφαλιστικών εργασιών, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 39 και 40 του παρόντος Νόμου, καθώς και οι αποφάσεις του Εφόρου προς ανάκληση άδειας που χορηγήθηκε δυνάμει του παρόντος Νόμου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 41 του Νόμου αυτού, δύνανται να προσβληθούν ενώπιον του Υπουργού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το δικαίωμα προς προσβολή των αποφάσεων του Εφόρου ενώπιον του Υπουργοί), κατά τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό, επισημαίνεται από τον Έφορο στην ενδιαφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία ή επιχείρηση, κατά την κοινοποίηση των πιο πάνω αποφάσεων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η προσφυγή ενώπιον του Υπουργού δύναται να ασκηθεί εγγράφως, μέσω του Εφόρου, μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών, από την κοινοποίηση της αποφάσεως, κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο Υπουργός εκδίδει την απόφασή του μέσα σε προθεσμία σαράντα πέντε ημερών από την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής. Πριν προβεί στην έκδοση της απόφασής του ο Υπουργός καλεί την ενδιαφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία ή επιχείρηση, να προβεί σε γραπτές και, εφόσον το επιθυμεί, προφορικές παραστάσεις.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ο Υπουργός οφείλει να λάβει υπόψη τις παραστάσεις αυτές, πριν προβεί στην έκδοση της απόφασής του προς επικύρωση ή ανάκληση της απόφασης του Εφόρου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Η απόφαση του Υπουργού οφείλει να είναι δεόντως αιτιολογημένη.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Δημοσίευση της ανάκλησης της άδειας στην Επίσημη Εφημερίδα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-44\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 44</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">44.</span>Η ανάκληση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών, όταν αυτή καταστεί οριστική, είτε λόγω παρελεύσεως άπρακτης της προθεσμίας προς προσφυγή ενώπιον του Υπουργού είτε λόγω επικυρώσεως της αποφάσεως του Εφόρου από τον Υπουργό, δημοσιεύεται κατά τον καθορισμένο τύπο στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Ενημέρωση άλλων αρμόδιων εποπτικών αρχών για την ανάκληση άδειας κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-45\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 45</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">45.—(1) Σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της, η απόφαση του Εφόρου προς ανάκληση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών που χορηγήθηκε σε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, εφόσον δεν προσβληθεί ενώπιον του Υπουργού κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο άρθρο ή εφόσον επικυρωθεί από τον Υπουργό, κοινοποιείται σε όλες τις λοιπές αρμόδιες εποπτικές αρχές των Κρατών Μελών της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., προς λήψη των αναγκαίων μέτρων, ώστε να μην επιτραπεί στην εταιρεία αυτή η άσκηση νέων εργασιών είτε υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης είτε και υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Έφορος, με τη συνδρομή και των λοιπών αρμόδιων εποπτικών αρχών, λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων στην ασφαλιστική εταιρεία της οποίας ανακλήθηκε η άδεια και ειδικότερα περιορίζει την ελεύθερη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας αυτής, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 65 του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Ενημέρωση άλλων αρμόδιων εποπτικών αρχών για την ανάκληση άδειας αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-46\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 46</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">46.—(1) Σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της, η απόφαση του Εφόρου προς ανάκληση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών που χορηγήθηκε σε αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 του παρόντος Νόμου, η οποία επέλεξε την εποπτική αρχή της Δημοκρατίας ως την αρμόδια εποπτική αρχή σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (ε) του άρθρου 30 του παρόντος Νόμου, εφόσον η απόφαση αυτή προς ανάκληση δεν προσβληθεί ενώπιον του Υπουργού ή εφόσον επικυρωθεί από τον Υπουργό, κοινοποιείται σε όλες τις λοιπές αρμόδιες εποπτικές αρχές των Κρατών Μελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., στα οποία η αλλοδαπή αυτή ασφαλιστική επιχείρηση διατηρεί υποκατάστημα ή αντιπροσωπεία, προς λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προστασία των ασφαλισμένων στην επιχείρηση αυτή.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία η αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση επέλεξε άλλη αρμόδια εποπτική αρχή, εκτός της Δημοκρατίας και ο λόγος ανακλήσεως της άδειας είναι η ανεπάρκεια της συνολικής φερεγγυότητας της επιχείρησης, όπως αυτή καθορίζεται στην υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (δ) του άρθρου 30 του παρόντος Νόμου, τότε η άδεια ασκήσεως των ασφαλιστικών εργασιών ανακαλείται και από τον Έφορο.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Απαγόρευση εκδόσεως νέων ασφαλιστηρίων μετά την ανάκληση της άδειας ή μετά την απόφαση του Εφόρου προς αναστολή εργασιών. Ποινικό αδίκημα 47—(1) Απαγορεύεται η έκδοση νέων ασφαλιστηρίων ή η σύναψη νέων ασφαλιστικών συμβάσεων ή η άσκηση ασφαλιστικών εργασιών εν γένει, από κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία ή αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση της οποίας ανακλήθηκε η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών ή στην οποία κοινοποιήθηκε απόφαση του Εφόρου προς αναστολή των εργασιών της, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (1) του άρθρου 42 του παρόντος Νόμου. Παράβαση της διατάξεως αυτής συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλακίσεως μέχρι πέντε ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι εκατό χιλιάδων λιρών ή και με τις δύο αυτές ποινές.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Επιτρέπεται εν τούτοις σε ασφαλιστική εταιρεία ή αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση, της οποίας ανακλήθηκε για οποιοδήποτε λόγο η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών ή στην οποία κοινοποιήθηκε απόφαση του Εφόρου προς αναστολή των εργασιών της κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (1) του άρθρου 42 του παρόντος Νόμου, να συνεχίσει να εισπράττει τα οφειλόμενα προς αυτή ασφάλιστρα και να ικανοποιεί τις ανειλημμένες υποχρεώσεις της, κατά το συνήθη τρόπο διεξαγωγής των εργασιών της.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Τροποποίηση επωνυμίας 48. Κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, της οποίας ανακλήθηκε για οποιοδήποτε λόγο η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών, σε περίπτωση κατά την οποία θα συνεχίσει να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο, οφείλει να τροποποιήσει την επωνυμία της και να διαγράψει από αυτή οτιδήποτε υποδηλώνει την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών.</p>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Μερική ανάκληση και περιορισμός της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών μόνο σε έναν ή περισσότερους κλάδους 49.—(1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 41 του παρόντος Νόμου, όπου αυτές εφαρμόζονται, ο Έφορος δύναται, αντί να προβεί σε εξ ολοκλήρου ανάκληση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών, να ανακαλέσει μερικώς την άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών σε έναν ή περισσότερους ασφαλιστικούς κλάδους που της έχει χορηγηθεί δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, και να περιορίσει την ισχύ της άδειας για τους λοιπούς.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Στην περίπτωση αυτή η κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία ή η αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση οφείλει, αναλόγως της περιπτώσεως— (α) Να μη συνομολογεί νέες ασφαλιστικές συμβάσεις που καλύπτουν κινδύνους, που εμπίπτουν στον κλάδο για τον οποίο ανακλήθηκε η άδεια· (β) να μην τροποποιεί οποιεσδήποτε ασφαλιστικές συμβάσεις, που αφορούν τον Κλάδο Γενικής Φύσεως και τελούν σε ισχύ κατά το χρόνο ανακλήσεως της άδειας για τον Κλάδο αυτό, έτσι ώστε να αυξάνονται οι υποχρεώσεις της· (γ) να μην τροποποιεί, με οποιοδήποτε τρόπο, ασφαλιστικές συμβάσεις, που αφορούν τον Κλάδο Ζωής και τελούν σε ισχύ κατά το χρόνο ανακλήσεως της άδειας για τον Κλάδο αυτό, έτσι ώστε να αυξάνονται οι υποχρεώσεις της.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Εφόσον ο Έφορος αποφασίσει τη μερική ανάκληση και περιορισμό της ισχύος της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών, προβαίνει σε τροποποίηση της άδειας που αρχικά χορηγήθηκε και εκδίδει νέο έντυπο άδειας, κατά τον καθορισμένο τύπο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου που αφορούν στην ανάκληση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών, άρθρα 41 έως 47, εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση μερικής ανακλήσεως και περιορισμού της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΕΙΑΣ - ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΔΕΙΑΣ - ΦΥΣΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ Έκθεση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών 50.—(1) Η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου εκτίθεται από την κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία ή την αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση που της χορηγήθηκε, σε περίοπτη θέση στα κεντρικά της γραφεία στη Δημοκρατία. Πιστοποιημένο αντίγραφο της άδειας αυτής εκτίθεται κατά τον αυτό τρόπο και σε όλα τα υποκαταστήματα και τις αντιπροσωπείες της εταιρείας ή της επιχείρησης στη Δημοκρατία.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της, θα ισχύει η ακόλουθη διάταξη: «Σε περίπτωση ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία από ασφαλιστική επιχείρηση Κράτους Μέλους της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης, η αντίστοιχη άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών που χορηγήθηκε στην επιχείρηση αυτή, από την αρμόδια εποπτική αρχή του Κράτους Μέλους καταγωγής του υποκαταστήματος ή αντιπροσωπείας, θα εκτίθεται σε περίοπτη θέση στα γραφεία του υποκαταστήματος ή της αντιπροσωπείας στη Δημοκρατία».</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Παράβαση των διατάξεων του άρθρου αυτού συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με χρηματική ποινή μέχρι χιλίων λιρών.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Επιστροφή άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών σε περίπτωση ανάκλησης ή τροποποίησής της. Ποινικό αδίκημα 51.—(1) Κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία ή αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση, της οποίας ανακαλείται ή τροποποιείται η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, οφείλει να επιστρέψει στον Έφορο την άδεια αυτή, καθώς και κάθε πιστοποιημένο αντίγραφο της, μόλις της κοινοποιηθεί ή δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας η απόφαση περί ανακλήσεως ή τροποποιήσεως της άδειας:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών έχει απωλεσθεί ή καταστραφεί και η επιστροφή της καθίσταται αδύνατη, η ασφαλιστική επιχείρηση οφείλει όπως προβεί σε σχετική ένορκη δήλωση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Παράβαση των διατάξεων του άρθρου αυτού συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με χρηματική ποινή μέχρι δύο χιλιάδων λιρών.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Συνεχείς υποχρεώσεις ασφαλιστικών επιχειρήσεων 52.—(1) Εκτός εάν άλλωσπως προβλέπεται ρητά ή συνάγεται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, όλες οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και αφορούν στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, είναι συνεχείς και οι επιχειρήσεις αυτές οφείλουν να τις τηρούν αδιαλείπτως.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κάθε μεταβολή που επάγεται σε συνεχή υποχρέωση που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που καθορίζονται στο άρθρο 21, ανακοινώνεται άμεσα στον Έφορο.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ IV ΔΙΕΥΘΥΝΟΝΤΕΣ - ΓΕΝΙΚΟΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΣ - ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΑΝΑΛΟΓΙΣΤΗΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Οι διευθύνοντες κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία 53.—(1) Για τους σκοπούς της παραγράφου (ι) του εδαφίου (1) του άρθρου 21 του παρόντος Νόμου, ως διευθύνοντες μίαν κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία λογίζονται μόνον τα ακόλουθα φυσικά πρόσωπα, εφόσον είναι πρόσωπα ικανά και κατάλληλα και διαθέτουν τα καθορισμένα με Κανονισμούς προσόντα— (α) Οι διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας, περιλαμβανομένου και του εκτελεστικού προέδρου και του διευθύνοντος συμβούλου· (β) ο ανώτερος εκτελεστικός λειτουργός της εταιρείας, που είναι υπεύθυνος για τη διεύθυνση όλων των ασφαλιστικών εργασιών της, μέσα στα πλαίσια των αποφάσεων του Διοικητικού της Συμβουλίου· (γ) ο γενικός διευθυντής της εταιρείας, εφόσον τα καθήκοντά του δεν ασκούνται από ένα από τα μνημονευόμενα στις πιο πάνω παραγράφους (α) και (β) πρόσωπα· και (δ) οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, που κατά την κρίση του Εφόρου, λόγω της φύσεως των καθηκόντων που ασκεί στην εταιρεία, είναι σε θέση να επηρεάσει τη λήψη αποφάσεων ή την όλη πολιτική της εταιρείας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Εκτός από τους διοικητικούς συμβούλους της εταιρείας που δεν ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα, οι λοιποί διευθύνοντες την εταιρεία οφείλουν να έχουν το συνήθη τόπο διαμονής τους στη Δημοκρατία:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται εν τούτοις ότι, ο Έφορος δύναται να επιτρέψει όπως ορισμένοι από τους διευθύνοντες αυτούς έχουν τη συνήθη διαμονή τους εκτός της Δημοκρατίας, εφόσον κρίνει ότι αυτό δεν επηρεάζει δυσμενώς την εύρυθμη λειτουργία της εταιρείας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Στον Έφορο ανακοινώνεται η ταυτότητα των διευθυνόντων την εταιρεία κατά τον καθορισμένο τύπο, κατά την υποβολή της αιτήσεως προς χορήγηση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Στον Έφορο επίσης ανακοινώνεται, κατά τον καθορισμένο τύπο, κάθε μεταγενέστερος διορισμός επιπρόσθετος ή εις αντικατάσταση άλλου, κάθε εκούσια αποχώρηση ή τερματισμός των υπηρεσιών και γενικά κάθε άλλη μεταβολή των προσώπων αυτών, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός αφότου επεσυνέβη ο διορισμός, αποχώρηση, τερματισμός υπηρεσιών ή άλλη μεταβολή. Σε περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος ενίσταται στο διορισμό οποιουδήποτε προσώπου, οφείλει να κοινοποιήσει δεόντως αιτιολογημένη απόφασή του στην ασφαλιστική εταιρεία, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την ημέρα της ανακοινώσεως του διορισμού. Η απόφαση αυτή του Εφόρου δύναται να προσβληθεί ενώπιον του Υπουργού, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 43 του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>(α) Ικανό και κατάλληλο λογίζεται το πρόσωπο το οποίο διαθέτει εντιμότητα, ακεραιότητα, καλή φήμη, ειδική γνώση και πείρα στον τομέα του και είναι καλής οικονομικής κατάστασης. (β) Δε λογίζεται ως κατάλληλο πρόσωπο για τους σκοπούς της παραγράφου (ι) του εδαφίου (1) του άρθρου 21 του παρόντος Νόμου, πρόσωπο που— (i) Καταδικάστηκε για πλαστογραφία, κλοπή, απάτη, υπεξαίρεση, τοκογλυφία, αισχροκέρδεια, εκβίαση, δωροδοκία, λαθρεμπορία, απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, φόνο εκ προμελέτης, ανθρωποκτονία, βιασμό, αδικήματα ηθικής αισχρότητας ή άλλα συναφή προς τα ανωτέρω ποινικά αδικήματα· (ii) κηρύχθηκε σε πτώχευση και δεν αποκαταστάθηκε· ή (iii) κατείχε προηγουμένως ειδική συμμετοχή ή θέση διευθύνοντος προσώπου, σε ασφαλιστική επιχείρηση ή άλλη συναφή επιχείρηση του χρηματοπιστωτικού τομέα, της οποίας επιχείρησης η άδεια ανακλήθηκε για σοβαρή παραβίαση των υποχρεώσεών της, εκτός εάν αποδείξει ότι ο ίδιος δε συναίνεσε ή συνέπραξε στην παραβίαση.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Διευθύνοντες υποκατάστημα ή αντιπροσωπεία αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης 54.—(1) Σε σχέση με το υποκατάστημα ή την αντιπροσωπεία που ιδρύονται στη Δημοκρατία από αλλοδαπές ασφαλιστικές επιχειρήσεις, για τους σκοπούς της υποπαραγράφου (ii) της παραγράφου (ζ) του άρθρου 26 του παρόντος Νόμου, θα ισχύουν οι ακόλουθες διατάξεις: (α) Σε ό,τι αφορά τα πρόσωπα που μνημονεύονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 53 του παρόντος Νόμου, στον Έφορο θα ανακοινώνονται οι πληροφορίες που καθορίζονται στο έντυπο της αιτήσεως για χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών (β) σε ό,τι αφορά το πρόσωπο που μνημονεύεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 53 του παρόντος Νόμου, τα καθήκοντα του προσώπου αυτού θα ασκούνται από το γενικό αντιπρόσωπο της επιχείρησης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 56 του παρόντος Νόμου· (γ) σε ό,τι αφορά τα λοιπά πρόσωπα, που αναφέρονται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 53, τα πρόσωπα αυτά πρέπει να είναι φυσικά και να ικανοποιούν τις προϋποθέσεις, που καθορίζονται με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι διατάξεις των εδαφίων (2) έως (5) του άρθρου 53 του παρόντος Νόμου, εφαρμόζονται κατά πάντα και προκειμένου περί των διευθυνόντων υποκατάστημα ή αντιπροσωπεία αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Οι διευθύνοντες υποκατάστημα κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας σε Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ 55.—(1) Οι διατάξεις του άρθρου αυτού θα ισχύουν σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία προτίθεται να ιδρύσει υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης, υποκατάστημα ή αντιπροσωπεία σε Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. και υποβάλει σχετική αίτηση στον Έφορο, για τους σκοπούς του εδαφίου (2) του άρθρου 33 του παρόντος Νόμου, θα εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 53 του παρόντος Νόμου με τις ακόλουθες τροποποιήσεις: (α) Οι διατάξεις των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 53 δε θα ισχύουν (β) τα καθήκοντα του προσώπου που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 53, θα ασκούνται από το γενικό αντιπρόσωπο της εταιρείας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 58.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Γενικός αντιπρόσωπος στη Δημοκρατία αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης 56.—(1) Για τη χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών σε αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση που προτίθεται να ιδρύσει στη Δημοκρατία υποκατάστημα ή αντιπροσωπεία, προαπαιτείται, δυνάμει της παραγράφου (γ) του άρθρου 26 του παρόντος Νόμου, ο διορισμός γενικού αντιπροσώπου, που να ικανοποιεί τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Να είναι πρόσωπο ικανό και κατάλληλο, κατά την έννοια του εδαφίου (5) του άρθρου 53 του παρόντος Νόμου και να διαθέτει τα καθορισμένα με Κανονισμούς προσόντα· (β) να έχει το συνήθη τόπο διαμονής του στη Δημοκρατία εκτός εάν ο Έφορος επιτρέψει όπως έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός της Δημοκρατίας, εφόσον κρίνει ότι αυτό δεν επηρεάζει δυσμενώς την εύρυθμη λειτουργία του υποκαταστήματος ή της αντιπροσωπείας· (γ) να είναι υπεύθυνος για τη διεξαγωγή του συνόλου των εργασιών του υποκαταστήματος ή της αντιπροσωπείας στη Δημοκρατία· (δ) να έχει επαρκή εξουσία ώστε να δεσμεύει την αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση ενώπιον τρίτων και να την αντιπροσωπεύει ενώπιον των δικαστικών και διοικητικών αρχών της Δημοκρατίας· και (ε) να αποδέχεται όλη την αλληλογραφία στη Δημοκρατία εκ μέρους της επιχείρησης αυτής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Δεν επιτρέπεται ο παράλληλος διορισμός δύο γενικών αντιπροσώπων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Δεν επιτρέπεται ο γενικός αντιπρόσωπος να είναι ο ελεγκτής, ή συνέταιρος ή υπάλληλος του ελεγκτή, σε ότι αφορά στον έλεγχο λογαριασμών οποιασδήποτε ασφαλιστικής εργασίας που διεξάγεται στη Δημοκρατία από την επιχείρηση αυτή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία ο γενικός αντιπρόσωπος είναι νομικό πρόσωπο, πρέπει να έχει την έδρα του στη Δημοκρατία και να διορίσει φυσικό πρόσωπο, που να ικανοποιεί τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου αυτού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Στον Έφορο ανακοινώνεται η ταυτότητα του γενικού αντιπροσώπου κατά τον καθορισμένο τύπο, κατά την υποβολή της αιτήσεως προς χορήγηση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Στον Έφορο ανακοινώνεται επίσης κατά τον καθορισμένο τύπο κάθε μεταγενέστερη μεταβολή στο πρόσωπο του γενικού αντιπροσώπου μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών από την ημέρα της μεταβολής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος ενίσταται στο διορισμό οποιουδήποτε προσώπου ως γενικού αντιπροσώπου, ενεργεί κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 43 του παρόντος Νόμου, το οποίο, καθώς και το εδάφιο (5), εφαρμόζεται κατά πάντα και στην προκείμενη περίπτωση.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Γενικός αντιπρόσωπος στη Δημοκρατία της Ένωσης Ασφαλιστών Λλόυδς Λονδίνου 57. Επί του γενικού αντιπροσώπου της Ενώσεως Ασφαλιστών Λλόυδς Λονδίνου, που διορίζεται στη Δημοκρατία για τους σκοπούς του άρθρου 29 του παρόντος Νόμου, θα εφαρμόζονται κατά πάντα οι διατάξεις του άρθρου 56, ιδιαίτερα αυτή της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου αυτού.</p>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Γενικός αντιπρόσωπος κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας σε Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. και γενικός αντιπρόσωπος ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα σε Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. στη Δημοκρατία 58.—(1) Οι διατάξεις του άρθρου αυτού θα ισχύουν σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία προτίθεται να ιδρύσει υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης, υποκατάστημα ή αντιπροσωπεία σε Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. και υποβάλει σχετική αίτηση στον Έφορο για τους σκοπούς του εδαφίου (2) του άρθρου 33 του παρόντος Νόμου, θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, σε ό,τι αφορά το γενικό αντιπρόσωπο, οι διατάξεις του άρθρου 56 του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία ασφαλιστική επιχείρηση Κράτους Μέλους της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. ιδρύει, υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης, υποκατάστημα ή αντιπροσωπεία στη Δημοκρατία, για τους σκοπούς του εδαφίου (3) του άρθρου 32 του παρόντος Νόμου θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, σε ότι αφορά το γενικό αντιπρόσωπο, οι διατάξεις των εδαφίων (1) μέχρι (4) του άρθρου 56 του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Εσωτερικός αναλογιστής, καθήκοντα και ευθύνες 59.—(1) Για τη χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών— (α) Στον Κλάδο Ζωής· και (β) στον κλάδο ατυχημάτων ή και στον κλάδο ασθενειών, όταν εκδίδονται ασφαλιστήρια που καλύπτουν κινδύνους των κλάδων ατυχημάτων ή και ασθενειών, με διάρκεια μεγαλύτερη του ενός έτους, προαπαιτείται ο διορισμός εσωτερικού αναλογιστή που έχει τα καθορισμένα με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου προσόντα, είναι ικανό και κατάλληλο πρόσωπο και εγκρίνεται από τον Έφορο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Στην περίπτωση ασφαλιστικής επιχείρησης που ασκεί εργασίες στον Κλάδο Ζωής, ο εσωτερικός αναλογιστής έχει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα καθήκοντα: (α) Να παρακολουθεί την οικονομική κατάσταση της επιχείρησης, περιλαμβανομένης και της εκτίμησης των τεχνικών της αποθεμάτων· (β) να παρακολουθεί τις αναλογιστικής φύσεως εργασίες της επιχείρησης που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων, το σχεδιασμό και την τιμολόγηση των ασφαλιστικών σχεδίων (γ) να διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες που παρέχονται σε πρόσωπα που ενδιαφέρονται να συνάψουν ασφαλιστικές συμβάσεις και στους ασφαλισμένους είναι σύμφωνες με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 133 του παρόντος Νόμου· (δ) να διεξάγει έρευνες σχετικά με την— (i) εμπειρία της επιχείρησης σε σχέση με απαιτήσεις· και (ii) την ανάλυση των εξόδων της επιχείρησης· (ε) να συμβουλεύει το Διοικητικό Συμβούλιο της επιχείρησης σχετικά με— (i) το πρόγραμμα δραστηριότητας, που συνυποβάλλεται δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) των άρθρων 21 και 23 του παρόντος Νόμου, με την αίτηση για χορήγηση ή επέκταση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών και (ii) το αντασφαλιστικό πρόγραμμα της επιχείρησης:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, για την καλύτερη εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, η ασφαλιστική επιχείρηση οφείλει να του παρέχει άμεση πρόσβαση στο Διοικητικό της Συμβούλιο, όποτε ο εσωτερικός αναλογιστής το κρίνει σκόπιμο και να του παρέχει κάθε αναγκαία πληροφορία προς άσκηση των καθηκόντων του.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Στην περίπτωση ασφαλιστικής επιχείρησης που ασκεί εργασίες του Κλάδου Γενικής Φύσεως, όπως αυτές καθορίζονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου αυτού, ο εσωτερικός αναλογιστής έχει τα ακόλουθα καθήκοντα: (α) Να ενημερώνει τον Έφορο ότι η ασφαλιστική επιχείρηση παρέχει τις καλύψεις αυτές· και (β) να υπολογίζει την υποχρέωση της ασφαλιστικής επιχείρησης, όταν αυτή πρέπει να καταβάλει αποζημίωση με τη μορφή προσόδου, την οποία πιστοποιεί με δήλωση, στην οποία φαίνεται και ο τρόπος υπολογισμού καθώς και οι τεχνικές παράμετροι που χρησιμοποιεί.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Στον Έφορο ανακοινώνεται η ταυτότητα του εσωτερικού αναλογιστή κατά τον καθορισμένο τύπο, κατά την υποβολή της αιτήσεως προς χορήγηση της άδειας ασκήσεως ή επεκτάσεως ασφαλιστικών εργασιών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Στον Έφορο ανακοινώνεται επίσης κατά τον καθορισμένο τύπο κάθε μεταγενέστερη μεταβολή στο πρόσωπο του εσωτερικού αναλογιστή, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την ημέρα της μεταβολής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Ο Έφορος οφείλει να κοινοποιήσει την απόφασή του εντός ενός μηνός από την ανακοίνωση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος ενίσταται στο διορισμό οποιουδήποτε προσώπου ως εσωτερικού αναλογιστή ενεργεί κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (4) του άρθρου 53 του παρόντος Νόμου, το οποίο, καθώς και το εδάφιο (5) εφαρμόζεται κατά πάντα και στην προκειμένη περίπτωση.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Διευθύνοντες κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου 59Α. Όποιος ασκεί την ουσιαστική διοίκηση κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου οφείλει να έχει τα απαραίτητα εχέγγυα ήθους και την αναγκαία πείρα για την άσκηση των καθηκόντων του.</p>\n<p class=\"lf-p\">69(I)/2004</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ V ΤΕΧΝΙΚΑ ΑΠΟΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΤΕΧΝΙΚΑ ΑΠΟΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ Υποχρέωση κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας προς σχηματισμό τεχνικών αποθεμάτων 60.—(1) Κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία έχει υποχρέωση να σχηματίζει επί συνεχούς βάσεως, επαρκή τεχνικά αποθέματα για το σύνολο των ασφαλιστικών εργασιών που ασκεί είτε εντός της Δημοκρατίας είτε, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του επόμενου εδαφίου, εκτός της Δημοκρατίας:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, ασφαλιστική εταιρεία, υφιστάμενη κατά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου, που κατέχει άδεια δυνάμει του διά του παρόντος καταργούμενου νόμου, προς άσκηση ασφαλιστικών εργασιών τόσο στον Κλάδο Γενικής Φύσεως, όσον και στον Κλάδο Ζωής, έχει υποχρέωση να σχηματίζει επί συνεχούς βάσεως, επαρκή τεχνικά αποθέματα χωριστά για τις εργασίες της στον Κλάδο Γενικής Φύσεως και χωριστά για τις εργασίες της στον Κλάδο Ζωής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία που ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στην αλλοδαπή, έχει υποχρέωση να σχηματίζει επί συνεχούς βάσεως, επαρκή τεχνικά αποθέματα και για τις εργασίες αυτές, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, εφόσον δεν υπόκειται σε αντίστοιχη υποχρέωση σχηματισμού τεχνικών αποθεμάτων στο κράτος ή τα κράτη, όπου ασκεί τις εργασίες αυτές:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ο τρόπος υπολογισμού των τεχνικών αποθεμάτων, όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 63 του παρόντος Νόμου, είναι αυστηρότερος από τον τρόπο υπολογισμού των τεχνικών αποθεμάτων που ισχύει στο κράτος ή τα κράτη όπου ασκεί τις εργασίες της, η ασφαλιστική αυτή εταιρεία οφείλει να σχηματίζει τεχνικά αποθέματα, κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και από την ημερομηνία προσχώρησής της, ασφαλιστικές εργασίες που ασκούνται από κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία σε Κράτη Μέλη της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., είτε υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, λογίζονται για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, ως ασφαλιστικές εργασίες, που ασκούνται εντός της Δημοκρατίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Σύνθεση τεχνικών αποθεμάτων Κλάδου Γενικής Φύσεως 61. Τα τεχνικά αποθέματα που κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να σχηματίζει, σύμφωνα με το άρθρο 60 του παρόντος Νόμου, σε ότι αφορά το σύνολο των εργασιών που διεξάγει στον Κλάδο Γενικής Φύσεως, αποτελούνται από τα ακόλουθα: (α) Απόθεμα μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων· (β) απόθεμα κινδύνων σε ισχύ· (γ) απόθεμα εκκρεμών απαιτήσεων· (δ) απόθεμα εξισορρόπησης· (ε) άλλα τεχνικά αποθέματα.</p>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Σύνθεση τεχνικών αποθεμάτων Κλάδου Ζωής 62. Τα τεχνικά αποθέματα που κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να σχηματίζει, σύμφωνα με το άρθρο 60 του παρόντος Νόμου, σε ότι αφορά το σύνολο των εργασιών που διεξάγει στον Κλάδο Ζωής, αποτελούνται από τα ακόλουθα: (α) Απόθεμα εκκρεμών απαιτήσεων· (β) απόθεμα σε σχέση με ποσά που εκτιμούνται βάσει επαρκούς συνετής αναλογιστικής μεθόδου, στην οποία λαμβάνονται υπόψη όλες οι μελλοντικές υποχρεώσεις, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που έχουν ορισθεί για κάθε υπάρχουσα σύμβαση, ιδίως— (i) όλες οι εγγυημένες παροχές, συμπεριλαμβανομένων των εγγυημένων αξιών εξαγοράς· (ii) όλες οι συμμετοχές στα κέρδη, τα οποία ήδη δικαιούνται συλλογικά ή ατομικά οι ασφαλισμένοι, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για κτηθείσες (vested), δηλωθείσες (declared) ή κατανεμηθείσες (allocated) συμμετοχές- (iii) όλες οι επιλογές (options) για τις οποίες έχει δικαίωμα ο ασφαλισμένος με βάση τους όρους της σύμβασης- (iv) τα έξοδα της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων των προμηθειών, αφού συνυπολογιστούν και τα μελλοντικά εισπρακτέα ασφάλιστρα, και λαμβανομένης υπόψη της μεθόδου υπολογισμού των επενδύσεων που καλύπτουν τέτοια αποθέματα.</p>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Τρόπος υπολογισμού τεχνικών αποθεμάτων 63. Ο τρόπος υπολογισμού των τεχνικών αποθεμάτων για τον Κλάδο Γενικής Φύσεως και για τον Κλάδο Ζωής καθορίζεται στο Μέρος A (I) και το Μέρος Β (I) , αντιστοίχως, του συνημμένου στον παρόντα Νόμο Τέταρτου Παραρτήματος.</p>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Κατάσταση τεχνικών αποθεμάτων 64.—(1) Κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία έχει υποχρέωση να καταρτίζει, κατά τον καθορισμένο τύπο, κατάσταση τεχνικών αποθεμάτων που υπολογίζονται κατά τη λήξη του οικονομικού έτους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63 του παρόντος Νόμου, και να την υποβάλλει στον Έφορο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 92 του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Έφορος δύναται να εκδίδει οδηγίες, αναφορικά με τα τεχνικά αποθέματα των κυπριακών ασφαλιστικών εταιρειών και τον τρόπο υπολογισμού τους. Οι οδηγίες αυτές είναι υποχρεωτικές για κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, που οφείλει να τις τηρεί ανελλειπώς.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Απαγόρευση ελεύθερης διάθεσης στοιχείων του ενεργητικού 65.—(1) Ο Έφορος δύναται να απαγορεύσει ή περιορίσει την ελεύθερη διάθεση των στοιχείων ενεργητικού μιας κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας, εάν διαπιστώσει παραβίαση από την εταιρεία αυτή των διατάξεων του άρθρου 60 του παρόντος Νόμου. Επί πλέον ο Έφορος δύναται να προβεί στη λήψη κάθε άλλου μέτρου που κρίνει αναγκαίο για την προστασία των συμφερόντων των δικαιούχων ασφαλίσματος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και από την ημερομηνία προσχώρησής της, οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου δε θα εφαρμόζονται σε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία που ασκεί ασφαλιστικές εργασίες σε άλλα Κράτη Μέλη της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., εκτός εάν προηγουμένως ο Έφορος γνωστοποιήσει στις αρμόδιες εποπτικές αρχές των κρατών αυτών, την πρόθεσή του προς απαγόρευση της ελεύθερης διάθεσης των στοιχείων ενεργητικού και τη λήψη άλλων μέτρων κατά της εταιρείας αυτής.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Υποχρέωση κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας προς σχηματισμό επαρκούς περιθωρίου φερεγγυότητας 66. Κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία έχει υποχρέωση να σχηματίζει και να διατηρεί, επί συνεχούς βάσεως, ένα επαρκές περιθώριο φερεγγυότητας, για το σύνολο των ασφαλιστικών εργασιών που ασκεί, το οποίο να αποτελείται από τα περιουσιακά της στοιχεία, ελεύθερα από κάθε προβλεπόμενη υποχρέωση, χωρίς να συνυπολογίζονται σ’ αυτά τα άϋλα (intangible) περιουσιακά της στοιχεία 35(I)/2002 70(I)/2004 Σύνθεση και τρόπος υπολογισμού του ελάχιστου περιθωρίου φερεγγυότητας στον Κλάδο Γενικής Φύσεως 67.—(1) Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν το περιθώριο φερεγγυότητας, κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας, σε ό,τι αφορά τις ασφαλιστικές εργασίες στον Κλάδο Γενικής Φύσεως, καθορίζονται στο Μέρος Α του συνημμένου στον παρόντα Νόμο Πέμπτου Παραρτήματος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η μέθοδος υπολογισμού του ελάχιστου περιθωρίου φερεγγυότητας καθορίζεται στο Μέρος Β του πιο πάνω Παραρτήματος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Τα ποσά, που αναφέρονται στην παράγραφο (2) του Μέρους Β του Πέμπτου Παραρτήματος, αναθεωρούνται κάθε έτος, σύμφωνα με τιςμεταβολές του ευρωπαϊκού δείκτη τιμών καταναλωτή που περιλαμβάνει όλα τα κράτη μέλη και δημοσιεύεται από την Eurostat, και προσαρμόζονται αυτομάτως στις 20 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, αυξάνοντας το βασικό ποσό σε λίρες Κύπρου κατά το ποσοστό μεταβολής του δείκτη, από την 20η Μαρτίου 2002 μέχρι την ημερομηνία αναθεώρησης, και, ακολούθως στρογγυλοποιούνται στο ανώτερο πολλαπλάσιο του ισότιμου σε λίρες Κύπρου των εκατό χιλιάδων Ευρώ (Є100.000), νοουμένου ότι η προσαρμογή αυτή δεν λαμβάνει χώρα, εάν το ποσοστό μεταβολής είναι μικρότερο του πέντε τοις εκατόν από την τελευταία αναπροσαρμογή.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 70(I)/2004 Σύνθεση και τρόπος υπολογισμού ελάχιστου περιθωρίου φερεγγυότητας στον Κλάδο Ζωής 68.—(1) Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν το περιθώριο φερεγγυότητας κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας, σε ό,τι αφορά τις ασφαλιστικές εργασίες στον Κλάδο Ζωής, καθορίζονται στο Μέρος Α του συνημμένου στον παρόντα Νόμο Έκτου Παραρτήματος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η μέθοδος υπολογισμού του ελάχιστου περιθωρίου φερεγγυότητας, καθορίζεται στο Μέρος Β του πιο πάνω Παραρτήματος.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Στοιχεία και μέθοδος υπολογισμού περιθωρίου φερεγγυότητας αντασφαλιστικής επιχείρησης 68Α.-(1) Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν το περιθώριο φερεγγυότητας κυπριακής αντασφαλιστικής επιχείρησης καθορίζονται στο Μέρος Α του Ένατου Παραρτήματος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η μέθοδος υπολογισμού του ελάχιστου περιθωρίου φερεγγυότητας για κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση καθορίζεται στο Μέρος Β του Ένατου Παραρτήματος, όπως αυτό αναλογικά εφαρμόζεται.</div>\n<p class=\"lf-p\">26(I)/2008 Εγγυητικό κεφάλαιο 69. -(1) Το εγγυητικό κεφάλαιο, το οποίο κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να κατέχει, συνίσταται στο ένα τρίτο του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητάς της, όπως αυτό καθορίζεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 67, προκειμένου περί ασφαλιστικής εταιρείας που ασκείεργασίες στον Κλάδο Γενικής Φύσεως, και στο εδάφιο (2) του άρθρου 68, προκειμένου περί ασφαλιστικής εταιρείας που ασκεί εργασίες στον Κλάδο Ζωής και στο εδάφιο (2) του άρθρου 68Α, προκειμένου περί αντασφαλιστικής επιχείρησης:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, το εγγυητικό αυτό κεφάλαιο, δεν επιτρέπεται να είναι χαμηλότερο από το ελάχιστο όριο που καθορίζεται στις υποπαραγράφους (i) και (ii) της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 21, προκειμένου περί ασφαλιστικής εταιρείας που ασκεί εργασίες στον Κλάδο Γενικής Φύσεως, ή το ελάχιστο όριο που καθορίζεται στην υποπαράγραφο (iii) της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 21, προκειμένου περί ασφαλιστικής εταιρείας που ασκεί εργασίες στον Κλάδο Ζωής, το ελάχιστο όριο που καθορίζεται στην υποπαράγραφο (iiiA) της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 21, προκειμένου περί αντασφαλιστικής επιχείρησης ή το ελάχιστο όριο που καθορίζεται στην υποπαράγραφο (iiiB) της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 21, προκειμένου περί δέσμιας αντασφαλιστικής επιχείρησης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το εγγυητικό κεφάλαιο απαρτίζεται- (α) Προκειμένου περί ασφαλιστικής εταιρείας που ασκεί εργασίες στον Κλάδο Γενικής Φύσεως, από τα στοιχεία που καθορίζονται στις παραγράφους (1), (3), (4), (7) και (8) του Μέρους Α του Πέμπτου Παραρτήματος και, κατόπιν συγκατάθεσης του Εφόρου, από τα στοιχεία της παραγράφου (6) του Μέρους Α του ίδιου Παραρτήματος· (β) προκειμένου περί ασφαλιστικής εταιρείας που ασκεί εργασίες στον Κλάδο Ζωής, από τα στοιχεία που καθορίζονται στις παραγράφους (1), (3), (4), (5), (7) και (8) του Μέρους Α του Έκτου Παραρτήματος και, κατόπιν συγκατάθεσης του Εφόρου, από τα στοιχεία της παραγράφου (6) του Μέρους Α του ίδιου Παραρτήματος· (γ) προκειμένου περί αντασφαλιστικής επιχείρησης, από τα στοιχεία που καθορίζονται στις παραγράφους (1), (3), (4), (7) και (8) του Μέρους Α του Ένατου Παραρτήματος και, κατόπιν συγκατάθεσης του Εφόρου, από τα στοιχεία της παραγράφου (6) του Μέρους Α του ιδίου Παραρτήματος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση μεικτών δραστηριοτήτων, έχει την υποχρέωση να κατέχει εγγυητικό κεφάλαιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων του παρόντος άρθρου.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 70(I)/2004 26(I)/2008 Καταστάσεις περιθωρίου φερεγγυότητας 70.—(1) Κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία έχει υποχρέωση να καταρτίζει κατά τον καθορισμένο τύπο κατάσταση σχετικά με το ελάχιστο περιθώριο φερεγγυότητάς της, που υπολογίζεται κατά τη λήξη κάθε οικονομικού έτους, σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων άρθρων 67, 68 και 68Α, και να την υποβάλλει στην Υπηρεσία κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 92 του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Έφορος έχει εξουσία να εκδίδει οδηγίες σχετικά με το ελάχιστο περιθώριο φερεγγυότητας κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (2) του άρθρου 64 του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 26(I)/2008 Υπολογισμός περιθωρίου φερεγγυότητας στο πλαίσιο συμπληρωματικής εποπτείας 70Α.-(1) Κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, η οποία είναι συμμετέχουσα επιχείρηση μιας τουλάχιστον ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, έχει υποχρέωση να καταρτίζει κατά τον καθορισμένο τύπο, κατά τη λήξη κάθε οικονομικού έτους, κατάσταση προσαρμοσμένης φερεγγυότητας που υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Έβδομου Παραρτήματος και που υπο-βάλλεται στον Έφορο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 92:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, κατά τον υπολογισμό της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας, συμπερι-λαμβάνονται και οι συνδεδεμένες επιχειρήσεις, οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις καθώς και οι συνδεδεμένες επιχειρήσεις μιας συμμετέχουσας επιχείρησης της επιχείρησης που υποχρεούται να καταρτίσει κατάσταση προσαρμοσμένης φερεγγυότητας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του εδαφίου (1), προκύψει ότι η προσαρμοσμένη φερεγγυότητα είναι αρνητική, ο Έφορος λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ως προς την εν λόγω κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία.</div>\n<p class=\"lf-p\">69(I)/2004 Υπολογισμός προσαρμοσμένης φερεγγυότητας 70Β.-(1) Ο υπολογισμός της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας της κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων όλων των συνδεδεμένων επιχειρήσεων της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, της εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, της ασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας ή της αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, που υπόκειται στη συμπληρωματική εποπτεία που προβλέπεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 5, καθορίζεται στο Όγδοο Παράρτημα και παρουσιάζεται σε καθορισμένο τύπο, ο οποίος υποβάλλεται στον Έφορο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 92.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που ο Έφορος κρίνει, στη βάση υπολογισμών κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (1), ότι τίθεται σε κίνδυνο ή ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο η φερεγγυότητα μιας κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας θυγατρικής της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, της εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, ή της ασφαλιστικής ή της αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα σε σχέση με την εν λόγω κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία.</div>\n<p class=\"lf-p\">69(I)/2004 132(I)/2013 Εξουσία έκδοσης Οδηγιών 70Γ. Ο Έφορος έχει εξουσία να εκδίδει Οδηγίες σχετικά με τις λεπτομέρειες και τις επεξηγήσεις που αφορούν την προσαρμοσμένη φερεγγυότητα κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας κατά τα οριζόμενα στο Έβδομο και Όγδοο Παράρτημα 69(I)/2004 Πρόγραμμα για οικονομική ανασυγκρότηση. Σχέδιο βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης 71.—(1) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος διαπιστώσει ότι το περιθώριο φερεγγυότητας κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας δεν ικανοποιεί το ελάχιστο όριο, όπως αυτό καθορίζεται, αναλόγως της περιπτώσεως, στο άρθρο 67 ή 68 του παρόντος Νόμου, απαιτεί από την εταιρεία αυτή την κατάρτιση ενός προγράμματος οικονομικής ανασυγκρότησης, το οποίο υποβάλλεται στον Έφορο προς έγκριση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε έκτακτες περιπτώσεις, εάν κατά την κρίσητου Εφόρου η οικονομική κατάσταση της εταιρείαςενδέχεται να επιδεινωθεί περαιτέρω, ο Έφορος μπορεί επίσης να περιορίσει ή να απαγορεύσει τηνελεύθερη διάθεση των στοιχείων ενεργητικού τηςεταιρείας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος διαπιστώσει ότι το περιθώριο φερεγγυότητας κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας δεν ικανοποιεί το ύψος του εγγυητικού κεφαλαίου, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 69 του παρόντος Νόμου, απαιτεί από την εταιρεία αυτή την κατάρτιση ενός σχεδίου βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης, το οποίο υποβάλλεται στον Έφορο προς έγκριση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Στην περίπτωση που αναφέρεται στο εδάφιο(3), ο Έφορος μπορεί επιπρόσθετα να περιορίσει ή να απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση των στοιχείωνενεργητικού της εταιρείας. Μέσα στα πλαίσια της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ο Έφορος μπορεί επιπλέον να προβεί στη λήψη κάθε άλλου μέτρου που κρίνει αναγκαίο για την προστασίατων συμφερόντων των δικαιούχων του ασφαλίσματος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Σε περίπτωση, κατά την οποία ο ΄Εφορος διαπιστώσει ότι η προσαρμοσμένη φερεγγυότητα κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας είναι αρνητική κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 70Α, δύναται να απαιτήσει από την εν λόγω εταιρεία την κατάρτιση ενός προγράμματος οικονομικής ανασυγκρότησης, το οποίο υποβάλλεται στον ίδιο προς έγκριση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της, ο Έφορος ενημερώνει τις αρμόδιες εποπτικές αρχές των Κρατών Μελών της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., όπου η εταιρεία αυτή ασκεί ασφαλιστικές εργασίες, για κάθε μέτρο που έλαβε κατά της εταιρείας δυνάμει του παρόντος άρθρου, προκειμένου να ληφθούν, κατ' αίτηση του Εφόρου, τα ίδια μέτρα και από τις άλλες αυτές εποπτικές αρχές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της, οι εξουσίες του Εφόρου δυνάμει του άρθρου αυτού θα ασκούνται επίσης και στην περίπτωση αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης, που επέλεξε την εποπτική αρχή της Δημοκρατίας ως την αρμόδια εποπτική αρχή για το σύνολο των εργασιών της που διεξάγει στα Κράτη Μέλη της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο (στ) του άρθρου 30 του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 165(I)/2003 70(I)/2004 Πρόγραμμα χρηματοοικονομικής ανάκαμψης 71Α.-(1) Σε περίπτωση, κατά την οποία, σύμφωνα με την εκτίμηση του Εφόρου, τα δικαιώματα των κατόχων ασφαλιστηρίων συμβολαίων διακυβεύονται, ο Έφορος δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3), να απαιτήσει από την κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία την κατάρτιση και εφαρμογή προγράμματος οικονομικής ανάκαμψης, το οποίο θα περιλαμβάνει στοιχεία ή αποδείξεις, τουλάχιστον για τις τρεις επόμενες εταιρικές χρήσεις, ως ακολούθως: (α) Τις προβλέψεις σχετικά με τα έξοδα διαχείρισης, ιδίως τα τρέχοντα γενικά έξοδα και τις προμήθειες· (β) σχέδιο, στο οποίο εμφανίζονται λεπτομερώς οι προβλέψεις εσόδων και εξόδων, τόσο για τις δραστηριότητες πρωτασφάλισης και τις αποδοχές αντασφάλισης, όσο και για τις εκχωρήσεις αντασφάλισης· (γ) τον προβλεπόμενο ισολογισμό· (δ) τις προβλέψεις σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά μέσα που προορίζονται να καλύψουν τις ανειλημμένες υποχρεώσεις και το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας· (ε) τη συνολική πολιτική στον τομέα της αντασφάλισης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που τα δικαιώματα των κατόχων ασφαλιστηρίων συμβολαίων διακυβεύονται, λόγω επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας, ο Έφορος δύναται να επιβάλλει τον σχηματισμό και την διατήρηση υψηλότερου απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι η ασφαλιστική εταιρεία θα είναι σε θέση να ανταποκριθεί, σε σύντομο χρονικό διάστημα, στις απαιτήσεις φερεγγυότητας:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, το επίπεδο του εν λόγω υψηλότερου απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας βασίζεται στο πρόγραμμα οικονομικής ανάκαμψης, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (1).</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο Έφορος δύναται να επανεκτιμά και να μειώνει την αξία όλων των επιλέξιμων στοιχείων για τον υπολογισμό του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας, ιδίως όταν έχει επέλθει σημαντική μεταβολή στην αγοραία αξία των εν λόγω στοιχείων από τη λήξη της τελευταίας εταιρικής χρήσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο Έφορος δύναται να περιορίζει τη μείωση βάσει της αντασφάλισης του περιθωρίου φερεγγυότητας, όπως αυτό καθορίζεται, ανάλογα με την περίπτωση, στο εδάφιο (2) του άρθρου 67 ή στο εδάφιο (2) του άρθρου 68, εφόσον- (α) Μεταβλήθηκε σημαντικά, από την τελευταία εταιρική χρήση, η φύση ή η ποιότητα των συμβολαίων αντασφάλισης· και, (β) στο πλαίσιο των συμβολαίων αντασφάλισης, η μεταβίβαση κινδύνου είναι ανύπαρκτη ή ελάχιστη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Σε περίπτωση, κατά την οποία ο Έφορος έχειζητήσει πρόγραμμα οικονομικής ανάκαμψης από την ασφαλιστική εταιρεία δυνάμει του εδαφίου (1), δεν εκδίδει πιστοποιητικό σύμφωνα με το άρθρο 33 ή το άρθρο 36 για όσο διάστημα κρίνει ότι τα δικαιώματα των κατόχων ασφαλιστηρίων συμβολαίων απειλούνται κατά την έννοια του εδαφίου (1).</div>\n<p class=\"lf-p\">70(I)/2004 ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΤΕΧΝΙΚΑ ΑΠΟΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Υποχρέωση αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης προς σχηματισμό τεχνικών αποθεμάτων 72.—(1) Κάθε αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση, που ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία δυνάμει των διατάξεων τον παρόντος Νόμου, έχει υποχρέωση να σχηματίζει επί συνεχούς βάσεως επαρκή τεχνικά αποθέματα για το σύνολο των εργασιών της εντός της Δημοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι διατάξεις του Πρώτου Κεφαλαίου του Μέρους αυτού, που αναφέρονται στη σύνθεση και τον τρόπο υπολογισμού των τεχνικών αποθεμάτων κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας, την υποχρέωση προς κατάρτιση και υποβολή καταστάσεων τεχνικών αποθεμάτων και την εξουσία του Εφόρου προς απαγόρευση ή περιορισμό της ελεύθερης διάθεσης στοιχείων του ενεργητικού της ή προς λήψη άλλων μέτρων, εφαρμόζονται κατά πάντα και στην περίπτωση αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης , που ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Υποχρέωση αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης προς σχηματισμό ενός ελάχιστου περιθωρίου φερεγγυότητας. Καθορισμός εγγυητικού κεφαλαίου 73.—(1) Κάθε αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση, που ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, έχει υποχρέωση να σχηματίζει ένα επαρκές περιθώριο φερεγγυότητας, ανάλογο προς το σύνολο των εργασιών της που ασκεί εντός της Δημοκρατίας, το οποίο να αντιστοιχεί στην περιουσία της, ελεύθερη από κάθε προβλεπόμενη υποχρέωση, χωρίς να συνυπολογίζονται εις αυτή τα άυλα στοιχεία του ενεργητικού της.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι διατάξεις του Πρώτου Κεφαλαίου του Μέρους αυτού, που αναφέρονται στη σύνθεση και τον τρόπο υπολογισμού του ελάχιστου περιθωρίου φερεγγυότητας κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας, την υποχρέωση προς κατάρτιση και υποβολή καταστάσεων σχετικά με το ελάχιστο περιθώριο φερεγγυότητας και την εξουσία του Εφόρου προς λήψη των προβλεπόμενων στο άρθρο 71 μέτρων, εφαρμόζονται κατά πάντα και στην περίπτωση αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης, που ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το εγγυητικό κεφάλαιο, το οποίο, κάθε αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί εργασίες στη Δημοκρατία, οφείλει να κατέχει, συνίσταται στο ένα τρίτο του ελάχιστου περιθωρίου φερεγγυότητάς της στον Κλάδο Γενικής Φύσεως ή, αναλόγως της περιπτώσεως, στον Κλάδο Ζωής:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, το εγγυητικό αυτό κεφάλαιο δεν επιτρέπεται να είναι χαμηλότερο από το ήμισυ του ελάχιστου ορίου όπως αυτό προκύπτει από την παράγραφο (ε) του άρθρου 26 του παρόντος Νόμου, ανάλογα με τους κλάδους στους οποίους ασκεί εργασίες η επιχείρηση αυτή:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, το ποσό που κατατίθεται στη Δημοκρατία υπό μορφή εγγύησης, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο (ε) του άρθρου 26 του παρόντος Νόμου, συνιστά μέρος του απαιτούμενου εγγυητικού κεφαλαίου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της, τα περιουσιακά στοιχεία που συνθέτουν το ελάχιστο περιθώριο φερεγγυότητας αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης, που ασκεί εργασίες στη Δημοκρατία, εκτός από αυτά που συνθέτουν το εγγυητικό κεφάλαιο τα οποία πρέπει να βρίσκονται στη Δημοκρατία, δύνανται να βρίσκονται και σε άλλα Κράτη Μέλη της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Τεχνικά αποθέματα. Ελάχιστο περιθώριο φερεγγυότητας και εγγυητικό κεφάλαιο της Ενώσεως Ασφαλιστών Λλόυδς Λονδίνου 74.—(1) Οι διατάξεις του άρθρου 72 του παρόντος Νόμου, που αναφέρονται στην υποχρέωση αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης που ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία, προς σχηματισμό τεχνικών αποθεμάτων, ισχύουν κατά πάντα και στην περίπτωση της Ενώσεως Ασφαλιστών Λλόυδς Λονδίνου, για τις ασφαλιστικές εργασίες που αυτή ασκεί στη Δημοκρατία.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι διατάξεις του άρθρου 73 του παρόντος Νόμου που αναφέρονται στην υποχρέωση αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης, που ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία, προς σχηματισμό ελάχιστου περιθωρίου φερεγγυότητας και τον καθορισμό του εγγυητικού κεφαλαίου ισχύουν και στην περίπτωση της Ενώσεως Ασφαλιστών Λλόυδς Λονδίνου, για τις ασφαλιστικές εργασίες που αυτή ασκεί στη Δημοκρατία, υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων σε σχέση με τη μέθοδο υπολογισμού του ελάχιστου περιθωρίου φερεγγυότητας, όπως αυτές καθορίζονται στο Μέρος Β του συνημμένου στον παρόντα Νόμο Πέμπτου Παραρτήματος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της, οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων δε θα ισχύουν προκειμένου περί της Ενώσεως Ασφαλιστών Λλόυδς Λονδίνου, η οποία θα διέπεται κατά πάντα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, που αφορούν στην άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία από Κράτη Μέλη της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Ασφαλιστική επιχείρηση που διεξάγει εργασίες αποκλειστικά εκτός της Δημοκρατίας 75. Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται κατά πάντα και στην περίπτωση ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία εγγράφεται στη Δημοκρατία δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, είτε ως κυπριακή είτε ως αλλοδαπή, αλλά ασκεί ασφαλιστικές εργασίες αποκλειστικά εκτός της Δημοκρατίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 ΜΕΡΟΣ VΙ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΣΕ ΕΓΚΕΚΡΙΜΕΝΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΕΓΚΕΚΡΙΜΕΝΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ Εγκεκριμένες επενδύσεις κυπριακών ασφαλιστικών εταιρειών. Επιβολή διοικητικού προστίμου 76.—(1) Προς το σκοπό διασφαλίσεως των συμφερόντων των ασφαλισμένων καθώς και οποιουδήποτε άλλου δικαιούχου σε σχέση με ασφαλιστική σύμβαση που κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία έχει συνάψει, αυτή έχει υποχρέωση να τοποθετεί, επί συνεχούς βάσεως, περιουσιακά της στοιχεία επαρκή για να καλύπτουν τα τεχνικά της αποθέματα, όπως αυτά καθορίζονται στο Πρώτο Κεφάλαιο του Μέρους V του παρόντος Νόμου, σε εγκεκριμένες επενδύσεις, οι οποίες με την εξαίρεση των εγκεκριμένων επενδύσεων που καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα τα οποία μια ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να σχηματίζει δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 81 του παρόντος Νόμου, είναι εκφρασμένες ή ρευστοποιήσιμες στο ίδιο νόμισμα, σύμφωνα με τους κανόνες για νομισματική αντιστοιχία, που περιέχονται στο Μέρος Γ, σε ό,τι αφορά τον Κλάδο Γενικής Φύσεως ή στο Μέρος Δ, σε ό,τι αφορά τον Κλάδο Ζωής, του Μέρους II του συνημμένου στον παρόντα Νόμο Τέταρτου Παραρτήματος:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, οι κανόνες νομισματικής αντιστοιχίας εφαρμόζονται νοουμένου ότι δεν προσκρούουν στον περί Ελέγχου Συναλλάγματος Νόμο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τα περιουσιακά στοιχεία που τοποθετούνται σε εγκεκριμένες επενδύσεις δυνάμει των διατάξεων του άρθρου αυτού πρέπει να είναι ίσης τουλάχιστον αξίας προς την αξία των τεχνικών της αποθεμάτων και να είναι ελεύθερα από κάθε εμπράγματο βάρος:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση που περιουσιακό στοιχείο που τοποθετείται σε εγκεκριμένη επένδυση υπόκειται μερικώς σε εμπράγματο βάρος, τότε το ποσό το οποίο μπορεί να λογισθεί ως εγκεκριμένη επένδυση είναι το μέρος της αξίας του περιουσιακού στοιχείου που δεν υπόκειται σε εμπράγματο βάρος. Η ύπαρξη εμπράγματου βάρους αναφέρεται ειδικώς στο Μητρώο Επενδύσεων που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 83.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Με την εξαίρεση των τεχνικών αποθεμάτων τα οποία μια κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να σχηματίζει δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 81 του παρόντος Νόμου— (α) Τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα σε σχέση με κινδύνους ή υποχρεώσεις που ευρίσκονται στη Δημοκρατία ή σε Κράτος Μέλος της Ε.Ε ή του Ε.Ο.Χ. πρέπει να ευρίσκονται εντός της Δημοκρατίας ή σε Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. νοουμένου ότι, η τοποθέτηση σε Κράτη Μέλη της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. δεν προσκρούει στις διατάξεις του περί Ελέγχου Συναλλάγματος Νόμου· (β) κατά την τοποθέτηση των περιουσιακών της στοιχείων σε εγκεκριμένες επενδύσεις, κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να λαμβάνει υπόψη το είδος των εργασιών που ασκεί, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια, η απόδοση και η δυνατότητα ρευστοποίησης των επενδύσεων και να μεριμνά για τη διαφοροποίηση και επαρκή διασπορά των επενδύσεων αυτών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Για σκοπούς κάλυψης των τεχνικών αποθεμάτων που αφορούν ασφαλιστήρια του Κλάδου Ζωής συνδεδεμένα με μονάδες επένδυσης και ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου γενικού ή ειδικού νόμου, επιτρέπεται σε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία η απόκτηση μετοχών της μητρικής της, νοουμένου ότι τέτοια απόκτηση δε θα υπερβαίνει το ποσοστό συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο της μητρικής της εταιρείας, όπως αυτό θα καθορίζεται στις εκάστοτε Οδηγίες για Εγκεκριμένες Επενδύσεις, και νοουμένου ότι για την απόκτηση τέτοιων μετοχών θα τηρούνται οποιαδήποτε άλλα κριτήρια και προϋποθέσεις που θα περιλαμβάνονται στις Οδηγίες για Εγκεκριμένες Επενδύσεις, η έκδοση των οποίων προβλέπεται από το άρθρο 79 του παρόντος Νόμου:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, το ποσοστό συμμετοχής στο κεφάλαιο της μητρικής εταιρείας δε θα πρέπει να υπερβαίνει, οποτεδήποτε, το ποσοστό του 5%.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Πρόσωπο που ενεργεί κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου αυτού, υπόκειται στις προβλεπόμενες στο άρθρο 201 του παρόντος Νόμου διοικητικές κυρώσεις.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 136(I)/2004 Διάθεση εγκεκριμένων επενδύσεων σε περίπτωση αναγκαστικής διάλυσης και εκκαθάρισης της ασφαλιστικής εταιρείας 77. Σε περίπτωση αναγκαστικής διάλυσης και εκκαθάρισης της ασφαλιστικής εταιρείας, το ποσό το οποίο αντιστοιχεί στις εγκεκριμένες επενδύσεις της εταιρείας αυτής διατίθεται κατά τα οριζόμενα στο Μέρος XI, άρθρο 163, του παρόντος Νόμου, του οποίου οι διατάξεις υπερισχύουν κάθε άλλης διάταξης της κειμένης νομοθεσίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Διαχωρισμός εγκεκριμένων επενδύσεων σε κατηγορίες 78. Οι εγκεκριμένες επενδύσεις, στις οποίες κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να τοποθετεί περιουσιακά της στοιχεία κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 76 του παρόντος Νόμου πρέπει να τηρούνται χωριστά, σε σχέση με το ύφος και το είδος τους και να ταξινομούνται στις ακόλουθες κατηγορίες— (α) «Εγκεκριμένες Επενδύσεις Ασφαλίσεων Κλάδου Γενικής Φύσεως»· (β) «Εγκεκριμένες Επενδύσεις Ασφαλίσεων Κλάδου Ζωής, που Συνδέονται με Επενδύσεις», (κλάδος 3 του συνημμένου στον παρόντα Νόμο Δεύτερου Παραρτήματος)· (γ) «Εγκεκριμένες Επενδύσεις Διαχειρίσεως Ομαδικών Συνταξιοδοτικών Κεφαλαίων ή Ταμείων και Ομαδικών Προγραμμάτων Πρόνοιας», (κλάδοι 7 και 8 του πιο πάνω Παραρτήματος)· και (δ) «Εγκεκριμένες Επενδύσεις Ασφαλίσεων Κλάδου Ζωής, που δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες (β) και (γ)».</p>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Οδηγίες Υπουργού για εγκεκριμένες επενδύσεις 79.—(1) Ο Υπουργός εκδίδει εκάστοτε οδηγίες, οι οποίες δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, εφεξής καλούμενες «Οδηγίες για Εγκεκριμένες Επενδύσεις» οι οποίες καθορίζουν— (α) Τις κατηγορίες των εγκεκριμένων επενδύσεων, στις οποίες μια ασφαλιστική εταιρεία θα δύναται να τοποθετεί τα περιουσιακά της στοιχεία για τους σκοπούς του άρθρου 76 του παρόντος Νόμου· και (β) ποσοστιαίους περιορισμούς, αναφορικά με τα ποσά που δύνανται να επενδυθούν σε κάθε κατηγορία εγκεκριμένης επένδυσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι Οδηγίες για Εγκεκριμένες Επενδύσεις που εκδίδονται κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο δε δύνανται να επιβάλλουν στις ασφαλιστικές εταιρείες την υποχρέωση προς τοποθέτηση περιουσιακών στοιχείων σε συγκεκριμένη κατηγορία εγκεκριμένων επενδύσεων, δύνανται όμως να προβλέπουν κανόνες αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται στις εγκεκριμένες επενδύσεις, καθώς και οποιαδήποτε άλλα κριτήρια και προϋποθέσεις για σκοπούς καλύτερης λειτουργίας του ασφαλιστικού τομέα και της κυπριακής κεφαλαιαγοράς.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι Οδηγίες για Εγκεκριμένες Επενδύσεις υπόκεινται σε αναθεώρηση, οποτεδήποτε ο Υπουργός το κρίνει σκόπιμο.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Απαγόρευση ως προς την επένδυση περιουσιακών στοιχείων που καλύπτουν τεχνικά αποθέματα. Επιβολή διοικητικού προστίμου 80.—(1) Απαγορεύεται στις κυπριακές ασφαλιστικές εταιρείες να επενδύουν περιουσιακά τους στοιχεία, που καλύπτουν τα τεχνικά τους αποθέματα— (α) Σε κατηγορίες άλλες από αυτές που καθορίζονται στις Οδηγίες για Εγκεκριμένες Επενδύσεις, που εκάστοτε ισχύουν· και (β) κατά τρόπο που να υπερβαίνουν τους ποσοστιαίους περιορισμούς που καθορίζονται στις Οδηγίες αυτές, εξαιρουμένων των τεχνικών αποθεμάτων τα οποία μια κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να σχηματίζει δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 81 του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κατ' εξαίρεση από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου, υπό την επιφύλαξη όμως των διατάξεων του εδαφίου (4) του άρθρου 76 του παρόντος Νόμου, σε εξαιρετικές και δικαιολογημένες περιπτώσεις, ο Υπουργός δύναται, με δεόντως αιτιολογημένη απόφασή του, να επιτρέψει σε ασφαλιστική εταιρεία, κατ' αίτησή της— (α) Να προβεί σε επενδύσεις για καθορισμένο χρόνο σε άλλες κατηγορίες εγκεκριμένων επενδύσεων για την κάλυψη των τεχνικών της αποθεμάτων· ή/και (β) να παρεκκλίνει για ορισμένο χρόνο από τους ποσοστιαίους περιορισμούς, που καθορίζονται στις Οδηγίες για Εγκεκριμένες Επενδύσεις.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Πρόσωπο που ενεργεί κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου αυτού, υπόκειται στις προβλεπόμενες στο άρθρο 201 του παρόντος Νόμου διοικητικές κυρώσεις.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Ασφαλιστήρια Κλάδου Ζωής, συνδεδεμένα με μονάδες επένδυσης 81.—(1) Κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, η οποία προσφέρει ασφαλιστήρια Κλάδου Ζωής, των οποίων οι παροχές είναι άμεσα συνδεδεμένες με την αξία μεριδίων σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, τύπου ΟΣΕΚΑ, κατά την έννοια του άρθρου 9 του περί Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Ανοικτού Τύπου και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2001, ή με την αξία των περιουσιακών στοιχείων, που περιλαμβάνονται σε ένα εσωτερικό της ταμείο, το οποίο κατανέμεται συνήθως σε μερίδια, οφείλει να μεριμνά ώστε τα τεχνικά της αποθέματα που καλύπτουν αυτές τις παροχές να αντιπροσωπεύονται κατά το μέγιστο δυνατό βαθμό από τα εν λόγω μερίδια ή, εάν δεν υπάρχουν μερίδια, από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία. Προκειμένου περί κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας η οποία διαθέτει εσωτερικό ταμείο, η εταιρεία αυτή οφείλει επίσης να μεριμνά για την έκδοση Κανονισμού που να περιέχει τους κανόνες λειτουργίας του εσωτερικού αυτού ταμείου. Δεν επιτρέπεται τροποποίησης του Κανονισμού αυτού χωρίς την προηγούμενη έγκριση του Εφόρου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, η οποία προσφέρει ασφαλιστήρια Κλάδου Ζωής, των οποίων οι παροχές είναι άμεσα συνδεδεμένες με κάποιο δείκτη μετοχών ή με κάποια άλλη αξία αναφοράς, εκτός εκείνων που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο, οφείλει να μεριμνά ώστε τα τεχνικά της αποθέματα που αντιστοιχούν στις παροχές αυτές, να αντιπροσωπεύονται κατά το μέγιστο δυνατό βαθμό από τα μερίδια, που θεωρούνται ότι απαρτίζουν την αξία αναφοράς ή, εάν δεν υπάρχουν μερίδια, από τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία παρέχουν τη δέουσα ασφάλεια και είναι ευχερώς ρευστοποιήσιμα και τα οποία παρουσιάζουν κατά το δυνατό πιο στενή αντιστοιχία, με τα περιουσιακά στοιχεία, στα οποία βασίζεται η συγκεκριμένη αξία αναφοράς.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία, οι παροχές που προβλέπονται στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου αυτού, ενέχουν εγγύηση σε σχέση με την απόδοση επενδύσεων ή οποιαδήποτε άλλη εγγυημένη παροχή, τα αντίστοιχα πρόσθετα τεχνικά αποθέματα που απαιτούνται, υπόκεινται στις διατάξεις των άρθρων 76 έως 80 του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Απαγόρευση χορήγησης δανείων 82.—(1) Εξαιρουμένων των δανείων, που χορηγούνται από κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία σε σχέση με ασφαλιστήρια ζωής μέσα στα πλαίσια της αξίας εξαγοράς τους, σε περίπτωση κατά την οποία αυτά λογίζονται ως εγκεκριμένες επενδύσεις με βάση τις Οδηγίες για Εγκεκριμένες Επενδύσεις, απαγορεύεται οποιαδήποτε παραχώρηση από ασφαλιστική εταιρεία δανείων ή προσωρινών παροχών, έστω και αν αυτά εξασφαλίζονται με υποθήκη, προσωπική εγγύηση ή άλλο τρόπο, σε οποιοδήποτε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, διευθυντή, γενικό αντιπρόσωπο, εντεταλμένο ή εσωτερικό αναλογιστή, εγκεκριμένο ελεγκτή, ή υπάλληλο της εταιρείας, ή σε οποιοδήποτε γονέα, σύζυγο, παιδί, αδελφό ή αδελφή των πιο πάνω ή σε οποιαδήποτε άλλη εταιρεία ή οργανισμό στον οποίο οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα κατέχει θέση διοικητικού συμβούλου, διευθυντή, γενικού αντιπροσώπου, εντεταλμένου ή εσωτερικού αναλογιστή, εγκεκριμένου ελεγκτή, υπαλλήλου ή συνεταίρου:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, οτιδήποτε διαλαμβάνεται στο άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται σε σχέση με δάνεια που παραχωρούνται από ασφαλιστική εταιρεία σε οποιοδήποτε υπάλληλο της εταιρείας, για τους σκοπούς και σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται σε Κανονισμούς.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού «παιδί» περιλαμβάνει προγονό ή προγονή και υιοθετημένο παιδί.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Καταστάσεις σε σχέση με τις εγκεκριμένες επενδύσεις. Μητρώο Επενδύσεων. Επιβολή Διοικητικού Προστίμου 83.—(1) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου αυτού, κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία οφείλει όπως, εντός τριών εβδομάδων από τη λήξη κάθε τριμηνίας από την έναρξη του οικονομικού της έτους, υποβάλει στον Έφορο μητρώο, στον καθορισμένο τύπο, σε σχέση με τις εγκεκριμένες επενδύσεις της που εφεξής θα αναφέρεται ως «Μητρώο Επενδύσεων», συνοδευόμενο από κατάσταση κατά τον καθορισμένο τύπο, σε σχέση με την εκτίμηση των τεχνικών αποθεμάτων της εταιρείας.</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, στην περίπτωση αντασφαλιστικήςεταιρείας, το Μητρώο Επενδύσεων συνοδευόμενοαπό κατάσταση κατά τον καθορισμένο τύπο, σε σχέσημε την εκτίμηση των τεχνικών αποθεμάτων τηςεταιρείας, υποβάλλεται στον Έφορο εντός έξιεβδομάδων από τη λήξη κάθε τριμηνίας από τηνέναρξη του οικονομικού της έτους.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Με το Μητρώο Επενδύσεων συνυποβάλλεται υπεύθυνη ενυπόγραφη δήλωση δύο τουλάχιστο προσώπων, ενός διοικητικού συμβούλου και του ανώτερου εκτελεστικού λειτουργού ή, αν δεν υπάρχει, του γενικού διευθυντή της εταιρείας με την οποία εγγυούνται την ορθότητα του Μητρώου, την ύπαρξη των επενδύσεων που αναφέρονται σε αυτό και ότι οι επενδύσεις αυτές συνάδουν με τις Οδηγίες για Εγκεκριμένες Επενδύσεις:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, το Μητρώο Επενδύσεων που αφορά στη δεύτερη τριμηνία και την τελευταία τριμηνία κάθε οικονομικού έτους, θα είναι ελεγμένο και υπογεγραμμένο από τους εγκεκριμένους ελεγκτές της εταιρείας, και θα υποβάλλεται εντός τεσσάρων εβδομάδων από τη λήξη της πιο πάνω τριμηνίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, το Μητρώο Επενδύσεωναντασφαλιστικής εταιρείας που αφορά τη δεύτερητριμηνία και την τελευταία τριμηνία κάθε οικονομικού έτους, θα είναι ελεγμένο και υπογεγραμμένο από τουςεγκεκριμένους ελεγκτές της εταιρείας, και θαυποβάλλεται εντός επτά εβδομάδων από τη λήξη τηςπιο πάνω τριμηνίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία που ασκεί εργασίες στον Κλάδο Ζωής και προσφέρει ασφαλιστήρια συνδεδεμένα με επενδύσεις οφείλει όπως τηρεί ειδικό αρχείο στο οποίο θα καταχωρεί τα περιουσιακά της στοιχεία, που διαθέτει για την κάλυψη των υποχρεώσεών της που συνδέονται με επενδύσεις. Το ειδικό αυτό αρχείο θα συνάπτεται ως προσάρτημα στο Μητρώο Επενδύσεών της:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η ασφαλιστική εταιρεία διαθέτει περισσότερα του ενός μεταβλητά ταμεία, οφείλει να τηρεί για κάθε ένα από αυτά χωριστό ειδικό αρχείο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Παράλειψη συμμορφώσεως της εταιρείας προς τις διατάξεις του άρθρου αυτού επάγεται την επιβολή των κυρώσεων που προβλέπονται στα άρθρα 196 και 201 του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 165(I)/2003 Διαδικασίες ελέγχου εγκεκριμένων επενδύσεων. Επιβολή Διοικητικού Προστίμου 84.—(1) Ο Έφορος δύναται, κατά πάντα χρόνο, να λαμβάνει τα μέτρα που κρίνει αναγκαία για την εξέταση ή επαλήθευση των εγκεκριμένων επενδύσεων, στις οποίες μία κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία προβαίνει δυνάμει του άρθρου 76 του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η εταιρεία αυτή οφείλει να συμμορφώνεται με κάθε σχετική απαίτηση του Εφόρου. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της, μέσα σε περίοδο δύο μηνών από την κοινοποίηση της απαίτησης, η εταιρεία υπόκειται στις κυρώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 196 και 201 του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΕΓΚΕΚΡΙΜΕΝΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Εγκεκριμένες επενδύσεις αλλοδαπών ασφαλιστικών επιχειρήσεων 85.—(1) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου αυτού, οι διατάξεις του προηγούμενου Κεφαλαίου του Μέρους αυτού, άρθρα 76 έως 84, εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αλλοδαπών ασφαλιστικών επιχειρήσεων, που ασκούν ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα σε σχέση με κινδύνους ή υποχρεώσεις που ευρίσκονται στη Δημοκρατία, πρέπει να ευρίσκονται εντός της Δημοκρατίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση οφείλει να υποβάλει το προβλεπόμενο στο εδάφιο (1) του άρθρου 83 Μητρώο Επενδύσεων εντός τεσσάρων εβδομάδων από τη λήξη κάθε τριμηνίας από την έναρξη του οικονομικού της έτους. Με το Μητρώο Επενδύσεων συνυποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (2) του άρθρου 83, που υπογράφεται από το γενικό αντιπρόσωπο της επιχείρησης αυτής στη Δημοκρατία και ένα από τους διοικητικούς της συμβούλους.</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, το Μητρώο Επενδύσεων που αφορά στηδεύτερη τριμηνία και την τελευταία τριμηνία κάθεοικονομικού έτους, θα είναι ελεγμένο καιυπογεγραμμένο από τους εγκεκριμένους ελεγκτές τηςεπιχείρησης και θα υποβάλλεται εντός πέντεεβδομάδων από τη λήξη της πιο πάνω τριμηνίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Στην περίπτωση αλλοδαπής αντασφαλιστικής επιχείρησης, το προβλεπόμενο στο εδάφιο (1) τουάρθρου 83, Μητρώο Επενδύσεων, υποβάλλεται εντόςεπτά εβδομάδων από τη λήξη κάθε τριμηνίας από τηνέναρξη του οικονομικού της έτους. Με το Μητρώο Επενδύσεων συνυποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (2) του άρθρου 83, πουυπογράφεται από το γενικό αντιπρόσωπο τηςεπιχείρησης αυτής στη ∆ημοκρατία και ένα από τουςδιοικητικούς της συμβούλους:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, το Μητρώο Επενδύσεων που αφορά στη δεύτερη τριμηνία και την τελευταία τριμηνία κάθεοικονομικού έτους, θα είναι ελεγμένο και υπογεγραμμένο από τους εγκεκριμένους ελεγκτές τηςεπιχείρησης, και θα υποβάλλεται εντός οκτώεβδομάδων από τη λήξη της πιο πάνω τριμηνίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 165(I)/2003 Εγκεκριμένες επενδύσεις της Ένωσης Ασφαλιστών Λλόυδς Λονδίνου 86.—(1) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του επόμενου εδαφίου του άρθρου αυτού, οι διατάξεις των άρθρων 76 και 77, και 79 έως 84 του προηγούμενου Κεφαλαίου του Μέρους αυτού, εφαρμόζονται και στην περίπτωση της Ενώσεως Ασφαλιστών Λλόυδς Λονδίνου, που ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία, δυνάμει του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το Μητρώο Επενδύσεων, που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 83, υποβάλλεται στον Έφορο εντός τεσσάρων εβδομάδων από τη λήξη κάθε τριμηνίας από την έναρξη του οικονομικού της έτους. Με το Μητρώο Επενδύσεων συνυποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (2) του άρθρου 83, που υπογράφεται από το γενικό αντιπρόσωπο της Ενώσεως Ασφαλιστών Λλόυδς Λονδίνου, στη Δημοκρατία καθώς και από τον Πρόεδρο ή τον Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Ενώσεως.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της, οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων του άρθρου αυτού δε θα ισχύουν και η Ένωση Ασφαλιστών Λλόυδς Λονδίνου θα διέπεται κατά πάντα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, που αφορούν στην άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία, από Κράτη Μέλη της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ VII ΕΤΗΣΙΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ - ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ - ΑΝΑΛΟΓΙΣΤΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Ετήσιοι λογαριασμοί και ισολογισμός κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας 87.—(1) Κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία έχει υποχρέωση όπως, με τη λήξη του οικονομικού της έτους, καταρτίζει λογαριασμό εσόδων, ισολογισμό και λογαριασμό κερδών και ζημιών, ή, προκειμένου περί ασφαλιστικής εταιρείας που δεν ασκεί εργασίες χάριν κέρδους, λογαριασμό εσόδων και εξόδων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Με οδηγίες που εκάστοτε εκδίδονται από τον Έφορο, καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο των προβλεπόμενων στο προηγούμενο εδάφιο εγγράφων. Με τις οδηγίες αυτές καθορίζεται επίσης κατά πόσο οι πληροφορίες που περιέχονται στα έγγραφα αυτά θα υποβάλλονται υπό μορφή σημειώματος, κατάστασης ή έκθεσης επισυνημμένης στα έγγραφα αυτά. Με οδηγίες επίσης του Εφόρου δύναται να καθορίζεται και ο τύπος και το περιεχόμενο κάθε άλλου εγγράφου ή πιστοποιητικού, του οποίου η προσκόμιση απαιτείται, προκειμένου να επαληθευθούν οι πληροφορίες που περιέχονται στα προβλεπόμενα στο προηγούμενο εδάφιο έγγραφα, καθώς και ο τύπος και το περιεχόμενο κάθε άλλου εγγράφου προβλεπόμενου στο Μέρος αυτό του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να διατηρεί πλήρη λογιστικά βιβλία και δικαιολογητικά στοιχεία καθώς και μητρώα και άλλες πληροφορίες βάσει των οποίων ετοιμάζονται οι λογαριασμοί, ισολογισμοί καθώς και άλλα έγγραφα και καταστάσεις που προβλέπονται στο Μέρος αυτό του παρόντος Νόμου, για περίοδο τουλάχιστον επτά ετών, τα οποία θα τίθενται κατά πάντα χρόνο στη διάθεση του Εφόρου προς επιθεώρηση και έλεγχο.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Ειδικές διατάξεις για ασφαλιστική εταιρεία που ασκεί εργασίες τόσο στον Κλάδο Γενικής Φύσεως όσο και στον Κλάδο Ζωής 88. Κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, η οποία δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 24 του παρόντος Νόμου, ασκεί παράλληλα εργασίες τόσο στον Κλάδο Γενικής Φύσεως όσο και στον Κλάδο Ζωής, έχει υποχρέωση όπως— (α) Απεικονίζει στους λογαριασμούς της, τις πηγές των αποτελεσμάτων για κάθε κατηγορία εργασιών, ασφαλίσεων Κλάδου Γενικής Φύσεως και ασφαλίσεων Κλάδου Ζωής. Για το σκοπό αυτό το σύνολο των εσόδων, ιδίως ασφάλιστρα, πληρωμές από αντασφαλιστές, πρόσοδοι επενδύσεων, και εξόδων, ιδίως ποσά που καταβάλλονται για διευθέτηση απαιτήσεων, προσθήκη τεχνικών αποθεμάτων, πληρωμή αντασφαλίστρων, έξοδα διαχείρισης σε σχέση με ασφαλιστικές εργασίες, αναλύεται ανάλογα με την πηγή προέλευσης.</p>\n<p class=\"lf-p\">Στοιχεία κοινά και για τους δύο Κλάδους, Κλάδο Γενικής Φύσεως, Κλάδο Ζωής, δύνανται να κατανέμονται, νοουμένου ότι γίνεται ειδική αναφορά στις σημειώσεις στους τύπους, που συνοδεύουν το λογαριασμό κερδών και ζημιών, υπό την αίρεση της σύμφωνης γνώμης του Εφόρου· (β) συντάσσει, με βάση τους λογαριασμούς της, αναλυτική κατάσταση των στοιχείων με τα οποία συγκροτείται κάθε περιθώριο φερεγγυότητας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 66 του παρόντος Νόμου.</p>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Δεσμοί μεταξύ ασφαλιστικών και άλλων εταιρειών. Ποινικό αδίκημα 89.—(1) Σε περίπτωση κατά την οποία μια κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία έχει οικονομικούς, εμπορικούς ή διοικητικούς δεσμούς με άλλη κυπριακή εταιρεία, ανεξάρτητα αν η εταιρεία αυτή είναι ασφαλιστική ή όχι, η ασφαλιστική αυτή εταιρεία οφείλει όπως αποκαλύψει τους δεσμούς αυτούς στον Έφορο και υποβάλει προς έγκριση συμφωνία διαχείρισης, που υπογράφεται από τις δύο εμπλεκόμενες εταιρείες. Ο Έφορος βεβαιώνεται ότι οι λογαριασμοί των εταιρειών αυτών δε στρεβλώνονται με συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ τους ή με ρυθμίσεις οποιασδήποτε μορφής που ενδέχεται να επηρεάσουν την κατανομή εξόδων και εσόδων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Παράλειψη αποκαλύψεως των δεσμών αυτών κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλακίσεως μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι είκοσι χιλιάδων λιρών ή και με τις δύο αυτές ποινές.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Περιοδική έρευνα ορισμένων ασφαλιστικών εταιρειών από εντεταλμένο αναλογιστή 90.—(1) Κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, που ασκεί εργασίες στον Κλάδο Ζωής ή κάθε αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική επιχείρηση μεικτών δραστηριοτήτων όταν αυτή ασκεί κυρίως εργασίες αντασφάλισης, έχει υποχρέωση— (α) Να μεριμνά, στη λήξη του οικονομικού της έτους, για τη διεξαγωγή ετήσιας έρευνας από εντεταλμένο αναλογιστή, που διορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο (ιβ) του εδαφίου (1) του άρθρου 21 του παρόντος Νόμου, για την οικονομική της κατάσταση, που να περιλαμβάνει και εκτίμηση των τεχνικών της αποθεμάτων (β) μετά την αποπεράτωση τέτοιας έρευνας, ή οποιασδήποτε άλλης έρευνας που διεξάγεται σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο για την οικονομική κατάσταση της εταιρείας σε σχέση με τη διανομή κερδών ή οποιασδήποτε έρευνας της οποίας τα αποτελέσματα γνωστοποιούνται στο κοινό, να μεριμνά για την κατάρτιση συνοπτικής κατάστασης της έκθεσης του εντεταλμένου αναλογιστή κατά τον καθορισμένο τύπο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η ετήσια έρευνα, που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1), διεξάγεται σύμφωνα με κριτήρια, αρχές ή μεθόδους που καθορίζονται στο συνημμένο στον παρόντα Νόμο Τέταρτο Παράρτημα, διαλαμβάνει δε εκτίμηση των τεχνικών αποθεμάτων της εταιρείας αναφορικά με όλες τις εργασίες της σε κάθε κλάδο που εμπίπτει στον Κλάδο Ζωής ή στην περίπτωση αντασφαλιστικής εταιρείας, αναφορικά με όλες τις εργασίες που διεξάγει.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ανεξάρτητα από τις προηγούμενες διατάξεις του παρόντος άρθρου, ο Έφορος δύναται να απαιτήσει εγγράφως από οποιαδήποτε εταιρεία για την οποία έχει εύλογες υποψίες ότι δεν διεξάγει τις εργασίες της στον Κλάδο Ζωής ή τις εργασίες αντασφάλισης σύμφωνα με υγιείς ασφαλιστικές αρχές, όπως υποβάλει στον Έφορο, εντός δύο μηνών από τη βεβαιωμένη παραλαβή της απαίτησης του Εφόρου, εκτίμηση των τεχνικών αποθεμάτων που αναφέρονται στο εδάφιο (2) καθώς και της κατάστασης που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου αυτού.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 26(I)/2008 Βεβαίωση κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας του κλάδου ζωής 91. Κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, που ασκεί εργασίες στον Κλάδο Ζωής, οφείλει όπως συνυποβάλλει, με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 92 του παρόντοςΝόμου έγγραφα, και βεβαίωση ότι έχει συμμορφωθεί πλήρως με τις οδηγίες του Εφόρου, που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου (5) του άρθρου 59 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου. Η βεβαίωση αυτή πρέπει να υπογράφεται, εκτός από τα πρόσωπα που προβλέπονται στο άρθρο 92 του παρόντος Νόμου, και από τον λειτουργό συμμόρφωσης, που η εταιρεία οφείλει να διορίσει, σύμφωνα με το άρθρο 69 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες Δραστηριότητες Νόμου.</p>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 105(I)/2009 Κατάθεση λογαριασμών και άλλων στοιχείων στον Έφορο 92.—(1) Οι λογαριασμοί, ο ισολογισμός και οι καταστάσεις που αναφέρονται στις προηγούμενες διατάξεις του Μέρους αυτού, κατατίθενται από κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία στον Έφορο εντός πέντε μηνών από τη λήξη του οικονομικού της έτους. Τα έγγραφα αυτά υπογράφονται από τον Πρόεδρο και από δύο μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας καθώς και από το διευθύνοντα σύμβουλο, εάν η εταιρεία έχει διορίσει τέτοιο αξιωματούχο:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, ο Έφορος δύναται να παρατείνει την προθεσμία των πέντε μηνών κατά δύο το πολύ μήνες, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον η ενδιαφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία αιτιολογήσει επαρκώς την αίτησή της προς παράταση της προθεσμίας, και εφόσον υποβάλει τη σχετική αίτηση ένα τουλάχιστο μήνα πριν την παρέλευση της προθεσμίας των πέντε μηνών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Μαζί με τους λογαριασμούς που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο και μέσα στην ίδια προθεσμία των πέντε μηνών, συνυποβάλλονται κατά τον καθορισμένο τύπο, και η κατάσταση αναφορικά με τα τεχνικά αποθέματα καθώς και η κατάσταση αναφορικά με το περιθώριο φερεγγυότητας τής εταιρείας, υπολογισμένα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 63 ή, αναλόγως της περιπτώσεως, στο άρθρο 67 ή 68 του παρόντος Νόμου. Οι καταστάσεις αυτές επισυνάπτονται στον ισολογισμό της εταιρείας· Νοείται ότι, μαζί με τις πιο πάνω αναφερόμενες καταστάσεις συνυποβάλλονται, εφόσον συντρέχει περίπτωση, και οι καταστάσεις προσαρμοσμένης φερεγγυότητας κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 70Α και 70Β.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο Έφορος καθορίζει με εγκύκλιο του τον τρόπο υποβολής των προβλεπόμενων στα προηγούμενα εδάφια εγγράφων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Με το λογαριασμό εσόδων και τον ισολογισμό της η κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία συνυποβάλλει στον Έφορο και την ετήσια έκθεση της εταιρείας για το αντίστοιχο οικονομικό έτος, η οποία περιλαμβάνει τις πληροφορίες που καθορίζονται στις οδηγίες του Εφόρου κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (2) του άρθρου 87 του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Εφόσον η κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία καταθέσει τους λογαριασμούς και τον ισολογισμό της κατά τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό και καταθέσει συγχρόνως αντίγραφο τους στον Έφορο Εταιρειών δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου τότε— (α) Το άρθρο 122 του περί Εταιρειών Νόμου δε θα τυγχάνει εφαρμογής· και (β) τα αντίγραφα που θα κατατίθενται στον Έφορο Εταιρειών θα λογίζονται από κάθε άποψη ως κατατεθέντα σύμφωνα με τις διατάξεις του ειρημένου άρθρου 122.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Η κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία οφείλει όπως, κατ' αίτηση οποιουδήποτε μετόχου, αποστέλλει προς αυτόν αντίγραφο των κατατεθέντων δυνάμει του άρθρου αυτού λογαριασμών, και του ισολογισμού, καθώς και της ετήσιας έκθεσης της εταιρείας. Αντίγραφα των πιο πάνω διατίθενται προς επιθεώρηση, από οποιοδήποτε μέτοχο ή κάτοχο ασφαλιστηρίου, που το επιθυμεί, στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Για τους σκοπούς του Μέρους αυτού, οποιαδήποτε μνεία στο Μέρος αυτό σε λογαριασμούς και ισολογισμούς θα λογίζεται ως περιλαμβάνουσα καταστάσεις, εκθέσεις ή πιστοποιητικά, προβλεπόμενα στο εδάφιο (2) του άρθρου 87 και στο εδάφιο (2) του άρθρου αυτού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να παρέχει στον Έφορο, κατ' έτος ή οποτεδήποτε της ζητηθεί, στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη επαρκούς αντασφάλισής της ή που αιτιολογούν το αίτημά της προς εξαίρεση από την υποχρέωση αυτή. Ο Έφορος καθορίζει με εγκύκλιο τον τρόπο υποβολής των εν λόγω στοιχείων.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 70(I)/2004 50(I)/2011 Εξέταση λογαριασμών και καταστάσεων από τον Έφορο 93.—(1) Ο Έφορος εξετάζει τους λογαριασμούς, ισολογισμό και καταστάσεις που του υποβλήθηκαν δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) και (2) του άρθρου 92, και εφόσον κρίνει ότι τα έγγραφα αυτά περιέχουν ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία, καλεί την ενδιαφερόμενη κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία να παράσχει τις απαιτούμενες εξηγήσεις και να προβεί σε διόρθωση ή συμπλήρωση των στοιχείων αυτών μέσα στην προθεσμία που τάσσεται προς τούτο από τον Έφορο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που η ενδιαφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία παραλείψει να το πράξει μέσα στην τακτή προθεσμία, ο Έφορος δύναται να της επιβάλει κυρώσεις, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 196 και 201 του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Έλεγχος λογαριασμών 94. Οι λογαριασμοί και ισολογισμοί κάθε κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας θα ελέγχονται από εγκεκριμένο ελεγκτή κατά τον καθορισμένο με Κανονισμούς τρόπο.</p>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Τριμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις 95.—(1) Επιπλέον από τις άλλες υποχρεώσεις, που της επιβάλλουν οι προηγούμενες διατάξεις του Μέρους αυτού, κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, που συνιστάται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου, έχει υποχρέωση όπως, κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων εταιρικών της χρήσεων, ετοιμάζει, ανά τριμηνία, συνοπτικές οικονομικές καταστάσεις κατά τον καθορισμένο τύπο, τις οποίες υποβάλλει στον Έφορο μέσα σε ένα μήνα από τη λήξη της κάθε τριμηνίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι τριμηνιαίες αυτές καταστάσεις υποβάλλονται προς το σκοπό ελέγχου της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας αυτής, σε συνάρτηση με το τριετές πρόγραμμα δραστηριότητας, που έχει υποβάλει κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 21 του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η υποχρέωση προς υποβολή τριμηνιαίων καταστάσεων κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (1) του άρθρου αυτού, ισχύει και στην περίπτωση κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας που επεκτείνει τις εργασίες της δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου σε άλλο ή άλλους ασφαλιστικούς κλάδους, εφόσον ο Έφορος κρίνει ότι η επέκταση αυτή ενδέχεται να επηρεάσει την οικονομική κατάσταση της εταιρείας.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Τερματισμός διορισμού εγκεκριμένου ελεγκτή 96.—(1) Σε περίπτωση σοβαρής παραβίασης των καθηκόντων του εγκεκριμένου ελεγκτή, ο Έφορος, με δεόντως αιτιολογημένη απόφασή του, δύναται να απαιτήσει από την ασφαλιστική εταιρεία, τον άμεσο τερματισμό του διορισμού, και η εταιρεία υποχρεούται να συμμορφωθεί.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η απόφαση αυτή του Εφόρου δύναται να προσβληθεί ενώπιον του Υπουργού, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 43 του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Διορισμό εντεταλμένου αναλογιστή. Ποινικό αδίκημα 97.—(1) Κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, που κατέχει άδεια ασκήσεως εργασιών στον Κλάδο Ζωής, ή που ασκεί εργασίες του Κλάδου Γενικής Φύσεως και εκδίδει ασφαλιστήρια που καλύπτουν κινδύνους στους κλάδους ατυχημάτων και ασθενειών, με διάρκεια μεγαλύτερη του ενός έτους, κάθε κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση και κάθε ασφαλιστική επιχείρηση μεικτών δραστηριοτήτων, όταν αυτή ασκεί κυρίως εργασίες αντασφάλισης, έχει υποχρέωση όπως εντός τριάντα ημερών από την έναρξη των εργασιών της προβεί στο διορισμό του εντεταλμένου αναλογιστή της. Ως εντεταλμένος αναλογιστής δύναται να διοριστεί και ο εσωτερικός αναλογιστής, που διορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 59 του παρόντος Νόμου, νοουμένου ότι ικανοποιεί τις προβλεπόμενες στο εδάφιο (2) προϋποθέσεις. Δεν επιτρέπεται να διοριστεί ως εντεταλμένος αναλογιστής ο γενικός διευθυντής της εταιρείας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για το διορισμό του εντεταλμένου αναλογιστή απαιτείται— (α) Το πρόσωπο αυτό να κατέχει τα καθορισμένα με Κανονισμούς προσόντα και να ικανοποιεί κάθε άλλη προϋπόθεση που τίθεται στους Κανονισμούς αυτούς· (β) να είναι πρόσωπο ικανό και κατάλληλο κατά την έννοια του εδαφίου (5) του άρθρου 53 του παρόντος Νόμου· (γ) ο διορισμός του προσώπου αυτού να τύχει της εγκρίσεως του Εφόρου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο διορισμός του εντεταλμένου αναλογιστή ανακοινώνεται εγγράφως στον Έφορο μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών από το διορισμό. Στο έγγραφο της ανακοίνωσης αναφέρονται η ημέρα του διορισμού, το όνομα και τα προσόντα του προσώπου που διορίζεται στη θέση εντεταλμένου αναλογιστή και το γεγονός ότι αυτός τυγχάνει αποδεδειγμένα ικανό και κατάλληλο πρόσωπο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία τερματίζεται ο διορισμός του εντεταλμένου αναλογιστή από οποιαδήποτε αιτία, η ασφαλιστική εταιρεία έχει υποχρέωση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών να προβεί στο διορισμό άλλου, εις αντικατάστασή του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ο τερματισμός του διορισμού του εντεταλμένου αναλογιστή ανακοινώνεται εγγράφως στον Έφορο, από την ασφαλιστική εταιρεία και τον ίδιο τον εντεταλμένο αναλογιστή, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών, αφότου επεσυνέβη ο τερματισμός. Στο έγγραφο της ανακοίνωσης καθορίζονται οι λόγοι για τους οποίους τερματίστηκε ο διορισμός και ο Έφορος δύναται να ζητήσει περαιτέρω διευκρινήσεις για τους λόγους αυτούς, είτε από τον ίδιο τον εντεταλμένο αναλογιστή είτε από την ενδιαφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος ενίσταται στο διορισμό του εντεταλμένου αναλογιστή οφείλει να κοινοποιήσει εγγράφως την απόφασή του στην ασφαλιστική εταιρεία, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (2) του άρθρου 96, οι διατάξεις του οποίου ισχύουν κατά πάντα και στην προκειμένη περίπτωση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, που υπέχει υποχρέωση προς διορισμό εντεταλμένου αναλογιστή κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (1) του άρθρου αυτού, και παραλείπει να το πράξει μέσα στις προθεσμίες που προβλέπονται στα εδάφια (1) και (4) του άρθρου αυτού, δεν επιτρέπεται να ασκεί νέες ασφαλιστικές εργασίες, μέχρις ότου προβεί στο διορισμό. Παράβαση της διάταξης αυτής συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με χρηματική ποινή μέχρι είκοσι χιλιάδων λιρών.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 26(I)/2008 Καθήκοντα εντεταλμένου αναλογιστή 98.—(1) Τα καθήκοντα του εντεταλμένου αναλογιστή περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων— (α) Τον εντοπισμό και την παρακολούθηση των κινδύνων στους οποίους υπόκειται η εταιρεία, στην έκταση που αυτοί δύνανται να επηρεάσουν την ικανότητά της— (i) να ικανοποιεί απαιτήσεις που προκύπτουν από ασφαλιστήρια του Κλάδου Ζωής, κατά το χρόνο που αυτές καθίστανται πληρωτέες· ή (ii) να εκπληρώνει οποιεσδήποτε άλλες υποχρεώσεις που πηγάζουν από τέτοια ασφαλιστήρια, λαμβάνοντας υπ' όψη τα συμφέροντα των ασφαλισμένων (β) την πληροφόρηση της διεύθυνσης της εταιρείας, στο επίπεδο που αυτός θεωρεί κατάλληλο, εάν έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι η εταιρεία— (i) δεν εκπληρώνει ή αδυνατεί να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από ασφαλιστήρια του Κλάδου Ζωής, λαμβάνοντας υπ' όψη τα συμφέροντα των ασφαλισμένων έτσι ώστε αυτοί να τυγχάνουν δίκαιης μεταχείρισης· ή (ii) συνάπτει ή δύναται να συνάψει νέα ασφαλιστήρια στον Κλάδο Ζωής με ανεπαρκείς όρους· ή (iii) δεν έχει ή δυνατό να μην έχει ικανοποιητικούς οικονομικούς πόρους για να εκπληρώσει βάσιμες απαιτήσεις κατά το χρόνο που αυτές καθίστανται πληρωτέες, συμπεριλαμβανομένων και των εύλογων προσδοκιών των ασφαλισμένων ως προς την απόδοση κερδών (γ) τη διεξαγωγή αναλογιστικών ερευνών και ετοιμασία καταστάσεων, όπως αυτές απαιτούνται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους· (δ) την ετοιμασία και την παρακολούθηση της υλοποίησης του προγράμματος οικονομικής ανασυγκρότησης και του σχεδίου βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης που η εταιρεία οφείλει να υποβάλει σύμφωνα με το άρθρο 71 του παρόντος Νόμου· (ε) να λαμβάνει από την εταιρεία πληροφορίες και επεξηγήσεις τις οποίες αυτός θεωρεί αναγκαίες για τη σωστή διεξαγωγή των καθηκόντων του και να συμβουλεύει, για το σκοπό αυτό, την εταιρεία ως προς τα αρχεία και τα συστήματα που είναι απαραίτητα, για τη λήψη των πληροφοριών και επεξηγήσεων αυτών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κατά τη διεκπεραίωση των καθηκόντων του, ο εντεταλμένος αναλογιστής οφείλει να— (α) Λαμβάνει υπ' όψη γενικά αποδεκτές αναλογιστικές αρχές· (β) είναι αντικειμενικός· (γ) παίρνει λογικά μέτρα, ώστε να ικανοποιείται ότι δεν είναι προκατειλημμένος ή δεν επηρεάζεται από οποιαδήποτε συγκρουόμενα συμφέροντα και στην αντίθετη περίπτωση να παίρνει τα κατάλληλα μέτρα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Για τη σωστή διεκπεραίωση των καθηκόντων του εντεταλμένου αναλογιστή, η εταιρεία οφείλει να— (α) Του παρέχει, οποτεδήποτε αυτός το θεωρεί αναγκαίο, άμεση πρόσβαση στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας· (β) τον τηρεί ενήμερο για τις εργασίες της και για οποιαδήποτε άλλα της σχέδια, συμπεριλαμβανομένων και εργασιών ή σχεδίων συνδεδεμένων εταιρειών, εάν αυτά θεωρούνται σχετικά· (γ) του παρέχει ικανοποιητικά μέσα για τη διεξαγωγή των εργασιών του, στην περίπτωση που αυτός τυγχάνει υπάλληλος της· (δ) τηρεί τέτοια αρχεία και διαθέτει τέτοια συστήματα που αυτός θεωρεί αναγκαία, στα οποία ο εντεταλμένος αναλογιστής θα έχει πρόσβαση κατά πάντα χρόνο· (ε) ζητά τη συμβουλή του σε σχέση με τις πιθανές επιπτώσεις που ενδέχεται να προκύψουν από σημαντικές αλλαγές στο πρόγραμμα δραστηριότητάς της στις πρακτικές ή σε άλλα δεδομένα σε σχέση με τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των ασφαλισμένων στον Κλάδο Ζωής· και (στ) λαμβάνει υπόψη τη συμβουλή του, είτε αυτή δόθηκε με βάση την παράγραφο (ε), είτε δόθηκε ύστερα από δική του πρωτοβουλία, την οποία συμβουλή ο εντεταλμένος αναλογιστής θα μπορεί να παρουσιάσει, εάν αυτός το ζητήσει, απευθείας στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Εφαρμογή επί αλλοδαπών ασφαλιστικών επιχειρήσεων 99. Όλες οι προηγούμενες διατάξεις του Μέρους αυτού εφαρμόζονται και στην περίπτωση αλλοδαπών ασφαλιστικών επιχειρήσεων, που κατέχουν άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών δυνάμει του παρόντος Νόμου:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, τα υποβαλλόμενα κατά το άρθρο 92 έγγραφα υπογράφονται και από το γενικό αντιπρόσωπο της αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης, επί πλέον από τα καθοριζόμενα στο εδάφιο (1) του άρθρου 92 πρόσωπα:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, ως εντεταλμένος αναλογιστής μιας αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης δύναται να διοριστεί και ο αναλογιστής που έχει διοριστεί σε ανάλογη θέση από τη μητρική ασφαλιστική επιχείρηση, εφόσον κατέχει τα καθορισμένα προσόντα ή άλλα ισότιμα κατά την κρίση του Υπουργού προσόντα.</p>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Λογαριασμοί και οικονομικές καταστάσεις της Ένωσης Ασφαλιστών Λλόυδς Λονδίνου 100.—(1) Η Ένωση Ασφαλιστών Λλόυδς Λονδίνου, σε ό,τι αφορά τις ασφαλιστικές εργασίες που αυτή ασκεί στη Δημοκρατία, έχει υποχρέωση όπως— (α) Τηρεί τακτικούς και ειδικούς λογαριασμούς· (β) μέσα σε έξι μήνες από τη λήξη κάθε οικονομικού έτους υποβάλει, στον Έφορο, κατά τον καθορισμένο τύπο, έκθεση για το σύνολο των ασφαλιστικών εργασιών, που άσκησε στη Δημοκρατία· και (γ) υποβάλει στον Έφορο, κατά τον καθορισμένο τύπο, κατάσταση αναφορικά με τα τεχνικά αποθέματα καθώς και κατάσταση αναφορικά με το περιθώριο φερεγγυότητάς της, υπολογισμένα κατά τη λήξη κάθε οικονομικού έτους, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 74 του παρόντος Νόμου. Οι καταστάσεις αυτές επισυνάπτονται στον υποβαλλόμενο ισολογισμό.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της, οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου του άρθρου αυτού δε θα ισχύουν προκειμένου περί της Ενώσεως Ασφαλιστών Λλόυδς Λονδίνου, η οποία θα διέπεται κατά πάντα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, που αφορούν στην άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία, από ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα σε Κράτη Μέλη της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Καταβολή τελών 101. Κατά την υποβολή των ετήσιων λογαριασμών δυνάμει των διατάξεων του Μέρους αυτού, καταβάλλονται τα καθορισμένα με Κανονισμούς, κατά περίπτωση, τέλη.</p>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ VIII ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ</h3>\n<p class=\"lf-p\">ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΩΝ ΚΛΑΔΟΥ ΖΩΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΕ ΑΛΛΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων Κλάδου Ζωής κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας σε άλλη κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία 102.—(1) Δεν επιτρέπεται η μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων του Κλάδου Ζωής κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας προς άλλη κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, εκτός εάν η συμφωνία προς μεταβίβαση εγκριθεί με δικαστικό διάταγμα που εκδίδεται κατά τα οριζόμενα σε επόμενες διατάξεις του Κεφαλαίου αυτού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία μία κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, που για τους σκοπούς του Κεφαλαίου αυτού εφεξής θα καλείται ο «εκχωρητής», προτίθεται να μεταβιβάσει το σύνολο ή μέρος του χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων της του Κλάδου Ζωής, που καλύπτουν ασφαλιστικές υποχρεώσεις εντός της Δημοκρατίας, σε άλλη κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, που για τους σκοπούς του Κεφαλαίου αυτού εφεξής θα καλείται, ο «εκδοχέας», υποβάλλεται αίτηση στο Δικαστήριο προς έκδοση διατάγματος για έγκριση της σκοπούμενης μεταβίβασης, από το διοικητικό συμβούλιο του εκχωρητή ή/και του εκδοχέα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε το πολύ ημερών από την υποβολή αιτήσεως κατά τα ανωτέρω, ο εκχωρητής καταθέτει στην Υπηρεσία αντίγραφο της αιτήσεως και αντίγραφο κάθε άλλου εγγράφου, που προβλέπεται στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 103 του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Έγγραφα που συνυποβάλλονται με την αίτηση προς έκδοση δικαστικού διατάγματος 103.—(1) Με την αίτηση προς έκδοση δικαστικού διατάγματος συνυποβάλλονται τα ακόλουθα έγγραφα: (α) Έκθεση ενός ανεξάρτητου αναλογιστή, άλλου από τον εντεταλμένο ή τον εσωτερικό αναλογιστή του εκχωρητή ή του εκδοχέα, σε σχέση με τους όρους της σκοπούμενης μεταβίβασης, στην οποία ο αναλογιστής αυτός εκφράζει σαφώς και επαρκώς την άποψή του αναφορικά με τις ενδεχόμενες πιθανές επιπτώσεις της μεταβίβασης στους υφιστάμενους ασφαλισμένους του εκχωρητή και του εκδοχέα· (β) βεβαίωση του Εφόρου ότι ο εκδοχέας, θα διαθέτει το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας, αφού ληφθεί υπόψη και η σκοπούμενη μεταβίβαση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται της αιτήσεως, εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι τηρήθηκαν οι ακόλουθες διατάξεις: (α) Δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και σε δύο ημερήσιες εγχώριες εφημερίδες γνωστοποίηση, στην οποία αναφέρεται ότι υποβλήθηκε αίτηση στο Δικαστήριο προς έγκριση της μεταβίβασης, η διεύθυνση των γραφείων του εκχωρητή και του εκδοχέα, καθώς και ο χρόνος κατά τον οποίο θα είναι διαθέσιμα στο κοινό αντίγραφα της συμφωνίας που προβλέπεται πιο κάτω στην παράγραφο (γ) του εδαφίου αυτού- (β) έχει αποσταλεί έκθεση στην οποία εμφαίνονται οι όροι της σκοπούμενης μεταβίβασης, συνοδευόμενη από την έκθεση του ανεξάρτητου αναλογιστή προς όλους ανεξαιρέτως τους κατόχους ασφαλιστηρίων του εκχωρητή και του εκδοχέα, καθώς και προς κάθε άλλο πρόσωπο που διεκδικεί δικαίωμα σε ασφαλιστήριο και το οποίο υπέβαλε εγγράφως τη σχετική αξίωσή του προς τον εκχωρητή, εκτός εάν το Δικαστήριο αποφασίσει άλλως πως· και (γ) έχει εκτεθεί στα γραφεία του εκχωρητή και του εκδοχέα, για περίοδο δεκαπέντε τουλάχιστον ημερών από την τελευταία δημοσίευση της προβλεπόμενης στην παράγραφο (α) του εδαφίου αυτού γνωστοποίησης, η συμφωνία σε σχέση με τη σκοπούμενη μεταβίβαση, προς το σκοπό επιθεώρησής της από τους κατόχους ασφαλιστηρίων και τους μετόχους των δύο μερών της συμφωνίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Έκδοση δικαστικού διατάγματος 104.—(1) Το Δικαστήριο, εφόσον ικανοποιηθεί ότι κατατέθηκαν τα έγγραφα και τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 103, προβαίνει στην εξέταση της αιτήσεως, ακούει τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου των δύο μερών της συμφωνίας, τον Έφορο, και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που έχει υποβάλει ένσταση στη σκοπούμενη μεταβίβαση ή που κρίνει σκόπιμο, υπό την επιφύλαξη των επόμενων διατάξεων του άρθρου αυτού, να ακούσει, νοουμένου ότι οι ενστάσεις έχουν προβληθεί ενώπιον του από πρόσωπα που έχουν έννομο συμφέρον. Το Δικαστήριο εφόσον κρίνει αβάσιμες τις προβληθείσες ενώπιον του ενστάσεις, εκδίδει δικαστικό διάταγμα με το οποίο εγκρίνεται η συμφωνία.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα προς έγκριση της συμφωνίας μεταβίβασης, εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι ο εκδοχέας κατέχει, ή πριν την έκδοση του διατάγματος θα κατέχει, άδεια δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου προς άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στον κλάδο ή στους κλάδους στους οποίους αναφέρεται η συναφθείσα συμφωνία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα προς έγκριση της συμφωνίας μεταβίβασης, εάν αποδειχθεί ενώπιον του ότι αντιτίθενται στη σκοπούμενη μεταβίβαση οι κάτοχοι ασφαλιστηρίων, που αντιπροσωπεύουν το ένα δέκατο τουλάχιστο των ολικών ασφαλισμένων από τον εκχωρητή ποσών.</div>\n<p class=\"lf-p\">35(I)/2002 Θέματα που δύνανται να ρυθμιστούν με δικαστικό διάταγμα 105.—(1) Το δικαστικό διάταγμα που εκδίδεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 104, ή οποιοδήποτε μεταγενέστερο δικαστικό διάταγμα, δύναται να ρυθμίσει όλα ή ορισμένα από τα ακόλουθα θέματα: (α) Τη μεταφορά στον εκδοχέα όλης ή μέρους της επιχειρηματικής δραστηριότητας, καθώς και των στοιχείων του παθητικού ή του ενεργητικού του εκχωρητή·</p></div>", "next": 239854}