{"html": "<div class=\"lf-doc\"><p class=\"lf-p\">(ii) πιστεύει ότι η μαρτυρία αυτή δυνατό να χρησιμεύσει στη διαπίστωση ότι ο κατηγορούμενος είχε έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος αν γινόταν έρευνα δυνάμει του άρθρου 6 κατά την ημερομηνία καταδίκης του κατηγορουμένου, ο Γενικός Εισαγγελέας δύναται να ζητήσει από το δικαστήριο να εξετάσει τη μαρτυρία που έχει εξασφαλίσει σύμφωνα με το εδάφιο (β) του άρθρου αυτού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το δικαστήριο εκδίδει διάταγμα δήμευσης δυνάμει του άρθρου 8 αν, ύστερα από εξέταση της μαρτυρίας που δίδεται σύμφωνα με το άρθρο 6 και έχοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης το κρίνει σκόπιμο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Για σκοπούς του παρόντος άρθρου και αν το δικαστήριο αποφασίσει να προβεί σε έρευνα δυνάμει του άρθρου αυτού, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι διατάξεις του Νόμου οι οποίες θα εφαρμόζονταν αν η έρευνα είχε διεξαχθεί κατά την ημερομηνία καταδίκης του κατηγορουμένου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Αίτηση η οποία γίνεται δυνάμει του άρθρου αυτού μετά την πάροδο έξι ετών από την ημερομηνία καταδίκης δεν εξετάζεται από το δικαστήριο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Το άρθρο αυτό δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο είχε επιβάλει ποινή δυνάμει του Μέρους VI.</div>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007 Αναθεώρηση υπολογισμού εσόδων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-36\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 36</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">36.</span>(1) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Γενικός Εισαγγελέας είναι της γνώμης ότι η πραγματική αξία των εσόδων του κατηγορουμένου από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος ήταν μεγαλύτερη από την υπολογισμένη τους αξία, δύναται να ζητήσει από το δικαστήριο να εξετάσει την μαρτυρία πάνω στην οποία βασίζει τη γνώμη του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για σκοπούς του εδαφίου (1)- \"υπολογισμένη αξία\" σημαίνει την αξία των εσόδων του κατηγορουμένου από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος όπως υπολογίζεται από το άρθρο 7 του Νόμου αυτού˙ \"πραγματική αξία\" σημαίνει την αξία των εσόδων του κατηγορουμένου από γενεσιουργό αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε- (α) Κατά την περίοδο στην οποία αναφέρεται ο υπολογισμός του άρθρου 7˙ ή (β) σε προηγούμενη περίοδο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το δικαστήριο, αφού- (α) Εξετάσει τη μαρτυρία που δίδεται δυνάμει του εδαφίου (1)˙ και (β) πεισθεί ότι η πραγματική αξία των εσόδων του κατηγορουμένου είναι μεγαλύτερη από την υπολογισμένη αξία τους, διότι η πραγματική αξία ήταν μεγαλύτερη από αυτή που είχε υπολογιστεί ή διότι η αξία των εν λόγω εσόδων αυξήθηκε μεταγενέστερα, δύναται να προβεί σε νέο υπολογισμό του ποσού το οποίο θα πρέπει να ληφθεί από τον κατηγορούμενο δυνάμει του άρθρου 8.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Το δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη οποιαδήποτε πληρωμή ή αμοιβή εισέπραξε ο κατηγορούμενος κατά ή μετά την ημερομηνία του υπολογισμού που γίνεται δυνάμει του άρθρου 7, αν ο Γενικός Εισαγγελέας αποδείξει ότι οι εν λόγω πληρωμές ή αμοιβές ελήφθησαν από τον κατηγορούμενο σε σχέση με τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι για σκοπούς εφαρμογής του εδαφίου αυτού, το δικαστήριο δε δύναται να προβεί στις υποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 7.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία ο νέος υπολογισμός υπερβαίνει το ποσό που είχε υπολογιστεί για την περίοδο στην οποία αναφέρεται το άρθρο 7, το δικαστήριο- (α) Δύναται να αντικαταστήσει το ποσό του διατάγματος δήμευσης με οποιοδήποτε μεγαλύτερο ποσό το οποίο κρίνει δίκαιο˙ και (β) σε περίπτωση αντικατάστασης του ποσού του διατάγματος, αντικαθιστά και τις περιόδους φυλάκισης, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 128 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και στο άρθρο 9 του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Αίτηση η οποία γίνεται δυνάμει του άρθρου αυτού μετά την πάροδο έξι ετών από την ημερομηνία καταδίκης δεν εξετάζεται από το δικαστήριο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Για σκοπούς του παρόντος Μέρους \"ημερομηνία καταδίκης\" σημαίνει- (α) Την ημερομηνία κατά την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος˙ ή (β) την ημερομηνία της τελευταίας καταδίκης στην περίπτωση όπου o κατηγορούμενος εμφανίστηκε για επιβολή ποινής σε σχέση με περισσότερες από μια καταδίκες και οι καταδίκες αυτές δεν έγιναν όλες την ίδια ημερομηνία.</div>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ IV ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Ερμηνεία βασικών όρων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-37\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 37</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">37.</span>Για σκοπούς του παρόντος Μέρους- \"διάταγμα εξωτερικού\" σημαίνει διάταγμα δικαστηρίου ξένης χώρας, το οποίο εκδίδεται για σκοπούς των Συμβάσεων ή νομοθεσίας που θεσπίζεται για σκοπούς εφαρμογής των Συμβάσεων και περιλαμβάνει- (α) Διατάγματα για τη δήμευση εσόδων και μέσων όπως οι όροι αυτοί ερμηνεύονται στη Σύμβαση και περιλαμβάνει - (i) διάταγμα δήμευσης εσόδων ή προϊόντος αδικήματος, που βρίσκεται στην κατοχή του κατηγορουμένου ή τρίτου προσώπου ή άλλης περιουσίας ισοδύναμης αξίας με το προϊόν του αδικήματος, (ii) διάταγμα δήμευσης χωρίς καταδίκη, που εκδίδεται από δικαστήριο, στα πλαίσια διαδικασίας σε σχέση με ποινικό αδίκημα, και (iii) διάταγμα απόδοσης στους νόμιμους δικαιούχους ή θύματα, το οποίο εκδόθηκε, είτε πριν είτε μετά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, «διάταγμα δήμευσης χωρίς καταδίκη» περιλαμβάνει διάταγμα χωρίς καταδίκη που εκδίδεται είτε πριν είτε μετά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, από δικαστήριο ξένης χώρας, το οποίο οδηγεί στη στέρηση περιουσίας, και δεν αποτελεί ποινική κύρωση, στην έκταση που διατάσσεται από το δικαστήριο της ξένης χώρας, σε σχέση με ποινικό αδίκημα, νοουμένου ότι έχει αποδειχθεί ότι η περιουσία που αφορά το διάταγμα συνιστά έσοδο· (β) διατάγματα για δέσμευση ή κατάσχεση περιουσίας εκδιδόμενα προσωρινά για σκοπούς μελλοντικής δήμευσης εσόδων και μέσων, όπως οι όροι αυτοί ερμηνεύονται στην κατ’ εφαρμογήν Σύμβαση˙ (γ) οποιοδήποτε διάταγμα το οποίο το Υπουργικό Συμβούλιο ήθελε, με γνωστοποίησή του δημοσιευόμενη στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, περιλάβει στην έννοια του διατάγματος εξωτερικού˙ \"δικαστήριο\" σημαίνει Πρόεδρο ή Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας˙ \"έφεση\" για σκοπούς της παραγράφου (α) του εδαφίου 3 του άρθρου 38 περιλαμβάνει κάθε διαδικασία σκοπός της οποίας είναι η ακύρωση απόφασης του δικαστηρίου ή η επανεκδίκαση της υπόθεσης ή η αναστολή της εκτέλεσής της˙ \"ξένη χώρα\" σημαίνει χώρα η οποία κατά το χρόνο υποβολής αίτησης για εκτέλεση διατάγματος εξωτερικού είναι Συμβαλλόμενο Μέρος της Σύμβασης˙ «Σύμβαση» σημαίνει- (α) Τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών εναντίον της Παράνομης Διακίνησης Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών, η οποία κυρώθηκε με τον περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών εναντίον της Παράνομης Διακίνησης Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών (Κυρωτικό) Νόμο˙ (αα) την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τη Συγκάλυψη, Έρευνα, Κατάσχεση και Δήμευση των Προϊόντων του Εγκλήματος του 1990, η οποία κυρώθηκε με τον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη Συγκάλυψη, Έρευνα, Κατάσχεση και Δήμευση των Προϊόντων του Εγκλήματος (Κυρωτικό) Νόμο του 1995· (β) τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Συγκάλυψη, Έρευνα, Κατάσχεση και Δήμευση των Εσόδων από Εγκλήματα και Χρηματοδότηση της Τρομοκρατίας η οποία κυρώθηκε με τον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη Συγκάλυψη, Έρευνα, Κατάσχεση και Δήμευση των Προϊόντων των Εγκλήματος και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας (Κυρωτικό) Νόμο˙ (γ) τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών Εναντίον του Διασυνοριακού Εγκλήματος˙ και (δ) τη Συνθήκη μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής για Αμοιβαία Νομική Συνδρομή σε Ποινικά Θέματα, η οποία κυρώθηκε με τον περί της Συνθήκης μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής για Αμοιβαία Νομική Συνδρομή σε Ποινικά Θέματα (Κυρωτικό) Νόμο και τον περί του Εγγράφου, που προβλέπεται από το εδάφιο (2) του Άρθρου 3 της Συμφωνίας για Αμοιβαία Δικαστική Συνδρομή μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, που υπογράφτηκε στις 25 Ιουνίου 2003, αναφορικά με την εφαρμογή της Συνθήκης μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, για Αμοιβαία Νομική Συνδρομή σε Ποινικά Θέματα, που υπογράφτηκε στις 20 Δεκεμβρίου 1999 (Κυρωτικό) Νόμο του 2008·</p>\n<p class=\"lf-p\">(ε) τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς η οποία κυρώθηκε με τον περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς (Κυρωτικό) Νόμο· (στ) τη Συμφωνία Εμπορίου και Συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, αφενός, και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, αφετέρου και ειδικότερα, του Τρίτου Μέρους, Τίτλος ΧΙ, αυτής που αφορά δέσμευση και δήμευση.</p>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007 58(I)/2010 184(Ι)/2014 18(I)/2016 13(I)/2018 40(I)/2022 Διαδικασία εκτέλεσης διαταγμάτων εξωτερικού</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-38\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 38</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">38.</span>(1) Η αίτηση για εκτέλεση υποβάλλεται από τη ξένη χώρα ή για λογαριασμό της στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως το οποίο αφού πεισθεί ότι η αίτηση προέρχεται από ξένη χώρα και αφορά διάταγμα εξωτερικού με την έννοια του παρόντος Μέρους διαβιβάζει την αίτηση στη Μονάδα η οποία την υποβάλλει με μονομερή αίτηση στο δικαστήριο εάν κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3), το δικαστήριο μετά τη διαβίβαση σ’ αυτό αίτησης ξένης χώρας εγγράφει το διάταγμα εξωτερικού για σκοπούς εκτέλεσής του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το δικαστήριο προβαίνει στην εγγραφή διατάγματος εξωτερικού αν ικανοποιηθεί ότι- (α) Κατά το χρόνο της εγγραφής το διάταγμα εξωτερικού ευρίσκετο σε ισχύ και ήταν εκτελεστό και για το οποίο δεν εκκρεμεί έφεση˙ (β) σε περίπτωση που διάταγμα εξωτερικού που αφορά δήμευση περιουσίας εκδόθηκε μετά από καταδίκη του κατηγορουμένου στην απουσία του, αυτός ειδοποιήθηκε για τη σχετική διαδικασία στη χώρα έκδοσης του διατάγματος εξωτερικού, για να δυνηθεί να εμφανιστεί και να προβάλει τις θέσεις και απόψεις του· (β1) σε περίπτωση που το διάταγμα εξωτερικού αφορά δέσμευση περιουσίας και εκδόθηκε στην απουσία του κατηγορουμένου ή του υπόπτου, αυτός ειδοποιήθηκε για τη σχετική διαδικασία στη χώρα έκδοσης του διατάγματος εξωτερικού, για να δυνηθεί να εμφανιστεί και να προβάλει τις θέσεις και απόψεις του· (γ) η εκτέλεση του εν λόγω διατάγματος δε θα ήταν αντίθετη προς τα συμφέροντα της δικαιοσύνης της Δημοκρατίας˙ (δ) δε συντρέχουν οι λόγοι άρνησης συνεργασίας που αναφέρονται στην κατ’ εφαρμογή Σύμβαση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Το Δικαστήριο, μετά την εγγραφή διατάγματος εξωτερικού, δίδει οδηγίες όπως δοθεί ειδοποίηση σε όλα τα επηρεαζόμενα από το διάταγμα πρόσωπα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Οι διατάξεις των παραγράφων (α), (β), (γ) και (δ) του εδαφίου (7) του άρθρου 43Γ εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και στην περίπτωση διατάγματος Δικαστηρίου για εγγραφή και εκτέλεση διατάγματος δέσμευσης και κατάσχεσης περιουσίας που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, τα δικαιώματα καλόπιστων τρίτων διαφυλάσσονται.</div>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007 58(I)/2010 18(I)/2016 13(I)/2018 40(I)/2022 Διαβίβαση σε ξένη χώρα διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου 38Α. Διάταγμα δέσμευσης, επιβάρυνσης ή δήμευσης που εκδίδεται, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, από δικαστήριο της Δημοκρατίας μετά από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και το οποίο αφορά περιουσία που βρίσκεται στο εξωτερικό, αποστέλλεται για εκτέλεση και/ή επίδοση στις αρμόδιες αρχές της ξένης χώρας από τη Μονάδα, μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.</p>\n<p class=\"lf-p\">58(I)/2010 101(I)/2013 18(I)/2016 Συνέπεια εγγραφής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-39\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 39</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">39.</span>(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), διάταγμα εξωτερικού το οποίο εγγράφεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 38 καθίσταται εκτελεστό ως εάν επρόκειτο για διάταγμα το οποίο εξεδόθη από αρμόδιο δικαστήριο της Δημοκρατίας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η εκτέλεση του διατάγματος δύναται να υπόκειται σε όρο της ξένης χώρας όπως μη επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή άλλη στέρηση της ελευθερίας σε περίπτωση που υπάρχει συμμόρφωση με αυτό.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Στις περιπτώσεις όπου το διάταγμα εξωτερικού αφορά δήμευση εσόδων ή περιουσίας, είναι δυνατό, μετά την εκτέλεση του εν λόγω διατάγματος, τα έσοδα ή η περιουσία να διανεμηθούν μεταξύ των αρμόδιων αρχών της ξένης χώρας και της Κυπριακής Δημοκρατίας:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, εάν ζητηθεί από τις αρμόδιες αρχές της ξένης χώρας, χρηματικό ποσό που δημεύεται ή που εισπράττεται από την εκτέλεση διατάγματος δήμευσης δύναται να επιστραφεί στον νόμιμο δικαιούχο του ή στο θύμα του ποινικού αδικήματος σε σχέση με το οποίο εκδόθηκε το διάταγμα δήμευσης, όπως αυτό θα συμφωνηθεί μεταξύ των αρμοδίων αρχών της ξένης χώρας και της Δημοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Στην περίπτωση εγγραφής διατάγματος δήμευσης, αυτό εκτελείται από τη Μονάδα, εάν εντός έξι (6) εβδομάδων από την ημερομηνία που λήφθηκε ειδοποίηση από τα επηρεαζόμενα από το διάταγμα πρόσωπα σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (4) του άρθρου 38, τα εν λόγω πρόσωπα δεν έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο για την ακύρωση ή τον παραμερισμό του διατάγματος εγγραφής:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση που δεν καταστεί δυνατό να δοθεί η ειδοποίηση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (4) του άρθρου 38, η Μονάδα δύναται να δημοσιεύσει την ειδοποίηση στην επίσημη ιστοσελίδα της για τριάντα (30) συνεχόμενες ημέρες:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, στην περίπτωση που δεν καταστεί δυνατό να δοθεί η ειδοποίηση που αναφέρεται στο εδάφιο (4) του άρθρου 38 ή που δεν εντοπίζεται ο κατηγορούμενος ή το τρίτο πρόσωπο στην κατοχή του οποίου περιήλθαν τα έσοδα, παρ’ όλο που καταβλήθηκαν εύλογες προσπάθειες και έχουν παρέλθει πέραν των τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία της ανάρτησης της δημοσίευσης στην επίσημη ιστοσελίδα της Μονάδας, το διάταγμα δήμευσης εκτελείται άμεσα από τη Μονάδα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία η απόφαση δήμευσης αφορά χρηματικό ποσό το οποίο δεν έχει καταβληθεί, το διάταγμα δήμευσης δύναται να εκτελεστεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), επί οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου είναι διαθέσιμο για τον σκοπό αυτό.</div>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007 13(I)/2018 13(I)/2021 40(I)/2022 Ακύρωση εγγραφής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-40\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 40</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">40.</span>(1) Το δικαστήριο ακυρώνει εγγραφή διατάγματος εξωτερικού αν αποδειχθεί ότι υπήρξε συμμόρφωση προς το διάταγμα- (α) Με την πληρωμή του ποσού του οφειλόμενου δυνάμει του διατάγματος˙ ή (β) με οποιοδήποτε άλλο τρόπο που τυχόν προβλέπεται στη νομοθεσία της ξένης χώρας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το δικαστήριο δύναται να ακυρώσει εγγραφή διατάγματος δέσμευσης εάν, μέσα σε λογική χρονική περίοδο, δεν έχει αρχίσει η ποινική διαδικασία ή δεν υπήρξε εξέλιξη στη διερεύνηση της ποινικής υπόθεσης δυνάμενη να οδηγήσει σε ποινική διαδικασία κατά την οποία ενδέχεται να εκδοθεί διάταγμα δήμευσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που κατατίθεται αίτηση για ακύρωση της εγγραφής του διατάγματος δέσμευσης δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) ενημερώνεται προηγουμένως η ξένη χώρα που εξέδωσε το διάταγμα, η οποία έχει τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της.</div>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007 18(I)/2016 Δεσμευτικότητα διατάγματος εξωτερικού</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-41\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 41</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">41.</span>(1) Διάταγμα εξωτερικού δύναται να τροποποιηθεί ή αναθεωρηθεί μόνο από δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή της ξένης χώρας που εξέδωσε το διάταγμα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το δικαστήριο κατά την άσκηση των εξουσιών που του παρέχει το άρθρο 39 καθώς επίσης και άλλων εξουσιών σχετικά με την εκτέλεση διατάγματος εξωτερικού δεσμεύεται από τα ευρήματα γεγονότων στην έκταση που αναφέρονται στην καταδίκη ή την απόφαση δικαστηρίου της ξένης χώρας ή στην έκταση που η καταδίκη ή η δικαστική απόφαση βασίζεται κατ’ αναγκαίο συμπέρασμα στα γεγονότα αυτά.</div>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007 Ποσό διατάγματος</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-42\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 42</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">42.</span>(1) Στις περιπτώσεις όπου στο διάταγμα εξωτερικού γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο ποσό προς είσπραξη στο νόμισμα άλλης χώρας, το ποσό αυτό στο νόμισμα της άλλης χώρας μετατρέπεται στο ανάλογο ποσό στο νόμισμα της Δημοκρατίας χρησιμοποιώντας την ισοτιμία που ίσχυε όταν υποβλήθηκε η αίτηση για εγγραφή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε καμιά περίπτωση δε θα πρέπει η αξία της δημευθείσας περιουσίας να υπερβαίνει το ποσό το οποίο αναφέρεται στο διάταγμα εξωτερικού προς είσπραξη.</div>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007 Εφαρμογή διατάξεων παρόντος νόμου στις περιπτώσεις διατάγματος εξωτερικού</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-43\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 43</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">43.</span>(1) Οι διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) και των εδαφίων (7), (8), (10) και (11) του άρθρου 14, των εδαφίων (9), (10), (11), (11Α) και (11Β) του άρθρου 15 και των άρθρων 17, 18, 19, 20, 22 και 23 εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις διατάγματος εξωτερικού τηρουμένων τυχόν διαφοροποιήσεων ή περιορισμών που το Υπουργικό Συμβούλιο ήθελε καθορίσει με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να περιλάβει στους Κανονισμούς οποιαδήποτε άλλη πρόνοια την οποία κρίνει αναγκαία για την καλύτερη εφαρμογή του παρόντος Μέρους και ειδικότερα οτιδήποτε σχετίζεται- (α) Με την απόδειξη οποιουδήποτε γεγονότος ή πράγματος˙ (β) με τις περιστάσεις οι οποίες σε οποιαδήποτε ξένη χώρα δύνανται να εκληφθούν ότι συνιστούν την έναρξη ή την περάτωση διαδικασίας έκδοσης διατάγματος εξωτερικού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Αν κατόπιν αίτησης από ή εκ μέρους ξένης χώρας το δικαστήριο ήθελε ικανοποιηθεί ότι στη χώρα αυτή άρχισε αλλά δεν περατώθηκε διαδικασία κατά την οποία ενδέχεται να εκδοθεί διάταγμα εξωτερικού εκδίδει διάταγμα παγοποίησης ή επιβάρυνσης εφαρμόζοντας τα άρθρα 14 και 15 του παρόντος Νόμου. (α) [Διαγράφηκε] (β) [Διαγράφηκε] (γ) [Διαγράφηκε] (3Α) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 72Α, σε περίπτωση που Δικαστήριο ακυρώσει διάταγμα δέσμευσης ή επιβάρυνσης που εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 ή του άρθρου 15, η περιουσία που αποτελεί αντικείμενο του εν λόγω διατάγματος αποδεσμεύεται ολόκληρη, κατά το δυνατό χωρίς να μειωθεί ή να επηρεαστεί η αξία ή το ύψος της με οποιοδήποτε τρόπο, προς όφελος του προσώπου στο όνομα του οποίου τηρείται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η εφαρμογή του άρθρου αυτού δεν εξαρτάται από την έκδοση Κανονισμών και μέχρις ότου εκδοθούν Κανονισμοί τα άρθρα που αναφέρονται στο εδάφιο (1) θα εφαρμόζονται χωρίς διαφοροποίηση ή περιορισμούς.</div>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007 58(I)/2010 18(I)/2016 13(I)/2018 40(I)/2022 ΜΕΡΟΣ IVA ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ Ερμηνεία βασικών όρων 43Α. Για σκοπούς του παρόντος Μέρους: «αποδεικτικά στοιχεία» σημαίνει αντικείμενα, έγγραφα ή δεδομένα, τα οποία μπορούν να προσκομισθούν ως αποδεικτικά στοιχεία σε ποινική διαδικασία, σε σχέση με καθορισμένο αδίκημα· «απόφαση δέσμευσης» σημαίνει κάθε μέτρο που λαμβάνει αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης, προκειμένου να εμποδίσει προσωρινά κάθε πράξη καταστροφής, μετατροπής, μετατόπισης, μεταφοράς ή διάθεσης περιουσιακών στοιχείων που θα μπορούσαν να δημευθούν ή να αποτελέσουν αποδεικτικό στοιχείο· «απόφαση δήμευσης» σημαίνει την τελική ποινή ή το μέτρο που επιβλήθηκε από δικαστήριο του κράτους έκδοσης έπειτα από διαδικασία σε σχέση με ποινικό αδίκημα, η οποία κατέληξε στην οριστική αποστέρηση περιουσιακών στοιχείων· «Απόφαση-Πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ» σημαίνει την Απόφαση-Πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 22αςΙουλίου 2003 σχετικά με την εκτέλεση των αποφάσεων δέσμευσης περιουσιακών ή αποδεικτικών στοιχείων στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση∙ «Απόφαση-Πλαίσιο 2006/783/ΔΕΥ» σημαίνει την Απόφαση-Πλαίσιο 2006/783/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 6ηςΟκτωβρίου 2006 σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις δήμευσης∙ «δικαστήριο» σημαίνει Πρόεδρο ή Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας∙ «περιουσιακά στοιχεία» περιλαμβάνει κάθε είδους περιουσιακό στοιχείο, υλικό ή άϋλο, κινητό ή ακίνητο και νόμιμο τίτλο ή έγγραφο που αποδεικνύει τίτλο ή συμφέρον επ’ αυτού, το οποίοπεριουσιακό στοιχείο, σύμφωνα με την αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης- (α) αποτελεί προϊόν καθορισμένου αδικήματος ή ισοδυναμεί, εν όλω ή εν μέρει, με την αξία τέτοιου προϊόντος, (β) αποτελεί το μέσο ή το αντικείμενο του αδικήματος αυτού, (γ) υπόκειται σε δήμευση σύμφωνα με τις εκτεταμένες εξουσίες δήμευσης που προβλέπονται στη νομοθεσία του κράτους έκδοσης∙ «πιστοποιητικό» σημαίνει, σε σχέση με απόφαση δέσμευσης, το πιστοποιητικό που καθορίζεται στην Απόφαση-Πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ και σε σχέση με απόφαση δήμευσης, το πιστοποιητικό που καθορίζεται στην Απόφαση-Πλαίσιο 2006/783/ΔΕΥ, όπως εκάστοτε ισχύουν· «κράτος έκδοσης» σημαίνει κράτος μέλος στο οποίο δικαστική αρχή ή δικαστήριο, όπως ορίζεται από το εθνικό δίκαιο αυτού, έχει εκδώσει, επικυρώσει ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο επιβεβαιώσει απόφαση δέσμευσης ή απόφαση δήμευσης στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας· «κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.</p>\n<p class=\"lf-p\">58(I)/2010 13(I)/2021 Διαβίβαση σε κράτος μέλος διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου 43Β. Διάταγμα δέσμευσης, επιβάρυνσης ή δήμευσης που εκδίδεται, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, από δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας μετά από αίτημα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και που αφορά περιουσία που βρίσκεται σε κράτος μέλος, διαβιβάζεται για εκτέλεση ή/και επίδοση από τη Μονάδα απευθείας στις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους, συνοδευόμενο από πιστοποιητικό το οποίο εγκρίνεται και υπογράφεται από το δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το εν λόγω διάταγμα.</p>\n<p class=\"lf-p\">58(I)/2010 18(I)/2016 Διαδικασία εκτέλεσης αποφάσεων δέσμευσης και αποφάσεων δήμευσης στο έδαφος της Δημοκρατίας 43Γ. - (1) Αίτηση για εκτέλεση που αφορά απόφαση δέσμευσης ή απόφαση δήμευσης υποβάλλεται απευθείας στη Μονάδα η οποία, εάν κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παρόντος Μέρους, την υποβάλλει το συντομότερο δυνατό στο δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση και ενημερώνει το συντομότερο δυνατό την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης για την πράξη της αυτή.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η Μονάδα δεν υποβάλλει απόφαση δήμευσης στο δικαστήριο για εγγραφή εκτός εάν, κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης εκτέλεσης, η εν λόγω απόφαση δήμευσης βρίσκεται σε ισχύ, είναι εκτελεστή και δεν εκκρεμεί έφεση σε σχέση με αυτή:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, ο όρος «έφεση» περιλαμβάνει κάθε διαδικασία σκοπός της οποίας είναι η ακύρωση απόφασης δικαστηρίου ή η επανεκδίκαση της υπόθεσης ή η αναστολή της εκτέλεσής της.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Αίτηση για εκτέλεση που υποβάλλεται στη Μονάδα δυνάμει του εδαφίου (1), συνοδεύεταιαπό πιστοποιητικό το οποίο είναι αποδεκτό τόσο στην ελληνική όσο και στην αγγλική γλώσσα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Μέρους, το δικαστήριο, μετά την υποβολή σ’αυτό από τη Μονάδα αίτησης για εκτέλεση δυνάμει του εδαφίου (1), εγγράφει την απόφαση δέσμευσης ή την απόφαση δήμευσης για σκοπούς εκτέλεσής της.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Το Δικαστήριο, μετά την εγγραφή της απόφασης δέσμευσης ή της απόφασης δήμευσης δίδει οδηγίες όπως δοθεί ειδοποίηση σε όλα τα επηρεαζόμενα από την απόφαση πρόσωπα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, τα δικαιώματα καλόπιστων τρίτων διαφυλάσσονται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>(α) Διάταγμα του Δικαστηρίου για εγγραφή και εκτέλεση απόφασης δέσμευσης που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ισχύει για περίοδο τριών (3) ετών από την ημερομηνία έκδοσής του και δύναται να παραταθεί από το δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (β):</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι για το σκοπό υποβολής αίτησης παράτασης της ισχύος του πιο πάνω διατάγματος, όπως προβλέπεται στην παράγραφο (β), η Μονάδα επικοινωνεί έγκαιρα, πριν από τη λήξη της πιο πάνω προθεσμίας με την αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης, από την οποία ενημερώνεται για το στάδιο της ποινικής υπόθεσης και ζητά την παράταση της ισχύος του διατάγματος εγγραφής. (β) Το Δικαστήριο δύναται, κατόπιν μονομερούς αίτησης της Μονάδας στην οποία παρατίθενται οι λόγοι για τους οποίους το αναφερόμενο στην παράγραφο (α) διάταγμα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ, να εκδόσει διάταγμα με το οποίο παρατείνει την ισχύ του διατάγματος κάθε τρία (3) έτη, μέχρι την έκδοση διατάγματος δήμευσης και το οποίο περιλαμβάνει πρόνοια για ειδοποίηση της έκδοσής του σε όλα τα επηρεαζόμενα από το διάταγμα πρόσωπα, που πληροφορούνται για το δικαίωμά τους να λάβουν δικαστικά μέτρα κατά του εν λόγω διατάγματος:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, οι αναφερόμενοι στην παρούσα παράγραφο λόγοι περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, το γεγονός της έναρξης στο κράτος έκδοσης ποινικής διαδικασίας ή την ύπαρξη εξέλιξης στη διερεύνηση ποινικής υπόθεσης που δυνατό να οδηγήσει σε ποινική διαδικασία, κατά την οποία ενδέχεται να εκδοθεί διάταγμα δήμευσης. (γ) Σε περίπτωση που - (i) το διάταγμα του Δικαστηρίου για εγγραφή και εκτέλεση απόφασης δέσμευσης εκδόθηκε πριν την έναρξη της ισχύος του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, (ii) έχουν παρέλθει πέραν των τριών (3) ετών από την ημερομηνία έκδοσής του, και (iii) δεν έχει εκδοθεί διάταγμα δήμευσης στο κράτος έκδοσης ή στην ξένη χώρα, το εν λόγω διάταγμα δύναται να ακυρωθεί από το Δικαστήριο σε περίπτωση που η Μονάδα εντός δύο (2) ετών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, δεν καταχωρίσει αίτηση στο Δικαστήριο για παράταση της ισχύος του, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων (α) και (β). (δ) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 72Α, σε περίπτωση που δεν παραταθεί η ισχύς του διατάγματος εγγραφής όπως προβλέπεται στις παραγράφους (α), (β) και (γ) η περιουσία που αποτελεί το αντικείμενο του διατάγματος ή της απόφασης δέσμευσης, αποδεσμεύεται ολόκληρη, κατά το δυνατό χωρίς να μειωθεί ή να επηρεαστεί η αξία ή το ύψος της με οποιοδήποτε τρόπο, προς όφελος του προσώπου στο όνομα του οποίου τηρείται.</p>\n<p class=\"lf-p\">58(I)/2010 18(I)/2016 13(I)/2018 Πολλαπλές αιτήσεις για εκτέλεση αποφάσεων δήμευσης 43Δ. - (1) Σε περίπτωση που η Μονάδα λάβει δύο ή περισσότερες αιτήσεις για εκτέλεση αποφάσεων δήμευσης οι οποίες- (α) αφορούν χρηματικό ποσό και έχουν εκδοθεί εις βάρος του ίδιου προσώπου και το εν λόγω πρόσωπο δεν έχει επαρκή μέσα στο έδαφος της Δημοκρατίας ώστε να είναι δυνατή η εκτέλεση όλων των αποφάσεων δήμευσης, ή (β) αφορούν το ίδιο περιουσιακό στοιχείο, τότε η Μονάδα αποφασίζει, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, ποιες αποφάσεις δήμευσης θα εκτελεστούν:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, κατά τη λήψη της πιο πάνω απόφασης, η Μονάδα μπορεί να λάβει υπόψη,μεταξύ άλλων, την ύπαρξη δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων, τη σχετική βαρύτητα και τον τόπο τέλεσης του αδικήματος που αφορά η κάθε απόφαση δήμευσης, τις ημερομηνίες των αντίστοιχων αποφάσεων δήμευσης και τις ημερομηνίες διαβίβασης αυτών.</p>\n<p class=\"lf-p\">58(I)/2010 Λόγοι άρνησης εκτέλεσης απόφασης δέσμευσης 43Ε. Απόφαση δέσμευσης δύναται να μην εκτελεστεί, εάν κατά την κρίση της Μονάδας ή του δικαστηρίου- (α) το πιστοποιητικό δεν έχει προσκομισθεί ή είναι ελλιπές ή προδήλως δεν αντιστοιχεί στην απόφαση δέσμευσης· (β) υφίσταται ασυλία ή προνόμιο που καθιστά αδύνατη την εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης· (γ) η εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης παραβιάζει την αρχή του δεδικασμένου· ή (δ) η απόφαση δέσμευσης αφορά πράξη η οποία κατά το δίκαιο της Δημοκρατίας δε συνιστά αδίκημα για το οποίο χωρεί δέσμευση.</p>\n<p class=\"lf-p\">58(I)/2010 Λόγοι άρνησης εκτέλεσης απόφασης δήμευσης 43ΣΤ. Απόφαση δήμευσης δύναται να μην εκτελεστεί, εάν κατά την κρίση της Μονάδας ή του δικαστηρίου ότι- (α) το πιστοποιητικό δεν έχει προσκομισθεί ή είναι ελλιπές ή προδήλως δεν αντιστοιχεί στην απόφαση δήμευσης· (β) υφίσταται ασυλία ή προνόμιο που καθιστά αδύνατη την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης· (γ) η εκτέλεση της απόφασης δήμευσης παραβιάζει την αρχή του δεδικασμένου· (δ) η απόφαση δήμευσης αφορά πράξη η οποία κατά το δίκαιο της Δημοκρατίας δε συνιστά αδίκημα για το οποίο χωρεί δήμευση· (ε) τα δικαιώματα οποιουδήποτε ενδιαφερομένου, περιλαμβανομένων των καλόπιστων τρίτων, που προβλέπονται από το δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθιστούν αδύνατη την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης, περιλαμβανομένης της περίπτωσης κατά την οποία αυτό είναι αποτέλεσμα εφαρμογής ένδικων μέσων που προβλέπονται με βάση το δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας· (στ) σύμφωνα με το πιστοποιητικό, το πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως κατά τη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης δήμευσης, εκτός εάν στο πιστοποιητικό αναφέρεται ότι το πρόσωπο, σύμφωνα με περαιτέρω δικονομικές απαιτήσεις που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους έκδοσης - (i) σε εύλογο χρόνο -</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">-</span>είτε είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης δήμευσης, είτε είχε με άλλα μέσα ενημερωθεί πραγματικά και επίσημα για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπο που να αποδεικνύεται με σαφήνεια ότι γνώριζε την προγραμματισμένη δίκη, και</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">-</span>είχε ενημερωθεί ότι η απόφαση δήμευσης μπορεί να εκδοθεί σε περίπτωση που το πρόσωπο δεν εμφανιστεί στη δίκη, ή (ii) γνώριζε την προγραμματισμένη δίκη και είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο, τον οποίον είτε το πρόσωπο είτε το κράτος διόρισε για να τον εκπροσωπήσει στη δίκη, και ότι όντως εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο αυτό στη δίκη, ή (iii) αφού του επιδόθηκε η απόφαση δήμευσης και αφού ενημερώθηκε ρητά για το δικαίωμά του να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, όπου δικαιούται να παρίσταται, και ότι η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων θα επανεξεταστεί, και ότι η δίκη μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης -</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">-</span>δήλωσε ρητά ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση δήμευσης, ή</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">-</span>δεν ζήτησε να δικαστεί εκ νέου ή δεν άσκησε ένδικο μέσο εντός της ισχύουσας προθεσμίας. (ζ) η απόφαση δήμευσης αφορά αδικήματα τα οποία θεωρούνται ότι έχουν διαπραχθεί εν όλω ή μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή εκτός του εδάφους του κράτους έκδοσης.</div>\n<p class=\"lf-p\">58(I)/2010 184(Ι)/2014 18(I)/2016 Προθεσμία για προσκόμιση ή συμπλήρωση του πιστοποιητικού 43Ζ. Το δικαστήριο ή η Μονάδα δύναται, στην περίπτωση μη προσκόμισης ή την περίπτωση προσκόμισης ελλειπούς πιστοποιητικού, να θέτει προθεσμία για την προσκόμιση, τησυμπλήρωση ή τη διόρθωση του ή να αποδέχεται ισοδύναμο έγγραφο.</p>\n<p class=\"lf-p\">58(I)/2010 Κοινοποίηση απόφασης άρνησης ή αδυναμίας εκτέλεσης 43Η.-(1) Σε περίπτωση που λαμβάνεται απόφαση άρνησης εκτέλεσης απόφασης δέσμευσης ή απόφασης δήμευσης, η Μονάδα κοινοποιεί αμέσως και εγγράφως την απόφαση αυτή στιςαρμόδιες δικαστικές αρχές του κράτους έκδοσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Εάν απόφαση δέσμευσης ή απόφαση δήμευσης είναι πρακτικά αδύνατον να εκτελεστεί διότι- (α) στην περίπτωση απόφασης δήμευσης, τα περιουσιακά στοιχεία έχουν ήδη δημευθεί ή έχουν εξαφανιστεί ή έχουν καταστραφεί ή δεν ανευρίσκονται στον τόπο που αναφέρεται στο πιστοποιητικό ή ο τόπος του περιουσιακού στοιχείου δεν προσδιορίζεται επακριβώς, ακόμα και μετά από διαβούλευση με το κράτος έκδοσης, ή (β) στην περίπτωση απόφασης δέσμευσης τα περιουσιακά ή αποδεικτικά στοιχεία έχουν εξαφανιστεί, ή έχουν καταστραφεί ή δεν ανευρίσκονται στον τόπο που αναφέρεται στο Πιστοποιητικό που συνοδεύει την αίτηση για εκτέλεση, ή ο τόπος των περιουσιακών ή αποδεικτικών στοιχείων δεν προσδιορίζεται επακριβώς, ακόμα και μετά από διαβούλευση με το κράτος έκδοσης, η Μονάδα ενημερώνει αμέσως τις αρμόδιες δικαστικές αρχές του κράτους έκδοσης.</div>\n<p class=\"lf-p\">58(I)/2010 Λόγοι αναβολής εκτέλεσης απόφασης δέσμευσης 43Θ.-(1) Η εκτέλεση απόφασης δέσμευσης μπορεί να αναβληθεί από το δικαστήριο ή τη Μονάδα στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Όταν η εκτέλεσή της μπορεί να παραβλάψει διεξαγόμενη ποινική έρευνα και για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται εύλογο∙ (β) όταν τα περιουσιακά ή τα αποδεικτικά στοιχεία που αφορά υπόκεινται ήδη σε απόφαση δέσμευσης στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας που εκκρεμεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ή σε ξένη χώρα ή σε κράτος μέλος και μέχρις ότου αρθεί η σχετική απόφαση δέσμευσης:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ο όρος «ξένη χώρα» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το άρθρο 37 του παρόντος Νόμου· (γ) σε περίπτωση που η απόφαση δέσμευσης αφορά δέσμευση περιουσιακών στοιχείων στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας που έχει σκοπό τη μεταγενέστερη δήμευση αυτών, όταν τα περιουσιακά αυτά στοιχεία ήδη αποτελούν αντικείμενο απόφασης που έχει ληφθεί σταπλαίσια άλλης ποινικής διαδικασίας στην Δημοκρατία και έως ότου αρθεί η απόφαση αυτή.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η Μονάδα διαβιβάζει αμέσως στην αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης γραπτή έκθεση σχετικά με την αναβολή εκτέλεσης της απόφασης δέσμευσης, η οποία αναφέρει τους λόγους της αναβολής και, όπου είναι δυνατόν, την προβλεπόμενη διάρκειά της.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Μόλις παύσει να υφίσταται ο λόγος αναβολής, η Μονάδα λαμβάνει αμέσως τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης και ενημερώνει εγγράφως την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης.</div>\n<p class=\"lf-p\">58(I)/2010 Λόγοι αναβολής εκτέλεσης απόφασης δήμευσης 43Ι.-(1) Η εκτέλεση απόφασης δήμευσης μπορεί να αναβληθεί από το δικαστήριο ή τη Μονάδα, στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Όταν αφορά χρηματικό ποσό και κρίνεται ότι υπάρχει κίνδυνος η συνολική αξία που προέρχεται από την εκτέλεσή της να υπερβεί το ποσό που αναφέρεται σε αυτή, λόγω ταυτόχρονης εκτέλεσήτης σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη∙ (β) όταν έχουν ασκηθεί ένδικα μέσα κατά της εν λόγω απόφασης∙ (γ) όταν η εκτέλεσή της μπορεί να παραβλάψει διεξαγόμενη ποινική έρευνα ή διαδικασία και για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται εύλογο· (δ) όταν κρίνεται αναγκαίο η απόφαση, ή μέρος αυτής, να μεταφραστεί και για το χρονικό διάστημα που απαιτείται έως ότου να ετοιμαστεί η μετάφραση∙ ή (ε) όταν έχει ήδη κινηθεί διαδικασία δήμευσης στη Δημοκρατία για τα περιουσιακά στοιχεία που αφορά.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η Μονάδα, κατά τη διάρκεια της αναβολής, λαμβάνει όλα τα μέτρα τα οποία θα ελάμβανε σε οποιαδήποτε παρόμοια υπόθεση που εκδικάζεται στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να διασφαλιστεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία αφορά η απόφαση δήμευσης παραμένουν διαθέσιμα για την εκτέλεσή της.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Μονάδα αποστέλλει αμέσως στην αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης γραπτή έκθεση σχετικά με την αναβολή εκτέλεσης απόφασης δήμευσης, η οποία αναφέρει τους λόγους της αναβολής και, όπου είναι δυνατόν, την προβλεπόμενη διάρκειά της.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Μόλις παύσει να υφίσταται ο λόγος αναβολής, η Μονάδα λαμβάνει αμέσως τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης καιενημερώνει εγγράφως την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης.</div>\n<p class=\"lf-p\">58(I)/2010 Συνέπεια εγγραφής 43ΙΑ.-(1) Απόφαση δέσμευσης ή απόφαση δήμευσης, που εγγράφεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 43Γ, καθίσταται εκτελεστή ως εάν επρόκειτο για διάταγμα που εκδόθηκε από αρμόδιο δικαστήριο της Δημοκρατίας, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η εκτέλεση απόφασης δέσμευσης ή απόφασης δήμευσης γνωστοποιείται αμέσως από τη Μονάδα στην αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης εγγράφως.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Εάν η απόφαση δέσμευσης αφορά δέσμευση αποδεικτικών στοιχείων, τότε παραμένει σε ισχύ, μέχρι τη μεταφορά των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων στο κράτος έκδοσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Χρήματα που έχουν εισπραχθεί από εκτέλεση απόφασης δήμευσης διατίθενται από τη Δημοκρατία ως εξής: (α) Εάν το ποσό που προέκυψε από την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης είναι μικρότερο των δέκα χιλιάδων ευρώ (€10,000) ή του ισοδύναμου ποσού σε άλλο νόμισμα, το ποσό αυτό περιέρχεται στη Δημοκρατία, (β) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις η Δημοκρατία μεταβιβάζει στο κράτος έκδοσης το πενήντα τοις εκατό (50%) του ποσού και το υπόλοιπο κατατίθεται στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, εάν ζητηθεί από το κράτος έκδοσης, χρηματικό ποσό που δημεύεται ή που εισπράττεται από την εκτέλεση διατάγματος δήμευσης δύναται να επιστραφεί στον νόμιμο δικαιούχο ή στο θύμα του ποινικού αδικήματος σε σχέση με το οποίο εκδόθηκε το διάταγμα δήμευσης, όπως αυτό θα συμφωνηθεί μεταξύ των αρμόδιων αρχών τους κράτους έκδοσης και της Δημοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Μη χρηματικά περιουσιακά στοιχεία που προέκυψαν από την εκτέλεση απόφασης δήμευσης διατίθενται ως εξής: (α) Τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία πωλούνται και οι εισπράξεις από την πώληση διατίθενται σύμφωνα με το εδάφιο (4) του παρόντος άρθρου, ή (β) εάν τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία δεν μπορούν να πωληθούν, τότε αυτά διατίθενται με άλλο τρόπο όπως προβλέπεται από την υφιστάμενη νομοθεσία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει η αξία της δημευθείσας περιουσίας να υπερβαίνει το ποσό το οποίο αναφέρεται στην απόφαση δήμευσης προς είσπραξη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου (5),η Δημοκρατία δεν υποχρεούται να εκποιήσει ή να επιστρέψει στο κράτος έκδοσης περιουσιακά στοιχεία που καλύπτονται από την απόφαση δήμευσης της οποίας ζητείται η εκτέλεση, όταν αυτά αποτελούν πολιτιστικά αγαθά που ανήκουν στην εθνική πολιτιστική κληρονομιά της:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, ο όρος «πολιτιστικό αγαθό» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό η παράγραφος 1 του άρθρου 1 της Οδηγίας 93/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ηςΜαρτίου 1993, σχετικά με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που έχουν παράνομα απομακρυνθεί από το έδαφος κράτους μέλους.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Σε περίπτωση εγγραφής απόφασης δήμευσης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αυτή εκτελείται από τη Μονάδα, εάν εντός έξι (6) εβδομάδων από την ημερομηνία που λήφθηκε ειδοποίηση από τα επηρεαζόμενα από την απόφαση πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (5) του άρθρου 43Γ, τα εν λόγω πρόσωπα δεν έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο για την ακύρωση ή τον παραμερισμό του διατάγματος εγγραφής:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση που δεν καταστεί δυνατό να δοθεί η ειδοποίηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (5) του άρθρου 43Γ, η Μονάδα δύναται να δημοσιεύσει την ειδοποίηση στην επίσημη ιστοσελίδα της για τριάντα (30) συνεχόμενες ημέρες:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που δεν καταστεί δυνατό να δοθεί η ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο (5) του άρθρου 43Γ ή που δεν εντοπίζονται τα επηρεαζόμενα από την απόφαση πρόσωπα, παρ’ όλο που καταβλήθηκαν εύλογες προσπάθειες και έχουν παρέλθει πέραν των τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία της ανάρτησης της δημοσίευσης στην επίσημη ιστοσελίδα της Μονάδας, το διάταγμα δήμευσης εκτελείται αμέσως από τη Μονάδα.</p>\n<p class=\"lf-p\">58(I)/2010 13(I)/2018 13(I)/2021 40(I)/2022 Διακοπή εκτέλεσης απόφασης δήμευσης 43ΙΒ. Η Μονάδα λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για τη διακοπή εκτέλεσης απόφασης δήμευσης μόλις ενημερωθεί εγγράφως από την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης για οποιαδήποτε απόφαση ή μέτρο, συνεπεία του οποίου η απόφαση δήμευσης παύει να είναι εκτελεστή ή αφαιρείται από την αρμοδιότητα της Δημοκρατίας για οποιοδήποτε λόγο.</p>\n<p class=\"lf-p\">58(I)/2010 Ακύρωση εγγραφής 43ΙΓ. (1) Το δικαστήριο ακυρώνει εγγραφή απόφασης δέσμευσης ή απόφασης δήμευσης αν αποδειχθεί ότι υπήρξε συμμόρφωση προς την εν λόγω απόφαση - (α) με την πληρωμή του ποσού του οφειλόμενου δυνάμει της απόφασης δέσμευσης ή της απόφασης δήμευσης· ή (β) με οποιοδήποτε άλλο τρόπο που τυχόν προβλέπεται στη νομοθεσία του κράτους έκδοσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το δικαστήριο δύναται να ακυρώσει εγγραφή διατάγματος δέσμευσης εάν μέσα σε λογική χρονική περίοδο δεν έχει αρχίσει η ποινική διαδικασία ή δεν υπήρξε εξέλιξη στη διερεύνηση της ποινικής υπόθεσης δυνάμενη να οδηγήσει σε ποινική διαδικασία κατά την οποία ενδέχεται να εκδοθεί διάταγμα δήμευσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που κατατίθεται αίτηση για ακύρωση της εγγραφής του διατάγματος δέσμευσης δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) ενημερώνεται προηγουμένως το κράτος έκδοσης το οποίο έχει τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.</div>\n<p class=\"lf-p\">58(I)/2010 18(I)/2016 Δεσμευτικότητα απόφασης δέσμευσης ή απόφαση δήμευσης 43ΙΔ.– (1) Απόφαση δέσμευσης ή απόφαση δήμευσης δύναται να τροποποιηθεί ή να αναθεωρηθεί μόνο από δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το δικαστήριο, κατά την άσκηση των εξουσιών που του παρέχει το άρθρο 43ΙΑ, καθώς επίσης και άλλων εξουσιών σχετικών με την εκτέλεση απόφασης δέσμευσης ή απόφασης δήμευσης, δεσμεύεται από τα ευρήματα γεγονότων στην έκταση που αναφέρονται στην καταδίκη ή την απόφαση δικαστηρίου ή δικαστικής αρχής του κράτους έκδοσης ή στην έκταση που η καταδίκη ή η δικαστική απόφαση βασίζεται κατ’ αναγκαίο συμπέρασμα στα γεγονότα αυτά.</div>\n<p class=\"lf-p\">58(I)/2010 Νόμισμα απόφασης δέσμευσης ή απόφασης δήμευσης 43ΙΕ. Σε περίπτωση που στην απόφαση δέσμευσης ή στην απόφαση δήμευσης γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο ποσό προς είσπραξη σε νόμισμα άλλης χώρας, το ποσό αυτό μετατρέπεται στο ανάλογο ποσό στο νόμισμα της Δημοκρατίας χρησιμοποιώντας την ισοτιμία που ίσχυε όταν υποβλήθηκε η αίτηση για εκτέλεση.</p>\n<p class=\"lf-p\">58(I)/2010 Εφαρμογή διατάξεων του παρόντος Νόμου στις περιπτώσεις απόφασης δέσμευσης και απόφασης δήμευσης 43ΙΣΤ.-(1) Οι διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) και των εδαφίων (7), (8), (10) και (11) του άρθρου 14, των εδαφίων (9), (10), (11), (11Α) και (11Β) του άρθρου 15 και των άρθρων 17, 18, 19, 20, 22 και 23 εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις απόφασης δέσμευσης ή απόφασης δήμευσης, που εκτελούνται σύμφωνα με το Μέρος IVA ή το Μέρος IVB.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Αν, κατόπιν αίτησης από ή εκ μέρους του κράτους έκδοσης, το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι στο κράτος αυτό άρχισε αλλά δεν περατώθηκε διαδικασία κατά την οποία ενδέχεται να εκδοθεί απόφαση δέσμευσης ή απόφαση δήμευσης εκδίδει διάταγμα δέσμευσης ή επιβάρυνσης, εφαρμόζοντας τα άρθρα 14 και 15 του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">58(I)/2010 18(I)/2016 40(I)/2022 Επιστροφή καταβληθέντων ποσών 43ΙΖ. Εάν η Δημοκρατία ευθύνεται, για ζημιά που προκλήθηκε σε οποιοδήποτε επηρεαζόμενο πρόσωπο λόγω της εκτέλεσης απόφασης δέσμευσης ή απόφασης δήμευσης ζητά από το κράτος έκδοσης να επιστρέψει στη Δημοκρατίατυχόν ποσά που καταβλήθηκαν ως αποζημίωση για την προαναφερόμενη ζημιά εκτός εάν και στο βαθμό που, η ζημιά οφείλεται αποκλειστικά σε ενέργειές της.</p>\n<p class=\"lf-p\">58(I)/2010 ΜΕΡΟΣ IVB ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (ΕΕ) ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΕΕ) 2018/1805 Ερμηνεία για σκοπούς του παρόντος Μέρους 43ΙΗ.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, εκτός αν από το κείμενο του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1805 προκύπτει διαφορετική έννοια- «Δικαστήριο» σημαίνει- (α) Κακουργιοδικείο ή Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την άσκηση της ποινικής του δικαιοδοσίας όταν η Δημοκρατία ενεργεί ως αρχή έκδοσης, και (β) Πρόεδρο ή Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας όταν η Δημοκρατία ενεργεί ως αρχή εκτέλεσης∙ «Κεντρική Αρχή» σημαίνει την αρχή που είναι αρμόδια για διαβίβαση και παραλαβή των πιστοποιητικών δέσμευσης και δήμευσης∙ «Κανονισμός» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1805 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Νοεμβρίου 2018 σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων δέσμευσης και δήμευσης».</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οποιοιδήποτε όροι περιέχονται στο παρόν Μέρος και δεν ορίζονται ειδικά σε αυτό, έχουν την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς από τον Κανονισμό.</div>\n<p class=\"lf-p\">13(I)/2021 Εφαρμογή του παρόντος Μέρους 43ΙΘ. Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται στη Δημοκρατία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Κανονισμού.</p>\n<p class=\"lf-p\">13(I)/2021 Αρμόδιες αρχές και Κεντρική Αρχή 43Κ.-(1) Αρμόδια αρχή έκδοσης στη Δημοκρατία για σκοπούς εφαρμογής του Κανονισμού ορίζεται- (α) σε σχέση με αποφάσεις δέσμευσης- (i) το Δικαστήριο για σκοπούς έκδοσης της απόφασης, (ii) η Μονάδα, η οποία ενεργεί εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τις υποχρεώσεις που επιβάλει ο Κανονισμός προς το κράτος μέλος εκτέλεσης, (β) σε σχέση με αποφάσεις δήμευσης, η Μονάδα, η οποία είναι αρμόδια να εκτελεί απόφαση δήμευσης που έχει εκδοθεί από το Δικαστήριο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Αρμόδια αρχή εκτέλεσης για σκοπούς εφαρμογής του Κανονισμού ορίζεται- (α) το Δικαστήριο, το οποίο διατάσσει την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης ή απόφασης δήμευσης, μέσω της εγγραφής της απόφασης στη Δημοκρατία, (β) η Μονάδα, η οποία ενεργεί εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα- (i) για σκοπούς υποβολής της απόφασης δέσμευσης ή δήμευσης ενώπιον του Δικαστηρίου για την αναγνώριση και εκτέλεσή της μέσω της εγγραφής της απόφασης στη Δημοκρατία, (ii) για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης, (iii) για τις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο Κανονισμός προς το κράτος μέλος έκδοσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κεντρική Αρχή ορίζεται η Μονάδα.</div>\n<p class=\"lf-p\">13(I)/2021 40(I)/2022 Υποχρέωση ενημέρωσης θιγόμενων προσώπων 43ΚΑ.-(1) Τηρούμενων των διατάξεων του άρθρου 32 του Κανονισμού, το Δικαστήριο ως αρχή εκτέλεσης δίδει οδηγίες όπως ενημερωθεί κάθε θιγόμενο πρόσωπο, για την έκδοση του διατάγματος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Θιγόμενο πρόσωπο δύναται να ενημερωθεί, μεταξύ άλλων, με ένα ή περισσότερους από τους ακόλουθους τρόπους: (α) Διά συστημένου ταχυδρομείου ή υπηρεσίας ταχυμεταφορών στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση∙ (β) μέσω των αρμοδίων αρχών του κράτους έκδοσης ή οποιουδήποτε άλλου κράτους που δύναται να συνδράμει στη διαβίβαση της ενημέρωσης∙ (γ) μέσω οποιουδήποτε ηλεκτρονικού μέσου ή μέσω άλλου τρόπου ευλόγως προσφερομένου από την εκάστοτε τεχνολογία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που, παρ’ όλο που καταβλήθηκαν εύλογες προσπάθειες, δεν κατέστη δυνατό να επιτευχθεί η ενημέρωση θιγόμενου προσώπου όπως προβλέπεται στις διατάξεις του εδαφίου (2), η Μονάδα προχωρεί σε δημοσίευση της ενημέρωσης στην επίσημη ιστοσελίδα της για τριάντα (30) συνεχόμενες ημέρες.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η απόφαση Δήμευσης εκτελείται από τη Μονάδα εάν- (α) εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία που λήφθηκε η ενημέρωση, το θιγόμενο πρόσωπο δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για την ακύρωση ή τον παραμερισμό του διατάγματος για αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης δήμευσης, (β) εντός τριάντα (30) ημερών από την πρώτη ημέρα της προβλεπόμενης στο εδάφιο (3) ανάρτησης της δημοσίευσης, το θιγόμενο πρόσωπο δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για την ακύρωση ή τον παραμερισμό του διατάγματος για αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης δήμευσης.</div>\n<p class=\"lf-p\">13(I)/2021 Μεταβατικές διατάξεις 43ΚΒ.-(1) Για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος Μέρους, σε περίπτωση που οποιοδήποτε θέμα δεν ρυθμίζεται στον Κανονισμό ή στο παρόν Μέρος, εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν οι διατάξεις του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται στα πιστοποιητικά δέσμευσης και στα πιστοποιητικά δήμευσης τα οποία διαβιβάζονται προς ή από τη Δημοκρατία κατά ή μετά την 19η Δεκεμβρίου 2020.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Τα πιστοποιητικά δέσμευσης και τα πιστοποιητικά δήμευσης τα οποία διαβιβάζονται προς ή από τη Δημοκρατία πριν από τη 19η Δεκεμβρίου 2020, καθώς και τα πιστοποιητικά που διαβιβάζονται είτε από τη Δημοκρατία προς κράτος μέλος που δεν συμμετέχει στον Κανονισμό είτε από τέτοιο κράτος μέλος προς τη Δημοκρατία, εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις του Μέρους IVA.</div>\n<p class=\"lf-p\">13(I)/2021</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ V ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Ερμηνεία όρων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-44\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 44</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">44.</span>Για σκοπούς του παρόντος Μέρους- \"πληροφορία\" σημαίνει κάθε μορφής γραπτή ή προφορική πληροφορία ή έγγραφα, και περιλαμβάνει πληροφορία που δυνατό να είναι καταχωρημένη σε ηλεκτρονικό υπολογιστή· \"προνομιούχα πληροφορία\" σημαίνει- (α) Επικοινωνία μεταξύ δικηγόρου και πελάτη για σκοπούς παροχής νομικής συμβουλής ή για την παροχή επαγγελματικών υπηρεσιών σχετικά με οποιαδήποτε νομική διαδικασία είτε αυτή άρχισε είτε όχι, η αποκάλυψη της οποίας σε οποιαδήποτε νομική διαδικασία προστατεύεται από το προνόμιο της εμπιστευτικότητας σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι επικοινωνία μεταξύ δικηγόρου και πελάτη με σκοπό τη διάπραξη καθορισμένου αδικήματος δε συνιστά προνομιούχα πληροφορία˙ (β) οποιαδήποτε άλλη πληροφορία η οποία δε γίνεται αποδεκτή ενώπιον δικαστηρίου για λόγους προστασίας του δημόσιου συμφέροντος σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.</p>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007 18(I)/2016 Διάταγμα αποκάλυψης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-45\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 45</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">45.</span>(1) Άνευ επηρεασμού των διατάξεων άλλων Νόμων, σε σχέση με τη λήψη πληροφοριών ή εγγράφων κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής ανακρίσεων για το ενδεχόμενο διάπραξης αδικημάτων, για σκοπούς ανάλυσης χρηματοοικονομικών συναλλαγών ή έρευνας σχετικά με τη διάπραξη καθορισμένων αδικημάτων ή σχετικά με έρευνα για διακρίβωση εσόδων ή μέσων, περιλαμβανομένου του εντοπισμού άλλων συναφών περιουσιακών στοιχείων για σκοπό δέσμευσης και/ή δήμευσης, το δικαστήριο δύναται κατόπιν μονομερούς αίτησης του ανακριτή της υπόθεσης να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος Μέρους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για σκοπούς του παρόντος άρθρου έρευνα περιλαμβάνει και έρευνα που διεξάγεται στο εξωτερικό και ανακριτής της υπόθεσης σε σχέση με έρευνα που διεξάγεται στο εξωτερικό περιλαμβάνει οποιοδήποτε ανακριτή δυνάμει του σχετικού νόμου της Δημοκρατίας ο οποίος συνεργάζεται με τον ανακριτή της υπόθεσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται διάταγμα αποκάλυψης δυνάμει του άρθρου 46 έχει υποχρέωση να γνωστοποιεί πάραυτα στον ανακριτή και οποιαδήποτε μεταγενέστερη αλλαγή στις πληροφορίες που έχουν ήδη παρασχεθεί δυνάμει του άρθρου αυτού και/ή οποιεσδήποτε μεταγενέστερες πληροφορίες που αφορούν το αντικείμενο του διατάγματος αποκάλυψης.</div>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007 192(Ι)/2012 18(I)/2016 13(I)/2018 Προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-46\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 46</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">46.</span>(1) Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβάλλεται αίτηση για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης δύναται, αν πεισθεί ότι συντρέχουν οι αναφερόμενες στο εδάφιο (2) προϋποθέσεις, να εκδώσει διάταγμα το οποίο καλείται διάταγμα αποκάλυψης, απευθυνόμενο προς το πρόσωπο το οποίο, κατά την άποψή του, έχει στην κατοχή του την πληροφορία που αναφέρεται στην αίτηση με το οποίο καλεί το εν λόγω πρόσωπο όπως αποκαλύψει ή παραδώσει την πληροφορία στον ανακριτή ή/και σε άλλο κατονομαζόμενο στο διάταγμα πρόσωπο μέσα σε επτά ημέρες ή μέσα σε άλλη μεγαλύτερη ή μικρότερη προθεσμία την οποία ήθελε ορίσει το δικαστήριο στο διάταγμα αν ήθελε κρίνει αυτό υπό τις περιστάσεις σκόπιμο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) είναι οι ακόλουθες - (α) (i) Η ύπαρξη εύλογης υποψίας ότι συγκεκριμένο πρόσωπο διέπραξε ή έχει ωφεληθεί από τη διάπραξη καθορισμένου αδικήματος, ή η ύπαρξη χρηματοοικονομικής συναλλαγής η οποία δημιουργεί εύλογη υποψία ότι πρόσωπο ενέχεται σε αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας ή ότι η συναλλαγή ενδέχεται να σχετίζεται με τέτοια αδικήματα˙ (ii) [Διαγράφηκε]˙ (β) η ύπαρξη εύλογης υποψίας ότι η εν λόγω πληροφορία είτε μόνη της είτε σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία ενδέχεται να είναι ουσιαστικής σημασίας στις έρευνες για τις οποίες έχει υποβληθεί η αίτηση για αποκάλυψη˙ (γ) το ότι η πληροφορία δεν εμπίπτει στην κατηγορία των προνομιούχων πληροφοριών˙ (δ) η ύπαρξη εύλογης αιτίας ότι είναι προς το δημόσιο συμφέρον να παρασχεθεί ή να αποκαλυφθεί η πληροφορία, λαμβανομένου υπόψη- (i) του οφέλους το οποίο ενδέχεται να προκύψει για την έρευνα από την αποκάλυψη ή παροχή της εν λόγω πληροφορίας˙ και (ii) των συνθηκών κατοχής της εν λόγω πληροφορίας από τον κάτοχό της.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το διάταγμα αποκάλυψης- (α) Εκδίδεται και σε σχέση με πληροφορία που βρίσκεται στην κατοχή κρατικού λειτουργού˙ (β) εφαρμόζεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε νομική ή άλλη διάταξη δυνάμει της οποίας δημιουργείται υποχρέωση για τήρηση μυστικότητας ή επιβάλλονται οποιοιδήποτε περιορισμοί στην αποκάλυψη πληροφορίας˙ (γ) δεν παρέχει δικαίωμα αποκάλυψης ή παράδοσης πληροφοριών οι οποίες είναι προνομιούχες˙ (δ) επιδίδεται μόνον στο πρόσωπο το οποίο έχει στην κατοχή του την πληροφορία που αναφέρεται στην αίτηση.</div>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007 192(Ι)/2012 18(I)/2016 13(I)/2018 Πληροφορίες από ηλεκτρονικό υπολογιστή</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-47\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 47</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">47.</span>Στις περιπτώσεις όπου η αιτούμενη πληροφορία περιέχεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή τότε- (α) Αν με το σχετικό διάταγμα διατάσσεται η αποκάλυψή της, η εντολή εκτελείται σε ορατή και αναγνώσιμη μορφή. (β) αν με το σχετικό διάταγμα διατάσσεται η παράδοση της πληροφορίας στον ανακριτή ή άλλο πρόσωπο, η εντολή εκτελείται ως εντολή για την παράδοση της πληροφορίας σε ορατή, αναγνώσιμη και φορητή μορφή.</div>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007 Αδικήματα σε σχέση με αποκάλυψη πληροφοριών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-48\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 48</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">48.</span>(1) Υπόχρεη οντότητα, διευθυντής ή υπάλληλος αυτής δεν γνωστοποιεί στον οικείο πελάτη ή σε τρίτο πρόσωπο το γεγονός ότι διαβιβάστηκαν, διαβιβάζονται ή θα διαβιβαστούν πληροφορίες σχετικά με ύποπτες συναλλαγές στη Μονάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69 ή ότι διεξάγεται ή δυνατό να διεξαχθεί ανάλυση τέτοιων πληροφοριών ή ύποπτων συναλλαγών, όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Δεν επιτρέπεται οποιοδήποτε πρόσωπο να προβεί σε οποιαδήποτε αποκάλυψη η οποία δυνατό να παρεμποδίσει ή να επηρεάσει δυσμενώς ανακρίσεις και έρευνες που διεξάγονται σχετικά με τη διακρίβωση εσόδων ή με τη διάπραξη καθορισμένων αδικημάτων, ενώ γνωρίζει ή έχει υποψίες ότι διεξάγονται οι εν λόγω ανακρίσεις και έρευνες:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση που πρόσωπο το οποίο ασκεί την επαγγελματική δραστηριότητα ελεγκτή ή εξωτερικού λογιστή ή ανεξάρτητου επαγγελματία νομικού επιχειρεί να αποτρέψει πελάτη από το να εμπλακεί σε παράνομη δραστηριότητα, αυτό δεν λογίζεται ως αποκάλυψη πληροφοριών κατά την έννοια του παρόντος άρθρου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος άρθρου διαπράττει ποινικό αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες ευρώ (€50.000) ή/και στις δύο αυτές ποινές.</div>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007 58(I)/2010 13(I)/2018 Εξαίρεση από την απαγόρευση αποκάλυψης πληροφοριών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-49\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 49</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">49.</span>(1) Η προβλεπόμενη στο άρθρο 48 απαγόρευση αποκάλυψης πληροφοριών δεν εμποδίζει τη γνωστοποίηση μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών που βρίσκονται σε κράτη μέλη, υπό τον όρο να ανήκουν στον ίδιο όμιλο ή μεταξύ των εν λόγω οντοτήτων και των υποκαταστημάτων τους και των θυγατρικών που ευρίσκονται σε τρίτη χώρα, των οποίων το ιδιοκτησιακό καθεστώς έχουν κατά πλειοψηφία, εφόσον τα εν λόγω υποκαταστήματα και οι εν λόγω θυγατρικές συμμορφώνονται πλήρως προς τις πολιτικές και τις διαδικασίες που ισχύουν σε επίπεδο ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών για την ανταλλαγή πληροφοριών εντός του ομίλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68Α, και εφόσον οι εν λόγω πολιτικές και διαδικασίες ομίλου πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στην Οδηγία της Ε.Ε.:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι η ανταλλαγή πληροφοριών αναφορικά με υπόνοιες ότι τα κεφάλαια αποτελούν προϊόντα παράνομων δραστηριοτήτων ή σχετίζονται με τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας που αναφέρονται στη Μονάδα αποτελούν αντικείμενο ανταλλαγής εντός του ομίλου, εκτός εάν η Μονάδα υποδείξει διαφορετικά.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η προβλεπόμενη στο άρθρο 48 απαγόρευση αποκάλυψης πληροφοριών δεν εμποδίζει τη γνωστοποίηση μεταξύ προσώπων που ασκούν επαγγελματικές δραστηριότητες ελεγκτών, εξωτερικών λογιστών, φορολογικών συμβούλων και ανεξάρτητων επαγγελματιών νομικών ή οντοτήτων από τρίτες χώρες που επιβάλλουν απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες της Οδηγίας της Ε.Ε., τα οποία ασκούν τις επαγγελματικές δραστηριότητές τους, υπό οποιαδήποτε μορφή ενασχόλησης ή συνεργασίας, εντός του ίδιου νομικού προσώπου ή της ευρύτερης δομής στην οποία υπάγεται το νομικό πρόσωπο και η οποία διαθέτει κοινό ιδιοκτησιακό καθεστώς, διοίκηση ή έλεγχο της συμμόρφωσης προς τις σχετικές διατάξεις.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περιπτώσεις που αφορούν τον ίδιο πελάτη και την ίδια συναλλαγή, στην οποία συμμετέχουν δύο ή περισσότερες από τις αναφερόμενες στα εδάφια (1) και (2) υπόχρεες οντότητες, η προβλεπόμενη στο άρθρο 48 απαγόρευση αποκάλυψης πληροφοριών δεν εμποδίζει τη γνωστοποίηση μεταξύ των σχετικών υπόχρεων οντοτήτων, υπό την προϋπόθεση ότι προέρχονται από κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα που επιβάλλει απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες της Οδηγίας της Ε.Ε., και ότι ανήκουν στον ίδιο επαγγελματικό κλάδο και υπόκεινται σε υποχρεώσεις όσον αφορά το επαγγελματικό απόρρητο και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Γνωστοποίηση και ανταλλαγή πληροφοριών που γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (1), (2) και (3) δεν λογίζεται ως παραβίαση οποιουδήποτε συμβατικού ή άλλου νομικού περιορισμού στην αποκάλυψη πληροφοριών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η προβλεπόμενη στο άρθρο 48 απαγόρευση αποκάλυψης πληροφοριών δεν εφαρμόζεται σε σχέση με γνωστοποίηση στις αρμόδιες Εποπτικές Αρχές, ή γνωστοποίηση για σκοπούς επιβολής του νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007 13(I)/2018 13(I)/2021</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ VI ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Διεξαγωγή συνοπτικής έρευνας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-50\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 50</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">50.</span>(1) Η διαδικασία έρευνας που ακολουθείται δυνάμει του παρόντος Μέρους αποκαλείται συνοπτική διαδικασία και αφορά τις περιπτώσεις όπου το είδος ή ύψος του οφέλους δύναται ευχερέστερο να συναχθεί από ανάλυση της οικονομικής κατάστασης του κατηγορουμένου και της οικογένειάς του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τους σκοπούς του Μέρους οι φράσεις- \"οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου\" περιλαμβάνει τα εισοδήματα του κατηγορουμένου από οποιαδήποτε πηγή και όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία την οποία είχε ή απέκτησε τα τελευταία έξι χρόνια πριν από την καταδίκη του˙ \"οικογένεια του κατηγορουμένου\" περιλαμβάνει τον πατέρα, τη μητέρα, τη σύζυγο και τους κατιόντες του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η έρευνα που αναφέρεται στο Μέρος αυτό διενεργείται κατόπιν αίτησης του Γενικού Εισαγγελέα όταν το δικαστήριο το οποίο έχει καταδικάσει πρόσωπο για οποιοδήποτε γενεσιουργό αδίκημα πιστεύει ότι συντρέχουν λόγοι για τη διεξαγωγή έρευνας με σκοπό την επιβολή ανάλογης χρηματικής ποινής σε σχέση με τα έσοδα που ο κατηγορούμενος δυνατό να είχε από τη διάπραξη του αδικήματος.</div>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007 Ακολουθούμενη διαδικασία</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-51\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 51</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">51.</span>Η συνοπτική έρευνα διεξάγεται βάσει των προϋποθέσεων του άρθρου 6 και σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις: (α) Το δικαστήριο καλεί τον κατηγορούμενο να δώσει λεπτομέρειες για οποιοδήποτε θέμα σχετικό με την επιβολή της ποινής, περιλαμβανομένης της οικονομικής του κατάστασης όπως και της οικονομικής κατάστασης της οικογένειάς του. Οι λεπτομέρειες πρέπει να συνοδεύονται από αποδείξεις, τίτλους και άλλα έγγραφα τα οποία επιβεβαιώνουν την ορθότητά τους˙ (β) η εξέταση του κατηγορουμένου γίνεται από το δικαστήριο μέσω του οποίου υποβάλλονται ερωτήσεις από την κατηγορούσα αρχή και από το δικηγόρο του κατηγορουμένου. Το δικαστήριο δύναται να επιτρέψει, αν το κρίνει σκόπιμο, την αντεξέταση του κατηγορουμένου από την κατηγορούσα αρχή και την επανεξέτασή του από το δικηγόρο του˙ (γ) ο κατηγορούμενος μετά την εξέτασή του από το δικαστήριο δύναται να καλέσει μάρτυρες και να προσαγάγει μαρτυρία προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Ακολούθως η κατηγορούσα αρχή δύναται να καλέσει μάρτυρες και να προσαγάγει μαρτυρία προς αντίκρουση των ισχυρισμών του κατηγορουμένου˙ (δ) οι μάρτυρες οι οποίοι καλούνται να καταθέσουν με βάση τις διατάξεις της παραγράφου (γ) αντεξετάζονται και επανεξετάζονται ως να επρόκειτο για μάρτυρες σε ποινική διαδικασία˙ (ε) αν μετά το τέλος της έρευνας ο κατηγορούμενος δεν έχει δώσει επαρκείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις τόσο για τον τρόπο απόκτησης των διάφορων περιουσιακών στοιχείων του ιδίου και της οικογένειάς του όσο και για οποιοδήποτε άλλο θέμα σχετικά με τις πρόνοιες του άρθρου 7, το δικαστήριο δύναται να υποθέσει ότι- (i) Η περιουσία του ή μέρος της, η οποία αποκτήθηκε οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι ετών πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας και για την οποία δε δόθηκαν ικανοποιητικές εξηγήσεις ή δεν υποστηρίζονταν από ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία, έχει αποκτηθεί με έσοδα προερχόμενα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. (ii) η περιουσία της οικογένειάς του ή μέρος της για την οποία δε δόθηκαν επαρκείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις και η οποία μεταβιβάστηκε κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι ετών πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας αποτέλεσε αντικείμενο δωρεάς η οποία παρασχέθηκε από τον κατηγορούμενο με σκοπό την αποφυγή των συνεπειών του Νόμου˙ (στ) το δικαστήριο, μετά τη διαπίστωση ότι ο κατηγορούμενος έχει αποκομίσει όφελος από τη διάπραξη γενεσιουργών αδικημάτων και τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 50, προβαίνει στην επιβολή χρηματικής ποινής, χωρίς να επηρεάζεται η εξουσία του να επιβάλει πρόσθετα και οποιαδήποτε άλλη ποινή.</div>\n<p class=\"lf-p\">(ζ) το δικαστήριο, κατά τον υπολογισμό της χρηματικής ποινής λαμβάνει υπόψη το όφελος του κατηγορουμένου από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος όπως αυτό διαπιστώνεται από την πιο πάνω έρευνα˙ (η) για να καταστεί δυνατή η διεξαγωγή της προβλεπόμενης από το παρόν άρθρο έρευνας, το δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή, για να εξαναγκάσει τον κατηγορούμενο ή άλλο πρόσωπο να προσέλθει και να καταθέσει ή να παρουσιάσει οτιδήποτε σχετικό με την έρευνα.</p>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007 Ψευδείς καταθέσεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-52\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 52</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">52.</span>Πρόσωπο το οποίο καλείται να καταθέσει ενώπιον του δικαστηρίου σχετικά με την έρευνα που διεξάγεται δυνάμει του Μέρους αυτού και το οποίο εν γνώσει του παρέχει ψευδείς ή ανακριβείς πληροφορίες διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση τεσσάρων ετών.</div>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007 Είσπραξη χρηματικής ποινής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-53\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 53</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">53.</span>(1) Το δικαστήριο με σκοπό την είσπραξη της χρηματικής ποινής δύναται, αν το κρίνει σκόπιμο, να διορίσει παραλήπτη ο οποίος ασκεί τις αρμοδιότητες ως εάν είχε διοριστεί δυνάμει του άρθρου 17.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για την είσπραξη της χρηματικής ποινής και τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (1), εφαρμόζονται οι πρόνοιες του άρθρου 9 ως να ήταν η αναφορά που γίνεται στο άρθρο αυτό σε διάταγμα δήμευσης αναφορά σε χρηματική ποινή η οποία επιβάλλεται κατόπιν έρευνας δυνάμει των προνοιών του παρόντος Μέρους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε πρόνοια άλλου νόμου σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης ενταλμάτων για την καταβολή χρηματικής ποινής, έρευνα η οποία διεξάγεται από το δικαστήριο για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους λογίζεται ότι είναι και έρευνα η οποία διεξάγεται δυνάμει του άρθρου 119 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και το δικαστήριο δεν επιβάλλει χρηματική ποινή η οποία ενόψει των ευρημάτων της έρευνας δε δύναται να εισπραχθεί είτε από την περιουσία του κατηγορουμένου είτε από ακύρωση μεταβιβάσεων και δωρεών περιουσίας σε μέλη της οικογένειάς του.</div>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ VII ΜΟΝΑΔΑ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΣΥΓΚΑΛΥΨΗΣ, ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΑΡΧΗ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΣΥΓΚΑΛΥΨΗΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Σύσταση Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-54\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 54</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">54.</span>(1) Εγκαθιδρύεται Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης και Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών, η οποία θα απαρτίζεται από εκπροσώπους του Γενικού Εισαγγελέα, του Αρχηγού της Αστυνομίας και του Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων τους οποίους ο Γενικός Εισαγγελέας, ο Αρχηγός της Αστυνομίας και ο Διευθυντής Τελωνείων, αντίστοιχα, ήθελαν υποδείξει.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τα μέλη της Μονάδας διορίζονται με απόσπαση ονομαστικά και η διάρκεια του διορισμού τους είναι τουλάχιστο τριετής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Τα μέλη της Μονάδας θεωρούνται ως ανακριτές δυνάμει του άρθρου 4 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Της Μονάδας προΐσταται εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Άνευ επηρεασμού των υπολοίπων διατάξεων του παρόντος άρθρου, δύνανται να δημιουργούνται οργανικές θέσεις για τις ανάγκες τις Μονάδας, κάτω από τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Παρέχονται στη Μονάδα επαρκείς οικονομικοί, ανθρώπινοι και τεχνικοί πόροι, προκειμένου να είναι σε θέση να φέρει εις πέρας τα καθήκοντά της.</div>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007 13(I)/2018 40(I)/2022 Εξουσίες της Μονάδας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-55\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 55</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">55.</span>(1) Η Μονάδα είναι λειτουργικά ανεξάρτητη και αυτόνομη και έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες και εξουσίες: (α) είναι υπεύθυνη ως η αρμόδια Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών της Δημοκρατίας για τη λήψη, αξιολόγηση και ανάλυση αναφορών ύποπτων συναλλαγών και άλλων πληροφοριών που υποβάλλονται από υπόχρεες οντότητες. σε σχέση με αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, σχετιζόμενα γενεσιουργά αδικήματα και αδικήματα χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και για το σκοπό αυτό δύναται να λαμβάνει συμπληρωματικές πληροφορίες από υπόχρεες οντότητες˙ (α1) έχει, εγκαίρως, άμεση ή έμμεση πρόσβαση, στις πληροφορίες χρηματοοικονομικής και διοικητικής φύσεως και στις πληροφορίες που αφορούν την επιβολή του νόμου, τις οποίες χρειάζεται, προκειμένου να επιτελέσει σωστά τα καθήκοντά της:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, η Αστυνομία, το Τμήμα Τελωνείων και το Τμήμα Φορολογίας υποχρεούνται να απαντούν σε εύλογο χρόνο σε αιτήματα παροχής πληροφοριών σχετικών με την επιβολή του νόμου, τα οποία υποβάλλονται από τη Μονάδα στη βάση κατά περίπτωση εξέτασης, σε περίπτωση που οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την πρόληψη, ανίχνευση και καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, σχετιζόμενων γενεσιουργών αδικημάτων και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας∙ (α2) συνεργάζεται με την Αστυνομία, το Τμήμα Τελωνείων και το Τμήμα Φορολογίας και απαντά σε εύλογο χρόνο σε αιτιολογημένα αιτήματα παροχής χρηματοοικονομικών πληροφοριών ή χρηματοοικονομικής ανάλυσης τα οποία υποβάλλονται από τις ως άνω αρχές, σε περίπτωση που οι εν λόγω χρηματοοικονομικές πληροφορίες ή η εν λόγω χρηματοοικονομική ανάλυση είναι αναγκαίες στη βάση κατά περίπτωση εξέτασης και τα αιτήματα αυτά έχουν ως αφορμή την πρόληψη, την ανίχνευση, τη διερεύνηση ή τη δίωξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, η απόφαση για τη διαβίβαση των πληροφοριών, εναπόκειται στη Μονάδα και για οποιαδήποτε χρήση των πιο πάνω πληροφοριών και της ανάλυσης, για σκοπούς πέραν αυτών για τους οποίους εγκρίθηκαν αρχικά, λαμβάνεται προηγουμένως η συγκατάθεση της Μονάδας και κάθε άρνηση απάντησης σε αίτημα που υποβάλλεται αιτιολογείται δεόντως. (β) διαβιβάζει στην Αστυνομία και σε άλλες κρατικές Υπηρεσίες, όπως το Τμήμα Φορολογίας και το Τμήμα Τελωνείων, όταν το κρίνει σκόπιμο, πληροφορίες και στοιχεία - (i) για σκοπούς διεξαγωγής ανακρίσεων εφ’ όσον υπάρχουν εύλογες υποψίες ότι έχει διαπραχθεί αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, άλλα αδικήματα ή αδικήματα χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ή/και (ii) για σκοπούς πληροφόρησης:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι οι εν λόγω Αρχές και Υπηρεσίες ενημερώνουν τη Μονάδα σχετικά με τη χρήση των πληροφοριών που τους διαβίβασε, καθώς και για το αποτέλεσμα των ερευνών ή/και ενεργειών που διενεργήθηκαν με βάση τις εν λόγω πληροφορίες· (γ) (i) συνεργάζεται με άλλες αντίστοιχες Μονάδες του εξωτερικού ανεξάρτητα από το είδος της οργανωτικής δομής των εν λόγω Μονάδων, αυτεπάγγελτα ή κατόπιν αιτήματος, για σκοπούς ανάλυσης πληροφοριών και/ή διερεύνησης αδικημάτων για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και αδικημάτων χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και σχετιζόμενων γενεσιουργών αδικημάτων, με την ανταλλαγή πληροφοριών τις οποίες η Μονάδα έχει εξουσία να λαμβάνει σε εθνικό επίπεδο χωρίς την έκδοση δικαστικού διατάγματος, ανεξάρτητα από το είδος των γενεσιουργών αδικημάτων και ακόμη κι αν το είδος των γενεσιουργών αδικημάτων τα οποία ενδεχομένως να αφορούν δεν καθορίζονται κατά την ανταλλαγή των πληροφοριών:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε εξαιρετικές και επείγουσες περιπτώσεις, η Μονάδα δύναται να ανταλλάσσει με αντίστοιχες Μονάδες κρατών μελών, χρηματοοικονομικές πληροφορίες ή χρηματοοικονομική ανάλυση που ενδέχεται να κατέχει και μπορεί να σχετίζονται με την επεξεργασία ή την ανάλυση πληροφοριών σχετικών με την τρομοκρατία ή το οργανωμένο έγκλημα που συνδέεται με την τρομοκρατία:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, στις ως άνω περιπτώσεις η Μονάδα, υπό την επιφύλαξη των επιχειρησιακών περιορισμών της, επιδιώκει να ανταλλάσσει αμέσως αυτού του είδους τις πληροφορίες˙ (ii) συνεργάζεται με αντίστοιχες Υπηρεσίες Ανάκτησης Περιουσιακών Στοιχείων, προς ανίχνευση και εντοπισμό προϊόντων εγκλήματος ή άλλων συναφών περιουσιακών στοιχείων, με την ανταλλαγή πληροφοριών τις οποίες έχει εξουσία να λαμβάνει σε εθνικό επίπεδο, χωρίς την έκδοση δικαστικού διατάγματος και άλλους συναφείς τρόπους συνεργασίας περιλαμβανομένης της έγκρισης για διαβίβαση των πληροφοριών που παρασχέθηκαν σε οποιαδήποτε άλλη Αρχή ή Υπηρεσία εντός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος Νόμου· (δ) εκδίδει οδηγίες για την καλύτερη άσκηση των αρμοδιοτήτων της. (ε) (i) δίδει εντολή προς υπόχρεη οντότητα για την αναστολή ή τη μη εκτέλεση συναλλαγής ή τον έλεγχο της κίνησης τραπεζικού ή άλλου είδους λογαριασμού, όταν υπάρχει εύλογη υποψία ότι η συναλλαγή σχετίζεται με νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας για σκοπούς ανάλυσης ύποπτης συναλλαγής ή για μελλοντική έκδοση ή εγγραφή διατάγματος δέσμευσης ή δήμευσης περιουσίας (ii) Η αναφερόμενη στην υποπαράγραφο (i) εξουσία δύναται να ασκηθεί και στις περιπτώσεις που λαμβάνονται από τη Μονάδα σχετικά αιτιολογημένα αιτήματα από αντίστοιχες Μονάδες ή αρμόδιες Δικαστικές Αρχές των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτης χώρας. (iii) Η εντολή για αναβολή ή μη εκτέλεση συναλλαγής δυνατό να ισχύει μέχρι επτά (7) εργάσιμες ημέρες, αλλά η ισχύς της δύναται να ανανεωθεί για περίοδο που δεν υπερβαίνει συνολικά τις τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες˙ (στ) ενημερώνει, όπου είναι εφικτό, τις υπόχρεες οντότητες, για την αποτελεσματικότητα, καθώς και την παρακολούθηση των αναφορών που έχουν υποβληθεί σ’ αυτήν, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου· (ζ) διεξάγει έρευνες για εντοπισμό παράνομων εσόδων και άλλων συναφών περιουσιακών στοιχείων, τα οποία δυνατό να αποτελέσουν αντικείμενο διατάγματος δέσμευσης ή/και δήμευσης· (η) εκτελεί αιτήματα δικαστικής συνδρομής σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμου τα οποία σχετίζονται με αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή/και τον εντοπισμό ή/και τη δέσμευση ή/και τη δήμευση παράνομων εσόδων ή άλλων συναφών περιουσιακών στοιχείων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για σκοπούς του εδαφίου (1)- (α) η αρμοδιότητα της Μονάδας για ανάλυση ύποπτων συναλλαγών συνίσταται στα ακόλουθα: (i) σε επιχειρησιακή ανάλυση, η οποία εστιάζεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και ειδικούς στόχους ή σε κατάλληλα επιλεγμένες πληροφορίες, ανάλογα με το είδος και τον όγκο των πληροφοριών και την αναμενόμενη χρήση τους, μετά την κοινοποίηση· και (ii) σε στρατηγική ανάλυση των τάσεων και των συνήθων πρακτικών της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας· (β) η μονάδα δύναται, ύστερα από αίτηση στο Δικαστήριο, να εξασφαλίσει διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών· και (γ) η Μονάδα έχει εξουσία να ζητήσει και να εξασφαλίσει πληροφορίες ή/και έγγραφα αναφορικά με τους πραγματικούς δικαιούχους νομικών προσώπων και οντοτήτων, περιλαμβανομένων και εμπιστευμάτων, ή την ύπαρξη επιχειρηματικής σχέσης και τη φύση της και/ή δικαιούχους τραπεζικών ή άλλου είδους λογαριασμών, υπογράφοντες τραπεζικών ή άλλου είδους λογαριασμών και υπόλοιπα τραπεζικών ή άλλου είδους λογαριασμών, περιλαμβανομένων και πληροφοριών που σχετίζονται με συγκεκριμένες ύποπτες συναλλαγές, ή άλλα περιουσιακά στοιχεία, που βρίσκονται στην κατοχή υπόχρεων οντοτήτων ή πληροφορίες ή έγγραφα, που βρίσκονται στην κατοχή Τμημάτων της δημόσιας υπηρεσίας, όταν αυτά είναι αναγκαία για σκοπούς ανάλυσης ύποπτων συναλλαγών, που ενδέχεται να σχετίζονται με γενεσιουργά αδικήματα, αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή εντοπισμό παράνομων εσόδων ή άλλων συναφών περιουσιακών στοιχείων, χωρίς να απαιτείται εξασφάλιση δικαστικού διατάγματος αποκάλυψης πληροφοριών. Η εξουσία αυτή δύναται να ασκηθεί και στις περιπτώσεις που λαμβάνονται από τη Μονάδα σχετικά αιτήματα από αρμόδιες αρχές του εξωτερικού· (δ) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (ε) του άρθρου 69, η Μονάδα δύναται να ζητεί, να λαμβάνει και να χρησιμοποιεί πληροφορίες από κάθε υπόχρεη οντότητα, έστω και εάν δεν έχει υποβληθεί προηγούμενη έκθεση σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (δ) του άρθρου 69· (ε) η Μονάδα έχει πρόσβαση σε πληροφορίες που επιτρέπουν την έγκαιρη εξακρίβωση κατά πόσον συγκεκριμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα κατέχουν ακίνητη ιδιοκτησία, μεταξύ άλλων, μέσω μητρώων ή ηλεκτρονικών συστημάτων ανάκτησης δεδομένων. (2Α) Για σκοπούς της συνεργασίας που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) εφαρμόζονται τα ακόλουθα: (α) Το αίτημα περιλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά, το σχετικό πλαίσιο, τους λόγους υποβολής του αιτήματος και τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιηθούν οι ζητούμενες πληροφορίες·</div>\n<p class=\"lf-p\">(β) σε περίπτωση που η Μονάδα λάβει αναφορά από υπόχρεη οντότητα που αφορά άλλο κράτος μέλος, την προωθεί άμεσα στην αντίστοιχη Μονάδα του εν λόγω κράτους μέλους· (γ) η Μονάδα απαντά έγκαιρα σε αίτημα για πληροφορίες που λήφθηκε από άλλη Μονάδα και, για το σκοπό αυτό, χρησιμοποιεί όλες τις διαθέσιμες εξουσίες της που θα χρησιμοποιούσε σε εθνικό επίπεδο για τη λήψη και την ανάλυση πληροφοριών· (δ) η Μονάδα δύναται να αρνηθεί την ανταλλαγή πληροφοριών μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, που η ανταλλαγή δυνατό να αντίκειται σε θεμελιώδεις αρχές του δικαίου της Δημοκρατίας· (ε) οι διαφορές μεταξύ των ορισμών των γενεσιουργών βασικών αδικημάτων δεν εμποδίζουν την ικανότητα των μονάδων να παρέχουν συνδρομή μεταξύ τους και δεν περιορίζουν την ανταλλαγή, τη διαβίβαση και τη χρήση των πληροφοριών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου· (στ) πληροφορίες και έγγραφα που λαμβάνονται ή διαβιβάζονται κατά την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των Μονάδων, χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων των Μονάδων:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι η Μονάδα, όταν διαβιβάζει πληροφορίες και έγγραφα σε αντίστοιχη Μονάδα, δύναται να επιβάλει τον όρο ότι οι εν λόγω πληροφορίες και έγγραφα δυνατό να χρησιμοποιηθούν μόνο για σκοπούς πληροφόρησης ή/και στα πλαίσια του ανακριτικού έργου μόνο ως πληροφόρηση και όχι ως μαρτυρία στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι σε περίπτωση που η Μονάδα λαμβάνει πληροφορίες και έγγραφα από αντίστοιχη μονάδα συμμορφώνεται με τους περιορισμούς και τις προϋποθέσεις ως προς τη χρήση των πληροφοριών και εγγράφων, που ενδέχεται να επιβάλλονται από τη διαβιβάζουσα μονάδα∙ (ζ) πληροφορίες που ανταλλάσσονται μεταξύ των Μονάδων χρησιμοποιούνται μόνο για το σκοπό για τον οποίο ζητήθηκαν ή παρασχέθηκαν και οποιαδήποτε διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών από την παραλήπτρια Μονάδα σε οποιαδήποτε άλλη αρχή, οργανισμό ή υπηρεσία ή οποιαδήποτε χρήση των πληροφοριών αυτών για σκοπούς πέραν των αρχικώς εγκριθέντων υπόκειται σε προηγούμενη άδεια από τη Μονάδα που παρέχει τις πληροφορίες∙ (ζ1)(i) Σε περίπτωση που η Μονάδα επιδιώκει να λάβει επιπρόσθετες πληροφορίες από υπόχρεη οντότητα που εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος και που δραστηριοποιείται στο έδαφός του, απευθύνει αίτημα στην αντίστοιχη μονάδα του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου εδρεύει η υπόχρεη οντότητα. (ii) Σε περίπτωση που απευθυνθεί στη Μονάδα αίτημα από αντίστοιχη μονάδα κράτους μέλους για επιπρόσθετες πληροφορίες τις οποίες η αντίστοιχη μονάδα θέλει να λάβει από υπόχρεη οντότητα που εδρεύει στη Δημοκρατία ή που δραστηριοποιείται σε αυτή, η Μονάδα λαμβάνει πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο (δ1) του άρθρου 69 αυτού και διαβιβάζει χωρίς καθυστέρηση τις απαντήσεις∙ (ζ2) η προηγούμενη συγκατάθεση για διαβίβαση των πληροφοριών στις αρμόδιες αρχές της χώρας της μονάδας που υπέβαλε το αίτημα παρέχεται από τη Μονάδα έγκαιρα και στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, ανεξάρτητα από τον τύπο των συναφών βασικών αδικημάτων:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, η Μονάδα δεν δύναται να αρνείται τη συγκατάθεσή της για τη διαβίβαση των πληροφοριών, εκτός εάν το αίτημα για διαβίβαση είναι εκτός του πεδίου εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή δυνατό να παρακωλύσει τη διενέργεια ποινικής έρευνας ή διαφορετικά δεν θα συμμορφωνόταν με θεμελιώδεις αρχές του εθνικού δικαίου και οποιαδήποτε τέτοια άρνηση συγκατάθεσης επεξηγείται δεόντως· και (η) για την ανταλλαγή πληροφοριών, περιλαμβανομένης της σύγκρισης δεδομένων, με αντίστοιχη Μονάδα κράτους μέλους, η Μονάδα χρησιμοποιεί τον ασφαλή δίαυλο επικοινωνίας «FIU.Net» ή διάδοχό του και για ανταλλαγή πληροφοριών, τόσο με αντίστοιχη Μονάδα κράτους μέλους όσο και με αντίστοιχη Μονάδα τρίτης χώρας η Μονάδα χρησιμοποιεί τον ασφαλή δίαυλο επικοινωνίας «Egmont Secure Web· (θ) Η Μονάδα ορίζει τουλάχιστον ένα λειτουργό ως σημείο επικοινωνίας, ο οποίος λαμβάνει αιτήματα παροχής πληροφοριών από αντίστοιχες Μονάδες άλλων κρατών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Μονάδα ετοιμάζει και δημοσιεύει Ετήσια Έκθεση αναφορικά με της δραστηριότητές της.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οι χρηματοοικονομικές πληροφορίες και η χρηματοοικονομική ανάλυση που λαμβάνονται από τη Μονάδα, δυνατόν να υποβάλλονται σε επεξεργασία από την Αστυνομία, το Τμήμα Τελωνείων και το Τμήμα Φορολογίας, για τους σκοπούς της πρόληψης, της ανίχνευσης, της διερεύνησης ή της δίωξης σοβαρών ποινικών αδικημάτων, επιπροσθέτως των σκοπών για τους οποίους τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα έχουν συλλεχθεί, σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 5 του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα από τις Αρμόδιες Αρχές για σκοπούς πρόληψης, Διερεύνησης, Ανίχνευσης ή Δίωξης Ποινικών Αδικημάτων ή της εκτέλεσης Ποινικών Κυρώσεων και για την Ελεύθερη Κυκλοφορία των Δεδομένων αυτών Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007 58(I)/2010 192(Ι)/2012 101(I)/2013 18(I)/2016 13(I)/2018 158(I)/2018 81(I)/2019 13(I)/2021 40(I)/2022 Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών σε διαφορετικά κράτη μέλη 55Α.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (α2) του εδαφίου (1) του άρθρου 55, η Αστυνομία, το Τμήμα Τελωνείων και το Τμήμα Φορολογίας, ως οι αρμόδιες αρχές, έχουν τη δυνατότητα να ανταλλάσσουν με τις ορισθείσες αρμόδιες αρχές σε άλλο κράτος μέλος βάσει των διατάξεων της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153 χρηματοοικονομικές πληροφορίες ή χρηματοοικονομική ανάλυση παρασχεθείσες από τη Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών του κράτους μέλους τους, ύστερα από σχετικό αιτιολογημένο αίτημα, και στη βάση κατά περίπτωση εξέτασης, όταν οι εν λόγω χρηματοοικονομικές πληροφορίες ή χρηματοοικονομική ανάλυση είναι αναγκαίες για την πρόληψη, την ανίχνευση και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των σχετιζόμενων γενεσιουργών αδικημάτων και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι αναφερόμενες στο εδάφιο (1) ανταλλασσόμενες χρηματοοικονομικές πληροφορίες ή αναλύσεις χρησιμοποιούνται από τις ορισθείσες αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, μόνο για το σκοπό για τον οποίο ζητήθηκαν και για τον οποίο παρασχέθηκε η έγκριση της Μονάδας Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, κάθε διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών ή αναλύσεων που απέκτησε η Αστυνομία, το Τμήμα Τελωνείων και το Τμήμα Φορολογίας δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α2) του εδαφίου (1) του άρθρου 55 σε άλλη αρχή ή υπηρεσία ή σε άλλο τμήμα ή κάθε χρήση των πληροφοριών αυτών για σκοπούς πέραν των αρχικώς εγκριθέντων, υπόκειται στην προηγούμενη συγκατάθεση της Μονάδας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το αίτημα που διατυπώνεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου και η απάντησή του, διαβιβάζονται με τη χρήση ειδικών για το σκοπό αυτό ασφαλών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που διασφαλίζει υψηλό επίπεδο ασφάλειας των δεδομένων.</div>\n<p class=\"lf-p\">40(I)/2022 Σύσταση Συμβουλευτικής Αρχής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-56\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 56</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">56.</span>(1) Το Υπουργικό Συμβούλιο προβαίνει στη σύσταση Συμβουλευτικής Αρχής Καταπολέμησης Αδικημάτων Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας στην οποία συμμετέχει ένας εκπρόσωπος- (α) Της Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης˙ (β) της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου˙ (γ) όλων των άλλων Εποπτικών Αρχών του χρηματοοικονομικού τομέα· (δ) του Υπουργείου Οικονομικών˙ (ε) του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως˙ (ε1) της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας· (στ) του Υπουργείου Εξωτερικών∙ (ζ) του Τμήματος Τελωνείων∙ (η) της Αστυνομίας Κύπρου∙ (θ) του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη∙ (ι) του Συνδέσμου Διεθνών Τραπεζών∙ (ια) του Συνδέσμου Εμπορικών Τραπεζών˙ (ιβ) του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου και άλλων επαγγελματικών σωμάτων τα οποία το Υπουργικό Συμβούλιο ήθελε αποφασίσει˙ (ιβ1) του Εφόρου Φορολογίας· (ιβ2) της Εθνικής Αρχής Στοιχημάτων· (ιβ3) της Εθνικής Αρχής Παιγνίων και Εποπτείας Καζίνο· (ιβ4) του Υπουργείου Εσωτερικών· (ιβ5) του Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών· (ιγ) οποιουδήποτε άλλου Οργανισμού ή Υπηρεσίας το Υπουργικό Συμβούλιο ήθελε αποφασίσει.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Της Συμβουλευτικής Αρχής προεδρεύει εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών και εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Αρχή βρίσκεται σε απαρτία όταν παρευρίσκονται τουλάχιστο πέντε μέλη.</div>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007 58(I)/2010 13(I)/2018 13(I)/2021 40(I)/2022 Εξουσίες της Συμβουλευτικής Αρχής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-57\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 57</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">57.-(1) Η Συμβουλευτική Αρχή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: (α) Ενημερώνει το Υπουργικό Συμβούλιο για τα μέτρα που λαμβάνονται και γενικά για την πολιτική που εφαρμόζεται για την καταπολέμηση αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας˙ (β) συμβουλεύει το Υπουργικό Συμβούλιο για επιπρόσθετα μέτρα τα οποία πιστεύει ότι πρέπει να ληφθούν για την καλύτερη εφαρμογή του Νόμου αυτού˙ (β1) συντονίζει τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δημοσίου και τους φορείς του ιδιωτικού τομέα, για τον εντοπισμό, την εκτίμηση, την κατανόηση και τον μετριασμό των κινδύνων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, καθώς και για την επικαιροποίηση της εκτίμησης των εν λόγω κινδύνων και η σχετική εκτίμηση των κινδύνων χρησιμοποιείται για τους ακόλουθους σκοπούς: (i) Τη βελτίωση του ισχύοντος εθνικού συστήματος για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ιδίως εντοπίζοντας ενδεχόμενους τομείς στους οποίους πρέπει να εφαρμόζονται αυξημένα μέτρα και προσδιορίζοντας τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν· (ii) τον εντοπισμό τομέων χαμηλότερου ή υψηλότερου κινδύνου για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας· (iii) την εκτίμηση και την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων όσον αφορά τους πόρους που πρέπει να διατεθούν για την καταπολέμηση τέτοιων δραστηριοτήτων· (iv) τη διασφάλιση ότι θεσπίζονται κατάλληλοι κανόνες για κάθε τομέα ή πεδίο, ανάλογα με τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας· (v) την παροχή στις υπόχρεες οντότητες κατάλληλων πληροφοριών, ώστε να τις διευκολύνει να πραγματοποιήσουν τις δικές τους εκτιμήσεις κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας· (vi) την αναφορά της θεσμικής δομής και τις ευρείες διαδικασίες του ισχύοντος εθνικού συστήματος για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας που εφαρμόζουν, μεταξύ άλλων, η Μονάδα, το Τμήμα Φορολογίας, η Αστυνομία, οι Εποπτικές Αρχές και οι εισαγγελικές αρχές, καθώς και των ανθρώπινων και οικονομικών πόρων που διατίθενται, στο βαθμό που είναι διαθέσιμες αυτές οι πληροφορίες· (vii) την αναφορά των εθνικών προσπαθειών και των πόρων, ήτοι εργατικό δυναμικό και προϋπολογισμός, που διατίθενται για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">(γ) προάγει διεθνώς τη Δημοκρατία ως χώρα η οποία συμμορφώνεται προς όλες τις Συμβάσεις, ψηφίσματα και αποφάσεις διεθνών οργανισμών σε σχέση με την καταπολέμηση αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας˙ (δ) θέτει στη διάθεση της Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών και των άλλων κρατών μελών τα αποτελέσματα των εκτιμήσεων κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων των επικαιροποιήσεων τους και περίληψη της εν λόγω εκτίμησης δημοσιοποιείται με ανάρτηση στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών χωρίς να περιέχει διαβαθμισμένες πληροφορίες· (ε) εκδίδει και τηρεί επικαιροποιημένο κατάλογο στον οποίο προσδιορίζονται τα ακριβή καθήκοντα τα οποία θεωρούνται σημαντικό δημόσιο λειτούργημα για τους σκοπούς του ορισμού του όρου «πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο», απαιτεί, για τους σκοπούς του ίδιου ορισμού, από τον κάθε διεθνή οργανισμό που είναι διαπιστευμένος στην Δημοκρατία να εκδίδει και να τηρεί επικαιρο-ποιημένο κατάλογο των σημαντικών δημόσιων λειτουργημάτων στον εν λόγω οργανισμό και διαβιβάζει τους καταλόγους αυτούς στην Επιτροπή τους οποίους δύναται να δημοσιοποιεί:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, ο αναφερόμενος στην παρούσα παράγραφο κατάλογος υποβάλλεται σε επεξεργασία τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 70Β· (στ) διαβιβάζει στην Επιτροπή τον κατάλογο των Εποπτικών Αρχών που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 59, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων επικοινωνίας τους, προκειμένου να διευκολυνθεί και να προωθηθεί η αποτελεσματική συνεργασία και ιδίως η ανταλλαγή πληροφοριών:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, η Αρχή διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στην Επιτροπή παραμένουν επικαιροποιημένες.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τα μέλη της Συμβουλευτικής Αρχής που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 56 διαθέτουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς που τους επιτρέπουν τη συνεργασία και το συντονισμό σε εθνικό επίπεδο όσον αφορά την ανάπτυξη και την εφαρμογή πολιτικών και δραστηριοτήτων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, μεταξύ άλλων, με σκοπό την εκπλήρωση των όσων προβλέπονται στο παρόν άρθρο.</div>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007 13(I)/2018 13(I)/2021</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ VIII ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΝΟΙΕΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Διαδικασίες για πρόληψη αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-58\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 58</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">58.</span>Υπόχρεη οντότητα εφαρμόζει επαρκείς και κατάλληλες πολιτικές, ελέγχους και διαδικασίες, οι οποίες είναι ανάλογες με τη φύση και το μέγεθός της, ώστε να μετριάζει και να διαχειρίζεται αποτελεσματικά τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, σε σχέση με τα ακόλουθα: (α) Τον προσδιορισμό ταυτότητας και την άσκηση δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 60-66 του παρόντος Νόμου ˙ (β) την τήρηση αρχείου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68 του παρόντος Νόμου˙ (γ) την εσωτερική αναφορά και αναφορά στη ΜΟ.Κ.Α.Σ., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69 του παρόντος Νόμου˙ (δ) τον εσωτερικό έλεγχο, την αξιολόγηση και διαχείριση κινδύνου με σκοπό τη παρεμπόδιση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας· (ε) την ενδελεχή εξέταση κάθε συναλλαγής που κρίνεται ότι λόγω τη φύσεως της είναι ιδιαίτερα επιδεκτική ως προς το να συνδεθεί με αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, και ιδίως των πολύπλοκων ή ασυνήθιστα μεγάλων συναλλαγών και όλων των ασυνήθιστων ειδών συναλλαγών που πραγματοποιούνται χωρίς προφανή οικονομικό ή σαφή νόμιμο λόγο. (στ) την ενημέρωση των εργοδοτουμένων του σχετικά με - (i) Τα συστήματα και τις διαδικασίες δυνάμει των παραγράφων (α) μέχρι (ε) του παρόντος άρθρου. (ii) την παρούσα νομοθεσία. (iii) τις οδηγίες που εκδίδει η αρμόδια Εποπτική Αρχή, βάσει του εδαφίου (4) του άρθρου 59 του παρόντος Νόμου· (iv) τις εκάστοτε οδηγίες της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. και (v) τις σχετικές απαιτήσεις για την προστασία των προσωπικών δεδομένων. (η) την τακτική εκπαίδευση των εργοδοτουμένων του πάνω σε θέματα αναγνώρισης και χειρισμού συναλλαγών και δραστηριοτήτων οι οποίες πιθανόν να συνδέονται με αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας· (θ) τις πρακτικές διαχείρισης κινδύνου· (ι) τη διαχείριση της συμμόρφωσης· (ια) την πρόσληψη και αξιολόγηση της ακεραιότητας των υπαλλήλων.</div>\n<p class=\"lf-p\">188(I)/2007 13(I)/2018 Εκτίμηση κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας 58Α. (1) Για σκοπούς της παραγράφου (δ) του άρθρου 58, υπόχρεη οντότητα λαμβάνει κατάλληλα μέτρα προκειμένου να εντοπίζει και να εκτιμά τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που διατρέχουν, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων αυτών που σχετίζονται με τους πελάτες της, τις χώρες ή τις γεωγραφικές περιοχές, τα προϊόντα, τις υπηρεσίες, τις συναλλαγές ή τους δίαυλους παροχής υπηρεσιών:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, τα μέτρα αυτά είναι ανάλογα με τη φύση και το μέγεθος της υπόχρεης οντότητας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι αναφερόμενες στο εδάφιο (1) εκτιμήσεις κινδύνων τεκμηριώνονται, επικαιροποιούνται και τίθενται στη διάθεση της αρμόδιας Εποπτικής Αρχής.</div>\n<p class=\"lf-p\">13(I)/2018 13(I)/2021 Σύσταση ανεξάρτητης υπηρεσίας ελέγχου 58Β. Όταν ενδείκνυται λόγω, του μεγέθους και της φύσης των δραστηριοτήτων της υπόχρεης οντότητας, συνίσταται ανεξάρτητη υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου για την εξακρίβωση των εσωτερικών πολιτικών, ελέγχων και διαδικασιών που αναφέρονται στο άρθρο 58:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι η αρμόδια Εποπτική Αρχή διατηρεί το δικαίωμα να επιβάλει την υποχρέωση σύστασης ανεξάρτητης υπηρεσίας ελέγχου στην υπόχρεη οντότητα.</p>\n<p class=\"lf-p\">13(I)/2018 Έγκριση πολιτικών, διαδικασιών και ελέγχων από ανώτερα διοικητικά στελέχη 58Γ. Τα ανώτερα διοικητικά στελέχη υπόχρεης οντότητας εγκρίνουν τις πολιτικές, τις διαδικασίες και τους ελέγχους που εφαρμόζει η υπόχρεη οντότητα σε σχέση με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, παρακολουθούν δε και, όπου ενδείκνυται, ενισχύουν τα μέτρα που έχουν ληφθεί.</p>\n<p class=\"lf-p\">13(I)/2018 Ορισμός μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου 58Δ. Υπόχρεη οντότητα ορίζει μέλος του διοικητικού συμβουλίου, νοουμένου ότι υφίσταται διοικητικό συμβούλιο, το οποίο θα φέρει την ευθύνη για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και εγκυκλίων ή/και κανονισμών περιλαμβανομένων των οποιωνδήποτε σχετικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.</p>\n<p class=\"lf-p\">13(I)/2018 Υποχρέωση νομικού προσώπου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-58e\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 58E</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">58E. Σε περίπτωση που φυσικό πρόσωπο που εμπίπτει στις υπόχρεες οντότητες που αναφέρονται στις παραγράφους (γ) έως (η) του άρθρου 2Α, αναλαμβάνει επαγγελματική δραστηριότητα ως υπάλληλος νομικού προσώπου, οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 49, των παραγράφων (στ) και (η) του άρθρου 58, του εδαφίου (10) του άρθρου 59 και του άρθρου 68Α, βαρύνουν το νομικό πρόσωπο και όχι το φυσικό πρόσωπο.</p>\n<p class=\"lf-p\">81(I)/2019 172(I)/2024 Εποπτικές Αρχές</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-59\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 59</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">59.</span>(1) Εποπτικές Αρχές, των υπόχρεων οντοτήτων είναι- (α) Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου- (i) για τα πιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανόμενων υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων που κατέχουν άδεια λειτουργίας από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, σε σχέση με τις δραστηριότητες που καθορίζονται στον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο∙ (ii) για τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, συμπεριλαμβανομένων υποκαταστημάτων και αντιπροσώπων ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος, που κατέχουν σχετική άδεια λειτουργίας από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, σε σχέση με τις δραστηριότητες που καθορίζονται στον περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμο του 2012, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται, για τις οποίες έχουν ανατεθεί εποπτικές αρμοδιότητες στην Κεντρική Τράπεζα· (iii) για τα ιδρύματα πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων υποκαταστημάτων και αντιπροσώπων ιδρυμάτων πληρωμών που κατέχουν σχετική άδεια λειτουργίας από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, σε σχέση μετις δραστηριότητες που καθορίζονται στον περί Υπηρεσιών Πληρωμών Νόμο, ως εκάστοτε ισχύει, για τις οποίες έχουν ανατεθεί εποπτικές αρμοδιότητες στην Κεντρική Τράπεζα∙ (iv) για εποπτευόμενα από την Κεντρική Τράπεζα πρόσωπα, σε σχέση με τις δραστηριότητες που καθορίζονται στον περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο ή σε οποιοδήποτε άλλο νόμο και για τις οποίες η Κεντρική Τράπεζα ασκεί εποπτεία· (β) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς: (i) σε σχέση με τις υπηρεσίες και δραστηριότητες που παρέχονται από τις Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) όπως καθορίζονται στον περί των Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο, ως εκάστοτε ισχύει˙ και (ii) σε σχέση με οργανισμό συλλογικών επενδύσεων που διαθέτει ο ίδιος τα μερίδιά του και είναι εγκατεστημένος στη Δημοκρατία· (iii) σε σχέση με τις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες που παρέχονται από τα αδειούχα πρόσωπα όπως καθορίζονται στον περί της Ρύθμισης των Επιχειρήσεων Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών και Συναφών Θεμάτων Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· (iv) σε σχέση με οντότητα που είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία και ασκεί διαχείριση επενδύσεων σε οργανισμό συλλογικών επενδύσεων· (v) σε σχέση με τις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες που παρέχονται από πρόσωπα, η εποπτεία των οποίων ανατίθεται στην Επιτροπή δυνάμει του περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου· (vi) σε σχέση με τις υπηρεσίες και δραστηριότητες που παρέχονται από υποκατάστημα οποιασδήποτε εκ των υπόχρεων οντοτήτων που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (i), (ii), (iii) και (vii), το οποίο βρίσκεται στη Δημοκρατία, ανεξαρτήτως του εάν η έδρα της εν λόγω υπόχρεης οντότητας βρίσκεται σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα·</div>\n<p class=\"lf-p\">(vii) σε σχέση με τις υπηρεσίες και δραστηριότητες που παρέχονται από τους Παρόχους Υπηρεσιών που αφορούν Κρυπτοπεριουσιακά Στοιχεία· (viii) σε σχέση με τις υπηρεσίες και δραστηριότητες που παρέχονται από τα υποκαταστήματα που βρίσκονται στη Δημοκρατία των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων που διαθέτουν οι ίδιοι τα μερίδιά τους, ανεξαρτήτως του εάν η έδρα τους βρίσκεται σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα· (ix) σε σχέση με τις υπηρεσίες και δραστηριότητες που παρέχονται από τα υποκαταστήματα που βρίσκονται στη Δημοκρατία των οντοτήτων που ασκούν διαχείριση επενδύσεων σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων, ανεξαρτήτως του εάν η έδρα τους βρίσκεται σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα. (γ) ο ΄Εφορος Ασφαλίσεων σε σχέση με τις δραστηριότητες που καθορίζονται στον περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και άλλων συναφών θεμάτων Νόμο, ως εκάστοτε ισχύει. (δ) ο Σύνδεσμος Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου για τις επαγγελματικές δραστηριότητες - (i) μέλους του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου (ΣΕΛΚ)∙ (ii) ομόρρυθμης εταιρείας ή ετερόρρυθμης εταιρείας ή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, η πλειοψηφία των ομορρύθμων εταίρων ή των μετόχων και των διευθυντών της οποίας είναι μέλη του ΣΕΛΚ, καθώς και οποιασδήποτε σχετικής θυγατρικής εταιρείας τέτοιων εταιρειών:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι οι εν λόγω δραστηριότητες περιλαμβάνουν τις υπηρεσίες εμπιστευμάτων και εταιρικών υπηρεσιών προς τρίτα μέρη, που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι ο ΣΕΛΚ δύναται να αναθέτει τις εποπτικές του αρμοδιότητες σε αντίστοιχους επαγγελματικούς συνδέσμους, οι οποίοι διαθέτουν τις απαιτούμενες δομές και διαδικασίες για διεξαγωγή των εποπτικών δραστηριοτήτων του ΣΕΛΚ, που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο· (ε) το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, για τις επαγγελματικές δραστηριότητες - (i) δικηγόρου και/ή εταιρείας δικηγόρων κατά την έννοια που δίδεται στους όρους αυτούς από τις διατάξεις του περί Δικηγόρων Νόμου∙ (ii) ομόρρυθμης εταιρείας ή ετερόρρυθμης εταιρείας της οποίας οι ομόρρυθμοι εταίροι είναι δικηγόροι ή εταιρείες δικηγόρων, καθώς και οποιασδήποτε σχετικής θυγατρικής εταιρείας τέτοιων εταιρειών:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι οι εν λόγω δραστηριότητες περιλαμβάνουν τις υπηρεσίες εμπιστευμάτων και υπηρεσιών προς τρίτα μέρη που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο· (στ) το Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών για τις επαγγελματικές δραστηριότητες των κτηματομεσιτών· (ζ) η Εθνική Αρχή Στοιχημάτων· (η) η Εθνική Αρχή Παιγνίων και Εποπτείας Καζίνο για τα τυχερά παιχνίδια του Καζίνο και τις οικονομικές δραστηριότητες και συναλλαγές του Καζίνο που σχετίζονται με τα τυχερά παιχνίδια στο Καζίνο εντός της Δημοκρατίας∙ (θ) ο Έφορος Φορολογίας, σε σχέση με πρόσωπα που εμπορεύονται ή ενεργούν ως μεσάζοντες στο εμπόριο έργων τέχνης, έστω και αν οι πράξεις αυτές πραγματοποιούνται από αίθουσες τέχνης και οίκους δημοπρασιών, εφόσον η αξία της συναλλαγής ή σειράς συνδεδεμένων πράξεων ανέρχεται σε δέκα χιλιάδες (€10.000) ευρώ ή περισσότερα· (ι) το Τμήμα Τελωνείων σε σχέση με πρόσωπα που αποθηκεύουν, εμπο-ρεύονται ή ενεργούν ως μεσάζοντες στο εμπόριο έργων τέχνης, όταν αυτό πραγματοποιείται από ελεύθερους λιμένες, εφόσον η αξία της συναλλαγής ή σειράς συνδεδεμένων πράξεων ανέρχεται σε δέκα χιλιάδες (€10 000) ευρώ ή περισσότερα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>[Διαγράφηκε].</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να ορίσει οποιαδήποτε άλλη Εποπτική Αρχή, αν το κρίνει αναγκαίο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Εποπτική Αρχή, για σκοπούς παρεμπόδισης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και για την επίτευξη των σκοπών του παρόντος Νόμου, εκδίδει και απευθύνει οδηγίες προς τα πρόσωπα που υπόκεινται στην εποπτεία της, οι οποίες είναι δεσμευτικές και υποχρεωτικές ως προς την εφαρμογή τους για τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνονται:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, στις οδηγίες που εκδίδονται από Εποπτική Αρχή καθορίζονται οι λεπτομέρειες και εξειδικεύεται ο τρόπος εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Μέρους από τα εποπτευόμενα πρόσωπα και απαιτείται η λήψη και εφαρμογή διαδικασιών και συστημάτων για την αποτελεσματική αντιμετώπιση και παρεμπόδιση των κινδύνων διάπραξης ή απόπειρας διάπραξης αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>(α) Οι Εποπτικές Αρχές παρακολουθούν, αξιολογούν και εποπτεύουν έκαστη εντός των αρμοδιοτήτων της, την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Μέρους, των οδηγιών που εκδίδουν δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) και τη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113 από τα πρόσωπα τα οποία υπόκεινται στην εποπτεία τους:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, οι Εποπτικές Αρχές διεξάγουν επαρκή εποπτεία, συμπεριλαμβανομένης επιτόπιας και μη επιτόπιας εποπτείας, σε όλα τα πρόσωπα τα οποία υπόκεινται στην εποπτεία τους και λαμβάνουν κατάλληλα και αναλογικά διοικητικά μέτρα για τη διόρθωση της κατάστασης σε περίπτωση που διαπιστώνονται παραβάσεις. (β) Κατά την εφαρμογή προσέγγισης εποπτείας ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, η Εποπτική Αρχή- (i) έχει σαφή κατανόηση των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που υφίστανται στη Δημοκρατία· (ii) έχει πρόσβαση επιτόπου και εξ αποστάσεως σε όλες τις πληροφορίες σχετικές με τους συγκεκριμένους εγχώριους και διεθνείς κινδύνους που συνδέονται με τους πελάτες, τα προϊόντα και τις υπηρεσίες υπόχρεης οντότητας· και (iii) βασίζει τη συχνότητα και την ένταση της εποπτείας επιτόπου και εξ αποστάσεως στα χαρακτηριστικά κινδύνου της υπόχρεης οντότητας και στους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι οποίοι υπάρχουν στη Δημοκρατία:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι η αξιολόγηση των χαρακτηριστικών κινδύνου υπόχρεης οντότητας όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων μη συμμόρφωσης, επανεξετάζεται τόσο σε τακτά χρονικά διαστήματα όσο και όταν συμβαίνουν σημαντικά γεγονότα ή εξελίξεις στη διαχείρισή τους και στις επιχειρηματικές δραστηριότητες:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι οι Εποπτικές Αρχές λαμβάνουν υπόψη τον βαθμό διακριτικής ευχέρειας που παραχωρείται στις υπόχρεες οντότητες και εξετάζουν δεόντως τις αξιολογήσεις ως προς τους κινδύνους, που αποτελούν τη βάση αυτής της ευχέρειας, καθώς και την επάρκεια και την εφαρμογή των εσωτερικών πολιτικών, ελέγχων και διαδικασιών των υπόχρεων οντοτήτων. (5Α) Οι αρμόδιες Εποπτικές Αρχές όλων των υπόχρεων οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 2Α λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να εμποδίσουν πρόσωπα από το να κατέχουν διοικητική θέση ή να είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι στις εν λόγω υπόχρεες οντότητες, εφόσον, τα πρόσωπα αυτά ή συνεργοί τους έχουν καταδικασθεί για σχετικά αδικήματα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>(α) Εποπτική Αρχή δύναται να λάβει όλα ή οποιαδήποτε από τα πιο κάτω αναφερόμενα μέτρα σε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο που υπόκειται στην εποπτεία της παραλείπει να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις του Μέρους αυτού του παρόντος Νόμου ή τις οδηγίες που εκδίδονται από αρμόδια Εποπτική Αρχή βάσει του εδαφίου (4) του παρόντος άρθρου ή τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113: (i) Να απαιτήσει από το εποπτευόμενο πρόσωπο να λάβει τέτοια μέτρα εντός συγκεκριμένου χρονικού ορίου ως ήθελε καθορίσει η Εποπτική αρχή για τη θεραπεία της κατάστασης˙ (ii) να επιβάλει - (αα) διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000), αφού δώσει την ευκαιρία στο εποπτευόμενο πρόσωπο να ακουστεί, και (ββ) σε περίπτωση που ο υπαίτιος παράβασης προσπορίστηκε όφελος από την παράβαση αυτή το οποίο υπερβαίνει το ποσό του διοικητικού προστίμου που αναφέρεται στην υπό-υπόπαράγραφο (αα) διοικητικό πρόστιμο ύψους μέχρι το διπλάσιο ποσό του οφέλους που ο υπαίτιος αποδεδειγμένα προσπορίστηκε από την παράβαση και, (γγ) σε περίπτωση που η παράβαση συνεχίζεται, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000) για κάθε μέρα συνέχισης της παράβασης· (iii) να τροποποιήσει ή αναστείλει ή ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας εποπτευομένου προσώπου∙ (iv) προσωρινή απαγόρευση σε πρόσωπα που ασκούν διοικητικά καθήκοντα σε υπόχρεη οντότητα, ή σε κάθε άλλο φυσικό πρόσωπο που θεωρείται υπαίτιο για την παράβαση της άσκησης διοικητικών καθηκόντων σε υπόχρεη οντότητα· (v) να επιβάλει το διοικητικό πρόστιμο που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (ii) της παρούσας παραγράφου σε πρόσωπο που ασκεί διοικητικά καθήκοντα σε υπόχρεη οντότητα ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η παράβαση οφειλόταν σε δική του υπαιτιότητα, εσκεμμένη παράλειψη ή αμέλεια· (vi) να προβεί σε δημόσια δήλωση η οποία αναφέρει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο θεωρείται υπαίτιο για παράβαση, και τη φύση της σχετικής παράβασης· (vii) να υποχρεώσει φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο θεωρείται υπαίτιο για παράβαση, να διακόψει τη συμπεριφορά του και να μην την επαναλάβει. (α1) Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της υποπαραγράφου (ii) της παραγράφου (α), σε περίπτωση που η υπόχρεη οντότητα είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστω-τικός οργανισμός, η αρμόδια Εποπτική Αρχή δύναται, επιπρόσθετα από τα αναφερόμενα στην παράγραφο (α) διοικητικά πρόστιμα, να επιβάλει τις ακόλουθες κυρώσεις: (i) Σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα πέντε εκατομμύρια ευρώ (€5.000.000) ή το δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών σύμφωνα με τους τελευταίους διαθέσιμους λογαριασμούς που έχει εγκρίνει το διοικητικό συμβούλιο του νομικού προσώπου:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση που η υπόχρεη οντότητα είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική μητρικής επιχείρησης που έχει υποχρέωση να καταρτίζει ενοποιημένους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ, ο σχετικός συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ισούται με το συνολικό ετήσιο κύκλο εργασιών ή το αντίστοιχο είδος εισοδημάτων σύμφωνα με τις σχετικές λογιστικές οδηγίες και τους πιο πρόσφατους ενοποιημένους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό συμβούλιο της τελικής μητρικής επιχείρησης· και (ii) σε περίπτωση φυσικού προσώπου, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα πέντε εκατομμύρια ευρώ (€5.000.000). (αα1) Τα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο (α) και οι κυρώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο (α1), επιβάλλονται από την Εποπτική Αρχή και σε περίπτωση- (i) επανειλημμένης ή συστηματικής παράλειψης διαβίβασης από πάροχο υπηρεσιών πληρωμών των απαιτούμενων στοιχείων του πληρωτή ή του δικαιούχου πληρωμής κατά τη μεταφορά χρηματικών ποσών, κατά παράβαση του άρθρου 4, 5 ή 6 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113· (ii) επανειλημμένης ή συστηματικής παράλειψης διαβίβασης από ΠΥΚΣ των απαιτούμενων στοιχείων του εντολέα και του δικαιούχου κρυπτοπεριουσιακών στοιχείων κατά τη μεταφορά κρυπτοπεριουσιακών στοιχείων, κατά παράβαση του άρθρου 14 ή του άρθρου 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113· (iii) επανειλημμένης ή συστηματικής ή σοβαρής παράβασης της υποχρέωσης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών ή του ΠΥΚΣ να τηρεί αρχεία, κατά παράβαση του άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113· (iv) παράλειψης παρόχου υπηρεσιών πληρωμών να εφαρμόσει αποτελεσματικές διαδικασίες βάσει κινδύνου, κατά παράβαση του άρθρου 8 ή του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113· (v) παράλειψης του ΠΥΚΣ να εφαρμόσει αποτελεσματικές διαδικασίες βάσει κινδύνου, κατά παράβαση του άρθρου 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113· (vi) σοβαρής παράλειψης ενδιάμεσου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών να συμμορφωθεί με το άρθρο 11 ή με το άρθρο 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113· (vii) σοβαρής παράλειψης ενδιάμεσου ΠΥΚΣ να συμμορφωθεί με το άρθρο 19, 20 ή 21 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113. (α2) Νομικό πρόσωπο δύναται να υπέχει ευθύνη για παραβάσεις που διαπράττονται προς όφελός του από οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί είτε ατομικώς είτε ως μέλος οργάνου του εν λόγω νομικού προσώπου και κατέχει ανώτερη θέση εντός αυτού, βάσει - (i) εξουσίας εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, ή (ii) εξουσίας λήψης αποφάσεων για λογαριασμό του νομικού προσώπου, ή (iii) εξουσίας άσκησης ελέγχου εντός του νομικού προσώπου:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, νομικό πρόσωπο δύναται επίσης να θεωρηθεί υπεύθυνο για παράβαση στην περίπτωση που η έλλειψη εποπτείας ή ελέγχου, από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα κατέστησε δυνατή τη διάπραξη παράβασης προς όφελος του εν λόγω νομικού προσώπου από πρόσωπο το οποίο τελεί υπό την εξουσία του. (α3) Κατά τον καθορισμό του είδους και του επιπέδου του διοικητικού προστίμου ή μέτρων, η αρμόδια Εποπτική Αρχή λαμβάνει υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις στις οποίες περιλαμβάνονται, κατά περίπτωση - (i) η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης, (ii) ο βαθμός ευθύνης του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου, (iii) η οικονομική ισχύς του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπαίτιου νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα του υπαίτιου φυσικού προσώπου, (iv) το κέρδος που αποκόμισε από την παράβαση το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στον βαθμό που μπορεί να προσδιοριστεί, (v) οι ζημιές τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν, (vi) ο βαθμός συνεργασίας του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου με την αρμόδια Εποπτική Αρχή, (vii) προηγούμενες παραβάσεις του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου. (α4) Εποπτική Αρχή ασκεί τις προβλεπόμενες στον παρόντα Νόμο εξουσίες επιβολής διοικητικών κυρώσεων άμεσα ή/και σε συνεργασία με άλλες αρχές:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, κατά την άσκηση των εξουσιών επιβολής διοικητικών κυρώσεων, οι Εποπτικές Αρχές συνεργάζονται στενά προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι επιβληθείσες διοικητικές κυρώσεις ή τα επιβληθέντα μέτρα θα φέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα και, σε περίπτωση διασυνοριακών υποθέσεων, συντονίζουν τις ενέργειές τους. (β) ανεξάρτητος επαγγελματίας νομικός ή ελεγκτής ή εξωτερικός λογιστής ο οποίος παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του άρθρου αυτού και τις οδηγίες που εκδίδονται από αρμόδια Εποπτική Αρχή βάσει του εδαφίου (4) του παρόντος άρθρου, παραπέμπεται από την αρμόδια Εποπτική Αρχή στο αρμόδιο Πειθαρχικό όργανο που αποφασίζει ανάλογα. (6Α)(α) Η αρμόδια Εποπτική Αρχή δημοσιεύει στον επίσημο διαδικτυακό της τόπο το διοικητικό πρόστιμο ή τα μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (α1) και (αα1) του εδαφίου (6), χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, πλην της περίπτωσης της υποπαραγράφου (i) της παραγράφου (α) του εν λόγω εδαφίου, όπου η δημοσίευση αποφασίζεται από την αρμόδια κατά περίπτωση Εποπτική Αρχή, αμέσως μετά την κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης στο εποπτευόμενο πρόσωπο:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, η δημοσίευση περιλαμβάνει, κατ’ ελάχιστον, πληροφορίες σχετικά με τη μορφή και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα των υπαίτιων προσώπων:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που ασκηθεί προσφυγή στην απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου ή μέτρου, η αρμόδια Εποπτική Αρχή δημοσιεύει, χωρίς καθυστέρηση, στον επίσημο διαδικτυακό της τόπο τις σχετικές πληροφορίες και μεταγενέστερες πληροφορίες για την έκβαση της προσφυγής, καθώς και κάθε απόφαση που ακυρώνει προηγούμενη απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου ή μέτρου:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται έτι περαιτέρω ότι, οι Εποπτικές Αρχές δεν υποχρεούνται να εφαρμόζουν τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου όταν οι αποφάσεις επιβολής μέτρων λαμβάνονται στο πλαίσιο έρευνας. (β) Σε περίπτωση που, κατόπιν αξιολόγησης που διενεργείται κατά περίπτωση σχετικά με την αναλογικότητα της δημοσίευσης των δεδομένων αυτών, η αρμόδια Εποπτική Αρχή θεωρήσει ότι η δημοσίευση της ταυτότητας των αναφερόμενων στην παράγραφο (α) υπαίτιων προσώπων ή των προσωπικών δεδομένων αυτών των προσώπων είναι δυσανάλογη, ή σε περίπτωση που η δημοσίευση θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή την έκβαση έρευνας που βρίσκεται σε εξέλιξη, η αρμόδια Εποπτική Αρχή δύναται να - (i) αναβάλει τη δημοσίευση της απόφασης για την επιβολή διοικητικού προστίμου ή μέτρου μέχρις ότου εκλείψουν οι λόγοι μη δημοσίευσης, (ii) δημοσιεύσει την απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου ή μέτρου χωρίς παράθεση ονομάτων, εφόσον η ανωνυμία εξασφαλίζει αποτελεσματική προστασία των προσωπικών δεδομένων:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση που αρμόδια Εποπτική Αρχή προχωρήσει με ανώνυμη δημοσίευση διοικητικού προστίμου ή μέτρου, η δημοσίευση των σχετικών στοιχείων δύναται να αναβληθεί για εύλογο χρονικό διάστημα, εφόσον μπορεί να προβλεφθεί ότι εντός αυτού του χρονικού διαστήματος θα εκλείψουν οι λόγοι της ανώνυμης δημοσίευσης, (iii) μην δημοσιεύσει την απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου ή μέτρου, στην περίπτωση που θεωρείται ότι οι επιλογές που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (i) και (ii) δεν επαρκούν για να διασφαλιστεί- (αα) ότι δεν θα τεθεί σε κίνδυνο η σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών, ή (ββ) ο αναλογικός χαρακτήρας της δημοσίευσης της απόφασης σε σχέση με μέτρα που θεωρούνται ήσσονος σημασίας. (γ) Η Αρμόδια Εποπτική Αρχή διασφαλίζει ότι κάθε δημοσίευση που διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου θα παραμείνει στον επίσημο διαδικτυακό της τόπο για διάστημα πέντε (5) ετών από την ημερομηνία ανάρτησής της:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στη δημοσίευση διατηρούνται στον επίσημο διαδικτυακό τόπο της αρμόδιας εποπτικής αρχής μόνο για το χρονικό διάστημα που προβλέπεται στον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο. (δ) Η αρμόδια Εποπτική Αρχή ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών σχετικά με τα διοικητικά πρόστιμα ή τα μέτρα που έχουν επιβληθεί δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (6) σε πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένης κάθε προσφυγής που έχει ασκηθεί και της έκβασής της. (ε) Η αρμόδια Εποπτική Αρχή ελέγχει, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, την ύπαρξη σχετικής καταδίκης στο ποινικό μητρώο του ενδιαφερομένου και για το σκοπό αυτό, ανταλλάσσονται πληροφορίες όπως προβλέπεται στην Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου Αρ. 71.068. (6Β)(α) Οι Εποπτικές Αρχές θεσπίζουν αποτελεσματικούς και αξιόπιστους μηχανισμούς για την ενθάρρυνση της καταγγελίας στην αρμόδια Εποπτική Αρχή ενδεχόμενων ή πραγματικών παραβάσεων των υποχρεώσεων των υπόχρεων οντοτήτων, που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο ή στις οδηγίες που εκδίδονται από αρμόδια Εποπτική Αρχή δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) του παρόντος άρθρου ή στον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1113 και για το σκοπό αυτό, παρέχουν έναν ή περισσότερους ασφαλείς δίαυλους επικοινωνίας για πρόσωπο που επιθυμεί να προβεί στις εν λόγω καταγγελίες:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, με τους αναφερόμενους στην παρούσα παράγραφο δίαυλους επικοινωνίας διασφαλίζεται ότι η ταυτότητα του προσώπου που παρέχει πληροφορίες είναι γνωστή μόνο στην αρμόδια Εποπτική Αρχή. (β) Οι αναφερόμενοι στην παράγραφο (α) μηχανισμοί περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα: (i) Ειδικές διαδικασίες για την παραλαβή καταγγελιών για παραβάσεις και την παρακολούθηση της έκβασής τους· (ii) κατάλληλη προστασία των υπαλλήλων υπόχρεης οντότητας ή των προσώπων με παρόμοιο καθεστώς στην υπόχρεη οντότητα, οι οποίοι καταγγέλλουν παραβάσεις που διαπράχθηκαν εντός της υπόχρεης οντότητας· (iii) κατάλληλη προστασία του προσώπου που αφορά η παράβαση· (iv) προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τόσο του προσώπου που καταγγέλλει παράβαση, όσο και του φυσικού προσώπου το οποίο κατά τη διερεύνηση, φέρεται ότι διέπραξε παράβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679· (v) σαφείς κανόνες, ώστε να διασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα, σε όλες τις περιπτώσεις, σχετικά με το πρόσωπο το οποίο καταγγέλλει παραβάσεις οι οποίες έχουν διαπραχθεί εντός της υπόχρεης οντότητας, εκτός εάν η αποκάλυψη της ταυτότητάς του απαιτείται από άλλη νομοθεσία στη Δημοκρατία, στο πλαίσιο περαιτέρω ερευνών ή επακόλουθης δικαστικής διαδικασίας. (γ) Κάθε υπόχρεη οντότητα καθιερώνει κατάλληλες διαδικασίες που επιτρέπουν στους υπαλλήλους ή στα πρόσωπα με παρόμοιο καθεστώς να καταγγέλλουν παραβάσεις εσωτερικά, μέσω ειδικού, ανεξάρτητου και ανώνυμου δίαυλου επικοινωνίας, ανάλογου προς τον χαρακτήρα και το μέγεθος της εκάστοτε υπόχρεης οντότητας:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένου εργαζομένου και αντιπροσώπου υπόχρεης οντότητας, το οποίο αναφέρει υπόνοιες για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για χρηματοδότηση της τρομοκρατίας εσωτερικά ή στη Μονάδα, τυγχάνει νομικής προστασίας από την έκθεσή του σε απειλές, αντίποινα ή εχθρικές ενέργειες, ιδίως δε από εργασιακές ενέργειες που είναι δυσμενείς ή που εισάγουν διακρίσεις:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, πρόσωπο το οποίο εκτίθεται σε απειλές, εχθρικές ενέργειες ή εργασιακές ενέργειες που είναι δυσμενείς ή που εισάγουν διακρίσεις επειδή αναφέρει υπόνοιες για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας εσωτερικά ή στη Μονάδα, έχει δικαίωμα να υποβάλλει καταγγελία κατά τρόπο ασφαλή στις αντίστοιχες Εποπτικές Αρχές και, χωρίς να θίγεται ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των συλλεγόμενων από τη Μονάδα πληροφοριών, τέτοιο πρόσωπο έχει δικαίωμα αποτελεσματικής θεραπείας για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του σύμφωνα με το παρόν εδάφιο. (6Γ) Οι Εποπτικές Αρχές διασφαλίζουν ότι διαθέτουν επαρκείς οικονομικούς, ανθρώπινους και τεχνικούς πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων τους και ότι το προσωπικό τους διαθέτει ακεραιότητα χαρακτήρα και τα απαιτούμενα προσόντα, και διατηρεί υψηλό επαγγελματικό επίπεδο, μεταξύ άλλων και σε ζητήματα εμπιστευτικότητας, προστασίας των δεδομένων και κανόνων για την αντιμετώπιση της σύγκρουσης συμφερόντων. (6Δ) Οι Εποπτικές Αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β) και (γ) του εδαφίου (1) παρέχουν στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων της βάσει των διατάξεων της Οδηγίας της Ε.Ε. (6Ε) Οι αναφερόμενες στις παραγράφους (δ), (ε) και (στ) του εδαφίου (1) Εποπτικές Αρχές δημοσιεύουν ετήσια έκθεση η οποία περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με- (α) τα μέτρα που έλαβαν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, (β) όπου εφαρμόζεται, τον αριθμό των καταγγελιών που έλαβαν σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (6Β), (γ) όπου εφαρμόζεται, τον αριθμό και την περιγραφή των μέτρων που εφαρμόστηκαν βάσει των διατάξεων του εδαφίου (5Α) ή/και ευρύτερα των διατάξεων του παρόντος άρθρου, για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των υπόχρεων οντοτήτων προς τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με- (i) τα άρθρα 60, 61, 62, 63, 64, 65 και 66· αναφορικά με τη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη, (ii) τα άρθρα 69 και 70 αναφορικά με την αναφορά ύποπτων συναλλαγών, (iii) το άρθρο 68 αναφορικά με την τήρηση αρχείων, και (iv) τα άρθρα 68Α, 58 και 58Δ αναφορικά με τους εσωτερικούς ελέγχους.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Σε περίπτωση που Εποπτική Αρχή έχει πληροφορίες και πιστεύει ότι πρόσωπο ενέχεται σε διάπραξη αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας ή άλλων ποινικών αδικημάτων που προβλέπονται με τον παρόντα Νόμο - (α) διαβιβάζει, το συντομότερο δυνατό, τις πληροφορίες στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, και (β) σε περίπτωση που οι πληροφορίες αφορούν συγκεκριμένα χρηματικά ποσά, ανεξαρτήτως του ύψους τους, για τα οποία υπάρχει εύλογη υποψία ότι συνιστούν έσοδα από παράνομες δραστηριότητες ή σχετίζονται με τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, διαβιβάζει το συντομότερο δυνατό τις πληροφορίες στη Μονάδα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Η Μονάδα και οι Εποπτικές Αρχές προσώπων που διεξάγουν χρηματοοικονομικές ή άλλες δραστηριότητες, δύνανται να αλληλοενημερώνονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες, στα πλαίσια εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους, που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Οι Εποπτικές Αρχές δύνανται- (α) να ζητούν και συλλέγουν από πρόσωπα που υπόκεινται στην εποπτεία τους πληροφορίες απαραίτητες ή χρήσιμες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους και να απαιτούν, μέσα σε ταχθείσα προθεσμία, την παροχή πληροφοριών, στοιχείων και εγγράφων. Σε περίπτωση άρνησης οποιουδήποτε προσώπου που υπόκειται στην εποπτεία τους να συμμορφωθεί με αίτημά τους για συλλογή πληροφοριών μέσα στην ταχθείσα προθεσμία ή σε περίπτωση που αυτό αρνείται να δώσει οποιεσδήποτε πληροφορίες ή επιδεικνύει ή προσκομίζει ελλιπείς ή ψευδείς ή παραποιημένες πληροφορίες, έχουν εξουσία να λάβουν όλα ή οποιαδήποτε από τα μέτρα που αναφέρονται στο εδάφιο (6) του παρόντος άρθρου· και (β) για σκοπούς εξακρίβωσης της συμμόρφωσης των προσώπων που υπόκεινται στην εποπτεία τους να διενεργούν ελέγχους, να ζητούν, επιθεωρούν και συλλέγουν πληροφορίες, να εισέρχονται σε γραφεία και επαγγελματικούς χώρους των εποπτευόμενων προσώπων και να ελέγχουν αρχεία, βιβλία, λογαριασμούς, άλλα έγγραφα και στοιχεία αποθηκευμένα σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές ή άλλα ηλεκτρονικά μέσα και να λαμβάνουν αντίγραφα ή αποσπάσματά τους:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι οποιοδήποτε πρόσωπο από το οποίο οι Εποπτικές Αρχές απαιτούν την υποβολή πληροφοριών οφείλει να συμμορφώνεται με την εν λόγω απαίτηση:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στις Εποπτικές Αρχές σε σχέση με χρηματοοικονομικές δραστηριότητες κατά την άσκηση της εξουσίας τους είναι εμπιστευτικής φύσης και δύνανται να χρησιμοποιηθούν μόνο για σκοπούς άσκησης των αρμοδιοτήτων τους βάσει του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Σε περίπτωση που υπόχρεη οντότητα διατηρεί υποκατάστημα ή/και θυγατρική σε τρίτη χώρα και εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου (5) του άρθρου 68Α για τη λήψη επιπρόσθετων μέτρων, η αρμόδια Εποπτική Αρχή προβαίνει σε επιπρόσθετες εποπτικές ενέργειες, περιλαμβανομένων- (α) να απαιτήσει από τον όμιλο να μην συνάψει ή να τερματίσει επιχειρηματικές σχέσεις και να μην εκτελέσει συναλλαγές, και (β) εφόσον είναι απαραίτητο, να ζητήσει από τον όμιλο να παύσει τις δραστηριότητές του στην τρίτη χώρα, σε περίπτωση που τα επιπρόσθετα μέτρα που οι υπόχρεες οντότητες οφείλουν να λάβουν δεν επαρκούν.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(11)</span>(α) Σε περίπτωση που υπόχρεη οντότητα από άλλο κράτος μέλος λειτουργεί εγκαταστάσεις στη Δημοκρατία, η αρμόδια Εποπτική Αρχή διασφαλίζει με εποπτικές δράσεις ότι οι εν λόγω εγκαταστάσεις εφαρμόζουν τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. (β) Σε περίπτωση πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών που ανήκουν σε όμιλο, η αρμόδια Εποπτική Αρχή, για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου (α), συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η μητρική επιχείρηση. (γ) Σε περίπτωση που υπόχρεη οντότητα είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία υπό μορφή αντιπροσώπου ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος ή αντιπροσώπου ιδρύματος πληρωμών, η αρμόδια Εποπτική Αρχή δύναται να περιλάβει στις εποπτικές της δράσεις που προβλέπονται στο παρόν Μέρος τη λήψη κατάλληλων και αναλογικών μέτρων για την αντιμετώπιση σοβαρών ελλείψεων που απαιτούν άμεσες λύσεις:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι τα αναφερόμενα στο παρόν εδάφιο μέτρα είναι προσωρινά και δύνανται να ανακληθούν όταν αντιμετωπισθούν οι ελλείψεις που έχουν επισημανθεί, μεταξύ άλλων, με τη συνδρομή ή τη συνεργασία των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής της υπόχρεης οντότητας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(12)</span>Σε περίπτωση πιστωτικού ιδρύματος ή χρηματοπιστωτικού οργανισμού που ανήκει σε όμιλο και του οποίου η μητρική επιχείρηση είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία, η αρμόδια Εποπτική Αρχή εποπτεύει την αποτελεσματική εφαρμογή των αναφερόμενων στις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 68Α πολιτικών και διαδικασιών σε επίπεδο ομίλου:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι η αρμόδια Εποπτική Αρχή συνεργάζεται για τον σκοπό αυτό, με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένα τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί που αποτελούν μέρος του ομίλου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(13)</span>Οι Εποπτικές Αρχές δύνανται, πέραν των μέτρων που προβλέπονται στις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 64- (α) να απαιτούν από τις υπόχρεες οντότητες να εφαρμόζουν, ανάλογα με την περίπτωση, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα πρόσθετα μέτρα μετριασμού σε πρόσωπα και νομικές οντότητες που εκτελούν συναλλαγές με τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου: (i) εφαρμογή πρόσθετων στοιχείων αυξημένης δέουσας επιμέλειας· (ii) εισαγωγή ενισχυμένων σχετικών μηχανισμών αναφοράς ή συστηματικής αναφοράς χρηματοοικονομικών συναλλαγών· (iii) περιορισμό των επιχειρηματικών σχέσεων ή των συναλλαγών με φυσικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες από τις εν λόγω χώρες, (β) να εφαρμόζουν, όπου αρμόζει, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα σχετικά με τις τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου: (i) Άρνηση της ίδρυσης θυγατρικών ή υποκαταστημάτων ή γραφείων εκπροσώπησης υπόχρεων οντοτήτων από την ενδιαφερόμενη χώρα, ή συνεκτίμηση με άλλο τρόπο του γεγονότος ότι η σχετική υπόχρεη οντότητα προέρχεται από χώρα που δεν διαθέτει επαρκή μέτρα καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας· (ii) απαγόρευση σε υπόχρεες οντότητες να ιδρύουν υποκαταστήματα ή γραφεία εκπροσώπησης στην ενδιαφερόμενη χώρα, ή συνεκτίμηση με άλλο τρόπο του γεγονότος ότι το σχετικό υποκατάστημα ή γραφείο εκπροσώπησης θα βρισκόταν σε χώρα που δεν διαθέτει επαρκή μέτρα καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας· (iii) απαίτηση για αυξημένη εποπτική εξέταση ή απαίτηση για αυξημένο εξωτερικό έλεγχο για τα υποκαταστήματα και τις θυγατρικές υπόχρεων οντοτήτων που ευρίσκονται στην εν λόγω χώρα· (iv) απαίτηση αυξημένου εξωτερικού ελέγχου για τους χρηματοπιστωτικούς ομίλους σε σχέση με οποιοδήποτε από τα υποκαταστήματα και τις θυγατρικές που βρίσκονται στην ενδιαφερόμενη χώρα·</div></div>", "next": 239633}