{"html": "<div class=\"lf-doc\"><p class=\"lf-p\">(γ) την ηλεκτρική ενέργεια η οποία παράγεται από μικρούς παραγωγούς για δική τους χρήση εφόσον τα ενεργειακά προιόντα που έχουν χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας προέρχονται από φορολογημένα αποθέματα ή προέρχονται από αποθέματα που απαλλάσσονται από την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών ή σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή και στις δύο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής και τα προϊόντα, δοχεία, σκεύη και άλλα αντικείμενα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα υπόκεινται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Πράξεις και επεξεργασίες που δεν θεωρούνται ως παραγωγή ενεργειακών προϊόντων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-41\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 41</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">41.</span>(1) Τηρουμένων των όρων και περιορισμών που ο Διευθυντής ήθελε εκάστοτε επιβάλει, οι ακόλουθες πράξεις και επεξεργασίες δεν θεωρούνται ως παραγωγή ενεργειακών προϊόντων: (α) οι διεργασίες συνεπεία των οποίων ο χρήστης ενός ενεργειακού προϊόντος καθιστά δυνατή την επαναχρησιμοποίησή του μέσα στη δική του επιχείρηση, εφόσον τα ποσά των ειδικών φόρων κατανάλωσης τα οποία έχουν ήδη καταβληθεί για το συγκεκριμένο προϊόν, δεν είναι μικρότερα από το ποσό των ειδικών φόρων κατανάλωσης που θα οφειλόταν αν το επαναχρησιμοποιημένο προϊόν υπέκειτο εκ νέου στον ειδικό φόρο κατανάλωσης, (β) η διεργασία η οποία συνίσταται στην ανάμειξη, εκτός του χώρου υποστατικού παραγωγής ή μιας αποθήκης υπό φορολογικό έλεγχο, ενεργειακών προϊόντων με άλλα ενεργειακά προϊόντα ή άλλα υλικά εφόσον: (i) στις περιπτώσεις που δεν απαλλάσσεται το μείγμα, έχει καταβληθεί ο ειδικός φόρος κατανάλωσης επί των βασικών συστατικών, και (ii) το καταβληθέν ποσό δεν είναι μικρότερο από το ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης, το οποίο θα οφειλόταν για το μείγμα.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Ανάμιξη ενεργειακών προϊόντων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-42\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 42</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">42.</span>(1) Οποιοδήποτε πρόσωπο προβαίνει σε ανάμιξη ενεργειακών προϊόντων ή υποκατάστατων αυτών ή οποιαδήποτε άλλη πράξη σχετική με ανάμιξη ενεργειακών προϊόντων εντός του χώρου υποστατικού παραγωγής ενεργειακών προϊόντων ή αποθήκης υπό φορολογικό έλεγχο, υποχρεούται να εξασφαλίσει την έγκριση του Διευθυντή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο προβαίνει σε ανάμιξη ενεργειακών προϊόντων ή υποκατάστατων αυτών ή οποιαδήποτε άλλη πράξη σχετική με ανάμιξη ενεργειακών προϊόντων και υποκατάστατων αυτών εκτός του υποστατικού παραγωγής ενεργειακών προϊόντων ή αποθήκης υπό φορολογικό έλεγχο, κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών ή σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή και στις δύο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής και τα προϊόντα, δοχεία, σκεύη και άλλα αντικείμενα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα υπόκεινται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Ειδικές περιπτώσεις επιστροφής του ειδικού φόρου κατανάλωσης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-43\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 43</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">43.</span>(1) Εφόσον αποδειχθεί στο Διευθυντή ότι ο ειδικός φόρος κατανάλωσης που έχει καταβληθεί για ενεργειακά προϊόντα που έχουν μολυνθεί ή αναμειχθεί τυχαία και συνεπεία του γεγονότος αυτού κατέστησαν ακατάλληλα να χρησιμοποιηθούν για το σκοπό που προορίζονταν, δύναται να επιστρέψει τον καταβληθέντα ειδικό φόρο κατανάλωσης εφόσον τα προϊόντα αυτά επιστρέφονται σε φορολογική αποθήκη για ανακύκλωση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων του εδαφίου (1) δύνανται να καθορίζονται με γνωστοποίηση που εκδίδει ο Διευθυντής.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Ειδικές απαλλαγές και μειώσεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-44\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 44</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">44.</span>(1) Απαλλάσσονται από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης τα πιο κάτω ενεργειακά προϊόντα υπό όρους και προϋποθέσεις που ήθελε καθορίσει ο Διευθυντής: (α) Το ειδικό καύσιμο αεριωθουμένου (κωδ. ΣΟ 2710 19 21), που παραδίδεται με σκοπό τον εφοδιασμό αεροσκαφών που εκτελούν διεθνείς και ενδοκοινοτικές αεροπορικές μεταφορές με εξαίρεση το καύσιμο που προορίζεται για τον εφοδιασμό αεροσκαφών που εκτελούν ιδιωτικές πτήσεις αναψυχής:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι \"ιδιωτική πτήση αναψυχής\" θεωρείται η χρησιμοποίηση του αεροσκάφους από τον ιδιοκτήτη του ή από το πρόσωπο που το χρησιμοποιεί δυνάμει σύμβασης μίσθωσης ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, για μη εμπορικούς σκοπούς και ειδικότερα όταν δεν το χρησιμοποιεί για τη μεταφορά επιβατών ή εμπορευμάτων ή για την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής ή για σκοπούς των Κρατικών Αρχών. (β) Τα ενεργειακά προϊόντα που παραδίδονται για να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα για την ναυσιπλοϊα στα ύδατα της Κοινότητας από σκάφη που εκτελούν διεθνείς και ενδοκοινοτικές μεταφορές συμπεριλαμβανομένης της αλιείας με εξαίρεση την περίπτωση της χρησιμοποίησης τους σε ιδιωτικά σκάφη αναψυχής και η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται επί ενός σκάφους αναψυχής:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι \"ιδιωτικό σκάφος αναψυχής\" θεωρείται οποιοδήποτε σκάφος χρησιμοποιείται από τον ιδιοκτήτη του ή από το πρόσωπο που το χρησιμοποιεί δυνάμει σύμβασης μίσθωσης ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, για μη εμπορικούς σκοπούς και ειδικότερα όταν δεν πρόκειται για τη μεταφορά επιβατών ή εμπορευμάτων ή για την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής ή για τις ανάγκες των Κρατικών Αρχών:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι το Υπουργικό Συμβούλιο με Διάταγμα που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας δύναται να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής των απαλλαγών που καθορίζονται στις παραγράφους (α) και (β) στις εγχώριες μεταφορές ως επίσης να αναστείλει την εφαρμογή των πιο πάνω απαλλαγών στην περίπτωση που έχει συναφθεί διμερής συμφωνία από την Κυπριακή Δημοκρατία με άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι οι απαλλαγές που καθορίζονται στα εδάφια (α) και (β) μπορούν να παραχωρηθούν με επιστροφή του ειδικού φόρου κατανάλωσης εφόσον εγκριθεί τούτο από το Διευθυντή. (γ) τα ενεργειακά προϊόντα και την ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και την ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση της ικανότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με Διάταγμα που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να επιβάλει στα προϊόντα αυτά, για λόγους περιβαλλοντικής πολιτικής, ειδικό φόρο κατανάλωσης χωρίς να τηρούνται οι ελάχιστοι συντελεστές ειδικού φόρου κατανάλωσης που καθορίζονται στην Οδηγία 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Οκτωβρίου 2003 σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας. (δ) τα ενεργειακά προϊόντα που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή τσιμέντου·</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με Διάταγμα να καθορίσει μειωμένους συντελεστές ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (gas oil), το φωτιστικό πετρέλαιο (kerosene), το υγραέριο και το φυσικό αέριο στις περιπτώσεις που καθορίζονται στο άρθρο 8 της Οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Οκτωβρίου 2003 σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας υπό όρους και προϋποθέσεις που ήθελε εκάστοτε επιβάλει, νοουμένου ότι τηρούνται οι ελάχιστοι συντελεστές ειδικού φόρου κατανάλωσης που καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με Διάταγμα να καθορίσει μειωμένους συντελεστές ειδικού φόρου κατανάλωσης στις περιπτώσεις επιχειρηματικής χρήση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 της Οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Οκτωβρίου 2003 σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας υπό όρους και προϋποθέσεις που ήθελε εκάστοτε επιβάλει, νοουμένου ότι τηρούνται οι ελάχιστοι συντελεστές ειδικού φόρου κατανάλωσης που προβλέπονται από το άρθρο 9 της εν λόγω Οδηγίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με Διάταγμα να απαλλάξει εν όλω ή εν μέρει οποιοδήποτε από τα ενεργειακά προϊόντα ή την ηλεκτρική ενέργεια από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης ή καθορίσει μειωμένους συντελεστές ειδικού φόρους κατανάλωσης στα εν λόγω προϊόντα στις περιπτώσεις που καθορίζονται στο άρθρο 15 της Οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Οκτωβρίου 2003 σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας, υπό τους όρους και προϋποθέσεις που ήθελε εκάστοτε επιβάλει.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με Διάταγμα να απαλλάξει από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης τα ενεργειακά προϊόντα και την ηλεκτρική ενέργεια ή καθορίσει μειωμένους συντελεστές ειδικού φόρου κατανάλωσης, στις περιπτώσεις που καθορίζονται στα άρθρα 16 και 17 της Οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Οκτωβρίου 2003 σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας υπό όρους και προϋποθέσεις που ήθελε εκάστοτε επιβάλει.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 30(I)/2010 Επιβολή διαφοροποιημένων συντελεστών ειδικού φόρου κατανάλωσης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-45\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 45</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">45.</span>(1) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με Διάταγμα να καθορίσει διαφοροποιημένους συντελεστές ειδικού φόρου κατανάλωσης στα ενεργειακά προϊόντα και την ηλεκτρική ενέργεια στις περιπτώσεις που καθορίζονται στο άρθρο 5 της Οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Οκτωβρίου 2003 σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας υπό όρους και προϋποθέσεις που ήθελε εκάστοτε επιβάλει, νοουμένου ότι τηρούνται οι ελάχιστοι συντελεστές ειδικού φόρου κατανάλωσης που προβλέπονται στην εν λόγω οδηγία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με Διάταγμα να καθορίσει διαφοροποιημένους συντελεστές ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (gas oil), στις περιπτώσεις που καθορίζονται στο άρθρο 7 της Οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Οκτωβρίου 2003 σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας υπό όρους και προϋποθέσεις που ήθελε εκάστοτε επιβάλει, νοουμένου ότι τηρούνται οι ελάχιστοι συντελεστές ειδικού φόρου κατανάλωσης που προβλέπονται στην εν λόγω Οδηγία.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Απαλλαγές υποκατάστατων ενεργειακών προϊόντων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-46\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 46</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">46.</span>Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιασδήποτε νομοθεσίας που βρίσκεται σε ισχύ, οι παρεχόμενες στο παρόν Μέρος απαλλαγές ή μειώσεις του συντελεστή του ειδικού φόρου κατανάλωσης, εφαρμόζονται ανάλογα και σε προϊόντα άλλα από τα ενεργειακά προϊόντα, εφόσον αυτά χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατα ενεργειακών προϊόντων και προορίζονται για τις ίδιες με τα προϊόντα που υποκαθιστούν χρήσεις.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Αδικήματα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-47\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 47</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">47.</span>(1) Οποιοδήποτε πρόσωπο χρησιμοποιεί, κατέχει, μεταφέρει ή διαθέτει ενεργειακά προϊόντα ή υποκατάστατα αυτών ή ηλεκτρική ενέργεια για άλλο από τον προβλεπόμενο στις απαλλαγές ή μειώσεις που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο σκοπό ή κατά παράβαση των διατάξεων οποιωνδήποτε Κανονισμών, διαταγμάτων ή γνωστοποιήσεων που έχουν εκδοθεί δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ή αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τους όρους και προϋποθέσεις που επιβλήθηκαν για παραχώρηση της απαλλαγής ή του μειωμένου συντελεστή, είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών ή σε φυλάκιση μέχρι δυο χρόνια ή και στις δυο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής ποινής και τα ενεργειακά προϊόντα ή υποκατάστατα αυτών, δοχεία, οχήματα ή οποιαδήποτε μεταφορικά μέσα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα, υπόκεινται σε δήμευση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>[Διαγράφηκε].</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 89(I)/2017 Απαλλαγές καυσίμων αυτοκινήτων οχημάτων και εμπορευματοκιβωτίων ειδικών χρήσεων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-48\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 48</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">48.</span>(1) Απαλλάσσονται από την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης κατά την είσοδό τους στη Δημοκρατία τα ενεργειακά προϊόντα που έχουν διατεθεί προς κατανάλωση σε ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα οποία περιέχονται στις κανονικές δεξαμενές καυσίμων εμπορικών οχημάτων με κινητήρα και πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα από τα εν λόγω οχήματα, καθώς και σε ειδικά εμπορευματοκιβώτια, και πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για τη λειτουργία, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, των συστημάτων με τα οποία είναι εξοπλισμένα τα εμπορευματοκιβώτια.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου νοούνται ως: «ειδικά εμπορευματοκιβώτια», νοούνται τα εμπορευματοκιβώτια που διαθέτουν ειδικά σχεδιασμένο εξοπλισμό για συστήματα ψύξης, συστήματα οξυγόνωσης, συστήματα θερμομόνωσης ή άλλα συστήματα. «κανονικές δεξαμενές καυσίμων»: οι δεξαμενές που ο κατασκευαστής τοποθετεί μονίμως σε όλα τα οχήματα με κινητήρα του ίδιου τύπου με το εξεταζόμενο όχημα και η μόνιμη τοποθέτηση των οποίων επιτρέπει την απευθείας χρησιμοποίηση του καυσίμου, τόσο για την κίνηση των οχημάτων όσο και, ενδεχομένως, για τη λειτουργία, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, των συστημάτων ψύξης και άλλων συστημάτων,</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">-</span>οι δεξαμενές υγραερίου, που είναι τοποθετημένες σε οχήματα με κινητήρα και επιτρέπουν την απευθείας χρησιμοποίηση του υγραερίου ως καυσίμου καθώς και οι δεξαμενές που είναι τοποθετημένες σε άλλα συστήματα με τα οποία μπορεί να είναι εξοπλισμένο το όχημα, οι δεξαμενές καυσίμων, που ο κατασκευαστής τοποθετεί μονίμως σε όλα τα εμπορευματοκιβώτια του ίδιου τύπου με τον τύπο του εξεταζόμενου εμπορευματοκιβωτίου και η μόνιμη τοποθέτηση των οποίων επιτρέπει την απευθείας χρησιμοποίηση του καυσίμου για τη λειτουργία, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, των συστημάτων ψύξης και άλλων συστημάτων με τα οποία είναι εξοπλισμένα τα εμπορευματοκιβώτια.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Γνωστοποίηση για όρους, προϋποθέσεις κλπ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-49\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 49</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">49.</span>Ο Διευθυντής δύναται με γνωστοποίησή του να καθορίσει τους όρους, προϋποθέσεις και τη διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Μέρους που αφορούν τη λειτουργία και έλεγχο των φορολογικών αποθηκών και των υποστατικών παραγωγής ενεργειακών προϊόντων, υποκατάστατων αυτών και ηλεκτρικής ενέργειας καθώς και κάθε λεπτομέρεια για τη διασφάλιση της καταβολής των ειδικών φόρων κατανάλωσης.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 ΜΕΡΟΣ Χ ΑΛΚΟΟΛΗ-ΑΛΚΟΟΛΟΥΧΑ ΠΟΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α - ΟΡΙΣΜΟΙ - ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ - ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ ΚΛΠ Ορισμοί</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-50\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 50</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">50.</span>Στον παρόντα Νόμο, \"αιθυλική αλκοόλη\" καλύπτει: (i) όλα τα προϊόντα με αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 1,2% vol., τα οποία υπάγονται στους κωδικούς Σ.Ο.2207 και 2208, ακόμη και όταν τα εν λόγω προϊόντα αποτελούν μέρος προϊόντος υπαγομένου σε άλλο κεφάλαιο της Σ.Ο., (ii) τα προϊόντα των κωδικών Σ.Ο. 2204, 2205, 2206 με αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 22% vol., (iii) τα ποτά που περιέχουν ακέραια προϊόντα ή άλλα φυτικά προϊόντα σε διάλυμα. \"αλκοόλη και αλκοολούχα ποτά\" θεωρούνται: (i) Μπύρα (ii) Κρασί (iii) Ποτά παρασκευαζόμενα με ζύμωση, εκτός από το κρασί και τη μπύρα (iv) Ενδιάμεσα προϊόντα (v) Αιθυλική αλκοόλη. \"αμπελοοινικό απόσταγμα\": σημαίνει το προϊόν το οποίο προκύπτει από την πρωταρχική απόσταξη σε απλό άμβυκα, ζυμωθέντων σταφυλιών ή σταφίδας ή οποιωνδήποτε υπολειμμάτων αυτών ή όπως αυτό καθορίζεται στους κανονισμούς περί Ρυθμίσεως και Ελέγχου της Βιομηχανίας Αμπελουργικών Προϊόντων (Έλεγχος Ζιβανίας) Κανονισμοί του 1998· \"ανεξάρτητος μικρός οινοπαραγωγός\" σημαίνει τον οινοπαραγωγό του οποίου η παραγωγή δεν υπερβαίνει κατά μέσο όρο τα χίλια (1 000) εκατόλιτρα κρασιού ετησίως και ο οποίος είναι νομικά και οικονομικά ανεξάρτητος από οποιονδήποτε άλλο οινοπαραγωγό, χρησιμοποιεί εγκαταστάσεις που βρίσκονται χωριστά από τις εγκαταστάσεις οποιουδήποτε άλλου οινοπαραγωγού και δεν λειτουργεί βάσει άδειας εκμετάλλευσης· σε περίπτωση δε που δύο (2) ή περισσότεροι μικροί οινοπαραγωγοί συνεργάζονται και η συνδυασμένη ετήσια παραγωγή τους δεν υπερβαίνει τα χίλια (1 000) εκατόλιτρα, κατά περίπτωση, οι εν λόγω οινοπαραγωγοί δύναται να θεωρούνται ως ένας και μόνος ανεξάρτητος μικρός οινοπαραγωγός· \"ανεξάρτητος μικρός παραγωγός ενδιάμεσων προϊόντων\" σημαίνει τον παραγωγό του οποίου η παραγωγή δεν υπερβαίνει τα διακόσια πενήντα (250) εκατόλιτρα των εν λόγω ποτών ετησίως και ο οποίος είναι νομικά και οικονομικά ανεξάρτητος από οποιονδήποτε άλλο παραγωγό ενδιάμεσων προϊόντων, χρησιμοποιεί εγκαταστάσεις που βρίσκονται χωριστά από τις εγκαταστάσεις οποιουδήποτε άλλου παραγωγού και δεν λειτουργεί βάσει άδειας εκμετάλλευσης· σε περίπτωση δε που δύο (2) ή περισσότεροι μικροί παραγωγοί συνεργάζονται και η συνδυασμένη ετήσια παραγωγή τους δεν υπερβαίνει τα διακόσια πενήντα (250) εκατόλιτρα, οι εν λόγω παραγωγοί δύναται να θεωρούνται ως ένας και μόνος ανεξάρτητος μικρός παραγωγός· \"ανεξάρτητος μικρός παραγωγός λοιπών παρασκευαζόμενων με ζύμωση ποτών\" σημαίνει τον παραγωγό του οποίου η παραγωγή δεν υπερβαίνει τα χίλια (1 000) εκατόλιτρα των εν λόγω ποτών ετησίως και ο οποίος είναι νομικά και οικονομικά ανεξάρτητος από οποιονδήποτε άλλο παραγωγό λοιπών παρασκευαζόμενων με ζύμωση ποτών, χρησιμοποιεί εγκαταστάσεις που βρίσκονται χωριστά από τις εγκαταστάσεις οποιουδήποτε άλλου παραγωγού και δεν λειτουργεί βάσει άδειας εκμετάλλευσης· σε περίπτωση δε που δύο (2) ή περισσότεροι μικροί παραγωγοί συνεργάζονται και η συνδυασμένη ετήσια παραγωγή τους δεν υπερβαίνει τα χίλια (1 000) εκατόλιτρα, οι εν λόγω παραγωγοί δύναται να θεωρούνται ως ένας και μόνος ανεξάρτητος μικρός παραγωγός·</div>\n<p class=\"lf-p\">\"απλός άμβυκας\": σημαίνει το γνωστό ως \"καζάνι\" το οποίο αποτελείται από το λέβητα για βρασμό του περιεχομένου μείγματος (ζυμωμένων σταφυλιών ή σταφίδας ή οποιωνδήποτε υπολειμμάτων αυτών) με σκοπό την εξάτμιση, το κάλυμμα με το τόξο, το ψυκτικό σωλήνα για υγροποίηση των ατμών και περισυλλογή του αμπελοοινικού αποστάγματος· \"απόσταγμα στεμφύλων σταφυλιών\": σημαίνει το προϊόν που λαμβάνεται με απευθείας απλή απόσταξη στεμφύλων σταφυλιών μετά ή άνευ υγιούς οινολάσπης, μετά ή άνευ κρασιού με αλκοολικό τίτλο από 43% vol μέχρι 52% vol στους 20 βαθμούς Κελσίου, έχει δε μεγίστη περιεκτικότητα σε μεθανόλη 200g/hl αλκοόλης 100% vol και συνολική περιεκτικότητα σε πτητικές ουσίες, εκτός μεθυλικής και αιθυλικής αλκοόλης, ανώτερη των 140 g/hl αλκοόλης 100% vol ή όπως αυτό καθορίζεται στους κανονισμούς περί Ρυθμίσεως και Ελέγχου της Βιομηχανίας Αμπελουργικών Προϊόντων (Έλεγχος Ζιβανίας) Κανονισμοί του 1998· \"αποστακτήρας\": σημαίνει συσκευή συνεχούς ή ασυνεχούς λειτουργίας εξαιρουμένου του απλού άμβυκα για απόσταξη διαφόρων αλκοολούχων ουσιών με την οποία είναι δυνατή η κατασκευή αιθυλικής αλκοόλης· \"ενδιάμεσα προϊόντα\" θεωρούνται: (α) όλα τα προϊόντα με αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 1,2% vol. μέχρι και 22% vol., τα οποία υπάγονται στους κωδικούς Σ.Ο.2204, 2205 και 2206 και τα οποία δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των όρων \"μπύρα\", \"κρασί\" και \"ποτά παρασκευαζόμενα με ζύμωση, εκτός από το κρασί και τη μπύρα\", (β) κάθε απλό ποτό προερχόμενο από ζύμωση, το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του όρου \"λοιπά απλά ποτά παρασκευαζόμενα με ζύμωση\" και το οποίο έχει αποκτημένο αλκοολικό τίτλο άνω του 5,5% vol., η δε περιεχόμενη αλκοόλη δεν προέρχεται εξ ολοκλήρου από ζύμωση, καθώς και κάθε αφρώδες ποτό προερχόμενο από ζύμωση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του όρου \"λοιπά αφρώδη ποτά παρασκευαζόμενα με ζύμωση\" έχει αποκτημένο αλκοολικό τίτλο άνω του 8,5% vol., η δε περιεχόμενη αλκοόλη δεν προέρχεται εξ ολοκλήρου από ζύμωση. \"εξουσιοδοτημένος κατασκευαστής μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης\": σημαίνει πρόσωπο το οποίο εξουσιοδοτείται δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 67· \"ζιβανία\": σημαίνει το απόσταγμα στεμφύλων που πληροί τους όρους των σχετικών Κανονισμών περί Ρυθμίσεως και Ελέγχου της Βιομηχανίας Αμπελουργικών Προϊόντων (Έλεγχος Ζιβανίας» Κανονισμοί του 1998 (ΚΔΠ 263/98), όπως έχουν τροποποιηθεί με τον Κανονισμό με αριθμό (ΚΔΠ 83/2000), οι οποίοι εκδόθηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο με βάση το άρθρο 13 των περί Ρυθμίσεως και Ελέγχου της Βιομηχανίας Αμπελουργικών Προϊόντων Νόμων του 1965 μέχρι 1989, και του οποίου η ποιότης είναι σύμφωνη με τον περί Τροφίμων (Έλεγχος και Πώληση) Νόμο και έχει αλκοολικό τίτλο όχι μικρότερο των 43% vol και μέγιστη περιεκτικότητα σε μεθανόλη 200 g/hl αλκοόλης 100% vol και περιλαμβάνει τις ονομασίες \"τζιβανία\" και \"ζιβάνα\"·</p>\n<p class=\"lf-p\">\"κατασκευαστής ζιβανίας\": σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατόπιν άδειας παρεχομένης δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 56, προβαίνει στην παραγωγή αποστάγματος στέμφυλων σταφυλιών του κατάλληλου για την παραγωγή ζιβανίας· \"κατασκευαστής μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης\": σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει άδεια δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 67· \"κατασκευαστής μπύρας\": σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατόπιν αδείας παρεχομένης δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 70 και του άρθρου 71 προβαίνει στην κατασκευή μπύρας· \"κρασί\" περιλαμβάνει το «απλό κρασί και τα αφρώδη κρασιά»:</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">-</span>\"απλό κρασί\" περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς Σ.Ο.2204 και 2205, εκτός από τα αφρώδη κρασιά τα οποία: (i) έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 1,2% vol. μέχρι και 15% vol., με την προϋπόθεση ότι η αλκοόλη που περιέχεται στο τελικό προϊόν προέρχεται εξ ολοκλήρου από ζύμωση, (ii) έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 15% vol. μέχρι και 18% vol., με την προϋπόθεση ότι έχουν παραχθεί χωρίς εμπλουτισμό και η αλκοόλη που περιέχεται στο τελικό προϊόν προέρχεται εξ ολοκλήρου από ζύμωση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">-</span>\"αφρώδη κρασιά\" περιλαμβάνουν όλα τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς Σ.Ο. 2204 10, 2204 21 06, 2204 21 07, 2204 21 08, 2204 21 09, 2204 29 10 και 2205, και τα οποία πληρούν τις εξής προϋποθέσεις: (i) περιέχονται σε φιάλες με πώματα σχήματος μανιταριού, τα οποία συγκρατούνται με σύρματα ή συνδετήρες ή έχουν υπερπίεση τουλάχιστο 3 bar, η οποία οφείλεται στο διαλυμένο διοξείδιο του άνθρακα, (ii) έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω των 1,2% vol. μέχρι και 15% vol., με την προϋπόθεση ότι η αλκοόλη που περιέχεται στο τελικό προϊόν προέρχεται εξ ολοκλήρου από ζύμωση. \"μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη\": σημαίνει αιθυλική αλκοόλη στην οποία έχουν προστεθεί: (i) οι μετουσιωτικές ουσίες που καθορίζονται σε Διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου όπως προβλέπεται στο άρθρο 68, ή (ii) οι μετουσιωτικές ουσίες που χρησιμοποιούνται από άλλα κράτη μέλη για σκοπούς της πλήρους μετουσίωσης όπως αυτές περιγράφονται στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 3199/93 της Επιτροπής της 22ας Νοεμβρίου 1993 σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των διαδικασιών για την πλήρη μετουσίωση της αλκοόλης με σκοπό την απαλλαγή από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης. \"μικρό αποστακτήριο\" σημαίνει επιχείρηση απόσταξης της οποίας η παραγωγή δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) εκατόλιτρα καθαρής αλκοόλης ετησίως, η οποία λειτουργεί ως νομικά και οικονομικά ανεξάρτητη από κάθε άλλη επιχείρηση απόσταξης και δεν λειτουργεί βάσει άδειας εκμετάλλευσης· \"μπύρα\" θεωρείται κάθε προϊόν που υπάγεται στον κωδικό Σ.Ο. 2203, καθώς και κάθε προϊόν το οποίο περιέχει μίγμα μπύρας με μη αλκοολούχα ποτά, που υπάγεται στον κωδικό Σ.Ο. 2206 και στις δύο περιπτώσεις με αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο μεγαλύτερο του 0,5% vol· \"οινοπνευματοποιείο\": σημαίνει εγκεκριμένο από το Διευθυντή υποστατικό όπου ο οινοπνευματοποιός Α΄ κατηγορίας και ο κατασκευαστής ζιβανίας προβαίνουν στην κατασκευή αιθυλικής αλκοόλης και αποστάγματος στεμφύλων σταφυλιών για την κατασκευή της ζιβανίας αντίστοιχα καθώς και το υποστατικό όπου ο οινοπνευματοποιός Β΄ κατηγορίας ανακαθαρίζει αιθυλική αλκοόλη· \"οινοπνευματοποιός Α΄ κατηγορίας\": σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει άδεια δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου 1 του άρθρου 56· \"οινοπνευματοποιός Β΄ κατηγορίας (ανακαθαριστής): σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει άδεια δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 58 και περιλαμβάνει κάθε οινοπνευματοποιό Α΄ κατηγορίας ο οποίος δυνάμει του άρθρου αυτού ενεργεί ως εξουσιοδοτημένος οινοπνευματοποιός Β΄ κατηγορίας · \"παραγωγός αμπελοοινικού αποστάγματος\": σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει άδεια δυνάμει του άρθρου 64 καθώς και κάθε πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου παράχθηκε αμπελοοινικό απόσταγμα από πρόσωπο που κατέχει άδεια δυνάμει του ίδιου άρθρου.</div>\n<p class=\"lf-p\">\"ποτά παρασκευαζόμενα με ζύμωση, εκτός από το κρασί και τη μπύρα\" περιλαμβάνουν λοιπά απλά ποτά παρασκευαζόμενα με ζύμωση και τα λοιπά αφρώδη ποτά παρασκευαζόμενα με ζύμωση:</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">-</span>\"λοιπά απλά ποτά παρασκευαζόμενα με ζύμωση\" θεωρούνται όλα τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς Σ.Ο. 2204 και 2205 και δεν περιλαμβάνονται στον όρο \"κρασί\", καθώς και τα προϊόντα που υπάγονται στον κωδικό Σ.Ο. 2206, με εξαίρεση τα «λοιπά αφρώδη ποτά που παρασκευάζονται με ζύμωση\" καθώς και όλα τα προϊόντα που καλύπτονται από τον όρο \"μπύρα\" τα οποία: (i) έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 1,2% vol. μέχρι και 10% vol., (ii) έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο μεγαλύτερο του 10% vol. μέχρι και 15% vol., με την προϋπόθεση ότι η αλκοόλη που περιέχεται στο προϊόν προέρχεται εξ ολοκλήρου από ζύμωση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">-</span>\"λοιπά αφρώδη ποτά παρασκευαζόμενα με ζύμωση\" θεωρούνται όλα τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς Σ.Ο. 2206 00 31 και 2206 00 39 καθώς και τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς Σ.Ο. 2204 10, 2204 21 06, 2204 21 07, 2204 21 08, 2204 21 09, 2204 29 10 και 2205, τα οποία δεν αναφέρονται στον όρο \"κρασί\" και πληρούν τις εξής προϋποθέσεις: (i) περιέχονται σε φιάλες με πώματα σχήματος μανιταριού, που συγκρατούνται με σύρμα ή συνδετήρα ή έχουν υπερπίεση τουλάχιστον 3 bar, η οποία οφείλεται στο διαλυμένο διοξείδιο του άνθρακα, (ii) έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω των 1,2% vol. μέχρι και 13% vol., (iii) έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 13% vol. μέχρι και 15% vol., με την προϋπόθεση ότι η αλκοόλη που περιέχεται στο προϊόν προέρχεται εξ ολοκλήρου από ζύμωση. \"ποτό\": σημαίνει αλκοολούχο ποτό, το οποίο κατά βάση περιέχει αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης, που δυνατόν να περιέχει και άλλα επιτρεπτά αρωματικά και ουσίες. Στον ορισμό αυτό δεν περιλαμβάνεται η μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη. \"ποτοποιία\": σημαίνει τη διεργασία κατασκευής ή εμφιάλωσης ποτών. \"ποτοποιός\": σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει άδεια δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 58 και περιλαμβάνει κάθε οινοπνευματοποιό Α΄ και Β΄ κατηγορίας οι οποίοι δυνάμει του άρθρου αυτού ενεργούν ως εξουσιοδοτημένοι ποτοποιοί. \"χονδρική πώληση\": σε ότι αφορά την πώληση αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών σημαίνει την πώληση των ποτών αυτών σε ποσότητες 10 τουλάχιστον λίτρων.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 65(I)/2006 61(I)/2007 30(I)/2010 49(I)/2022 Ειδικός φόρος κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-51\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 51</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">51.</span>(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου επιβάλλεται, εισπράττεται και καταβάλλεται προς όφελος των γενικών προσόδων της Δημοκρατίας ειδικός φόρος κατανάλωσης στην αιθυλική αλκοόλη που καθορίζεται στο Δεύτερο Παράρτημα σύμφωνα με το συντελεστή ο οποίος εκτίθεται στο ίδιο Παράρτημα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τον υπολογισμό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στην αιθυλική αλκοόλη που φορολογείται με βάση τα 100 λίτρα άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης σύμφωνα με το Δεύτερο Παράρτημα, λαμβάνεται υπόψη θερμοκρασία προϊόντος 20°C.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Ειδικές απαλλαγές</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-52\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 52</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">52.</span>(1) Προϊόντα που περιλαμβάνονται στον όρο «αιθυλική αλκοόλη» απαλλάσσονται από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης ή τυγχάνουν επιστροφής του φόρου αυτού εφόσον έχει καταβληθεί, στις πιο κάτω περιπτώσεις: (α) Όταν διανέμονται με τη μορφή αλκοόλης η οποία έχει υποστεί πλήρη μετουσίωση σύμφωνα τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3199/93 της Επιτροπής της 22ας Νοεμβρίου 1993 σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των διαδικασιών για την πλήρη μετουσίωση της αλκοόλης με απαλλαγή από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, στο εξής “Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 3199/93”, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, στην περίπτωση παραλαβής αιθυλικής αλκοόλης από άλλα κράτη μέλη, η οποία έχει υποστεί πλήρη μετουσίωση, αναγνωρίζονται οι μετουσιωτικές ουσίες που χρησιμοποιούνται σε κάθε κράτος μέλος για τους σκοπούς της πλήρους μετουσίωσης, όπως αυτές περιγράφονται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3199/93:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, για τη διακίνηση της πλήρως μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης εφαρμόζονται οι διατάξεις του Μέρους V(A)· (β) όταν χρησιμοποιούνται ως μέρος της διαδικασίας παρασκευής οποιουδήποτε προϊόντος που δεν προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση, υπό την προϋπόθεση ότι η αλκοόλη έχει υποστεί μετουσίωση σύμφωνα με τις προδιαγραφές που καθορίζονται σε Διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου το οποίο εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 68 ή με τις προδιαγραφές που καθορίζει οποιοδήποτε κράτος μέλος για τη συγκεκριμένη χρήση:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, η ως άνω απαλλαγή εφαρμόζεται σε περίπτωση κατά την οποία η μετουσιωμένη αλκοόλη- (i) έχει ενσωματωθεί στο προϊόν που δεν προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση· ή (ii) χρησιμοποιείται για συντήρηση και καθαρισμό του εξοπλισμού παρασκευής που χρησιμοποιείται για τη συγκεκριμένη διαδικασία παρασκευής:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, για τη διακίνηση μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης που δεν έχει ακόμη ενσωματωθεί σε προϊόν που δεν προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση εφαρμόζονται οι διατάξεις του Μέρους V, (γ) όταν χρησιμοποιούνται από τις ιατρικές υπηρεσίες της Δημοκρατίας με την έγκριση του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας, (δ) όταν χρησιμοποιούνται για την παραγωγή φαρμάκων, όπως αυτά αναφέρονται στον περί Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (Έλεγχος Ποιότητας, Προμήθειας και Τιμών) Νόμο και στον περί Κτηνιατρικών Φαρμακευτικών Προϊόντων (Έλεγχος Ποιότητας, Εγγραφή, Κυκλοφορία, Παρασκευή, Χορήγηση και Χρήση) Νόμο. (ε) όταν χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ξυδιού, σύμφωνα με τον ορισμό του κωδικού Σ.Ο. 2209, (ζ) όταν χρησιμοποιούνται για την παραγωγή αρωματικών ουσιών που προορίζονται για την παραγωγή ειδών διατροφής και μη αλκοολούχων ποτών, με ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο μέχρι 1,2%, (η) όταν χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη ή ως συστατικά ημιτελών προϊόντων για την παραγωγή ειδών διατροφής, γεμιστών ή μη, εφόσον σε κάθε περίπτωση η περιεχόμενη αλκοόλη δεν υπερβαίνει τα 8,5 λίτρα άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης ανά 100 χιλιόγραμμα προϊόντος για τις σοκολάτες και τα 5 λίτρα άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης ανά 100 χιλιόγραμμα προϊόντος, για άλλα προϊόντα,</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Διευθυντής δύναται με γνωστοποίησή του να καθορίσει τους όρους και προϋποθέσεις για παραχώρηση των απαλλαγών που καθορίζονται στο εδάφιο (1).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με Διάταγμά του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας να απαλλάξει τα προϊόντα που εμπίπτουν στον όρο \"αιθυλική αλκοόλη\" από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης ή επιτρέψει την επιστροφή του καταβληθέντος σ’ αυτά ειδικού φόρου κατανάλωσης υπό τους όρους και προϋποθέσεις που ήθελε εκάστοτε επιβάλει στις πιο κάτω περιπτώσεις: (α) όταν χρησιμοποιούνται ως δείγματα για αναλύσεις για τη διεξαγωγή των αναγκαίων δοκιμών παραγωγής ή για επιστημονικούς σκοπούς, (β) όταν χρησιμοποιούνται για σκοπούς επιστημονικής έρευνας, (γ) όταν χρησιμοποιούνται για ιατρικούς σκοπούς σε νοσοκομεία και φαρμακεία· (δ) όταν χρησιμοποιούνται για την παραγωγή προϊόντων, εφόσον δεν περιέχουν αλκοόλη στην τελική τους μορφή· (ε) όταν χρησιμοποιούνται στην παρασκευή ενός συστατικού προϊόντος μη υποκειμένου σε ειδικό φόρο κατανάλωσης βάσει των διατάξεων του παρόντος Νόμου· (στ) όταν χρησιμοποιούνται στην παρασκευή συμπληρωμάτων διατροφής, όπως αυτά καθορίζονται στους περί Συμπληρωμάτων Διατροφής Κανονισμούς του 2004, τα οποία περιέχουν αιθυλική αλκοόλη, σε περίπτωση κατά την οποία η μονάδα συσκευασίας του συμπληρώματος διατροφής που διατίθεται προς κατανάλωση δεν υπερβαίνει το 0,15 λίτρο και τα συμπληρώματα διατροφής διατίθενται στην αγορά δυνάμει της παραγράφου (1) του Κανονισμού 4 των εν λόγω Κανονισμών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο χρησιμοποιεί αιθυλική αλκοόλη για άλλο από τον προβλεπόμενο στις απαλλαγές των εδαφίων (1) και (3) σκοπό, ή αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τους όρους και προϋποθέσεις που αναφέρονται στη γνωστοποίηση του εδαφίου (2) και στο διάταγμα του εδαφίου (3), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις επτακόσιες πενήντα λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών ή σε φυλάκιση μέχρι δύο χρόνια ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής και τα είδη στην κατασκευή των οποίων χρησιμοποιήθηκαν προϊόντα που περιλαμβάνονται στον όρο αιθυλική αλκοόλη, υπόκεινται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 30(I)/2010 49(I)/2022 Ειδικός φόρος κατανάλωσης μπύρας, κρασιού, ποτών παρασκευαζόμενων με ζύμωση και ενδιάμεσων προϊόντων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-53\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 53</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">53.</span>Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου επιβάλλεται, εισπράττεται και καταβάλλεται προς όφελος των γενικών προσόδων της Δημοκρατίας ειδικός φόρος κατανάλωσης στην μπύρα, στο κρασί, στα ποτά παρασκευαζόμενα με ζύμωση μη συμπεριλαμβανομένου του κρασιού και της μπύρας και στα ενδιάμεσα προϊόντα που καθορίζονται στο Δεύτερο Παράρτημα σύμφωνα με τους συντελεστές που εκτίθενται στο ίδιο Παράρτημα.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Απαλλαγή μπύρας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-54\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 54</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">54.</span>Όταν μπύρα η οποία έχει κατασκευαστεί στη Δημοκρατία, παραδίδεται στα Ναυτικά, Στρατιωτικά και Αεροπορικά Ιδρύματα (Ν.Α.Α.Φ.Ι.) για αποκλειστική χρήση ή κατανάλωση από αυτά ή για πώληση στα μέλη τους, η μπύρα αυτή θα απαλλάσσεται από την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης υπό τους όρους και προϋποθέσεις οι οποίοι δύναται να επιβληθούν σε γνωστοποίηση που εκδίδει ο Διευθυντής.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Παραγωγή προϊόντων εκτός φορολογικών αποθηκών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-55\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 55</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">55.</span>Ο Διευθυντής δύναται με γνωστοποίησή του να καθορίσει τους όρους και προϋποθέσεις για την παραγωγή των προϊόντων του παρόντος Μέρους εκτός φορολογικών αποθηκών, οι οποίες εγκρίνονται δυνάμει του άρθρου 9, από αλκοολούχα συστατικά προϊόντα τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής, νοουμένου ότι ο ειδικός φόρος κατανάλωσης επί των συστατικών έχει καταβληθεί εκ των προτέρων και ο συνολικός καταβλητέος φόρος για τα αλκοολούχα συστατικά προϊόντα δεν είναι λιγότερος από τον καταβλητέο φόρο για το προϊόν που προκύπτει από την ανάμιξη τους.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 30(I)/2010 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β - ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΟΠΟΙΟΣ Α ΚΑΙ Β ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ – ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ ΖΙΒΑΝΙΑΣ – ΠΟΤΟΠΟΙΟΣ – ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ ΜΠΥΡΑΣ - ΜΕΤΟΥΣΙΩΤΗΣ ΚΛΠ Άδεια κατασκευής αιθυλικής αλκοόλης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-56\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 56</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">56.</span>(1) Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να κατασκευάζει αιθυλική αλκοόλη: (α) με απόσταξη ζυμωθεισών γεωργικών υλών ή με άλλη μέθοδο, εκτός αν κατέχει ειδική για το σκοπό αυτό άδεια οινοπνευματοποιού Α΄ κατηγορίας που παρέχεται από το Διευθυντή˙ (β) με απόσταξη ζυμωθέντων στεμφύλων σταφυλιών, εκτός αν κατέχει ειδική για το σκοπό αυτό άδεια κατασκευαστή ζιβανίας που παρέχεται από το Διευθυντή, ή άδεια κατοχής και χρήσης απλού άμβυκα:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι με την προϋπόθεση της τήρησης όλων των όρων τους οποίους ο Διευθυντής ήθελε εκάστοτε επιβάλει, ο Οινοπνευματοποιός Α΄ κατηγορίας δύναται σύμφωνα με την άδεια την οποία κατέχει να εξουσιοδοτηθεί στην απόσταξη ζυμωθέντων στεμφύλων σταφυλιών με σκοπό την κατασκευή ζιβανίας. Κάθε πρόσωπο που εξουσιοδοτείται με αυτό τον τρόπο αναφέρεται ως \"εξουσιοδοτημένος κατασκευαστής ζιβανίας\".</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι άδειες οινοπνευματοποιού Α΄ κατηγορίας και κατασκευαστή ζιβανίας υπόκεινται στην καταβολή των υπό του Υπουργού εκάστοτε καθοριζομένων ετήσιων τελών. Η ισχύς των αδειών αυτών εκπνέει την τριακοστή πρώτη ημέρα του αμέσως επομένου από την έκδοση τους μηνός Δεκεμβρίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η άδεια κατασκευαστή ζιβανίας παρέχει στον κάτοχό της το δικαίωμα παραγωγής μόνο του αποστάγματος στεμφύλων σταφυλιών του κατάλληλου για την παραγωγή ζιβανίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο Διευθυντής δύναται να αρνηθεί την παροχή άδειας αναφορικά με οποιοδήποτε υποστατικό, εφόσον δεν επιτρέπει ικανοποιητική άσκηση ελέγχου ή εφόσον κριθεί ότι δεν παρέχονται τα ανάλογα εχέγγυα για προστασία των δημοσίων προσόδων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Οι άδειες οινοπνευματοποιού Α΄ κατηγορίας και κατασκευαστή ζιβανίας παρέχουν στους κατόχους τους το δικαίωμα να πωλούν χονδρικά αιθυλική αλκοόλη και ζιβανία αντίστοιχα, δικής τους κατασκευής, στα εγκεκριμένα από το Διευθυντή υποστατικά τους.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Εξουσία έκδοσης γνωστοποίησης σχετικά με την κατασκευή αιθυλικής αλκοόλης κλπ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-57\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 57</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">57.</span>(1) Ο Διευθυντής δύναται με γνωστοποίησή του να καθορίσει τους όρους και προϋποθέσεις για: (α) την κατασκευή αιθυλικής αλκοόλης από τον οινοπνευματοποιό Α΄ κατηγορίας, είτε με απόσταξη ζυμωθεισών υλών είτε με άλλη μέθοδο˙ (β) την παραγωγή αποστάγματος στεμφύλων σταφυλιών και ζιβανίας από αδειούχους \"κατασκευαστές ζιβανίας\"˙ (γ) την παραλαβή, αποθήκευση, μεταφορά και παράδοση αιθυλικής αλκοόλης από οινοπνευματοποιείο˙ (δ) την κατασκευή αιθυλικής αλκοόλης για διαφορετικούς σκοπούς ή με διαφορετικές μεθόδους. (ε) κάθε λεπτομέρεια για τη διασφάλιση της καταβολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Όταν ο Διευθυντής - (α) πεισθεί ότι οποιαδήποτε μέθοδος κατασκευής αιθυλικής αλκοόλης αποβλέπει πρωταρχικά στην κατασκευή άλλου προϊόντος εκτός αιθυλικής αλκοόλης ˙ ή (β) κρίνει σκόπιμο στην περίπτωση οποιουδήποτε προσώπου που κατασκευάζει αιθυλική αλκοόλη με άλλη μέθοδο εκτός από αυτή της απόσταξης ζυμωθεισών υλών, δύναται να ορίσει με γνωστοποίηση του ότι, εφόσον τηρηθούν οι όροι, τους οποίους ήθελε, υπό τις περιστάσεις, επιβάλει, ορισμένες από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, που αφορούν την κατασκευή ή τους κατασκευαστές αιθυλικής αλκοόλης ή ορισμένες γνωστοποιήσεις δυνάμει του παρόντος Μέρους, δεν θα εφαρμόζονται στην περίπτωση του προσώπου αυτού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Με την επιφύλαξη του εδαφίου (2), οποιοδήποτε πρόσωπο αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τους όρους της γνωστοποίησης που εκδίδεται σύμφωνα με το εδάφιο (1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα ή τις επτακόσιες πενήντα λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών, η δε αιθυλική αλκοόλη και οποιαδήποτε αγγεία, σκεύη και υλικά, τα οποία είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν για την απόσταξη ή με άλλο τρόπο για την κατασκευή ή παρασκευή αιθυλικής αλκοόλης και σχετίζονται με τη διάπραξη του αδικήματος, υπόκεινται σε δήμευση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιοδήποτε όρο που επιβλήθηκε δυνάμει του εδαφίου (2), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα ή τις πεντακόσιες λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών, η δε αιθυλική αλκοόλη, αναφορικά με την οποία διαπράχθηκε το αδίκημα, υπόκειται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Άδεια ανακαθαρισμού αιθυλικής αλκοόλης και ποτοποιία</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-58\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 58</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">58.</span>(1) Απαγορεύεται ο ανακαθαρισμός αιθυλικής αλκοόλης από οποιοδήποτε πρόσωπο και η διατήρηση αποστακτήρα για τον σκοπό αυτό, εκτός αν κατέχει άδεια οινοπνευματοποιού Β΄ κατηγορίας που παρέχεται από το Διευθυντή:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, με την προϋπόθεση της τήρησης όλων των όρων, τους οποίους ο Διευθυντής ήθελε εκάστοτε επιβάλει, ο οινοπνευματοποιός Α΄ κατηγορίας δύναται σύμφωνα με την άδεια την οποία κατέχει να εξουσιοδοτηθεί στον ανακαθαρισμό αμπελοοινικού αποστάγματος, που παραλαμβάνεται από παραγωγό αμπελοοινικού αποστάγματος, ή αιθυλική αλκοόλη δικής του κατασκευής· κάθε πρόσωπο που εξουσιοδοτείται με αυτό τον τρόπο, αναφέρεται ως \"εξουσιοδοτημένος οινοπνευματοποιός Β΄ κατηγορίας\".</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να προβαίνει στην κατασκευή ή και εμφιάλωση ποτών, εκτός αν κατέχει άδεια ποτοποιού που παρέχεται από το Διευθυντή, υπό τους όρους και προϋποθέσεις που ήθελε αυτός εκάστοτε επιβάλει, μετά από αίτηση προσώπου:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, με την προϋπόθεση της τήρησης όλων των όρων, τους οποίους ο Διευθυντής ήθελε εκάστοτε επιβάλει ο οινοπνευματοποιός Α΄ και Β΄ κατηγορίας δύναται σύμφωνα με την άδεια την οποία κατέχει να εξουσιοδοτηθεί στην κατασκευή και εμφιάλωση ποτών· κάθε πρόσωπο που εξουσιοδοτείται με αυτό τον τρόπο αναφέρεται ως \"εξουσιοδοτημένος ποτοποιός\".</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι άδειες \"οινοπνευματοποιού Β΄ κατηγορίας\" και \"ποτοποιού\" υπόκεινται στην καταβολή των υπό του Υπουργού εκάστοτε καθοριζομένων ετήσιων τελών. Η ισχύς των αδειών αυτών εκπνέει την τριακοστή πρώτη ημέρα του αμέσως επομένου, της έκδοσής τους, μηνός Δεκεμβρίου˙</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Άδεια ή εξουσιοδότηση που παρέχεται σύμφωνα με το άρθρο αυτό επιτρέπει: (α) στον αδειούχο ή εξουσιοδοτημένο οινοπνευματοποιό Β΄ κατηγορίας τη χονδρική εμπορία αιθυλικής αλκοόλης και (β) στον αδειούχο ή εξουσιοδοτημένο ποτοποιό τη χονδρική εμπορία ποτών, στα εγκεκριμένα από το Διευθυντή υποστατικά τους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ο Διευθυντής δύναται να αρνηθεί την παροχή άδειας αναφορικά με οποιοδήποτε υποστατικό, εφόσον δεν επιτρέπει ικανοποιητική άσκηση ελέγχου ή εφόσον δεν παρέχονται τα ανάλογα εχέγγυα για προστασία των δημοσίων προσόδων.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Γνωστοποίηση για τον ανακαθαρισμό αιθυλικής αλκοόλης και την ποτοποιία</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-59\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 59</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">59.</span>(1) Ο Διευθυντής δύναται με γνωστοποίησή του να καθορίσει τους όρους και προϋποθέσεις για - (α) τον ανακαθαρισμό αιθυλικής αλκοόλης και τη ποτοποιία˙ (β) την παραλαβή, αποθήκευση, μεταφορά και παράδοση αιθυλικής αλκοόλης από οινοπνευματοποιό Β΄ κατηγορίας και ποτοποιό. (γ) τη διασφάλιση των καταβλητέων ειδικών φόρων κατανάλωσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τους όρους και τις προϋποθέσεις που τίθενται στη γνωστοποίηση, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις επτακόσιες πενήντα λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών, και η αιθυλική αλκοόλη και οποιαδήποτε αγγεία, σκεύη και υλικά, αναφορικά με τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα, υπόκεινται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Περιορισμοί που αφορούν τους οινοπνευματοποιούς Β΄ κατηγορίας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-60\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 60</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">60.</span>(1) Ο οινοπνευματοποιός Β΄ κατηγορίας δεν δύναται να επαναποστάζει ή εξάγει αιθυλική αλκοόλη από ύλες άλλες εκτός από τη νόμιμα λαμβανόμενη ή παραγόμενη από αυτόν αιθυλική αλκοόλη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο οινοπνευματοποιός Β΄ κατηγορίας δεν δύναται να έχει στην κατοχή του: (α) εκτός από την πιο πάνω αιθυλική αλκοόλη, οποιαδήποτε ύλη από την οποία είναι δυνατή η απόσταξη αιθυλικής αλκοόλης˙ (β) αιθυλική αλκοόλη για την οποία αυτός δεν κατέχει ούτε παρέδωσε στον λειτουργό την προβλεπόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου άδεια, πιστοποιητικό ή άλλο έγγραφο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κάθε οινοπνευματοποιός Β’ κατηγορίας, ο οποίος αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, ή του οποίου ο αποστακτήρας εξευρίσκεται να περιέχει ύλες που είναι δυνατό να αποσταχθούν, εκτός από τη νόμιμα παραληφθείσα από αυτόν αιθυλική αλκοόλη, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις επτακόσιες πενήντα λίρες ή το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί σε ποσότητα αιθυλικής αλκοόλης σε λίτρα άνυδρης αλκοόλης, ίση με την ποσότητα των υλών ή της αιθυλικής αλκοόλης, αναφορικά με την οποία διαπράχθηκε το αδίκημα ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών και οποιεσδήποτε τέτοιες ύλες υπόκεινται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Αποθήκη ωρίμανσης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-61\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 61</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">61.</span>(1) Ο Οινοπνευματοποιός Α΄ ή Β΄ κατηγορίας ή ο ποτοποιός δύναται να εναποθέτει σε τόπο ασφαλούς αποθήκευσης εγκεκριμένο από το Διευθυντή, αιθυλική αλκοόλη με σκοπό την παλαίωση χωρίς την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης ή με επιστροφή του καταβληθέντος ειδικού φόρου κατανάλωσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κάθε τόπος ασφαλούς εναπόθεσης αιθυλικής αλκοόλης με σκοπό την παλαίωση, ο οποίος έχει εγκριθεί από το Διευθυντή δυνάμει του εδαφίου (1), αναφέρεται στον παρόντα Νόμο ως \"αποθήκη ωρίμανσης\".</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο οινοπνευματοποιός Α΄ ή Β΄ κατηγορίας ή ο ποτοποιός ο οποίος, μετά την έγκριση της αποθήκης ωρίμανσης, προβαίνει χωρίς προηγούμενη άδεια του Διευθυντή σε οποιαδήποτε αλλαγή ή προσθήκη σε αυτή, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις επτακόσιες πενήντα λίρες.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο Διευθυντής δύναται, με γνωστοποίησή του, να καθορίσει τους όρους και τις προϋποθέσεις για: (α) την αποθήκευση αιθυλικής αλκοόλης σε αποθήκες ωρίμανσης˙ (β) τη διασφάλιση των καταβλητέων ειδικών φόρων κατανάλωσης που αναλογούν στην αποθηκευμένη αιθυλική αλκοόλη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο με αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιοδήποτε όρο ή προϋπόθεση σύμφωνα με το εδάφιο (4), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα ή τις επτακόσιες πενήντα λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω και η αιθυλική αλκοόλη, αναφορικά με την οποία διαπράχθηκε το αδίκημα, υπόκειται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Αδικήματα κατά τη μεταφορά αιθυλικής αλκοόλης από οινοπνευματοποιείο κλπ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-62\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 62</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">62.</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο με γνώση του και με σκοπό την καταδολίευση της Δημοκρατίας από τους καταβλητέους ειδικούς φόρους κατανάλωσης: (α) αποκρύπτει σε οινοπνευματοποιείο ή μεταφέρει από αυτό χωρίς το απαιτούμενο έγγραφο οποιαδήποτε αιθυλική αλκοόλη˙ ή (β) αγοράζει ή λαμβάνει ή έχει στην κατοχή του αιθυλική αλκοόλη, η οποία αποκρύπτεται ή μεταφέρεται όπως αναφέρεται στην παράγραφο (α) και για την οποία δεν έχει καταβληθεί ο ειδικός φόρος κατανάλωσης, το πρόσωπο αυτό είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί σε αυτή, ή τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών, ή σε φυλάκιση μέχρι δύο χρόνια ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής και η αιθυλική αλκοόλη υπόκειται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Ποινή για παράνομη κατασκευή αιθυλικής αλκοόλης κλπ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-63\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 63</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">63.</span>(1) Εκτός αν προνοείται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο, οποιοδήποτε πρόσωπο: (α) κατασκευάζει αιθυλική αλκοόλη είτε με απόσταξη ζυμωθεισών υλών είτε με άλλη μέθοδο˙ ή (β) έχει στην κατοχή του ή χρησιμοποιεί αποστακτήρα για την απόσταξη ή ανακαθαρισμό αιθυλικής αλκοόλης, ή (γ) κατασκευάζει ή και εμφιαλώνει ποτά, χωρίς να είναι κάτοχος άδειας σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο ή κατά παρέκκλιση των όρων της άδειας που του παρασχέθηκε είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις επτακόσιες πενήντα λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών ή σε φυλάκιση μέχρι δύο χρόνια ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που τα αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν δεν επαρκούν για την καταδίκη κάποιου προσώπου σύμφωνα με το εδάφιο (1), αποδεικνύεται όμως ότι διαπράχθηκε αυτό το αδίκημα σε κάποιο μέρος υποστατικού που ανήκει ή κατέχεται από το πρόσωπο αυτό, υπό τέτοιες περιστάσεις ώστε θα ήταν αδύνατη η διάπραξη του αδικήματος χωρίς τη γνώση του, το πρόσωπο αυτό υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις πεντακόσιες λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η αιθυλική αλκοόλη, οι αποστακτήρες, άμβυκες, τα αγγεία, σκεύη και υλικά που προορίζονται για την κατασκευή, απόσταξη ή παραλαβή αιθυλικής αλκοόλης - (α) τα οποία εξευρίσκονται στην κατοχή οποιουδήποτε προσώπου, το οποίο διέπραξε αδίκημα σύμφωνα με το εδάφιο (1)˙ ή (β) τα οποία εξευρίσκονται σε οποιοδήποτε υποστατικό στο οποίο διαπράχθηκε τέτοιο αδίκημα, υπόκεινται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Άδεια κατοχής και χρήσης απλού άμβυκα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-64\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 64</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">64.</span>(1) Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να κατέχει άμβυκα εκτός αν είναι πωλητής ή κατασκευαστής αμβύκων ή κατέχει ειδική για το σκοπό αυτό άδεια που παρέχεται από το Διευθυντή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η ισχύς της άδειας αυτής λήγει την τριακοστή πρώτη ημέρα του αμέσως επομένου της έκδοσης της μηνός Δεκεμβρίου:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι δεν εκδίδεται άδεια για κατοχή και χρήση απλού άμβυκα, εκτός αν ο αιτητής ικανοποιήσει το Διευθυντή ότι ο άμβυκας αυτός θα εγκατασταθεί σε χωριό όπου καλλιεργούνται σταφύλια για την παραγωγή αμπελοοινικού αποστάγματος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο παραγωγός αμπελοοινικού αποστάγματος απαγορεύεται να προβαίνει σε εμφιάλωση του αμπελοοινικού αποστάγματος εκτός αν κατέχει άδεια που να επιτρέπει την εμφιάλωση η οποία παρέχεται από το Διευθυντή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του άρθρου αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις επτακόσιες πενήντα λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών ή σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή και τις δύο ποινές και ο άμβυκας αναφορικά με τον οποίο διαπράχθηκε το αδίκημα, υπόκειται σε δήμευση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ο Διευθυντής δύναται με γνωστοποίησή του να ρυθμίσει κάθε λεπτομέρεια για την κατασκευή, κατοχή, χρήση και διάθεση αμπελοοινικού αποστάγματος.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Περιορισμοί στη διάθεση αμπελοοινικού αποστάγματος</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-65\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 65</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">65.</span>(1) Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να πωλεί ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο να διαθέτει το αμπελοοινικό απόσταγμα, εκτός αν είναι παραγωγός και πωλεί ή διαθέτει αυτό σε οινοπνευματοποιό Α΄ ή Β΄ κατηγορίας ή ποτοποιό ή άλλον παραγωγό ο οποίος έχει εξασφαλίσει άδεια εμφιάλωσης του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο, εκτός του παραγωγού ή προσώπου που νόμιμα κομίζει ή μεταφέρει αμπελοοινικό απόσταγμα, κατά την ενάσκηση της επιχείρησής του, να έχει στην κατοχή του ή κάτω από τον έλεγχο του αμπελοοινικό απόσταγμα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του άρθρου αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στο αμπελοοινικό απόσταγμα αναφορικά με το οποίο διαπράχθηκε το αδίκημα ή τις πεντακόσιες λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών, το δε αμπελοοινικό απόσταγμα, υπόκειται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Μεταφορά ή αποστολή αμπελοοινικού αποστάγματος</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-66\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 66</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">66.</span>(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου απαγορεύεται η μεταφορά ή αποστολή από παραγωγό αμπελοοινικού αποστάγματος, σε οινοπνευματοποιό Α΄ ή Β΄ κατηγορίας ή ποτοποιό ή άλλον παραγωγό ο οποίος έχει εξασφαλίσει άδεια εμφιάλωσής του ή η παραλαβή αμπελοοινικού αποστάγματος από τα πρόσωπα αυτά, εκτός αν η αποστολή συνοδεύεται από έγγραφο που καθορίζει ο Διευθυντής και καταβληθούν οι αναλογούντες ειδικοί φόροι κατανάλωσης από τα πρόσωπα που παραλαμβάνουν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στο αμπελοοινικό απόσταγμα αναφορικά με το οποίο διαπράχθηκε το αδίκημα ή τις επτακόσιες πενήντα λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών ή σε φυλάκιση μέχρι ένα χρόνο ή και στις δύο ποινές αυτές και το αμπελοοινικό απόσταγμα, υπόκειται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Εξουσιοδότηση και άδεια κατασκευής μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-67\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 67</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">67.</span>(1) Ο Διευθυντής δύναται μετά από αίτηση να εξουσιοδοτήσει υπό όρους που επιβάλλει κατά την κρίση του, τον οινοπνευματοποιό Α΄ ή Β΄ κατηγορίας ή ποτοποιό, για μετουσίωση αιθυλικής αλκοόλης. Κάθε πρόσωπο εξουσιοδοτημένο με τον τρόπο αυτό, αναφέρεται ως \"εξουσιοδοτημένος κατασκευαστής μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης\".</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Με την εξαίρεση του εξουσιοδοτημένου κατασκευαστή μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης, απαγορεύεται από οποιοδήποτε πρόσωπο η κατασκευή μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης, εκτός αν κατέχει άδεια κατασκευαστή μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης που παρέχεται από το Διευθυντή, υπό όρους που επιβάλλει κατά την κρίση του˙</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κάθε άδεια που παρέχεται από το Διευθυντή σύμφωνα με το εδάφιο (2), υπόκειται στην καταβολή των υπό του Υπουργού εκάστοτε καθοριζομένων ετήσιων τελών˙ η ισχύς της άδειας αυτής εκπνέει την τριακοστή πρώτη ημέρα του αμέσως επομένου της έκδοσής της μηνός Δεκεμβρίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η εξουσιοδότηση ή άδεια κατασκευής μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης παρέχει στον κάτοχο της το δικαίωμα να πωλεί χονδρικά μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη δικής του κατασκευής, στα εγκεκριμένα από το Διευθυντή υποστατικά του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο προβαίνει στη μετουσίωση αιθυλικής αλκοόλης χωρίς να κατέχει εξουσιοδότηση ή άδεια κατασκευής μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης ή κατά παράβαση των όρων της εξουσιοδότησης ή άδειας που προβλέπονται στα εδάφια (1) και (2) είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα ή τις πεντακόσιες λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών και η αιθυλική αλκοόλη ή η μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη, αναφορικά με τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα, υπόκεινται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 65(I)/2006 Εξουσία έκδοσης Διατάγματος που αφορά τη μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-68\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 68</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">68.</span>(1) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με Διάταγμά του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας να καθορίσει τα είδη της μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης και τις ουσίες που χρησιμοποιούνται στη μετουσίωση καθώς και τους όρους, τις προϋποθέσεις και κάθε λεπτομέρεια για τη μετουσίωση, προμήθεια, αποθήκευση, μεταφορά, πώληση, παράδοση, παραλαβή και χρήση της μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης και των υλών που χρησιμοποιούνται για μετουσίωση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο με αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του διατάγματος που εκδίδεται σύμφωνα με το εδάφιο (1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα ή τις πεντακόσιες λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών και η αιθυλική αλκοόλη ή η μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη, αναφορικά με τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα, υπόκεινται σε δήμευση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από το Διάταγμα που εκδίδεται σύμφωνα με το εδάφιο (1), στην προμήθεια οποιουδήποτε είδους μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης με γνώση του προμηθεύει τέτοια αιθυλική αλκοόλη σε πρόσωπο μη εξουσιοδοτημένο από το Διάταγμα στην παραλαβή της, ανεξάρτητα οποιασδήποτε ποινικής ευθύνης, την οποία δυνατό να έχει, οφείλει να καταβάλει τον καταβλητέο σε αυτή ειδικό φόρο κατανάλωσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Με εξαίρεση τους εξουσιοδοτημένους ή αδειούχους κατασκευαστές μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης, οποιοδήποτε πρόσωπο έχει στην κατοχή του μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη την οποία αυτός παρέλαβε κατά παράβαση των όρων του πιο πάνω Διατάγματος, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις πεντακόσιες λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών και η μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη υπόκειται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Εξουσιοδότηση κατασκευής ενδιάμεσων προϊόντων και αφρωδών κρασιών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-69\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 69</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">69.</span>(1) Ο οινοπνευματοποιός Α΄ κατηγορίας και ο αδειούχος ποτοποιός είναι δυνατόν να εξουσιοδοτηθούν από το Διευθυντή υπό τους όρους τους οποίους ήθελε εκάστοτε καθορίσει, όπως κατασκευάζουν ενδιάμεσα προϊόντα ή αφρώδη κρασιά.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κάθε πρόσωπο που εξουσιοδοτείται με αυτό τον τρόπο αναφέρεται ως \"εξουσιοδοτημένος κατασκευαστής ενδιάμεσων προϊόντων ή εξουσιοδοτημένος κατασκευαστής αφρωδών οίνων\". Η εξουσιοδότηση που παρέχεται σύμφωνα με το άρθρο αυτό επιτρέπει στον κάτοχό της τη χοντρική εμπορία ενδιάμεσων προϊόντων ή και αφρωδών οίνων δικής τους κατασκευής στο εγκεκριμένο από το Διευθυντή υποστατικό του.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Άδεια κατασκευής μπύρας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-70\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 70</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">70.</span>(1) Εκτός αν προνοείται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να κατασκευάζει μπύρα εκτός αν κατέχει άδεια που παρέχεται από το Διευθυντή, με την καταβολή των υπό του Υπουργού εκάστοτε καθοριζομένων ετήσιων τελών˙ η ισχύς της άδειας αυτής εκπνέει την τριακοστή πρώτη ημέρα του αμέσως επομένου από την έκδοσή της μήνα Δεκεμβρίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Διευθυντής δύναται να αρνηθεί την παροχή άδειας σύμφωνα με το άρθρο αυτό αναφορικά με οποιοδήποτε υποστατικό, εφόσον δεν επιτρέπει ικανοποιητική άσκηση ελέγχου ή εφόσον κριθεί ότι δεν παρέχονται τα ανάλογα εχέγγυα για προστασία των δημοσίων προσόδων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η άδεια κατασκευής μπύρας εξουσιοδοτεί τον κατασκευαστή μπύρας όπως εμπορεύεται χονδρικά μπύρα δικής του κατασκευής στο εγκεκριμένο από το Διευθυντή υποστατικό του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο κατασκευάζει μπύρα χωρίς να κατέχει άδεια, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, ή κατά παρέκκλιση των όρων της άδειας αυτής, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις επτακόσιες πενήντα λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών, και η μπύρα ή τα αγγεία, σκεύη και υλικά κατασκευής μπύρας τα οποία εξευρίσκονται στην κατοχή του υπόκεινται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Ειδική άδεια κατασκευής μπύρας σε εστιατόρια κλπ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-71\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 71</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">71.</span>Ο Διευθυντής δύναται να χορηγήσει ειδική άδεια κατασκευής μπύρας για επιτόπια κατανάλωση σε εστιατόρια, ταβέρνες και λοιπές ομοειδείς επιχειρήσεις, υπό όρους και προϋποθέσεις που ήθελε καθορίσει και με την καταβολή των υπό του Υπουργού εκάστοτε καθοριζομένων τελών.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Εξουσία έκδοσης γνωστοποίησης που αφορά στην κατασκευή μπύρας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-72\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 72</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">72.</span>(1) Ο Διευθυντής δύναται με γνωστοποίησή του να καθορίσει (α) τους όρους και τις προϋποθέσεις και κάθε λεπτομέρεια που διέπουν την κατασκευή, αποθήκευση και διάθεση μπύρας (β) τη διασφάλιση των καταβλητέων ειδικών φόρων κατανάλωσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τους όρους της γνωστοποίησης που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο αυτό, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις πεντακόσιες λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών και οποιαδήποτε αντικείμενα, είδη ή υλικά, αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα, υπόκεινται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Αδικήματα κατασκευαστών μπύρας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-73\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 73</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">73.</span>Κάθε κατασκευαστής μπύρας ο οποίος αποκρύπτει μπύρα για να παρεμποδίσει τον έλεγχό της από εξουσιοδοτημένο λειτουργό, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις πεντακόσιες λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών, και η μπύρα, αναφορικά με την οποία διαπράττεται το αδίκημα, υπόκειται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Άδεια κατασκευής προϊόντων που εμπίπτουν στον ορισμό \"αλκοόλη και αλκοολούχα ποτά\"</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-74\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 74</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">74.</span>(1) Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Κεφάλαιο, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να κατασκευάζει προϊόντα τα οποία εμπίπτουν στον ορισμό \"αλκοόλη και αλκοολούχα ποτά\", εξαιρουμένων των προϊόντων που υπόκεινται σε μηδενικό συντελεστή φόρου κατανάλωσης, εκτός αν κατέχει άδεια που παρέχεται από το Διευθυντή, με την καταβολή των υπό του Υπουργού εκάστοτε καθοριζομένων ετήσιων τελών. η ισχύς της άδειας αυτής εκπνέει την τριακοστή πρώτη ημέρα του αμέσως επομένου από την έκδοσή της, μηνός Δεκεμβρίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Διευθυντής δύναται να αρνηθεί την παροχή άδειας σύμφωνα με το άρθρο αυτό αναφορικά με οποιοδήποτε υποστατικό, εφόσον δεν επιτρέπει ικανοποιητική άσκηση έλεγχου ή εφόσον κριθεί ότι δεν παρέχονται τα ανάλογα εχέγγυα για προστασία των δημοσίων προσόδων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η άδεια κατασκευής των πιο πάνω αναφερομένων προϊόντων εξουσιοδοτεί τον κατασκευαστή τους όπως εμπορεύεται χονδρικά τα προϊόντα δικής του κατασκευής και στο αδειούχο υποστατικό του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο κατασκευάζει τα αναφερόμενα στο εδάφιο (1) προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης χωρίς να κατέχει άδεια, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, ή κατά παρέκκλιση των όρων της άδειας αυτής, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις επτακόσιες πενήντα λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών και τα προϊόντα ή τα αγγεία, σκεύη και υλικά κατασκευής των προϊόντων αυτών τα οποία εξευρίσκονται στην κατοχή του, υπόκεινται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Εξουσία έκδοσης γνωστοποίησης που αφορά την κατασκευή προϊόντων που εμπίπτουν στον ορισμό «αλκοόλη και αλκοολούχα ποτά»</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-75\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 75</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">75.</span>(1) Ο Διευθυντής δύναται με γνωστοποίησή του να καθορίσει (α) τους όρους και τις προϋποθέσεις και κάθε λεπτομέρεια που διέπουν την κατασκευή, αποθήκευση και διάθεση αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών. (β) τη διασφάλιση των καταβλητέων ειδικών φόρων κατανάλωσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τους όρους της γνωστοποίησης που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο αυτό, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις πεντακόσιες λίρες ή το σε κάθε περίπτωση μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών και οποιαδήποτε αντικείμενα, είδη ή προϊόντα, αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα, υπόκεινται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ - ΠΟΙΚΙΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Απόδειξη καταβολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-76\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 76</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">76.</span>Αν σε οποιοδήποτε χρόνο, οποιοδήποτε πρόσωπο που κατέχει, πωλεί, ή παραδίδει αλκοόλη και αλκοολούχα ποτά σύμφωνα με άδεια που εκδίδεται σύμφωνα με τον παρόντα ή οποιοδήποτε άλλο Νόμο, δεν είναι σε θέση να αποδείξει ότι κατέβαλε τον αναλογούντα στα προϊόντα ειδικό φόρο κατανάλωσης, αφού κληθεί από εξουσιοδοτημένο λειτουργό προς τούτο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα ή τις πεντακόσιες λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών και τα προϊόντα αυτά υπόκεινται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Δήμευση αιθυλικής αλκοόλης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-77\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 77</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">77.</span>Όταν σύμφωνα με οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος Νόμου, αιθυλική αλκοόλη υπόκειται σε δήμευση ως αποτέλεσμα διάπραξης ποινικού αδικήματος από οποιοδήποτε πρόσωπο υποκείμενο στις διατάξεις του παρόντος Νόμου - (α) αν η διάταξη αυτή καθορίζει την ποσότητα της αιθυλικής αλκοόλης η οποία υπόκειται σε δήμευση, δεν καθορίζει όμως ειδικά ποια αιθυλική αλκοόλη υπόκειται σε δήμευση, ο Διευθυντής δύναται να κατάσχει το ισοδύναμο της ποσότητας αυτής, η οποία υπολογίζεται σε λίτρα άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης από οποιαδήποτε αιθυλική αλκοόλη στα αποθέματα του προσώπου αυτού· και (β) όταν η διάταξη καθορίζει ειδικά την αιθυλική αλκοόλη η οποία υπόκειται σε δήμευση, ο Διευθυντής δύναται να κατάσχει αντί της καθοριζομένης αιθυλικής αλκοόλης, ισοδύναμη ποσότητα, η οποία υπολογίζεται σε λίτρα άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης, από οποιαδήποτε αιθυλική αλκοόλη στα αποθέματα του προσώπου αυτού.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Βεβαίωση δύναμης, πυκνότητας, ειδικού βάρους, βάρους και όγκου αιθυλικής αλκοόλης κτλ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-78\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 78</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">78.</span>Ο Διευθυντής δύναται με γνωστοποίησή του να καθορίσει τα μέσα και μεθόδους τα οποία πρέπει να χρησιμοποιούνται για βεβαίωση της δύναμης, πυκνότητας, του ειδικού βάρους, του βάρους ή του όγκου της αιθυλικής αλκοόλης, της μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης και κάθε υγρού που έχει υποστεί ζύμωση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Μικροί οινοπαραγωγοί</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-79\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 79</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">79.</span>Οι οινοπαραγωγοί που παράγουν κατά μέσο όρο μέχρι 1000 εκατόλιτρα κρασιού ετησίως απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται σχετικά με τις φορολογικές αποθήκες και την κυκλοφορία των προϊόντων όπως αυτές καθορίζονται στα Μέρη IV και V του παρόντος Νόμου, υπό όρους και προϋποθέσεις που δυνατόν να καθορίζονται σε γνωστοποίηση του Διευθυντή.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Καταστροφή υπολειμμάτων προϊόντων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-80\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 80</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">80.</span>Σε αιτιολογημένες περιπτώσεις δύναται υπολείμματα προϊόντων που αναφέρονται στο παρόν Μέρος να επιτραπεί από το Διευθυντή υπό όρους και προϋποθέσεις που ήθελε εκάστοτε καθορίσει, όπως καταστραφούν νοουμένου ότι δεν θα επιβαρυνθεί με έξοδα η Δημοκρατία.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Ετήσιο πιστοποιητικό στους ανεξάρτητους μικρούς παραγωγούς 80Α.-(1)(α) Το Τελωνείο χορηγεί, κατόπιν αιτήματος, σε ανεξάρτητους μικρούς παραγωγούς εγκατεστημένους στο έδαφος της Δημοκρατίας ετήσιο πιστοποιητικό με το οποίο επιβεβαιώνεται η ετήσια συνολική παραγωγή, καθώς και η συμμόρφωσή τους με τα κριτήρια που ορίζονται στον παρόντα Νόμο, ανάλογα με την περίπτωση:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ως ανεξάρτητοι μικροί παραγωγοί νοούνται- (i) ανεξάρτητο μικρό ζυθοποιείο· (ii) ανεξάρτητος μικρός οινοπαραγωγός· (iii) ανεξάρτητος μικρός παραγωγός λοιπών ποτών παρασκευαζόμενων με ζύμωση· (vi) ανεξάρτητος μικρός παραγωγός ενδιάμεσων προϊόντων· και (v) ανεξάρτητο μικρό αποστακτήριο. (β) Το διοικητικό έγγραφο για τη διακίνηση προϊόντων βάσει των διατάξεων του Μέρους V ή V(A) παραπέμπει στο προβλεπόμενο στο παρόν εδάφιο πιστοποιητικό.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το Τελωνείο αναγνωρίζει τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1) πιστοποιητικά, τα οποία έχουν εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος, εκτός εάν συντρέχουν δεόντως δικαιολογημένες περιστάσεις.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με εκτελεστικές πράξεις που εκδίδει, καθορίζει- (α) το έντυπο του προβλεπόμενου στο εδάφιο (1) πιστοποιητικού· και (β) τον τρόπο παραπομπής στο εν λόγω πιστοποιητικό στο διοικητικό έγγραφο για τη διακίνηση προϊόντων βάσει των διατάξεων του Μέρους V ή V(Α).</div>\n<p class=\"lf-p\">49(I)/2022</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ XI ΚΑΠΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ</h3>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α - ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΚΑΠΝΑ Ορισμοί</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-81\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 81</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">81.</span>(1) Στον παρόντα Νόμο «βιομηχανοποιημένα καπνά» θεωρούνται: (α) τα τσιγάρα: (i) οι κύλινδροι καπνού που μπορούν να καπνίζονται ως έχουν και οι οποίοι δεν είναι πούρα ή σιγαρίλος, (ii) οι κύλινδροι καπνού, οι οποίοι με απλό μη βιομηχανικό χειρισμό γλιστρούν μέσα σε σωλήνες τσιγάρων, (iii) οι κύλινδροι καπνού, οι οποίοι με απλό μη βιομηχανικό χειρισμό περιτυλίγονται σε τσιγαρόχαρτα. (β) Τα πούρα ή πουράκια αν μπορούν και, δεδομένων των χαρακτηριστικών τους και των συνήθων καταναλωτικών προσδοκιών, προορίζονται αποκλειστικά να καπνίζονται ως έχουν: (i)κύλινδροι καπνού με εξωτερικό περιτύλιγμα από φυσικό καπνό. (ii)κύλινδροι καπνού με κοπανισμένο μείγμα καπνού και με εξωτερικό περιτύλιγμα στο σύνηθες χρώμα του πούρου, από ανασυσταθέντα καπνό, που καλύπτει πλήρως το προϊόν και όπου χρειάζεται και το φίλτρο, όχι όμως και το επιστόμιο στην περίπτωση προϊόντων με επιστόμιο, όπου το βάρος ανά μονάδα, μη περιλαμβανομένου του φίλτρου ή του επιστομίου, δεν είναι μικρότερο από 2,3 γραμμάρια ούτε μεγαλύτερο από 10 γραμμάρια και η περίμετρος στο ένα τρίτο τουλάχιστον του μήκους δεν είναι μικρότερη από 34 χιλιοστά. (γ) ο λεπτοκομμένος καπνός που προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων (στριφτών) τσιγάρων: (i) O κομμένος ή κατ’ άλλο τρόπο τεμαχισμένος καπνός, φιλαρισμένος (νηματοποιημένος) ή πεπιεσμένος σε πλάκες, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάπνισμα χωρίς μεταγενέστερη βιομηχανική μεταποίηση, και του οποίου τουλάχιστον το 25% του βάρους των σωματιδίων καπνού έχει πλάτος κοπής μικρότερο από 1,5 χιλιοστόμετρο, (ii) ο καπνός καπνίσματος στον οποίο περισσότερο από 25% του βάρους των σωματιδίων καπνού έχει πλάτος κοπής μεγαλύτερο από ίσο προς 1,5 χιλιοστόμετρο ή μεγαλύτερο και ο οποίος πωλήθηκε ή προορίζεται να πωληθεί για την κατασκευή χειροποίητων τσιγάρων. (δ) άλλα καπνά για κάπνισμα: (i) Ο κομμένος ή κατ’ άλλο τρόπο τεμαχισμένος καπνός, φιλαρισμένος (νηματοποιημένος) ή πεπιεσμένος σε πλάκες, ο οποίος είναι κατάλληλος για κάπνισμα χωρίς μεταποίηση. (ii) τα συσκευασμένα για λιανική πώληση υπολείμματα καπνού, τα οποία δεν εμπίπτουν στους πιο πάνω ορισμούς (α), (β) και (γ) και τα οποία μπορούν να καπνιστούν.</div>\n<p class=\"lf-p\">Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «υπολείμματα καπνού» νοούνται τα κατάλοιπα των φύλλων καπνού και τα υποπροϊόντα που προέρχονται από την επεξεργασία του καπνού ή την παραγωγή προϊόντων καπνού. (ε) θερμαινόμενα προϊόντα καπνού:</p>\n<p class=\"lf-p\">Προϊόντα που περιέχουν μέιγμα καπνού τα οποία παράγουν αερόλυμα μέσω της θέρμανσης του μείγματος και όχι καύσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Εξομοιώνονται με πούρα και πουράκια τα προϊόντα τα οποία αποτελούνται εν μέρει από άλλες ουσίες πλην του καπνού αλλά κατά τα λοιπά ανταποκρίνονται στα κριτήρια του ορισμού (β) του εδαφίου (1).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Εξομοιώνονται με τσιγάρα, λεπτοκομμένο καπνό που προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων (στριφτών) τσιγάρων και άλλα καπνά για κάπνισμα, τα προϊόντα που αποτελούνται εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος από ουσίες διαφορετικές από τον καπνό, ανταποκρίνονται όμως στα άλλα κριτήρια των ορισμών (α), (β) και (δ) του εδαφίου (1).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Τα τσιγάρα και τα άλλα καπνά για κάπνισμα που αποτελούνται εξ ολοκλήρου από ουσίες διαφορετικές από τον καπνό, δεν θεωρούνται βιομηχανοποιημένα καπνά, εφόσον προορίζονται αποκλειστικά για ιατρική χρήση .</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Εξοιμοιώνονται με θερμαονόμενα προϊόντα που αποτελούνται εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος από ουσίες διαφορετικές από τον καπνό, ανταποκρίνονται όμως στα κριτήρια που καθορίζονται στον ορισμό (ε) του εδαφίου (1).</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 22(I)/2008 119(I)/2010 128(I)/2017 92(I)/2023 Ειδικός φόρος κατανάλωσης στα βιομηχανοποιημένα καπνά</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-82\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 82</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">82.</span>(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου επιβάλλεται, εισπράττεται και καταβάλλεται προς όφελος των γενικών προσόδων της Δημοκρατίας ειδικός φόρος κατανάλωσης στα βιομηχανοποιημένα καπνά που καθορίζονται στο Τρίτο Παράρτημα σύμφωνα με τους συντελεστές που εκτίθενται στο ίδιο Παράρτημα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Ο συνολικός ειδικός φόρος κατανάλωσης (πάγιος φόρος και αναλογικός φόρος εξαιρουμένου του ΦΠΑ) στα τσιγάρα καθορίζεται σε ποσοστό επί της σταθμισμένης μέσης τιμής λιανικής πώλησης των τσιγάρων που τίθενται σε ανάλωση, το οποίο διαρθρώνεται σε ένα πάγιο στοιχείο και σε ένα αναλογικό στοιχείο, σύμφωνα με τους συντελεστές που εκτίθενται στο Τρίτο Παράρτημα. (β) Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2013, το πάγιο στοιχείο του ειδικού φόρου κατανάλωσης δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 5% ούτε ανώτερο του 76,5% του ποσού της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης που προκύπτει από το άθροισμα: (i) του πάγιου ειδικού φόρου κατανάλωσης. (ii) του αναλογικού ειδικού φόρου κατανάλωσης και του φόρου προστιθέμενης αξίας, που επιβάλλονται επί της σταθμισμένης μέσης τιμής λιανικής πώλησης. (γ) Από 1ης Ιανουαρίου 2014, το πάγιο στοιχείο του ειδικού φόρου κατανάλωσης επί των τσιγάρων δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 7,5% ούτε ανώτερο του 76,5% του ποσού της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης που προκύπτει από το άθροισμα: (i) του πάγιου ειδικού φόρου κατανάλωσης. (ii) του αναλογικού ειδικού φόρου κατανάλωσης και του φόρου προστιθέμενης αξίας, που επιβάλλονται επί της σταθμισμένης μέσης τιμής λιανικής πώλησης. (δ) Το αναλογικό στοιχείο είναι αποτέλεσμα του κλάσματος που έχει ως αριθμητή το γινόμενο του συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης επί την σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης, μείον τον πάγιο φόρο και παρονομαστή την σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης υπολογίζεται με αναγωγή στη συνολική αξία όλων των τσιγάρων που τίθενται σε ανάλωση, βάσει της λιανικής τιμής πώλησης, περιλαμβανομένων όλων των φόρων, διαιρούμενη δια της συνολικής ποσότητας των τσιγάρων που τίθενται σε ανάλωση. Καθορίζεται το αργότερο έως την 1η Μαρτίου κάθε έτους, βάσει των δεδομένων που αφορούν τις συνολικές ποσότητες που τέθηκαν σε ανάλωση κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι η σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης των τσιγάρων κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου θα καθορισθεί με βάση τα στοιχεία του έτους 2009.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η πλέον ζητούμενη τιμή λιανικής πώλησης των τσιγάρων που λαμβάνεται ως βάση υπολογισμού του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα τσιγάρα, καθορίζεται ανεξάρτητα από το σήμα και την προέλευσή τους, σύμφωνα με τα στοιχεία συνολικών πωλήσεων που είναι γνωστά την 1ην Ιανουαρίου κάθε έτους, με γνωστοποίηση του Διευθυντή και η έναρξη εφαρμογής της ορίζεται μεταξύ 1 και 15 Ιανουαρίου κάθε έτους:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι η πλέον ζητούμενη τιμή λιανικής πώλησης των τσιγάρων κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου θα καθοριστεί με απόφαση του Διευθυντή.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου τιμή λιανικής πώλησης, είναι η ανώτερη τιμή λιανικής πώλησης προς τους καταναλωτές, κάθε συγκεκριμένου προϊόντος βιομηχανοποιημένου καπνού, στην οποία περιλαμβάνονται και οι επιβαλλόμενοι τελωνειακοί δασμοί, ειδικοί φόροι κατανάλωσης και Φόρος Προστιθέμενης Αξίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 119(I)/2010 Βάση υπολογισμού του ειδικού φόρου κατανάλωσης μικροποσοτήτων βιομηχανοποιημένων καπνών για ατομική χρήση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-83\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 83</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">83.</span>Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης των βιομηχανοποιημένων καπνών που εισάγονται από τρίτες χώρες ή εισέρχονται στη Δημοκρατία από κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μεταφέρονται από ιδιώτες ή παραλαμβάνονται με ταχυδρομικά δέματα από ιδιώτες αποκλειστικά για την ατομική τους χρήση, σε ποσότητα μεγαλύτερη από εκείνη που επιτρέπεται ατελώς δυνάμει των διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας και του παρόντος Νόμου, υπολογίζεται με βάση πλασματικές τιμές λιανικής πώλησης που καθορίζονται από το Διευθυντή κατά δικαία κρίση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Μήκος τσιγάρων για τον υπολογισμό του ειδικού φόρου κατανάλωσης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-84\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 84</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">84.</span>Για σκοπούς υπολογισμού του ειδικού φόρου κατανάλωσης ένας κύλινδρος κατά την έννοια της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 81, με βάση το μήκος του, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το φίλτρο και το επιστόμιο του, θεωρείται: (α) ως ένα τσιγάρο, όταν έχει μήκος μέχρι οκτώ (8) εκατοστόμετρα, (β) ως δύο τσιγάρα, όταν έχει μήκος μεγαλύτερο από οκτώ (8) εκατοστόμετρα αλλά δεν υπερβαίνει τα έντεκα (11) εκατοστόμετρα, (γ) ως τρία τσιγάρα, όταν έχει μήκος μεγαλύτερο από έντεκα (11) εκατοστόμετρα αλλά δεν υπερβαίνει τα δεκατέσσερα (14) εκατοστόμετρα και ούτω καθεξής.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 119(I)/2010 Καθορισμός της τιμής λιανικής πώλησης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-85\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 85</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">85.</span>(1) Οι ανώτερες τιμές λιανικής πώλησης των βιομηχανοποιημένων καπνών, που προορίζονται να τεθούν σε ανάλωση στη Δημοκρατία καθορίζονται ελεύθερα από τους καπνοβιομηχάνους ή κατά περίπτωση τους αντιπροσώπους ή εντολοδόχους τους στην Κυπριακή Δημοκρατία ή τους εισαγωγείς από τρίτες χώρες οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να γράφουν με ανεξίτηλο τρόπο σε ευρώ την ανώτερη τιμή λιανικής πώλησης σε εμφανές σημείο στην εκάστοτε μικρότερη συσκευασία στην οποία διατίθενται στη λιανική πώληση τα τσιγάρα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τα πρόσωπα του εδαφίου (1) υποχρεούνται, 15 ημέρες τουλάχιστον πριν από κάθε σκοπούμενη μεταβολή της τιμής των προϊόντων τους ή την κυκλοφορία νέων τύπων, να δηλώνουν τούτο εγγράφως στο Διευθυντή παρέχοντας τέτοιες λεπτομέρειες που ήθελε εκάστοτε καθορίσει ο Διευθυντής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η παρά των ως άνω επαγγελματιών, ή λιανοπωλητών, ή καπνοπωλών διάθεση στους καταναλωτές τσιγάρων σε τιμή ανώτερη της αναγραφόμενης ανώτερης τιμής λιανικής πώλησης ως αναφέρεται στο εδάφιο (1) πιο πάνω, απαγορεύεται και οποιοδήποτε πρόσωπο παραβαίνει την παρούσα διάταξη υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στην ποσότητα των τσιγάρων αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή στα χίλια πεντακόσια ευρώ ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών ή σε φυλάκιση μέχρι δύο χρόνια ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο Διευθυντής δύναται κατά την κρίση του να επιβάλλει περιορισμούς στις ποσότητες των βιομηχανοποιημένων καπνών που τίθενται σε ανάλωση κατά την περίοδο πριν από την αύξηση της φορολογίας στα προϊόντα αυτά.</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι η ισχύς των διατάξεων του εδαφίου (1) αναφορικά με την αναγραφή της ανώτερης τιμής λιανικής πώλησης των τσιγάρων καθώς και των διατάξεων του εδαφίου (3) αρχίζει την 1η Αυγούστου 2013.</p>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 65(I)/2006 169(I)/2012 42(Ι)/2013 Ειδικές απαλλαγές βιομηχανοποιημένων καπνών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-86\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 86</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">86.</span>(1) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με Διάταγμά του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας να απαλλάξει τα πιο κάτω προϊόντα από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης ή επιτρέψει την επιστροφή του καταβληθέντος σ’ αυτά ειδικού φόρου κατανάλωσης υπό τους όρους και προϋποθέσεις που ήθελε εκάστοτε επιβάλει: (α) τα μετουσιωμένα επεξεργασμένα καπνά που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν στη βιομηχανία ή στην καλλιέργεια δενδροκηπευτικών. (β) τα βιομηχανοποιημένα καπνά που προορίζονται αποκλειστικά για επιστημονικές δοκιμές και για έλεγχο ποιότητας προϊόντων, (γ) τα βιομηχανοποιημένα καπνά που χρησιμοποιούνται εκ νέου από τον καπνοβιομήχανο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο χρησιμοποιεί βιομηχανοποιημένα καπνά για άλλο από τον προβλεπόμενο στις απαλλαγές του εδαφίου (1) σκοπό, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα βιομηχανοποιημένα καπνά αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις επτακόσιες πενήντα λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών ή σε φυλάκιση μέχρι δύο χρόνια ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής, και τα βιομηχανοποιημένα καπνά υπόκεινται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Ειδική περίπτωση επιστροφής του ειδικού φόρου κατανάλωσης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-87\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 87</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">87.</span>(1) Τηρουμένων των όρων τους οποίους ήθελε ο Διευθυντής επιβάλει επιστρέφεται ο καταβληθείς ειδικός φόρος κατανάλωσης σε βιομηχανοποιημένα καπνά τα οποία λόγω υπερβολικής ξηρότητας ή άλλης φυσικής αιτίας καθίστανται ακατάλληλα για κατανάλωση και καταστρέφονται μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου προσώπου. Τα έξοδα καταστροφής βαρύνουν το πρόσωπο αυτό.</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι το συνολικό ποσό του ειδικού φόρου που μπορεί να επιστρέφεται κατ’ έτος δεν δύναται να υπερβαίνει το 25% του ποσού του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στο μέσο μηνιαίο όρο των ποσοτήτων ανά κατηγορία βιομηχανοποιημένων καπνών που τίθενται σε ανάλωση κατά περίπτωση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης που έχει καταβληθεί για τα προϊόντα που καταστρέφονται σύμφωνα με το εδάφιο (1) επιστρέφεται εφόσον η αίτηση περί καταστροφής υποβάλλεται στο Διευθυντή εντός τριετίας από τη λήξη του έτους επιβολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 169(I)/2012 Ενδείξεις βιομηχανοποιημένων καπνών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-88\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 88</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">88.</span>Με γνωστοποίηση του Διευθυντή δύναται να καθορίζονται ενδείξεις που θα αναγράφονται ή επιτίθενται στα βιομηχανοποιημένα καπνά, τα οποία προορίζονται για τις ξένες πρεσβείες και διπλωματικές αποστολές ή για τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών ή για εφοδιασμό των πλοίων και αεροσκαφών που αναχωρούν για το εξωτερικό, ή με άλλο τρόπο διατίθενται χωρίς την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β - ΠΟΙΚΙΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΠΟΙΗΜΕΝΑ Ή ΜΗ ΚΑΠΝΑ Ορισμοί</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-89\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 89</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">89.</span>Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου οι ακόλουθοι ορισμοί έχουν την πιο κάτω έννοια: \"εγχώριος καπνός\" σημαίνει καπνό που παράχθηκε στη Δημοκρατία. \"έμπορος εγχώριου καπνού\" σημαίνει πρόσωπο που κατέχει άδεια σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 97, να εμπορεύεται εγχώριο καπνό. \"μη βιομηχανοποιημένα καπνά\", θεωρούνται τα καπνά παντός χαρακτηρισμού περιλαμβανομένων των μίσχων και απορριμμάτων καπνού, που δεν εμπίπτουν στον ορισμό βιομηχανοποιημένα καπνά του εδαφίου (1) του άρθρου 81.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Άδεια βιομηχανοποίησης καπνού</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-90\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 90</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">90.</span>(1) Απαγορεύεται η από οποιοδήποτε πρόσωπο βιομηχανοποίηση καπνού, εκτός αν: (α) κατέχει άδεια για το σκοπό αυτό και (β) η βιομηχανοποίηση γίνεται σε φορολογική αποθήκη από εγκεκριμένο αποθηκευτή ή σε ελεύθερη ζώνη ή σε ειδικά εγκεκριμένο από το Διευθυντή για το σκοπό αυτό υποστατικό ανάλογα με την περίπτωση σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζει ο Διευθυντής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κάθε άδεια που παρέχεται σύμφωνα με το εδάφιο (1) υπόκειται στα υπό του Υπουργού καθοριζόμενα ετήσια τέλη και εκπνέει την τελευταία ημέρα του αμέσως επόμενου της έκδοσης της μηνός Δεκεμβρίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο βιομηχανοποιεί καπνό κατά παράβαση του παρόντος άρθρου, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις επτακόσιες πενήντα λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής και κάθε βιομηχανοποιημένος ή μη καπνός, όργανο, μηχάνημα ή εργαλείο, αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα υπόκεινται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 65(I)/2006 Έκδοση γνωστοποιήσεων που αφορούν την βιομηχανοποίηση καπνού</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-91\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 91</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">91.</span>(1) Ο Διευθυντής δύναται με γνωστοποίησή του να καθορίσει τους όρους και τις προϋποθέσεις που: (α) προνοούν για την τήρηση, προσαγωγή και επιθεώρηση των βιβλίων και λογαριασμών, σχετικά με τα αποθέματα των καπνοβιομηχάνων σε καπνό και άλλες ύλες˙ (β) διέπουν τη βιομηχανοποίηση καπνού σε φορολογική αποθήκη, ή σε ελεύθερη ζώνη ή σε ειδικά εγκεκριμένο υποστατικό˙ (γ) διέπουν την παραλαβή φύλλων καπνού και άλλου μη βιομηχανοποιημένου καπνού από τους καπνοβιομήχανους˙ (δ) διέπουν τη μεταφορά μίσχων και απορριμμάτων καπνού˙ (ε) διασφαλίζουν την καταβολή των τελωνειακών δασμών και φόρων κατανάλωσης στον καπνό, που βιομηχανοποιείται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τους όρους των γνωστοποιήσεων που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο αυτό, υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις επτακόσιες πενήντα λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών και κάθε είδος, αναφορικά με το οποίο διαπράττεται το αδίκημα ή το οποίο εξευρίσκεται σε υποστατικό, αναφορικά με το οποίο διαπράττεται το αδίκημα, υπόκειται σε δήμευση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Αν σε οποιοδήποτε χρόνο εξουσιοδοτημένος λειτουργόσ διενεργήσει έλεγχο σε αποθέματα καπνού που είναι αποταμιευμένα από καπνοβιομήχανο, για χρήση στη βιομηχανία καπνού, μέσα σε φορολογική αποθήκη ή άλλο εγκεκριμένο για το σκοπό αυτό υποστατικό και διαπιστωθεί ότι, η κατά βάρος ποσότητα του καπνού, η οποία εναπομένει στην αποθήκη, είναι λιγότερη της ποσότητας, η οποία έπρεπε να βρισκόταν σε αυτή σύμφωνα με τους λογαριασμούς που τηρούνται και δεν είναι δυνατό να δοθούν εξηγήσεις οι οποίες ικανοποιούν το Διευθυντή για τη διαφορά αυτή ή μέρος της, τότε αυτή λογίζεται ως βιομηχανοποιημένος καπνός και υπόκειται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, σύμφωνα με τον εκάστοτε σε ισχύ μεγαλύτερο συντελεστή όπως αυτός καθορίζεται στο Τρίτο Παράρτημα του παρόντος Νόμου και ο καπνοβιομήχανος υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό των αναλογούντων ειδικών φόρων κατανάλωσης ή τις επτακόσιες πενήντα λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 65(I)/2006 Άδεια εμπορίας ή πώλησης βιομηχανοποιημένου καπνού</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-92\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 92</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">92.</span>(1) Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να εμπορεύεται ή πωλεί βιομηχανοποιημένο καπνό, εκτός αν κατέχει άδεια που παρέχεται για το σκοπό αυτό σύμφωνα με το άρθρο αυτό.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κάθε άδεια που παρέχεται σύμφωνα με το άρθρο αυτό, υπόκειται στην καταβολή των υπό του Υπουργού καθοριζομένων ετήσιων τελών και εκπνέει τη δωδέκατη ημέρα του αμέσως επόμενου της έκδοσής της, μηνός Μαρτίου. Ο τρόπος έκδοσης της άδειας και διάθεσης των πληρωτέων για αυτή τελών καθορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η άδεια πώλησης, προσφοράς ή έκθεσης προς πώληση βιομηχανοποιημένου καπνού καθορίζει και το υποστατικό στο οποίο δυνατό να λάβει χώρα οποιαδήποτε από τις πράξεις αυτές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Καπνός ο οποίος βιομηχανοποιήθηκε ή παράχθηκε στη Δημοκρατία από πρόσωπο το οποίο κατέχει άδεια για το σκοπό αυτό είναι δυνατό να πωληθεί χωρίς άδεια - (α) στον τόπο της βιομηχανοποίησης ή ανάλογα με την περίπτωση της παραγωγής του˙ ή (β) σε οποιοδήποτε άλλο τόπο αν η προμήθειά του διενεργείται στον αγοραστή απευθείας από τον τόπο βιομηχανοποίησης ή παραγωγής, από τον κάτοχο της άδειας ή υπάλληλο ή αντιπρόσωπό του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Δεν απαιτείται άδεια σύμφωνα με το άρθρο αυτό για την πώληση βιομηχανοποιημένου καπνού σε επιβατικό αεροσκάφος ή πλοίο.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Εισαγωγή και εξαγωγή βιομηχανοποιημένου ή μη καπνού κλπ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-93\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 93</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">93.</span>(1) Απαγορεύεται η εισαγωγή ή η είσοδος στο εσωτερικό της Δημοκρατίας βιομηχανοποιημένου ή μη καπνού: (α) σε οποιοδήποτε λιμάνι, το οποίο δεν είναι εγκεκριμένο από το Διευθυντή για το σκοπό αυτό˙ (β) με οποιοδήποτε πλοίο καθαρής χωρητικότητας κατώτερης από εκατόν είκοσι τόνους, εκτός σύμφωνα με άδεια και με τους όρους της άδειας αυτής, η οποία εκδόθηκε αναφορικά με αυτό το πλοίο από το Διευθυντή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Διευθυντής δύναται με αιτιολογημένη απόφασή του και για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος και των συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να απαγορεύσει την εξαγωγή ή διακίνηση προϊόντων με πλοίο ή να απαγορεύσει σε πλοίο να μεταφέρει προϊόντα προς εξαγωγή ή να διακινεί προϊόντα.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Αποθήκευση μη βιομηχανοποιημένου καπνού</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-94\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 94</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">94.</span>Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη διάταξη του παρόντος Νόμου εκτός αν ο Διευθυντής αποφασίσει διαφορετικά κάθε μη βιομηχανοποιημένος καπνός, οποιασδήποτε κατηγορίας, εναποτίθεται κατά την εισαγωγή ή είσοδό του στη Δημοκρατία σε εγκεκριμένη αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης ή φορολογική αποθήκη ανάλογα με την περίπτωση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Μετουσίωση μη βιομηχανοποιημένου καπνού κτλ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-95\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 95</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">95.</span>Ο Διευθυντής δύναται να επιτρέψει όπως μη βιομηχανοποιημένος καπνός: (α) μετουσιωθεί˙ ή (β) μετατραπεί σε νικοτίνη, παρασιτοκτόνο ή άλλο είδος ή παρασκεύασμα για γεωργικούς, κτηνοτροφικούς ή άλλους σκοπούς, κατά τον τρόπο που αυτός ήθελε καθορίσει και εφόσον πεισθεί ότι δεν είναι κατάλληλος προς χρήση ως καπνός ή στη βιομηχανία καπνού.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Άδεια καλλιέργειας καπνού</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-96\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 96</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">96.</span>(1) Εκτός όπως ήθελε επιτρέψει ο Διευθυντής, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να φυτεύει ή καλλιεργεί καπνό στη Δημοκρατία, εκτός αν κατέχει άδεια για το σκοπό αυτό˙ η ισχύς της άδεια αυτής εκπνέει την τελευταία ημέρα του αμέσως επομένου της έκδοσής της μηνός Οκτωβρίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Διευθυντής δύναται να αρνηθεί τη χορήγηση άδειας σύμφωνα με το άρθρο αυτό, αναφορικά με οποιαδήποτε γη ή υποστατικό εφόσον ένεκα του μεγέθους ή θέσης του ή για άλλη εύλογη αιτία, ήθελε κρίνει ότι αντενδείκνυται η σε αυτό καλλιέργεια καπνού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο φυτεύει ή καλλιεργεί καπνό στη Δημοκρατία χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων της άδειας, υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα λίρες και ο καπνός υπόκειται σε δήμευση:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν τυγχάνουν εφαρμογής στη σπορά καπνού σε φυτώριο με σκοπό την καλλιέργεια φυτών καπνού, τα οποία εκριζώνονται ή καταστρέφονται πριν από την τελευταία ημέρα του μήνα Μαΐου κάθε έτους.</p>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Άδεια εμπορίας εγχώριου καπνού και εγκεκριμένη αποθήκη εγχώριου καπνού</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-97\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 97</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">97.</span>(1) (α) Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να αγοράζει από οποιοδήποτε καπνοπαραγωγό, καπνό ο οποίος παράχθηκε στη Δημοκρατία, εκτός αν κατέχει άδεια εμπορίας εγχώριου καπνού σε εγκεκριμένο από το Διευθυντή υποστατικό. Κάθε υποστατικό για το οποίο παρέχεται άδεια αναφέρεται ως \"αποθήκη εγχώριου καπνού\". (β) Η ισχύς της άδειας αυτής εκπνέει την πρώτη ημέρα του αμέσως επόμενου της έκδοσης της μηνός Ιουνίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Διευθυντής δύναται να αρνηθεί την παροχή άδειας, αναφορικά με οποιοδήποτε υποστατικό εφόσον: (α) ένεκα του μεγέθους, κατασκευής, θέσης ή για άλλη εύλογη αιτία, ήθελε κρίνει ότι αντενδείκνυται η διενέργεια σε αυτό εμπορίας εγχώριου καπνού ή (β) εφόσον δεν κατατεθεί ικανοποιητική εγγύηση αναφορικά με τον τυχόν πληρωτέο φόρο κατανάλωσης στον καπνό, ο οποίος είναι εναποθηκευμένος και υπόκειται σε επεξεργασία, υφίσταται συσκευασία ή με άλλο τρόπο εμπορία σύμφωνα με την άδεια.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Εκτός αν ο Διευθυντής ήθελε επιτρέψει διαφορετικά, ο κάτοχος άδειας σύμφωνα με το άρθρο αυτό, δύναται να αγοράζει καπνό ο οποίος παράχθηκε στη Δημοκρατία, μόνο από καπνοπαραγωγό ο οποίος κατέχει για αυτό το σκοπό άδεια, ή από άλλο αδειούχο έμπορο εγχώριου καπνού και μόνο ο αγοραζόμενος με τον τρόπο αυτό καπνός δυνατό να παραληφθεί, υποστεί οποιαδήποτε επεξεργασία, συσκευαστεί, αποθηκευτεί ή με άλλο τρόπο αποτελέσει το αντικείμενο εμπορίας, σε οποιαδήποτε αποθήκη εγχώριου καπνού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο αγοράζει καπνό ο οποίος παράχθηκε στη Δημοκρατία χωρίς να κατέχει άδεια ή κατά παράβαση των όρων της άδειας, υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα λίρες και ο καπνός υπόκειται σε δήμευση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Αν σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τον έλεγχο των αποθεμάτων καπνού σε αποθήκη εγχώριου καπνού από εξουσιοδοτημένο λειτουργό προκύπτει ότι το βάρος του εναπομένοντος σε αυτή καπνού είναι λιγότερο της ποσότητας η οποία έπρεπε να βρισκόταν σε αυτή και δεν δοθούν εξηγήσεις που να ικανοποιούν το Διευθυντή για τη διαφορά αυτή ή οποιοδήποτε μέρος της, τότε αυτή λογίζεται ως βιομηχανοποιημένος καπνός και υπόκειται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, σύμφωνα με τον εκάστοτε σε ισχύ μεγαλύτερο συντελεστή ο οποίος επιβάλλεται στα βιομηχανοποιημένα καπνά, όπως αυτός καθορίζεται στο Τρίτο Παράρτημα του παρόντος Νόμου και ο έμπορος υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό των αναλογούντων ειδικών φόρων κατανάλωσης ή τις επτακόσιες πενήντα λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Γνωστοποίηση που αφορά την καλλιέργεια κτλ. καπνού</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-98\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 98</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">98.</span>(1) Ο Διευθυντής δύναται με γνωστοποίησή του να καθορίσει κάθε λεπτομέρεια και τους όρους και τις προϋποθέσεις που: (α) διέπουν τη φύτευση, καλλιέργεια, επεξεργασία, μεταφορά και αποθήκευση του καλλιεργημένου στη Δημοκρατία καπνού˙ (β) καθορίζουν τη μέθοδο επιβολής φόρου κατανάλωσης που τυχόν επιβάλλεται στο καλλιεργημένο με τον πιο πάνω τρόπο καπνό˙ (γ) διασφαλίζουν την είσπραξη τυχόν πληρωτέου φόρου κατανάλωσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τους όρους της γνωστοποίησης που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο αυτό, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα λίρες και κάθε είδος, αναφορικά με το οποίο διαπράττεται το αδίκημα υπόκειται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Αδίκημα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-99\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 99</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">99.</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί στις διατάξεις του παρόντος Μέρους, είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή το σε κάθε περίπτωση μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών ή σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής και τα προϊόντα, αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα, υπόκεινται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ XII ΑΛΛΑ ΠΡΟΪΌΝΤΑ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Φόρος κατανάλωσης σε άλλα προϊόντα του Τέταρτου Παραρτήματος</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-100\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 100</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">100.</span>Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου επιβάλλεται, εισπράττεται και καταβάλλεται προς όφελος των γενικών προσόδων της Δημοκρατίας φόρος κατανάλωσης σε άλλα προϊόντα τα οποία καθορίζονται ειδικά στο Τέταρτο Παράρτημα του παρόντος Νόμου, σύμφωνα με τους συντελεστές που εκτίθενται σε αυτό το Παράρτημα απέναντι από κάθε προϊόν αντίστοιχα.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Φορολογητέα αξία</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-101\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 101</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">101.</span>Όταν με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου επιβάλλεται φόρος κατανάλωσης κατ’ αξία στα άλλα προϊόντα, η φορολογητέα αξία καθορίζεται: (α) στην περίπτωση εισαγομένων προϊόντων ή προϊόντων προερχομένων από άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με βάση την εκάστοτε σε ισχύ τελωνειακή νομοθεσία. (β) στην περίπτωση προϊόντων επιτόπιας παραγωγής, με βάση τη τιμή την οποία δυνατόν να αποκομίσουν τα προϊόντα πωλούμενα στην ελεύθερη αγορά μεταξύ ανεξάρτητου αγοραστή και πωλητή κατά την έκδοση ή μετακίνηση των προϊόντων από το εργοστάσιο ή τον τόπο παραγωγής σύμφωνα με τις διατάξεις του Τέταρτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Εξουσία επιστροφής του φόρου κατανάλωσης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-102\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 102</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">102.</span>Όταν προϊόντα του παρόντος Μέρους παραδίδονται σε ορισμένα πρόσωπα, οργανισμούς, αρχές ή οργανώσεις και κατά την κρίση του Υπουργού οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήθως γίνεται η προμήθεια αυτών των προϊόντων είναι τέτοιες ώστε να μην είναι εύκολη ή άμεση η προμήθεια των προϊόντων αυτών από αφορολόγητα αποθέματα, ο Διευθυντής μπορεί να επιστρέψει τον φόρο κατανάλωσης ο οποίος καταβλήθηκε πάνω σε αυτά.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Άδεια κατασκευής αεριούχων αναψυκτικών ποτών 103. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 91(I)/2004 30(I)/2010 Συσκευές δοσομετρικής άντλησης αεριούχων αναψυκτικών ποτών 104. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 91(I)/2004 30(I)/2010 Άδεια κατασκευής άλλων προϊόντων 105. (1) Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να κατασκευάζει άλλα προϊόντα, εξαιρουμένων των προϊόντων που υπόκεινται σε μηδενικό συντελεστή φόρου κατανάλωσης, εκτός αν κατέχει άδεια που παρέχεται από το Διευθυντή, με την καταβολή των υπό του Υπουργού εκάστοτε καθοριζομένων ετήσιων τελών˙ η ισχύς της άδειας αυτής εκπνέει την τριακοστή πρώτη ημέρα του αμέσως επομένου από την έκδοσή της μηνός Δεκεμβρίου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Διευθυντής δύναται να αρνηθεί την παροχή άδειας σύμφωνα με το άρθρο αυτό αναφορικά με οποιοδήποτε υποστατικό, εφόσον δεν επιτρέπει ικανοποιητική άσκηση ελέγχου ή εφόσον κριθεί ότι δεν παρέχονται τα ανάλογα εχέγγυα για προστασία των δημοσίων προσόδων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο κατασκευάζει άλλα προϊόντα που υπόκεινται σε φόρο κατανάλωσης χωρίς να κατέχει άδεια, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, ή κατά παρέκκλιση των όρων της άδειας αυτής, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις επτακόσιες πενήντα λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών και τα προϊόντα ή ο εξοπλισμός, σκεύη και υλικά κατασκευής των προϊόντων αυτών τα οποία εξευρίσκονται στην κατοχή του, υπόκεινται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 30(I)/2010 Εξουσία έκδοσης γνωστοποιήσεων που αφορούν την κατασκευή άλλων προϊόντων 106. (1) Ο Διευθυντής δύναται με γνωστοποίησή του να καθορίσει τους όρους, τις προϋποθέσεις και κάθε λεπτομέρεια που διέπουν την κατασκευή, αποθήκευση και διάθεση των άλλων προϊόντων καθώς και τους όρους και προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την καταβολή των φόρων κατανάλωσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τους όρους της γνωστοποίησης που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο αυτό, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις πεντακόσιες λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών και οποιαδήποτε αντικείμενα, είδη ή προϊόντα, αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα, υπόκεινται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Εναπόθεση και προσωρινή μετακίνηση επιτοπίως παραγομένων άλλων προϊόντων 107. Ο Διευθυντής δύναται να επιτρέψει υπό όρους και προϋποθέσεις που ήθελε εκάστοτε καθορίσει όπως άλλα προϊόντα εναποτεθούν μετά την παραγωγή τους στη Δημοκρατία σε εγκεκριμένες αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης ή μετακινηθούν προσωρινά από το εργοστάσιο ή τον τόπο παραγωγής τους χωρίς την καταβολή του αναλογούντος σ’ αυτά φόρου κατανάλωσης.</p>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 30(I)/2010 Εναπόθεση προϊόντων του Τέταρτου Παραρτήματος που προέρχονται από κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης 108. Ο Διευθυντής δύναται να επιτρέψει υπό όρους και προϋποθέσεις που ήθελε εκάστοτε καθορίσει, όπως άλλα κοινοτικά προϊόντα, που αποστέλλονται ή μεταφέρονται στο εσωτερικό της Δημοκρατίας, εναποτεθούν σε εγκεκριμένες αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης, χωρίς την καταβολή του αναλογούντος φόρου κατανάλωσης.</p>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 30(I)/2010 Απώλειες και ελλείμματα 109. Οι διατάξεις των εδαφίων (5), (6), (7) και (9) του άρθρου 5 εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις των προϊόντων του παρόντος Μέρους σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που ήθελε καθορίσει σε γνωστοποίησή του ο Διευθυντής.</p>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 30(I)/2010 54(I)/2022 ΜΕΡΟΣ ΧIΙI ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΔΕΙΕΣ ΤΩΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΩΝ ΣΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΝΟΜΟ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α - ΑΔΕΙΕΣ – ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άδειες 110. (1) Οι άδειες εκδίδονται σε τέτοιο τύπο που δύναται να είναι και σε μηχανογραφημένη μορφή και περιέχουν τέτοια στοιχεία, όπως ο Διευθυντής ήθελε καθορίσει και χορηγούνται από τον εξουσιοδοτημένο λειτουργό με την καταβολή του νενομισμένου τέλους, υπό όρους και προϋποθέσεις που καθορίζει ο Διευθυντής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι άδειες που εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο σε σχέση με υποστατικά, αφορούν ένα μόνο υποστατικό δυνατό όμως να εκδίδονται περισσότερες από μία άδειες σε αδειούχο πρόσωπο για τον ίδιο σκοπό, εφόσον το πρόσωπο αυτό χρησιμοποιεί περισσότερα από ένα υποστατικά.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη διάταξη που περιέχεται στον παρόντα Νόμο, ως προς την προσαγωγή αδειών, οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατέχει άδεια ενάσκησης οποιασδήποτε εμπορίας ή πώλησης ή κατασκευής προϊόντων, παραλείπει να προσαγάγει αυτή προς έλεγχο μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, όταν κληθεί να πράξει τούτο από κάποιο λειτουργό, υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις εκατό λίρες.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 16 το Τελωνείο τηρεί αρχείο δεδομένων σε ηλεκτρονική ή άλλη μορφή στο οποίο καταχωρούνται οι άδειες των υποκειμένων στους φόρους κατανάλωσης προσώπων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και άλλα στοιχεία αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Μεταβίβαση αδειών 111. Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 112 οι άδειες που εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο στο όνομα κάποιου προσώπου δεν μεταβιβάζονται.</p>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Καταβολή τελών κατά τη μεταβίβαση αδειών και μεταφορά επιχείρησης 112. (1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου όταν ο κάτοχος άδειας αποβιώσει, ο Διευθυντής δύναται να επιτρέψει τη νόμιμη ενάσκηση της επιχείρησης, χωρίς πρόσθετη καταβολή τέλους, σε κάποιο άλλο πρόσωπο για τον υπόλοιπο της ισχύος της άδειας αυτής χρόνο, με τον τρόπο και με τους όρους και προϋποθέσεις που ο Διευθυντής ήθελε καθορίσει.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Όταν πρόσωπο το οποίο κατέχει άδεια αναφορικά με οποιοδήποτε υποστατικό, μεταφέρει την επιχείρηση του σε άλλο υποστατικό, στο οποίο μπορεί νόμιμα να την ενασκήσει, ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός δύναται να επιτρέψει με τον τρόπο που ο Διευθυντής ήθελε καθορίσει, χωρίς πρόσθετη καταβολή τέλους, την ενάσκηση της επιχείρησης αυτής στο άλλο υποστατικό για τον υπόλοιπο της ισχύος της άδειας αυτής χρόνο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε από τις προηγούμενες διατάξεις του παρόντος άρθρου, όταν σύμφωνα με οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα το οποίο αφορά την άδεια αυτή, απαιτείται για τη μεταβίβαση ή μεταφορά της, εξουσιοδότηση δικαστηρίου ή κάποιας άλλης αρχής ή η προσκόμιση κάποιου πιστοποιητικού, δεν επιτρέπεται η μεταβίβαση ή μεταφορά άδειας ενάσκησης της επιχείρησης αυτής, εκτός αν αποδειχθεί στον εξουσιοδοτημένο λειτουργό ότι παρασχέθηκε η απαιτούμενη εξουσιοδότηση ή πιστοποιητικό.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Ακύρωση ή ανάκληση αδειών 113. (1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2) ο Διευθυντής δύναται να ακυρώσει ή ανακαλέσει οποιαδήποτε άδεια η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, αφού γνωστοποιήσει γραπτώς την πρόθεση του αυτή στον κάτοχο της άδειας και προσδιορίσει την ημερομηνία της ανάκλησης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η άδεια ακυρώνεται ή ανακαλείται στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) εφόσον διαπιστωθεί ότι η έκδοσή της βασίστηκε σε αναληθή ή ανακριβή στοιχεία, χωρίς τη συνδρομή των οποίων δεν θα εκδίδετο, (β) όταν εξέλειπαν μερικά ή ολικά οι προϋποθέσεις στις οποίες βασίστηκε η έκδοσή της, (γ) όταν ο κάτοχος της άδειας δεν συμμορφώνεται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, (δ) όταν ο κάτοχος της άδειας έχει καταδικαστεί για συμμετοχή σε εγκληματικές δραστηριότητες, (ε) όταν ο κάτοχος της άδειας ενέχεται σε υποθέσεις φοροδιαφυγής και (στ) όταν ο κάτοχος της άδειας αποδεδειγμένα δεν χρησιμοποιεί την εκδοθείσα άδεια.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Αδικήματα για ορισμένες άδειες 114. Οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατέχει άδεια πώλησης προϊόντων, παραβαίνει τους όρους αυτής ή πωλεί με άλλο τρόπο από εκείνο που προβλέπεται στην άδεια, ή αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος ή άλλου Νόμου ο οποίος εφαρμόζεται για την άδεια και δεν προβλέπεται άλλη ποινή για το αδίκημα αυτό, το πρόσωπο αυτό υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις διακόσιες λίρες.</p>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Εξουσία ελέγχου άδειας για μεταφερόμενα προϊόντα 115. Εξουσιοδοτημένος λειτουργός δύναται να σταματήσει οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο μεταφέρει ή, για το οποίο αυτός δικαιολογημένα πιστεύει ότι μεταφέρει προϊόντα, τα οποία σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, πρέπει να συνοδεύονται, κατά την μεταφορά τους από άδεια, πιστοποιητικό ή άλλο καθορισμένο έγγραφο και να απαιτήσει την προσαγωγή του εγγράφου που εξουσιοδοτεί τη μεταφορά και να γράψει σε αυτό, τον τόπο και χρόνο διενέργειας του ελέγχου.</p>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Αδικήματα για τις άδειες και πιστοποιητικά 116. (1) Όταν, σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο απαιτείται άδεια, πιστοποιητικό ή άλλο καθορισμένο έγγραφο για τη μεταφορά οποιωνδήποτε προϊόντων, σε τέτοια περίπτωση οποιοδήποτε πρόσωπο - (α) αποστέλλει, μεταφέρει ή λαμβάνει στην κατοχή του ή προκαλεί την αποστολή, μεταφορά ή την παραλαβή τέτοιων προϊόντων, τα οποία δεν συνοδεύονται από την απαιτούμενη σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο άδεια, πιστοποιητικό ή άλλο έγγραφο ή ενεργεί κατά παράβαση των όρων αυτής της άδειας, πιστοποιητικού ή άλλου καθορισμένου εγγράφου, ή (β) δεν μεριμνά για την ακύρωση και επιστροφή της εκδοθείσας άδειας, πιστοποιητικού ή άλλου καθορισμένου εγγράφου το οποίο δεν χρησιμοποιήθηκε από αυτό, ή (γ) ζητεί, λαμβάνει, χρησιμοποιεί, προκαλεί, επιτρέπει όπως ζητηθεί, ληφθεί ή χρησιμοποιηθεί άδεια ή πιστοποιητικό για οποιοδήποτε σκοπό κατά παράβαση των όρων του, ή (δ) με οποιοδήποτε τρόπο χρησιμοποιεί ή προκαλεί ή επιτρέπει τη χρήση οποιασδήποτε άδειας ή πιστοποιητικού ή του εντύπου οποιουδήποτε πιστοποιητικού συμπληρωμένου ή μη, κατά τρόπο που μπορεί να ματαιώσει ή αποτρέψει τη λήψη ή έλεγχο οποιωνδήποτε λογαριασμών ή τη διενέργεια ελέγχου από εξουσιοδοτημένο λειτουργό, ή (ε) προσκομίζει, προκαλεί ή επιτρέπει την προσκόμιση οποιασδήποτε άδειας, πιστοποιητικού ή άλλου καθορισμένου εγγράφου σε εξουσιοδοτημένο λειτουργό, το οποίο παραλήφθηκε με προϊόντα άλλα από εκείνα τα οποία αυτό αφορά, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται, σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα, αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις επτακόσιες πενήντα λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Προϊόντα για τα οποία απαιτείται άδεια, πιστοποιητικό ή άλλο καθορισμένο έγγραφο, τα οποία αποστέλλονται, μεταφέρονται ή παραλαμβάνονται χωρίς αυτή την άδεια, πιστοποιητικό ή άλλο καθορισμένο έγγραφο ή τα οποία συνοδεύονται από αλλοιωμένη ή αναληθή άδεια, πιστοποιητικό ή άλλο καθορισμένο έγγραφο, υπόκεινται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β - ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΩΝ ΚΛΠ Διενέργεια δηλώσεων 117. (1) Όταν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου απαιτείται από κάποιο πρόσωπο διενέργεια δήλωσης υποστατικού ή αντικειμένου: (α) η δήλωση πρέπει να διενεργείται με τον τύπο και μορφή η οποία δύναται να είναι σε μηχανογραφημένη μορφή και να περιέχει τέτοια στοιχεία, όπως ο Διευθυντής ήθελε εκάστοτε καθορίσει, και (β) το υποστατικό ή αντικείμενο σημαδεύεται και παραμένει σημασμένο, όπως ο Διευθυντής ήθελε εκάστοτε καθορίσει.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η δήλωση δεν είναι έγκυρη εκτός αν το πρόσωπο που τη διενεργεί - (α) έχει συμπληρωμένη, κατά το χρόνο της διενέργειας της δήλωσης, την ηλικία των δεκαοκτώ ετών και (β) κατά το χρόνο αυτό ήταν και εξακολουθεί να είναι ο πραγματικός κύριος της επιχείρησης, αναφορικά με την οποία έγινε η δήλωση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όταν ο υπόχρεος προς διενέργεια δήλωσης είναι νομικό πρόσωπο, η δήλωση πρέπει να φέρει την υπογραφή διευθύνοντος συμβούλου, γενικού διευθυντή, γραμματέα ή άλλου παρομοίου αξιωματούχου του νομικού προσώπου, καθώς και τη σφραγίδα του νομικού προσώπου, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η προς υπογραφή εξουσιοδότηση του προσώπου αυτού παρασχέθηκε με τη σφραγίδα του νομικού προσώπου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο κατά τη διενέργεια δήλωσης κάποιου υποστατικού ή αντικειμένου παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Νέα δήλωση του ιδίου υποστατικού 118. (1) Ο Διευθυντής δύναται οποτεδήποτε με έγγραφη ειδοποίησή του, η οποία απευθύνεται προς το πρόσωπο, από το οποίο έχει υπογραφεί η υφιστάμενη δήλωση για συγκεκριμένο υποστατικό ή αντικείμενο, να απαιτήσει τη διενέργεια νέας δήλωσης του υποστατικού ή αντικειμένου, η δε υφιστάμενη δήλωση, καθίσταται άκυρη με την πάροδο δεκατεσσάρων ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης χωρίς να επηρεάζεται οποιαδήποτε ευθύνη.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Εκτός εάν επιτρέψει ο Διευθυντής και με τους όρους τους οποίους ήθελε επιβάλει, κανένα πρόσωπο δύναται να δηλώσει για οποιοδήποτε σκοπό, υποστατικό ή αντικείμενο το οποίο έχει δηλωθεί από άλλο πρόσωπο, εφόσον η δήλωση αυτή παραμένει σε ισχύ. Οποιαδήποτε δήλωση που γίνεται κατά παράβαση του εδαφίου αυτού είναι άκυρη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όταν το πρόσωπο, από το οποίο έγινε η δήλωση υποστατικού, φυγοδικεί ή εγκαταλείπει την κατοχή του υποστατικού και διακόπτει την επιχείρηση, αναφορικά με την οποία έγινε η δήλωση και ο Διευθυντής επιτρέπει τη διενέργεια νέας δήλωσης από κάποιο άλλο πρόσωπο, η προηγούμενη δήλωση λογίζεται ότι ανακλήθηκε και καθίσταται άκυρη.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Απόδειξη δηλώσεων 119. Για τους σκοπούς οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, εφόσον ανακύψει αμφισβήτηση για τη διενέργεια δήλωσης από κάποιο πρόσωπο για υποστατικό ή αντικείμενο ή για οποιοδήποτε σκοπό - (α) έγγραφο το οποίο προσάγεται στο Δικαστήριο ως πρωτότυπο της δήλωσης από εξουσιοδοτημένο λειτουργό, συνιστά, μέχρι απόδειξης του αντιθέτου, επαρκή απόδειξη της διενέργειας της δήλωσης. και (β) αν εξουσιοδοτημένος λειτουργός στη φύλαξη του οποίου τελεί οποιαδήποτε δήλωση που γίνεται με αυτό τον τρόπο, προσέλθει στο Δικαστήριο και μαρτυρήσει ότι, οι δηλώσεις που προσκομίζονται από αυτόν στο Δικαστήριο είναι όλες οι πρωτότυπες δηλώσεις που βρίσκονται στη φύλαξή του και ότι η δήλωση για την οποία υπάρχει αμφισβήτηση δεν περιλαμβάνεται σε αυτές, τεκμαίρεται, μέχρι απόδειξης του αντιθέτου, ότι η δήλωση αυτή ουδέποτε διενεργήθηκε.</p>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Αδικήματα για τις δηλώσεις 120. (1) Οποιοδήποτε πρόσωπο χρησιμοποιεί υποστατικό ή αντικείμενο το οποίο έπρεπε να δηλωθεί σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να πράξει αυτό, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις επτακόσιες πενήντα λίρες και κάθε τέτοιο αντικείμενο και όλα τα προϊόντα, τα οποία εξευρίσκονται σε αυτό το υποστατικό ή αντικείμενο υπόκεινται σε δήμευση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο έχει δηλώσει οποιοδήποτε υποστατικό ή αντικείμενο, χρησιμοποιεί αυτό για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο έχει δηλωθεί, υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα ή τις πεντακόσιες λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 ΜΕΡΟΣ ΧΙV ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών 121.Ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιασδήποτε νομοθεσίας σχετικά με την προστασία φορολογικών ή διοικητικών απορρήτων, το Τελωνείο, τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 389/2012 του Συμβουλίου της 2ας Μαΐου 2012 για την διοικητική συνεργασία στον τομέα των ειδικών φόρων κατανάλωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2073/2004, συνεργάζεται και ανταλλάσσει με τις αρμόδιες αρχές κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάθε πληροφορία που επιτρέπει την ορθή εφαρμογή των ειδικών φόρων κατανάλωσης επί των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας, επί της αλκοόλης και των αλκοολούχων ποτών και επί των βιομηχανοποιημένων καπνών.</p>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 65(I)/2006 54(I)/2022 Δειγματοληπτικοί έλεγχοι και ανταλλαγή πληροφοριών 122. (1) Το Τελωνείο παρέχει αμοιβαία συνδρομή στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διενεργεί δειγματοληπτικούς ελέγχους προκειμένου να διαπιστωθεί η κανονικότητα της ενδοκοινοτικής διακίνησης των εναρμονισμένων προϊόντων και ανακοινώνει τις διαπιστώσεις, τα έγγραφα και λοιπές πληροφορίες σχετικές με τις μεταφορές των προϊόντων, καθώς και τις τυχόν παρατυπίες ή παραβάσεις κατά την ενδοκοινοτική διακίνηση των εν λόγω προϊόντων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το Τελωνείο στα πλαίσια των παραπάνω δειγματοληπτικών ελέγχων μπορεί να ανταλλάσσει πληροφορίες επιπλέον αυτών που περιέχονται στο Μητρώο Δεδομένων που προβλέπεται από το άρθρο 14 του παρόντος Νόμου. Η ανταλλαγή των πληροφοριών αυτών διέπεται από τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 389/2012 του Συμβουλίου της 2ας Μαΐου 2012 για την διοικητική συνεργασία στον τομέα των ειδικών φόρων κατανάλωσης και την κατάργηση του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2073/2004.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 65(I)/2006 30(I)/2010 54(I)/2022 Φορολογικά επισήματα ή άλλα αναγνωριστικά σήματα ή στοιχεία 123. (1) Ο Διευθυντής δύναται με γνωστοποίησή του να απαιτήσει τη φορολογική επισήμανση ή επίθεση άλλων αναγνωριστικών σημάτων ή στοιχείων σε προϊόντα που υπόκεινται σε φόρους κατανάλωσης και να καθορίσει: (α) περί των φορολογικών επισημάτων ή άλλων αναγνωριστικών σημάτων ή στοιχείων που είναι δυνατό να φέρουν τα προϊόντα, με σκοπό την κατανάλωσή τους στο εσωτερικό της Δημοκρατίας. (β) τους όρους και τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή της σχετικής διαδικασίας για την ορθή εφαρμογή και χρήση των φορολογικών επισημάτων ή άλλων αναγνωριστικών σημάτων ή στοιχείων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τους όρους της γνωστοποίησης που εκδίδεται σύμφωνα με το εδάφιο (1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών ή σε φυλάκιση μέχρι δύο χρόνια ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής και τα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα υπόκεινται σε δήμευση.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Πωλήσεις εναρμονισμένων προϊόντων τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση από καταστήματα πλοίων και αεροσκαφών 124. (1) Οι επιτηδευματίες που εκμεταλλεύονται καταστήματα σε πλοία και αεροσκάφη που εκτελούν ενδοκοινοτικά ταξίδια και επιθυμούν να διενεργούν πωλήσεις εναρμονισμένων προϊόντων στη Δημοκρατία, κατά τη διάρκεια της ενδοκοινοτικής πτήσης ή του ενδοκοινοτικού θαλάσσιου πλου σε επιβάτες, προκειμένου να τα μεταφέρουν με τις αποσκευές τους, οφείλουν να το δηλώσουν στο Διευθυντή και να λάβουν σχετική έγκριση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τα προϊόντα που πωλούνται με τις προϋποθέσεις του εδαφίου (1), τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διακινούνται με το προβλεπόμενο στο εδάφιο (1) του άρθρου 18Γ ηλεκτρονικό απλουστευμένο διοικητικό έγγραφο, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός με την πώληση των προϊόντων στο εσωτερικό της Δημοκρατίας και αποδίδεται από τον επιτηδευματία που εκμεταλλεύεται το κατάστημα. Αν η έδρα της επαγγελματικής δραστηριότητας του ανωτέρω επιτηδευματία είναι σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις φορολογικές του υποχρεώσεις αναλαμβάνει ο εγκατεστημένος στο εσωτερικό της Δημοκρατίας και εγκεκριμένος από το Τελωνείο φορολογικός του εκπρόσωπος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Στις περιπτώσεις του εδαφίου (2) ο επιτηδευματίας που εκμεταλλεύεται το κατάστημα ή ο φορολογικός του εκπρόσωπος υποχρεούται: (α) να παρέχει εγγύηση για την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προς πώληση προϊόντα, (β) να καταβάλει τον ειδικό φόρο κατανάλωσης με την πώληση αυτών, (γ) να θέτει στη διάθεση του ελέγχου κάθε απαραίτητο στοιχείο ή έγγραφο, που κρίνεται από το Τελωνείο αναγκαίο ή χρήσιμο, για την εξακρίβωση της καταβολής των οφειλόμενων ειδικών φόρων κατανάλωσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης που έχει καταβληθεί στο εσωτερικό της Δημοκρατίας για προϊόντα τα οποία πωλούνται σε επιβάτες στο εσωτερικό άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης δύναται να επιστραφεί υπό όρους και προϋποθέσεις που καθορίζει ο Διευθυντής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Με γνωστοποίηση του Διευθυντή καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 30(I)/2010 54(I)/2022 Ισοτιμία Ευρώ έναντι Λίρας Κύπρου 125. Κανονισμοί που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο δύνανται να καθορίζουν τη χρησιμοποιούμενη ισοτιμία του Ευρώ έναντι της Λίρας Κύπρου για τον καθορισμό των συντελεστών ειδικού φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στα προϊόντα που αναφέρονται στα Μέρη IX, Χ και ΧΙ.</p>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ XV ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΚΛΠ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Εξουσία απαίτησης παροχής πληροφοριών και προσαγωγής αρχείων, βιβλίων, εγγράφων ή στοιχείων 126. (1) Οι εξουσιοδοτημένοι λειτουργοί δύνανται να απαιτούν εντός ευλόγου χρόνου και σε τόπο που εύλογα καθορίζουν, από οποιοδήποτε πρόσωπο που σχετίζεται με οποιαδήποτε ιδιότητα με τα προϊόντα ή και με οποιαδήποτε αρχεία, βιβλία, έγγραφα ή στοιχεία, έστω και αν τηρούνται σε μηχανογραφημένη μορφή - (α) οποιαδήποτε πληροφορία, (β) την προσκόμιση οποιωνδήποτε αρχείων, βιβλίων, εγγράφων ή στοιχείων, έστω και αν τηρούνται σε μηχανογραφημένη μορφή, για την εξασφάλιση της τήρησης του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Αν σύμφωνα με το εδάφιο (1), εξουσιοδοτημένος λειτουργός έχει εξουσία να αξιώνει την προσαγωγή οποιωνδήποτε αρχείων, βιβλίων, εγγράφων ή στοιχείων από πρόσωπο που αναφέρεται στο εν λόγω εδάφιο, ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός έχει παρόμοια εξουσία να αξιώνει την προσαγωγή των εν λόγω αρχείων, βιβλίων, εγγράφων ή στοιχείων από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που πιστεύει ότι τα κατέχει·:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι οποιοδήποτε τέτοιο άλλο πρόσωπο διεκδικεί δικαίωμα επίσχεσης επί οποιουδήποτε αρχείου, βιβλίου, εγγράφου ή στοιχείου που προσάγεται από αυτό, η προσαγωγή γίνεται χωρίς βλάβη του δικαιώματος επίσχεσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός δύναται να λαμβάνει αντίτυπα ή να αντιγράφει αποσπάσματα οποιουδήποτε αρχείου, βιβλίου, εγγράφου ή στοιχείου που προσάγεται σύμφωνα με τα εδάφια (1) και (2).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Αν το κρίνει αναγκαίο ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός δύναται να παραλάβει σε εύλογο χρόνο και να κατακρατήσει για εύλογη περίοδο οποιοδήποτε αρχείο, βιβλίο, έγγραφο ή στοιχείο που προσάγεται σύμφωνα με τα εδάφια (1) ή (2) και αν του ζητηθεί εκδίδει απόδειξη παραλαβής του:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι όταν διεκδικείται δικαίωμα επίσχεσης επί αρχείου, βιβλίου, εγγράφου ή στοιχείου που προσάγεται σύμφωνα με το εδάφιο (2), η παραλαβή του σύμφωνα με το εδάφιο αυτό δεν θεωρείται ότι παραβιάζει το δικαίωμα επίσχεσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Όταν αρχείο, βιβλίο, έγγραφο ή στοιχείο που παραλήφθηκε από εξουσιοδοτημένο λειτουργό σύμφωνα με τα πιο πάνω εδάφια ζητείται εύλογα για την ομαλή διεξαγωγή της επιχείρησης του προσώπου, ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός παραδίδει εντός ευλόγου χρόνου αντίτυπο του αρχείου, βιβλίου, εγγράφου ή στοιχείου στο πρόσωπο το οποίο το προσήγαγε ή μερίμνησε να προσαχθεί.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Ο Διευθυντής δύναται να απαιτήσει από οποιαδήποτε κρατική αρχή ή αρχή τοπικής διοίκησης ή οργανισμό δημόσιου δικαίου να του παράσχει πληροφορίες που δυνατό να είναι αναγκαίες για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Κάθε υπάλληλος κρατικής αρχής, αρχής τοπικής διοίκησης ή οργανισμού δημόσιου δικαίου που έχει υπό τη φύλαξή του αρχεία, βιβλία, έγγραφα ή στοιχεία των οποίων η εξέταση πιθανόν να βοηθήσει στην εφαρμογή του παρόντος Νόμου, οφείλει να επιτρέπει σε οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο λειτουργό να τα εξετάζει και να λαμβάνει αντίτυπα ή να αντιγράφει αποσπάσματά τους, χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε τέλους ή δικαιώματος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Εκτός μετά από άδεια του Υπουργού, απαγορεύεται σε εξουσιοδοτημένο λειτουργό να ανακοινώνει ή να χορηγεί σε τρίτους με οποιοδήποτε τρόπο εμπιστευτικά στοιχεία ή πληροφορίες, που έχουν περιέλθει σε γνώση του ή του έχουν γνωστοποιηθεί κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Εξαιρουμένων των περιπτώσεων όπου διατάξεις οποιασδήποτε νομοθεσίας επιτρέπουν ή απαιτούν την αποκάλυψη εμπιστευτικών στοιχείων ή πληροφοριών, οποιοδήποτε πρόσωπο που αναφέρεται στο εδάφιο (1) αποκαλύπτει οποιαδήποτε εμπιστευτικά στοιχεία ή πληροφορίες, διαπράττει ποινικό αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες λίρες ή και στις δύο ποινές μαζί.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Εξουσία διεξαγωγής ελέγχων 127. Οι εξουσιοδοτημένοι λειτουργοί για να διαπιστώσουν ή να εξασφαλίζουν την τήρηση των διατάξεων του παρόντος Νόμου δύνανται να διενεργούν ελέγχους επί όλων των προϊόντων, ανεξάρτητα με την προέλευσή τους και που σχετίζονται με την παραγωγή τους ή με την είσοδο ή εισαγωγή, έξοδο ή εξαγωγή ή διακίνηση ή εναπόθεση σε χώρους επιχειρηματικής δραστηριότητας και επί οποιωνδήποτε αρχείων, βιβλίων, εγγράφων ή στοιχείων έστω και αν τηρούνται σε μηχανογραφημένη μορφή οποιουδήποτε προσώπου:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι οι εξουσιοδοτημένοι λειτουργοί έχουν εξουσία να ζητούν κάθε πληροφορία που έχει σχέση με τα πιο πάνω.</p>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Εξουσία εισόδου σε υποστατικό 128. (1) Οι εξουσιοδοτημένοι λειτουργοί με σκοπό τη διαπίστωση της τήρησης των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δύνανται να εισέρχονται σε υποστατικό το οποίο δηλώθηκε ή έπρεπε να δηλωθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, ή σε οποιοδήποτε άλλο υποστατικό, το οποίο ανήκει κατά κυριότητα ή χρησιμοποιείται από κάτοχο άδειας για τους σκοπούς της επιχείρησής του, και να επιθεωρούν αυτό, διεξαγάγουν έρευνες, εξετάζουν και καταμετρούν τα μηχανήματα, αγγεία, σκεύη, εμπορεύματα ή υλικά, τα οποία ανήκουν ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο σχετίζονται με αυτή την επιχείρηση και να διενεργούν ελέγχους επί των αρχείων, βιβλίων, εγγράφων ή στοιχείων, έστω και αν αυτά τηρούνται σε μηχανογραφημένη μορφή.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Πρόσωπο το οποίο αρνείται ή παρεμποδίζει την είσοδο εξουσιοδοτημένου λειτουργού σε υποστατικό για σκοπούς επιθεώρησης ή ερευνών, παρόλο που του δηλώθηκε το όνομα και η ιδιότητα του λειτουργού, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Εξουσία διεξαγωγής έρευνας για κρυμμένους σωλήνες κλπ 129. (1) Εξουσιοδοτημένο λειτουργός ο οποίος εύλογα υποψιάζεται ότι πρόσωπο το οποίο υπόκειται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, διατηρεί ή χρησιμοποιεί μυστικό σωλήνα ή άλλον αγωγό, κρουνό, αγγείο ή σκεύος, δύναται οποτεδήποτε να διεξαγάγει έρευνες στο υποστατικό του για την ανεύρεση του σωλήνα, αγωγού, κρουνού, αγγείου ή σκεύους και να λαμβάνει οποιαδήποτε μέτρα που να διασφαλίζουν τον ακριβή έλεγχο των προϊόντων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κάθε σωλήνας ή άλλος αγωγός, κρουνός, αγγείο ή σκεύος καθώς και όλα τα προϊόντα τα οποία υπόκεινται σε φόρο κατανάλωσης ή τα υλικά που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή τους, τα οποία εξευρίσκονται στο υποστατικό, υπόκεινται σε δήμευση, ο δε κάτοχός τους είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις πεντακόσιες λίρες ή το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών.</div>\n<p class=\"lf-p\">91(I)/2004 Εξουσία προς απαίτηση διευκολύνσεων κλπ 130. (1) Οποιοδήποτε πρόσωπο υποκείμενο στις διατάξεις του παρόντος Νόμου έχει υποχρέωση όπως σε περίπτωση ελέγχου των προϊόντων από εξουσιοδοτημένο λειτουργό: (α) παρέχει κάθε εύλογα αναγκαίο κατά τη κρίση του Διευθυντή μέσο και διευκόλυνση, για να μπορέσει ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός να ελέγξει ή εξετάσει ή ερευνήσει ή ενασκήσει οποιοδήποτε άλλο καθήκον σε υποστατικό κατόχου άδειας ή άλλο εγκεκριμένο τόπο, (β) φυλάττει τα παρεχόμενα για το σκοπό αυτό μέσα, σε κατάλληλο μέρος το οποίο εγκρίνεται για το σκοπό αυτό από τον εξουσιοδοτημένο λειτουργό και (γ) επιτρέπει στο εξουσιοδοτημένο λειτουργό, όπως σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα χρησιμοποιήσει κάθε τέτοιο μέσο και παρέχει σε αυτό κάθε αναγκαία βοήθεια για εκτέλεση των καθηκόντων του, οποιοδήποτε δε πρόσωπο με πράξη ή παράλειψή του παραβαίνει οποιαδήποτε διάταξη του εδαφίου αυτού, υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο υπόκειται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου οφείλει να παρέχει και φυλάττει όλα τα σύνεργα τα αναγκαία για την τοποθέτηση κλειδαριών από τον εξουσιοδοτημένο λειτουργό σε υποστατικό ή τόπο ή σε οποιοδήποτε διαμέρισμα αυτού του υποστατικού ή σε κάθε αγγείο, σκεύος ή συσκευή οποιασδήποτε φύσης η οποία φυλάττεται σε αυτό, και αν παραλείψει να πράξει με αυτό τον τρόπο, ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός προμηθεύεται τα σύνεργα και εκτελεί κάθε αναγκαία εργασία για τη συντήρησή τους, και οι δαπάνες που διενεργούνται για το σκοπό αυτό, καταβάλλονται, αφού απαιτηθούν, από το πρόσωπο αυτό:</div></div>", "next": 239746}