{"html": "<div class=\"lf-doc\"><p class=\"lf-p\">(iii) ποσοστό έως και εκατόν τοις εκατόν (100%) του συνόλου των μεταβλητών αποδοχών υπόκειται σε ρυθμίσεις malus ή ρυθμίσεις περί επιστροφής αμοιβών· (iv) η ΚΕΠΕΥ θεσπίζει ειδικά κριτήρια για την εφαρμογή του malus ή της επιστροφής αμοιβών τα οποία καλύπτουν ειδικότερα καταστάσεις όπου το μέλος του προσωπικού- (Α) συμμετείχε ή ήταν υπεύθυνο για συμπεριφορά η οποία προξένησε σημαντικές ζημίες στην ΚΕΠΕΥ, (Β) δεν πληρούσε τα προσήκοντα πρότυπα ικανότητας και ευπρέπειας· (ιε) η συνταξιοδοτική πολιτική είναι σύμφωνη με την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της ΚΕΠΕΥ· εάν ο υπάλληλος αποχωρήσει από την ΚΕΠΕΥ πριν από τη συνταξιοδότηση, οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές διατηρούνται από την ΚΕΠΕΥ για διάστημα πέντε (5) ετών, με τη μορφή των μέσων που αναφέρονται στην παράγραφο (ιβ)· στην περίπτωση υπαλλήλου που φθάνει στη συνταξιοδότηση, οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές καταβάλλονται στον υπάλληλο με τη μορφή των μέσων που αναφέρονται στην παράγραφο (ιβ), με την επιφύλαξη πενταετούς περιόδου διακράτησης· (ιστ) τα μέλη του προσωπικού δεν χρησιμοποιούν προσωπικές στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου ή ασφάλιση συνδεδεμένη με αποδοχές ή ευθύνη, οι οποίες να καταστρατηγούν τους περιλαμβανόμενους στις ρυθμίσεις περί αποδοχών μηχανισμούς ευθυγράμμισης με τον κίνδυνο· (ιζ) η μεταβλητή αμοιβή δεν καταβάλλεται μέσω μηχανισμών ή μεθόδων που διευκολύνουν τη μη συμμόρφωση με τον παρόντα Νόμο και τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες ή τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του εδαφίου (1), οι απαιτήσεις που προβλέπονται στις παραγράφους (ιβ) και (ιγ) και (ιε)(ii)(iii) του εν λόγω εδαφίου δεν ισχύουν για- (α) ΚΕΠΕΥ που δεν αποτελεί μεγάλο ίδρυμα όπως ορίζεται Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 146) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και η αξία των στοιχείων του ενεργητικού της οποίας είναι κατά μέσον όρο και σε ατομική βάση σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ίση ή μικρότερη από πέντε δισεκατομμύρια ευρώ (€5.000.000.000) κατά τη διάρκεια της τετραετίας που προηγείται άμεσα του τρέχοντος οικονομικού έτους· (β) μέλος του προσωπικού του οποίου οι ετήσιες μεταβλητές αποδοχές δεν υπερβαίνουν τις πενήντα χιλιάδες ευρώ (€50.000) και δεν αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ένα τρίτο των συνολικών ετήσιων αποδοχών του μέλους του προσωπικού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου (2), η Επιτροπή δύναται να μειώσει ή να αυξήσει το ανώτατο όριο που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2), υπό την προϋπόθεση ότι- (α) η ΚΕΠΕΥ δεν αποτελεί μεγάλο ίδρυμα, όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 146) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και, όταν το ανώτατο όριο αυξάνεται - (i) η ΚΕΠΕΥ πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στο Άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 145) στοιχεία γ), δ) και ε) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και (ii) το ανώτατο όριο δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε δισεκατομμύρια ευρώ (€15.000.000.000)· (β) ενδείκνυται να τροποποιηθεί το ανώτατο όριο σύμφωνα με το παρόν εδάφιο, λαμβανομένων υπόψη της φύσης, του εύρους και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων της ΚΕΠΕΥ, της εσωτερικής οργάνωσής της ή, κατά περίπτωση, των χαρακτηριστικών του ομίλου στον οποίο ανήκει.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου (β), του εδαφίου (2), η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει ότι τα μέλη του προσωπικού που δικαιούνται ετήσιες μεταβλητές αποδοχές κάτω του ανώτατου ορίου και του μεριδίου που αναφέρονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2) δεν υπόκεινται στην εξαίρεση της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) λόγω των ιδιαιτεροτήτων της κυπριακής αγοράς όσον αφορά στις πρακτικές αποδοχών ή λόγω της φύσης των αρμοδιοτήτων και της περιγραφής καθηκόντων των εν λόγω μελών του προσωπικού.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Επιτροπή αποδοχών 53.-(1) Η ΚΕΠΕΥ η οποία είναι σημαντική από πλευράς μεγέθους, εσωτερικής οργάνωσης και της φύσεως, του πεδίου εφαρμογής και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων της θεσπίζει επιτροπή αποδοχών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η επιτροπή αποδοχών συγκροτείται ούτως ώστε να εκφέρει αρμοδίως και ανεξαρτήτως γνώμη για τις πολιτικές και τις πρακτικές αποδοχών καθώς και για τα κίνητρα που δημιουργούνται για τη διαχείριση του κινδύνου, του κεφαλαίου και της ρευστότητας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η κατά το εδάφιο (2) επιτροπή αποδοχών είναι υπεύθυνη για την προετοιμασία των αποφάσεων σχετικά με τις αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων όσων έχουν επιπτώσεις στους κινδύνους και τη διαχείριση των κινδύνων της συγκεκριμένης ΚΕΠΕΥ και οι οποίες λαμβάνονται από το διοικητικό συμβούλιο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής αποδοχών είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου που δεν ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα στη συγκεκριμένη ΚΕΠΕΥ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Σε περίπτωση που στο κυπριακό δίκαιο προβλέπεται εκπροσώπηση των εργαζομένων στο διοικητικό συμβούλιο, στην επιτροπή αποδοχών περιλαμβάνεται ένας ή περισσότεροι εκπρόσωποι των εργαζομένων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Κατά την προπαρασκευή παρόμοιων αποφάσεων, η επιτροπή αποδοχών λαμβάνει υπόψη τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των μετόχων, των επενδυτών και άλλων εμπλεκομένων στην ΚΕΠΕΥ και το δημόσιο συμφέρον.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Τήρηση ιστοτόπου σχετικά με την εταιρική διακυβέρνηση και τις αποδοχές 54. Η ΚΕΠΕΥ που τηρεί διαδικτυακό τόπο, εξηγεί σε αυτόν τον τρόπο με τον οποίο συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις των άρθρων 9 και 10 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου και των άρθρων 49 έως 53.</p>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης Εποπτικός έλεγχος και αξιολόγηση 55.-(1) Λαμβάνοντας υπόψη τα τεχνικά κριτήρια που παρατίθενται στο άρθρο 56, η Επιτροπή εξετάζει τις ρυθμίσεις, στρατηγικές, διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζει η ΚΕΠΕΥ προκειμένου να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και αξιολογεί - (α) κινδύνους τους οποίους η ΚΕΠΕΥ έχει αναλάβει ή ενδέχεται να αναλάβει· (β) κινδύνους που εντοπίζονται κατά την προσομοίωση ακραίων καταστάσεων, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της ΚΕΠΕΥ. και (γ) κινδύνους που εντοπίζονται με δοκιμές ψηφιακής επιχειρησιακής ανθεκτικότητας σύμφωνα με το Κεφάλαιο IV του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το πεδίο εφαρμογής της εξέτασης και της αξιολόγησης που προβλέπονται στο εδάφιο (1) καλύπτει όλες τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Βάσει της εξέτασης και αξιολόγησης που προβλέπονται στο εδάφιο (1), η Επιτροπή ρυθμίζει με οδηγία της κατά πόσο οι ρυθμίσεις, στρατηγικές, διαδικασίες και μηχανισμοί που εφαρμόζει η ΚΕΠΕΥ, καθώς και τα ίδια κεφάλαιά και η ρευστότητά της εξασφαλίζουν την υγιή διαχείριση και την κάλυψη των κινδύνων της.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η Επιτροπή καθορίζει τη συχνότητα και την ένταση της εξέτασης και αξιολόγησης που διεξάγεται δυνάμει του εδαφίου (1) έχοντας υπόψη το μέγεθος, τη συστημική σπουδαιότητα, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της ΚΕΠΕΥ, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η εξέταση και αξιολόγηση που προβλέπεται στο εδάφιο (4), επικαιροποιούνται τουλάχιστον σε ετήσια βάση για τις ΚΕΠΕΥ που καλύπτονται από το πρόγραμμα εποπτικής εξέτασης των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (3) του άρθρου 57.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Κατά τη διενέργεια της εξέτασης και αξιολόγησης που προβλέπονται στο εδάφιο (1), η Επιτροπή εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας σύμφωνα με τα κριτήρια που δημοσιοποιούνται δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 95.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Η Επιτροπή δύναται να προσαρμόσει τις μεθοδολογίες για την εφαρμογή της εξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στο εδάφιο (1), προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη ΚΕΠΕΥ με παρόμοια χαρακτηριστικά κινδύνου, όπως παρόμοια επιχειρηματικά μοντέλα ή γεωγραφική θέση των ανοιγμάτων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Οι αναφερόμενες στο εδάφιο (7) εξατομικευμένες μεθοδολογίες δύναται να περιλαμβάνουν δείκτες αναφοράς με γνώμονα τον κίνδυνο, καθώς και ποσοτικούς δείκτες και να επιτρέπουν τη δέουσα συνεκτίμηση των ειδικών κινδύνων στους οποίους δύναται να εκτίθεται κάθε ΚΕΠΕΥ, χωρίς να θίγουν τον ειδικό για κάθε ΚΕΠΕΥ χαρακτήρα των μέτρων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 61.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Η Επιτροπή σε περίπτωση που χρησιμοποιεί εξατομικευμένες μεθοδολογίες σύμφωνα με το εδάφιο (7), ενημερώνει την ΕΑΤ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Σε περίπτωση που προκύπτει από την εξέταση ότι η ΚΕΠΕΥ ενδέχεται να ενέχει συστημικό κίνδυνο σύμφωνα με το Άρθρο 23 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η Επιτροπή ενημερώνει αμελλητί την ΕΑΤ σχετικά με τα αποτελέσματα της εξέτασης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(11)</span>Σε περίπτωση που μια εξέταση, ιδίως η αξιολόγηση των ρυθμίσεων διακυβέρνησης, του επιχειρηματικού μοντέλου ή των δραστηριοτήτων της ΚΕΠΕΥ, παρέχει στην Επιτροπή βάσιμους λόγους να εικάζει ότι, σε σχέση με την εν λόγω ΚΕΠΕΥ, διαπράττεται ή έχει διαπραχθεί, επιχειρείται ή έχει επιχειρηθεί να διαπραχθεί νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή υπάρχει αυξημένος τέτοιος κίνδυνος, η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως την ΜΟΚΑΣ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(12)</span>Σε περίπτωση δυνητικού αυξημένου κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, η Επιτροπή και η ΜΟΚΑΣ έρχονται σε επαφή και κοινοποιούν αμέσως την κοινή τους εκτίμηση στην ΕΑΤ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(13)</span>Η Επιτροπή λαμβάνει καταλλήλως μέτρα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 11(I)/2025 Τεχνικά κριτήρια για τον εποπτικό έλεγχο και αξιολόγηση 56.-(1) Επιπρόσθετα στον πιστωτικό κίνδυνο, τον κίνδυνο αγοράς και τον λειτουργικό κίνδυνο, η εξέταση και αξιολόγηση που πραγματοποιείται από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 55 καλύπτει τουλάχιστον τα εξής: (α) Τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων σύμφωνα με το Άρθρο 177 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 που πραγματοποιεί η ΚΕΠΕΥ που εφαρμόζει τη μέθοδο των εσωτερικών διαβαθμίσεων· (β) τον βαθμό έκθεσης της ΚΕΠΕΥ σε κίνδυνο συγκέντρωσης καθώς και τη διαχείριση των κινδύνων αυτών, περιλαμβανομένης της συμμόρφωσής της με τις απαιτήσεις του Τέταρτου μέρους του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και του άρθρου 42· (γ) την αρτιότητα, την καταλληλότητα και τον τρόπο εφαρμογής των πολιτικών και διαδικασιών της ΚΕΠΕΥ για τη διαχείριση του υπολειπόμενου κινδύνου που συνδέεται με τη χρήση αναγνωρισμένων τεχνικών μείωσης πιστωτικού κινδύνου· (δ) τον βαθμό στον οποίο είναι επαρκή τα ίδια κεφάλαια που διατηρεί η ΚΕΠΕΥ σε σχέση με στοιχεία ενεργητικού που έχει τιτλοποιήσει, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής σημασίας της συναλλαγής και του επιτευχθέντος βαθμού μεταφοράς κινδύνου· (ε) την έκθεση σε κίνδυνο ρευστότητας που αναλαμβάνει η ΚΕΠΕΥ και τη μέτρηση και διαχείριση αυτού, περιλαμβανομένων της ανάπτυξης αναλύσεων εναλλακτικών σεναρίων, της διαχείρισης παραγόντων που μειώνουν τον κίνδυνο, ειδικά το επίπεδο, τη σύνθεση και την ποιότητα των αποθεμάτων ρευστότητας, και αποτελεσματικών σχεδίων έκτακτης ανάγκης· (στ) τις επιπτώσεις της διαφοροποίησης και τον τρόπο με τον οποίο οι επιπτώσεις αυτές παραμετροποιούνται στο σύστημα μέτρησης κινδύνων· (ζ) τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων που πραγματοποιεί η ΚΕΠΕΥ που χρησιμοποιεί εσωτερικό υπόδειγμα για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο αγοράς βάσει του Τρίτου μέρους, Τίτλος IV, Κεφάλαιο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· (η) τη γεωγραφική θέση των ανοιγμάτων της ΚΕΠΕΥ· (θ) το επιχειρηματικό μοντέλο της ΚΕΠΕΥ.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τους σκοπούς της παραγράφου (ε) του εδαφίου (1), η Επιτροπή διεξάγει σε τακτά διαστήματα συνολική αξιολόγηση της γενικής διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας από τις ΚΕΠΕΥ και προάγει την ανάπτυξη αξιόπιστων εσωτερικών μεθόδων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Επιτροπή, κατά τη διεξαγωγή των αξιολογήσεων, λαμβάνει υπόψη τον ρόλο που διαδραματίζουν οι ΚΕΠΕΥ στις χρηματοοικονομικές αγορές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Επιπροσθέτως των διατάξεων του εδαφίου (3), η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποφάσεών της στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος όλων των άλλων εμπλεκόμενων κρατών μελών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η Επιτροπή ελέγχει κατά πόσο μια ΚΕΠΕΥ έχει παράσχει έμμεση υποστήριξη σε μια τιτλοποίηση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Σε περίπτωση που η Επιτροπή διαπιστώσει ότι η ΚΕΠΕΥ έχει παράσχει πάνω από μία φορά έμμεση υποστήριξη, η Επιτροπή λαμβάνει κατάλληλα μέτρα που αντικατοπτρίζουν την αυξημένη προσδοκία ότι η ΚΕΠΕΥ θα παράσχει μελλοντικά υποστήριξη στις τιτλοποιήσεις της με αποτέλεσμα να μην μπορεί να επιτύχει ουσιαστική μεταφορά κινδύνου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Για τους σκοπούς της αξιολόγησης που διενεργείται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 55, η Επιτροπή εξετάζει κατά πόσο οι αναπροσαρμογές της αξίας που έχουν πραγματοποιηθεί για θέσεις ή χαρτοφυλάκια στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, σύμφωνα με το Άρθρο 105 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, επιτρέπουν στην ΚΕΠΕΥ να πωλήσει ή να αντισταθμίσει τις θέσεις της σε σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς σημαντικές ζημίες υπό κανονικές συνθήκες αγοράς.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>(α) Ο έλεγχος και η αξιολόγηση που πραγματοποιεί η Επιτροπή περιλαμβάνουν την έκθεση της ΚΕΠΕΥ στον κίνδυνο επιτοκίου που προκύπτει από δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου. (β) Η Επιτροπή ασκεί τις εποπτικές της εξουσίες τουλάχιστον στις ακόλουθες περιπτώσεις: (i) Εφόσον η οικονομική αξία των μετοχών ΚΕΠΕΥ, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 45, μειώνεται πέραν του δεκαπέντε τοις εκατόν (15%) του οικείου κεφαλαίου της κατηγορίας 1 ως αποτέλεσμα αιφνίδιας και μη αναμενόμενης μεταβολής των επιτοκίων, όπως ορίζεται σε οποιοδήποτε εκ των έξι εποπτικών σεναρίων διαταραχών που εφαρμόζονται στα επιτόκια, (ii) εφόσον η ΚΕΠΕΥ αντιμετωπίσει μεγάλη μείωση στα καθαρά της έσοδα από τόκους, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 45, ως αποτέλεσμα αιφνίδιας και μη αναμενόμενης μεταβολής των επιτοκίων, όπως ορίζεται σε οποιαδήποτε εκ των δύο εποπτικών σεναρίων που εφαρμόζονται στα επιτόκια. (γ) Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου (β), η Επιτροπή δεν υποχρεούται να ασκεί εποπτικές εξουσίες όταν κρίνει, βάσει του ελέγχου και της αξιολόγησης που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο, ότι η διαχείριση στην οποία προβαίνει η ΚΕΠΕΥ έναντι του κινδύνου επιτοκίου που προκύπτει από δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών είναι επαρκής και ότι η ΚΕΠΕΥ δεν είναι υπερβολικά εκτεθειμένη στον κίνδυνο επιτοκίου που προκύπτει από δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Για σκοπούς του εδαφίου (8), «εποπτικές εξουσίες» σημαίνει εξουσίες στις οποίες αναφέρεται το εδάφιο (1) του άρθρου 61 ή την εξουσία καθορισμού παραδοχών για την ανάπτυξη υποδειγμάτων και παραμέτρων, πλην εκείνων που προσδιορίζονται από τον ΕΑΤ σύμφωνα με το στοιχείο β) της παραγράφου 5α του Άρθρου 98 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, που πρέπει να αποτυπώνονται από τις ΚΕΠΕΥ στον υπολογισμό τους όσον αφορά την οικονομική αξία των μετοχών σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 45 του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Η εξέταση και αξιολόγηση που πραγματοποιεί η Επιτροπή περιλαμβάνει την έκθεση ΚΕΠΕΥ στον κίνδυνο υπερβολικής μόχλευσης που καθορίζεται από τους δείκτες υπερβολικής μόχλευσης, συμπεριλαμβανομένου του δείκτη μόχλευσης σύμφωνα με το Άρθρο 429 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(11)</span>Για τον καθορισμό της επάρκειας του δείκτη μόχλευσης της ΚΕΠΕΥ και των ρυθμίσεων, στρατηγικών, διαδικασιών και μηχανισμών που εφαρμόζει η ΚΕΠΕΥ για τη διαχείριση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη το επιχειρηματικό μοντέλο της ΚΕΠΕΥ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(12)</span>Η εξέταση και αξιολόγηση που πραγματοποιεί η Επιτροπή περιλαμβάνει τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης της ΚΕΠΕΥ, την εταιρική της κουλτούρα, τις εταιρικές της αξίες και την ικανότητα των μελών του διοικητικού συμβουλίου να εκτελούν τα καθήκοντά τους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(13)</span>Κατά την προβλεπόμενη στο εδάφιο (12) εξέταση και αξιολόγηση, η Επιτροπή έχει τουλάχιστον πρόσβαση στα θέματα προς συζήτηση και τα δικαιολογητικά έγγραφα των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου και των επιτροπών αυτού και τα αποτελέσματα της εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης επιδόσεων του διοικητικού συμβουλίου.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Πρόγραμμα εποπτικής εξέτασης 57.-(1) Η Επιτροπή εφαρμόζει πρόγραμμα εποπτικής εξέτασης τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο για τις ΚΕΠΕΥ.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το πρόγραμμα που αναφέρεται στο εδάφιο (1) λαμβάνει υπόψη τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης και αξιολόγησης σύμφωνα με το άρθρο 55 και περιλαμβάνει τα εξής: (α) Ένδειξη του τρόπου με τον οποίο η Επιτροπή σκοπεύει να ασκήσει τα καθήκοντά της και να κατανείμει τους πόρους της· (β) προσδιορισμός των ΚΕΠΕΥ που πρόκειται να τεθούν υπό ενισχυμένη εποπτεία και τα μέτρα που λαμβάνονται για τέτοια εποπτεία όπως καθορίζεται στο εδάφιο (4)· (γ) σχέδιο για επιτόπιους ελέγχους στα γραφεία ΚΕΠΕΥ, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων και θυγατρικών αυτής που βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με τα άρθρα 13, 81 και 84.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Τα προγράμματα εποπτικής εξέτασης περιλαμβάνουν τις ακόλουθες ΚΕΠΕΥ: (α) ΚΕΠΕΥ για τις οποίες τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων των παραγράφων (α) και (ζ) του εδαφίου (1) του άρθρου 56 και του άρθρου 58 ή το αποτέλεσμα της εποπτικής εξέτασης και αξιολόγησης βάσει του άρθρου 55 δεικνύουν την ύπαρξη σημαντικών κινδύνων για τη συνεχή χρηματοοικονομική τους αρτιότητα ή μη συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· (β) οποιεσδήποτε άλλες ΚΕΠΕΥ για τις οποίες η Επιτροπή το θεωρεί αναγκαίο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση που κρίνεται σκόπιμο σύμφωνα με το άρθρο 55, εφόσον είναι απαραίτητο, λαμβάνονται, ειδικότερα, τα ακόλουθα μέτρα: (α) Αύξηση του αριθμού ή της συχνότητας των επιτόπιων ελέγχων της ΚΕΠΕΥ· (β) μόνιμη παρουσία της Επιτροπής στην ΚΕΠΕΥ· (γ) υποβολή πρόσθετων ή συχνότερων αναφορών από την ΚΕΠΕΥ· (δ) πρόσθετες ή συχνότερες εξετάσεις του λειτουργικού, στρατηγικού ή επιχειρηματικού σχεδίου της ΚΕΠΕΥ· (ε) θεματικές εξετάσεις που παρακολουθούν συγκεκριμένους κινδύνους που ενδέχεται να εμφανιστούν.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η θέσπιση προγράμματος εποπτικής εξέτασης από την Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης, δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής να διενεργούν, κατά περίπτωση, επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις των δραστηριοτήτων που αναπτύσσουν τα υποκαταστήματα ΚΕΠΕΥ στο έδαφός τους σύμφωνα με τις εναρμονιστικές με την παράγραφο 3 του Άρθρου 52 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ νομοθετικές διατάξεις των οικείων κρατών μελών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Σε περίπτωση που η Επιτροπή αποτελεί την αρμόδια αρχή κράτους μέλους υποδοχής, δύναται να διεξάγει ελέγχους και επιθεωρήσεις των δραστηριοτήτων που αναπτύσσουν τα υποκαταστήματα ΕΠΕΥ στη Δημοκρατία, παρά το γεγονός ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης έχει θεσπίσει πρόγραμμα εποπτικής εξέτασης.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Εποπτικές προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων 58. Η Επιτροπή διενεργεί τις ενδεδειγμένες, τουλάχιστον άπαξ ανά έτος, εποπτικές προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων στις ΚΕΠΕΥ, για τη διευκόλυνση της διαδικασίας εξέτασης και αξιολόγησης του άρθρου 55.</p>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Διαρκής εξέταση της άδειας χρήσης εσωτερικών προσεγγίσεων 59.-(1)(α) Η Επιτροπή αναθεωρεί τακτικά και τουλάχιστον κάθε τρία (3) έτη τη συμμόρφωση της ΚΕΠΕΥ προς τις απαιτήσεις αναφορικά με τις μεθόδους που απαιτούν τη χορήγηση άδειας από την Επιτροπή προτού χρησιμοποιήσει τέτοιες μεθόδους για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με το Τρίτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. (β) Η Επιτροπή δίνει ιδιαίτερη προσοχή σε αλλαγές στην επιχειρηματική δραστηριότητα της ΚΕΠΕΥ και στην εφαρμογή αυτών των μεθόδων σε νέα προϊόντα. (γ) Σε περίπτωση που εντοπίζονται σημαντικές ελλείψεις στην αποτύπωση κινδύνων με την εσωτερική μέθοδο, η ΚΕΠΕΥ διορθώνει ή λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για τον μετριασμό των επιπτώσεών τους, και μέσω της επιβολής υψηλότερων πολλαπλασιαστικών συντελεστών, ή της επιβολής κεφαλαιακών προσαυξήσεων, ή λαμβάνει άλλα πρόσφορα και αποτελεσματικά μέτρα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η Επιτροπή ειδικότερα εξετάζει και εκτιμά κατά πόσο η ΚΕΠΕΥ χρησιμοποιεί άρτια αναπτυγμένες και επικαιροποιημένες τεχνικές και πρακτικές για τις εν λόγω προσεγγίσεις.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που σε εσωτερικό υπόδειγμα κινδύνου αγοράς, πληθώρα υπερβάσεων όπως αυτές που αναφέρονται στο Άρθρο 366 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 δείχνουν ότι το υπόδειγμα δεν είναι ή δεν είναι πλέον αρκετά ακριβές, η Επιτροπή ανακαλεί την άδεια χρήσης του εσωτερικού μοντέλου ή επιβάλλει κατάλληλα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει ότι το μοντέλο θα βελτιωθεί άμεσα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>(α) Σε περίπτωση που ΚΕΠΕΥ έχει λάβει άδεια να εφαρμόσει προσέγγιση που απαιτεί την άδεια της Επιτροπής πριν από τη χρήση της εν λόγω προσέγγισης για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με το Τρίτο Τμήμα του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, αλλά δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις για την εφαρμογή της προσέγγισης αυτής, η Επιτροπή ζητά από την ΚΕΠΕΥ είτε να της αποδείξει ότι η μη συμμόρφωσή της έχει ελάχιστη επίπτωση κατά περίπτωση σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή να καταθέσει σχέδιο για την έγκαιρη αποκατάσταση της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις και να ορίσει προθεσμία εφαρμογής της. (β) Η Επιτροπή απαιτεί να γίνονται βελτιώσεις στο σχέδιο εάν αυτό δεν αναμένεται να φέρει πλήρη συμμόρφωση ή εάν η προθεσμία είναι ακατάλληλη. (γ) Σε περίπτωση που η ΚΕΠΕΥ δεν αναμένεται να μπορέσει να επαναφέρει τη συμμόρφωση εντός κατάλληλης προθεσμίας και, κατά περίπτωση, δεν έχει αποδείξει ικανοποιητικά ότι οι επιπτώσεις από τη μη συμμόρφωση είναι ελάχιστες, η άδεια χρήσης της προσέγγισης ανακαλείται ή περιορίζεται στα συμμορφούμενα τμήματα ή στα τμήματα στα οποία η συμμόρφωση είναι εφικτή εντός κατάλληλης προθεσμίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η Επιτροπή, για την εξέταση των αδειών χρήσης εσωτερικών προσεγγίσεων τις οποίες παρέχει σε ΚΕΠΕΥ, λαμβάνει υπόψη την ανάλυση εσωτερικών προσεγγίσεων διαφόρων ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένης της ανάλυσης των συνεπειών στην υλοποίηση του ορισμού του κινδύνου αθέτησης και του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζουν συγκεκριμένα ιδρύματα παρόμοιους κινδύνους ή χρηματοδοτικά ανοίγματα και τα συγκριτικά κριτήρια αυτής της ανάλυσης που εκπονεί η ΕΑΤ.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Εποπτικά μέτρα και εξουσίες Εποπτικά μέτρα 60.-(1) Η ΚΕΠΕΥ λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα σε πρώιμο στάδιο για να αντιμετωπίσει σχετικά προβλήματα στις ακόλουθες καταστάσεις: (α) όταν η ΚΕΠΕΥ δεν τηρεί τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· (β) όταν η Επιτροπή έχει πεισθεί ότι η ΚΕΠΕΥ ενδέχεται να παραβεί τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 εντός των επόμενων δώδεκα (12) μηνών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), στις εξουσίες της Επιτροπής περιλαμβάνονται οι εξουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 61.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Εποπτικές εξουσίες 61.-(1) Για τους σκοπούς του άρθρου 55, των εδαφίων (7), (8) και (9) του άρθρου 56, των παραγράφων (α) έως (γ) του εδαφίου (4) του άρθρου 59 και του άρθρου 60 του παρόντος Νόμου και της εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η Επιτροπή έχει τουλάχιστον τις ακόλουθες εξουσίες: (α) Να απαιτεί από τις ΚΕΠΕΥ να διαθέτουν πρόσθετα ίδια κεφάλαια πέραν των απαιτήσεων που ορίζονται στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 62 του παρόντος Νόμου· (β) να απαιτεί την ενίσχυση των ρυθμίσεων, διαδικασιών, μηχανισμών και στρατηγικών που εφαρμόζονται σύμφωνα με τα άρθρα 34 και 35· (γ) να απαιτεί από τις ΚΕΠΕΥ να υποβάλουν σχέδιο για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης προς τις εποπτικές απαιτήσεις δυνάμει του παρόντος Νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και να ορίζει προθεσμία για την εφαρμογή του, συμπεριλαμβανομένων και βελτιώσεων του σχεδίου αυτού όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής και την προθεσμία· (δ) να απαιτεί από τις ΚΕΠΕΥ να εφαρμόζουν ειδική πολιτική προβλέψεων ή μεταχείριση των στοιχείων του ενεργητικού από την άποψη των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων· (ε) να θέτει περιορισμούς ή όρια στις επιχειρηματικές δραστηριότητες, τις εργασίες ή το δίκτυο των ΚΕΠΕΥ ή να ζητεί την αφαίρεση δραστηριοτήτων που ενέχουν υπερβολικούς κινδύνους για την αρτιότητα της ΚΕΠΕΥ· (στ) να απαιτεί τη μείωση του κινδύνου τον οποίον ενέχουν οι δραστηριότητες, τα προϊόντα και τα συστήματα των ΚΕΠΕΥ, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων που ανατίθενται σε τρίτους· (ζ) να απαιτεί από τις ΚΕΠΕΥ τον περιορισμό των μεταβλητών αποδοχών ως ποσοστού των καθαρών εσόδων, όταν δεν συνάδουν με τη διατήρηση υγιούς κεφαλαιακής βάσης· (η) να απαιτεί από τις ΚΕΠΕΥ να χρησιμοποιούν τα καθαρά κέρδη για την ενίσχυση των ιδίων κεφαλαίων· (θ) να περιορίζει ή να απαγορεύει τη διανομή κερδών ή την καταβολή τόκων από την ΚΕΠΕΥ σε μετόχους, μέλη ή κατόχους μέσων της πρόσθετης κατηγορίας 1, εφόσον η απαγόρευση δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης της ΚΕΠΕΥ· (ι) να επιβάλλει απαιτήσεις για πρόσθετες ή συχνότερες υποβολές αναφορών, συμπεριλαμβανομένων των αναφορών σχετικά με τα ίδια κεφάλαια, τη ρευστότητα και τη μόχλευση· (ια) να επιβάλλει συγκεκριμένες απαιτήσεις ρευστότητας, συμπεριλαμβανομένων των περιορισμών στις αναντιστοιχίες ληκτότητας μεταξύ στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού· (ιβ) να απαιτεί πρόσθετες πληροφορίες.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Για τους σκοπούς της παραγράφου (ι) του εδαφίου (1), η Επιτροπή δύναται να επιβάλλει απαιτήσεις για πρόσθετες ή συχνότερες υποβολές αναφορών στις ΚΕΠΕΥ μόνο όταν η σχετική απαίτηση είναι κατάλληλη και αναλογική ως προς τον σκοπό για τον οποίο απαιτούνται οι πληροφορίες και οι ζητούμενες πληροφορίες δεν είναι αλληλεπικαλυπτόμενες. (β) Για τους σκοπούς των άρθρων 55 έως 60, κάθε πρόσθετη πληροφορία που μπορεί να απαιτείται από τις ΚΕΠΕΥ θεωρείται ως επαναληπτική, εφόσον οι ίδιες ή οι κατ' ουσίαν ίδιες πληροφορίες έχουν ήδη αναφερθεί με άλλο τρόπο στην Επιτροπή ή μπορούν να παράγονται από την Επιτροπή. (γ) Η Επιτροπή δεν απαιτεί την αναφορά πρόσθετων πληροφοριών από ΚΕΠΕΥ, εφόσον τις έχει ήδη λάβει υπό διαφορετική μορφή ή επίπεδο ανάλυσης και αυτή η διαφορετική μορφή ή το επίπεδο ανάλυσης δεν αποτρέπουν την Επιτροπή από την παραγωγή πληροφοριών ίδιας ποιότητας και αξιοπιστίας με εκείνες που παρά-γονται με βάση τις πρόσθετες πληροφορίες που θα αναφέρονταν διαφορετικά.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων 62.-(1) Η Επιτροπή επιβάλλει την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 61 εάν, βάσει των ελέγχων που διενεργούνται σύμφωνα με τα άρθρα 55 και 59, διαπιστώσει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες καταστάσεις για μια επιμέρους ΚΕΠΕΥ: (α) Η ΚΕΠΕΥ είναι εκτεθειμένη σε κινδύνους ή στοιχεία κινδύνων που δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς, όπως ορίζει το εδάφιο (2), από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στο Τρίτο, Τέταρτο, και Έβδομο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στο Κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402ˑ (β) η ΚΕΠΕΥ δεν πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 34 και 35 ή στο Άρθρο 393 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και πιθανώς άλλα μέτρα εποπτείας δεν θα επαρκούσαν, ώστε να είναι δυνατό να τηρηθούν οι απαιτήσεις αυτές εντός κατάλληλου χρονοδιαγράμματος· (γ) οι προσαρμογές που αναφέρονται στο εδάφιο (7) του άρθρου 56 θεωρούνται ανεπαρκείς, ώστε να επιτρέψουν στη ΚΕΠΕΥ να πωλήσει ή να αντισταθμίσει τις θέσεις της σε σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς σημαντικές ζημίες υπό κανονικές συνθήκες αγοράς· (δ) η αξιολόγηση που διενεργήθηκε σύμφωνα με τις παραγράφους (α) έως (γ) του εδαφίου (4) του άρθρου 59 αποκαλύπτει ότι η μη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις για την εφαρμογή της επιτρεπόμενης προσέγγισης ενδέχεται να οδηγήσει σε ανεπαρκείς απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων· (ε) η ΚΕΠΕΥ αδυνατεί επανειλημμένως να καθορίζει ή να τηρεί επαρκές επίπεδο πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη της καθοδήγησης που ανακοινώνεται σύμφωνα με τα εδάφια (4) και (5) του άρθρου 63· (στ) άλλες καταστάσεις που αφορούν μεμονωμένες ΚΕΠΕΥ, οι οποίες θεωρεί η Επιτροπή ότι προκαλούν σημαντικούς εποπτικούς προβληματισμούς.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η Επιτροπή επιβάλλει την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 61 μόνο για την κάλυψη των κινδύνων που αντιμετωπίζουν μεμονωμένες ΚΕΠΕΥ λόγω των δραστηριοτήτων τους, συμπεριλαμβανομένων όσων αντικατοπτρίζουν τις επιπτώσεις ορισμένων οικονομικών εξελίξεων και εξελίξεων της αγοράς στα χαρακτηριστικά κινδύνου επιμέρους ΚΕΠΕΥ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Για τους σκοπούς της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), οι κίνδυνοι ή τα στοιχεία κινδύνου θεωρούνται ότι δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στο Τρίτο, Τέταρτο και Έβδομο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στο Κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 μόνο όταν τα ποσά, τα είδη και η κατανομή των κεφαλαίων που κρίνονται επαρκή από την Επιτροπή, λαμβανομένης υπόψη της εποπτικής επανεξέτασης της εκτίμησης που διενεργείται από την ΚΕΠΕΥ σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 34, είναι υψηλότερα από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στο Τρίτο, Τέταρτο και Έβδομο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στο Κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Για τους σκοπούς του εδαφίου (3), η Επιτροπή αξιολογεί, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά κινδύνου κάθε επιμέρους ΚΕΠΕΥ, τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται η ΚΕΠΕΥ, μεταξύ άλλων- (α) τους κινδύνους που αφορούν την εκάστοτε ΚΕΠΕΥ ή τα στοιχεία των κινδύνων αυτών που εξαιρούνται ρητά ή δεν καλύπτονται ρητά από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στο Τρίτο, Τέταρτο και Έβδομο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στο Κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402· (β) τους κινδύνους που αφορούν την εκάστοτε ΚΕΠΕΥ ή τα στοιχεία των κινδύνων αυτών που ενδέχεται να υποτιμώνται παρά τη συμμόρφωση προς τις ισχύουσες απαιτήσεις που ορίζονται στο Τρίτο, Τέταρτο και Έβδομο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στο Κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Στον βαθμό που οι κίνδυνοι ή τα στοιχεία κινδύνων υπόκεινται σε μεταβατικές ρυθμίσεις ή διατάξεις αποδοχής του προϋφιστάμενου καθεστώτος του παρόντος Νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, δεν θεωρούνται κίνδυνοι ή στοιχεία τέτοιων κινδύνων που ενδέχεται να υποτιμώνται παρά τη συμμόρφωση προς τις ισχύουσες απαιτήσεις που ορίζονται στο Τρίτο, Τέταρτο και Έβδομο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στο Κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Για τους σκοπούς του εδαφίου (3), τα κεφάλαια που θεωρούνται επαρκή καλύπτουν όλους τους κινδύνους ή τα στοιχεία κινδύνων που προσδιορίζονται ως σημαντικοί σύμφωνα με την αξιολόγηση που ορίζεται στο εδάφιο (4), οι οποίοι δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στο Τρίτο, Τέταρτο και Έβδομο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στο Κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Κίνδυνος επιτοκίου που προκύπτει από θέσεις εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών δύναται να θεωρηθεί σημαντικός τουλάχιστον στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα εδάφια (8) και (9) του άρθρου 56, εκτός εάν η Επιτροπή, κατά την εκτέλεση του ελέγχου και της αξιολόγησης, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η διαχείριση από την ΚΕΠΕΥ του κινδύνου επιτοκίου που προκύπτει από δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών είναι επαρκής και ότι η ΚΕΠΕΥ δεν είναι υπερβολικά εκτεθειμένη στον κίνδυνο επιτοκίου που προκύπτει από δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Σε περίπτωση που απαιτούνται πρόσθετα ίδια κεφάλαια για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που δεν καλύπτονται επαρκώς από το Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχείο δ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η Επιτροπή προσδιορίζει το επίπεδο των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που απαιτούνται, βάσει της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), ως τη διαφορά μεταξύ του κεφαλαίου που κρίνεται ότι επαρκεί σύμφωνα με τα εδάφια (3) έως (7) και των σχετικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που προβλέπονται στο Τρίτο και Τέταρτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στο Κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Σε περίπτωση που απαιτούνται πρόσθετα ίδια κεφάλαια για την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που δεν καλύπτεται επαρκώς από το Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχείο δ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η Επιτροπή προσδιορίζει το επίπεδο των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που απαιτούνται, βάσει της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), ως τη διαφορά μεταξύ του κεφαλαίου που κρίνεται ότι επαρκεί σύμφωνα με τα εδάφια (3) έως (7) του παρόντος άρθρου και των σχετικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που προβλέπονται στο Τρίτο και Έβδομο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Η ΚΕΠΕΥ συμμορφώνεται προς την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων την οποία επιβάλλει η Επιτροπή βάσει της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 61 για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης με ίδια κεφάλαια που πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Τουλάχιστον τα τρία τέταρτα της πρόσθετης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων καλύπτονται με κεφάλαια της κατηγορίας 1· (β) τουλάχιστον τα τρία τέταρτα του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 που αναφέρεται στην παράγραφο (α) αποτελούνται από κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, η ΚΕΠΕΥ συμμορφώνεται προς την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων την οποία επιβάλλει η Επιτροπή δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 61 για την αντιμετώπιση κινδύνων υπερβολικής μόχλευσης με κεφάλαια της κατηγορίας 1:</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(11)</span>Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του εδαφίου (10), η Επιτροπή δύναται να απαιτεί από την ΚΕΠΕΥ να πληροί την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων με υψηλότερο ποσοστό κεφαλαίου της κατηγορίας 1 ή κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, όπου χρειάζεται και λαμβανομένων υπόψη των ειδικών συνθηκών της ΚΕΠΕΥ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(12)</span>Ίδια κεφάλαια, που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη της πρόσθετης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 61 και επιβάλλεται από την Επιτροπή για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης, δεν χρησιμοποιούνται για την κάλυψη οποιουδήποτε εκ των ακολούθων: (α) Των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που προβλέπονται στο Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχεία α), β) και γ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· (β) της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας· (γ) της καθοδήγησης ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια που αναφέρεται στα εδάφια (4) και (5) του άρθρου 63, όταν η καθοδήγηση αφορά κινδύνους εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(13)</span>Ίδια κεφάλαια, που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη της πρόσθετης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 61 του παρόντος Νόμου και επιβάλλεται από την Επιτροπή για την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που δεν καλύπτεται επαρκώς από το Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχείο δ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, δεν χρησιμοποιούνται για την κάλυψη οποιουδήποτε εκ των ακολούθων: (α) Της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που προβλέπεται στο Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχείο δ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· (β) της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης που προβλέπεται στο Άρθρο 92, παράγραφος 1α του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· (γ) της καθοδήγησης ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια που αναφέρεται στα εδάφια (4) και (5) του άρθρου 63, όταν η καθοδήγηση αυτή αφορά κινδύνους υπερβολικής μόχλευσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(14)</span>Η Επιτροπή αιτιολογεί δεόντως και γραπτώς προς κάθε όργανο την απόφαση της επιβολής πρόσθετης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων βάσει της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 61, τουλάχιστον παρέχοντας σαφή εικόνα για την πλήρη εκτίμηση των στοιχείων που αναφέρονται στα εδάφια (1) έως (13).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(15)</span>Η αναφερόμενη στο εδάφιο (14) αιτιολόγηση περιλαμβάνει, στην περίπτωση που προβλέπεται στην παράγραφο (ε) του εδαφίου (1), ειδική έκθεση των λόγων για τους οποίους η επιβολή καθοδήγησης ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια δεν θεωρείται πλέον επαρκής.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Καθοδήγηση ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια 63.-(1) Σύμφωνα με τις στρατηγικές και τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 34, η ΚΕΠΕΥ καθορίζει το εσωτερικό της κεφάλαιο σε κατάλληλο επίπεδο ιδίων κεφαλαίων που επαρκεί ώστε να καλύπτονται όλοι οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται η ΚΕΠΕΥ και να διασφαλίζεται ότι τα ίδια κεφάλαια της ΚΕΠΕΥ μπορούν να απορροφήσουν δυνητικές ζημιές που απορρέουν από σενάρια ακραίων καταστάσεων, συμπεριλαμβανομένων όσων προσδιορίζονται σύμφωνα με τις εποπτικές προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 58.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η Επιτροπή επανεξετάζει τακτικά το επίπεδο του εσωτερικού κεφαλαίου που καθορίζεται από κάθε ΚΕΠΕΥ, σύμφωνα με το εδάφιο (1) στο πλαίσιο των ελέγχων και των αξιολογήσεων που διενεργούνται σύμφωνα με τα άρθρα 55 και 59, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 58.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σύμφωνα με την επανεξέταση του εδαφίου (2), η Επιτροπή καθορίζει για κάθε ΚΕΠΕΥ το συνολικό επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων που κρίνει κατάλληλο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η Επιτροπή ανακοινώνει στις ΚΕΠΕΥ την καθοδήγησή της ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια τα οποία αφορά η καθοδήγηση είναι τα ίδια κεφάλαια που υπερβαίνουν το σχετικό ποσό των ιδίων κεφαλαίων που απαιτείται σύμφωνα με το Τρίτο, Τέταρτο και Έβδομο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το Κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402, η παράγραφος (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 61 και τον ορισμό του όρου «συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας» του εδαφίου (1) του άρθρου 2 του περί Μακροπροληπτικής Εποπτείας των Ιδρυμάτων Νόμου ή σύμφωνα με το Άρθρο 92, παράγραφος 1α του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, κατά περίπτωση, τα οποία είναι αναγκαία για την επίτευξη του συνολικού επιπέδου των ιδίων κεφαλαίων που θεωρείται κατάλληλο από την Επιτροπή σύμφωνα με τα εδάφια (2) και (3).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Η Επιτροπή παρέχει καθοδήγηση ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια σύμφωνα με τα εδάφια (4) και (5) ειδικά για κάθε ΚΕΠΕΥ, η οποία καθοδήγηση δύναται να καλύπτει κινδύνους οι οποίοι αντιμετωπίζονται από την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που επιβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 61 μόνο στον βαθμό που καλύπτει πτυχές των κινδύνων αυτών, δεν καλύπτονται ήδη βάσει της εν λόγω απαίτησης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Ίδια κεφάλαια που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη της καθοδήγησης ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια που ανακοινώνεται σύμφωνα με τα εδάφια (4) και (5) για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης δεν χρησιμοποιούνται για την κάλυψη οποιουδήποτε εκ των ακολούθων: (α) Των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που προβλέπονται στο Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχεία α), β) και γ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· (β) της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 62 και επιβάλλεται από την Επιτροπή για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης και της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Ίδια κεφάλαια, που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη της καθοδήγησης ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια που ανακοινώνεται βάσει του εδαφίου (4) για την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης, δεν χρησιμοποιούνται με σκοπό την κάλυψη της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που ορίζεται στο Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχείο δ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, της απαίτησης του άρθρου 62 που επιβάλλεται από την Επιτροπή για την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης και της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης που αναφέρεται στο Άρθρο 92, παράγραφος 1α του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Η μη κάλυψη της καθοδήγησης που αναφέρεται στα εδάφια (4) και (5), όταν η ΚΕΠΕΥ πληροί τις σχετικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων του Τρίτου, Τέταρτου και Έβδομου Μέρους του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και του Κεφαλαίου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402, τη σχετική πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 61 και, κατά περίπτωση, τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας ή την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης που αναφέρεται στο Άρθρο 92, παράγραφος 1α του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 δεν συνεπάγεται την εφαρμογή των περιορισμών των άρθρων 90 και 92.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Συνεργασία με την αρχή εξυγίανσης 64. Η Επιτροπή γνωστοποιεί στη σχετική αρχή εξυγίανσης την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που επιβάλλεται σε ΚΕΠΕΥ βάσει της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 61 και κάθε καθοδήγηση ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια που ανακοινώνεται σε ΚΕΠΕΥ σύμφωνα με το εδάφιο (4) του άρθρου 63.</p>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Συγκεκριμένες απαιτήσεις ρευστότητας 65.-(1) Για τον σκοπό του καθορισμού του κατάλληλου επιπέδου των απαιτήσεων ρευστότητας με βάση τον έλεγχο και την αξιολόγηση που διενεργούνται σύμφωνα με τα άρθρα 55 έως 59, η Επιτροπή εκτιμά κατά πόσον είναι αναγκαία οποιαδήποτε επιβολή συγκεκριμένης απαίτησης ρευστότητας, για την αποτύπωση των κινδύνων ρευστότητας στους οποίους εκτίθεται ή ενδέχεται να εκτεθεί η ΚΕΠΕΥ, λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα: (α) Το συγκεκριμένο επιχειρηματικό μοντέλο της ΚΕΠΕΥ· (β) τις ρυθμίσεις, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς της ΚΕΠΕΥ που αναφέρονται στα άρθρα 9 και 10 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου, στα άρθρα 35 έως 54 και ειδικότερα στο άρθρο 47· (γ) το αποτέλεσμα του ελέγχου και της αξιολόγησης που διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 55.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ειδικότερα, με την επιφύλαξη του άρθρου 29, η Επιτροπή εξετάζει την ανάγκη εφαρμογής διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων, που περιλαμβάνουν προληπτικά τέλη, το ύψος των οποίων σε γενικές γραμμές σχετίζεται με τη διαφορά μεταξύ της πραγματικής θέσης ρευστότητας ΚΕΠΕΥ και τυχόν απαιτήσεων ρευστότητας και σταθερής χρηματοδότησης που θεσπίζονται με οδηγία της Επιτροπής ή με νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Συγκεκριμένες απαιτήσεις δημοσίευσης 66.-(1) Η Επιτροπή δύναται να απαιτήσει από ΚΕΠΕΥ- (α) να δημοσιοποιεί τα στοιχεία που αναφέρονται στο Όγδοο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 περισσότερο από μία φορά το χρόνο και να θέσει προθεσμία δημοσίευσης· (β) να χρησιμοποιεί συγκεκριμένα μέσα και τοποθεσίες για τις δημοσιεύσεις εκτός των δηλώσεων οικονομικής κατάστασης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η Επιτροπή έχει εξουσία να απαιτεί από τη μητρική επιχείρηση να δημοσιοποιεί σε ετήσια βάση, είτε ως πλήρες κείμενο ή με αναφορές σε αντίστοιχα στοιχεία, περιγραφή της νομικής δομής και διακυβέρνησης και της οργανωτικής δομής του ομίλου ΚΕΠΕΥ, σύμφωνα με τα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 35 και τα εδάφια (2) έως (5) του άρθρου 69.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Συνέπεια των εποπτικών εξετάσεων, αξιολογήσεων και εποπτικών μέτρων 67. Η Επιτροπή ενημερώνει την ΕΑΤ για- (α) τη λειτουργία της διαδικασίας εξέτασης και αξιολόγησης του άρθρου 55· (β) τη μεθοδολογία που ακολουθεί για τη λήψη αποφάσεων σύμφωνα με τα άρθρα 56, 58, 59, 60, 61 και 65 σχετικά με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο (α).</p>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Επίπεδο εφαρμογής Εσωτερική διαδικασία εκτίμησης της κεφαλαιακής επάρκειας 68.-(1) Κάθε ΚΕΠΕΥ που δεν είναι ούτε θυγατρική στη Δημοκρατία, ούτε μητρική επιχείρηση και κάθε ΚΕΠΕΥ που δεν περιλαμβάνεται στην ενοποίηση σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 τηρεί τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο 34 σε ατομική βάση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που η Επιτροπή ακυρώσει την ισχύ των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση, όπως προβλέπονται στο Άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οι απαιτήσεις του άρθρου 34 ισχύουν σε ατομική βάση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>ΚΕΠΕΥ που συστάθηκε στη Δημοκρατία και είναι μητρική επιχείρηση στη Δημοκρατία, στο μέτρο και με τον τρόπο που ορίζεται στο Πρώτο Μέρος, Τίτλος ΙΙ, Κεφάλαιο 2, Τμήματα 2 και 3 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τηρεί τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 34 σε ενοποιημένη βάση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Θυγατρικές ΚΕΠΕΥ εφαρμόζουν τις απαιτήσεις του άρθρου 34 σε υποενοποιημένη βάση εφόσον οι εν λόγω ΚΕΠΕΥ ή η μητρική επιχείρηση αυτών, όταν είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, έχουν ως θυγατρική τους σε τρίτη χώρα ή κατέχουν συμμετοχή σε ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία διαχείρισης, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2(1) της Οδηγίας ΟΔ144-2007-16 του 2015.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμοί των ΚΕΠΕΥ 69.-(1) Η Επιτροπή απαιτεί από τις ΚΕΠΕΥ να τηρούν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 35 έως 54 σε ατομική βάση, εκτός εάν η Επιτροπή κάνει χρήση της παρέκκλισης του Άρθρου 7 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η Επιτροπή απαιτεί από τις μητρικές επιχειρήσεις και τις θυγατρικές που υπόκεινται στον παρόντα Νόμο να τηρούν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 35 έως 54 σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση και διασφαλίζουν ότι οι ρυθμίσεις, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί των άρθρων 35 έως 54 είναι συνεπείς και με καλή ενσωμάτωση και ότι μπορούν να παραχθούν οποιαδήποτε δεδομένα και στοιχεία αφορούν στον σκοπό της εποπτείας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Επιτροπή απαιτεί από τις μητρικές επιχειρήσεις και τις θυγατρικές που υπόκεινται στον παρόντα Νόμο να εφαρμόζουν τις ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμούς, που αναφέρονται στο εδάφιο (2), στις θυγατρικές τους που δεν υπόκεινται στον παρόντα Νόμο ή σε εναρμονιστική με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ νομοθετική διάταξη της Δημοκρατίας ή άλλου κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένων όσων εδρεύουν σε υπεράκτια (offshore) οικονομικά κέντρα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οι ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμοί που αναφέρονται στα εδάφια (1) και (2) είναι συνεπείς και με καλή ενσωμάτωση και οι θυγατρικές, οι οποίες αναφέρονται τελευταίες στο εδάφιο (3) πρέπει επίσης να είναι σε θέση να παράγουν οποιαδήποτε δεδομένα και στοιχεία αφορούν στον σκοπό της εποπτείας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Οι θυγατρικές επιχειρήσεις που δεν υπόκεινται στον παρόντα Νόμο ή σε άλλη εναρμονιστική με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ νομοθετική διάταξη της Δημοκρατίας, συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που αφορούν ειδικά τον τομέα τους σε ατομική βάση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Δεν εφαρμόζονται οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από τα άρθρα 35 έως 54 σχετικά με τις θυγατρικές επιχειρήσεις που δεν υπόκεινται οι ίδιες στον παρόντα Νόμο ή σε άλλη εναρμονιστική με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ νομοθετική διάταξη της Δημοκρατίας, εάν το μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ δύναται να αποδείξει στην Επιτροπή ότι είναι παράνομη, σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένη η θυγατρική, η εφαρμογή των άρθρων 35 έως 54.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Οι απαιτήσεις αποδοχών που ορίζονται στα άρθρα 51, 52 και 53 δεν εφαρμόζονται σε ενοποιημένη βάση στις ακόλουθες οντότητες: (α) Θυγατρικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες στην Ένωση, όταν υπόκεινται σε ειδικές απαιτήσεις αποδοχών σύμφωνα με νομικές πράξεις της Ένωσης άλλες από την Οδηγία 2013/36/ΕΕˑ (β) θυγατρικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε τρίτη χώρα, εφόσον θα υπέκειντο σε ειδικές απαιτήσεις αποδοχών σύμφωνα με άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης άλλες από την Οδηγία 2013/36/ΕΕ, εάν ήταν εγκατεστημένες στην Ένωση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στο εδάφιο (7) και για την αποφυγή της καταστρατήγησης των κανόνων που ορίζονται στα άρθρα 51, 52 και 53, η ΚΕΠΕΥ εφαρμόζει τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 51, 52 και 53 στα μέλη του προσωπικού των θυγατρικών που δεν υπόκεινται στον παρόντα Νόμο ή σε άλλη εναρμονιστική με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ νομοθετική διάταξη της Δημοκρατίας σε ατομική βάση, εφόσον- (α) η θυγατρική είναι είτε εταιρεία διαχείρισης είτε επιχείρηση που παρέχει τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες που απαριθμούνται στο Παράρτημα I, Τμήμα Α, σημεία 2), 3), 4), 6) και 7) της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ· και (β) τα μέλη του προσωπικού έχουν λάβει εντολή να εκτελούν επαγγελματικές δραστηριότητες που έχουν άμεσο ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου ή τις δραστηριότητες των ΚΕΠΕΥ εντός του ομίλου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των εδαφίων (7) και (8), η Επιτροπή δύναται να εφαρμόζει τα άρθρα 51, 52 και 53 σε ενοποιημένη βάση σε ευρύτερο φάσμα θυγατρικών επιχειρήσεων και στο προσωπικό τους.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Εξέταση και αξιολόγηση και εποπτικά μέτρα 70.-(1) Η Επιτροπή εφαρμόζει τη διαδικασία εξέτασης και αξιολόγησης των άρθρων 55 έως 59 και τα εποπτικά μέτρα των άρθρων 60 έως 67 σύμφωνα με τον βαθμό εφαρμογής των απαιτήσεων του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 που ορίζονται στο Πρώτο Μέρος, Τίτλος II του εν λόγω Κανονισμού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>[Διαγράφηκε].</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 164(I)/2021 Εποπτεία σε ενοποιημένη βάση-Αρχές για την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση Καθορισμός της αρχής εποπτείας του ομίλου 71.-(1)(α) Σε περίπτωση που η μητρική επιχείρηση είναι μητρική ΕΠΕΥ εγκατεστημένη στη Δημοκρατία και καμία από τις θυγατρικές της δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Επιτροπή. (β) Σε περίπτωση που η μητρική επιχείρηση είναι μητρική ΕΠΕΥ εγκατεστημένη στην Ένωση και καμία από τις θυγατρικές της δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Επιτροπή, όταν αποτελεί την αρμόδια αρχή για την εν λόγω ΕΠΕΥ εγκατεστημένη στην Ένωση σε ατομική βάση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που η μητρική επιχείρηση ΕΠΕΥ είναι μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στη Δημοκρατία ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στη Δημοκρατία, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Επιτροπή και σε περίπτωση που η μητρική επιχείρηση ΕΠΕΥ είναι μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Επιτροπή, όταν αποτελεί την αρμόδια αρχή που εποπτεύει την ΕΠΕΥ σε ατομική βάση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που δύο ή περισσότερες ΕΠΕΥ που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση έχουν την ίδια μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, ή την ίδια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, ή την ίδια μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή την ίδια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Επιτροπή, όταν αποτελεί την αρμόδια αρχή για την ΕΠΕΥ με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, όταν ο όμιλος δεν περιλαμβάνει πιστωτικά ιδρύματα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση που απαιτείται ενοποίηση σύμφωνα με το Άρθρο 18, παράγραφος 3 ή 6 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Επιτροπή, όταν ο όμιλος δεν περιλαμβάνει πιστωτικό ίδρυμα και όταν αυτή αποτελεί την αρμόδια αρχή για τη ΚΕΠΕΥ με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου (3), όταν η Επιτροπή εποπτεύει σε ατομική βάση περισσότερες από μία ΕΠΕΥ εντός ομίλου, αποτελεί την αρχή ενοποιημένης εποπτείας όταν είναι η αρμόδια αρχή που εποπτεύει σε ατομική βάση μία ή περισσότερες ΕΠΕΥ εντός του ομίλου, με το υψηλότερο σύνολο ισολογισμού συνολικά.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>(α) Σε ειδικές περιπτώσεις, η Επιτροπή δύναται, σε κοινή συμφωνία με τις άλλες αρμόδιες αρχές, να μην εφαρμόζει τα κριτήρια που αναφέρονται στα εδάφια (1), (3) και (4) και να αναθέτει σε διαφορετική αρμόδια αρχή την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, όταν η εφαρμογή των εν λόγω κριτηρίων δεν θα ήταν εν προκειμένω σκόπιμη, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες ΕΠΕΥ και τη σχετική σημασία των δραστηριοτήτων τους στα οικεία κράτη μέλη ή την ανάγκη διασφάλισης της συνέχειας της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση από την ίδια αρμόδια αρχή. (β) Η Επιτροπή, στις περιπτώσεις αυτές, προτού λάβει τέτοια απόφαση, παρέχει στο μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, στη μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, στη μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή στην ΕΠΕΥ με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, κατά περίπτωση, το δικαίωμα ακρόασης. (γ) Η Επιτροπή κοινοποιεί, χωρίς καθυστέρηση, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στην ΕΑΤ τις συμφωνίες που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος εδαφίου.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 164(I)/2021 Συντονισμός εποπτικών δραστηριοτήτων από την Επιτροπή ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας 72.-(1) Επιπροσθέτως των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από τον παρόντα Νόμο και από τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η Επιτροπή, όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, εκτελεί τα ακόλουθα καθήκοντα: (α) Συντονισμό της συγκέντρωσης και διάδοσης των χρήσιμων ή ουσιωδών πληροφοριών κατά τη συνήθη πορεία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων καθώς και σε επείγουσες καταστάσεις· (β) προγραμματισμό και συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων, κατά τη συνήθη πορεία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα άρθρα 71 έως 89, σε συνεργασία με τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές· (γ) προγραμματισμό και συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων σε συνεργασία με τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές και, εφόσον απαιτείται, με τις κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ, κατά την προετοιμασία και κατά τη διάρκεια έκτακτων καταστάσεων, συμπεριλαμβανομένων των αρνητικών εξελίξεων σε ΕΠΕΥ ή σε χρηματοοικονομικές αγορές χρησιμοποιώντας, όπου είναι δυνατόν, υπάρχοντες διαύλους επικοινωνίας για τη διευκόλυνση της διαχείρισης κρίσεων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που η Επιτροπή, όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, αδυνατεί να εκτελέσει τα καθήκοντα που προβλέπονται στο εδάφιο (1) ή εάν οι αρμόδιες αρχές δεν συνεργάζονται με την Επιτροπή (ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας) στον βαθμό που απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται στο εδάφιο (1), η Επιτροπή δύναται να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της δυνάμει του Άρθρου 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Επιτροπή δύναται να ζητήσει τη συμβολή της ΕΑΤ σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με το συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων δυνάμει, του παρόντος άρθρου ιδία πρωτοβουλία, σύμφωνα με το Άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο προγραμματισμός και συντονισμός των εποπτικών δραστηριοτήτων που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) περιλαμβάνει ειδικά μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 77 και στην παράγραφο (β) του εδαφίου (5) του άρθρου 77, τη διεξαγωγή κοινών εκτιμήσεων, την εφαρμογή σχεδίων έκτακτης ανάγκης και την ενημέρωση του κοινού.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Κοινές αποφάσεις για απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας ειδικά για κάθε ΚΕΠΕΥ 73.-(1) Η Επιτροπή, είτε ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας είτε ως αρμόδια αρχή υπεύθυνη για την εποπτεία ΚΕΠΕΥ που είναι θυγατρική ενός μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην ΕΕ ή μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μιας μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ, πράττει ό,τι είναι δυνατό προκειμένου να καταλήξει με τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές σε κοινή απόφαση όσον αφορά τα ακόλουθα: (α) Την εφαρμογή των άρθρων 34 και 55, για να καθοριστεί η επάρκεια του ενοποιημένου επιπέδου ιδίων κεφαλαίων που βρίσκονται στην κατοχή του ομίλου ιδρυμάτων όσον αφορά στην οικονομική κατάστασή του και στα χαρακτηριστικά κινδύνου και συνεπώς στο απαιτούμενο ύψος ιδίων κεφαλαίων για την εφαρμογή της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 61 σε κάθε οντότητα στο πλαίσιο του ομίλου ιδρυμάτων και σε ενοποιημένη βάση· (β) τα μέτρα για την αντιμετώπιση ουσιωδών ζητημάτων και σημαντικών ευρημάτων που αφορούν την εποπτεία ρευστότητας, συμπεριλαμβανομένων όσων αφορούν την επάρκεια του οργανισμού και την αντιμετώπιση κινδύνων όπως απαιτείται δυνάμει του άρθρου 47 και όσων αφορούν στην ανάγκη των ειδικών για κάθε ίδρυμα απαιτήσεων ρευστότητας σύμφωνα με το άρθρο 65· (γ) οποιαδήποτε καθοδήγηση ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια που αναφέρεται στα εδάφια (4) και (5) του άρθρου 63.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) λαμβάνονται- (α) για τους σκοπούς της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), εντός τεσσάρων (4) μηνών από την υποβολή έκθεσης εκ μέρους της αρχής ενοποιημένης εποπτείας, η οποία περιλαμβάνει την εκτίμηση κινδύνου του ομίλου ιδρυμάτων σύμφωνα με το άρθρο 62, προς τις άλλες συναφείς αρμόδιες αρχές· (β) για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), εντός τεσσάρων (4) μηνών από την υποβολή έκθεσης εκ μέρους της αρχής ενοποιημένης εποπτείας προς τις άλλες αρμόδιες αρχές, η οποία περιλαμβάνει την εκτίμηση των χαρακτηριστικών του κινδύνου ρευστότητας του ομίλου ιδρυμάτων σύμφωνα με τα άρθρα 47 και 65· (γ) για τους σκοπούς της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1), εντός τεσσάρων (4) μηνών από την υποβολή έκθεσης εκ μέρους της αρχής ενοποιημένης εποπτείας, η οποία περιλαμβάνει την εκτίμηση κινδύνου του ομίλου ιδρυμάτων σύμφωνα με το άρθρο 63.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1), λαμβάνουν επίσης δεόντως υπόψη την εκτίμηση κινδύνου των θυγατρικών που διενεργείται από τις συναφείς αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τα άρθρα 34, 55, 62 και 63.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οι κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδάφιου (1) παρουσιάζονται σε έγγραφα που περιέχουν πλήρη αιτιολόγηση που θα δοθεί στο μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ από την Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Σε περίπτωση διαφωνίας, η Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, συμβουλεύεται την ΕΑΤ κατόπιν αιτήματος οποιασδήποτε άλλης ενδιαφερόμενης αρμόδιας αρχής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Η Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, δύναται επίσης να συμβουλευτεί την ΕΑΤ με δική της πρωτοβουλία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Σε περίπτωση που δεν ληφθεί κοινή απόφαση από τις αρμόδιες αρχές εντός των χρονικών περιόδων που αναφέρονται στο εδάφιο (2), η απόφαση για την εφαρμογή των άρθρων 34, 47, 55 και της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 61 και των άρθρων 63 και 65 λαμβάνεται σε ενοποιημένη βάση από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας έπειτα από τη δέουσα συνεκτίμηση της αξιολόγησης κινδύνου για τις θυγατρικές που έχει πραγματοποιηθεί από τις συναφείς αρμόδιες αρχές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Σε περίπτωση που, κατά τη λήξη των χρονικών περιόδων που αναφέρονται στο εδάφιο (2), οποιαδήποτε από τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές έχει παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, αναβάλλει την απόφασή της και αναμένει την όποια απόφαση μπορεί να λάβει η ΕΑΤ σύμφωνα με το Άρθρο 19, παράγραφος 3 του εν λόγω Κανονισμού και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Οι χρονικές περίοδοι που αναφέρονται στο εδάφιο (2) θεωρούνται ως περίοδοι συμβιβασμού κατά την έννοια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Το θέμα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή μετά τη λήψη κοινής απόφασης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(11)</span>Η απόφαση για την εφαρμογή των άρθρων 34, 47, 55 και της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 61 και των άρθρων 63 και 65 λαμβάνεται από τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των θυγατρικών ενός μητρικού πιστωτικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην ΕΕ ή μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή μιας μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ σε ατομική ή υποενοποιημένη βάση, έπειτα από τη δέουσα εξέταση των απόψεων και των επιφυλάξεων που διατυπώθηκαν από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(12)</span>Σε περίπτωση που στο τέλος οποιασδήποτε από τις περιόδους που αναφέρονται στο εδάφιο (2) οποιαδήποτε από τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές έχει παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η Επιτροπή αναβάλλει την απόφασή της και αναμένει τυχόν απόφαση της ΕΑΤ σύμφωνα με το Άρθρο 19, παράγραφος 3 του εν λόγω Κανονισμού και στη συνέχεια λαμβάνει απόφαση που συνάδει με την απόφαση της ΕΑΤ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(13)</span>Οι χρονικές περίοδοι που αναφέρονται στο εδάφιο (2) θεωρούνται ως περίοδοι συμβιβασμού κατά την έννοια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(14)</span>Το θέμα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή μετά τη λήψη κοινής απόφασης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(15)</span>Οι αποφάσεις παρουσιάζονται σε έγγραφο που περιέχει πλήρη αιτιολόγηση και λαμβάνει υπόψη την εκτίμηση κινδύνου, τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των άλλων αρμόδιων αρχών, όπως αυτές εκφράστηκαν κατά τις χρονικές περιόδους που αναφέρονται στο εδάφιο (2) και το οποίο υποβάλλεται από την Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, στις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές και στο μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(16)</span>Σε περίπτωση που έχει ληφθεί η γνώμη της ΕΑΤ, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις συστάσεις της και εξηγεί τυχόν ουσιώδη απόκλιση από αυτές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(17)</span>Οι κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) και οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές, όταν δεν υπάρχει κοινή απόφαση σύμφωνα με τα εδάφια (7) έως (16), αναγνωρίζονται ως καθοριστικές και εφαρμόζονται από την Επιτροπή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(18)</span>Οι κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) και οποιαδήποτε απόφαση λαμβάνεται όταν δεν υπάρχει κοινή απόφαση σύμφωνα με τα εδάφια (7) έως (16) επικαιροποιούνται σε ετήσια βάση ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία των θυγατρικών ενός μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην ΕΕ ή μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μιας μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ υποβάλλει γραπτό και πλήρως αιτιολογημένο αίτημα προς την Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, προκειμένου να επικαιροποιήσει την απόφαση για την εφαρμογή της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 61 και των άρθρων 63 και 65.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(19)</span>Στις εξαιρετικές περιπτώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (18), η επικαιροποίηση μπορεί να αντιμετωπίζεται σε διμερή βάση μεταξύ της Επιτροπής, ως αρχής ενοποιημένης εποπτείας, και της αιτούσας αρμόδιας αρχής.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Απαιτούμενες πληροφορίες σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης 74.-(1) Σε περίπτωση που προκύπτει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συμπερι-λαμβανομένων των καταστάσεων που περιγράφονται στο Άρθρο 18 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 ή κατάσταση με αρνητικές εξελίξεις στις αγορές, η οποία ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη ρευστότητα της αγοράς και τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη όπου οντότητες του ομίλου έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, η Επιτροπή, ως η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, σύμφωνα με τα άρθρα 14 έως 24 του παρόντος Νόμου και, κατά περίπτωση, με τα άρθρα 15, 16 και 17 του περί Προληπτικής Εποπτείας ΕΠΕΥ Νόμου, ειδοποιεί το συντομότερο δυνατόν την ΕΑΤ και τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (5) του άρθρου 19 και στο άρθρο 21 του παρόντος Νόμου και διαβιβάζει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των εργασιών τους.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Στο μέτρο του δυνατού, η Επιτροπή χρησιμοποιεί τους υπάρχοντες διαύλους επικοινωνίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Επιτροπή ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, όταν χρειάζεται πληροφορίες που έχουν ήδη παρασχεθεί σε άλλη αρμόδια αρχή, επικοινωνεί με αυτήν, στο μέτρο του δυνατού, προκειμένου να αποφευχθεί η διπλή υποβολή πληροφοριών στις διάφορες αρχές που εμπλέκονται στην εποπτεία.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 164(I)/2021 Ρυθμίσεις συντονισμού και συνεργασίας 75.-(1) Προκειμένου να διευκολυνθεί και να καταστεί αποτελεσματική η εποπτεία, η Επιτροπή, όταν είναι επιφορτισμένη με την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, καθώς και οι άλλες εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές, θεσπίζουν γραπτές ρυθμίσεις σε θέματα συντονισμού και συνεργασίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Βάσει των ρυθμίσεων που προβλέπονται στο εδάφιο (1) δύναται να ανατεθούν πρόσθετα καθήκοντα στην Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας και να προσδιοριστούν διαδικασίες για τη λήψη αποφάσεων και τη συνεργασία με άλλες αρμόδιες αρχές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Επιτροπή ως υπεύθυνη για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας στη θυγατρική μιας μητρικής επιχείρησης η οποία είναι ΕΠΕΥ μπορεί, με διμερή συμφωνία και σύμφωνα με το Άρθρο 28 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, να εκχωρήσει την εποπτική της αρμοδιότητα στις αρμόδιες αρχές που χορήγησαν την άδεια λειτουργίας και εποπτεύουν την εν λόγω μητρική επιχείρηση, με σκοπό οι τελευταίες αρχές να αναλάβουν την εποπτεία της θυγατρικής, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης, στα οικεία κράτη μέλη των αρμοδίων αυτών αρχών, νομοθεσίας διά των οποίων υιοθετήθηκαν οι διατάξεις της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η Επιτροπή ενημερώνει τη ΕΑΤ για την ύπαρξη και το περιεχόμενο των συμφωνιών που προβλέπονται στο εδάφιο (3).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Όταν η Επιτροπή αποτελεί την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, αλλά δεν αποτελεί την αρμόδια αρχή στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένη η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, η οποία έχει λάβει έγκριση σύμφωνα με τις εναρμονιστικές με το Άρθρο 21α της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878 νομοθετικές διατάξεις κράτους μέλους, οι ρυθμίσεις συντονισμού και συνεργασίας, που αναφέρονται στο εδάφιο (1) συνάπτονται επίσης με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η μητρική επιχείρηση.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Σώματα εποπτών 76.-(1) Η Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, συστήνει σώματα εποπτών για τη διευκόλυνση της εκτέλεσης των εργασιών που μνημονεύονται στα άρθρα 72 και 73 και στο εδάφιο (1) του άρθρου 74 και, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας του εδαφίου (4) και του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξασφαλίζει, κατά περίπτωση, κατάλληλο συντονισμό και συνεργασία με τις σχετικές εποπτικές αρχές τρίτων χωρών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τα σώματα εποπτών παρέχουν ένα πλαίσιο για την Επιτροπή (ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας) και τις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές, για την εκτέλεση των κάτωθι εργασιών: (α) Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ τους και με την ΕΑΤ σύμφωνα με το Άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010· (β) συμφωνία σχετικά με την εκούσια ανάθεση εργασιών και την εκούσια ανάθεση αρμοδιοτήτων, κατά περίπτωση· (γ) καθορισμός προγραμμάτων εποπτικής εξέτασης του άρθρου 57 που βασίζονται σε εκτίμηση κινδύνου του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 55· (δ) αύξηση της αποτελεσματικότητας της εποπτείας με κατάργηση της μη απαραίτητης επικάλυψης των εποπτικών απαιτήσεων, μεταξύ άλλων και όσον αφορά τις αιτήσεις πληροφοριών που μνημονεύονται στο άρθρο 74 και στο εδάφιο (4) του άρθρου 77· (ε) συνεπής εφαρμογή των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας βάσει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών και βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε όλες τις οντότητες ενός ομίλου, με την επιφύλαξη των διαθέσιμων στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εναλλακτικών επιλογών και διακριτικών ευχερειών· (στ) εφαρμογή της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 72, λαμβάνοντας υπόψη το έργο άλλων φορέων που έχουν ενδεχομένως δημιουργηθεί στον τομέα αυτό.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Για τη διευκόλυνση της εκτέλεσης των καθηκόντων που αναφέρονται στις παραγράφους (α) έως (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 72, στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 74 και στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 75, η Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, συγκροτεί επίσης σώματα εποπτών μεταξύ άλλων σε περιπτώσεις όπου όλες οι διασυνοριακές θυγατρικές μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην ΕΕ, μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ έχουν την έδρα τους σε τρίτες χώρες, υπό την προϋπόθεση ότι οι αρχές εποπτείας των τρίτων χωρών υπόκεινται σε απαιτήσεις εμπιστευτικότητας ισοδύναμες με τις απαιτήσεις του Κεφαλαίου 1, Τμήμα ΙΙ της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ και, κατά περίπτωση, των άρθρων 14 έως 24 του παρόντος Νόμου και, κατά περίπτωση, των Άρθρων 76 και 81 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>(α) Η Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή που συμμετέχει στα σώματα εποπτών, συνεργάζεται στενά με τις άλλες αρμόδιες αρχές που συμμετέχουν στο σώμα εποπτών και με την ΕΑΤ. (β) Οι απαιτήσεις εμπιστευτικότητας, δυνάμει των άρθρων 14 έως 24 του παρόντος Νόμου και, κατά περίπτωση, των άρθρων 15, 16 και 17 του περί Προληπτικής Εποπτείας ΕΠΕΥ Νόμου, δεν εμποδίζουν την ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής και των άλλων αρμόδιων αρχών στο πλαίσιο σωμάτων εποπτών. (γ) Η σύσταση και λειτουργία σωμάτων εποπτών δεν επηρεάζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Επιτροπή δυνάμει του παρόντος Νόμου, των εκδιδόμενων δυνάμει αυτού οδηγιών και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών δυνάμει των διατάξεων της κείμενης στα κράτη μέλη των εν λόγω αρμόδιων αρχών νομοθεσίας, διά των οποίων υιοθετούνται διατάξεις της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ και δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η σύσταση και λειτουργία του σώματος βασίζεται σε γραπτές ρυθμίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 75 και που καθορίζονται έπειτα από διαβούλευση της Επιτροπής, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, με τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Επιτρέπεται να συμμετέχουν στα σώματα εποπτών οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία θυγατρικών ενός μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην ΕΕ ή μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μιας μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ, οι κεντρικές τράπεζες του ΕΣΣΚ κατά περίπτωση, καθώς και οι εποπτικές αρχές τρίτης χώρας, εφόσον συντρέχει λόγος και υπό την επιφύλαξη απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που, κατά τη γνώμη όλων των αρμόδιων αρχών, είναι ισοδύναμες με τις απαιτήσεις κατά τα άρθρα 14 έως 24 του παρόντος Νόμου και, όπου συντρέχει περίπτωση, κατά τα άρθρα 15, 16 και 17 του περί Προληπτικής Εποπτείας ΕΠΕΥ Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Η Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών η οποία έχει λάβει έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 79, δύναται να συμμετέχει στο σχετικό σώμα εποπτών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>(α) Η Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, προεδρεύει στις συνεδριάσεις του σώματος εποπτών και αποφασίζει ποιες αρμόδιες αρχές συμμετέχουν σε μια συνεδρίαση ή σε μια δραστηριότητα του σώματος. (β) Η Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, ενημερώνει εκ των προτέρων και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος σχετικά με την οργάνωση των συνεδριάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο (α), τα κύρια θέματα προς συζήτηση και τις κυριότερες δραστηριότητες προς εξέταση, όπως επίσης και σχετικά με τις ενέργειες που λαμβάνουν χώρα σε αυτές τις συνεδριάσεις ή με τα μέτρα που λαμβάνονται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Στην απόφαση της Επιτροπής, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, λαμβάνεται υπόψη η σημασία της εποπτικής δραστηριότητας που θα προγραμματιστεί ή θα συντονιστεί για τις αρχές αυτές, ιδίως δε οι ενδεχόμενες επιπτώσεις στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος στα εμπλεκόμενα κράτη μέλη, όπως προβλέπει το άρθρο 6 του και οι υποχρεώσεις που επιβάλλουν οι υποπαράγραφοι (i) έως (iv) της παραγράφου (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 12.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Η Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας δυνάμει των άρθρων 14 έως 24 του παρόντος Νόμου και, όπου συντρέχει περίπτωση, των άρθρων 15, 16 και 17 του περί Προληπτικής Εποπτείας ΕΠΕΥ Νόμου, ενημερώνει την ΕΑΤ σχετικά με τις δραστηριότητες του σώματος εποπτών, μεταξύ άλλων σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, και διαβιβάζει στην ΕΑΤ όλες τις πληροφορίες που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους σκοπούς της εποπτικής σύγκλισης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(11)</span>Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ αρμόδιων αρχών σχετικά με τη λειτουργία των σωμάτων εποπτών, οποιαδήποτε από τις ενδιαφερόμενες αρχές μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 164(I)/2021 Υποχρεώσεις συνεργασίας 77.-(1)(α) Η Επιτροπή συνεργάζεται στενά με τις υπόλοιπες αρμόδιες αρχές και διαβιβάζει σε αυτές, ιδία πρωτοβουλία, όλες τις πληροφορίες που είναι ουσιώδεις και κατόπιν αιτήσεων όλες τις πληροφορίες που είναι σχετικές με την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων που αναλαμβάνουν οι άλλες αρχές, δυνάμει των διατάξεων της κείμενης, στα κράτη μέλη αυτών των αρμοδίων αρχών, νομοθεσίας δια των οποίων υιοθετήθηκαν οι διατάξεις της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. (β) Η Επιτροπή, δύναται να λαμβάνει από τις υπόλοιπες αρμόδιες αρχές, με την πρωτοβουλία αυτών, όλες τις πληροφορίες που είναι ουσιώδεις και κατόπιν αιτήσεων της, όλες τις πληροφορίες που είναι σχετικές με την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων που αναλαμβάνει δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. (γ) Η Επιτροπή συνεργάζεται με την ΕΑΤ για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. (δ) Η Επιτροπή παρέχει στην ΕΑΤ όλες τις πληροφορίες που της είναι απαραίτητες για να επιτελέσει το έργο που έχει βάσει της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, σύμφωνα με το Άρθρο 35 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. (ε) Οι πληροφορίες οι οποίες αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) θεωρούνται ουσιώδεις εάν δύναται να επηρεάσουν ουσιαστικά την εκτίμηση της χρηματοοικονομικής υγείας μιας ΕΠΕΥ ή χρηματοδοτικού ιδρύματος σε άλλο κράτος μέλος. (στ) Η Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας μητρικών ιδρυμάτων εγκατεστημένων στην ΕΕ και ιδρυμάτων ελεγχόμενων από μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ ή μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ, παρέχει κάθε σχετική πληροφορία στις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών που ασκούν εποπτεία επί θυγατρικών των εν λόγω μητρικών επιχειρήσεων. (ζ) Κατά τον προσδιορισμό της έκτασης των σχετικών πληροφοριών, λαμβάνεται υπόψη η σπουδαιότητα των εν λόγω θυγατρικών για το χρηματοοικονομικό σύστημα των κρατών μελών αυτών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι ουσιώδεις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) περιλαμβάνουν, ειδικότερα, τα ακόλουθα: (α) Τον προσδιορισμό της νομικής δομής, της δομής διακυβέρνησης περιλαμβανομένης της οργανωτικής δομής, που καλύπτουν όλες τις ρυθμιζόμενες και μη ρυθμιζόμενες οντότητες, τα μη ρυθμιζόμενα θυγατρικά και σημαντικά υποκαταστήματα που ανήκουν στον όμιλο, τις μητρικές επιχειρήσεις σύμφωνα με τα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 35 και τα εδάφια (2) έως (5) του άρθρου 69 και τις αρμόδιες αρχές των ρυθμιζόμενων οντοτήτων του ομίλου· (β) διαδικασίες συλλογής πληροφοριών από τα ιδρύματα ενός ομίλου και τον έλεγχο αυτών των πληροφοριών· (γ) αρνητικές εξελίξεις σε ιδρύματα ή άλλα νομικά πρόσωπα ενός ομίλου που δύνανται να επηρεάσουν σοβαρά τα ιδρύματα· (δ) σημαντικές κυρώσεις και έκτακτα μέτρα που λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τις εναρμονιστικές με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ νομοθετικές διατάξεις των οικείων κρατών μελών ή/και με τον παρόντα Νόμο, περιλαμβανομένης της επιβολής ειδικής κεφαλαιακής απαίτησης βάσει του άρθρου 61 και της επιβολής οποιουδήποτε ορίου όσον αφορά τη χρήση της Εξελιγμένης Μεθόδου Μέτρησης για τον υπολογισμό των απαιτήσεων σε ίδια κεφάλαια βάσει του Άρθρου 312, παράγραφος 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Επιτροπή δύναται να παραπέμπει στην ΕΑΤ οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) μια αρμόδια αρχή δεν έχει διαβιβάσει απαραίτητες πληροφορίες· (β) ένα αίτημα συνεργασίας, ιδιαίτερα για την ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών, απορρίφθηκε ή δεν απαντήθηκε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η Επιτροπή, όταν είναι επιφορτισμένη με την εποπτεία ιδρυμάτων ελεγχόμενων από μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, επικοινωνεί όποτε είναι δυνατόν με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας όταν έχει ανάγκη πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή των μεθόδων που περιλαμβάνονται στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες και στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τις οποίες ενδέχεται να έχει ήδη στη διάθεσή της η αρχή ενοποιημένης εποπτείας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η Επιτροπή, προτού λάβει απόφαση, διαβουλεύεται με τις υπόλοιπες αρμόδιες αρχές όσον αφορά στα ακόλουθα θέματα, όταν η εν λόγω απόφαση έχει συνέπειες για τα εποπτικά καθήκοντα άλλων αρμόδιων αρχών: (α) Μεταβολές στη μετοχική, οργανωτική ή διαχειριστική διάρθρωση των ΕΠΕΥ ενός ομίλου που απαιτούν την έγκριση ή την άδεια των αρμόδιων αρχών· και (β) σημαντικές κυρώσεις και έκτακτα μέτρα που έλαβαν οι αρμόδιες αρχές, περιλαμβανομένης της επιβολής συγκεκριμένης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων δυνάμει των εναρμονιστικών με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ νομοθετικών διατάξεων των οικείων κρατών μελών και της επιβολής οποιουδήποτε ορίου όσον αφορά στη χρήση της Εξελιγμένης Μεθόδου Μέτρησης για τον υπολογισμό των απαιτήσεων σε ίδια κεφάλαια βάσει του Άρθρου 312, παράγραφος 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Για τους σκοπούς της παραγράφου (β), η Επιτροπή ως αρμόδια αρχή κράτους μέλους υποδοχής ζητεί πάντοτε η γνώμη της αρχής ενοποιημένης εποπτείας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει να μην διαβουλευθεί με άλλες αρμόδιες αρχές σε επείγουσες περιπτώσεις ή σε περιπτώσεις που μια τέτοια διαβούλευση δυνατό να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της απόφασής της.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο εδάφιο (7), η Επιτροπή ενημερώνει, αμελλητί, τις άλλες αρμόδιες αρχές αφού λάβει την απόφασή της.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Η Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού οδηγίες και ως εποπτική αρχή των ΕΠΕΥ δυνάμει του άρθρου 59 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, και η ΜΟΚΑΣ, ως η μονάδα χρηματοοικονομικών πληροφοριών της Δημοκρατίας, ως προς τη συμμόρφωση με τον παρόντα Νόμο και τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες, συνεργάζονται στενά με αντίστοιχες αρχές άλλου κράτους μέλους στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους και διαβιβάζουν μεταξύ τους τις απαραίτητες πληροφορίες για τα αντίστοιχα καθήκοντά τους δυνάμει του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, υπό την προϋπόθεση ότι η συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών δεν επηρεάζουν διεξαγόμενη έρευνα, διερεύνηση ή διαδικασία, σύμφωνα με το κυπριακό ποινικό ή διοικητικό δίκαιο ή το ποινικό ή διοικητικό δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκονται οι αρμόδιες αρχές.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Έλεγχος πληροφοριών σχετικά με οντότητες σε άλλα κράτη μέλη 78.-(1)(α) Σε περίπτωση που, στο πλαίσιο της εφαρμογής του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η Επιτροπή επιθυμεί, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, να ελέγξει πληροφορίες σχετικά με μια ΕΠΕΥ, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, χρηματοδοτικό ίδρυμα, επιχείρηση παροχής επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών, εταιρεία συμμετοχής μεικτών δραστηριοτήτων ή θυγατρική που αναφέρεται στο άρθρο 87 ή θυγατρική που αναφέρεται στα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 81, τα οποία είναι εγκατεστημένα σε άλλο κράτος μέλος, πρέπει να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές του άλλου κράτους μέλους τη διενέργεια του ελέγχου αυτού. (β) Οι αρχές οι οποίες λαμβάνουν την αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο (α), στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, δίνουν συνέχεια είτε διενεργώντας οι ίδιες τον έλεγχο αυτόν, είτε επιτρέποντας στην Επιτροπή να διενεργήσει εκείνη τον έλεγχο, είτε επιτρέποντας τη διενέργειά του από ελεγκτή ή εμπειρογνώμονα. (γ) Σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν πραγματοποιεί η ίδια τον έλεγχο, μπορεί, εάν το επιθυμεί, να συμμετέχει στον έλεγχο.</p>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και μικτές εταιρείες συμμετοχών Έγκριση των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και των μεικτών χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών 79.-(1) Οι μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στη Δημοκρατία, οι μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στη Δημοκρατία, οι μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ και οι μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ ζητούν έγκριση σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ενώ οι άλλες χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών ζητούν έγκριση σύμφωνα με το παρόν άρθρο, όταν απαιτείται συμμόρφωσή τους με τον παρόντα Νόμο και τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες ή τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σε υποενοποιημένη βάση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), οι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που αναφέρονται στο εν λόγω εδάφιο παρέχουν στην Επιτροπή, όταν αυτή αποτελεί την αρχή ενοποιημένης εποπτείας ή την αρχή κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένες, τις ακόλουθες πληροφορίες: (α) Την οργανωτική διάρθρωση του ομίλου του οποίου η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών αποτελεί μέρος, με σαφή αναφορά στις οικείες θυγατρικές και, κατά περίπτωση, στις μητρικές επιχειρήσεις, καθώς και τον τόπο και το είδος της δραστηριότητας που ασκείται από καθεμία από τις οντότητες του ομίλου· (β) πληροφορίες σχετικά με τον διορισμό τουλάχιστον δύο (2) προσώπων που πράγματι διευθύνουν τη χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή τη μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του άρθρου 83 περί της επάρκειας των διευθυντικών στελεχών· (γ) πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση προς τα κριτήρια των παραγράφων (γ) έως (ζ) του εδαφίου (1) του άρθρου 4 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου περί των μετόχων και των μελών, εφόσον η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών έχει πιστωτικό ίδρυμα ως θυγατρική της· (δ) την εσωτερική οργάνωση και την κατανομή καθηκόντων στο εσωτερικό του ομίλου· (ε) κάθε άλλη πληροφορία που μπορεί να είναι αναγκαία για τη διενέργεια των εκτιμήσεων που αναφέρονται στα εδάφια (4), (5) και (6).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η έγκριση χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών συμπίπτει χρονικώς με την εκτίμηση που αναφέρεται στο άρθρο 17 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, η αρμόδια αρχή, για τους σκοπούς του εν λόγω άρθρου, συντονίζεται καταλλήλως με την Επιτροπή, όταν αυτή λειτουργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας ή αυτή αποτελεί την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και, στην περίπτωση αυτή, η περίοδος εκτίμησης που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 17 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου αναστέλλεται επί χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τις είκοσι εργάσιμες ημέρες, έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία που προβλέπει το παρόν άρθρο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας ή ως η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εγκατάστασης, δύναται να χορηγήσει έγκριση σε χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή σε μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών σύμφωνα με το παρόν άρθρο μόνο εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Οι εσωτερικές ρυθμίσεις και η κατανομή καθηκόντων στο εσωτερικό του ομίλου επαρκούν για τον σκοπό της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις που επιβάλλουν ο παρών Νόμος και οι δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες και ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση και είναι, ιδίως, κατάλληλες για- (i) τον συντονισμό όλων των θυγατρικών της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών, μεταξύ άλλων, εφόσον απαιτείται, μέσω της κατάλληλης κατανομής καθηκόντων μεταξύ των θυγατρικών ιδρυμάτων· (ii) την πρόληψη ή τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων στο εσωτερικό του ομίλου· και (iii) την επιβολή πολιτικών οι οποίες αφορούν ολόκληρο τον όμιλο και καθορίζονται από τη μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή τη μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών σε ολόκληρο τον όμιλο· (β) η οργανωτική διάρθρωση του ομίλου, μέρος του οποίου αποτελεί η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, δεν εμποδίζει ούτε παρακωλύει κατ' άλλον τρόπο την αποτελεσματική εποπτεία των θυγατρικών ιδρυμάτων ή των μητρικών ιδρυμάτων όσον αφορά τις ατομικές, τις ενοποιημένες και, κατά περίπτωση, τις υποενοποιημένες υποχρεώσεις στις οποίες υπόκεινταιˑ για την αξιολόγηση του εν λόγω κριτηρίου, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη ιδίως- (i) τη θέση της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μεικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών σε πολυεπίπεδο όμιλο· (ii) τη μετοχική δομή· και (iii) τον ρόλο της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εντός του ομίλου· (γ) αν πληρούνται τα κριτήρια που ορίζονται στις παραγράφους (γ) έως (ζ) του εδαφίου (1) του άρθρου 4 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου και οι απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 83.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Δεν απαιτείται έγκριση της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών βάσει του παρόντος άρθρου, όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Κύρια δραστηριότητα της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών είναι η απόκτηση συμμετοχών σε θυγατρικές ή, στην περίπτωση μικτής χρηματο-οικονομικής εταιρείας συμμετοχών, κύρια δραστηριότητά της έναντι ιδρυμάτων ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων είναι η απόκτηση συμμετοχών σε θυγατρικέςˑ (β) η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών δεν έχει οριστεί ως φορέας εξυγίανσης σε οποιονδήποτε από τους ομίλους εξυγίανσης του ομίλου σύμφωνα με τη στρατηγική εξυγίανσης που καθορίζεται από τη σχετική αρχή εξυγίανσης δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου ή δυνάμει εναρμονιστικών με την Οδηγία 2014/59/ΕΕ νομοθετικών διατάξεωνˑ (γ) ένα θυγατρικό πιστωτικό ίδρυμα έχει οριστεί υπεύθυνο για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης του ομίλου με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και του παρέχονται όλα τα αναγκαία μέσα και η νόμιμη εξουσία να εκπληρώνει αποτελεσματικά τις εν λόγω υποχρεώσειςˑ (δ) η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών δεν προβαίνει στη λήψη διαχειριστικών, επιχειρησιακών ή οικονομικών αποφάσεων που επηρεάζουν τον όμιλο ή τις θυγατρικές του οι οποίες είναι ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματαˑ (ε) δεν υπάρχει κώλυμα για την αποτελεσματική εποπτεία του ομίλου σε ενοποιημένη βάση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών απαλλασσόμενες από τις απαιτήσεις έγκρισης σύμφωνα με το εδάφιο (5) δεν αποκλείονται από την περίμετρο της ενοποίησης όπως καθορίζεται στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες, στην Οδηγία 2013/36/ΕΕ και στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Η Επιτροπή, όταν αποτελεί την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, παρακολουθεί τη συμμόρφωση προς τους όρους του εδαφίου (4) ή, κατά περίπτωση, των εδαφίων (5) και (6) εξακολουθητικά· οι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών παρέχουν στην Επιτροπή, όταν αυτή αποτελεί την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, τις πληροφορίες που ζητεί για να παρακολουθεί εξακολουθητικά την οργανωτική διάρθρωση του ομίλου και τη συμμόρφωση προς τους όρους του εδαφίου (4) ή, κατά περίπτωση, των εδαφίων (5) και (6)· η Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, κοινοποιεί τις εν λόγω πληροφορίες στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Σε περίπτωση που η Επιτροπή, όταν αποτελεί την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται ή έχουν παύσει να πληρούνται οι όροι του εδαφίου (4), η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών υπόκειται σε ενδεδειγμένα μέτρα εποπτείας για τη διασφάλιση ή την αποκατάσταση, ανάλογα με την περίπτωση, της συνέχειας και της ακεραιότητας της ενοποιημένης εποπτείας και της εξασφάλισης της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες και στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε ενοποιημένη βάση, ενώ στην περίπτωση μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών, τα μέτρα εποπτείας λαμβάνουν, ιδίως, υπόψη τις επιπτώσεις στον χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Τα μέτρα εποπτείας που αναφέρονται στο εδάφιο (8) δύναται να περιλαμβάνουν- (α) αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από μετοχές ή μερίδια των θυγατρικών ιδρυμάτων που κατέχει η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχώνˑ (β) έκδοση προσωρινών μέτρων ή κυρώσεων κατά της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών, της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών ή των μελών του διοικητικού οργάνου και των διευθυντικών στελεχών, με την επιφύλαξη των άρθρων 28 έως 33 και 98ˑ (γ) παροχή εντολών ή οδηγιών στη χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή στη μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών να μεταβιβάσει στους μετόχους της τις συμμετοχές σε θυγατρικά της ιδρύματαˑ (δ) καθορισμό σε προσωρινή βάση άλλης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών, μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών ή ιδρύματος εντός του ομίλου, ως υπευθύνων για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα Νόμο και τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες και στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σε ενοποιημένη βάσηˑ (ε) περιορισμό ή απαγόρευση της διανομής κερδών ή της καταβολής τόκων στους μετόχουςˑ (στ) απαίτηση από τις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή τις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών να προβούν σε εκποίηση ή περιορισμό των συμμετοχών σε ιδρύματα ή άλλες οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέαˑ (ζ) απαίτηση από τις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή τις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών να υποβάλουν σχέδιο για την αποκατάσταση, χωρίς καθυστέρηση, της συμμόρφωσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Σε περίπτωση που η Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, διαπιστώσει ότι οι όροι των εδαφίων (5) και (6) δεν πληρούνται, η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών ζητεί έγκριση σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(11)</span>Για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την έγκριση και την απαλλαγή από την υποχρέωση έγκρισης κατά τα εδάφια (4), (5) και (6), αντίστοιχα, και τα μέτρα εποπτείας κατά τα εδάφια (8), (9) και (10), στην περίπτωση που η αρχή ενοποιημένης εποπτεία είναι διαφορετική από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, η Επιτροπή συμμορφώνεται με το Άρθρο 21α, παράγραφος 8 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας ή ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(12)</span>Στην περίπτωση μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, εφόσον η Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας ή ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, είναι διαφορετική από τον συντονιστή που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 12 των Οδηγιών ΟΔ 144-2007-16 του 2015 και ΟΔ 144-2007-16(Α) του 2015 ή σύμφωνα με τις εναρμονιστικές με το Άρθρο 10 της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ νομοθετικές διατάξεις άλλου κράτους μέλους, απαιτείται η συγκατάθεση του συντονιστή, για τους σκοπούς των αποφάσεων ή των κοινών αποφάσεων που αναφέρονται στα εδάφια (4), (5), (6), (9) και (10) του παρόντος άρθρου κατά περίπτωση. εφόσον απαιτείται η συγκατάθεση του συντονιστή, οι διαφωνίες παραπέμπονται στη σχετική Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή, δηλαδή την ΕΑΤ ή την ΕΑΑΕΣ· οποιαδήποτε απόφαση λαμβάνεται σύμφωνα με το παρόν εδάφιο δεν θίγει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται είτε στις Οδηγίες ΟΔ 144-2007-16 του 2015 και ΟΔ 144-2007-16(Α) του 2015 είτε στην Οδηγία 2002/87/ΕΚ είτε στον περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμο ή στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(13)</span>Σε περίπτωση που η έγκριση χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών σύμφωνα με το παρόν άρθρο απορριφθεί, η Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, ενημερώνει τον αιτούντα για την απόφαση και το σκεπτικό της εντός τετραμήνου από την παραλαβή της αίτησης ή, εφόσον η αίτηση είναι ελλιπής, εντός τετραμήνου από την παραλαβή του συνόλου των πληροφοριών που απαιτούνται για την απόφαση· σε κάθε περίπτωση, εκδίδεται απόφαση χορήγησης ή άρνησης έγκρισης εντός έξι (6) μηνών από την παραλαβή της αίτησης η άρνηση δύναται να συνοδεύεται, εφόσον απαιτείται, από οποιοδήποτε εκ των μέτρων του εδαφίου (9).</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Ενδιάμεση ενωσιακή μητρική επιχείρηση 80.-(1) Δύο (2) ή περισσότερες ΕΠΕΥ εγκατεστημένες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίες αποτελούν μέρος του ίδιου ομίλου τρίτης χώρας, έχουν μία μόνο ενδιάμεση ενωσιακή μητρική επιχείρηση η οποία είναι εγκατεστημένη στην Ένωση:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου εφαρμόζονται σε περίπτωση που οποιαδήποτε από τις προαναφερόμενες ΕΠΕΥ είναι εγκατεστημένες στη Δημοκρατία.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η Επιτροπή δύναται να επιτρέπει στις ΚΕΠΕΥ που προβλέπονται στο εδάφιο (1) να έχουν δύο ενδιάμεσες ενωσιακές μητρικές επιχειρήσεις εάν διαπιστώσει ότι η εγκατάσταση μίας μόνο ενδιάμεσης ενωσιακής μητρικής επιχείρησης- (α) θα ήταν ασυμβίβαστη με την υποχρεωτική απαίτηση για διαχωρισμό των δραστηριοτήτων που επιβάλλουν οι κανόνες ή οι εποπτικές αρχές της τρίτης χώρας στην οποία έχει την έδρα της η τελική μητρική επιχείρηση του ομίλου τρίτης χώραςˑ ή (β) θα καθιστούσε λιγότερο αποτελεσματική τη δυνατότητα εξυγίανσης από ό,τι στην περίπτωση που υπήρχαν δύο ενδιάμεσες ενωσιακές μητρικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με αξιολόγηση που έχει διενεργήσει η αρμόδια αρχή εξυγίανσης της ενδιάμεσης ενωσιακής μητρικής επιχείρησης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η ενδιάμεση ενωσιακή μητρική επιχείρηση είναι- (α) πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 4 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου ή σύμφωνα με τις εναρμονιστικές με το Άρθρο 8 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ νομοθετικές διατάξεις άλλου κράτους μέλουςˑ ή (β) χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών η οποία έχει λάβει έγκριση είτε δυνάμει του άρθρου 79 του παρόντος Νόμου είτε δυνάμει εναρμονιστικής με το Άρθρο 29α της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ νομοθετικής διάταξης άλλου κράτους μέλους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του εδαφίου (3), εάν κανένα από τα ιδρύματα που αναφέρονται στο εδάφιο (1) άρθρου δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα ή εάν η δεύτερη ενδιάμεση ενωσιακή μητρική επιχείρηση πρέπει να συσταθεί σε σχέση με επενδυτικές δραστηριότητες, προκειμένου να συμμορφωθεί με υποχρεωτική απαίτηση, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (2), η ενδιάμεση ενωσιακή μητρική επιχείρηση ή η δεύτερη ενδιάμεση ενωσιακή μητρική επιχείρηση επιτρέπεται να είναι ΚΕΠΕΥ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου και η οποία υπόκειται στον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμο και στον περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμο ή ΕΠΕΥ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με εναρμονιστικές με το Άρθρο 5, παράγραφος 1 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ νομοθετικές διατάξεις άλλου κράτους μέλους και υπόκειται στις εναρμονιστικές με την Οδηγία 2014/59/ΕΕ νομοθετικές διατάξεις άλλου κράτους μέλους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Τα εδάφια (1), (2), (3) και (4) δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που η συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού του ομίλου τρίτης χώρας στην Ένωση είναι χαμηλότερη από σαράντα δισεκατομμύρια ευρώ (€40.000.000.000).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου- (α) η συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού στην Ένωση του ομίλου τρίτης χώρας είναι το άθροισμα των ακόλουθων: (i) της συνολικής αξίας των στοιχείων του ενεργητικού κάθε ιδρύματος του ομίλου τρίτης χώρας στην Ένωση, όπως αυτό προκύπτει από τον ενοποιημένο ισολογισμό του ή όπως προκύπτει από τους χωριστούς ισολογισμούς τους, όταν ο ισολογισμός του ιδρύματος δεν είναι ενοποιημένος· και (ii) της συνολικής αξίας των στοιχείων ενεργητικού κάθε υποκαταστήματος του ομίλου τρίτης χώρας που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση σύμφωνα με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ, την Οδηγία 2014/65/ΕΕ ή τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014· (β) ο όρος «ίδρυμα» περιλαμβάνει και τις ΕΠΕΥ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Η Επιτροπή γνωστοποιεί στην ΕΑΤ τις ακόλουθες πληροφορίες για κάθε όμιλο τρίτης χώρας που λειτουργεί στη δικαιοδοσία της: (α) Επωνυμίες και συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού των εποπτευόμενων ιδρυμάτων που ανήκουν σε όμιλο τρίτης χώραςˑ (β) επωνυμίες και συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού που αντιστοιχούν στα υποκαταστήματα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο ή τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και τα είδη δραστηριοτήτων που έχουν λάβει άδεια να εκτελούνˑ (γ) επωνυμία και είδος όπως αναφέρεται στα εδάφια (3) και (4) οποιασδήποτε ενδιάμεσης ενωσιακής μητρικής επιχείρησης που έχει συσταθεί στη Δημοκρατία και επωνυμία του ομίλου τρίτης χώρας στον οποίο ανήκει.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Η Επιτροπή διασφαλίζει ότι κάθε KEΠΕΥ που υπάγεται στη δικαιοδοσία της και ανήκει σε όμιλο τρίτης χώρας πληροί μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Έχει ενδιάμεση ενωσιακή μητρική επιχείρησηˑ (β) είναι ενδιάμεση ενωσιακή μητρική επιχείρησηˑ (γ) είναι το μόνο ίδρυμα του ομίλου τρίτης χώρας στην Ένωσηˑ ή (δ) ανήκει σε όμιλο τρίτης χώρας με συνολική αξία στοιχείων ενεργητικού στην Ένωση κάτω από σαράντα δισεκατομμύρια ευρώ (€40.000.000.000).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του εδαφίου (1), οι όμιλοι τρίτης χώρας που λειτουργούν μέσω περισσότερων του ενός ιδρυμάτων στην Ένωση και με συνολική αξία στοιχείων ενεργητικού στην Ένωση ίση ή μεγαλύτερη από σαράντα δισεκατομμύρια ευρώ (€40.000.000.000) κατά την 27η Ιουνίου 2019 έχουν ενδιάμεση ενωσιακή μητρική επιχείρηση ή, αν εφαρμόζεται το εδάφιο (2), δύο (2) ενδιάμεσες ενωσιακές μητρικές επιχειρήσεις έως την 30ή Δεκεμβρίου 2023.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 164(I)/2021 Ένταξη εταιρειών συμμετοχών σε ενοποιημένη εποπτεία 81.-(1) Με την επιφύλαξη του άρθρου 79, η Επιτροπή θεσπίζει μέτρα που ενδεχομένως να απαιτούνται για την υπαγωγή των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών σε ενοποιημένη εποπτεία.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που θυγατρική που αποτελεί ΚΕΠΕΥ δεν περιλαμβάνεται στην ενοποιημένη εποπτεία κατ’ εφαρμογή μιας εκ των περιπτώσεων του Άρθρου 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η Επιτροπή δύναται να ζητήσει από τη μητρική της επιχείρηση πληροφορίες που θα διευκολύνουν την άσκηση της εποπτείας της εν λόγω θυγατρικής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Επιτροπή, όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, ενδέχεται να ζητά από τις θυγατρικές μιας ΚΕΠΕΥ, μιας χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μιας μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που δεν υπόκεινται σε ενοποιημένη εποπτεία, τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 84.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Στην περίπτωση του εδαφίου (3) εφαρμόζονται οι προβλεπόμενες στο άρθρο 84 διαδικασίες διαβίβασης και ελέγχου των πληροφοριών.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Εποπτεία μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών 82.-(1) Σε περίπτωση που μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών υπόκειται σε ισοδύναμες διατάξεις με αυτές του παρόντος Νόμου, των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών και των Οδηγιών ΟΔ 144-2007-16 του 2015 και ΟΔ 144-2007-16(Α) του 2015 και του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, ειδικότερα όσον αφορά στην εποπτεία με βάση τους κινδύνους, η Επιτροπή ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, δύναται, μετά από διαβουλεύσεις με τις λοιπές αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την επίβλεψη θυγατρικών, να εφαρμόσει στο επίπεδο της εν λόγω μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών μόνο τις Οδηγίες ΟΔ 144-2007-16 του 2015 και ΟΔ 144-2007-16(Α) του 2015 και τον περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών υπόκειται σε ισοδύναμες διατάξεις με αυτές του παρόντος Νόμου, των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών και των Οδηγιών ΟΔ 144-2007-16 του 2015 και ΟΔ 144-2007-16(Α) του 2015 και του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, ειδικότερα όσον αφορά την εποπτεία με βάση τους κινδύνους, η Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, δύναται, κατόπιν συμφωνίας με τον επόπτη του ομίλου στον ασφαλιστικό τομέα, να εφαρμόσει στην εν λόγω μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών μόνον τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών όσον αφορά τον πλέον σημαντικό χρηματοπιστωτικό τομέα, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 3 των Οδηγιών ΟΔ 144-2007-16 του 2015 και ΟΔ 144-2007-16(Α) του 2015.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Επιτροπή, ως η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, ενημερώνει την ΕΑΤ και την ΕΑΑΕΣ σχετικά με τις αποφάσεις που λαμβάνονται δυνάμει των εδαφίων (1) και (2).</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Επάρκεια διευθυντικών στελεχών 83. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου μιας χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών απαιτείται να έχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους και την αναγκαία γνώση, ικανότητες και πείρα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 9 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου, για την άσκηση των καθηκόντων τους, λαμβανομένου υπόψη του ειδικού ρόλου μιας χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοκονομικής εταιρείας συμμετοχών.</p>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Αιτήματα για πληροφορίες και επιθεωρήσεις 84.-(1) Εν αναμονή μελλοντικού συντονισμού των μεθόδων ενοποίησης, προβλέπεται ότι, σε περίπτωση που η μητρική ενός ή πλειόνων ΚΕΠΕΥ είναι μικτή εταιρεία συμμετοχών, η Επιτροπή για τη χορήγηση αδείας απαιτεί από τη μικτή εταιρεία συμμετοχών και τις θυγατρικές της, είτε απευθείας είτε μέσω των θυγατρικών που αποτελούν ΚΕΠΕΥ, την ανακοίνωση κάθε χρήσιμης πληροφορίας για την άσκηση της εποπτείας των εν λόγω θυγατρικών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Η Επιτροπή δύναται να προβαίνει η ίδια ή να αναθέτει σε εξωτερικούς ελεγκτές την επιτόπια επιθεώρηση για τον έλεγχο των πληροφοριών που απέστειλαν οι μικτές εταιρείες συμμετοχών και οι θυγατρικές τους. (β) Σε περίπτωση που η μικτή εταιρεία συμμετοχών ή μία εκ των θυγατρικών της είναι ασφαλιστική επιχείρηση, η Επιτροπή δύναται να εφαρμόσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 87. (γ) Σε περίπτωση που μια μικτή εταιρεία συμμετοχών ή μία εκ των θυγατρικών της βρίσκεται σε κράτος μέλος άλλο από αυτό της θυγατρικής ΚΕΠΕΥ, ο επιτόπιος έλεγχος των πληροφοριών γίνεται με τη διαδικασία του άρθρου 78.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Εποπτεία 85.-(1) Με την επιφύλαξη του Τέταρτου Μέρους του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σε περίπτωση που μια μητρική επιχείρηση ενός ή περισσοτέρων ΚΕΠΕΥ είναι μικτή εταιρεία συμμετοχών, η Επιτροπή ασκεί γενική εποπτεία στις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ της ΚΕΠΕΥ και της μικτής εταιρείας συμμετοχών και των θυγατρικών της.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Οι ΚΕΠΕΥ διαθέτουν κατάλληλες διαδικασίες για τη διαχείριση των κινδύνων και μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανόμενων των ορθών διαδικασιών δημοσίευσης στοιχείων και λογιστικής, ώστε να μπορούν να εντοπίζουν, υπολογίζουν, παρακολουθούν και ελέγχουν κατάλληλα τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται με τη μητρική τους μικτή εταιρεία συμμετοχών και τις θυγατρικές της. (β) Οι ΚΕΠΕΥ γνωστοποιούν οποιαδήποτε σημαντική συναλλαγή πραγματοποιείται με τις οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο (α), με την εξαίρεση της συναλλαγής που προβλέπεται στο Άρθρο 394 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι διαδικασίες και οι σημαντικές συναλλαγές του εδαφίου (2) ελέγχονται από την Επιτροπή.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Ανταλλαγή πληροφοριών 86.-(1) Η Επιτροπή διασφαλίζει ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε νομικό εμπόδιο που να μην επιτρέπει στις επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στην ενοποιημένη εποπτεία, τις μικτές εταιρείες συμμετοχών και τις θυγατρικές τους ή τις προβλεπόμενες στα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 81 θυγατρικές, να ανταλλάσσουν πληροφορίες χρήσιμες για την άσκηση της εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 70 και τα άρθρα 71 έως 78 και 81 έως 89.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Σε περίπτωση που η μητρική επιχείρηση και οποιεσδήποτε θυγατρικές της που είναι ΕΠΕΥ είναι εγκατεστημένες σε διαφορετικά κράτη μέλη, η Επιτροπή επικοινωνεί με τις αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους προκειμένου να ανταλλάξουν όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες που μπορούν να επιτρέψουν ή να διευκολύνουν την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση. (β) Σε περίπτωση που μητρική επιχείρηση είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία, αλλά η Επιτροπή δεν είναι η αρμόδια για την ενοποιημένη εποπτεία αρχή σύμφωνα με το άρθρο 71, δύναται, εφόσον της ζητηθεί από την αρμόδια αρχή ενοποιημένης εποπτείας, να ζητήσει από τη μητρική πληροφορίες που αφορούν την άσκηση της ενοποιημένης εποπτείας και να τις διαβιβάσει σε αυτή την αρμόδια αρχή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Η ανταλλαγή των στοιχείων που αναφέρονται στο εδάφιο (2) μεταξύ της Επιτροπής και των άλλων αρμοδίων αρχών, επιτρέπεται, υπό τον όρο ότι στην περίπτωση χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών, μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, χρηματοδοτικών ιδρυμάτων ή επιχειρήσεων παροχής επικουρικών υπηρεσιών, η συλλογή ή η κατοχή πληροφοριών δεν συνεπάγεται ότι η Επιτροπή υποχρεούται να ασκεί σε εξατομικευμένη βάση την εποπτεία αυτών των ιδρυμάτων ή επιχειρήσεων. (β) Επιτρέπεται η ανταλλαγή των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 72 μεταξύ της Επιτροπής και των άλλων αρμοδίων αρχών, υπό τον όρο ότι η συλλογή ή η κατοχή πληροφοριακών στοιχείων δεν συνεπάγεται ότι η Επιτροπή ασκεί εποπτεία στη μικτή εταιρεία συμμετοχών και τις θυγατρικές της που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα ή στις θυγατρικές που αναφέρονται στα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 81.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Συνεργασία 87.-(1) Σε περίπτωση που ΚΕΠΕΥ, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή εταιρεία συμμετοχών ελέγχει μία ή περισσότερες θυγατρικές που είναι ασφαλιστικές εταιρείες ή άλλου είδους επιχειρήσεις που προσφέρουν επενδυτικές υπηρεσίες υποκείμενες σε καθεστώς παροχής άδειας, η Επιτροπή και οι αρχές που έχουν δημόσια εξουσία εποπτείας των ασφαλιστικών εταιρειών ή των εν λόγω άλλων επιχειρήσεων που προσφέρουν επενδυτικές υπηρεσίες συνεργάζονται στενά.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, οι αρχές που αναφέρονται στο εδάφιο (1) ανταλλάσσουν μεταξύ τους κάθε πληροφορία που δύναται να διευκολύνει την εκπλήρωση της αποστολής τους και να εξασφαλίσει τον έλεγχο της δραστηριότητας και της οικονομικής κατάστασης του συνόλου των επιχειρήσεων που ευρίσκονται υπό την εποπτεία τους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που, σύμφωνα με το άρθρο 71, η Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας ενός ομίλου με μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, είναι διαφορετική από τον συντονιστή, που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 12 των Οδηγιών ΟΔ 144-2007-16 του 2015 και ΟΔ 144-2007-16(Α) του 2015, η Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, και ο συντονιστής συνεργάζονται με σκοπό την εφαρμογή του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε ενοποιημένη βάση και προκειμένου να διευκολυνθεί και να καταστεί αποτελεσματική η εν λόγω συνεργασία, η Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας και ο συντονιστής συνάπτουν γραπτές ρυθμίσεις συντονισμού και συνεργασίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οι πληροφορίες που συλλέγονται στο πλαίσιο της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και ιδιαίτερα η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής και των άλλων αρμόδιων αρχών που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, υπόκεινται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου που είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με τις προβλεπόμενες αναφέρονται στο άρθρο 15 του περί Προληπτικής Εποπτείας ΕΠΕΥ Νόμου απαιτήσεις.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η Επιτροπή, σε περίπτωση που είναι υπεύθυνη για την ενοποιημένη εποπτεία, καταρτίζει καταλόγους των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών ή μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών που αναφέρονται στο Άρθρο 11 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τους οποίους κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών μελών, την ΕΑΤ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 164(I)/2021 Κυρώσεις 88. Η Επιτροπή, με βάση τα άρθρα 27 έως 33 και 98, διασφαλίζει ότι διοικητικές κυρώσεις ή άλλα διοικητικά μέτρα που στοχεύουν στην παύση διαπιστωμένων παραβάσεων ή των αιτίων αυτών των παραβάσεων μπορούν να επιβληθούν σε χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και μικτές εταιρείες συμμετοχών ή στα υπεύθυνα διευθυντικά στελέχη τους που έχουν παραβεί νόμους, κανονισμούς ή διατάξεις των άρθρων 71 έως 89.</p>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Εκτίμηση της ισοδυναμίας τρίτων χωρών στην ενοποιημένη εποπτεία 89.-(1)(α) Σε περίπτωση που ΚΕΠΕΥ, η μητρική επιχείρηση της οποίας είναι ΕΠΕΥ ή χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, η έδρα της οποίας βρίσκεται σε τρίτη χώρα και δεν υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 71, η Επιτροπή εκτιμά κατά πόσον η ΚΕΠΕΥ υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία από εποπτική αρχή τρίτης χώρας η οποία είναι ισοδύναμη με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και τις απαιτήσεις που ορίζονται στο Πρώτο Μέρος, Τίτλος II, Κεφάλαιο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. (β) Η εκτίμηση πραγματοποιείται από την Επιτροπή, ως υπεύθυνη για την ενοποιημένη εποπτεία, εάν ίσχυαν τα εδάφια (2) έως (4), κατόπιν αιτήματος της μητρικής επιχείρησης ή μιας από τις ρυθμιζόμενες οντότητες με άδεια λειτουργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή με δική της πρωτοβουλία. (γ) Η Επιτροπή συμβουλεύεται τις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές. (δ) Όταν η Επιτροπή διεξάγει την εκτίμηση του εδαφίου (1), λαμβάνει υπόψη της οποιαδήποτε σχετική καθοδήγηση και για τον σκοπό αυτό, συμβουλεύεται την ΕΑΤ προτού λάβει απόφαση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Ελλείψει ισοδύναμης εποπτείας, η Επιτροπή εφαρμόζει αναλογικά τον παρόντα Νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε ΚΕΠΕΥ ή εφαρμόζει άλλες κατάλληλες εποπτικές τεχνικές που επιτυγχάνουν τους στόχους της εποπτείας των ΕΠΕΥ σε ενοποιημένη βάση. (β) Οι εποπτικές τεχνικές που αναφέρονται στην παράγραφο (α) συμφωνούνται από την Επιτροπή η οποία είναι υπεύθυνη για την ενοποιημένη εποπτεία, έπειτα από διαβούλευση με τις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Επιτροπή δύναται ιδίως να ζητά τη δημιουργία χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που να έχει την έδρα της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να εφαρμόζει τις διατάξεις για την ενοποιημένη εποπτεία στην ενοποιημένη θέση της εν λόγω χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή στην ενοποιημένη θέση των ΕΠΕΥ της εν λόγω μεικτής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οι εποπτικές τεχνικές είναι σχεδιασμένες έτσι ώστε να επιτυγχάνουν τους στόχους της ενοποιημένης εποπτείας, όπως καθορίζονται στα άρθρα 71 έως 89, και κοινοποιούνται από την Επιτροπή στις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές, την ΕΑΤ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Κεφαλαιακά αποθέματα ασφάλειας-Μέτρα διατήρησης κεφαλαίου Περιορισμοί διανομής κερδών 90.-(1) Η ΚΕΠΕΥ, που πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας, δεν προβαίνει σε διανομή κερδών όσον αφορά το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, στον βαθμό που μια τέτοια διανομή θα μείωνε το κεφάλαιο κοινών μετοχών του κατηγορίας 1 σε τέτοιο επίπεδο, ώστε να μην ικανοποιείται πλέον η συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>ΚΕΠΕΥ που δεν ικανοποιεί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας, υπολογίζει το μέγιστο διανεμητέο ποσό (εφεξής, στο παρόν άρθρο, «το ΜΔΠ») σύμφωνα με το εδάφιο (5) και το κοινοποιεί στην Επιτροπή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση εφαρμογής του εδαφίου (2), η ΚΕΠΕΥ δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε από τις κάτωθι ενέργειες πριν υπολογίσει το ΜΔΠ: (α) Σε διανομή κερδών όσον αφορά το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1ˑ (β) σε δημιουργία υποχρέωσης καταβολής μεταβλητών αποδοχών ή προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών, ούτε σε καταβολή μεταβλητών αποδοχών, εάν η υποχρέωση καταβολής δημιουργήθηκε όσο η ΚΕΠΕΥ δεν πληρούσε την συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείαςˑ ή (γ) σε πληρωμές σε πρόσθετα κεφαλαιακά μέσα της κατηγορίας 1.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Στην περίπτωση που ΚΕΠΕΥ δεν ικανοποιεί ή δεν υπερβαίνει τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας, δεν διανέμει περισσότερο από το ΜΔΠ που έχει υπολογιστεί σύμφωνα με το εδάφιο (5) μέσω οποιασδήποτε ενέργειας από αυτές που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β) και (γ) του εδαφίου (3).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η ΚΕΠΕΥ υπολογίζει το ΜΔΠ πολλαπλασιάζοντας το ποσό που υπολογίσθηκε βάσει του εδαφίου (6) με τον συντελεστή που ορίζεται βάσει του εδαφίου (7)· το ΜΔΠ μειώνεται κατά οποιοδήποτε ποσό που προέρχεται από οποιαδήποτε από τις ενέργειες που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β) και (γ) του εδαφίου (3).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Το ποσό που πολλαπλασιάζεται σύμφωνα με το εδάφιο (5) περιλαμβάνει- (α) οποιαδήποτε ενδιάμεσα κέρδη που δεν έχουν συμπεριληφθεί στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 σύμφωνα με το Άρθρο 26, παράγραφος 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, καθαρά από οποιαδήποτε διανομή κερδών ή οποιαδήποτε πληρωμή που προκύπτει από τις ενέργειες που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β) ή (γ) του εδαφίου (3)ˑ πλέον- (β) οποιαδήποτε κέρδη τέλους χρήσης που δεν έχουν συμπεριληφθεί στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 σύμφωνα με το Άρθρο 26 παράγραφος 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, καθαρά από οποιαδήποτε διανομή κερδών ή οποιαδήποτε πληρωμή που προκύπτει από τις ενέργειες που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β) ή (γ) του εδαφίου (3)ˑ μείον- (γ) τα ποσά που θα ήταν πληρωτέα ως φόρος, εάν τα είδη που προσδιορίζονται στις παραγράφους (α) και (β) δεν διανέμονταν.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Ο συντελεστής καθορίζεται ως εξής: (α) Όπου το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 το οποίο τηρεί η ΚΕΠΕΥ, το οποίο δεν χρησιμοποιείται για να πληρούνται οποιεσδήποτε εκ των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στο Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχεία α), β) και γ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και η πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που καθορίζεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 61 και το οποίο εκφράζεται ως ποσοστό του συνολικού ποσού ανοιγμάτων σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το Άρθρο 92, παράγραφος 3 του εν λόγω Κανονισμού, είναι εντός του πρώτου (δηλαδή του χαμηλότερου) τεταρτημόριου της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας, ο συντελεστής είναι μηδέν (0)ˑ (β) όπου το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 το οποίο τηρεί η ΚΕΠΕΥ, το οποίο δεν χρησιμοποιείται για να πληρούται οποιαδήποτε εκ των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στο Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχεία α), β) και γ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και η πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που καθορίζεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 61 και το οποίο εκφράζεται ως ποσοστό του συνολικού ποσού ανοιγμάτων σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το Άρθρο 92, παράγραφος 3 του εν λόγω Κανονισμού, είναι εντός του δεύτερου τεταρτημόριου της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας, ο συντελεστής είναι είκοσι ποσοστιαίες μονάδες (0,2)ˑ (γ) όπου το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 το οποίο τηρεί η ΚΕΠΕΥ, το οποίο δεν χρησιμοποιείται για να πληρούται οποιαδήποτε εκ των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στο Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχεία α), β) και γ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και η πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που καθορίζεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 61 του παρόντος Νόμου και το οποίο εκφράζεται ως ποσοστό του συνολικού ποσού ανοιγμάτων σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το Άρθρο 92, παράγραφος 3 του εν λόγω Κανονισμού, είναι εντός του τρίτου τεταρτημόριου της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας, ο συντελεστής είναι σαράντα ποσοστιαίες μονάδες (0,4)ˑ (δ) όπου το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 το οποίο τηρεί η ΚΕΠΕΥ, το οποίο δεν χρησιμοποιείται για να πληρούται οποιαδήποτε εκ των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στο Άρθρο 92, παράγραφος 1, στοιχεία α), β) και γ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και η πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που καθορίζεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 61 και το οποίο εκφράζεται ως ποσοστό του συνολικού ποσού ανοιγμάτων σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το Άρθρο 92, παράγραφος 3 του εν λόγω Κανονισμού, είναι εντός του τέταρτου (δηλαδή του υψηλότερου) τεταρτημόριου της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας, ο συντελεστής είναι εξήντα ποσοστιαίες μονάδες (0,6).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Το κατώτατο και το ανώτατο όριο του κάθε τεταρτημορίου της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας υπολογίζονται ως εξής:</div>\n<p class=\"lf-p\">Κατώτατο όριο τεταρτημορίου = Συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας x (Qn – 1) 4 Ανώτατο όριο τεταρτημορίου = Συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας x Qn 4 όπου Qn = ο τακτικός αριθμός του σχετικού τεταρτημορίου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Οι περιορισμοί που επιβάλλει το παρόν άρθρο ισχύουν μόνο για πληρωμές που προκαλούν μείωση του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ή μείωση των κερδών και όπου η παύση πληρωμών ή η μη πληρωμή δεν αποτελεί γεγονός αθέτησης ή προϋπόθεση για την έναρξη διαδικασιών πτώχευσης βάσει του καθεστώτος που ισχύει για την ΚΕΠΕΥ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Σε περίπτωση που μια ΚΕΠΕΥ δεν πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας και σκοπεύει να προβεί σε διανομή οποιωνδήποτε διανεμητέων κερδών της ή σε ενέργεια που περιγράφεται στις παραγράφους (α), (β) και (γ) του εδαφίου (3), ειδοποιεί την Επιτροπή και να υποβάλει τα εξής στοιχεία: (α) Το ποσό του κεφαλαίου που τηρεί η ΚΕΠΕΥ, χωρισμένο ως εξής- (i) Κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1ˑ (ii) πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1ˑ (iii) κεφάλαιο της κατηγορίας 2· (β) το ποσό των προσωρινών κερδών του και των κερδών του στο τέλος της χρήσηςˑ (γ) το ΜΔΠ που υπολογίσθηκε σύμφωνα με το εδάφιο (5)ˑ (δ) το ποσό των διανεμητέων κερδών που σκοπεύει να μοιράσει στα εξής: (i) Πληρωμή μερισμάτωνˑ (ii) εξαγορές ιδίων μετοχώνˑ (iii) πληρωμές σε πρόσθετα κεφαλαιακά μέσα της Κατηγορίας 1ˑ (iv) καταβολή κυμαινόμενης αμοιβής ή προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών, με τη δημιουργία νέας υποχρέωσης καταβολής ή βάσει υποχρέωσης καταβολής που δημιουργήθηκε ενώ η ΚΕΠΕΥ δεν πληρούσε τις συνδυασμένες απαιτήσεις αποθέματος ασφαλείας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(11)</span>Η ΚΕΠΕΥ εφαρμόζει ρυθμίσεις, ώστε το ποσό των διανεμητέων κερδών και το ΜΔΠ να υπολογίζονται με ακρίβεια και να μπορούν να αποδείξουν αυτήν την ακρίβεια στην αρμόδια αρχή εάν τους ζητηθεί.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(12)</span>Για τους σκοπούς των εδαφίων (1) μέχρι (3), η διανομή κερδών όσον αφορά στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 περιλαμβάνει τα ακόλουθα: (α) Καταβολή μερισμάτων σε μετρητάˑ (β) διανομή πλήρως ή μερικώς πληρωθέντων μετοχών που διανέμονται δωρεάν ή άλλων κεφαλαιακών μέσων που αναφέρονται στο Άρθρο 26, παράγραφος 1, στοιχείο α) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013ˑ (γ) εξαργύρωση ή αγορά από ένα ίδρυμα ιδίων μετοχών του ή άλλων κεφαλαιακών μέσων που αναφέρονται στο Άρθρο 26, παράγραφος 1, στοιχείο α) του εν λόγω Κανονισμούˑ (δ) ανάκτηση ποσών που καταβλήθηκαν για κεφαλαιακά μέσα που αναφέρονται στο Άρθρο 26, παράγραφος 1, στοιχείο α) του εν λόγω Κανονισμούˑ (ε) διανομή στοιχείων που αναφέρονται στο Άρθρο 26, παράγραφος 1, στοιχεία β) έως ε) του εν λόγω Κανονισμού.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Μη τήρηση της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας 91.-(1) Μια ΚΕΠΕΥ θεωρείται ότι δεν πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τους σκοπούς του άρθρου 90, εφόσον δεν διαθέτει ίδια κεφάλαια στην ποσότητα και την ποιότητα που απαιτούνται για να επιτευχθεί ταυτόχρονα η συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας και καθεμία από τις ακόλουθες απαιτήσεις: (α) Του Άρθρου 92, παράγραφος 1, στοιχείο α) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και η πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης βάσει της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 61ˑ (β) του Άρθρου 92, παράγραφος 1, στοιχείο β) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και η πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης βάσει της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 61ˑ (γ) του Άρθρου 92, παράγραφος 1, στοιχείο γ), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και η πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης βάσει της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 61.</p>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2021 Περιορισμός στις διανομές σε περίπτωση μη τήρησης της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης 92.-(1) ΚΕΠΕΥ που πληροί την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης κατά το Άρθρο 92, παράγραφος 1α του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, δεν προβαίνει σε διανομή που αφορά το κεφάλαιο της κατηγορίας 1, στον βαθμό που μια τέτοια διανομή θα μείωνε το οικείο κεφάλαιο της κατηγορίας 1 σε τέτοιο επίπεδο, ώστε να μην ικανοποιείται πλέον η απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) ΚΕΠΕΥ που δεν ικανοποιεί την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης, υπολογίζει το μέγιστο διανεμητέο ποσό που αφορά τον δείκτη μόχλευσης (εφεξής, στο παρόν άρθρο, «το Μ-ΜΔΠ») σύμφωνα με το εδάφιο (4) και το κοινοποιεί στην Επιτροπή. (β) Σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου (α), η ΚΕΠΕΥ δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε από τις κάτωθι ενέργειες, προτού υπολογίσει το Μ-ΜΔΠ: (i) Σε διανομή κερδών όσον αφορά το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1· ή</div></div>", "next": 239842}