{"html": "<div class=\"lf-doc\"><div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που οι οργανωτικές ή διοικητικές ρυθμίσεις που εφαρμόζει η ΚΕΠΕΥ, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 17(3), για να αποφευχθούν οι αρνητικές συνέπειες των συγκρούσεων συμφερόντων στα συμφέροντα του πελάτη της, δεν επαρκούν για να εξασφαλιστεί με εύλογη βεβαιότητα η αποφυγή των κινδύνων να επηρεασθούν αρνητικά τα συμφέροντα των πελατών, η ΚΕΠΕΥ κοινοποιεί σαφώς στον πελάτη τη γενική φύση ή/και τις πηγές των συγκρούσεων συμφερόντων και τα μέτρα που έχουν ληφθεί για το μετριασμό αυτών των κινδύνων, προτού αναλάβει να ασκήσει δραστηριότητες για λογαριασμό του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η κοινοποίηση που αναφέρεται στο εδάφιο (2)- (α) Πραγματοποιείται σε σταθερό μέσο· και (β) περιλαμβάνει επαρκείς λεπτομέρειες, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του πελάτη, ώστε να μπορεί ο πελάτης να λάβει εμπεριστατωμένη απόφαση για την υπηρεσία, στο πλαίσιο της οποίας ανακύπτει η σύγκρουση συμφερόντων.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΤΜΗΜΑ 2 - Διατάξεις για την προστασία των επενδυτών</h3>\n<p class=\"lf-p\">Γενικές αρχές και πληροφόρηση πελατών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-25\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 25</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">25.-(1) Η ΚΕΠΕΥ ενεργεί δίκαια, με εντιμότητα και επαγγελματισμό κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή, όπου εφαρμόζεται, παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες, ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών της, και να συμμορφώνεται ιδίως με τις αρχές που αναφέρονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 26.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Οι ΚΕΠΕΥ, που παράγουν χρηματοοικονομικά μέσα προς πώληση σε πελάτες - (i) Διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω χρηματοοικονομικά μέσα σχεδιάζονται με τρόπο ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες μιας προσδιορισμένης αγοράς-στόχου τελικών πελατών, εντός της σχετικής κατηγορίας ή πελατών∙ και (ii) διασφαλίζουν ότι η στρατηγική για τη διανομή των χρηματοοικονομικών μέσων είναι συμβατή με την προσδιορισμένη αγορά-στόχο∙ και (iii) λαμβάνουν εύλογα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα χρηματοοικονομικά μέσα διανέμονται στην προσδιορισμένη αγορά-στόχο. (β) Η ΚΕΠΕΥ κατανοεί τα χρηματοοικονομικά μέσα τα οποία προσφέρει ή συνιστά, αξιολογεί τη συμβατότητα των χρηματοοικονομικών μέσων με τις ανάγκες των πελατών στους οποίους παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες, λαμβάνοντας υπόψη και την προσδιορισμένη αγορά-στόχο τελικών πελατών, που αναφέρεται στο άρθρο 17(3) και διασφαλίζει ότι τα χρηματοοικονομικά μέσα προσφέρονται ή συνιστώνται μόνο όταν αυτό είναι προς το συμφέρον του πελάτη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι ΚΕΠΕΥ διασφαλίζουν ότι - (α) Όλες οι πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, τις οποίες απευθύνουν σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές∙ και (β) οι διαφημιστικές ανακοινώσεις μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>(α) Η ΚΕΠΕΥ διασφαλίζει ότι παρέχει, στους πελάτες ή τους δυνητικούς πελάτες, εγκαίρως κατάλληλη πληροφόρηση σχετικά με την ΚΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, τα χρηματοοικονομικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, τους τόπους εκτέλεσης και το κόστος και τις συναφείς επιβαρύνσεις, και ότι η πληροφόρηση αυτή περιλαμβάνει τα εξής: (i) Κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, η ΚΕΠΕΥ οφείλει, εγκαίρως πριν από την παροχή των επενδυτικών συμβουλών, να ενημερώνει τον πελάτη- (Α) κατά πόσο οι συμβουλές παρέχονται σε ανεξάρτητη βάση ή όχι· και (Β) κατά πόσο οι συμβουλές στηρίζονται σε ευρεία ή πιο περιορισμένη ανάλυση των διαφόρων τύπων χρηματοοικονομικών μέσων και, ιδίως, εάν το εύρος αυτό περιορίζεται στα χρηματοοικονομικά μέσα που εκδίδονται ή διατίθενται από οντότητες που έχουν στενούς δεσμούς με την ΚΕΠΕΥ ή οποιεσδήποτε άλλες νομικές ή οικονομικές σχέσεις, όπως τόσο στενές συμβατικές σχέσεις ώστε να υπάρχει ο κίνδυνος επηρεασμού της ανεξάρτητης βάσης των παρεχομένων συμβουλών· (Γ) κατά πόσο η ΚΕΠΕΥ θα παρέχει στον πελάτη περιοδική αξιολόγηση της καταλληλότητας των χρηματοοικονομικών μέσων που προτείνονται στον εν λόγω πελάτη· (ii) οι πληροφορίες για τα χρηματοοικονομικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές πρέπει να περιλαμβάνουν κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που σχετίζονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω μέσα ή με την υιοθέτηση συγκεκριμένων επενδυτικών στρατηγικών και να αναφέρουν κατά πόσο το χρηματοοικονομικό μέσο απευθύνεται σε ιδιώτες ή επαγγελματίες πελάτες, λαμβάνοντας υπόψη την προσδιορισμένη αγορά-στόχο σύμφωνα με το εδάφιο (2)· (iii) οι πληροφορίες για όλα τα κόστη και τις συναφείς επιβαρύνσεις πρέπει να περιλαμβάνουν πληροφορίες που να σχετίζονται τόσο με τις επενδυτικές υπηρεσίες όσο και με τις παρεπόμενες υπηρεσίες, περιλαμβανομένου του κόστους των συμβουλευτικών υπηρεσιών, κατά περίπτωση, του κόστους του χρηματοοικονομικού μέσου που προτείνεται ή διαφημίζεται στον πελάτη, και του τρόπου με τον οποίο ο πελάτης δύναται να το πληρώσει, περιλαμβάνοντας και όλες τις πληρωμές προς τρίτους. (β) Η ΚΕΠΕΥ διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες σχετικά με όλα τα κόστη και τις επιβαρύνσεις, περιλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται με την επενδυτική υπηρεσία και το χρηματοοικονομικό μέσο και που δεν προκαλούνται από την εμφάνιση υποκείμενου κινδύνου της αγοράς, αθροίζονται για να επιτρέψουν στον πελάτη να κατανοήσει το συνολικό κόστος καθώς και τη σωρευτική επίδρασή του στην απόδοση της επένδυσης και, εάν το ζητήσει ο πελάτης, συνοδεύονται από αναλυτική καταγραφή του κόστους. Όπου εφαρμόζεται, οι πληροφορίες αυτές παρέχονται στον πελάτη σε τακτική βάση, τουλάχιστον ετήσια, κατά τη διάρκεια ισχύος της επένδυσης.</div>\n<p class=\"lf-p\">(γ) Σε περίπτωση που η συμφωνία για αγορά χρηματοοικονομικού μέσου έχει συναφθεί μέσω επικοινωνίας εξ αποστάσεως, που δεν καθιστά δυνατή την εκ των προτέρων παράδοση πληροφοριών σχετικά με το κόστος και τις επιβαρύνσεις, η ΚΕΠΕΥ δικαιούται να παρέχει τέτοιου είδους πληροφορίες κόστους και επιβαρύνσεων είτε σε ηλεκτρονική μορφή, είτε σε έντυπη μορφή, εφόσον το ζητήσει ιδιώτης πελάτης, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής, εφόσον πληρούνται αμφότερες οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (i) Ο πελάτης έχει συμφωνήσει να λάβει τις πληροφορίες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής∙ (ii) η ΚΕΠΕΥ έχει προσφέρει στον πελάτη τη δυνατότητα να καθυστερήσει την ολοκλήρωση της συναλλαγής έως ότου ο πελάτης λάβει τις πληροφορίες:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, επιπροσθέτως των προϋποθέσεων που καθορίζονται στις υποπαραγράφους (i) και (ii), η ΚΕΠΕΥ υποχρεούται να παρέχει στον πελάτη τη δυνατότητα να λαμβάνει τις πληροφορίες σχετικά με το κόστος και τις επιβαρύνσεις τηλεφωνικώς πριν από τη σύναψη της συναλλαγής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η ΚΕΠΕΥ διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες που αναφέρονται στα εδάφια (4) και (9) παρέχονται σε κατανοητή μορφή κατά τρόπο ώστε οι πελάτες ή οι δυνητικοί πελάτες να είναι εύλογα σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της επενδυτικής υπηρεσίας και του συγκεκριμένου τύπου του προσφερόμενου χρηματοοικονομικού μέσου και, ως εκ τούτου, να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί μιας εμπεριστατωμένης βάσης. Οι πληροφορίες αυτές δύνανται να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή. (5Α)(α) Η ΚΕΠΕΥ παρέχει σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες όλες τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, σε ηλεκτρονική μορφή, εκτός εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης είναι ιδιώτης πελάτης ή δυνητικός ιδιώτης πελάτης που έχει ζητήσει να λαμβάνει τις πληροφορίες σε έντυπη μορφή, οπότε στην περίπτωση αυτή η ΚΕΠΕΥ παρέχει τις εν λόγω πληροφορίες δωρεάν σε έντυπη μορφή. (β) Η ΚΕΠΕΥ ενημερώνει τους ιδιώτες πελάτες ή τους δυνητικούς ιδιώτες πελάτες ότι έχουν την επιλογή να λαμβάνουν τις πληροφορίες σε έντυπη μορφή. (γ) Η ΚΕΠΕΥ ενημερώνει- (i) τους υφιστάμενους ιδιώτες πελάτες που λαμβάνουν τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, σε έντυπη μορφή, σχετικά με το γεγονός ότι θα λαμβάνουν τις εν λόγω πληροφορίες σε ηλεκτρονική μορφή τουλάχιστον οκτώ (8) εβδομάδες πριν από την αποστολή των εν λόγω πληροφοριών σε ηλεκτρονική μορφή· (ii) τους υφιστάμενους ιδιώτες πελάτες ότι έχουν τη δυνατότητα είτε να συνεχίσουν να λαμβάνουν πληροφορίες σε έντυπη μορφή, είτε να επιλέξουν να λαμβάνουν τις πληροφορίες σε ηλεκτρονική μορφή· (iii)τους υφιστάμενους ιδιώτες πελάτες ότι θα υπάρξει αυτόματη μετάβαση σε ηλεκτρονική μορφή, εάν δεν ζητήσουν τη συνέχιση της παροχής των πληροφοριών σε έντυπη μορφή εντός της εν λόγω περιόδου των οκτώ (8) εβδομάδων:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, οι υφιστάμενοι ιδιώτες πελάτες που λαμβάνουν ήδη τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου σε ηλεκτρονική μορφή, δεν χρειάζεται να ενημερώνονται.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Όταν η επενδυτική υπηρεσία προσφέρεται ως μέρος χρηματοοικονομικού προϊόντος που ήδη υπόκειται σε άλλες διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τα πιστωτικά ιδρύματα και την καταναλωτική πίστη, όσον αφορά τις απαιτήσεις πληροφόρησης, η εν λόγω υπηρεσία δεν υπόκειται επιπροσθέτως στις επιβαλλόμενες με τα εδάφια (3), (4) και (5) υποχρεώσεις.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Όταν η ΚΕΠΕΥ ενημερώνει τον πελάτη ότι παρέχονται επενδυτικές συμβουλές σε ανεξάρτητη βάση, η εν λόγω ΚΕΠΕΥ- (α) Αξιολογεί ένα επαρκώς ευρύ φάσμα χρηματοοικονομικών μέσων που είναι διαθέσιμα στην αγορά και τα οποία πρέπει να είναι επαρκώς διαφορετικά ως προς τον τύπο και τους εκδότες τους ή τους παρόχους των προϊόντων, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι επενδυτικοί στόχοι του πελάτη μπορούν να επιτευχθούν κατάλληλα, και δεν πρέπει να περιορίζεται στα χρηματοοικονομικά μέσα που εκδίδονται ή παρέχονται από- (i) την ίδια την ΚΕΠΕΥ ή οντότητες που συνδέονται με στενούς δεσμούς με την ΚΕΠΕΥ· ή (ii) άλλες οντότητες με τις οποίες η ΚΕΠΕΥ έχει τέτοιες στενές νομικές ή οικονομικές σχέσεις, όπως για παράδειγμα συμβατικές σχέσεις, ώστε να υπάρχει ο κίνδυνος επηρεασμού της ανεξάρτητης βάσης των παρεχομένων συμβουλών· (β) δεν αποδέχεται και δεν παρακρατεί αμοιβές, προμήθειες ή άλλα χρηματικά ή μη χρηματικά οφέλη που καταβάλλονται ή παρέχονται από τρίτο μέρος ή από πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τρίτου μέρους, σε σχέση με την παροχή της υπηρεσίας προς τους πελάτες∙ ήσσονος σημασίας μη χρηματικά οφέλη, τα οποία μπορούν να ενισχύσουν την ποιότητα της υπηρεσίας που παρέχεται σε πελάτη και είναι τέτοιας κλίμακας και φύσης ώστε να μην μπορεί να κριθεί ότι επηρεάζουν τη συμμόρφωση με την υποχρέωση της ΚΕΠΕΥ να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα του πελάτη, πρέπει να κοινοποιούνται σαφώς και εξαιρούνται από την παρούσα παράγραφο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Κατά την παροχή διαχείρισης χαρτοφυλακίου, η ΚΕΠΕΥ δεν αποδέχεται και δεν παρακρατεί αμοιβές, προμήθειες ή άλλα χρηματικά ή μη χρηματικά οφέλη που καταβάλλονται ή παρέχονται από τρίτο μέρος ή από πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τρίτου μέρους σε σχέση με την παροχή της υπηρεσίας προς τους πελάτες. Ήσσονος σημασίας μη χρηματικά οφέλη, τα οποία μπορούν να ενισχύσουν την ποιότητα της υπηρεσίας που παρέχεται σε πελάτη και είναι τέτοιας κλίμακας και φύσης ώστε να μην μπορεί να κριθεί ότι επηρεάζουν τη συμμόρφωση με την υποχρέωση της ΚΕΠΕΥ να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα του πελάτη, πρέπει να κοινοποιούνται σαφώς και εξαιρούνται από το παρόν εδάφιο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>(α) Οι ΚΕΠΕΥ δεν θεωρείται ότι εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει του άρθρου 24 ή δυνάμει του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, όταν καταβάλλουν ή εισπράττουν οποιαδήποτε αμοιβή ή προμήθεια ή παρέχουν ή δέχονται οποιοδήποτε μη χρηματικό όφελος, σε σχέση με την παροχή επενδυτικής υπηρεσίας ή παρεπόμενης υπηρεσίας, προς ή από οιοδήποτε μέρος πλην του πελάτη ή ενός προσώπου για λογαριασμό του πελάτη, εκτός από τις περιπτώσεις όπου η πληρωμή ή το όφελος- (i) Έχει σχεδιαστεί για την ενίσχυση της ποιότητας της εν λόγω υπηρεσίας προς τον πελάτη∙ και (ii) δεν επηρεάζει τη συμμόρφωση με την υποχρέωση των ΚΕΠΕΥ να ενεργούν με έντιμο, δίκαιο και επαγγελματικό τρόπο προς το βέλτιστο συμφέρον των πελατών τους. (β) Η ύπαρξη, η φύση και το ποσό της αμοιβής ή του οφέλους που αναφέρεται στην παράγραφο (α) ή, εάν το ποσό δεν μπορεί να προσδιοριστεί, η μέθοδος υπολογισμού του εν λόγω ποσού, πρέπει να κοινοποιούνται σαφώς στον πελάτη, με περιεκτικό, ακριβή και κατανοητό τρόπο, πριν από την παροχή της σχετικής επενδυτικής υπηρεσίας ή παρεπόμενης υπηρεσίας. Όπου εφαρμόζεται, η ΚΕΠΕΥ ενημερώνει επίσης τον πελάτη σχετικά με τους μηχανισμούς για τη μεταφορά στον πελάτη της αμοιβής, της προμήθειας ή του χρηματικού ή μη χρηματικού οφέλους που έχει λάβει σε σχέση με την παροχή της επενδυτικής υπηρεσίας ή παρεπόμενης υπηρεσίας. (γ) Η καταβολή αμοιβής ή οφέλους, που επιτρέπει ή είναι αναγκαία για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, όπως τα έξοδα φύλαξης, τα τέλη διακανονισμού και τα χρηματιστηριακά τέλη, τα ρυθμιστικά τέλη ή τα νομικά έξοδα, και η οποία αμοιβή ή όφελος δεν μπορεί από τη φύση του να οδηγήσει σε σύγκρουση με την υποχρέωση της ΚΕΠΕΥ να ενεργεί με έντιμο, δίκαιο και επαγγελματικό τρόπο προς το βέλτιστο συμφέρον των πελατών της, δεν υπόκειται στις απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο (α). (9Α)(α) Η παροχή έρευνας από τρίτους σε ΚΕΠΕΥ που παρέχει διαχείριση χαρτοφυλακίου ή άλλες επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες σε πελάτες θεωρείται ότι πληροί τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο εδάφιο (1), σε περίπτωση που- (i) πριν από την παροχή υπηρεσιών εκτέλεσης ή έρευνας, έχει συναφθεί συμφωνία μεταξύ της ΚΕΠΕΥ και του παρόχου έρευνας, στην οποία προσδιορίζεται το μέρος τυχόν συνδυασμένων επιβαρύνσεων ή από κοινού πληρωμών που αντιστοιχεί στην έρευνα· και (ii) η ΚΕΠΕΥ ενημερώνει τους πελάτες της σχετικά με τις από κοινού πληρωμές για υπηρεσίες εκτέλεσης και έρευνες που πραγματοποιούνται σε τρίτους παρόχους έρευνας· και (iii) η έρευνα για την οποία καταβάλλονται οι συνδυασμένες επιβαρύνσεις ή πραγματοποιείται η από κοινού πληρωμή αφορά εκδότες των οποίων η χρηματιστηριακή αξία κατά τη διάρκεια των τριάντα έξι (36) μηνών που προηγούνται της παροχής έρευνας δεν υπερβαίνει το ένα δισεκατομμύριο ευρώ (€1.000.000.000), όπως προκύπτει από τα στοιχεία στο τέλος κάθε έτους κατά τη διάρκεια των ετών κατά τα οποία είναι ή ήταν εισηγμένες ή από τα ίδια κεφάλαια κατά τη διάρκεια των οικονομικών ετών κατά τα οποία δεν είναι ή δεν ήταν εισηγμένες.</div>\n<p class=\"lf-p\">(β) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η έρευνα καλύπτει υλικό ή υπηρεσίες έρευνας που αφορούν ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία ή τους εκδότες ή εν δυνάμει εκδότες χρηματοοικονομικών μέσων ή ότι καλύπτει υλικό ή υπηρεσίες έρευνας που συνδέονται στενά με έναν συγκεκριμένο κλάδο ή αγορά, ώστε να τεκμηριώνει απόψεις για τα χρηματοοικονομικά μέσα, τα περιουσιακά στοιχεία ή τους εκδότες στο πλαίσιο του εν λόγω κλάδου ή της εν λόγω αγοράς. (γ) Η έρευνα περιλαμβάνει υλικό ή υπηρεσίες που συνιστούν ή υποδεικνύουν ρητώς ή σιωπηρώς μια επενδυτική στρατηγική και παρέχουν τεκμηριωμένη γνώμη σχετικά με την παρούσα ή τη μελλοντική αξία ή την τιμή χρηματοοικονομικών μέσων ή περιουσιακών στοιχείων ή περιέχουν, υπό άλλη μορφή, ανάλυση και πρωτότυπες ιδέες και καταλήγουν σε συμπεράσματα με βάση νέες ή υφιστάμενες πληροφορίες που δύνανται να χρησιμοποιηθούν για να τεκμηριωθεί μια επενδυτική στρατηγική και να είναι συναφής και ικανή να προσθέσει αξία στις αποφάσεις της ΚΕΠΕΥ για λογαριασμό των πελατών που χρεώνονται για την εν λόγω έρευνα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Η ΚΕΠΕΥ που παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες σε πελάτες διασφαλίζει ότι η απόδοση του προσωπικού της δεν αμείβεται ούτε αξιολογείται κατά τρόπο που έρχεται σε σύγκρουση με το καθήκον της να ενεργεί προς το βέλτιστο συμφέρον των πελατών της. Ειδικότερα, τέτοια ΚΕΠΕΥ δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε ρύθμιση υπό τη μορφή αμοιβών, στόχων πωλήσεων ή υπό άλλη μορφή, που θα μπορούσε να αποτελέσει κίνητρο για το προσωπικό της να συστήσει ένα συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο σε ιδιώτη πελάτη, ενώ η ΚΕΠΕΥ θα μπορούσε να προσφέρει διαφορετικό χρηματοοικονομικό μέσο το οποίο θα ικανοποιούσε καλύτερα τις ανάγκες του πελάτη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(11)</span>(α) Εάν μια επενδυτική υπηρεσία προσφέρεται σε συνδυασμό με άλλη υπηρεσία ή προϊόν ως μέρος πακέτου ή ως όρος για την ίδια συμφωνία ή πακέτο, η ΚΕΠΕΥ ενημερώνει τον πελάτη κατά πόσο υπάρχει η δυνατότητα αγοράς των διάφορων στοιχείων χωριστά, και παρέχει χωριστή τεκμηρίωση για το κόστος και τις επιβαρύνσεις κάθε στοιχείου. (β) Όταν οι κίνδυνοι που προκύπτουν από την αναφερόμενη στην παράγραφο (α) συμφωνία ή πακέτο που προσφέρεται σε ιδιώτη πελάτη είναι πιθανόν να διαφέρουν από τους κινδύνους που σχετίζονται με κάθε στοιχείο χωριστά, η ΚΕΠΕΥ παρέχει επαρκή περιγραφή των διαφορετικών στοιχείων της συμφωνίας ή πακέτου και του τρόπου με τον οποίο η αλληλεπίδρασή τους μεταβάλλει τους κινδύνους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(12)</span>(α) Η Επιτροπή δύναται, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με οδηγίες της να επιβάλει πρόσθετες απαιτήσεις στις ΚΕΠΕΥ, σε σχέση με θέματα που καλύπτονται από το παρόν άρθρο. Οι απαιτήσεις αυτές πρέπει να αιτιολογούνται αντικειμενικά και να είναι αναλογικές, με στόχο να αντιμετωπίζονται ορισμένοι κίνδυνοι για την προστασία των επενδυτών ή την ακεραιότητα της αγοράς, οι οποίοι είναι ιδιαίτερα σημαντικοί υπό τις περιστάσεις που δημιουργεί η δομή της αγοράς στη Δημοκρατία. (β) Η Επιτροπή γνωστοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάθε απαίτηση την οποία προτίθεται να επιβάλει σύμφωνα με το παρόν εδάφιο, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και τουλάχιστον δύο μήνες πριν από την ορισθείσα ημερομηνία έναρξης ισχύος της απαίτησης. Η γνωστοποίηση περιλαμβάνει και αιτιολόγηση της εν λόγω απαίτησης. Αυτές οι πρόσθετες απαιτήσεις δεν περιορίζουν, ούτε επηρεάζουν με άλλον τρόπο, τα δικαιώματα των ΚΕΠΕΥ όπως αυτά ορίζονται στα Άρθρα 34 και 35 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 9(I)/2022 Αξιολόγηση της καταλληλότητας και της συμβατότητας και ενημέρωση προς τους πελάτες</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-26\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 26</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">26.-(1) Οι ΚΕΠΕΥ διασφαλίζουν, και αποδεικνύουν στην Επιτροπή κατόπιν απαίτησής της, ότι τα φυσικά πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή πληροφόρηση, σχετικά με χρηματοοικονομικά μέσα, επενδυτικές υπηρεσίες ή παρεπόμενες υπηρεσίες, σε πελάτες για λογαριασμό της ΚΕΠΕΥ, διαθέτουν τις απαιτούμενες γνώσεις και ικανότητες για να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, βάσει του άρθρου 25 και του παρόντος άρθρου. Η Επιτροπή δημοσιεύει, με την έκδοση οδηγίας της, τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση των εν λόγω γνώσεων και ικανοτήτων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Όταν η ΚΕΠΕΥ παρέχει επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνει στη διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλει να αντλεί τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα, σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο προϊόντος ή υπηρεσίας, σχετικά με τη χρηματοοικονομική του κατάσταση, περιλαμβανομένης της δυνατότητάς του να υποστεί ζημίες, καθώς και σχετικά με τους επενδυτικούς του στόχους, περιλαμβανομένου του επιπέδου ανοχής κινδύνου, ώστε να μπορεί η ΚΕΠΕΥ να του συστήσει τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοοικονομικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή του και, ιδίως, που είναι σύμφωνα με το επίπεδο ανοχής κινδύνου και με τη δυνατότητά του να υποστεί ζημίες. (β) Όταν η ΚΕΠΕΥ παρέχει επενδυτικές συμβουλές, στο πλαίσιο των οποίων συστήνει πακέτο υπηρεσιών ή προϊόντων, σύμφωνα με το άρθρο 25(11), διασφαλίζει ότι το συνολικό πακέτο είναι κατάλληλο για τον πελάτη. (γ)(i) Κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών ή υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, που περιλαμβάνουν την αλλαγή χρηματοοικονομικών μέσων, η ΚΕΠΕΥ οφείλει να αντλεί τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τις επενδύσεις του πελάτη και να αναλύει το κόστος και τα οφέλη της αλλαγής χρηματοοικονομικών μέσων· (ii) κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, η ΚΕΠΕΥ ενημερώνει τον πελάτη εάν τα οφέλη της αλλαγής χρηματοοικονομικών μέσων είναι μεγαλύτερα από το κόστος που συνεπάγεται η εν λόγω αλλαγή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Όταν η ΚΕΠΕΥ παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες, άλλες από αυτές που προβλέπονται στο εδάφιο (2), οφείλει να ζητεί από τον πελάτη ή τον δυνητικό πελάτη να δίνει πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα, σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο προσφερόμενου ή αιτούμενου προϊόντος ή υπηρεσίας, ώστε να μπορεί η ΚΕΠΕΥ να εκτιμήσει κατά πόσο η προτεινόμενη επενδυτική υπηρεσία ή προϊόν είναι συμβατά με τον πελάτη. Όταν πρόκειται για πακέτο υπηρεσιών ή προϊόντων σύμφωνα με το άρθρο 25(11), η ΚΕΠΕΥ διασφαλίζει ότι στην εκτίμηση εξετάζεται κατά πόσο το συνολικό πακέτο είναι συμβατό. (β) Εάν η ΚΕΠΕΥ κρίνει, βάσει των πληροφοριών που έχει λάβει σύμφωνα με την παράγραφο (α), ότι το προϊόν ή η υπηρεσία δεν είναι συμβατά με τον πελάτη ή τον δυνητικό πελάτη, οφείλει να τον προειδοποιήσει σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. (γ) Εάν οι πελάτες ή οι δυνητικοί πελάτες δεν παράσχουν τις κατά την παράγραφο (α) πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία τους, ή αν παράσχουν ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, η ΚΕΠΕΥ οφείλει να τους προειδοποιεί ότι δεν είναι σε θέση να διαπιστώσει κατά πόσον η προτεινόμενη επενδυτική υπηρεσία ή προϊόν είναι συμβατά με αυτούς. Η προειδοποίηση αυτή δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η ΚΕΠΕΥ, όταν παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες που συνίστανται αποκλειστικά στην εκτέλεση εντολών του πελάτη ή τη λήψη και διαβίβασή τους, με ή χωρίς παρεπόμενες υπηρεσίες, εξαιρουμένης της χορήγησης δανείων ή πιστώσεων, όπως καθορίζεται στο σημείο 2 του Μέρους ΙΙ του Πρώτου Παραρτήματος, τα οποία δάνεια ή πιστώσεις δεν αποτελούνται από υφιστάμενα πιστωτικά όρια δανείων, τρεχούμενων λογαριασμών και διευκολύνσεων υπεραναλήψεων πελατών, δύναται να παρέχει τις εν λόγω επενδυτικές υπηρεσίες στους πελάτες της, χωρίς να έχει αναγκαστικά λάβει τις πληροφορίες ή προβεί στη διαπίστωση, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (3), εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Οι υπηρεσίες σχετίζονται με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα χρηματοοικονομικά μέσα: (i) Μετοχές εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε ισοδύναμη αγορά τρίτης χώρας ή σε ΠΜΔ, εφόσον πρόκειται για μετοχές εταιρειών και εξαιρουμένων μετοχών σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που δεν είναι ΟΣΕΚΑ και μετοχών στις οποίες ενσωματώνονται παράγωγα· (ii) ομολογίες ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους, εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε ισοδύναμη αγορά τρίτης χώρας ή σε ΠΜΔ, εξαιρουμένων εκείνων στις οποίες ενσωματώνονται παράγωγα ή στις οποίες περιλαμβάνονται δομές που καθιστούν δύσκολη για τον πελάτη την κατανόηση του εμπλεκόμενου κινδύνου· (iii) μέσα χρηματαγοράς, εξαιρουμένων εκείνων στα οποία ενσωματώνονται παράγωγα ή στα οποία περιλαμβάνονται δομές που καθιστούν δύσκολη για τον πελάτη την κατανόηση του εμπλεκόμενου κινδύνου· (iv) μετοχές ή μερίδια σε ΟΣΕΚΑ εξαιρουμένων των δομημένων ΟΣΕΚΑ όπως αναφέρονται στο Άρθρο 36, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού (EE) αριθ. 583/2010· (v) δομημένες καταθέσεις, εξαιρουμένων εκείνων στις οποίες περιλαμβάνονται δομές που καθιστούν δύσκολη για τον πελάτη την κατανόηση του κινδύνου για την απόδοση ή του κόστους της πρόωρης εξόδου από το προϊόν· (vi) άλλα μη πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου∙ για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, μια αγορά τρίτης χώρας θεωρείται ισοδύναμη με ρυθμιζόμενη αγορά, εάν πληρούνται οι απαιτήσεις και η διαδικασία του Άρθρου 25, παράγραφος 4, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ· (β) η υπηρεσία παρέχεται κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη ή δυνητικού πελάτη· (γ) ο πελάτης ή δυνητικός πελάτης έχει ενημερωθεί σαφώς ότι, κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, η ΚΕΠΕΥ δεν υποχρεούται να εκτιμήσει την συμβατότητα του χρηματοοικονομικού μέσου ή της υπηρεσίας που παρέχεται ή προσφέρεται και ότι, επομένως, ο ίδιος δεν καλύπτεται από την αντίστοιχη προστασία των σχετικών κανόνων επαγγελματικής δεοντολογίας∙ η εν λόγω προειδοποίηση δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή·</div>\n<p class=\"lf-p\">(δ) η ΚΕΠΕΥ συμμορφώνεται με τις κατά το άρθρο 24 υποχρεώσεις της.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η ΚΕΠΕΥ τηρεί αρχείο όπου περιλαμβάνονται έγγραφο ή έγγραφα που καταρτίζονται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της ΚΕΠΕΥ και του πελάτη, τα οποία αναφέρουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, καθώς και τους άλλους όρους υπό τους οποίους η ΚΕΠΕΥ θα παρέχει υπηρεσίες στον πελάτη. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών δύνανται να περιλαμβάνονται με αναφορά σε άλλα έγγραφα ή νομικά κείμενα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>(α) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να χορηγεί στους πελάτες της επαρκείς αναφορές, σε σταθερό μέσο, σχετικά με τις υπηρεσίες που τους παρέχει. Στις αναφορές αυτές περιλαμβάνονται περιοδικές ανακοινώσεις προς τους πελάτες, λαμβανομένων υπόψη του τύπου και της πολυπλοκότητας των συναφών χρηματοοικονομικών μέσων και της φύσης της υπηρεσίας που παρέχεται στον πελάτη, και περιλαμβάνεται, όπου εφαρμόζεται, το κόστος των συναλλαγών και των υπηρεσιών που εκτελούνται ή παρέχονται για λογαριασμό του πελάτη. (β) Κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, η ΚΕΠΕΥ παρέχει στον πελάτη, πριν από τη συναλλαγή, δήλωση, σε σταθερό μέσο, σχετικά με την καταλληλότητα, όπου προσδιορίζονται οι συμβουλές που δίνονται και ο τρόπος με τον οποίο οι εν λόγω συμβουλές ανταποκρίνονται στις προτιμήσεις, τους στόχους και άλλα χαρακτηριστικά του ιδιώτη πελάτη. (γ) Εάν η συμφωνία για αγορά ή πώληση χρηματοοικονομικού μέσου έχει συναφθεί μέσω επικοινωνίας εξ αποστάσεως, κάτι που εμποδίζει την εκ των προτέρων παράδοση της δήλωσης καταλληλότητας, η ΚΕΠΕΥ δύναται να παρέχει τη γραπτή δήλωση σχετικά με την καταλληλότητα, σε σταθερό μέσο, αμέσως μετά που ο πελάτης δεσμεύεται με οποιαδήποτε συμφωνία, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (i) Ο πελάτης έχει συγκατατεθεί να παραλάβει τη δήλωση καταλληλότητας, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής· (ii) η ΚΕΠΕΥ έχει προσφέρει στον πελάτη τη δυνατότητα να καθυστερήσει τη συναλλαγή, ώστε να παραλάβει τη δήλωση καταλληλότητας πριν από την ολοκλήρωσή της. (δ) Εάν η ΚΕΠΕΥ παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου ή έχει ενημερώσει τον πελάτη ότι θα πραγματοποιεί περιοδική αξιολόγηση της καταλληλότητας, η περιοδική αναφορά περιέχει επικαιροποιημένη δήλωση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η επένδυση ανταποκρίνεται στις προτιμήσεις, τους στόχους και άλλα χαρακτηριστικά του ιδιώτη πελάτη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Εάν μια πιστωτική συμφωνία που σχετίζεται με στεγαστική ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία υπόκειται στις διατάξεις σχετικά με την αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας για καταναλωτές που καθορίζεται στην Οδηγία 2014/17/ΕΕ, έχει ως προϋπόθεση την παροχή στον ίδιο καταναλωτή μιας επενδυτικής υπηρεσίας σε σχέση με ενυπόθηκες ομολογίες που εκδίδονται ειδικά για την εξασφάλιση της χρηματοδότησης της πιστωτικής συμφωνίας και έχουν τους ίδιους όρους με αυτήν την πιστωτική συμφωνία η οποία σχετίζεται με τη στεγαστική ακίνητη ιδιοκτησία, ούτως ώστε το δάνειο να είναι πληρωτέο, να αναχρηματοδοτείται ή να εξοφλείται, η υπηρεσία αυτή δεν υπόκειται στις υποχρεώσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 9(I)/2022 Παροχή υπηρεσιών μέσω άλλης ΕΠΕΥ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-27\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 27</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">27.-(1)(α) Η ΚΕΠΕΥ που λαμβάνει οδηγίες, για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή παρεπόμενων υπηρεσιών για λογαριασμό ενός πελάτη, μέσω άλλης ΕΠΕΥ, δύναται να βασίζεται στις σχετικές με τον πελάτη πληροφορίες που της γνωστοποιεί η εν λόγω ΕΠΕΥ. (β) Η ΚΕΠΕΥ, μέσω της οποίας μεταφέρονται οδηγίες σε άλλη ΕΠΕΥ για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή παρεπόμενων υπηρεσιών για λογαριασμό ενός πελάτη, παραμένει υπεύθυνη για την πληρότητα και την ακρίβεια των διαβιβαζόμενων πληροφοριών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Η ΚΕΠΕΥ που λαμβάνει οδηγίες να παράσχει υπηρεσίες για λογαριασμό ενός πελάτη, σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (1), δύναται επίσης να βασίζεται σε οποιεσδήποτε συστάσεις σχετικά με την υπηρεσία ή τη συναλλαγή που έχουν δοθεί στον πελάτη από άλλη ΕΠΕΥ. (β) Η ΚΕΠΕΥ, μέσω της οποίας μεταφέρονται οδηγίες σε άλλη ΕΠΕΥ ούτως ώστε να παράσχει υπηρεσίες για λογαριασμό ενός πελάτη, σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (1), παραμένει υπεύθυνη για την καταλληλότητα για τον πελάτη των συστάσεων ή συμβουλών που παρέχονται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η ΚΕΠΕΥ, που λαμβάνει οδηγίες ή εντολές ενός πελάτη μέσω άλλης ΕΠΕΥ, παραμένει υπεύθυνη για την ολοκλήρωση της υπηρεσίας ή της συναλλαγής, βάσει οποιωνδήποτε τέτοιων πληροφοριών ή συστάσεων, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του παρόντος Τίτλου.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 Υποχρέωση εκτέλεσης των εντολών με τους πλέον ευνοϊκούς για τον πελάτη όρους</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-28\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 28</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">28.-(1)(α) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να λαμβάνει όλα τα επαρκή μέτρα ώστε να επιτυγχάνει, κατά την εκτέλεση εντολών, το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα για τους πελάτες της, λαμβανομένων υπόψη της τιμής, του κόστους, της ταχύτητας, της πιθανότητας εκτέλεσης και διακανονισμού, του όγκου, της φύσης και οποιουδήποτε άλλου παράγοντα αφορά την εκτέλεση της εντολής. Εντούτοις, όταν υπάρχουν συγκεκριμένες οδηγίες του πελάτη, η ΚΕΠΕΥ εκτελεί την εντολή σύμφωνα με αυτές τις οδηγίες. (β) Όταν η ΚΕΠΕΥ εκτελεί εντολή για λογαριασμό ιδιώτη πελάτη, το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα προσδιορίζεται συνολικά, λαμβάνοντας υπόψη την τιμή του χρηματοοικονομικού μέσου και το κόστος που συνδέεται με την εκτέλεση, το οποίο περιλαμβάνει όλα τα έξοδα που βαρύνουν τον πελάτη και συνδέονται άμεσα με την εκτέλεση της εντολής, περιλαμβανομένων των τελών του τόπου εκτέλεσης, των τελών εκκαθάρισης και διακανονισμού και κάθε άλλης λοιπής αμοιβής που καταβάλλεται σε τρίτους που συμμετέχουν στην εκτέλεση της εντολής. (γ) Για τους σκοπούς της επίτευξης του βέλτιστου δυνατού αποτελέσματος σύμφωνα με την παράγραφο (α), όταν υπάρχουν περισσότεροι του ενός ανταγωνιστικοί τόποι για την εκτέλεση μιας εντολής που αφορά χρηματοοικονομικό μέσο, προκειμένου να αξιολογηθούν και να συγκριθούν τα αποτελέσματα για τον πελάτη που θα επιτυγχάνονταν με την εκτέλεση της εντολής σε κάθε έναν από τους τόπους εκτέλεσης που περιλαμβάνονται στην πολιτική εκτέλεσης εντολών της ΚΕΠΕΥ και που μπορούν να εκτελέσουν τη σχετική εντολή, στην εν λόγω αξιολόγηση λαμβάνονται υπόψη οι προμήθειες που εισπράττει η ίδια η ΚΕΠΕΥ και τα κόστη για την εκτέλεση της εντολής σε κάθε έναν από τους επιλέξιμους τόπους εκτέλεσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>[Διαγράφηκε].</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όσον αφορά τα χρηματοοικονομικά μέσα που υπόκεινται στις υποχρεώσεις διαπραγμάτευσης σύμφωνα με τα Άρθρα 23 και 28 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, η ΚΕΠΕΥ, μετά την εκτέλεση εντολής για λογαριασμό πελάτη, πληροφορεί τον πελάτη για τον τόπο στον οποίο εκτελέστηκε η εντολή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να καταρτίζει και να εφαρμόζει αποτελεσματικές ρυθμίσεις για τη συμμόρφωσή της με το εδάφιο (1). Ειδικότερα, η ΚΕΠΕΥ οφείλει να καταρτίζει και να εφαρμόζει πολιτική εκτέλεσης εντολών που να της επιτρέπει να επιτυγχάνει το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα για τις εντολές των πελατών της, σύμφωνα με το εδάφιο (1).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>(α) Η πολιτική εκτέλεσης εντολών περιέχει, για κάθε κατηγορία χρηματοοικονομικών μέσων, πληροφορίες σχετικά με τους διάφορους τόπους όπου η ΚΕΠΕΥ εκτελεί τις εντολές των πελατών της και τους παράγοντες που επηρεάζουν την επιλογή τόπου εκτέλεσης, και περιλαμβάνει τουλάχιστον τους τόπους εκείνους όπου η ΚΕΠΕΥ δύναται συστηματικά να επιτυγχάνει το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα για την εκτέλεση των εντολών των πελατών. (β) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να παρέχει στους πελάτες της κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με την πολιτική εκτέλεσης εντολών που ακολουθεί και να λαμβάνει εκ των προτέρων τη συναίνεση των πελατών της σχετικά με την εν λόγω πολιτική εκτέλεσης εντολών. Οι εν λόγω πληροφορίες επεξηγούν σαφώς, με επαρκείς λεπτομέρειες και με τρόπο εύκολα κατανοητό από τους πελάτες, πώς οι εντολές εκτελούνται από την ΚΕΠΕΥ για λογαριασμό του πελάτη. (γ) Όταν η ακολουθούμενη πολιτική εκτέλεσης εντολών προβλέπει τη δυνατότητα εκτέλεσης εντολών των πελατών εκτός τόπου διαπραγμάτευσης, η ΚΕΠΕΥ οφείλει, ειδικότερα, να ενημερώνει τους πελάτες της για τη δυνατότητα αυτή και να εξασφαλίζει εκ των προτέρων τη ρητή συναίνεση των πελατών της, προτού εκτελέσει τις εντολές πελατών εκτός τόπου διαπραγμάτευσης. Η ΚΕΠΕΥ δύναται να εξασφαλίζει την εν λόγω συναίνεση υπό μορφή γενικής συμφωνίας ή για μεμονωμένες συναλλαγές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>[Διαγράφηκε].</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Η ΚΕΠΕΥ που εκτελεί εντολές πελατών οφείλει να παρακολουθεί την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων και της πολιτικής που ακολουθεί ως προς την εκτέλεση εντολών, ώστε να εντοπίζει και, όπου κρίνεται σκόπιμο, να διορθώνει τυχόν ανεπάρκειες. Ειδικότερα, η ΚΕΠΕΥ οφείλει να αξιολογεί, σε τακτική βάση, κατά πόσο οι τόποι εκτέλεσης που περιλαμβάνονται στην πολιτική εκτέλεσης εντολών επιτυγχάνουν το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα για τους πελάτες της, ή κατά πόσο χρειάζεται να επιφέρει αλλαγές στις ρυθμίσεις εκτέλεσης εντολών που ακολουθεί. Η ΚΕΠΕΥ γνωστοποιεί στους πελάτες, με τους οποίους έχει συνεχή πελατειακή σχέση, κάθε ουσιαστική αλλαγή των ρυθμίσεων και της πολιτικής που ακολουθεί ως προς την εκτέλεση εντολών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να είναι σε θέση να αποδείξει στους πελάτες της, εάν αυτοί το ζητήσουν, ότι έχει εκτελέσει τις εντολές τους σύμφωνα με την πολιτική εκτέλεσης εντολών που ακολουθεί η ΚΕΠΕΥ και να αποδείξει στην Επιτροπή, εάν αυτή το ζητήσει, τη συμμόρφωσή της με το παρόν άρθρο.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 183(I)/2025 Κανόνες χειρισμού των εντολών πελατών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-29\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 29</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">29.-(1) Η ΚΕΠΕΥ, που έχει λάβει άδεια να εκτελεί εντολές για λογαριασμό πελατών, εφαρμόζει διαδικασίες και μηχανισμούς που παρέχουν έγκαιρη, δίκαιη και ταχεία εκτέλεση των εντολών των πελατών της, σε σχέση με τις εντολές άλλων πελατών της ή τις θέσεις διαπραγμάτευσης της ίδιας. Οι εν λόγω διαδικασίες ή μηχανισμοί επιτρέπουν την εκτέλεση κατά τα άλλα συγκρίσιμων εντολών πελατών με βάση το χρόνο λήψης τους από την ΚΕΠΕΥ.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση οριακής εντολής πελάτη που αφορά μετοχές εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε τόπο διαπραγμάτευσης και που δεν εκτελείται αμέσως με τις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς, η ΚΕΠΕΥ οφείλει, εκτός εάν ο πελάτης δώσει ρητά άλλες οδηγίες, να λάβει μέτρα για να διευκολύνει την ταχύτερη δυνατή εκτέλεση της εντολής, δημοσιοποιώντας αμέσως την οριακή εντολή του πελάτη με τρόπο εύκολα προσβάσιμο στους άλλους συμμετέχοντες στην αγορά. Η ΚΕΠΕΥ θεωρείται ότι εκπλήρωσε την εν λόγω υποχρέωσή της εάν έχει διαβιβάσει την οριακή εντολή του πελάτη σε τόπο διαπραγμάτευσης. Η Επιτροπή δύναται να απαλλάσσει από την υποχρέωση δημοσιοποίησης της οριακής εντολής που είναι μεγάλου μεγέθους, σε σύγκριση με το κανονικό μέγεθος της αγοράς, σύμφωνα με το Άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 Υποχρεώσεις των ΚΕΠΕΥ όταν ορίζουν συνδεδεμένους αντιπροσώπους</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-30\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 30</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">30.-(1) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (5), η ΚΕΠΕΥ δύναται να ορίζει συνδεδεμένους αντιπροσώπους για την προώθηση των υπηρεσιών της, για την προσέλκυση πελατών ή δυνητικών πελατών ή τη λήψη εντολών από πελάτες ή δυνητικούς πελάτες και τη διαβίβασή τους, για τη διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων και για την παροχή συμβουλών σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα και υπηρεσίες που προσφέρει η ΚΕΠΕΥ.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Η ΚΕΠΕΥ, που αποφασίζει να ορίσει συνδεδεμένο αντιπρόσωπο, εξακολουθεί να ευθύνεται πλήρως και άνευ όρων για κάθε πράξη ή παράλειψη του συνδεδεμένου αντιπροσώπου, όταν αυτός ενεργεί για λογαριασμό της. Η ΚΕΠΕΥ διασφαλίζει ότι ο συνδεδεμένος αντιπρόσωπος κοινοποιεί την ιδιότητα υπό την οποία ενεργεί και την ΚΕΠΕΥ την οποία αντιπροσωπεύει όποτε έρχεται σε επαφή με πελάτη ή δυνητικό πελάτη ή προτού συναλλαχθεί μαζί του. (β) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να ελέγχει τις δραστηριότητες των συνδεδεμένων αντιπροσώπων της, ώστε να διασφαλίζει ότι η ίδια συνεχίζει να συμμορφώνεται με τον παρόντα Νόμο ακόμα και όταν ενεργεί μέσω συνδεδεμένων αντιπροσώπων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι που είναι εγκατεστημένοι στη Δημοκρατία εγγράφονται στο δημόσιο μητρώο που συστήνει η Επιτροπή. (β) Οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι γίνονται δεκτοί για εγγραφή στο δημόσιο μητρώο μόνο εφόσον διαπιστωθεί ότι έχουν επαρκώς καλή φήμη και κατέχουν τις κατάλληλες γενικές, εμπορικές και επαγγελματικές γνώσεις και ικανότητες που τους επιτρέπουν να παρέχουν την επενδυτική υπηρεσία ή την παρεπόμενη υπηρεσία και να ανακοινώνουν με ακρίβεια στον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη όλες τις σχετικές πληροφορίες για την προτεινόμενη υπηρεσία. (γ) Το μητρώο επικαιροποιείται τακτικά και είναι δημόσια διαθέσιμο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η ΚΕΠΕΥ, που ορίζει συνδεδεμένους αντιπροσώπους, οφείλει να λαμβάνει επαρκή μέτρα ώστε να αποφεύγεται κάθε ενδεχόμενο δυσμενών επιπτώσεων των μη υποκείμενων στον παρόντα Νόμο δραστηριοτήτων του συνδεδεμένου αντιπροσώπου στις δραστηριότητες που αυτός ασκεί για λογαριασμό της ΚΕΠΕΥ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η ΚΕΠΕΥ ορίζει ως συνδεδεμένους αντιπροσώπους μόνο πρόσωπα που είναι εγγεγραμμένα στο δημόσιο μητρώο που αναφέρεται στο εδάφιο (3) ή στα αντίστοιχα δημόσια μητρώα άλλων κρατών μελών τα οποία έχουν συσταθεί δυνάμει των οικείων νομοθεσιών τους που θεσπίζονται προς συμμόρφωση με το Άρθρο 29, παράγραφος 3, της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να θεσπίζει διατάξεις αυστηρότερες από τις οριζόμενες στο παρόν άρθρο ή να επιβάλλει πρόσθετες απαιτήσεις για τους εγγεγραμμένους εντός της Δημοκρατίας συνδεδεμένους αντιπροσώπους.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 Παροχή υπηρεσιών σε επαγγελματίες πελάτες 30Α.-(1) Οι απαιτήσεις που προβλέπονται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (4) του άρθρου 25- (α) εφαρμόζονται επί επενδυτικών συμβουλών και επί της διαχείρισης χαρτοφυλακίου, και (β) δεν εφαρμόζονται επί άλλων υπηρεσιών που παρέχονται σε επαγγελματίες πελάτες.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι απαιτήσεις που προβλέπονται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (2) και στο εδάφιο (6) του άρθρου 26 δεν εφαρμόζονται επί υπηρεσιών που παρέχονται σε επαγγελματίες πελάτες, εκτός εάν οι εν λόγω πελάτες ενημερώσουν εγγράφως την ΚΕΠΕΥ είτε σε ηλεκτρονική μορφή, είτε σε έντυπη μορφή ότι επιθυμούν να επωφεληθούν από τα δικαιώματα που προβλέπονται στις συγκεκριμένες διατάξεις.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η ΚΕΠΕΥ τηρεί αρχείο των ανακοινώσεων πελατών που αναφέρονται στο εδάφιο (2).</div>\n<p class=\"lf-p\">9(I)/2022 Συναλλαγές με επιλέξιμους αντισυμβαλλόμενους</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-31\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 31</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">31.-(1)(α) ΚΕΠΕΥ που έχει λάβει άδεια να εκτελεί εντολές για λογαριασμό πελατών και/ή να διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό και/ή να λαμβάνει και να διαβιβάζει εντολές, δύναται να διακανονίζει ή να διενεργεί συναλλαγές με επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του άρθρου 25, εξαιρουμένου του εδαφίου (5Α) αυτού, του άρθρου 26, του άρθρου 28 και του εδαφίου (1) του άρθρου 29, όσον αφορά τις συναλλαγές αυτές ή οποιαδήποτε παρεπόμενη υπηρεσία άμεσα σχετιζόμενη με αυτές τις συναλλαγές. (β) Στη σχέση της με τους επιλέξιμους αντισυμβαλλόμενους, η ΚΕΠΕΥ ενεργεί δίκαια, με εντιμότητα και επαγγελματισμό και επικοινωνεί με τρόπο που είναι ακριβής, σαφής και μη παραπλανητικός, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του επιλέξιμου αντισυμβαλλόμενου και τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Επιλέξιμοι αντισυμβαλλόμενοι, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, είναι οι ΚΕΠΕΥ, οι λοιπές ΕΠΕΥ, τα πιστωτικά ιδρύματα, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι ΟΣΕΚΑ, οι εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι εταιρείες διαχείρισής τους και άλλα χρηματοδοτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από κράτος μέλος ή υπόκεινται σε ρυθμίσεις κυπριακού δικαίου ή δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι εθνικές κυβερνήσεις και τα αντίστοιχα γραφεία τους, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων φορέων που διαχειρίζονται το δημόσιο χρέος σε εθνικό επίπεδο, οι κεντρικές τράπεζες, η Κεντρική Τράπεζα και οι υπερεθνικοί οργανισμοί. (β) Η κατηγοριοποίηση ως επιλέξιμου αντισυμβαλλομένου βάσει της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου δε θίγει το δικαίωμα των οντοτήτων αυτών να ζητήσουν να αντιμετωπιστούν, είτε γενικά είτε για συγκεκριμένες συναλλαγές, ως πελάτες των οποίων οι σχέσεις με την ΚΕΠΕΥ υπόκεινται στις διατάξεις των άρθρων 25, 26, 28 και 29.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Η Επιτροπή αναγνωρίζει ως επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους άλλες επιχειρήσεις που πληρούν προκαθορισμένες αναλογικές απαιτήσεις, περιλαμβανομένων και ποσοτικών ορίων. Σε περίπτωση συναλλαγής στην οποία οι δυνητικοί αντισυμβαλλόμενοι είναι εγκατεστημένοι σε τόπους διαφορετικών δικαιοδοσιών, η ΚΕΠΕΥ αποδέχεται το καθεστώς της άλλης επιχείρησης όπως αυτό καθορίζεται από τη νομοθεσία ή τις πράξεις του κράτους μέλους εγκατάστασης της επιχείρησης αυτής. (β) Η ΚΕΠΕΥ, όταν διενεργεί συναλλαγές με τέτοιες επιχειρήσεις, σύμφωνα με την παράγραφο (α), λαμβάνει από το δυνητικό της αντισυμβαλλόμενο ρητή επιβεβαίωση ότι δέχεται να αντιμετωπιστεί ως επιλέξιμος αντισυμβαλλόμενος. Η επιβεβαίωση αυτή λαμβάνεται είτε με μορφή γενικής συμφωνίας είτε για κάθε μεμονωμένη συναλλαγή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>(α) Η Επιτροπή αναγνωρίζει ως επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους οντότητες τρίτων χωρών οι οποίες είναι ισοδύναμες με τις κατηγορίες οντοτήτων που αναφέρονται στο εδάφιο (2). (β) Η Επιτροπή αναγνωρίζει ως επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους επιχειρήσεις τρίτων χωρών, όπως εκείνες που αναφέρονται στο εδάφιο (3), υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και με τις ίδιες απαιτήσεις που ορίζονται στο εδάφιο (3).</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 9(I)/2022</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΤΜΗΜΑ 3 - Διαφάνεια και ακεραιότητα της αγοράς</h3>\n<p class=\"lf-p\">Παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τους κανόνες του ΠΜΔ ή του ΜΟΔ και προς άλλες εκ του νόμου υποχρεώσεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-32\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 32</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">32.-(1)(α) Οι ΚΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ θεσπίζουν και διατηρούν αποτελεσματικούς μηχανισμούς και διαδικασίες σχετικά με τους συγκεκριμένους ΠΜΔ ή ΜΟΔ, για την τακτική παρακολούθηση της συμμόρφωσης των μελών, συμμετεχόντων ή χρηστών τους προς τους κανόνες του ΠΜΔ ή ΜΟΔ. (β) Οι ΚΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ παρακολουθούν τις εντολές που αποστέλλονται, περιλαμβανομένων των ακυρώσεων, και τις συναλλαγές που καταρτίζουν τα μέλη, οι συμμετέχοντες ή οι χρήστες τους μέσω των συστημάτων τους, προκειμένου να εντοπίζονται παραβάσεις των κανόνων αυτών, συνθήκες μη εύρυθμης διαπραγμάτευσης, ενέργειες που ενδέχεται να υποδηλώνουν συμπεριφορά που απαγορεύεται δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 ή δυσλειτουργίες των συστημάτων σχετικά με ένα χρηματοοικονομικό μέσο, και χρησιμοποιούν τους αναγκαίους πόρους, ώστε να εξασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα της εν λόγω παρακολούθησης. (γ) Οι ΚΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ διαθέτουν μηχανισμούς, ώστε να διασφαλίζεται ότι πληρούν τα πρότυπα ποιότητας των δεδομένων δυνάμει του Άρθρου 22β του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Οι ΚΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας, που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ, ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή για σημαντικές παραβάσεις των κανόνων του, ή συνθήκες μη εύρυθμης διαπραγμάτευσης ή ενέργειες που ενδέχεται να υποδηλώνουν συμπεριφορά που απαγορεύεται δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 ή δυσλειτουργίες των συστημάτων σχετικά με ένα χρηματοοικονομικό μέσο. (β) Η Επιτροπή ανακοινώνει στην ΕΑΚΑΑ και στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο (α). (γ) Όσον αφορά ενέργειες που ενδέχεται να υποδηλώνουν συμπεριφορά που απαγορεύεται δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, η Επιτροπή πρέπει να είναι πεπεισμένη ότι διαπράττεται ή έχει διαπραχθεί τέτοια συμπεριφορά, προτού ειδοποιήσει τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών και την ΕΑΚΑΑ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι ΚΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας, που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ, παρέχουν, επίσης, πλήρη υποστήριξη στην Επιτροπή για τη διερεύνηση και δίωξη της κατάχρησης της αγοράς που διαπράττεται στα συστήματά τους ή μέσω αυτών.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 183(I)/2025 Αναστολή και διαγραφή χρηματοοικονομικών μέσων από τη διαπραγμάτευση σε ΠΜΔ ή ΜΟΔ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-33\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 33</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">33.-(1) Χωρίς επηρεασμό του δικαιώματος της Επιτροπής, κατά το άρθρο 70(2), να απαιτεί την αναστολή διαπραγμάτευσης ή τη διαγραφή χρηματοοικονομικού μέσου, ΚΕΠΕΥ ή διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας, που διαχειρίζεται ΠΜΔ ή ΜΟΔ, δύναται να αναστείλει τη διαπραγμάτευση ή να διαγράψει χρηματοοικονομικό μέσο το οποίο δεν πληροί πλέον τους κανόνες του ΠΜΔ ή του ΜΟΔ, εκτός εάν η αναστολή ή η διαγραφή αυτή ενδέχεται να βλάψει σημαντικά τα συμφέροντα των επενδυτών ή την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Οι ΚΕΠΕΥ ή οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας, που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ και που αναστέλλουν τη διαπραγμάτευση ή διαγράφουν ένα χρηματοοικονομικό μέσο, οφείλουν να αναστείλουν τη διαπραγμάτευση ή να διαγράψουν και τα παράγωγα που αναφέρονται στα σημεία 4 έως 10 του Μέρους ΙΙΙ του Πρώτου Παραρτήματος και τα οποία σχετίζονται με ή έχουν ως σημείο αναφοράς το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο, όταν αυτό είναι αναγκαίο για την υποστήριξη των στόχων της αναστολής διαπραγμάτευσης ή της διαγραφής του υποκείμενου χρηματοοικονομικού μέσου. Οι ΚΕΠΕΥ ή οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας, που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ, δημοσιοποιούν την απόφαση σχετικά με την αναστολή ή τη διαγραφή χρηματοοικονομικού μέσου και κάθε συναφούς παραγώγου, και ανακοινώνουν τις σχετικές αποφάσεις στην Επιτροπή. (β) Όπου η αναστολή ή διαγραφή αποφασίστηκε στη Δημοκρατία, η Επιτροπή απαιτεί από τις ρυθμιζόμενες αγορές της Δημοκρατίας, άλλους ΠΜΔ, άλλους ΜΟΔ και τους συστηματικούς εσωτερικοποιητές που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία της και στους οποίους τυγχάνει διαπραγμάτευσης το εν λόγω χρηματοοικονομικό μέσο ή τα παράγωγα που αναφέρονται στα σημεία 4 έως 10 του Μέρους ΙΙΙ του Πρώτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου και σχετίζονται με ή έχουν ως σημείο αναφοράς το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο, την αναστολή διαπραγμάτευσης ή τη διαγραφή του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου ή παραγώγου, όταν η αναστολή διαπραγμάτευσης ή η διαγραφή οφείλεται σε υπόνοια για κατάχρηση της αγοράς, σε δημόσια προσφορά εξαγοράς ή στη μη δημοσιοποίηση προνομιακών πληροφοριών σχετικά με τον εκδότη ή το χρηματοοικονομικό μέσο κατά παράβαση των Άρθρων 7 και 17 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, εκτός εάν τέτοια αναστολή ή διαγραφή θα μπορούσε να βλάψει σημαντικά τα συμφέροντα των επενδυτών ή την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. (γ) Η Επιτροπή αμέσως δημοσιοποιεί και ανακοινώνει στην ΕΑΚΑΑ και τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών την απόφαση η οποία αναφέρεται στην παράγραφο (β). (δ) Όπου η αναστολή ή διαγραφή αποφασίστηκε σε άλλο κράτος μέλος και η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους γνωστοποιεί σχετική απόφαση στην Επιτροπή, η Επιτροπή απαιτεί από τις ρυθμιζόμενες αγορές της Δημοκρατίας, άλλους ΠΜΔ, άλλους ΜΟΔ και συστηματικούς εσωτερικοποιητές που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία της και στους οποίους τυγχάνει διαπραγμάτευσης το εν λόγω χρηματοοικονομικό μέσο ή τα παράγωγα που αναφέρονται στα σημεία 4 έως 10 του Μέρους ΙΙΙ του Πρώτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου που σχετίζονται με ή έχουν ως σημείο αναφοράς το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο, την αναστολή διαπραγμάτευσης ή τη διαγραφή του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου ή παραγώγου, όταν η αναστολή διαπραγμάτευσης ή η διαγραφή οφείλεται σε υπόνοια για κατάχρηση της αγοράς, σε δημόσια προσφορά εξαγοράς ή στη μη δημοσιοποίηση προνομιακών πληροφοριών σχετικά με τον εκδότη ή το χρηματοοικονομικό μέσο, κατά παράβαση των άρθρων 7 και 17 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, εκτός εάν τέτοια αναστολή ή διαγραφή θα μπορούσε να βλάψει σημαντικά τα συμφέροντα των επενδυτών ή την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.</div>\n<p class=\"lf-p\">(ε) Η Επιτροπή, όταν λαμβάνει την κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο (δ) γνωστοποίηση από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, ανακοινώνει την απόφασή της στην ΕΑΚΑΑ και τις υπόλοιπες αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβάνοντας και μια αιτιολόγηση, εάν ελήφθη απόφαση να μην ανασταλεί η διαπραγμάτευση ή να μη διαγραφεί το χρηματοοικονομικό μέσο ή τα αναφερόμενα στα σημεία 4 έως 10 του Μέρους ΙΙΙ του Πρώτου Παραρτήματος παράγωγα τα οποία σχετίζονται με ή έχουν ως σημείο αναφοράς το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο. (στ) Το παρόν εδάφιο εφαρμόζεται, επίσης, όταν αίρεται η αναστολή της διαπραγμάτευσης του χρηματοοικονομικού μέσου ή παραγώγων που αναφέρονται στα σημεία 4 έως 10 του Μέρους ΙΙΙ του Πρώτου Παραρτήματος και που σχετίζονται με ή έχουν ως σημείο αναφοράς το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο . (ζ) Η διαδικασία γνωστοποίησης που αναφέρεται στο παρόν εδάφιο εφαρμόζεται, επίσης, στην περίπτωση που η απόφαση για αναστολή ή διαγραφή από τη διαπραγμάτευση ενός χρηματοοικονομικού μέσου ή παραγώγων που αναφέρονται στα σημεία 4 έως 10 του Μέρους ΙΙΙ του Πρώτου Παραρτήματος και που σχετίζονται με ή έχουν ως σημείο αναφοράς το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο, λαμβάνεται από την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 70(2)(ιγ) ή (ιδ).</p>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΤΜΗΜΑ 4 - Αγορές ανάπτυξης ΜΜΕ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Αγορές ανάπτυξης ΜΜΕ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-34\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 34</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">34.-(1) Ο διαχειριστής ενός ΠΜΔ στη Δημοκρατία δύναται να υποβάλει στην Επιτροπή αίτηση για εγγραφή του ΠΜΔ ως αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η Επιτροπή δύναται να εγγράψει τον ΠΜΔ ως αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ, εάν η Επιτροπή λάβει την αίτηση που αναφέρεται στο εδάφιο (1) και ικανοποιηθεί ότι ο ΠΜΔ πληροί τις απαιτήσεις του εδαφίου (3).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι ΠΜΔ υπόκεινται σε αποτελεσματικούς κανόνες, συστήματα και διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι πληρούνται τα εξής: (α) Τουλάχιστον 50% των εκδοτών, των οποίων τα χρηματοοικονομικά μέσα εισάγονται προς διαπραγμάτευση στον ΠΜΔ, είναι ΜΜΕ, κατά τον χρόνο που το ΠΜΔ εγγράφεται ως αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ και σε κάθε επόμενο ημερολογιακό έτος· (β) ορίζονται κατάλληλα κριτήρια για την αρχική εισαγωγή προς διαπραγμάτευση και τη μετέπειτα παραμονή των χρηματοοικονομικών μέσων των εκδοτών στην αγορά· (γ) κατά την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση χρηματοοικονομικών μέσων στην αγορά, διατίθενται επαρκείς δημοσιευμένες πληροφορίες που να επιτρέπουν στους επενδυτές να λαμβάνουν εμπεριστατωμένη απόφαση για το αν θα επενδύσουν ή όχι στα χρηματοοικονομικά μέσα, είτε διατίθεται κατάλληλο πληροφοριακό έγγραφο εισαγωγής είτε ενημερωτικό δελτίο, εφόσον εφαρμόζονται οι απαιτήσεις του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου , σχετικά με δημόσια προσφορά που πραγματοποιείται σε συνδυασμό με την αρχική εισαγωγή του χρηματοοικονομικού μέσου προς διαπραγμάτευση στον ΠΜΔ· (δ) υπάρχει κατάλληλη συνεχής περιοδική χρηματοοικονομική πληροφόρηση από ή για λογαριασμό ενός εκδότη στην αγορά, παραδείγματος χάριν ελεγμένες ετήσιες εκθέσεις· (ε) εκδότες στην αγορά όπως ορίζονται στο Άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 21), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, πρόσωπα που ασκούν διευθυντικά καθήκοντα σε εκδότη όπως ορίζονται στο Άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 25) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, και οι έχοντες στενό δεσμό με αυτά όπως ορίζονται στο Άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 26) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, συμμορφώνονται με τις σχετικές απαιτήσεις που εφαρμόζονται για αυτούς βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014· (στ) οι ρυθμιστικές πληροφορίες σχετικά με τους εκδότες στην αγορά αποθηκεύονται και διαδίδονται δημόσια· (ζ) υπάρχουν αποτελεσματικά συστήματα και έλεγχοι με στόχο την αποφυγή και τον εντοπισμό της κατάχρησης της αγοράς για τη συγκεκριμένη αγορά όπως απαιτείται από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Τα κριτήρια που προβλέπονται στο εδάφιο (3) δεν θίγουν τη συμμόρφωση της ΚΕΠΕΥ ή του διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας, που διαχειρίζεται ΠΜΔ, με άλλες υποχρεώσεις βάσει του παρόντος Νόμου σχετικά με τη λειτουργία των ΠΜΔ. Επίσης, δεν αποτρέπουν την ΚΕΠΕΥ ή τον διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας, που διαχειρίζεται τον ΠΜΔ, από την επιβολή πρόσθετων απαιτήσεων εκτός των καθοριζόμενων στο εν λόγω εδάφιο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η Επιτροπή δύναται να διαγράψει από το μητρώο έναν ΠΜΔ ως αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ, σε οποιαδήποτε από τις εξής περιπτώσεις: (α) Η ΚΕΠΕΥ ή ο διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζεται την αγορά αιτείται τη διαγραφή του· (β) οι απαιτήσεις του εδαφίου (3) δεν πληρούνται πλέον όσον αφορά τον ΠΜΔ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Στην περίπτωση που η Επιτροπή καταχωρίσει ή διαγράψει έναν ΠΜΔ ως αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ, βάσει του παρόντος άρθρου, γνωστοποιεί όσο το δυνατόν συντομότερα στην ΕΑΚΑΑ την εν λόγω καταχώριση ή διαγραφή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Στην περίπτωση που ένα χρηματοοικονομικό μέσο ενός εκδότη εισάγεται προς διαπραγμάτευση σε μία αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ, το χρηματοοικονομικό μέσο δύναται επίσης να διαπραγματεύεται σε άλλη αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ, εφόσον ο εκδότης έχει ενημερωθεί και δεν έχει φέρει αντίρρηση. Στην περίπτωση αυτή, ωστόσο, ο εκδότης δεν υπόκειται σε καμία υποχρέωση σχετικά με την εταιρική διακυβέρνηση ή την αρχική, συνεχή ή κατά περίπτωση κοινοποίηση, όσον αφορά την άλλη αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΚΕΦΑΛΑΙΟ III - Δικαιώματα των ΕΠΕΥ και των πιστωτικών ιδρυμάτων</h3>\n<p class=\"lf-p\">Ελευθερία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και άσκησης δραστηριοτήτων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-35\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 35</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">35.-(1) Κάθε ΕΠΕΥ ή πιστωτικό ίδρυμα, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται από αρμόδια αρχή κράτους μέλους άλλου από τη Δημοκρατία σύμφωνα με την Οδηγία 2014/65/ΕΕ ή, προκειμένου περί πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ, δύναται να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή/και να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες καθώς και να παρέχει παρεπόμενες υπηρεσίες ελεύθερα στη Δημοκρατία, υπό τον όρο ότι αυτές οι υπηρεσίες ή/και δραστηριότητες καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας της. Η παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο σε συνδυασμό με επενδυτική υπηρεσία ή/και επενδυτική δραστηριότητα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Κάθε ΚΕΠΕΥ που επιθυμεί να παράσχει επενδυτικές υπηρεσίες ή/και να ασκήσει επενδυτικές δραστηριότητες σε κράτος μέλος άλλο από τη Δημοκρατία για πρώτη φορά ή να τροποποιήσει το φάσμα των υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων που ήδη παρέχει με τον τρόπο αυτό, διαβιβάζει τις ακόλουθες πληροφορίες στην Επιτροπή: (i) Το κράτος μέλος στο οποίο προτίθεται να δραστηριοποιηθεί· (ii) πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο δηλώνονται ειδικότερα οι επενδυτικές υπηρεσίες ή/και δραστηριότητες, καθώς και οι παρεπόμενες υπηρεσίες, που προτίθεται να παρέχει/ασκήσει στο εν λόγω κράτος μέλος και κατά πόσον προτίθεται να το πράξει μέσω της χρήσης συνδεδεμένων αντιπροσώπων, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στη Δημοκρατία∙ εάν η ΚΕΠΕΥ προτίθεται να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένους αντιπροσώπους, διαβιβάζει στην Επιτροπή την ταυτότητα των εν λόγω συνδεδεμένων αντιπροσώπων. (β) Όταν μια ΚΕΠΕΥ προτίθεται να χρησιμοποιήσει, σε άλλο κράτος μέλος στο οποίο προτίθεται να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή/και να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες, συνδεδεμένους αντιπροσώπους οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στη Δημοκρατία, η Επιτροπή διαβιβάζει, εντός μηνός από την παραλαβή όλων των πληροφοριών, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής που έχει οριστεί ως σημείο επικοινωνίας σύμφωνα με το Άρθρο 79, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, την ταυτότητα των συνδεδεμένων αντιπροσώπων που η ΚΕΠΕΥ σκοπεύει να χρησιμοποιήσει για επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες στο εν λόγω κράτος μέλος. (γ) Όταν μια ΕΠΕΥ προτίθεται να χρησιμοποιήσει στη Δημοκρατία, στην οποία προτίθεται να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή/και να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες, συνδεδεμένους αντιπροσώπους, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος καταγωγής της, η Επιτροπή δημοσιεύει την ταυτότητα των εν λόγω συνδεδεμένων αντιπροσώπων, κατόπιν διαβίβασής της εν λόγω ταυτότητας στην Επιτροπή από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της ΕΠΕΥ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Η Επιτροπή, εντός μηνός από τη λήψη των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2), τις διαβιβάζει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής που έχει οριστεί ως σημείο επικοινωνίας σύμφωνα με το Άρθρο 79, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ. (β) Η ΕΠΕΥ που αναφέρεται στο εδάφιο (1) δύναται να αρχίσει να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή/και να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες στη Δημοκρατία, όταν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της διαβιβάσει στην Επιτροπή τις σχετικές με την ΕΠΕΥ πληροφορίες που αναφέρονται στο Άρθρο 34, παράγραφος 2, της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση μεταβολής του περιεχομένου μιας από τις πληροφορίες που διαβιβάστηκαν σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (2), η ΚΕΠΕΥ γνωστοποιεί γραπτώς τη μεταβολή στην Επιτροπή, ένα μήνα τουλάχιστον πριν επιφέρει τη μεταβολή αυτή. Η Επιτροπή ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής για την εν λόγω μεταβολή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>(α) Κάθε αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα που επιθυμεί να παρέχει, μέσω συνδεδεμένων αντιπροσώπων, επενδυτικές υπηρεσίες ή να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες, καθώς επίσης και να παρέχει παρεπόμενες υπηρεσίες, σύμφωνα με το Άρθρο 34, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, διαβιβάζει στην Κεντρική Τράπεζα την ταυτότητα των εν λόγω αντιπροσώπων. (β) Όταν ένα αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα προτίθεται να χρησιμοποιήσει, σε άλλο κράτος μέλος στο οποίο προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες, συνδεδεμένους αντιπροσώπους οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στη Δημοκρατία, η Κεντρική Τράπεζα διαβιβάζει, εντός μηνός από την παραλαβή όλων των πληροφοριών, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής που έχει ορισθεί ως σημείο επικοινωνίας σύμφωνα με το Άρθρο 79, παράγραφος 1 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, την ταυτότητα των συνδεδεμένων αντιπροσώπων που το πιστωτικό ίδρυμα προτίθεται να χρησιμοποιήσει για την παροχή υπηρεσιών στο εν λόγω κράτος μέλος. (γ) Όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα προτίθεται να χρησιμοποιήσει, στη Δημοκρατία στην οποία προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες, συνδεδεμένους αντιπροσώπους οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος καταγωγής του, η Κεντρική Τράπεζα δημοσιεύει την ταυτότητα των εν λόγω συνδεδεμένων αντιπροσώπων, κατόπιν διαβίβασής της εν λόγω ταυτότητας στην Κεντρική Τράπεζα από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του πιστωτικού ιδρύματος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>ΕΠΕΥ ή διαχειριστής αγοράς κράτους μέλους άλλου από τη Δημοκρατία, που διαχειρίζεται ΠΜΔ ή ΜΟΔ, δύναται να παρέχει στη Δημοκρατία κατάλληλους μηχανισμούς για να διευκολύνει την πρόσβαση και τη διαπραγμάτευση στις αγορές αυτές από εξ αποστάσεως χρήστες, μέλη ή συμμετέχοντες που είναι εγκατεστημένοι στη Δημοκρατία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Η ΚΕΠΕΥ ή ο διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζεται ΠΜΔ ή ΜΟΔ ανακοινώνει στην Επιτροπή το άλλο κράτος μέλος στο οποίο προτίθεται να παρέχει μηχανισμούς που αναφέρονται στο εδάφιο (6). H Επιτροπή διαβιβάζει, εντός μηνός, την πληροφορία αυτή στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου ο ΠΜΔ ή ο ΜΟΔ προτίθεται να παρέχει τέτοιους μηχανισμούς. Η Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του ΠΜΔ, γνωστοποιεί χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής του ΠΜΔ, την ταυτότητα των εξ αποστάσεως μελών ή συμμετεχόντων στον ΠΜΔ που είναι εγκατεστημένοι στο εν λόγω κράτος μέλος.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 Εγκατάσταση υποκαταστήματος</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-36\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 36</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">36.-(1) ΕΠΕΥ ή πιστωτικό ίδρυμα δύναται να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή/και επενδυτικές δραστηριότητες καθώς και παρεπόμενες υπηρεσίες στη Δημοκρατία, σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο και τους περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμους του 1997 έως 2016 ως διορθώθηκαν, μέσω της άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης, είτε με την εγκατάσταση υποκαταστήματος είτε με τη χρήση συνδεδεμένου αντιπροσώπου εγκατεστημένου στη Δημοκρατία, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω υπηρεσίες και δραστηριότητες καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας που χορηγήθηκε στην ΕΠΕΥ ή στο πιστωτικό ίδρυμα, στο άλλο κράτος μέλος καταγωγής της/του. Η παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο σε συνδυασμό με επενδυτική υπηρεσία ή/και επενδυτική δραστηριότητα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Κάθε ΚΕΠΕΥ που επιθυμεί να εγκαταστήσει υποκατάστημα σε κράτος μέλος άλλο από τη Δημοκρατία ή να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένους αντιπροσώπους εγκατεστημένους σε κράτος μέλος άλλο από τη Δημοκρατία, στο οποίο δεν έχει εγκαταστήσει υποκατάστημα, οφείλει πρώτα να το γνωστοποιήσει στην Επιτροπή και να της παράσχει τις ακόλουθες πληροφορίες: (i) Τα άλλα κράτη μέλη στα οποία προτίθεται να εγκαταστήσει υποκατάστημα ή στα οποία δεν έχει εγκαταστήσει υποκατάστημα αλλά σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένους αντιπροσώπους που είναι εγκατεστημένοι σε αυτά· (ii) πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο αναφέρονται μεταξύ άλλων οι επενδυτικές υπηρεσίες ή/και επενδυτικές δραστηριότητες καθώς και οι παρεπόμενες υπηρεσίες που θα προσφέρονται· (iii) στην περίπτωση υποκαταστήματος, την οργανωτική δομή του υποκαταστήματος, καθώς και κατά πόσο το υποκατάστημα προτίθεται να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένους αντιπροσώπους και την ταυτότητα των εν λόγω συνδεδεμένων αντιπροσώπων· (iv) στην περίπτωση χρησιμοποίησης συνδεδεμένων αντιπροσώπων σε ένα κράτος μέλος στο οποίο η ΚΕΠΕΥ δεν έχει εγκαταστήσει υποκατάστημα, περιγραφή της προτιθέμενης χρήσης των συνδεδεμένων αντιπροσώπων και την οργανωτική δομή, περιλαμβανομένων των διαδικασιών αναφοράς, προσδιορίζοντας τον τρόπο με τον οποίο οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι εντάσσονται στην εταιρική δομή της ΚΕΠΕΥ· (v) τη διεύθυνση, στο κράτος μέλος υποδοχής, από την οποία είναι δυνατόν να παραλαμβάνονται έγγραφα· (vi) τα ονόματα των υπευθύνων για τη διοίκηση του υποκαταστήματος ή του συνδεδεμένου αντιπροσώπου. (β) Όταν μια ΕΠΕΥ χρησιμοποιεί συνδεδεμένο αντιπρόσωπο εγκατεστημένο στη Δημοκρατία ως κράτος μέλος υποδοχής της ΕΠΕΥ, ο εν λόγω συνδεδεμένος αντιπρόσωπος εξομοιώνεται με υποκατάστημα, σε περίπτωση που έχει εγκατασταθεί υποκατάστημα, και υπόκειται, σε κάθε περίπτωση στις περί υποκαταστημάτων διατάξεις του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Εκτός εάν η Επιτροπή έχει λόγους να αμφιβάλλει για την επάρκεια της διοικητικής δομής ή της χρηματοοικονομικής κατάστασης της ΚΕΠΕΥ, λαμβανομένων υπόψη των δραστηριοτήτων που προτίθενται να ασκηθούν, διαβιβάζει, εντός τριών μηνών από τη λήψη τους, όλες τις πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (2), στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής που έχει οριστεί ως σημείο επικοινωνίας, σύμφωνα με το Άρθρο 79, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, και ενημερώνει σχετικά την ΚΕΠΕΥ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Επιπρόσθετα από τις πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (2), η Επιτροπή διαβιβάζει επίσης στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής στοιχεία σχετικά με το εγκεκριμένο σύστημα αποζημίωσης του οποίου η ΚΕΠΕΥ είναι μέλος, σύμφωνα με την Οδηγία 1997/9/ΕΚ. Σε περίπτωση μεταβολής του περιεχομένου των πληροφοριών αυτών, η Επιτροπή ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Εάν η Επιτροπή αρνηθεί να διαβιβάσει τις πληροφορίες αυτές στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, γνωστοποιεί τους λόγους της άρνησής της στην ενδιαφερόμενη ΚΕΠΕΥ εντός τριών μηνών από τη λήψη όλων των πληροφοριών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Με τη λήψη από την Επιτροπή ανακοίνωσης από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής σύμφωνα με το Άρθρο 35, παράγραφος 3, της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, ή ελλείψει τέτοιας λήψης, το αργότερο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία διαβίβασης της ανακοίνωσης από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής στην Επιτροπή, το υποκατάστημα δύναται να εγκατασταθεί και να αρχίσει τις δραστηριότητές του στη Δημοκρατία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>(α) Κάθε αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένο αντιπρόσωπο εγκατεστημένο σε κράτος μέλος άλλο από τη Δημοκρατία για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή/και την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων, καθώς και την παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, το γνωστοποιεί στην Κεντρική Τράπεζα και της παρέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (2). (β) Εκτός εάν η Κεντρική Τράπεζα έχει λόγους να αμφιβάλλει για την επάρκεια της διοικητικής δομής ή της χρηματοοικονομικής κατάστασης του αδειοδοτημένου πιστωτικού ιδρύματος, διαβιβάζει, εντός τριών μηνών από τη λήψη τους, όλες τις πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (2), στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής που έχει οριστεί ως σημείο επικοινωνίας, σύμφωνα με το Άρθρο 79, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, και ενημερώνει σχετικά το αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα. (γ) Εάν η Κεντρική Τράπεζα αρνηθεί να διαβιβάσει τις πληροφορίες αυτές στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, γνωστοποιεί τους λόγους της άρνησής της στο ενδιαφερόμενο αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα εντός τριών μηνών από τη λήψη όλων των πληροφοριών. (δ) Με τη λήψη από την Επιτροπή ανακοίνωσης από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής σύμφωνα με το Άρθρο 35, παράγραφος 7, της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, ή ελλείψει τέτοιας λήψης, το αργότερο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία διαβίβασης της ανακοίνωσης από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής στην Επιτροπή, ο συνδεδεμένος αντιπρόσωπος δύναται να αρχίσει τις δραστηριότητές του στη Δημοκρατία. Ο εν λόγω συνδεδεμένος αντιπρόσωπος υπόκειται στις περί υποκαταστημάτων διατάξεις του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>(α) Η Επιτροπή ή η Κεντρική Τράπεζα διασφαλίζει ότι οι υπηρεσίες που παρέχει στη Δημοκρατία το υποκατάστημα μιας ΕΠΕΥ ή ενός πιστωτικού ιδρύματος άλλου κράτους μέλους, αντιστοίχως, συνάδουν με τις υποχρεώσεις τις οποίες επιβάλλουν τα άρθρα 25, 26, 28 και 29 του παρόντος Νόμου και τα Άρθρα 14 έως 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και με οποιεσδήποτε πρόσθετες απαιτήσεις επιβληθούν από την Επιτροπή ή την Κεντρική Τράπεζα, με οδηγίες της, δυνάμει του άρθρου 25(12) του παρόντος Νόμου. (β) Η Επιτροπή ή η Κεντρική Τράπεζα έχει το δικαίωμα να εξετάζει τις ρυθμίσεις του υποκαταστήματος μιας ΕΠΕΥ ή ενός πιστωτικού ιδρύματος άλλου κράτους μέλους, αντιστοίχως, και να ζητεί όποιες αλλαγές είναι απολύτως απαραίτητες ώστε να της δοθεί η δυνατότητα να επιβάλλει την τήρηση των υποχρεώσεων τις οποίες επιβάλλουν τα άρθρα 25, 26, 28 και 29 του παρόντος Νόμου και τα Άρθρα 14 έως 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και των μέτρων που έχουν θεσπιστεί κατ’ εφαρμογή τους, όσον αφορά τις υπηρεσίες ή/και δραστηριότητες που παρέχει στη Δημοκρατία το υποκατάστημα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Σε περίπτωση ΕΠΕΥ με εγκατάσταση υποκαταστήματος στη Δημοκρατία, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της εν λόγω ΕΠΕΥ δύναται, κατά την άσκηση των καθηκόντων της, και, αφού ενημερώσει την Επιτροπή, να προβαίνει σε επιτόπιους ελέγχους στο υποκατάστημα της ΕΠΕΥ στη Δημοκρατία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Σε περίπτωση μεταβολής του περιεχομένου μιας από τις πληροφορίες που γνωστοποιήθηκαν σύμφωνα με το εδάφιο (2), η ΚΕΠΕΥ ενημερώνει γραπτώς την Επιτροπή για τη μεταβολή αυτή, ένα μήνα τουλάχιστον πριν επιφέρει τη μεταβολή. Η Επιτροπή ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής για τη σχετική μεταβολή.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 Πρόσβαση σε ρυθμιζόμενες αγορές της Δημοκρατίας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-37\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 37</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">37.</span>ΕΠΕΥ, κράτους μέλους άλλου από τη Δημοκρατία, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας για να εκτελεί εντολές πελατών ή να διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό δύναται να γίνει μέλος ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας ή να έχει πρόσβαση σε αυτήν, με έναν από τους ακόλουθους τρόπους: (α) Άμεσα, με την εγκατάσταση υποκαταστήματος στη Δημοκρατία· (β) αποκτώντας την ιδιότητα του εξ’ αποστάσεως μέλους ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας ή το δικαίωμα εξ αποστάσεως πρόσβασης στη ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας, χωρίς υποχρέωση εγκατάστασης της ΕΠΕΥ στη Δημοκρατία, όταν οι διαδικασίες και τα συστήματα διαπραγμάτευσης της εν λόγω αγοράς δεν απαιτούν φυσική παρουσία για τη διενέργεια συναλλαγών στην αγορά.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 Πρόσβαση στα συστήματα κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης και διακανονισμού και δικαίωμα επιλογής του συστήματος διακανονισμού</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-38\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 38</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">38.-(1)(α) Με την επιφύλαξη των τίτλων III, IV ή V του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, οι ΕΠΕΥ έχουν δικαίωμα άμεσης ή έμμεσης πρόσβασης σε συστήματα κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης και διακανονισμού στη Δημοκρατία για την οριστικοποίηση ή την τακτοποίηση της οριστικοποίησης συναλλαγών σε χρηματοοικονομικά μέσα. (β) Η άμεση ή έμμεση πρόσβαση των ΕΠΕΥ στα αναφερόμενα στην παράγραφο (α) συστήματα υπόκειται στα ίδια, χωρίς διακρίσεις, διαφανή και αντικειμενικά κριτήρια, όπως αυτά που εφαρμόζονται στα τοπικά μέλη ή τους συμμετέχοντές τους. Η χρήση των εν λόγω συστημάτων ουδόλως περιορίζεται στην εκκαθάριση και το διακανονισμό των συναλλαγών σε χρηματοοικονομικά μέσα που διενεργούνται σε τόπο διαπραγμάτευσης στη Δημοκρατία.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας οφείλει να προσφέρει σε όλα τα μέλη και τους συμμετέχοντές της το δικαίωμα να επιλέγουν το σύστημα διακανονισμού των συναλλαγών σε χρηματοοικονομικά μέσα οι οποίες διενεργούνται στην εν λόγω ρυθμιζόμενη αγορά, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Υπάρχουν τόσοι σύνδεσμοι και ρυθμίσεις, μεταξύ του επιλεγόμενου συστήματος διακανονισμού και κάθε άλλου συστήματος ή υποδομής, όσοι απαιτούνται για την εξασφάλιση αποδοτικού και οικονομικού διακανονισμού της συγκεκριμένης συναλλαγής· (β) η Επιτροπή συμφωνεί ότι οι τεχνικές προϋποθέσεις, για το διακανονισμό των συναλλαγών που διενεργούνται στη ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας μέσω συστήματος διακανονισμού άλλου από εκείνο που επιλέγει η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας, είναι τέτοιες που να επιτρέπουν την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των χρηματοοικονομικών αγορών:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι η εν λόγω εκτίμηση της Επιτροπής δεν θίγει τις αρμοδιότητες των εθνικών κεντρικών τραπεζών ως εποπτών των συστημάτων διακανονισμού ή άλλων εποπτικών αρχών που έχουν αρμοδιότητα για αυτά τα συστήματα, και ότι η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη την εποπτεία που ήδη ασκούν αυτοί οι φορείς, ώστε να μην υπάρχει αλληλοεπικάλυψη της εποπτείας.</p>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 Διατάξεις για τα συστήματα κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης και διακανονισμού ως προς τους ΠΜΔ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-39\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 39</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">39.-(1)(α) Οι ΚΕΠΕΥ και διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζονται ΠΜΔ δύνανται να συνάπτουν με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή φορέα εκκαθάρισης και σύστημα διακανονισμού, κράτους μέλους άλλου από τη Δημοκρατία, κατάλληλες συμφωνίες για την εκκαθάριση ή/και το διακανονισμό ορισμένων ή όλων των συναλλαγών που διενεργούν τα μέλη ή οι συμμετέχοντες στην αγορά στο πλαίσιο των συστημάτων τους. (β) Οι ΕΠΕΥ και διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από άλλο κράτος μέλος για να διαχειρίζονται ΠΜΔ δύνανται να συνάπτουν με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή φορέα εκκαθάρισης και σύστημα διακανονισμού της Δημοκρατίας κατάλληλες συμφωνίες για την εκκαθάριση ή/και το διακανονισμό ορισμένων ή όλων των συναλλαγών που διενεργούν τα μέλη ή οι συμμετέχοντες στην αγορά στο πλαίσιο των συστημάτων τους.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Η Επιτροπή δεν δύναται να αντιταχθεί στη χρήση κεντρικού αντισυμβαλλομένου, φορέων εκκαθάρισης ή/και συστημάτων διακανονισμού άλλου κράτους μέλους από ΚΕΠΕΥ και διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζονται ΠΜΔ, εκτός εάν αυτό είναι αποδεδειγμένα αναγκαίο για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας του συγκεκριμένου ΠΜΔ και λαμβανομένων υπόψη των οριζόμενων στο άρθρο 38(2) προϋποθέσεων για τα συστήματα διακανονισμού. (β) Για να μην υπάρχει αλληλοεπικάλυψη της εποπτείας, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη την εποπτεία και επίβλεψη του συστήματος εκκαθάρισης και διακανονισμού που ήδη ασκούν οι εθνικές κεντρικές τράπεζες ως επόπτες των συστημάτων εκκαθάρισης και διακανονισμού ή άλλες τυχόν εποπτικές αρχές που είναι αρμόδιες για τα εν λόγω συστήματα.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV - Παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων από επιχειρήσεις τρίτων χωρών</h3>\n<h3 class=\"lf-part\">ΤΜΗΜΑ 1 - Παροχή υπηρεσιών ή άσκηση δραστηριοτήτων μέσω της εγκατάστασης υποκαταστήματος</h3>\n<p class=\"lf-p\">Εγκατάσταση υποκαταστήματος</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-40\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 40</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">40.-(1) Επιχείρηση τρίτης χώρας που σκοπεύει να παρέχει στη Δημοκρατία επενδυτικές υπηρεσίες ή να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες με ή χωρίς παρεπόμενες υπηρεσίες προς ιδιώτες πελάτες ή προς επαγγελματίες πελάτες κατά την έννοια του Μέρους II του Δεύτερου Παραρτήματος, οφείλει να εγκαταστήσει, για τον σκοπό αυτό, υποκατάστημα στη Δημοκρατία.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το υποκατάστημα που αναφέρεται στο εδάφιο (1) λαμβάνει, κατά περίπτωση, προηγούμενη άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή δυνάμει του παρόντος Νόμου ή από την Κεντρική Τράπεζα δυνάμει των περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμων του 1997 έως 2016 ως διορθώθηκαν, σύμφωνα με τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Η παροχή των υπηρεσιών για τις οποίες η επιχείρηση τρίτης χώρας ζητά άδεια λειτουργίας υπόκειται σε χορήγηση άδειας λειτουργίας και εποπτεία στην τρίτη χώρα όπου είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση και η αιτούσα επιχείρηση έχει λάβει κατάλληλη άδεια λειτουργίας, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή ή η Κεντρική Τράπεζα λαμβάνει δεόντως υπόψη οποιεσδήποτε συστάσεις της Financial Action Task Force (FATF) για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας· (β) έχουν συμφωνηθεί, μεταξύ αφενός της Επιτροπής ή της Κεντρικής Τράπεζας και αφετέρου της αρμόδιας αρχής της τρίτης χώρας όπου είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση, ρυθμίσεις συνεργασίας που συμπεριλαμβάνουν πρόνοιες για την ανταλλαγή πληροφοριών για το σκοπό της διατήρησης της ακεραιότητας της αγοράς και της προστασίας των επενδυτών· (γ) το υποκατάστημα έχει στη διάθεσή του επαρκές αρχικό κεφάλαιο· (δ) ένα ή περισσότερα πρόσωπα ορίζονται υπεύθυνα για τη διοίκηση του υποκαταστήματος, και συμμορφώνονται όλα με τις απαιτήσεις των άρθρων 9 και 10 του παρόντος Νόμου· (ε) η τρίτη χώρα στην οποία είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση της τρίτης χώρας έχει συνάψει συμφωνία με τη Δημοκρατία, η οποία είναι απολύτως σύμφωνη με τα πρότυπα που ορίζονται στο άρθρο 26 του Υποδείγματος Φορολογικής Σύμβασης Εισοδήματος και Κεφαλαίου του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και εξασφαλίζει αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών σε φορολογικά θέματα, συμπεριλαμβανομένων τυχόν πολυμερών φορολογικών συμφωνιών· (στ) η επιχείρηση συμμετέχει σε σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών που έχει συσταθεί ή αναγνωριστεί σύμφωνα με την Οδηγία 1997/9/ΕΚ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η επιχείρηση τρίτης χώρας που αναφέρεται στο εδάφιο (1) υποβάλλει την αίτησή της στην Επιτροπή ή την Κεντρική Τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 Υποχρέωση παροχής πληροφοριών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-41\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 41</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">41.</span>Μια επιχείρηση τρίτης χώρας που σκοπεύει να λάβει άδεια λειτουργίας για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων με ή χωρίς παρεπόμενες υπηρεσίες στη Δημοκρατία μέσω υποκαταστήματος, παρέχει στην Επιτροπή ή την Κεντρική Τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, τα εξής: (α) Το όνομα της αρμόδιας εποπτικής αρχής στην οικεία τρίτη χώρα και, όταν για την εποπτεία είναι υπεύθυνες περισσότερες από μία αρχές, λεπτομέρειες για τα αντίστοιχα πεδία αρμοδιοτήτων· (β) όλα τα σχετικά στοιχεία της επιχείρησης (επωνυμία, νομική μορφή, εγγεγραμμένο γραφείο και διεύθυνση, μέλη του διοικητικού οργάνου, μέτοχοι) και πρόγραμμα δραστηριοτήτων με τις επενδυτικές υπηρεσίες ή/και επενδυτικές δραστηριότητες, καθώς και τις παρεπόμενες υπηρεσίες που θα παρέχονται, και την οργανωτική δομή του υποκαταστήματος, περιλαμβανομένης της περιγραφής οποιασδήποτε εξωτερικής ανάθεσης σημαντικών επιχειρησιακών λειτουργιών σε τρίτους· (γ) τα ονόματα των υπευθύνων για τη διοίκηση του υποκαταστήματος και τα σχετικά έγγραφα με τα οποία αποδεικνύεται η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των άρθρων 9 και 10· (δ) πληροφορίες σχετικά με το αρχικό κεφάλαιο που έχει στη διάθεσή του το υποκατάστημα.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 Χορήγηση άδειας λειτουργίας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-42\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 42</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">42.-(1)(α) Η Επιτροπή ή η Κεντρική Τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, χορηγεί άδεια λειτουργίας μόνο εφόσον ικανοποιηθεί ότι- (i) πληρούνται οι όροι του άρθρου 40∙ και (ii) το υποκατάστημα της επιχείρησης τρίτης χώρας δύναται να συμμορφώνεται με τις διατάξεις των εδαφίων (2) και (3). (β) Η Επιτροπή ή η Κεντρική Τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, ενημερώνει την επιχείρηση τρίτης χώρας, εντός έξι (6) μηνών από την υποβολή πλήρους αίτησης κατά πόσο της χορηγείται ή όχι η άδεια λειτουργίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας που του χορηγείται άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 17, 18, 19, 20, 21, 24, 25, 26, 28, 29(1), 31, 32 και 33 του παρόντος Νόμου, στα Άρθρα 3 έως 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και στα μέτρα που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του εν λόγω Κανονισμού ή/και της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ και υπόκειται στην εποπτεία της Επιτροπής ή της Κεντρικής Τράπεζας, ανάλογα με την περίπτωση. (β) Η οργάνωση και λειτουργία υποκαταστήματος επιχείρησης τρίτης χώρας για θέματα που ρυθμίζονται από τον παρόντα Νόμο δεν υπόκεινται σε επιπρόσθετες απαιτήσεις και το υποκατάστημα δεν τυγχάνει ευνοϊκότερης μεταχείρισης από τις ενωσιακές επιχειρήσεις. (γ) Η Επιτροπή και η Κεντρική Τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, γνωστοποιούν στην ΕΑΚAA, σε ετήσια βάση, κατάλογο των υποκαταστημάτων επιχειρήσεων τρίτων χωρών που δραστηριοποιούνται στη Δημοκρατία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας, που του χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), υποβάλλει στην Επιτροπή ή την Κεντρική Τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, σε ετήσια βάση, τις ακόλουθες πληροφορίες: (α) Την κλίμακα και το φάσμα των παρεχόμενων υπηρεσιών και των ασκούμενων δραστηριοτήτων από το υποκατάστημα στη Δημοκρατία· (β) για επιχειρήσεις τρίτης χώρας που εκτελούν τη δραστηριότητα του σημείου 3 του Μέρους Ι του Πρώτου Παραρτήματος, το μηνιαίο ελάχιστο, μέσο και μέγιστο άνοιγμά τους σε αντισυμβαλλόμενους από την Ευρωπαϊκή Ένωση· (γ) για επιχειρήσεις τρίτης χώρας που παρέχουν μία ή αμφότερες τις υπηρεσίες του σημείου 6 του Μέρους Ι του Πρώτου Παραρτήματος, τη συνολική αξία των χρηματοοικονομικών μέσων που προέρχονται από αντισυμβαλλόμενους από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο αναδοχής ή τοποθετήθηκαν με δέσμευση ανάληψης τους προηγούμενους δώδεκα (12) μήνες· (δ) τον κύκλο εργασιών και τη συνολική αξία των στοιχείων του ενεργητικού που αντιστοιχούν στις υπηρεσίες και δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο (α)· (ε) λεπτομερή περιγραφή των ρυθμίσεων για την προστασία των επενδυτών που διατίθενται στους πελάτες του υποκαταστήματος, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των πελατών που προκύπτουν από το σύστημα αποζημίωσης επενδυτών, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο (στ) του εδαφίου (2) του άρθρου 40· (στ) την πολιτική του υποκαταστήματος για τη διαχείριση κινδύνων και τις ρυθμίσεις που εφαρμόζονται από το υποκατάστημα για τις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο (α)· (ζ) τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις για τις δραστηριότητες του υποκαταστήματος· (η) κάθε άλλη πληροφορία που κρίνεται αναγκαία από την Επιτροπή ή την Κεντρική Τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, για την ενδελεχή παρακολούθηση των δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η Επιτροπή ή η Κεντρική Τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, παρέχει στην ΕΑΚΑΑ κατόπιν αιτήματός της τις ακόλουθες πληροφορίες: (α) Τις άδειες λειτουργίας για τα υποκαταστήματα που τους χορηγήθηκε άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) και κάθε μεταγενέστερη αλλαγή των εν λόγω αδειών· (β) την κλίμακα και το φάσμα των υπηρεσιών που παρέχονται και των δραστηριοτήτων που ασκούνται από αδειοδοτημένο υποκατάστημα στη Δημοκρατία· (γ) τον κύκλο εργασιών και τα συνολικά στοιχεία ενεργητικού που αντιστοιχούν στις υπηρεσίες και δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο (β)· και (δ) την επωνυμία του ομίλου τρίτης χώρας στον οποίο ανήκει υποκατάστημα που του έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η Επιτροπή και η Κεντρική Τράπεζα συνεργάζονται στενά με τις αρμόδιες αρχές των οντοτήτων που αποτελούν μέλη του ομίλου στον οποίο ανήκει υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας που του έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), την ΕΑΚΑΑ και την ΕΑΤ, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι όλες οι δραστηριότητες του ομίλου στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπόκεινται σε πλήρη, συνεπή και αποτελεσματική εποπτεία, σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014, τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2019/2033 και τις εναρμονιστικές με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ ή/και με την Οδηγία (ΕΕ) 2019/2036 νομοθετικές διατάξεις.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 159(I)/2021 ΔΙΟΡΘ. Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), Αρ. 4858, ημερ. 12.11.2021 Παροχή υπηρεσιών με αποκλειστική πρωτοβουλία του πελάτη</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-43\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 43</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">43.-(1) Σε περίπτωση που, με αποκλειστική πρωτοβουλία ιδιώτη πελάτη ή επαγγελματία πελάτη, κατά την έννοια του Μέρους II του Δεύτερου Παραρτήματος, εγκατεστημένου ή ευρισκόμενου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παρέχεται σε αυτόν επενδυτική υπηρεσία ή ασκείται επενδυτική δραστηριότητα από επιχείρηση τρίτης χώρας, η απαίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 40 δεν εφαρμόζεται για την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας ή δραστηριότητας από την επιχείρηση της τρίτης χώρας στο πρόσωπο αυτό, περιλαμβανομένης της σχέσης που αφορά συγκεκριμένα στην παροχή της εν λόγω υπηρεσίας ή στην άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που επιχείρηση τρίτης χώρας, χωρίς επηρεασμό των σχέσεων εντός του ομίλου της, προσεγγίζει πελάτες ή δυνητικούς πελάτες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μεταξύ άλλων, είτε μέσω οντότητας που ενεργεί για λογαριασμό της είτε μέσω οντότητας που διατηρεί στενούς δεσμούς μαζί της είτε μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ενεργεί για λογαριασμό της οντότητας, η εν λόγω προσέγγιση δεν λογίζεται ως υπηρεσία που παρέχεται με αποκλειστική πρωτοβουλία του πελάτη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) πρωτοβουλία πελάτη δεν παρέχει στην επιχείρηση της τρίτης χώρας το δικαίωμα να διαθέτει στον συγκεκριμένο πελάτη με άλλον τρόπο, εκτός μέσω υποκαταστήματος, νέες κατηγορίες επενδυτικών προϊόντων ή επενδυτικών υπηρεσιών.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 159(I)/2021</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΤΜΗΜΑ 2 - Ανάκληση άδειας λειτουργίας</h3>\n<p class=\"lf-p\">Ανάκληση άδειας λειτουργίας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-44\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 44</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">44.-(1) Η Επιτροπή ή η Κεντρική Τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, δύναται να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας εάν η επιχείρηση τρίτης χώρας- (α) Δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός δώδεκα μηνών, παραιτηθεί ρητώς από αυτήν ή δεν έχει παράσχει επενδυτικές υπηρεσίες ούτε ασκήσει επενδυτική δραστηριότητα κατά τους προηγούμενους έξι μήνες· ή (β) απέκτησε την άδεια λειτουργίας βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οποιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο· ή (γ) δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους της χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας· ή (δ) έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις των σχετικών με τη λειτουργία των ΕΠΕΥ διατάξεων οι οποίες εφαρμόζονται και στις επιχειρήσεις τρίτων χωρών και οι οποίες διατάξεις προβλέπονται στον παρόντα Νόμο ή θεσπίζονται δυνάμει της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ· ή (ε) εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις στις οποίες η κυπριακή νομοθεσία, δια της οποίας ρυθμίζονται θέματα εκτός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος Νόμου, προβλέπει ανάκληση της άδειας λειτουργίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΤΙΤΛΟΣ III ΡΥΘΜΙΖΟΜΕΝΕΣ ΑΓΟΡΕΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Άδεια λειτουργίας και εφαρμοστέο δίκαιο</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-45\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 45</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">45.-(1)(α) Η Επιτροπή χορηγεί άδεια λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας μόνο σε συστήματα που συμμορφώνονται με τον παρόντα Τίτλο. (β) Άδεια λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας χορηγείται μόνον εφόσον η Επιτροπή έχει ικανοποιηθεί ότι τόσο ο διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας όσο και τα συστήματα της ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας πληρούν τουλάχιστον τις απαιτήσεις του παρόντος Τίτλου. (γ) Προκειμένου περί ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας που είναι νομικό πρόσωπο και που τη διαχειρίζεται ή τη λειτουργεί διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας άλλος από την ίδια τη ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας, η Επιτροπή με οδηγίες της ορίζει τον τρόπο επιμερισμού των διαφόρων υποχρεώσεων που επιβάλλονται από τον παρόντα Νόμο στον διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας, μεταξύ της ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας και του διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας. (δ) Ο διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας παρέχει όλες τις πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένου προγράμματος δραστηριοτήτων στο οποίο περιγράφονται, μεταξύ άλλων, τα είδη των προτεινόμενων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και η οργανωτική δομή, οι οποίες είναι αναγκαίες για να ικανοποιηθεί η Επιτροπή ότι η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας έχει θεσπίσει, κατά τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας της, όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της δυνάμει του παρόντος Τίτλου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Ο διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας ασκεί τα καθήκοντά του σχετικά με την οργάνωση και λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας υπό την εποπτεία της Επιτροπής. (β) Η Επιτροπή εξετάζει τακτικά τη συμμόρφωση της ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας προς τον παρόντα Τίτλο και ελέγχει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας συμμορφώνεται κατά πάντα χρόνο προς τις απαιτήσεις για την χορήγηση άδειας λειτουργίας οι οποίες καθορίζονται στον παρόντα Τίτλο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Ο διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας είναι υπεύθυνος να διασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας, την οποία διαχειρίζεται, συμμορφώνεται προς τις προϋποθέσεις του παρόντος Τίτλου. (β) Ο διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας δικαιούται να ασκεί τα δικαιώματα που αντιστοιχούν στην ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας, την οποία διαχειρίζεται, βάσει του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Χωρίς επηρεασμό των οικείων διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 ή της Οδηγίας 2014/57/ΕΕ, το δημόσιο δίκαιο που διέπει τη διαπραγμάτευση που διεξάγεται στα πλαίσια των συστημάτων της ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας είναι το κυπριακό δίκαιο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η Επιτροπή δύναται να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας που χορήγησε σε ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας, αν η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας - (α) Δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός δώδεκα μηνών, παραιτηθεί ρητώς απ’ αυτήν ή δεν έχει λειτουργήσει κατά τους προηγούμενους έξι μήνες· ή (β) απέκτησε την άδεια λειτουργίας βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οποιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο· ή (γ) δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους της χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας· ή (δ) έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις των διατάξεων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο ή στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 ή που θεσπίζονται δυνάμει της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014· ή (ε) εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις στις οποίες η κυπριακή νομοθεσία προβλέπει ανάκληση της άδειας λειτουργίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Η Επιτροπή γνωστοποιεί στην ΕΑΚΑΑ κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 Απαιτήσεις για το διοικητικό συμβούλιο του διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-46\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 46</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">46.-(1) Όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου κάθε διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας οφείλουν να έχουν κατά πάντα χρόνο επαρκώς καλή φήμη και να διαθέτουν επαρκείς γνώσεις, ικανότητες και εμπειρία για την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Η συνολική σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου αντικατοπτρίζει ένα επαρκώς ευρύ φάσμα εμπειρίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου οφείλουν, ειδικότερα, να πληρούν τις ακόλουθες απαιτήσεις: (α)(i) όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου αφιερώνουν επαρκή χρόνο στην εκτέλεση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο του διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας∙ για τον αριθμό των θέσεων σε διοικητικά συμβούλια οποιασδήποτε νομικής οντότητας που δύναται να κατέχει ταυτόχρονα ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου, λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες συνθήκες και η φύση, το μέγεθος και η πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας∙ (ii) εξαιρουμένης της περίπτωσης κατά την οποία εκπροσωπούν τη Δημοκρατία, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας, ο οποίος είναι σημαντικός από πλευράς μεγέθους και εσωτερικής οργάνωσης και της φύσης, έκτασης και πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων του, απαγορεύεται να κατέχουν ταυτόχρονα περισσοτέρων του ενός εκ των ακόλουθων συνδυασμών θέσεων σε διοικητικά συμβούλια: (Α) μία θέση εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου και δύο θέσεις μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου, (Β) τέσσερις θέσεις μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου∙ (iii) θέσεις εκτελεστικού ή μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου, μέσα στον ίδιο όμιλο ή σε επιχειρήσεις στις οποίες ο διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας έχει ειδική συμμετοχή, θεωρούνται ως μία θέση μέλους διοικητικού συμβουλίου∙ (iv) ανεξάρτητα από τις υποπαγραγράφους (i) και (ii), η Επιτροπή δύναται να παρέχει άδεια σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου να κατέχουν μία επιπλέον θέση μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου, και ενημερώνει σε τακτική βάση την ΕΑΚΑΑ για την παροχή τέτοιων αδειών∙ (v) οι θέσεις μέλους διοικητικού συμβουλίου, σε οργανισμούς που δεν επιδιώκουν πρωτίστως εμπορικούς στόχους, δεν λαμβάνονται υπόψη για τον περιορισμό του αριθμού θέσεων μέλους που μπορεί να κατέχει μέλος διοικητικού συμβουλίου∙ (β) το διοικητικό συμβούλιο διαθέτει συλλογικά επαρκείς γνώσεις, ικανότητες και εμπειρία ώστε να μπορεί να κατανοήσει τις δραστηριότητες του διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων των κυριότερων κινδύνων∙ (γ) κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου ενεργεί με ειλικρίνεια, ακεραιότητα και ανεξάρτητη βούληση ώστε να αξιολογεί αποτελεσματικά και να θέτει υπό αμφισβήτηση, όπου απαιτείται, τις αποφάσεις των ανώτερων στελεχών και να επιβλέπει και να παρακολουθεί αποτελεσματικά τη λήψη των αποφάσεων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας αφιερώνουν επαρκείς ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους για τη μύηση και εκπαίδευση μελών του διοικητικού συμβουλίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>(α) Οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας που είναι σημαντικοί, από πλευράς μεγέθους και εσωτερικής οργάνωσης και της φύσης, έκτασης και πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων τους, θεσπίζουν επιτροπή διορισμών, αποτελούμενη από μέλη του διοικητικού συμβουλίου που δεν ασκούν καμία εκτελεστική λειτουργία στον εν λόγω διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας. (β) Η επιτροπή διορισμών διενεργεί τα ακόλουθα: (i) Εντοπίζει και προτείνει, για έγκριση από το διοικητικό συμβούλιο ή τη γενική συνέλευση, υποψηφίους για την κάλυψη των κενών θέσεων του διοικητικού συμβουλίου∙ για αυτόν το σκοπό, αξιολογεί το συνδυασμό γνώσεων, ικανοτήτων, ποικιλομορφίας και εμπειρίας των μελών του διοικητικού συμβουλίου∙ περαιτέρω, συντάσσει περιγραφή των ρόλων και των ικανοτήτων για συγκεκριμένο διορισμό και υπολογίζει το χρόνο που αναμένεται να αφιερωθεί σε αυτή τη θέση∙ επιπλέον, αποφασίζει ως προς τον καθορισμό στόχου όσον αφορά την εκπροσώπηση του ανεπαρκώς εκπροσωπούμενου φύλου στο διοικητικό συμβούλιο, και ετοιμάζει πολιτική για το πώς θα αυξηθεί ο αριθμός των ατόμων του ανεπαρκώς εκπροσωπούμενου φύλου στο διοικητικό συμβούλιο προκειμένου να υλοποιηθεί ο εν λόγω στόχος· (ii) εκτιμά, κατά περιόδους και τουλάχιστον ετησίως, τη δομή, το μέγεθος, τη σύνθεση και την απόδοση του διοικητικού συμβουλίου, και απευθύνει συστάσεις στο διοικητικό συμβούλιο σχετικά με τυχόν μεταβολές· (iii) εκτιμά, κατά περιόδους και τουλάχιστον ετησίως, τις γνώσεις, τις ικανότητες και την εμπειρία αυτών καθ’ αυτών των μελών του διοικητικού συμβουλίου και του διοικητικού συμβουλίου ως συνόλου, και υποβάλλει σχετικές αναφορές στο διοικητικό συμβούλιο· (iv) επανεξετάζει, κατά περιόδους, την πολιτική που εφαρμόζει το διοικητικό συμβούλιο για την επιλογή και το διορισμό ανώτερων στελεχών, και κάνει συστάσεις στο διοικητικό συμβούλιο. (γ) Η επιτροπή διορισμών λαμβάνει υπόψη, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, στο βαθμό που είναι δυνατόν και σε συνεχή βάση, την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι η λήψη αποφάσεων από το διοικητικό συμβούλιο δεν κυριαρχείται από ένα πρόσωπο ή μικρή ομάδα προσώπων κατά τρόπο που να θίγει τα συμφέροντα του διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας ως σύνολο. (δ) Κατά την άσκηση των καθηκόντων της, η επιτροπή διορισμών δύναται να χρησιμοποιεί οποιοδήποτε είδος πόρων κρίνει κατάλληλο, συμπεριλαμβανομένων των εξωτερικών συμβούλων. (ε) Στις περιπτώσεις όπου, βάσει του κυπριακού δικαίου, το διοικητικό συμβούλιο δεν έχει οποιαδήποτε αρμοδιότητα επί της διαδικασίας επιλογής και διορισμού οιουδήποτε εκ των μελών του, το παρόν εδάφιο δεν εφαρμόζεται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας και οι αντίστοιχες επιτροπές διορισμών διασφαλίζουν ευρύ φάσμα προσόντων και ικανοτήτων κατά την πρόσληψη μελών στο διοικητικό συμβούλιο και εφαρμόζουν προς το σκοπό αυτό μια πολιτική που να προωθεί την ποικιλομορφία στο διοικητικό συμβούλιο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>(α) Το διοικητικό συμβούλιο ενός διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας καθορίζει και επιβλέπει την εφαρμογή των ρυθμίσεων διακυβέρνησης που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική και συνετή διοίκηση ενός οργανισμού, συμπεριλαμβανομένων του διαχωρισμού των καθηκόντων στον οργανισμό και της αποφυγής των συγκρούσεων συμφερόντων, με τρόπο που να προωθεί την ακεραιότητα της αγοράς. (β) Το διοικητικό συμβούλιο παρακολουθεί και αξιολογεί κατά περιόδους την αποτελεσματικότητα ρυθμίσεων διακυβέρνησης του διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας και λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν αδυναμιών. (γ) Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου έχουν επαρκή πρόσβαση στις πληροφορίες και τα έγγραφα που απαιτούνται για την επίβλεψη και την παρακολούθηση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της διοίκησης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>(α) Η Επιτροπή αρνείται να χορηγήσει άδεια λειτουργίας, εάν δεν έχει ικανοποιηθεί ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας διαθέτουν επαρκώς καλή φήμη, επαρκείς γνώσεις, ικανότητες και εμπειρία, και αφιερώνουν επαρκή χρόνο για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ή εάν υπάρχουν αντικειμενικοί και εξακριβώσιμοι λόγοι που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι το διοικητικό συμβούλιο του διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας ενδέχεται να αποτελεί απειλή για την αποτελεσματική, ορθή και συνετή διοίκηση και την επαρκή μέριμνα για την ακεραιότητα της αγοράς. (β) Κατά τη διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας σε ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας, το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που πραγματικά διευθύνουν την επιχειρηματική δραστηριότητα και τη λειτουργία ρυθμιζόμενης αγοράς που έχει ήδη λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, τεκμαίρεται ότι πληρούν τις απαιτήσεις του εδαφίου (1).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Ο διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας γνωστοποιεί στην Επιτροπή την ταυτότητα όλων των μελών του διοικητικού του συμβουλίου και κάθε μεταβολή των μελών του, καθώς και όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης του διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας με τα εδάφια (1) έως (5).</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 Απαιτήσεις σχετικές με τα πρόσωπα που ασκούν ουσιαστική επιρροή στη διοίκηση της ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-47\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 47</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">47.-(1) Τα πρόσωπα που είναι σε θέση να ασκήσουν, άμεσα ή έμμεσα, ουσιαστική επιρροή στη διοίκηση της ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας οφείλουν να είναι κατάλληλα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο διαχειριστής αγοράς της ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας- (α) Παρέχει στην Επιτροπή και δημοσιοποιεί πληροφορίες σχετικά με την ιδιοκτησία της ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας ή/και του διαχειριστή της και ιδίως την ταυτότητα και την έκταση των συμφερόντων κάθε προσώπου που είναι σε θέση να ασκήσει ουσιαστική επιρροή στη διοίκησή της· (β) γνωστοποιεί στην Επιτροπή και δημοσιοποιεί κάθε μεταβίβαση κυριότητας που επιφέρει μεταβολή στην ταυτότητα των προσώπων που ασκούν ουσιαστική επιρροή στη λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Επιτροπή αρνείται να εγκρίνει τις προτεινόμενες μεταβολές στα πρόσωπα που ασκούν ουσιαστική επιρροή στη ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας ή/και στο διαχειριστή της, εάν έχει αντικειμενικούς και εξακριβώσιμους λόγους να πιστεύει ότι οι μεταβολές αυτές αποτελούν απειλή για την ορθή και συνετή διοίκηση της ρυθμιζόμενης αγοράς.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 Οργανωτικές απαιτήσεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-48\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 48</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">48.-(1) Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας - (α) Διαθέτει μηχανισμούς για το σαφή εντοπισμό και τη διαχείριση των ενδεχόμενων δυσμενών συνεπειών που μπορεί να συνεπάγεται για τη λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας ή για τα μέλη της ή τους συμμετέχοντες σε αυτήν, κάθε σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των συμφερόντων της ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας, των ιδιοκτητών ή του διαχειριστή αγοράς και της υγιούς λειτουργίας της ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας, και ειδικότερα όταν αυτές οι συγκρούσεις συμφερόντων ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά την εκπλήρωση των λειτουργιών που η Επιτροπή έχει αναθέσει στη ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας· και (β) είναι κατάλληλα εξοπλισμένη για να διαχειρίζεται τους κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένη, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης κινδύνων των τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών (ΤΠΕ) σύμφωνα με το Κεφάλαιο ΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2022/2554, για να εφαρμόζει κατάλληλους μηχανισμούς και συστήματα για τον εντοπισμό σημαντικών κινδύνων για τη λειτουργία της και για να λαμβάνει αποτελεσματικά μέτρα για τον περιορισμό αυτών των κινδύνων και (γ) [Διαγράφηκε] (δ) εφαρμόζει διαφανείς και μη παρέχοντες διακριτική ευχέρεια κανόνες και διαδικασίες που παρέχουν τη δίκαιη και εύρυθμη διεξαγωγή των συναλλαγών, και διατυπώνει αντικειμενικά κριτήρια για την αποδοτική εκτέλεση των εντολών· και (ε) διαθέτει αποτελεσματικούς μηχανισμούς που διευκολύνουν την αποδοτική και έγκαιρη οριστικοποίηση των συναλλαγών που εκτελούνται στα πλαίσια των συστημάτων της· και (στ) διαθέτει, τόσο κατά το χρόνο της χορήγησης της άδειας λειτουργίας της όσο και σε συνεχή βάση, επαρκείς οικονομικούς πόρους για να διευκολύνεται η εύρυθμη λειτουργία της, λαμβανομένων υπόψη της φύσης και της κλίμακας των συναλλαγών που διενεργούνται στη ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας, καθώς και του φάσματος και της σοβαρότητας των κινδύνων στους οποίους αυτή είναι εκτεθειμένη· (ζ) διαθέτει μηχανισμούς, ώστε να διασφαλίζεται ότι πληροί τα πρότυπα ποιότητας των δεδομένων που καθορίζονται στο Άρθρο 22β του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014· και (η) έχει τουλάχιστον τρία (3) ουσιωδώς ενεργά μέλη ή χρήστες, καθένας από τους οποίους έχει τη δυνατότητα να αλληλεπιδρά με όλους τους υπόλοιπους όσον αφορά τη διαμόρφωση των τιμών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Απαγορεύεται στους διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας να εκτελούν εντολές πελατών έναντι ιδίων κεφαλαίων ή να καταρτίζουν αντιστοιχισμένες συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό σε οποιαδήποτε από τις ρυθμιζόμενες αγορές της Δημοκρατίας που διαχειρίζονται.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 12(I)/2025 183(I)/2025 Ανθεκτικότητα συστημάτων, μέτρα διακοπής διαπραγμάτευσης και ηλεκτρονική διαπραγμάτευση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-49\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 49</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">49.-(1) Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας αναπτύσσει και διατηρεί την επιχειρησιακή ανθεκτικότητά της σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο Κεφάλαιο ΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2022/2554, προκειμένου να διασφαλίζει ότι τα συστήματα διαπραγμάτευσής της είναι ανθεκτικά, έχουν επαρκή χωρητικότητα για την εξυπηρέτηση μεγάλων όγκων εντολών και μηνυμάτων, δύναται να διασφαλίσουν την εύρυθμη διεξαγωγή συναλλαγών υπό ακραίες συνθήκες πίεσης στην αγορά, ελέγχονται πλήρως για τη διασφάλιση της εκπλήρωσης των όρων αυτών και διαθέτουν αποτελεσματικές ρυθμίσεις επιχειρησιακής συνέχειας, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών και των σχεδίων επιχειρησιακής συνέχειας των τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών (ΤΠΕ) και των σχεδίων αντιμετώπισης και ανάκαμψης των τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών (ΤΠΕ) τα οποία έχουν καταρτιστεί σύμφωνα με το Άρθρο 11 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2022/2554, που διασφαλίζουν τη συνέχιση των υπηρεσιών της σε περίπτωση αστοχίας των συστημάτων διαπραγμάτευσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας διαθέτει- (α) Γραπτές συμφωνίες με όλες τις ΕΠΕΥ που ακολουθούν στρατηγική ειδικής διαπραγμάτευσης στη ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας· και (β) πλαίσιο το οποίο εξασφαλίζει τη συμμετοχή επαρκούς αριθμού ΕΠΕΥ στις εν λόγω συμφωνίες, οι οποίες απαιτούν την υποβολή δεσμευτικών προσφορών σε ανταγωνιστικές τιμές έτσι ώστε να παρέχεται ρευστότητα σε τακτική και προβλέψιμη βάση, όπου ενδείκνυται τέτοια απαίτηση με βάση τη φύση και την κλίμακα των συναλλαγών στη συγκεκριμένη ρυθμιζόμενη αγορά.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Η γραπτή συμφωνία που αναφέρεται στο εδάφιο (2) καθορίζει τουλάχιστον τα ακόλουθα: (i) Τις υποχρεώσεις της ΕΠΕΥ σε σχέση με την παροχή ρευστότητας και, όπου εφαρμόζεται, οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση που απορρέει από τη συμμετοχή στο πλαίσιο που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2)· (ii) οποιαδήποτε κίνητρα με τη μορφή εκπτώσεων ή σε άλλη μορφή, που προσφέρει η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας σε μια ΕΠΕΥ για να παρέχει ρευστότητα στην αγορά σε τακτική και προβλέψιμη βάση και, όπου εφαρμόζεται, οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα που απορρέουν για την ΕΠΕΥ από τη συμμετοχή της στο πλαίσιο που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2). (β) Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας παρακολουθεί και επιβάλλει τη συμμόρφωση των ΕΠΕΥ προς τις απαιτήσεις των προαναφερομένων δεσμευτικών γραπτών συμφωνιών. Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με το περιεχόμενο της δεσμευτικής γραπτής συμφωνίας και παρέχει, κατόπιν αιτήματος, στην Επιτροπή κάθε περαιτέρω πληροφορία που είναι απαραίτητη για να ικανοποιηθεί η Επιτροπή για τη συμμόρφωση της ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας με το παρόν εδάφιο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας διαθέτει αποτελεσματικά συστήματα, διαδικασίες και μηχανισμούς για την απόρριψη εντολών που είτε υπερβαίνουν τα προκαθορισμένα όρια όγκου και τιμών είτε είναι σαφώς εσφαλμένες.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>(α) Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας οφείλει να είναι σε θέση να προβεί προσωρινά στη διακοπή ή τον περιορισμό της διαπραγμάτευσης σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης ή σε περίπτωση σημαντικής μεταβολής της τιμής ενός χρηματοοικονομικού μέσου στην αγορά αυτή ή σε συναφή αγορά σε σύντομο χρονικό διάστημα και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να είναι σε θέση να προβεί σε ακύρωση, τροποποίηση ή διόρθωση οιασδήποτε συναλλαγής. Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας διασφαλίζει ότι οι παράμετροι για τη διακοπή ή τον περιορισμό της διαπραγμάτευσης έχουν προσαρμοστεί κατάλληλα, κατά τρόπο που λαμβάνει υπόψη τη ρευστότητα των διάφορων κατηγοριών και υποκατηγοριών χρηματοοικονομικών μέσων, τη φύση του μοντέλου της αγοράς και τα είδη των χρηστών και που επαρκεί για την αποφυγή σημαντικών διαταράξεων στην εύρυθμη διεξαγωγή διαπραγμάτευσης. (β) Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας αναφέρει στην Επιτροπή τις παραμέτρους για τη διακοπή της διαπραγμάτευσης και οποιαδήποτε σημαντική μεταβολή τους, με τρόπο συνεπή και συγκρίσιμο, και η Επιτροπή, με τη σειρά της, τις αναφέρει στην ΕΑΚΑΑ. Όταν ρυθμιζόμενη αγορά, η οποία είναι σημαντική από πλευράς ρευστότητας για συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο, διακόπτει τη διαπραγμάτευση σε οποιοδήποτε κράτος μέλος, ο εν λόγω τόπος διαπραγμάτευσης διαθέτει τα αναγκαία συστήματα και διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι θα ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές προκειμένου οι τελευταίες να συντονίσουν την αντιμετώπιση για το σύνολο της αγοράς και να καθορίσουν κατά πόσον ενδείκνυται να διακόψουν τη διαπραγμάτευση σε άλλους τόπους στους οποίους γίνεται διαπραγμάτευση του χρηματοοικονομικού μέσου μέχρι να αρχίσει εκ νέου η διαπραγμάτευση στην αρχική αγορά. (γ) Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας δημοσιοποιεί στον ιστότοπό της πληροφορίες σχετικά με τις περιστάσεις που οδήγησαν στη διακοπή ή τον περιορισμό της διαπραγμάτευσης και σχετικά με τις αρχές για τον καθορισμό των κύριων τεχνικών παραμέτρων που χρησιμοποιήθηκαν για τον σκοπό αυτό. (δ) Σε περίπτωση κατά την οποία η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας δεν προβαίνει σε διακοπή ή περιορισμό της διαπραγμάτευσης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α), παρά το γεγονός ότι η σημαντική μεταβολή των τιμών ενός χρηματοοικονομικού μέσου ή συναφών χρηματοοικονομικών μέσων έχει οδηγήσει στη διαμόρφωση συνθηκών μη εύρυθμης διεξαγωγής διαπραγμάτευσης σε μία ή περισσότερες αγορές, η Επιτροπή λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για την αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας των αγορών, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης των εποπτικών της εξουσιών σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων (ιγ) έως (ιστ) του εδαφίου (2) του άρθρου 70.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας διαθέτει αποτελεσματικά συστήματα, διαδικασίες και ρυθμίσεις, περιλαμβανομένης της απαίτησης όπως τα μέλη ή συμμετέχοντες να εφαρμόζουν κατάλληλες δοκιμές των αλγορίθμων και της παροχής περιβάλλοντος για τη διευκόλυνση της πραγματοποίησης των εν λόγω δοκιμών σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα Κεφάλαια II και IV του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2022/2554, που - (α) Διασφαλίζουν ότι τα συστήματα αλγοριθμικών συναλλαγών δεν μπορούν να δημιουργήσουν ή να συμβάλουν στη διαμόρφωση συνθηκών μη εύρυθμης διαπραγμάτευσης στην αγορά∙ και (β) διαχειρίζονται τις συνθήκες μη εύρυθμης διαπραγμάτευσης που ανακύπτουν από αυτά τα συστήματα αλγοριθμικών συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων για τον περιορισμό της αναλογίας ανεκτέλεστων εντολών προς τις συναλλαγές που μπορούν να εισαχθούν στο σύστημα από μέλος ή συμμετέχοντα∙ και (γ) είναι σε θέση να επιβραδύνουν τη ροή των εντολών αν υπάρχει κίνδυνος για εξάντληση της χωρητικότητας του συστήματος∙ και (δ) περιορίζουν και επιβάλλουν το ελάχιστο βήμα τιμής το οποίο μπορεί να εκτελεστεί στην αγορά.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>(α) Ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας που επιτρέπει την άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση διαθέτει αποτελεσματικά συστήματα, διαδικασίες και ρυθμίσεις, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι - (i) Τα μέλη ή οι συμμετέχοντες επιτρέπεται να παρέχουν την υπηρεσία αυτή μόνο αν είναι είτε ΕΠΕΥ που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει νομοθεσίας κράτους μέλους που συνάδει με την Οδηγία 2014/65/ΕΕ είτε πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει νομοθεσίας κράτους μέλους που συνάδει με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ∙ και (ii) ορίζονται και εφαρμόζονται κατάλληλα κριτήρια ως προς την καταλληλότητα των προσώπων στα οποία μπορεί να δοθεί πρόσβαση∙ και (iii) το μέλος ή ο συμμετέχων φέρει την ευθύνη των εντολών και των συναλλαγών που εκτελούνται μέσω της υπηρεσίας αυτής σε σχέση με τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου. (β) Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας ορίζει κατάλληλα πρότυπα σχετικά με τους ελέγχους κινδύνου και τα όρια για τις συναλλαγές μέσω της πρόσβασης που αναφέρεται στην παράγραφο (α) και οφείλει να διακρίνει και, όταν είναι αναγκαίο, να σταματάει τις εντολές ή τις συναλλαγές προσώπου που χρησιμοποιεί άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση, ξεχωριστά από άλλες εντολές ή συναλλαγές του μέλους ή του συμμετέχοντα. (γ) Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας διαθέτει ρυθμίσεις για την αναστολή ή τη διακοπή της παροχής άμεσης ηλεκτρονικής πρόσβασης από μέλος ή συμμετέχοντα σε πελάτη, στην περίπτωση μη συμμόρφωσης προς το παρόν εδάφιο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας διασφαλίζει ότι οι κανόνες της για τις υπηρεσίες συστέγασης συστημάτων είναι διαφανείς, δίκαιοι και χωρίς διακρίσεις.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>(α) H ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας διασφαλίζει ότι η δομή των χρεώσεών της, συμπεριλαμβανομένων των χρεώσεων εκτέλεσης, των παρεπόμενων χρεώσεων και οποιωνδήποτε εκπτώσεων, είναι διαφανής, δίκαιη και χωρίς διακρίσεις, καθώς και ότι δεν δημιουργεί κίνητρα για εισαγωγή, τροποποίηση ή ακύρωση εντολών ή για εκτέλεση συναλλαγών με τρόπο που συμβάλλει σε συνθήκες μη εύρυθμης διαπραγμάτευσης ή σε κατάχρηση αγοράς. Ειδικότερα, η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας επιβάλλει υποχρεώσεις ειδικής διαπραγμάτευσης σε μεμονωμένες μετοχές ή σε κατάλληλο καλάθι μετοχών σε αντάλλαγμα οποιωνδήποτε εκπτώσεων που παρέχονται. (β) Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας προσαρμόζει τις χρεώσεις της για ακυρωθείσες εντολές ανάλογα με το χρονικό διάστημα παραμονής της εντολής, και προσαρμόζει τις χρεώσεις της για κάθε χρηματοοικονομικό μέσο στο οποίο εφαρμόζονται. (γ) Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας δύναται να καθορίζει υψηλότερη χρέωση- (i) Για την εισαγωγή εντολής που στη συνέχεια ακυρώνεται από ότι για εντολή που εκτελείται, και (ii) σε συμμετέχοντες που εμφανίζουν υψηλή αναλογία ακυρωθεισών εντολών προς εκτελεσθείσες εντολές, και (iii) σε όσους εφαρμόζουν τεχνικές κατάρτισης αλγοριθμικών συναλλαγών σε υψηλή συχνότητα, προκειμένου να αντανακλάται η πρόσθετη επιβάρυνση για τη χωρητικότητα του συστήματος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας οφείλει να είναι σε θέση να διακρίνει, μέσω επισήμανσης από μέλη ή συμμετέχοντες, τις εντολές που παράγονται από αλγοριθμικές συναλλαγές, τους διάφορους αλγόριθμους που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία των εντολών, και τα σχετικά πρόσωπα που δίνουν τις εντολές αυτές. Η ρυθμιζόμενη αγορά διαθέτει τις εν λόγω πληροφορίες στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος της τελευταίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(11)</span>Κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας παρέχει στην Επιτροπή στοιχεία σχετικά με το βιβλίο εντολών ή πρόσβαση στο βιβλίο εντολών ώστε να είναι δυνατή η παρακολούθηση των συναλλαγών.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 12(I)/2025 183(I)/2025 Βήμα τιμής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-50\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 50</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">50.-(1) Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας θεσπίζει καθεστώτα βήματος τιμής σε μετοχές, αποθετήρια έγγραφα, διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια, πιστοποιητικά και άλλα παρόμοια χρηματοοικονομικά μέσα, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλα χρηματοοικονομικά μέσα για τα οποία καταρτίζονται ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα από την ΕΑΚΑΑ δυνάμει του Άρθρου 49, παράγραφος 4, της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, η δε εφαρμογή των βημάτων τιμής δεν εμποδίζει τη ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας να ταυτίζει εντολές μεγάλου μεγέθους στο ενδιάμεσο των τρεχουσών τιμών αγοράς και πώλησης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1) καθεστώτα βήματος τιμής- (i) βαθμονομούνται για να αντικατοπτρίζουν το προφίλ ρευστότητας του χρηματοοικονομικού μέσου σε διάφορες αγορές και το μέσο άνοιγμα τιμής προσφοράς-ζήτησης, λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι επιθυμητό να καθίσταται δυνατή η διαμόρφωση ευλόγως σταθερών τιμών χωρίς να περιορίζεται αδικαιολόγητα περαιτέρω μείωση του ανοίγματος τιμών· (ii) προσαρμόζουν το βήμα τιμής για κάθε χρηματοοικονομικό μέσο καταλλήλως. (β) Όσον αφορά τις μετοχές με διεθνή αριθμό αναγνώρισης τίτλων (ISIN) που εκδίδονται εκτός Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) ή τις μετοχές που διαθέτουν ISIN ΕΟΧ και τελούν υπό διαπραγμάτευση σε τόπο διαπραγμάτευσης τρίτης χώρας στο τοπικό νόμισμα ή σε εκτός ΕΟΧ νόμισμα, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο α) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, και για τις οποίες ο τόπος διαπραγμάτευσης που είναι η σημαντικότερη αγορά από άποψη ρευστότητας βρίσκεται σε τρίτη χώρα, η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας δύναται να προβλέπει το ίδιο βήμα τιμής με αυτό που ισχύει στον εν λόγω τόπο διαπραγμάτευσης.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 44(I)/2020 183(I)/2025 Συγχρονισμός των ρολογιών εργασίας 51. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 87(I)/2017 183(I)/2025 Εισαγωγή χρηματοοικονο-μικών μέσων προς διαπραγμάτευση 52.-(1) Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας θεσπίζει σαφείς και διαφανείς κανόνες για την εισαγωγή χρηματοοικονομικών μέσων προς διαπραγμάτευση, οι οποίοι διασφαλίζουν ότι κάθε χρηματοοικονομικό μέσο που εισάγεται προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά τυγχάνει δίκαιης, εύρυθμης και αποδοτικής διαπραγμάτευσης και, στην περίπτωση κινητών αξιών, ότι είναι ελεύθερα διαπραγματεύσιμες.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Στην περίπτωση παραγώγων, οι κανόνες που αναφέρονται στο εδάφιο (1) διασφαλίζουν, ειδικότερα, ότι ο σχεδιασμός της σύμβασης παραγώγων επιτρέπει την ομαλή διαμόρφωση των τιμών του, καθώς και την ύπαρξη αποτελεσματικών συνθηκών διακανονισμού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Επιπρόσθετα από τις υποχρεώσεις των εδαφίων (1) και (2), η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας θεσπίζει και διατηρεί αποτελεσματικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν να εξακριβωθεί κατά πόσο οι εκδότες των εισηγμένων προς διαπραγμάτευση στη ρυθμιζόμενη αγορά κινητών αξιών συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το εναρμονιστικό, με το εν λόγω δίκαιο, κυπριακό δίκαιο, όσον αφορά την αρχική, συνεχή ή κατά περίπτωση κοινοποίηση πληροφοριών. (β) Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας θεσπίζει μηχανισμούς που διευκολύνουν την πρόσβαση των μελών της ή των συμμετεχόντων σε αυτήν στις πληροφορίες που δημοσιοποιούνται βάσει του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του εναρμονιστικού, με το εν λόγω δίκαιο, κυπριακού δικαίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας θεσπίζει τους αναγκαίους μηχανισμούς για την τακτική επανεξέταση της συμμόρφωσης των χρηματοοικονομικών μέσων που εισάγει προς διαπραγμάτευση προς τις απαιτήσεις εισαγωγής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Κινητή αξία που έχει εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας δύναται, στη συνέχεια, να εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε άλλες ρυθμιζόμενες αγορές, ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεση του εκδότη, με την επιφύλαξη των οικείων διατάξεων του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου. Ο εκδότης ενημερώνεται από τη ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας για το γεγονός ότι οι αξίες του διαπραγματεύονται στην εν λόγω ρυθμιζόμενη αγορά. Ο εκδότης δεν υπόκειται σε καμία από τις προβλεπόμενες στο εδάφιο (3) υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών απευθείας σε ρυθμιζόμενη αγορά που έχει εισαγάγει προς διαπραγμάτευση τους τίτλους του χωρίς τη συγκατάθεσή του.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 Αναστολή διαπραγμάτευσης και διαγραφή χρηματοοικονομικών μέσων σε ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας 53.-(1) Χωρίς επηρεασμό του κατά το άρθρο 70(2) δικαιώματος της Επιτροπής να απαιτεί την αναστολή διαπραγμάτευσης ή τη διαγραφή χρηματοοικονομικού μέσου από τη διαπραγμάτευση, ο διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας δύναται να αναστείλει τη διαπραγμάτευση ή να διαγράψει από τη διαπραγμάτευση χρηματοοικονομικό μέσο το οποίο δεν συνάδει πλέον με τους κανόνες της ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας, εκτός εάν η αναστολή ή η διαγραφή αυτή ενδέχεται να βλάψει σημαντικά τα συμφέροντα των επενδυτών ή την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς της Δημοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Ο διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας, ο οποίος αναστέλλει τη διαπραγμάτευση ή διαγράφει χρηματοοικονομικό μέσο, αναστέλλει επίσης από τη διαπραγμάτευση ή διαγράφει τα παράγωγα που αναφέρονται στα σημεία 4 έως 10 του Μέρους ΙΙΙ του Πρώτου Παραρτήματος τα οποία σχετίζονται με ή έχουν ως σημείο αναφοράς το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο, όταν αυτό είναι αναγκαίο για την υποστήριξη των στόχων της αναστολής διαπραγμάτευσης ή της διαγραφής του υποκείμενου χρηματοοικονομικού μέσου. Ο διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας δημοσιοποιεί την απόφασή του σχετικά με την αναστολή από τη διαπραγμάτευση ή τη διαγραφή του χρηματοοικονομικού μέσου και κάθε σχετικού παραγώγου, και ανακοινώνει τις σχετικές αποφάσεις στην Επιτροπή. (β) Όπου η αναστολή ή διαγραφή αποφασίστηκε στη Δημοκρατία, η Επιτροπή απαιτεί από τις άλλες ρυθμιζόμενες αγορές της Δημοκρατίας, τους ΠΜΔ, ΜΟΔ και συστηματικούς εσωτερικοποιητές που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία της και στους οποίους αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης το εν λόγω χρηματοοικονομικό μέσο ή τα παράγωγα που αναφέρονται στα σημεία 4 έως 10 του Μέρους ΙΙΙ του Πρώτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου τα οποία σχετίζονται με ή έχουν ως σημείο αναφοράς το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο, την αναστολή διαπραγμάτευσης ή τη διαγραφή του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου ή παραγώγου, όταν η αναστολή ή διαγραφή οφείλεται σε υπόνοια για κατάχρηση της αγοράς, σε δημόσια προσφορά εξαγοράς ή στη μη δημοσιοποίηση προνομιακών πληροφοριών σχετικά με τον εκδότη ή το χρηματοοικονομικό μέσο κατά παράβαση των Άρθρων 7 και 17 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, εκτός εάν τέτοια αναστολή ή διαγραφή θα μπορούσε να βλάψει σημαντικά τα συμφέροντα των επενδυτών ή την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. (γ) Η Επιτροπή αμέσως δημοσιοποιεί και ανακοινώνει στην ΕΑΚΑΑ και τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, την απόφαση την οποία λαμβάνει δυνάμει της παραγράφου (β), συμπεριλαμβανομένης αιτιολόγησης εάν έλαβε απόφαση να μην ανασταλεί η διαπραγμάτευση ή να μη διαγραφεί το χρηματοπιστωτικό μέσο ή τα παράγωγα που αναφέρονται στα σημεία 4 έως 10 του Μέρους ΙΙΙ του Πρώτου Παραρτήματος τα οποία σχετίζονται με ή έχουν ως σημείο αναφοράς το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο. (δ) Όπου η αναστολή ή διαγραφή αποφασίστηκε σε άλλο κράτος μέλος και η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους γνωστοποιεί σχετική απόφαση στην Επιτροπή, η Επιτροπή απαιτεί από ρυθμιζόμενες αγορές της Δημοκρατίας, ΠΜΔ, ΜΟΔ, και συστηματικούς εσωτερικοποιητές που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία της και στους οποίους αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης το εν λόγω χρηματοοικονομικό μέσο ή τα παράγωγα που αναφέρονται στα σημεία 4 έως 10 του Μέρους ΙΙΙ του Πρώτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου, τα οποία σχετίζονται με ή έχουν ως σημείο αναφοράς το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο, την αναστολή διαπραγμάτευσης ή τη διαγραφή του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου ή παραγώγου, όταν η αναστολή ή διαγραφή οφείλεται σε υπόνοια για κατάχρηση της αγοράς, σε δημόσια προσφορά εξαγοράς ή στη μη δημοσιοποίηση προνομιακών πληροφοριών σχετικά με τον εκδότη ή το χρηματοοικονομικό μέσο κατά παράβαση των Άρθρων 7 και 17 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, εκτός εάν τέτοια αναστολή ή διαγραφή θα μπορούσε να βλάψει σημαντικά τα συμφέροντα των επενδυτών ή την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.</div>\n<p class=\"lf-p\">(ε) Η Επιτροπή, όταν λαμβάνει την κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο (δ) γνωστοποίηση από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, ανακοινώνει την απόφασή της στην ΕΑΚΑΑ και τις υπόλοιπες αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένης αιτιολόγησης εάν έλαβε απόφαση να μην ανασταλεί η διαπραγμάτευση ή να μη διαγραφεί το χρηματοοικονομικό μέσο ή τα παράγωγα που αναφέρονται στα σημεία 4 έως 10 του Μέρους ΙΙΙ του Πρώτου Παραρτήματος και τα οποία σχετίζονται με ή έχουν ως σημείο αναφοράς το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο. (στ) Το παρόν εδάφιο εφαρμόζεται επίσης όταν αίρεται η αναστολή από τη διαπραγμάτευση χρηματοοικονομικού μέσου ή των παραγώγων όπως αναφέρονται στα σημεία 4 έως 10 του Μέρους ΙΙΙ του Πρώτου Παραρτήματος και τα οποία σχετίζονται με ή έχουν ως σημείο αναφοράς το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο. (ζ) Η διαδικασία γνωστοποίησης που αναφέρεται στο παρόν εδάφιο εφαρμόζεται, επίσης, στην περίπτωση που η απόφαση για αναστολή διαπραγμάτευσης ή διαγραφή ενός χρηματοοικονομικού μέσου ή παραγώγων που αναφέρονται στα σημεία 4 έως 10 του Μέρους ΙΙΙ του Πρώτου Παραρτήματος που σχετίζονται με ή έχουν ως σημείο αναφοράς το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο λαμβάνεται από την Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 70(2)(ιγ) και (ιδ).</p>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 Πρόσβαση σε ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας 54.-(1) Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας θεσπίζει, εφαρμόζει και διατηρεί διαφανείς και χωρίς διακρίσεις κανόνες, βασιζόμενους σε αντικειμενικά κριτήρια, όσον αφορά την πρόσβαση ή την απόκτηση της ιδιότητας μέλους στη ρυθμιζόμενη αγορά.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι κανόνες που αναφέρονται στο εδάφιο (1) ορίζουν όλες τις υποχρεώσεις που υπέχουν τα μέλη της ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας ή οι συμμετέχοντες σε αυτήν, οι οποίες απορρέουν από- (α) Τη συγκρότηση και διοίκηση της ρυθμιζόμενης αγοράς· και (β) τους κανόνες που διέπουν τις συναλλαγές στην αγορά· και (γ) τα επαγγελματικά πρότυπα που επιβάλλονται στο προσωπικό των ΕΠΕΥ ή πιστωτικών ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται στην αγορά· και (δ) τους όρους που καθορίζονται σύμφωνα με το εδάφιο (3) για τα μέλη ή συμμετέχοντες που δεν είναι ΕΠΕΥ ή πιστωτικά ιδρύματα· και (ε) τους κανόνες και διαδικασίες εκκαθάρισης και διακανονισμού των συναλλαγών που διενεργούνται στη ρυθμιζόμενη αγορά.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι ρυθμιζόμενες αγορές της Δημοκρατίας δύνανται να δέχονται, ως μέλη ή συμμετέχοντες, ΕΠΕΥ, πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει νομοθεσίας κράτους μέλους που συνάδει με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ και άλλα πρόσωπα τα οποία διαθέτουν - (α) Επαρκώς καλή φήμη· και (β) επαρκές επίπεδο συναλλακτικής ικανότητας, επιδεξιότητας και εμπειρίας· και (γ) όπου εφαρμόζεται, επαρκείς οργανωτικές ρυθμίσεις· και (δ) επαρκείς πόρους για το ρόλο που καλούνται να επιτελέσουν, λαμβανομένων υπόψη των διάφορων οικονομικών ρυθμίσεων που έχει ενδεχομένως θεσπίσει η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας για να εγγυάται τον επαρκή διακανονισμό των συναλλαγών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Προκειμένου περί συναλλαγών που διενεργούνται σε ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας, τα μέλη και οι συμμετέχοντες δεν έχουν υποχρέωση να εφαρμόζουν έναντι αλλήλων τις υποχρεώσεις τις οποίες επιβάλλουν τα άρθρα 25, 26, 28 και 29. Τα μέλη όμως της ρυθμιζόμενης αγοράς, ή οι συμμετέχοντες σε αυτήν, τηρούν τις προβλεπόμενες στα άρθρα 25, 26, 28 και 29 υποχρεώσεις έναντι των πελατών τους όταν, ενεργώντας για λογαριασμό πελατών, εκτελούν τις εντολές τους σε ρυθμιζόμενη αγορά.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Οι κανόνες που διέπουν την πρόσβαση στη ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας ή την απόκτηση της ιδιότητας μέλους ή τη συμμετοχή σε αυτήν προβλέπουν την άμεση ή εξ αποστάσεως συμμετοχή των ΕΠΕΥ και των πιστωτικών ιδρυμάτων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>(α) Ρυθμιζόμενη αγορά άλλου κράτους μέλους δύναται να παρέχει τις κατάλληλες ρυθμίσεις στη Δημοκρατία για να διευκολύνει την πρόσβαση και τη διενέργεια συναλλαγών σε αυτήν την αγορά από τα εξ’ αποστάσεως μέλη ή τους εξ’ αποστάσεως συμμετέχοντες που είναι εγκατεστημένοι στη Δημοκρατία. (β)(i) Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας γνωστοποιεί στην Επιτροπή την πρόθεσή της να παρέχει κατάλληλες ρυθμίσεις σε άλλο κράτος μέλος για να διευκολύνει την πρόσβαση και τη διενέργεια συναλλαγών σε αυτήν την αγορά από εξ’ αποστάσεως μέλη ή τους εξ’ αποστάσεως συμμετέχοντες που είναι εγκατεστημένοι στο εν λόγω κράτος μέλος. H Επιτροπή διαβιβάζει, εντός ενός μηνός, την πληροφορία αυτή στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας προτίθεται να παρέχει τέτοιες ρυθμίσεις. (ii) Η Επιτροπή γνωστοποιεί, κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, την ταυτότητα των μελών της ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας ή των συμμετεχόντων σε αυτήν, τα οποία μέλη ή συμμετέχοντες είναι εγκατεστημένοι στο εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Ο διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας γνωστοποιεί στην Επιτροπή, σε τακτική βάση, τον κατάλογο των μελών της ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας ή των συμμετεχόντων σε αυτήν.</div>\n<p class=\"lf-p\">87(I)/2017 Παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τους κανόνες της ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας και προς άλλες εκ του νόμου υποχρεώσεις 55.-(1) Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας θεσπίζει και διατηρεί αποτελεσματικούς μηχανισμούς και διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων των απαιτούμενων πόρων, για την τακτική παρακολούθηση της συμμόρφωσης των μελών της και των συμμετεχόντων σε αυτήν με τους κανόνες της. Η ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας παρακολουθεί τις εντολές που αποστέλλουν, συμπεριλαμβανομένων των ακυρώσεων, και τις συναλλαγές που διενεργούν τα μέλη της ή οι συμμετέχοντες σε αυτήν στο πλαίσιο των συστημάτων της, προκειμένου να εντοπίζει παραβάσεις των κανόνων αυτών, συνθήκες μη εύρυθμης διαπραγμάτευσης ή ενέργειες που μπορεί να υποδηλώνουν συμπεριφορά που απαγορεύεται δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 ή δυσλειτουργίες του συστήματος σε σχέση με χρηματοοικονομικό μέσο.</p></div>", "next": 239467}