{"html": "<div class=\"lf-doc\"><p class=\"lf-p\">(ii) ο επενδυτής έχει ένα καλόπιστο οικονομικό συμφέρον (bona fide economic interest) στην οντότητα μετακύλισης φόρου και δεν τυγχάνει προστασίας για απώλεια της επένδυσής του, αλλά δεν περιλαμβάνει επένδυση σε μία φορολογικά διαφανή οντότητα όπου μία δικαιοδοσία επιτρέπει την μεταφορά μέσω τέτοιας επένδυσης του οφέλους το οποίο προκύπτει από μία πίστωση φόρου μόνο στην περίπτωση όπου η οντότητα από την οποία προέρχεται η εν λόγω πίστωση φόρου ή ο επενδυτής, υπόκειται σε ενδεδειγμένο κανόνα IIR ή ενδεδειγμένο κανόνα UTPR. (β) Κατόπιν επιλογής της υποβάλλουσας συνιστώσας οντότητας, ένας ιδιοκτήτης Ιδιοκτησιακής Συμμετοχής η οποία δεν είναι Επιλέξιμη Ιδιοκτησιακή Συμμετοχή- (i) περιλαμβάνει στα έσοδα ή τις ζημιές του υπολογισμό αποδεκτού εισοδήματος ή ζημιάς το λογιστικό κέρδος ή ζημιά, προσαρμοσμένα όπως απαιτείται από τις διατάξεις του άρθρου 17(2), εκτός του άρθρου 17(2)(iii) σε σχέση με οποιαδήποτε- (iα) κέρδη και ζημιές εύλογης αγοραίας αξίας και απομειώσεις στην Ιδιοκτησιακή Συμμετοχή όπου ο ιδιοκτήτης φορολογείται με βάση την αξία της αγοράς (mark-to-market basis) ή με την απομείωση της εν λόγω συμμετοχής και οι φορολογικές συνέπειες των κινήσεων της αξίας της αγοράς (mark-to-market movements) ή οι απομειώσεις στην Ιδιοκτησιακή Συμμετοχή αντανακλώνται στο έξοδο φόρου εισοδήματος· (iβ) κέρδη και ζημιές εύλογης αγοραίας αξίας και απομειώσεις στην Ιδιοκτησιακή Συμμετοχή όπου ο ιδιοκτήτης φορολογείται με βάση τη ρευστοποίηση της εν λόγω Ιδιοκτησιακής Συμμετοχής και το φορολογικό έξοδο περιλαμβάνει έξοδο αναβαλλόμενου φόρου των κινήσεων της αξίας της αγοράς (mark-to-market movement) ή των απομειώσεων στην Ιδιοκτησιακή Συμμετοχή· (iγ) κέρδη και ζημίες που αποδίδονται στην εν λόγω Ιδιοκτησιακή Συμμετοχή όταν το συμφέρον είναι σε φορολογικά διαφανή οντότητα και ο ιδιοκτήτης αναγνωρίζει την εν λόγω συμμετοχή χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της καθαρής θέσης· και (iδ) διάθεση Ιδιοκτησιακής Συμμετοχής η οποία καταλήγει σε κέρδη ή ζημίες οι οποίες περιλαμβάνονται στο εγχώριο φορολογητέο εισόδημα του ιδιοκτήτη, εξαιρούμενου οποιουδήποτε κέρδους και αναλογικού μεριδίου το οποίο συμψηφίζεται μερικώς με οποιαδήποτε έκπτωση ή άλλη παρόμοια ελάφρυνση σχετιζόμενη με το συγκεκριμένο είδος κέρδους όπως εξαίρεση φορολόγησης η οποία είναι άμεσα σχετιζόμενη με την διάθεση της Ιδιοκτησιακής Συμμετοχής· και (ii) ανεξαρτήτως των προβλεπόμενων στα άρθρα 22(3)(α) και 23(5)(α), περιλαμβάνει όλα τα τρέχοντα και αναβαλλόμενα φορολογικά έξοδα ή οφέλη που σχετίζονται με αυτά τα στοιχεία στον υπολογισμό των αναπροσαρμοσμένων καλυπτόμενων φόρων που υπόκεινται στις σχετικές διατάξεις του Νόμου.</p>\n<p class=\"lf-p\">(γ) Η επιλογή της παραγράφου (β) δεν δύναται να ανακληθεί σε σχέση με μια Ιδιοκτησιακή Συμμετοχή, εκτός από Επιλέξιμη Ιδιοκτησιακή Συμμετοχή, όπως αυτή περιγράφεται στο παρόν άρθρο, εάν μια ζημία έχει ληφθεί υπόψη στον υπολογισμό του αποδεκτού εισοδήματος η ζημιάς της συνιστώσας οντότητας εντός της πενταετούς περιόδου, η οποία αρχίζει την πρώτη μέρα του οικονομικού έτους σε σχέση με το οποίο έγινε η σχετική επιλογή. (δ) Οι παράγραφοι (ε) μέχρι (θ) εφαρμόζονται σε ενδεδειγμένο φορολογικό όφελος μετακύλισης το οποίο μετακυλίεται μέσω Επιλέξιμης Ιδιοκτησιακής Συμμετοχής σε μία συνιστώσα οντότητα για την οποία εφαρμόζεται η επιλογή του παραγράφου (β). (ε) Σε περίπτωση κατά τη οποία εφαρμόζεται η παρούσα παράγραφος, τα ενδεδειγμένα φορολογικά οφέλη μετακύλισης θα προστίθενται στους αναπροσαρμοσμένους καλυπτόμενους φόρους μιας συνιστώσας οντότητας η οποία κατέχει άμεσα μια Επιλέξιμη Ιδιοκτησιακή Συμμετοχή ή κατέχει έμμεση συμμετοχή σε μία Επιλέξιμη Ιδιοκτησιακή Συμμετοχή η οποία κατέχεται μέσω φορολογικά διαφανών οντοτήτων οι οποίες δεν είναι συνιστώσες οντότητες του εν λόγω ομίλου ΠΕ, και μόνο στο βαθμό που το ενδεδειγμένο φορολογικό όφελος μετακύλισης θεωρείται ότι μειώνει το δεδουλευμένο φορολογικό έξοδο του καθαρού λογιστικού εισοδήματος ή ζημίας της εν λόγω συνιστώσας οντότητας. (στ) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (η), η επένδυση μιας συνιστώσας οντότητας σε μία Επιλέξιμη Ιδιοκτησιακή Συμμετοχή θεωρείται ότι μειώνεται από εισπράξεις οι οποίες σχετίζονται με την εν λόγω Επιλέξιμη Ιδιοκτησιακή Συμμετοχή αναφορικά με- (i) το ποσό πίστωσης φόρου η οποία μετακυλίθηκε στην συνιστώσα οντότητα· (ii) το ποσό οποιωνδήποτε φορολογικά εκπιπτόμενων ζημιών οι οποίες μετακυλίθηκαν στην συνιστώσα οντότητα πολλαπλα-σιάζόμενες με το φορολογικό συντελεστή ο οποίος εφαρμόζεται στην συνιστώσα οντότητα· (iii) το ποσό διανομών στην συνιστώσα οντότητα συμπερι-λαμβανομένων και ποσών τα οποία απορρέουν από μείωση κεφαλαίου· (iv) το ποσό προσόδων από την πώληση όλου ή μέρους της εν λόγω Επιλέξιμης Ιδιοκτησιακής Συμμετοχής, αλλά κανένα ποσό δεν θα θεωρείται ότι μειώνει την επένδυση κατά το βαθμό που μειώνει την επένδυση κάτω από το μηδέν. (ζ)(i) Με την επιφύλαξη της υποπαραγράφου (ii) του παρόντος εδαφίου οποιοδήποτε ποσό το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο στ (i), (ii), (iii) και (iv) του παρόντος άρθρου το οποίο μετακυλίεται ή λαμβάνεται σε σχέση με Επιλέξιμη Ιδιοκτησιακή Συμμετοχή, μετά που η επένδυση της συνιστώσας οντότητας στην εν λόγω συμμετοχή μειώνεται στο μηδέν σύμφωνα με την προαναφερθείσα παράγραφο θα αφαιρείται από τον υπολογισμό των καλυπτόμενων φόρων της εν λόγω συνιστώσας οντότητας·</p>\n<p class=\"lf-p\">(ii) ποσά τα οποία αναφέρονται στις παραγράφους (στ)(iii) και (iv) ή ενδεδειγμένη επιστρεπτέα πίστωση φόρου, θα αφαιρούνται από τον υπολογισμό των αναπροσαρμοσμένων καλυπτόμενων φόρων της συνιστώσας οντότητας στο βαθμό που το ποσό οποιουδήποτε ενδεδειγμένου φορολογικού οφέλους μετακύλισης το οποίο μετακυλίθηκε δια μέσου της Επιλέξιμης Ιδιοκτησιακής Συμμετοχής και προστέθηκε στον υπολογισμό των αναπροσαρμοσμένων καλυπτόμενων φόρων της συνιστώσας οντότητας. (η)(i) Όταν μια συνιστώσα οντότητα χρησιμοποιεί την λογιστική μέθοδο αναλογικής απόσβεσης (proportional amortisation method of accounting) για την επένδυσή της σε μία Επιλέξιμη Ιδιοκτησιακή Συμμετοχή, τότε θα εφαρμόζει την εν λόγω λογιστική μέθοδο κατά τέτοιο τρόπο όπου όποια από τα ποσά τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο (στ) τα οποία μετακυλίονται ή λαμβάνονται σε σχέση με μία Επιλέξιμη Ιδιοκτησιακή Συμμετοχή θα θεωρούνται σαν μείωση στην επένδυση στιν Επιλέξιμη Ιδιοκτησιακή Συμμετοχή σε αναλογία με την αναλογία αναμενόμενου φορολογικού όφελους. (ii) Τα ποσά τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο (στ) τα οποία μετακυλίονται ή λαμβάνονται σε σχέση με μία Επιλέξιμη Ιδιοκτησιακή Συμμετοχή τα οποία υπερβαίνουν την μείωση στην επένδυση στην Επιλέξιμη Ιδιοκτησιακή Συμμετοχή σύμφωνα με τη υποπαράγραφο (i) της παρούσας παραγράφου, δεν θα περιλαμβάνονται σαν θετικό ποσό στους αναπροσαρμοσμένους καλυπτόμενους φόρους της εν λόγω συνιστώσας οντότητας. (θ) Κατόπιν ανέκκλητης επιλογής μίας συνιστώσας οντότητας, όπου μία συνιστώσα οντότητα κατέχει μία Επιλέξιμη Ιδιοκτησιακή Συμμετοχή, αλλά δεν χρησιμοποιεί την λογιστική μέθοδο αναλογικής απόσβεσης (proportional amortisation method of accounting), δύναται να εφαρμόσει τις διατάξεις της παραγράφου (η) ωσάν να εφάρμοζε την λογιστική μέθοδο αναλογικής απόσβεσης (proportional amortisation method of accounting) σε σχέση με την εν λόγω Επιλέξιμη Ιδιοκτησιακή Συμμετοχή.</p>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Συνολικό ποσό αναπροσαρμογής αναβαλλόμενου φόρου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-23\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 23</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">23.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί- (α)«μη επιτρεπόμενη δεδουλευμένη υποχρέωση» σημαίνει- (i) οποιαδήποτε μεταβολή του αναβαλλόμενου εξόδου φόρου που καταχωρίζεται ως δεδουλευμένο στους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς μιας συνιστώσας οντότητας, η οποία σχετίζεται με αβέβαιη φορολογική κατάσταση· και (ii) οποιαδήποτε μεταβολή του αναβαλλόμενου εξόδου φόρου που καταχωρίζεται ως δεδουλευμένο στους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς μιας συνιστώσας οντότητας, η οποία σχετίζεται με διανομές από μια συνιστώσα οντότητα· (β) «μη διεκδικούμενη δεδουλευμένη υποχρέωση» σημαίνει οποιαδήποτε επιβαρυντική αύξηση μιας αναβαλλόμενης φορολογικής υποχρέωσης που καταγράφεται στους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς μιας συνιστώσας οντότητας για ένα οικονομικό έτος, η οποία δεν αναμένεται να καταβληθεί εντός του διαστήματος που ορίζεται στο εδάφιο (7) και για την οποία η υποβάλλουσα συνιστώσα οντότητα επιλέγει ετησίως, σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 46, να μην συμπεριλάβει στο συνολικό ποσό αναπροσαρμογής αναβαλλόμενου φόρου για το εν λόγω οικονομικό έτος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(i) Όταν ο εγχώριος φορολογικός συντελεστής που εφαρμόζεται για σκοπούς υπολογισμού του αναβαλλόμενου εξόδου φόρου είναι ίσος ή χαμηλότερος από τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή, το συνολικό ποσό αναπροσαρμογής αναβαλλόμενου φόρου που προστίθεται στους αναπροσαρμοσμένους καλυπτόμενους φόρους μιας συνιστώσας οντότητας για ένα οικονομικό έτος σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου 1 του άρθρου 22 είναι το αναβαλλόμενο έξοδο φόρου που καταχωρίζεται ως δεδουλευμένο στους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς της όσον αφορά τους καλυπτόμενους φόρους, με την επιφύλαξη των αναπροσαρμογών σύμφωνα με τα εδάφια (3) έως (6). (ii) Όταν ο εγχώριος φορολογικός συντελεστής εφαρμόζεται για το σκοπό του υπολογισμού του αναβαλλόμενου εξόδου φόρου είναι υψηλότερος από τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή, το συνολικό ποσό αναπροσαρμογής αναβαλλόμενου φόρου που προστίθεται στους αναπροσαρμοσμένους καλυπτόμενους φόρους μιας συνιστώσας οντότητας για ένα οικονομικό έτος σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου 1 του άρθρου 22 είναι το αναβαλλόμενο έξοδο φόρου που καταχωρίζεται ως δεδουλευμένο στους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς της όσον αφορά τους καλυπτόμενους φόρους που αναδιατυπώνονται με βάση τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή, με την επιφύλαξη των αναπροσαρμογών σύμφωνα με τα εδάφια (3) έως (6).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το συνολικό ποσό αναπροσαρμογής αναβαλλόμενου φόρου προσαυξάνεται κατά- (α) οποιοδήποτε ποσό της μη επιτρεπόμενης δεδουλευμένης ή της μη διεκδικούμενης δεδουλευμένης υποχρέωσης που καταβλήθηκε κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους· και (β) οποιοδήποτε ποσό της ανακτημένης αναβαλλόμενης φορολογικής υποχρέωσης που προσδιορίστηκε σε προηγούμενο οικονομικό έτος, το οποίο έχει καταβληθεί κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Όταν, για ένα οικονομικό έτος, μια αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση ζημίας δεν αναγνωρίζεται ως δεδουλευμένη στους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς επειδή δεν πληρούνται τα κριτήρια αναγνώρισης, η μείωση του συνολικού ποσού αναπροσαρμογής αναβαλλόμενου φόρου ισούται με τη μείωση που θα επερχόταν στο συνολικό ποσό αναπροσαρμογής αναβαλλόμενου φόρου εάν είχε καταχωριστεί ως δεδουλευμένη αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση ζημίας για το οικονομικό έτος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>(α) Το συνολικό ποσό αναπροσαρμογής αναβαλλόμενου φόρου δεν περιλαμβάνει- (i) το ποσό του αναβαλλόμενου εξόδου φόρου όσον αφορά τα στοιχεία που εξαιρούνται από τον υπολογισμό του αποδεκτού εισοδήματος ή ζημίας σύμφωνα με το Μέρος ΙΙΙ· (ii) το ποσό του αναβαλλόμενου εξόδου φόρου σε σχέση με μη επιτρεπόμενες δεδουλευμένες και μη διεκδικούμενες δεδουλευμένες υποχρεώσεις· (iii) την επίδραση μιας αναπροσαρμογής αποτίμησης ή μιας αναπροσαρμογής λογιστικής αναγνώρισης σε σχέση με αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση· (iv)το ποσό του αναβαλλόμενου εξόδου φόρου που προκύπτει από την επανεπιμέτρηση σε σχέση με τη μεταβολή εφαρμοστέου εγχώριου φορολογικού συντελεστή· και (v)το ποσό του αναβαλλόμενου εξόδου φόρου σε σχέση με τη δημιουργία και τη χρήση πιστώσεων φόρου. (β) Η υποπαράγραφος (v) της παραγράφου (α) του εδαφίου (5) του άρθρου 23 δεν θα εφαρμόζεται στο ποσό αναβαλλόμενου εξόδου φόρου μίας «υποκατάστατης αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης προκύπτουσας από ζημιά προς μεταφορά», η οποία προκύπτει όταν όλες οι πιο κάτω προϋποθέσεις εφαρμόζονται σωρευτικά- (i) οι φορολογικοί νόμοι μιας δικαιοδοσίας απαιτούν όπως εισόδημα το οποίο πηγάζει από το εξωτερικό να αντισταθμίζεται από εγχώριες φορολογικές ζημιές πριν να παραχωρηθεί οποιαδήποτε πίστωση αλλοδαπού φόρου σε σχέση με το εν λόγω εισόδημα το οποίο πηγάζει από το εξωτερικό· (ii) η συνιστώσα οντότητα έχει εγχώριες ζημιές οι οποίες αντισταθμίζονται είτε εξ’ ολοκλήρου είτε μερικώς από το εισόδημα το οποίο πηγάζει από το εξωτερικό· και (iii) οι φορολογικοί νόμοι της εν λόγω δικαιοδοσίας επιτρέπουν όπως πιστώσεις αλλοδαπού φόρου δύναται να χρησιμοποιηθούν σε μετέπειτα φορολογικά έτη σε σχέση με εισόδημα το οποίο συμπεριλαμβάνεται στον υπολογισμό του αποδεκτού εισοδήματος η ζημίας της εν λόγω συνιστώσας οντότητας. (γ) Όταν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις οι οποίες ορίζονται στην παράγραφο (β), το αναβαλλόμενο έξοδο φόρου το οποίο αντιστοιχεί στην υποκατάστατη αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση προκύπτουσα από ζημιά προς μεταφορά θα συμπεριλαμβάνεται στο συνολικό ποσό αναπροσαρμογής αναβαλλόμενου φόρου της εν λόγω συνιστώσας οντότητας κατά το οικονομικό έτος κατά το οποίο προκύπτει και κατά το οικονομικό έτος κατά το οποίο αντιστρέφεται, αλλά μόνο κατά το βαθμό τον οποίο η πίστωση αλλοδαπού φόρου, η οποία οδήγησε στην υποκατάστατη αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση προκύπτουσα από ζημιά προς μεταφορά, χρησιμοποιείται για να αντισταθμίσει φορολογική υποχρέωση σε εισόδημα το οποίο περιλαμβάνεται στο αποδεκτό εισόδημα η ζημία της εν λόγω συνιστώσας οντότητας.</div>\n<p class=\"lf-p\">(δ) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (ε), για τους σκοπούς της παραγράφου (γ) το ποσό της υποκατάστατης αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης προκύπτουσας από ζημιά προς μεταφορά ισούται με το μικρότερο του- (i) ποσού της πίστωσης αλλοδαπού φόρου σε σχέση με το εισόδημα το οποίο πηγάζει από το εξωτερικό το οποίο, σύμφωνα με τους φορολογικούς νόμους της εν λόγω δικαιοδοσίας δύναται να μεταφερθεί από το φορολογικό έτος κατά τη διάρκεια του οποίου η συνιστώσα οντότητα είχε φορολογικές ζημίες, πριν να ληφθεί υπόψη οποιοδήποτε εισόδημα που πηγάζει από το εξωτερικό σε επόμενο οικονομικό έτος· και (ii) ποσού της φορολογικής ζημίας της συνιστώσας οντότητας, πριν να ληφθεί υπόψη οποιοδήποτε εισόδημα που πηγάζει από το εξωτερικό, πολλαπλασιασμένο με το εφαρμοστέο φορολογικό ποσοστό. (ε) Τα άρθρα 23(5)(α)(i), 53(2), 53(3) και 53(4) εφαρμόζονται στην υποκατάστατη αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση προκύπτουσα από ζημιά προς μεταφορά.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>(i) Όταν, για ένα οικονομικό έτος, έχει καταγραφεί αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση που αποδίδεται σε αποδεκτή ζημία μιας συνιστώσας οντότητας, η οποία έχει υπολογιστεί με συντελεστή χαμηλότερο από τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή, δύναται να αναδιατυπωθεί με βάση τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή κατά το ίδιο οικονομικό έτος, υπό την προϋπόθεση ότι ο φορολογούμενος δύναται να αποδείξει ότι η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση δύναται να αποδοθεί σε αποδεκτή ζημία. (ii) Όταν μια αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση αυξάνεται σύμφωνα με την παράγραφο (i) το συνολικό ποσό αναπροσαρμογής αναβαλλόμενου φόρου μειώνεται ανάλογα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>(i) Μια αναβαλλόμενη φορολογική υποχρέωση η οποία δεν αντιστρέφεται και της οποίας το ποσό δεν καταβάλλεται εντός των πέντε (5) επόμενων οικονομικών ετών ανακτάται στον βαθμό που συνυπολογίστηκε στο συνολικό ποσό αναπροσαρμογής αναβαλλόμενου φόρου μιας συνιστώσας οντότητας. (ii) Το ποσό της ανακτημένης αναβαλλόμενης φορολογικής υποχρέωσης που προσδιορίζεται για το τρέχον οικονομικό έτος αντιμετωπίζεται ως μείωση των καλυπτόμενων φόρων κατά το πέμπτο οικονομικό έτος πριν από το τρέχον οικονομικό έτος και ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής και ο συμπληρωματικός φόρος του εν λόγω οικονομικού έτους επανυπολογίζονται σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 30· η ανακτημένη αναβαλλόμενη φορολογική υποχρέωση για το τρέχον οικονομικό έτος είναι το ποσό της αύξησης στην κατηγορία της αναβαλλόμενης φορολογικής υποχρέωσης που είχε συμπεριληφθεί στο συνολικό ποσό της αναβαλλόμενης φορολογικής αναπροσαρμογής κατά το πέμπτο οικονομικό έτος πριν το τρέχον οικονομικό έτος, που δεν έχει αντιστραφεί έως το πέρας της τελευταίας ημέρας του τρέχοντος οικονομικού έτους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του εδαφίου (7), όταν μια αναβαλλόμενη φορολογική υποχρέωση αποτελεί κατ’ εξαίρεση ανάκτηση φορολογικής υποχρέωσης, δεν ανακτάται ακόμη και αν δεν αντιστραφεί ή καταβληθεί εντός των πέντε (5) επόμενων ετών και η κατ’ εξαίρεση ανάκτηση φορολογικής υποχρέωσης είναι το ποσό του δεδουλευμένου εξόδου φόρου που αποδίδεται σε μεταβολές των σχετικών αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων, όσον αφορά τα ακόλουθα στοιχεία- (α) προβλέψεις για την ανάκτηση του κόστους ενσώματων περιουσιακών στοιχείων· (β) το κόστος άδειας ή παρόμοιας ρύθμισης από κυβέρνηση για τη χρήση ακίνητης περιουσίας ή την εκμετάλλευση φυσικών πόρων που συνεπάγεται σημαντική επένδυση σε ενσώματα περιουσιακά στοιχεία· (γ) δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης· (δ) έξοδα παροπλισμού και αποκατάστασης· (ε) λογιστική εύλογης αξίας για μη πραγματοποιηθέντα καθαρά κέρδη· (στ) καθαρά συναλλαγματικά κέρδη· (ζ) ασφαλιστικά αποθεματικά και αναβαλλόμενα έξοδα απόκτησης ασφαλιστήριων συμβολαίων· (η) κέρδη από την πώληση ενσώματων περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στην ίδια δικαιοδοσία με τη συνιστώσα οντότητα, τα οποία επανεπενδύονται σε ενσώματα στοιχεία στην ίδια δικαιοδοσία· και (θ) πρόσθετα δεδουλευμένα ποσά ως αποτέλεσμα μεταβολών των αρχών λογιστικής σε σχέση με τα στοιχεία που απαριθμούνται στις παραγράφους (α) έως (η).</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Επιλογή αποδεκτής ζημίας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-24\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 24</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">24.-(1) Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 23, υποβάλλουσα συνιστώσα οντότητα δύναται να επιλέξει αποδεκτή ζημία για μια δικαιοδοσία σύμφωνα με την οποία προσδιορίζεται αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση αποδεκτής ζημίας για κάθε οικονομικό έτος κατά το οποίο υπάρχει καθαρή αποδεκτή ζημία στην εν λόγω δικαιοδοσία και για τον σκοπό αυτό, η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση αποδεκτής ζημίας είναι ίση με την καθαρή αποδεκτή ζημία για ένα οικονομικό έτος για την δικαιοδοσία πολλαπλασιαζόμενη με τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή· δεν γίνεται επιλογή αποδεκτής ζημίας για δικαιοδοσία με επιλέξιμο σύστημα φόρου διανομής, δυνάμει του άρθρου 41.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση αποδεκτής ζημίας που προσδιορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (1) χρησιμοποιείται σε κάθε επόμενο οικονομικό έτος κατά το οποίο υπάρχει καθαρό αποδεκτό εισόδημα για την δικαιοδοσία ως ποσό ίσο με το καθαρό αποδεκτό εισόδημα πολλαπλασιαζόμενο με τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή ή, εάν είναι χαμηλότερο, ως ποσό ίσο με την αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση αποδεκτής ζημίας που είναι διαθέσιμη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση αποδεκτής ζημίας που προσδιορίζεται δυνάμει του εδαφίου (1) μειώνεται κατά το ποσό που χρησιμοποιείται για ένα οικονομικό έτος και το υπόλοιπο μεταφέρεται στα επόμενα οικονομικά έτη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση ανάκλησης της επιλογής αποδεκτής ζημίας, οποιαδήποτε εναπομένουσα αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση αποδεκτής ζημίας που προσδιορίζεται δυνάμει του εδαφίου (1) μηδενίζεται από την πρώτη ημέρα του πρώτου οικονομικού έτους κατά το οποίο δεν ισχύει πλέον η επιλογή της αποδεκτής ζημίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η επιλογή αποδεκτής ζημίας υποβάλλεται με την πρώτη δήλωση πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου που αναφέρεται στο άρθρο 45 του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας που περιλαμβάνει τη δικαιοδοσία για την οποία πραγματοποιείται η επιλογή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Όταν μια οντότητα μετακύλισης φόρου, η οποία είναι η τελική μητρική οντότητα ενός ομίλου ΠΕ ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας, επιλέγει αποδεκτή ζημία σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση αποδεκτής ζημίας υπολογίζεται με βάση την αποδεκτή ζημία της οντότητας μετακύλισης φόρου μετά τη μείωση σύμφωνα με το εδάφιο (3) του άρθρου 39.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Ειδική κατανομή των καλυπτόμενων φόρων που οφείλουν ορισμένοι τύποι συνιστωσών οντοτήτων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-25\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 25</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">25.-(1) Σε μόνιμη εγκατάσταση κατανέμεται το ποσό τυχόν καλυπτόμενων φόρων που περιλαμβάνονται στους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς μιας συνιστώσας οντότητας και σχετίζονται με το αποδεκτό εισόδημα ή ζημία της εν λόγω μόνιμης εγκατάστασης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε συνιστώσα οντότητα-ιδιοκτήτρια κατανέμεται το ποσό τυχόν καλυπτόμενων φόρων που περιλαμβάνονται στους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς μιας φορολογικά διαφανούς οντότητας και που σχετίζονται με το αποδεκτό εισόδημα ή ζημία που κατανέμεται στην εν λόγω συνιστώσα οντότητα-ιδιοκτήτρια σύμφωνα με το εδάφιο (4) του άρθρου 20.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε συνιστώσα οντότητα κατανέμεται το ποσό τυχόν καλυπτόμενων φόρων που περιλαμβάνονται στους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς των οικείων άμεσων ή έμμεσων συνιστωσών οντοτήτων-ιδιοκτητριών υπό φορολογικό καθεστώς ελεγχόμενων αλλοδαπών εταιρειών, επί του μεριδίου τους επί του εισοδήματος της ελεγχόμενης αλλοδαπής εταιρείας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε συνιστώσα οντότητα που είναι υβριδική οντότητα κατανέμεται το ποσό τυχόν καλυπτόμενων φόρων που περιλαμβάνεται στους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς της οικείας συνιστώσας οντότητας-ιδιοκτήτριας και που σχετίζεται με το αποδεκτό εισόδημα της υβριδικής οντότητας. Ως υβριδική οντότητα λογίζεται η οντότητα που αντιμετωπίζεται ως χωριστό πρόσωπο για σκοπούς φορολογίας εισοδήματος στη δικαιοδοσία στην οποία είναι εγκατεστημένη, αλλά ως φορολογικά διαφανής στη δικαιοδοσία στην οποία είναι εγκατεστημένος ο ιδιοκτήτης της.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Σε συνιστώσα οντότητα που πραγματοποίησε διανομή κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους κατανέμεται το ποσό τυχόν καλυπτόμενων φόρων που καταχωρίζονται ως δεδουλευμένοι στους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς των οικείων άμεσων συνιστωσών οντοτήτων-ιδιοκτητριών επί της εν λόγω διανομής. Καλυπτόμενοι φόροι σε σχέση με τεκμαιρόμενες διανομές κερδών συμπεριλαμβάνουν φόρους εκτός από φόρους που προκύπτουν από την εφαρμογή κανόνων φορολογικού καθεστώτος ελεγχόμενων αλλοδαπών εταιρειών που μία δικαιοδοσία επιβάλλει στον μέτοχο σε σχέση με αδιανέμητα κέρδη ή ίδια κεφάλαια οντότητας στην οποία ο προαναφερθείς μέτοχος κατέχει ιδιοκτησιακή συμμετοχή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>(i) Η συνιστώσα οντότητα, στην οποία κατανεμήθηκαν καλυπτόμενοι φόροι σύμφωνα με τα εδάφια (3) και (4) όσον αφορά παθητικό εισόδημα, περιλαμβάνει τους εν λόγω καλυπτόμενους φόρους στους προσαρμοσμένους καλυπτόμενους φόρους της σε ποσό ίσο με τους καλυπτόμενους φόρους που κατανέμονται για το εν λόγω παθητικό εισόδημα. (ii) Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου (i), η συνιστώσα οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο (i) περιλαμβάνει στους προσαρμοσμένους καλυπτόμενους φόρους της το ποσό που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του ποσοστού συμπληρωματικού φόρου για την δικαιοδοσία με το ποσό του παθητικού εισοδήματος της συνιστώσας οντότητας που περιλαμβάνεται βάσει φορολογικού καθεστώτος ελεγχόμενων αλλοδαπών εταιρειών ή βάσει κανόνα φορολογικής διαφάνειας, όταν το αποτέλεσμα είναι χαμηλότερο από το ποσό που προσδιορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο (i):</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, το ποσοστό συμπληρωματικού φόρου για την δικαιοδοσία προσδιορίζεται, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι καλυπτόμενοι φόροι που βαρύνουν τη συνιστώσα οντότητα-ιδιοκτήτρια σε σχέση με το εν λόγω παθητικό εισόδημα· (iii) Τυχόν καλυπτόμενοι φόροι που βαρύνουν τη συνιστώσα οντότητα-ιδιοκτήτρια σε σχέση με το εν λόγω παθητικό εισόδημα που διατηρείται μετά την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου δεν κατανέμονται σύμφωνα με τα εδάφια (3) και (4):</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ως παθητικό εισόδημα νοούνται τα ακόλουθα στοιχεία εισοδήματος που περιλαμβάνονται στο αποδεκτό εισόδημα, στο βαθμό που μια συνιστώσα οντότητα-ιδιοκτήτρια έχει υπαχθεί σε φόρο βάσει φορολογικού καθεστώτος ελεγχόμενων αλλοδαπών εταιρειών ή ως αποτέλεσμα ιδιοκτησιακής συμμετοχής σε υβριδική οντότητα- (α) μέρισμα ή ισοδύναμα μερίσματος· (β) τόκοι ή ισοδύναμα τόκων· (γ) μισθώματα· (δ) δικαίωμα εκμετάλλευσης· (ε) ετήσια πρόσοδος· ή (στ) καθαρά κέρδη από περιουσιακά στοιχεία τύπου που παράγει εισόδημα που περιγράφεται στις παραγράφους (α) έως (ε).</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Όταν το αποδεκτό εισόδημα μόνιμης εγκατάστασης αντιμετωπίζεται ως αποδεκτό εισόδημα της κύριας οντότητας σύμφωνα με το εδάφιο (5) του άρθρου 19, τυχόν καλυπτόμενοι φόροι που προκύπτουν στη δικαιοδοσία στην οποία είναι εγκατεστημένη η μόνιμη εγκατάσταση και συνδέονται με το εν λόγω εισόδημα αντιμετωπίζονται ως καλυπτόμενοι φόροι της κύριας οντότητας, ίσοι με ποσό που δεν υπερβαίνει το εν λόγω εισόδημα πολλαπλασιαζόμενο με τον υψηλότερο φορολογικό συντελεστή επί του συνήθους εισοδήματος στη δικαιοδοσία στην οποία είναι εγκατεστημένη η κύρια οντότητα.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Αναπροσαρμογές μετά την υποβολή στοιχείων και μεταβολές φορολογικών συντελεστών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-26\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 26</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">26.-(1)(i) Όταν μια συνιστώσα οντότητα καταγράφει μια αναπροσαρμογή των καλυπτόμενων φόρων της για προηγούμενο οικονομικό έτος στους οικείους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς, η εν λόγω αναπροσαρμογή αντιμετωπίζεται ως αναπροσαρμογή καλυπτόμενων φόρων κατά το οικονομικό έτος κατά το οποίο πραγματοποιείται η αναπροσαρμογή, εκτός εάν η αναπροσαρμογή αφορά οικονομικό έτος κατά το οποίο σημειώνεται μείωση των καλυπτόμενων φόρων για τη δικαιοδοσία. (ii) Όταν υπάρχει μείωση των καλυπτόμενων φόρων που περιλαμβάνονταν στους αναπροσαρμοσμένους καλυπτόμενους φόρους της συνιστώσας οντότητας για προηγούμενο οικονομικό έτος, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής και ο συμπληρωματικός φόρος για το εν λόγω οικονομικό έτος επανυπολογίζονται σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 30, με μείωση των αναπροσαρμοσμένων καλυπτόμενων φόρων κατά το ποσό της μείωσης των καλυπτόμενων φόρων και το αποδεκτό εισόδημα για το οικονομικό έτος και για κάθε προηγούμενο οικονομικό έτος αναπροσαρμόζεται ανάλογα. (iii) Κατά την ετήσια επιλογή της υποβάλλουσας συνιστώσας οντότητας που πραγματοποιείται σύμφωνα με εδάφιο (2) του άρθρου 46, τυχόν επουσιώδης μείωση των καλυπτόμενων φόρων δύναται να θεωρηθεί ως αναπροσαρμογή των καλυπτόμενων φόρων κατά το οικονομικό έτος κατά το οποίο πραγματοποιείται η ανα-προσαρμογή· επουσιώδης μείωση των καλυπτόμενων φόρων συνιστά συνολική μείωση μικρότερη από ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000) στους αναπροσαρμοσμένους καλυπτόμενους φόρους που προσδιορίζονται για την δικαιοδοσία για το οικονομικό έτος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Όταν ο εφαρμοστέος εγχώριος φορολογικός συντελεστής μειώνεται κάτω από τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή και η εν λόγω μείωση οδηγεί σε αναβαλλόμενο έξοδο φόρου, το ποσό του απορρέοντος αναβαλλόμενου εξόδου φόρου αντιμετωπίζεται ως αναπροσαρμογή της υποχρέωσης της συνιστώσας οντότητας για καλυπτόμενους φόρους που λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με το άρθρο 22 για προηγούμενο οικονομικό έτος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Όταν ένα αναβαλλόμενο έξοδο φόρου λαμβάνεται υπόψη με συντελεστή χαμηλότερο από τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή και αργότερα αυξάνεται ο εφαρμοστέος φορολογικός συντελεστής, το ποσό του αναβαλλόμενου εξόδου φόρου που προκύπτει από την εν λόγω αύξηση αντιμετωπίζεται κατά την καταβολή ως αναπροσαρμογή της υποχρέωσης μιας συνιστώσας οντότητας για καλυπτόμενους φόρους που διεκδικήθηκαν για προηγούμενο οικονομικό έτος σύμφωνα με το άρθρο 22:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, η προαναφερθείσα αναπροσαρμογή θα λαμβάνεται υπόψη ως καλυπτόμενος φόρος του φορολογικού έτους κατά το οποίο ο εν λόγω φόρος καταβάλλεται. (β) Η αναπροσαρμογή δυνάμει της παραγράφου (α) δεν υπερβαίνει ποσό ίσο με το αναβαλλόμενο έξοδο φόρου που αναδιατυπώνεται με τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Όταν παραμένει ανεξόφλητο μετά το πέρας τριετίας από τη λήξη ενός οικονομικού έτους ποσό άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000) από τα δεδουλευμένα τρέχοντα έξοδα φόρου μιας συνιστώσας οντότητας που έχουν συμπεριληφθεί σε αναπροσαρμοσμένους καλυπτόμενους φόρους για το εν λόγω οικονομικό έτος, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής και ο συμπληρωματικός φόρος για το οικονομικό έτος κατά το οποίο το ανεξόφλητο ποσό διεκδικήθηκε ως καλυπτόμενος φόρος επανυπολογίζονται σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 30, με εξαίρεση του εν λόγω ανεξόφλητου ποσού από τους αναπροσαρμοσμένους καλυπτόμενους φόρους.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ V ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟΥ ΦΟΡΟΥ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Προσδιορισμός του πραγματικού φορολογικού συντελεστή</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-27\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 27</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">27.-(1) Ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής ενός ομίλου ΠΕ ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας υπολογίζεται, για κάθε οικονομικό έτος και για κάθε δικαιοδοσία, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει καθαρό αποδεκτό εισόδημα στην δικαιοδοσία, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:</p>\n<p class=\"lf-p\">Πραγματικός φορολογικός συντελεστής= αναπροσαρμοσμένοι καλυπτόμενοι φόροι των συνιστωσών οντοτήτων στην δικαιοδοσία ______________________________________________ καθαρό αποδεκτό εισόδημα των συνιστωσών οντοτήτων στην δικαιοδοσία όπου οι αναπροσαρμοσμένοι καλυπτόμενοι φόροι των συνιστωσών οντοτήτων είναι το άθροισμα των αναπροσαρμοσμένων καλυπτόμενων φόρων όλων των συνιστωσών οντοτήτων που είναι εγκατεστημένες στη δικαιοδοσία οι οποίοι προσδιορίζονται σύμφωνα με το Μέρος IV.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το καθαρό αποδεκτό εισόδημα ή ζημία των συνιστωσών οντοτήτων στην δικαιοδοσία για ένα οικονομικό έτος προσδιορίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο: καθαρό αποδεκτό εισόδημα ή ζημία= αποδεκτό εισόδημα των συνιστωσών οντοτήτων - αποδεκτές ζημίες των συνιστωσών οντοτήτων όπου- (α) το αποδεκτό εισόδημα των συνιστωσών οντοτήτων είναι το τυχόν θετικό άθροισμα των αποδεκτών εισοδημάτων όλων των συνιστωσών οντοτήτων που είναι εγκατεστημένες στην δικαιοδοσία που προσδιορίζεται σύμφωνα με το Μέρος III· (β) οι αποδεκτές ζημίες των συνιστωσών οντοτήτων είναι το άθροισμα των αποδεκτών ζημιών όλων των συνιστωσών οντοτήτων που είναι εγκατεστημένες στην δικαιοδοσία που προσδιορίζεται σύμφωνα με το Μέρος III.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι αναπροσαρμοσμένοι καλυπτόμενοι φόροι και το αποδεκτό εισόδημα ή ζημία των συνιστωσών οντοτήτων που είναι επενδυτικές οντότητες εξαιρούνται από τον υπολογισμό του πραγματικού φορολογικού συντελεστή σύμφωνα με το εδάφιο (1) και τον υπολογισμό του καθαρού αποδεκτού εισοδήματος σύμφωνα με το εδάφιο (2).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής κάθε συνιστώσας οντότητας χωρίς εθνικότητα υπολογίζεται, για κάθε οικονομικό έτος, χωριστά από τον πραγματικό φορολογικό συντελεστή όλων των άλλων συνιστωσών οντοτήτων.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Υπολογισμός του συμπληρωματικού φόρου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-28\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 28</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">28.-(1) Όταν ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής όπως ορίζεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 27 μιας δικαιοδοσίας στην οποία είναι εγκατεστημένες οι συνιστώσες οντότητες είναι χαμηλότερος από τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή για ένα οικονομικό έτος, ο όμιλος ΠΕ ή ο εγχώριος όμιλος μεγάλης κλίμακας υπολογίζει τον συμπληρωματικό φόρο χωριστά για καθεμία από τις συνιστώσες οντότητές του με αποδεκτό εισόδημα που περιλαμβάνεται στον υπολογισμό του καθαρού αποδεκτού εισοδήματος της εν λόγω δικαιοδοσίας και ο συμπληρωματικός φόρος υπολογίζεται σε βάση δικαιοδοσίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το ποσοστό συμπληρωματικού φόρου για μια δικαιοδοσία για ένα οικονομικό έτος είναι η τυχόν θετική διαφορά σε ποσοστιαίες μονάδες που υπολογίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:</div>\n<p class=\"lf-p\">Ποσοστό συμπληρωματικού φόρου= ελάχιστος φορολογικός συντελεστής – πραγματικός φορολογικός συντελεστής όπου ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής είναι ο συντελεστής που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 27.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο συμπληρωματικός φόρος για μια δικαιοδοσία για ένα οικονομικό έτος είναι το τυχόν θετικό ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:</div>\n<p class=\"lf-p\">Συμπληρωματικός φόρος για μια δικαιοδοσία = (ποσοστό συμπληρωματικού φόρου x πλεονάζον κέρδος) + πρόσθετος συμπληρωματικός φόρος - εγχώριος συμπληρωματικός φόρος όπου- (α) ο πρόσθετος συμπληρωματικός φόρος είναι το ποσό του φόρου που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 30 για το οικονομικό έτος· (β) ο εγχώριος συμπληρωματικός φόρος είναι το ποσό του φόρου για το οικονομικό έτος, βάσει ενδεδειγμένου εγχώριου συμπληρωματικού φόρου άλλου κράτους μέλους ή δικαιοδοσίας τρίτης χώρας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Το πλεονάζον κέρδος για την δικαιοδοσία για το οικονομικό έτος που αναφέρεται το εδάφιο (3) είναι το τυχόν θετικό ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:</div>\n<p class=\"lf-p\">Πλεονάζον κέρδος= καθαρό αποδεκτό εισόδημα - εξαίρεση εισοδήματος επί της ουσίας όπου- (α) το καθαρό αποδεκτό εισόδημα είναι το εισόδημα που προσδιορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 27 για την δικαιοδοσία· (β) η εξαίρεση εισοδήματος επί της ουσίας είναι το ποσό που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 29 για την δικαιοδοσία.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ο συμπληρωματικός φόρος συνιστώσας οντότητας για το τρέχον οικονομικό έτος υπολογίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:</div>\n<p class=\"lf-p\">Συμπληρωματικός φόρος συνιστώσας οντότητας = συμπληρωματικός φόρος για μια δικαιοδοσία x (αποδεκτό εισόδημα της συνιστώσας οντότητας)/(συνολικό αποδεκτό εισόδημα των συνιστωσών οντοτήτων) όπου- (α) το αποδεκτό εισόδημα της συνιστώσας οντότητας για μια δικαιοδοσία για ένα οικονομικό έτος είναι το εισόδημα που προσδιορίζεται σύμφωνα με το Μέρος III· (β) το συνολικό αποδεκτό εισόδημα όλων των συνιστωσών οντοτήτων για μια δικαιοδοσία για ένα οικονομικό έτος είναι το άθροισμα των αποδεκτών εισοδημάτων όλων των συνιστωσών οντοτήτων που είναι εγκατεστημένες στην δικαιοδοσία για το οικονομικό έτος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Εάν ο συμπληρωματικός φόρος δικαιοδοσίας προκύπτει από επανυπολογισμό σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 30 και δεν υπάρχει καθαρό αποδεκτό εισόδημα στην δικαιοδοσία για το οικονομικό έτος, ο συμπληρωματικός φόρος κατανέμεται σε κάθε συνιστώσα οντότητα χρησιμοποιώντας τον τύπο που ορίζεται στο εδάφιο (5), με βάση το αποδεκτό εισόδημα των συνιστωσών οντοτήτων κατά τα οικονομικά έτη για τα οποία διενεργούνται οι επανυπολογισμοί σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 30.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Ο συμπληρωματικός φόρος κάθε συνιστώσας οντότητας χωρίς εθνικότητα υπολογίζεται, για κάθε οικονομικό έτος, χωριστά από τον συμπληρωματικό φόρο όλων των άλλων συνιστωσών οντοτήτων.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Εξαίρεση εισοδήματος επί της ουσίας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-29\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 29</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">29.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί- (α) «επιλέξιμοι εργαζόμενοι» σημαίνει τους εργαζόμενους πλήρους ή μερικής απασχόλησης συνιστώσας οντότητας και τους ανεξάρτητους ανάδοχους που συμμετέχουν στις συνήθεις δραστηριότητες λειτουργίας του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας υπό τη διεύθυνση και τον έλεγχο του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας· (β) «επιλέξιμες δαπάνες μισθοδοσίας» σημαίνει τις δαπάνες αποζημίωσης εργαζόμενων, περιλαμβανομένων των μισθών, των ωρομισθίων και άλλων δαπανών που συνιστούν άμεση και χωριστή προσωπική παροχή στον εργαζόμενο, όπως ασφάλιση υγείας και συνταξιοδοτικές εισφορές, φόροι μισθοδοσίας και απασχόλησης, καθώς και εργοδοτικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης· (γ) «επιλέξιμα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία» σημαίνει- (i) ακίνητα, εγκαταστάσεις και εξοπλισμό που βρίσκονται στη δικαιοδοσία· (ii) φυσικούς πόρους που βρίσκονται στη δικαιοδοσία· (iii) το δικαίωμα μισθωτή για τη χρήση ενσώματων περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στη δικαιοδοσία· και (iv) άδεια ή παρόμοια ρύθμιση από την κυβέρνηση για τη χρήση ακίνητης περιουσίας ή την εκμετάλλευση φυσικών πόρων που συνεπάγεται σημαντική επένδυση σε ενσώματα περιουσιακά στοιχεία.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το καθαρό αποδεκτό εισόδημα, όπως ορίζεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 27, για μια δικαιοδοσία μειώνεται, για τον υπολογισμό του συμπληρωματικού φόρου, κατά ποσό ίσο με το άθροισμα του απαλλασσόμενου σκέλους της μισθοδοσίας που αναφέρεται στο εδάφιο (3) και του απαλλασσόμενου σκέλους των ενσώματων περιουσιακών στοιχείων που αναφέρεται στο εδάφιο (4) για κάθε συνιστώσα οντότητα που είναι εγκατεστημένη στην δικαιοδοσία, εκτός εάν μια υποβάλλουσα συνιστώσα οντότητα ενός ομίλου ΠΕ ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας επιλέξει, σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 46, να μην εφαρμόσει την εξαίρεση εισοδήματος επί της ουσίας για το οικονομικό έτος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η απαλλαγή του σκέλους της μισθοδοσίας συνιστώσας οντότητας που είναι εγκατεστημένη σε μια δικαιοδοσία ισούται με το πέντε τοις εκατό (5%) των οικείων επιλέξιμων δαπανών μισθοδοσίας επιλέξιμων εργαζομένων που ασκούν δραστηριότητες για τον όμιλο ΠΕ ή τον εγχώριο όμιλο μεγάλης κλίμακας στην εν λόγω δικαιοδοσία, με εξαίρεση τις επιλέξιμες δαπάνες μισθοδοσίας που- (α) κεφαλαιοποιούνται και περιλαμβάνονται στη λογιστική αξία επιλέξιμων ενσώματων περιουσιακών στοιχείων· (β) δύναται να αποδοθούν σε εισόδημα που εξαιρείται σύμφωνα με το άρθρο 18.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η απαλλαγή του σκέλους των ενσώματων περιουσιακών στοιχείων συνιστώσας οντότητας που είναι εγκατεστημένη στη δικαιοδοσία ισούται με το πέντε τοις εκατό (5%) της λογιστικής αξίας των επιλέξιμων ενσώματων περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στην δικαιοδοσία, με εξαίρεση- (α) τη λογιστική αξία της ακίνητης περιουσίας, συμπεριλαμβανομένων των γηπέδων και των κτιρίων, που κατέχεται προς πώληση, χρηματοδοτική μίσθωση ή επενδύσεις· (β) τη λογιστική αξία των ενσώματων περιουσιακών στοιχείων που χρησιμοποιούνται για την άντληση εσόδων που εξαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 18.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Για τους σκοπούς του εδάφιου (4), η λογιστική αξία των επιλέξιμων ενσώματων περιουσιακών στοιχείων είναι ο μέσος όρος της λογιστικής αξίας των επιλέξιμων ενσώματων περιουσιακών στοιχείων κατά την έναρξη και τη λήξη του οικονομικού έτους, όπως καταγράφεται με σκοπό την κατάρτιση των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων της τελικής μητρικής οντότητας, μειωμένη κατά κάθε σωρευμένη απόσβεση και ανάλωση και προσαυξημένη κατά κάθε ποσό που αποδίδεται στην κεφαλαιοποίηση των δαπανών μισθοδοσίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>(i) Για τους σκοπούς των εδαφίων (3) και (4), οι επιλέξιμες δαπάνες μισθοδοσίας και τα επιλέξιμα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία μιας συνιστώσας οντότητας που είναι μόνιμη εγκατάσταση είναι εκείνα που περιλαμβάνονται στους χωριστούς χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς της σύμφωνα με τα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 19, υπό την προϋπόθεση ότι οι επιλέξιμες δαπάνες μισθοδοσίας και τα επιλέξιμα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία βρίσκονται στην ίδια δικαιοδοσία με τη μόνιμη εγκατάσταση. (ii) Οι επιλέξιμες δαπάνες μισθοδοσίας και τα επιλέξιμα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία μιας μόνιμης εγκατάστασης δεν λαμβάνονται υπόψη για τις επιλέξιμες δαπάνες μισθοδοσίας και τα επιλέξιμα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία της κύριας οντότητας. (iii) Όταν το εισόδημα μόνιμης εγκατάστασης εξαιρέθηκε εν όλω ή εν μέρει σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 20 και το εδάφιο (5) του άρθρου 39, οι επιλέξιμες δαπάνες μισθοδοσίας και τα επιλέξιμα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία της εν λόγω μόνιμης εγκατάστασης εξαιρούνται στην ίδια αναλογία από τον υπολογισμό βάσει του παρόντος άρθρου για τον όμιλο ΠΕ ή τον εγχώριο όμιλο μεγάλης κλίμακας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Οι επιλέξιμες δαπάνες μισθοδοσίας επιλέξιμων εργαζομένων που καταβάλλονται από οντότητα μετακύλισης φόρου και τα επιλέξιμα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε οντότητα μετακύλισης φόρου, που δεν κατανέμονται σύμφωνα με το εδάφιο (6), κατανέμονται- (α) στις συνιστώσες οντότητες-ιδιοκτήτριες της οντότητας μετακύλισης φόρου, κατ’ αναλογία προς το ποσό που τους κατανέμεται σύμφωνα με το εδάφιο (4) του άρθρου 20, υπό την προϋπόθεση ότι οι επιλέξιμοι εργαζόμενοι και τα επιλέξιμα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία βρίσκονται στην δικαιοδοσία των συνιστωσών οντοτήτων-ιδιοκτητριών· και (β) στην οντότητα μετακύλισης φόρου εάν είναι η τελική μητρική οντότητα, μειωμένα κατ’ αναλογία προς το εισόδημα που εξαιρείται από τον υπολογισμό του αποδεκτού εισοδήματος της οντότητας μετακύλισης φόρου σύμφωνα με τα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 39, υπό την προϋπόθεση ότι οι επιλέξιμοι εργαζόμενοι και τα επιλέξιμα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία βρίσκονται στην δικαιοδοσίας της οντότητας μετακύλισης φόρου:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι όλες οι άλλες επιλέξιμες δαπάνες μισθοδοσίας και τα επιλέξιμα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία της οντότητας μετακύλισης φόρου εξαιρούνται από τους υπολογισμούς εξαίρεσης εισοδήματος επί της ουσίας του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Η εξαίρεση εισοδήματος επί της ουσίας κάθε συνιστώσας οντότητας χωρίς εθνικότητα υπολογίζεται, για κάθε οικονομικό έτος, χωριστά από την εξαίρεση εισοδήματος επί της ουσίας όλων των άλλων συνιστωσών οντοτήτων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Η εξαίρεση εισοδήματος επί της ουσίας που υπολογίζεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο δεν περιλαμβάνει το απαλλασσόμενο σκέλος της μισθοδοσίας και το απαλλασσόμενο σκέλος των ενσώματων περιουσιακών στοιχείων των συνιστωσών οντοτήτων που είναι επενδυτικές οντότητες στη συγκεκριμένη δικαιοδοσία.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Πρόσθετος συμπληρωματικός φόρος</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-30\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 30</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">30.-(1) Όταν, δυνάμει του εδαφίου (3) του άρθρου 12, του εδαφίου (7) του άρθρου 17, του εδαφίου (6) του άρθρου 23, των εδαφίων (1) έως (4) του άρθρου 26 και του εδαφίου (5) του άρθρου 41, η αναπροσαρμογή των καλυπτόμενων φόρων ή του αποδεκτού εισοδήματος ή ζημίας έχει ως αποτέλεσμα τον επανυπολογισμό του πραγματικού φορολογικού συντελεστή και του συμπληρωματικού φόρου του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας για προηγούμενο οικονομικό έτος, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής και ο συμπληρωματικός φόρος επανυπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 27, 28 και 29. Κάθε ποσό προσαυξητικού συμπληρωματικού φόρου που προκύπτει από τον εν λόγω επανυπολογισμό αντιμετωπίζεται ως πρόσθετος συμπληρωματικός φόρος για τους σκοπούς του εδαφίου (3) του άρθρου 28 για το οικονομικό έτος κατά το οποίο πραγματοποιείται ο επανυπολογισμός.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Όταν υπάρχει πρόσθετος συμπληρωματικός φόρος και δεν υπάρχει καθαρό αποδεκτό εισόδημα για την δικαιοδοσία για το οικονομικό έτος το αποδεκτό εισόδημα, κάθε συνιστώσας οντότητας που είναι εγκατεστημένη στην εν λόγω δικαιοδοσία ισούται με ποσό ίσο με τον συμπληρωματικό φόρο που κατανέμεται στις εν λόγω συνιστώσες οντότητες δυνάμει των εδαφίων (5) και (6) του άρθρου 28 διαιρούμενο με τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όταν, δυνάμει του εδαφίου (5) του άρθρου 22, οφείλεται πρόσθετος συμπληρωματικός φόρος, το αποδεκτό εισόδημα κάθε συνιστώσας οντότητας που είναι εγκατεστημένη στη δικαιοδοσία ισούται με ποσό ίσο με τον συμπληρωματικό φόρο που κατανέμεται στην εν λόγω συνιστώσα οντότητα διαιρούμενο με τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή και η κατανομή γίνεται κατ’ αναλογία σε κάθε συνιστώσα οντότητα, με βάση τον ακόλουθο τύπο: (αποδεκτό εισόδημα ή ζημία x ελάχιστος φορολογικός συντελεστής)- αναπροσαρμοσμένοι καλυπτόμενοι φόροι.</div>\n<p class=\"lf-p\">Ο πρόσθετος συμπληρωματικός φόρος κατανέμεται μόνο σε συνιστώσες οντότητες που καταγράφουν αρνητικό ποσό αναπροσαρμοσμένου καλυπτόμενου φόρου και μικρότερο από το αποδεκτό εισόδημα ή ζημία των εν λόγω συνιστωσών οντοτήτων πολλαπλασιασμένο με τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Όταν σε μια συνιστώσα οντότητα κατανέμεται πρόσθετος συμπληρωματικός φόρος σύμφωνα με το παρόν άρθρο και σύμφωνα με τα εδάφια (5) και (6) του άρθρου 28, η εν λόγω συνιστώσα οντότητα αντιμετωπίζεται ως συνιστώσα οντότητα με χαμηλή φορολόγηση για τους σκοπούς του Μέρους ΙΙ.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Εξαίρεση de minimis</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-31\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 31</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">31.-(1)(α) Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 27 έως 30 και του άρθρου 32, κατ’ επιλογή της υποβάλλουσας συνιστώσας οντότητας, ο συμπληρωματικός φόρος που οφείλεται για τις συνιστώσες οντότητες που είναι εγκατεστημένες στη δικαιοδοσία ισούται με μηδέν για ένα οικονομικό έτος εάν για το εν λόγω οικονομικό έτος- (α) τα μέσα επιλέξιμα έσοδα όλων των συνιστωσών οντοτήτων που είναι εγκατεστημένες στην εν λόγω δικαιοδοσία είναι χαμηλότερα από δέκα εκατομμύρια ευρώ (€10.000.000)· και (β) το μέσο αποδεκτό εισόδημα ή ζημία όλων των συνιστωσών οντοτήτων στην εν λόγω δικαιοδοσία αντιστοιχεί σε ζημία ή είναι χαμηλότερο από ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000). (β) Η επιλογή πραγματοποιείται ετησίως σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 46.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Τα μέσα αποδεκτά έσοδα ή το μέσο αποδεκτό εισόδημα ή ζημία που αναφέρεται στο εδάφιο (1) είναι ο μέσος όρος των αποδεκτών εσόδων ή του αποδεκτού εισοδήματος ή ζημίας των συνιστωσών οντοτήτων που είναι εγκατεστημένη στην δικαιοδοσία για το οικονομικό έτος και τα δύο (2) προηγούμενα οικονομικά έτη. (β) Εάν στην δικαιοδοσία δεν υπάρχουν συνιστώσες οντότητες με αποδεκτά έσοδα ή αποδεκτή ζημία κατά το πρώτο ή το δεύτερο προηγούμενο οικονομικό έτος ή και τα δυο, το εν λόγω οικονομικό έτος ή έτη εξαιρούνται από τον υπολογισμό των μέσων αποδεκτών εσόδων ή του αποδεκτού εισοδήματος ή ζημίας της εν λόγω δικαιοδοσίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Τα επιλέξιμα έσοδα των συνιστωσών οντοτήτων που είναι εγκατεστημένες στη δικαιοδοσία για ένα οικονομικό έτος είναι το άθροισμα όλων των εσόδων των συνιστωσών οντοτήτων που είναι εγκατεστημένες στην εν λόγω δικαιοδοσία, μειωμένα ή αυξημένα κατά κάθε αναπροσαρμογή που πραγματοποιείται σύμφωνα με το Μέρος III.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Το αποδεκτό εισόδημα ή ζημία των συνιστωσών οντοτήτων που είναι εγκατεστημένες στη δικαιοδοσία για ένα οικονομικό έτος είναι το καθαρό αποδεκτό εισόδημα ή ζημία της εν λόγω δικαιοδοσίας, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 27.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η εξαίρεση de minimis που ορίζεται στα εδάφια (1) έως (4) δεν ισχύει για συνιστώσες οντότητες χωρίς εθνικότητα και επενδυτικές οντότητες και τα έσοδα και το αποδεκτό εισόδημα ή ζημία των εν λόγω οντοτήτων δεν περιλαμβάνονται στον υπολογισμό της εξαίρεσης de minimis.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Συνιστώσες οντότητες υπό μειοψηφική ιδιοκτησία</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-32\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 32</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">32.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί- (α) «συνιστώσα οντότητα υπό μειοψηφική ιδιοκτησία» σημαίνει συνιστώσα οντότητα στην οποία η τελική μητρική οντότητα έχει άμεση ή έμμεση ιδιοκτησιακή συμμετοχή τριάντα τοις εκατό (30%) ή λιγότερο· (β) «μητρική οντότητα υπό μειοψηφική ιδιοκτησία» σημαίνει συνιστώσα οντότητα υπό μειοψηφική ιδιοκτησία η οποία κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, τις ελέγχουσες συμμετοχές άλλης συνιστώσας οντότητας υπό μειοψηφική ιδιοκτησία, εκτός εάν οι ελέγχουσες συμμετοχές της πρώτης οντότητας κατέχονται, άμεσα ή έμμεσα, από άλλη συνιστώσα οντότητα υπό μειοψηφική ιδιοκτησία· (γ) «υπο-όμιλος υπό μειοψηφική ιδιοκτησία» σημαίνει μητρική οντότητα υπό μειοψηφική ιδιοκτησία και οι θυγατρικές της υπό μειοψηφική ιδιοκτησία· και (δ) «θυγατρική υπό μειοψηφική ιδιοκτησία» σημαίνει συνιστώσα οντότητα υπό μειοψηφική ιδιοκτησία της οποίας οι ελέγχουσες συμμετοχές κατέχονται, άμεσα ή έμμεσα, από μητρική οντότητα υπό μειοψηφική ιδιοκτησία.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Ο υπολογισμός του πραγματικού φορολογικού συντελεστή και του συμπληρωματικού φόρου για μια δικαιοδοσία σύμφωνα με τα Μέρη III έως VII όσον αφορά τα μέλη υπό-ομίλου υπό μειοψηφική ιδιοκτησία εφαρμόζεται όπως εάν κάθε υπό-όμιλος υπό μειοψηφική ιδιοκτησία ήταν χωριστός όμιλος ΠΕ ή εγχώριος όμιλος μεγάλης κλίμακας. (β) Οι αναπροσαρμοσμένοι καλυπτόμενοι φόροι και το αποδεκτό εισόδημα ή ζημία μελών υπό-ομίλου υπό μειοψηφική ιδιοκτησία εξαιρούνται από τον προσδιορισμό του εναπομένοντος ποσού του πραγματικού φορολογικού συντελεστή του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας που υπολογίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 27 και από το καθαρό αποδεκτό εισόδημα που υπολογίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 27.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής και ο συμπληρωματικός φόρος συνιστώσας οντότητας υπό μειοψηφική ιδιοκτησία που δεν είναι μέλος υπό-ομίλου υπό μειοψηφική ιδιοκτησία υπολογίζονται σε βάση οντότητας σύμφωνα με τα Μέρη III έως VII. (β) Οι αναπροσαρμοσμένοι καλυπτόμενοι φόροι και το αποδεκτό εισόδημα ή ζημία της συνιστώσας οντότητας υπό μειοψηφική ιδιοκτησία εξαιρούνται από τον προσδιορισμό του εναπομένοντος ποσού του πραγματικού φορολογικού συντελεστή του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας που υπολογίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 26 και από το καθαρό αποδεκτό εισόδημα που υπολογίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 27:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν ισχύουν για συνιστώσα οντότητα υπό μειοψηφική ιδιοκτησία που είναι επενδυτική οντότητα.</p>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Ασφαλείς λιμένες</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-33\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 33</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">33.-(1) Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 27 έως 32, κατά την επιλογή της υποβάλλουσας συνιστώσας οντότητας, ο συμπληρωματικός φόρος που οφείλεται από όμιλο σε συγκεκριμένη δικαιοδοσία θεωρείται μηδενικός για ένα οικονομικό έτος, εάν οι συνιστώσες οντότητες που είναι εγκατεστημένες στην εν λόγω δικαιοδοσία πληρούν τις προϋποθέσεις μιας αποδεκτής διεθνούς συμφωνίας για ασφαλείς λιμένες.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τους σκοπούς του εδαφίου (1) ως «αποδεκτή διεθνής συμφωνία για ασφαλείς λιμένες» σημαίνει διεθνές σύνολο κανόνων και προϋποθέσεων επί του οποίου έχουν συναινέσει όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης και το οποίο παρέχει σε ομίλους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου και της Οδηγίας τη δυνατότητα να επιλέξουν να επωφεληθούν από έναν ή περισσότερους ασφαλείς λιμένες για μια δικαιοδοσία.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ VI ΕΙΔΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΤΑΙΡΙΚΕΣ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Εφαρμογή του ενοποιημένου ορίου εσόδων στις συγχωνεύσεις και διασπάσεις ομίλων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-34\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 34</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">34.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: (α) «συγχώνευση» σημαίνει κάθε ρύθμιση κατά την οποία- (i) όλες ή ουσιαστικά όλες οι οντότητες δύο ή περισσότερων χωριστών ομίλων τίθενται υπό κοινό έλεγχο κατά τρόπο ώστε να αποτελούν οντότητες ενός ενοποιημένου ομίλου· ή (ii) μια οντότητα που δεν είναι μέλος κανενός ομίλου τίθεται υπό κοινό έλεγχο με άλλη οντότητα ή όμιλο κατά τρόπο ώστε να αποτελούν οντότητες ενός ενοποιημένου ομίλου· (β) «διάσπαση» σημαίνει κάθε ρύθμιση στην οποία οι οντότητες ενός ενιαίου ομίλου διαχωρίζονται σε δύο ή περισσότερους διαφορετικούς ομίλους που δεν ενοποιούνται πλέον από την ίδια τελική μητρική οντότητα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Όταν δύο ή περισσότεροι όμιλοι συγχωνεύονται για να σχηματίσουν έναν ενιαίο όμιλο σε οποιοδήποτε από τα τέσσερα (4) τελευταία συναπτά οικονομικά έτη αμέσως πριν από το υπό εξέταση οικονομικό έτος, το ενοποιημένο όριο εσόδων του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας, που αναφέρεται στο άρθρο 4, θεωρείται ότι τηρείται για οποιοδήποτε οικονομικό έτος πριν από τη συγχώνευση, εάν το άθροισμα των εσόδων που περιλαμβάνονται σε καθεμία από τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις τους για το εν λόγω οικονομικό έτος ανέρχεται σε τουλάχιστον επτακόσια πενήντα εκατομμύρια ευρώ (€750.000.000).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όταν μια οντότητα που δεν είναι μέλος ομίλου («στόχος») συγχωνεύεται με οντότητα ή όμιλο («αποκτώσα οντότητα») κατά τη διάρκεια του υπό εξέταση οικονομικού έτους, και είτε ο στόχος είτε η αποκτώσα οντότητα δεν είχε ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις σε οποιοδήποτε από τα τέσσερα τελευταία συναπτά οικονομικά έτη αμέσως πριν από το υπό εξέταση οικονομικό έτος, το ενοποιημένο όριο εσόδων του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας θεωρείται ότι τηρείται για το εν λόγω έτος εάν το άθροισμα των εσόδων που περιλαμβάνονται σε καθεμία από τις οικονομικές καταστάσεις τους ή τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις για το εν λόγω οικονομικό έτος ανέρχεται σε τουλάχιστον επτακόσια πενήντα εκατομμύρια ευρώ (€750.000.000).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση που ένας μεμονωμένος όμιλος ΠΕ ή εγχώριος όμιλος μεγάλης κλίμακας εντός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος Νόμου διασπάται σε δύο ή περισσότερους ομίλους (έκαστος: διασπασθείς όμιλος), το ενοποιημένο όριο εσόδων θεωρείται ότι τηρείται από έναν διασπασθέντα όμιλο όταν- (α) όσον αφορά το πρώτο υπό εξέταση οικονομικό έτος που λήγει μετά τη διάσπαση, ο διασπασθείς όμιλος έχει ετήσια έσοδα ύψους τουλάχιστον επτακόσια πενήντα εκατομμύρια ευρώ (€750.000.000) κατά το εν λόγω οικονομικό έτος· (β) όσον αφορά το δεύτερο έως το τέταρτο υπό εξέταση οικονομικό έτος που λήγει μετά τη διάσπαση, ο διασπασθείς όμιλος έχει ετήσια έσοδα ύψους τουλάχιστον επτακόσια πενήντα εκατομμύρια ευρώ (€750.000.000) κατά τουλάχιστον δύο (2) οικονομικά έτη από το οικονομικό έτος της διάσπασης.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Συνιστώσες οντότητες που προσχωρούν και αποχωρούν από όμιλο ΠΕ ή εγχώριο όμιλο μεγάλης κλίμακας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-35\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 35</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">35.-(1)(α) Όταν μια οντότητα («στόχος») καθίσταται ή παύει να αποτελεί συνιστώσα οντότητα ομίλου ΠΕ ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας ως αποτέλεσμα της μεταβίβασης άμεσων ή έμμεσων ιδιοκτησιακών συμμετοχών στον στόχο ή όταν ο στόχος καθίσταται η τελική μητρική οντότητα νέου ομίλου κατά τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους («έτος απόκτησης»), ο στόχος αντιμετωπίζεται ως μέλος του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, υπό την προϋπόθεση ότι μέρος των περιουσιακών στοιχείων, των υποχρεώσεων, των εσόδων, των εξόδων και των ταμειακών ροών της περιλαμβάνεται γραμμή προς γραμμή στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της τελικής μητρικής οντότητας κατά το έτος απόκτησης. (β) Ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής και ο συμπληρωματικός φόρος του στόχου υπολογίζονται σύμφωνα με τα εδάφια (2) έως (8).</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κατά το έτος απόκτησης, ένας όμιλος ΠΕ ή εγχώριος όμιλος μεγάλης κλίμακας λαμβάνει υπόψη μόνο το καθαρό λογιστικό εισόδημα ή ζημία και τους αναπροσαρμοσμένους καλυπτόμενους φόρους του στόχου που περιλαμβάνονται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της τελικής μητρικής οντότητας για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κατά το έτος απόκτησης και σε κάθε επόμενο οικονομικό έτος, το αποδεκτό εισόδημα ή ζημία και οι αναπροσαρμοσμένοι καλυπτόμενοι φόροι του στόχου βασίζονται στην ιστορική λογιστική αξία των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεών του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Κατά το έτος απόκτησης, κατά τον υπολογισμό των επιλέξιμων δαπανών μισθοδοσίας του στόχου σύμφωνα με το εδαφίου (3) του άρθρου 29, λαμβάνονται υπόψη μόνο οι δαπάνες που αποτυπώνονται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της τελικής μητρικής οντότητας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ο υπολογισμός της λογιστικής αξίας των επιλέξιμων ενσώματων περιουσιακών στοιχείων του στόχου σύμφωνα με το εδάφιο (4) του άρθρου 29 αναπροσαρμόζεται, κατά περίπτωση, κατ’ αναλογία προς τη χρονική περίοδο κατά την οποία ο στόχος ήταν μέλος του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας κατά τη διάρκεια του έτους απόκτησης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Με εξαίρεση την αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση αποδεκτής ζημίας όπως αναφέρεται στο άρθρο 24, οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και οι αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις ενός στόχου που μεταβιβάζονται μεταξύ ομίλων ΠΕ ή εγχώριων ομίλων μεγάλης κλίμακας λαμβάνονται υπόψη από τον αποκτώντα όμιλο ΠΕ ή εγχώριο όμιλο μεγάλης κλίμακας με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό όπως εάν ο αποκτών όμιλος ΠΕ ή εγχώριος όμιλος μεγάλης κλίμακας είχε τον έλεγχο του στόχου όταν προέκυψαν τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Οι αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις του στόχου που έχουν προηγουμένως συμπεριληφθεί στο οικείο συνολικό ποσό αναπροσαρμογής αναβαλλόμενου φόρου αντιμετωπίζονται ως αντεστραμμένες, για τους σκοπούς του εδαφίου (7) του άρθρου 23, από τον εκχωρούντα όμιλο ΠΕ ή εγχώριο όμιλο μεγάλης κλίμακας και προκύπτουσες από τον αποκτώντα όμιλο ΠΕ ή εγχώριο όμιλο μεγάλης κλίμακας κατά το έτος απόκτησης, με την εξαίρεση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση κάθε μεταγενέστερη μείωση των καλυπτόμενων φόρων σύμφωνα με το εδάφιο (7) του άρθρου 23 παράγει αποτελέσματα κατά το έτος κατά το οποίο ανακτάται το ποσό.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Όταν ο στόχος είναι μητρική οντότητα και οντότητα δύο ή περισσότερων ομίλων ΠΕ ή εγχώριων ομίλων μεγάλης κλίμακας κατά τη διάρκεια του έτους απόκτησης, εφαρμόζει χωριστά τον κανόνα σχετικά με τη συμπερίληψη του εισοδήματος στα οικεία μερίδια προς επιμερισμό του συμπληρωματικού φόρου για τις συνιστώσες οντότητες με χαμηλή φορολόγηση που προσδιορίζονται για κάθε όμιλο ΠΕ ή εγχώριο όμιλο μεγάλης κλίμακας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των εδαφίων (1) έως (8), η απόκτηση ή η διάθεση ελέγχουσας συμμετοχής σε στόχο αντιμετωπίζεται ως απόκτηση ή διάθεση περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, εάν η δικαιοδοσία στην οποία είναι εγκατεστημένος ο στόχος ή, στην περίπτωση φορολογικά διαφανούς οντότητας, η δικαιοδοσία στην οποία βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία, αντιμετωπίζει την απόκτηση ή τη διάθεση της εν λόγω ελέγχουσας συμμετοχής, με τον ίδιο ή με παρόμοιο τρόπο, ως απόκτηση ή διάθεση περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, και επιβάλλει καλυπτόμενο φόρο στον πωλητή με βάση τη διαφορά μεταξύ τής φορολογικής βάσης και του τιμήματος που καταβάλλεται με αντάλλαγμα την ελέγχουσα συμμετοχή ή την εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-36\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 36</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">36.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: (α) «αναδιοργάνωση» σημαίνει τη μετατροπή ή μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων όπως μεταξύ άλλων σε περιπτώσεις όπως συγχώνευση, διάσπαση, εκκαθάριση ή παρεμφερής συναλλαγή, όταν- (i) το αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση είναι, συνολικά ή κατά σημαντικό μέρος, συμμετοχικοί τίτλοι που εκδίδονται από την αποκτώσα συνιστώσα οντότητα ή από πρόσωπο που συνδέεται με την αποκτώσα συνιστώσα οντότητα ή, σε περίπτωση εκκαθάρισης, συμμετοχικοί τίτλοι του στόχου ή, εάν δεν παρέχεται αντάλλαγμα, όταν η έκδοση συμμετοχικού τίτλου δεν θα είχε οικονομική σημασία· (ii) το κέρδος ή η ζημία της εκχωρούσας συνιστώσας οντότητας από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία δεν υπόκειται σε φόρο, εν όλω ή εν μέρει· και (iii) οι φορολογικοί νόμοι της δικαιοδοσίας στην οποία είναι εγκατεστημένη η αποκτώσα συνιστώσα οντότητα απαιτούν από την αποκτώσα συνιστώσα οντότητα να υπολογίζει το φορολογητέο εισόδημα μετά τη διάθεση ή την απόκτηση χρησιμοποιώντας τη φορολογική βάση της εκχωρούσας συνιστώσας οντότητας στα περιουσιακά στοιχεία, με αναπροσαρμογή για κάθε μη αποδεκτό κέρδος ή ζημία από τη διάθεση ή την απόκτηση. (β) «μη αποδεκτό κέρδος ή ζημία» σημαίνει το μικρότερο ποσό μεταξύ του κέρδους ή της ζημίας της εκχωρούσας συνιστώσας οντότητας που προκύπτει σε σχέση με αναδιοργάνωση που υπόκειται σε φόρο στον τόπο εγκατάστασης της εκχωρούσας συνιστώσας οντότητας και του οικονομικού λογιστικού κέρδους ή ζημίας που προκύπτει σε σχέση με την αναδιοργάνωση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(i) Η συνιστώσα οντότητα που διαθέτει περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις («εκχωρούσα συνιστώσα οντότητα») περιλαμβάνει το κέρδος ή τη ζημία που προκύπτει από την εν λόγω διάθεση στον υπολογισμό του αποδεκτού εισοδήματος ή ζημίας της. (ii) Η συνιστώσα οντότητα που αποκτά περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις («αποκτώσα συνιστώσα οντότητα») προσδιορίζει το αποδεκτό εισόδημα ή ζημία της βάσει της λογιστικής αξίας των αποκτηθέντων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που προσδιορίζεται σύμφωνα με το χρηματοοικονομικό λογιστικό πρότυπο που χρησιμοποιείται κατά την κατάρτιση των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων της τελικής μητρικής οντότητας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του εδαφίου (2), όταν η διάθεση ή η απόκτηση περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων πραγματοποιείται στο πλαίσιο αναδιοργάνωσης- (α) η εκχωρούσα συνιστώσα οντότητα εξαιρεί από τον υπολογισμό του αποδεκτού εισοδήματος ή ζημίας της κάθε κέρδος ή ζημία που προκύπτει από την εν λόγω διάθεση· και (β) η αποκτώσα συνιστώσα οντότητα προσδιορίζει το αποδεκτό εισόδημα ή ζημία της με βάση τη λογιστική αξία των αποκτηθέντων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της εκχωρούσας συνιστώσας οντότητας κατά τη διάθεση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3), όταν η διάθεση περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων πραγματοποιείται στο πλαίσιο αναδιοργάνωσης η οποία έχει ως αποτέλεσμα, για τη εκχωρούσα συνιστώσα οντότητα, μη αποδεκτό κέρδος ή ζημία- (α) η εκχωρούσα συνιστώσα οντότητα περιλαμβάνει το κέρδος ή τη ζημία από τη διάθεση στον υπολογισμό του οικείου αποδεκτού εισοδήματος ή ζημίας ανάλογα με την έκταση του μη αποδεκτού κέρδους ή ζημίας· και (β) η αποκτώσα συνιστώσα οντότητα προσδιορίζει το οικείο αποδεκτό εισόδημα ή ζημία μετά την απόκτηση χρησιμοποιώντας τη λογιστική αξία των αποκτηθέντων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της εκχωρούσας συνιστώσας οντότητας κατά τη διάθεση, με αναπροσαρμογή σύμφωνα με τους τοπικούς φορολογικούς κανόνες της αποκτώσας συνιστώσας οντότητας για να δικαιολογήσει το μη αποδεκτό κέρδος ή ζημία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Κατ’ επιλογή της υποβάλλουσας συνιστώσας οντότητας, όταν μια συνιστώσα οντότητα απαιτείται ή επιτρέπεται να αναπροσαρμόζει τη βάση των περιουσιακών στοιχείων της και το ποσό των υποχρεώσεών της στην εύλογη αξία για φορολογικούς σκοπούς στη δικαιοδοσία στην οποία είναι εγκατεστημένη, η εν λόγω συνιστώσα οντότητα δύναται- (α) να περιλαμβάνει στον υπολογισμό του οικείου αποδεκτού εισοδήματος ή ζημίας ένα ποσό κέρδους ή ζημίας σε σχέση με κάθε οικείο περιουσιακό στοιχείο και υποχρέωση, το οποίο- (i) ισούται με τη διαφορά μεταξύ της λογιστικής αξίας, για χρηματοοικονομικούς λογιστικούς σκοπούς, του περιουσιακού στοιχείου ή της υποχρέωσης ακριβώς πριν από την ημερομηνία του γεγονότος που προκάλεσε τη φορολογική αναπροσαρμογή («γενεσιουργό γεγονός») και της εύλογης αξίας του περιουσιακού στοιχείου ή της υποχρέωσης αμέσως μετά το γενεσιουργό γεγονός· και (ii) μειώνεται ή αυξάνεται κατά το μη αποδεκτό κέρδος ή ζημία που τυχόν προκύπτει σε σχέση με το γενεσιουργό γεγονός· (β) να χρησιμοποιεί, για χρηματοοικονομικούς λογιστικούς σκοπούς, την εύλογη αξία του περιουσιακού στοιχείου ή της υποχρέωσης αμέσως μετά το γενεσιουργό γεγονός για τον υπολογισμό του αποδεκτού εισοδήματος ή ζημίας κατά τα οικονομικά έτη που λήγουν μετά το γενεσιουργό γεγονός· και (γ) να περιλαμβάνει το καθαρό σύνολο των ποσών που προσδιορίζονται στην παράγραφο (α) στο αποδεκτό εισόδημα ή ζημία της συνιστώσας οντότητας με έναν από τους ακόλουθους τρόπους: (i) Το καθαρό σύνολο των εν λόγω ποσών περιλαμβάνεται στο οικονομικό έτος κατά το οποίο συμβαίνει το γενεσιουργό γεγονός· ή (ii) ποσό ίσο με το καθαρό σύνολο των εν λόγω ποσών διαιρούμενο διά πέντε περιλαμβάνεται στο οικονομικό έτος κατά το οποίο συμβαίνει το γενεσιουργό γεγονός και σε καθένα από τα αμέσως επόμενα τέσσερα (4) οικονομικά έτη, εκτός εάν η συνιστώσα οντότητα αποχωρήσει από τον όμιλο ΠΕ ή τον εγχώριο όμιλο μεγάλης κλίμακας σε ένα οικονομικό έτος εντός της συγκεκριμένης περιόδου, περίπτωση κατά την οποία το υπόλοιπο ποσό θα συμπεριληφθεί εξ ολοκλήρου στο εν λόγω οικονομικό έτος.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Κοινοπραξίες</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-37\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 37</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">37.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: (α) «κοινοπραξία» σημαίνει οντότητα της οποίας τα οικονομικά αποτελέσματα αναφέρονται με τη μέθοδο της καθαρής θέσης στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της τελικής μητρικής οντότητας, υπό την προϋπόθεση ότι η τελική μητρική οντότητα κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, τουλάχιστον το πενήντα τοις εκατό (50%) των ιδιοκτησιακών της συμμετοχών και περιλαμβάνει- (i) τελική μητρική οντότητα ομίλου ΠΕ ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας που πρέπει να εφαρμόζει τον κανόνα IIR· (ii) εξαιρούμενη οντότητα, όπως ορίζεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 4· (iii) οντότητα της οποίας οι ιδιοκτησιακές συμμετοχές που κατέχονται από τον όμιλο ΠΕ ή τον εγχώριο όμιλο μεγάλης κλίμακας κατέχονται απευθείας μέσω εξαιρούμενης οντότητας που αναφέρεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 4 και η οποία πληροί μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: -δραστηριοποιείται αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά με σκοπό την κατοχή περιουσιακών στοιχείων ή την επένδυση κεφαλαίων προς όφελος των επενδυτών της· -ασκεί δραστηριότητες παρεπόμενες εκείνων που ασκεί η εξαιρούμενη οντότητα· ή -ουσιαστικά το σύνολο του εισοδήματός της εξαιρείται από τον υπολογισμό του αποδεκτού εισοδήματος ή ζημίας σύμφωνα με τις υποπαραγράφους (ii) και (iii) του εδαφίου 2 του άρθρου 17. (iv) οντότητα που κατέχεται από όμιλο ΠΕ ή εγχώριο όμιλο μεγάλης κλίμακας, ο οποίος αποτελείται αποκλειστικά από εξαιρούμενες οντότητες· ή (v) συνδεδεμένη εταιρεία κοινοπραξίας. (β) «συνδεδεμένη εταιρεία κοινοπραξίας» σημαίνει- (i) οντότητα της οποίας τα περιουσιακά στοιχεία, οι υποχρεώσεις, τα έσοδα, τα έξοδα και οι ταμειακές ροές ενοποιούνται από κοινοπραξία σύμφωνα με αποδεκτό χρηματοοικονομικό λογιστικό πρότυπο ή θα είχαν ενοποιηθεί εάν η κοινοπραξία ήταν υποχρεωμένη να ενοποιεί τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις, έσοδα, έξοδα και ταμειακές ροές σύμφωνα με αποδεκτό χρηματοοικονομικό λογιστικό πρότυπο· ή (ii) μόνιμη εγκατάσταση της οποίας η κύρια οντότητα είναι κοινοπραξία ή μια οντότητα που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i) και σε τέτοιες περιπτώσεις, η μόνιμη εγκατάσταση αντιμετωπίζεται ως χωριστή συνδεδεμένη εταιρεία κοινοπραξίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>H μητρική οντότητα που κατέχει άμεση ή έμμεση ιδιοκτησιακή συμμετοχή σε κοινοπραξία ή σε συνδεδεμένη εταιρεία κοινοπραξίας εφαρμόζει τον κανόνα IIR όσον αφορά το μερίδιο που της αναλογεί στον συμπληρωματικό φόρο της εν λόγω κοινοπραξίας ή της συνδεδεμένης κοινοπραξίας σύμφωνα με τα άρθρα 6 έως 11.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο υπολογισμός του συμπληρωματικού φόρου της κοινοπραξίας και των συνδεδεμένων με αυτήν εταιρειών (από κοινού «όμιλος κοινοπραξιών») πραγματοποιείται σύμφωνα με τα Μέρη III έως VII, όπως εάν αποτελούσαν συνιστώσες οντότητες χωριστού ομίλου ΠΕ ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας και η κοινοπραξία ήταν η τελική μητρική οντότητα του εν λόγω ομίλου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο συμπληρωματικός φόρος που οφείλεται από τον όμιλο κοινοπραξιών μειώνεται κατά το ισχύον μερίδιο κάθε μητρικής οντότητας στον συμπληρωματικό φόρο σύμφωνα με το εδάφιο (2), κάθε μέλους του φορολογικά υπόχρεου ομίλου κοινοπραξιών σύμφωνα με το εδάφιο (3) και τυχόν υπόλοιπο ποσό συμπληρωματικού φόρου προστίθεται στο συνολικό ποσό συμπληρωματικού φόρου βάσει του κανόνα UTPR σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 15:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, ως «συμπληρωματικός φόρος που οφείλεται από τον όμιλο κοινοπραξιών» λογίζεται το μερίδιο της μητρικής οντότητας στον συμπληρωματικό φόρο του ομίλου κοινοπραξιών.</p>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Όμιλοι πολυεθνικών επιχειρήσεων πολλών μητρικών εταιρειών και εγχώριοι όμιλοι μεγάλης κλίμακας πολλών μητρικών εταιρειών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-38\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 38</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">38.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: (α) «όμιλος ΠΕ πολλών μητρικών εταιρειών» σημαίνει δύο ή περισσότερους ομίλους όπου οι τελικές μητρικές οντότητες συνάπτουν συμφωνία που είναι εξαρτώμενη δομή (stapled structure) ή ρύθμιση εισαγωγής σε δύο χρηματιστήρια και τουλάχιστον μία οντότητα ή μόνιμη εγκατάσταστη οποιουδήποτε από τους προαναφερθέντες ομίλους είναι εγκατεστημένη σε διαφορετική δικαιοδοσία από αυτή των άλλων οντοτήτων ή μόνιμων εγκαταστάσεων των εν λόγω ομίλων· (β) «εγχώριος όμιλος μεγάλης κλίμακας πολλών μητρικών εταιρειών» σημαίνει δύο ή περισσότεροι όμιλοι όπου οι τελικές μητρικές οντότητες συνάπτουν συμφωνία που είναι εξαρτώμενη δομή (stapled structure) ή ρύθμιση εισαγωγής σε δύο χρηματιστήρια και καμία οντότητα ή μόνιμη εγκατάσταση οποιουδήποτε από τους προαναφερθέντες ομίλους δεν είναι εγκατεστημένη σε διαφορετική δικαιοδοσία από αυτή των άλλων οντοτήτων ή μόνιμων εγκαταστάσεων των εν λόγω ομίλων· (γ) «εξαρτώμενη δομή (stapled structure)» σημαίνει ρύθμιση που συνάπτεται από δύο ή περισσότερες τελικές μητρικές οντότητες χωριστών ομίλων, σύμφωνα με την οποία- (i) τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) των ιδιοκτησιακών συμμετοχών στις τελικές μητρικές οντότητες χωριστών ομίλων λαμβάνουν ενιαία χρηματιστηριακή τιμή, εάν οι εν λόγω όμιλοι είναι εισηγμένοι σε χρηματιστήριο, είναι αλληλένδετες λόγω της μορφής ιδιοκτησίας, περιορισμών στη μεταβίβαση ή άλλων όρων ή προϋποθέσεων, και δεν μπορούν να μεταβιβαστούν ή να αποτελέσουν αντικείμενο ανεξάρτητης διαπραγμάτευσης· και (ii) μία από τις τελικές μητρικές οντότητες καταρτίζει ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις στις οποίες τα περιουσιακά στοιχεία, οι υποχρεώσεις, τα έσοδα, τα έξοδα και οι ταμειακές ροές όλων των οντοτήτων των σχετικών ομίλων παρουσιάζονται μαζί ως στοιχεία μιας ενιαίας οικονομικής μονάδας και οι οποίες πρέπει να υποβάλλονται σε εξωτερικό έλεγχο βάσει ρυθμιστικού καθεστώτος· (β) «ρύθμιση εισαγωγής σε δύο χρηματιστήρια» σημαίνει ρύθμιση που συνάπτεται από δύο ή περισσότερες τελικές μητρικές οντότητες χωριστών ομίλων, σύμφωνα με την οποία- (i) οι τελικές μητρικές οντότητες συμφωνούν να συνενώσουν τις επιχειρήσεις τους μόνο με σύμβαση· (ii) σύμφωνα με συμβατικές ρυθμίσεις, οι τελικές μητρικές οντότητες θα πραγματοποιήσουν διανομές, όσον αφορά τα μερίσματα και σε περίπτωση εκκαθάρισης, στους μετόχους τους βάσει σταθερής αναλογίας· (iii) η διαχείριση των δραστηριοτήτων των τελικών μητρικών οντοτήτων γίνεται σε βάση ενιαίας οικονομικής μονάδας στο πλαίσιο συμβατικών ρυθμίσεων, ενώ παράλληλα διατηρούνται οι χωριστές νομικές τους οντότητες ·</p>\n<p class=\"lf-p\">(iv) οι ιδιοκτησιακές συμμετοχές των τελικών μητρικών οντοτήτων που απαρτίζουν τη συμφωνία αποτελούν αυτοτελές αντικείμενο χρηματιστηριακής τιμής, διαπραγμάτευσης ή μεταβίβασης σε διαφορετικές κεφαλαιαγορές· και (v) οι τελικές μητρικές οντότητες καταρτίζουν ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις στις οποίες τα περιουσιακά στοιχεία, οι υποχρεώσεις, τα έσοδα, τα έξοδα και οι ταμειακές ροές όλων των οντοτήτων σε όλους τους ομίλους παρουσιάζονται μαζί ως στοιχεία μιας ενιαίας οικονομικής μονάδας και πρέπει να υποβάλλονται σε εξωτερικό έλεγχο βάσει ρυθμιστικού καθεστώτος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Όταν οι οντότητες και οι συνιστώσες οντότητες δύο ή περισσότερων ομίλων αποτελούν μέρος ενός ομίλου ΠΕ πολλών μητρικών εταιρειών, ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας πολλών μητρικών εταιρειών, οι οντότητες και οι συνιστώσες οντότητες κάθε ομίλου αντιμετωπίζονται ως μέλη ενός μόνο ομίλου ΠΕ πολλών μητρικών εταιρειών ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας πολλών μητρικών εταιρειών, ανάλογα. (β) Μια οντότητα, πλην εξαιρούμενης οντότητας που αναφέρεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 4, αντιμετωπίζεται ως συνιστώσα οντότητα εάν ενοποιείται γραμμή προς γραμμή από τον όμιλο ΠΕ πολλών μητρικών εταιρειών/ εγχώριο όμίλο μεγάλης κλίμακας πολλών μητρικών εταιρειών ή εάν οι ελέγχουσες συμμετοχές της κατέχονται από οντότητες του ομίλου ΠΕ πολλών μητρικών εταιρειών ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας πολλών μητρικών εταιρειών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις του ομίλου ΠΕ πολλών μητρικών εταιρειών ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας πολλών μητρικών εταιρειών είναι οι συνδυασμένες ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις που αναφέρονται στους ορισμούς εξαρτώμενης δομής ή ρύθμισης εισαγωγής σε δύο χρηματιστήρια στο εδάφιο (1), οι οποίες καταρτίζονται βάσει αποδεκτού χρηματοοικονομικού λογιστικού προτύπου, το οποίο θεωρείται ότι αποτελεί το λογιστικό πρότυπο της τελικής μητρικής οντότητας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>(α) Οι τελικές μητρικές οντότητες των χωριστών ομίλων που απαρτίζουν τον όμιλο ΠΕ πολλών μητρικών εταιρειών ή εγχώριο όμιλο μεγάλης κλίμακας πολλών μητρικών εταιρειών είναι οι τελικές μητρικές οντότητες του ομίλου ΠΕ πολλών μητρικών εταιρειών ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας πολλών μητρικών εταιρειών. (β) Κατά την εφαρμογή του παρόντος Νόμου όσον αφορά έναν όμιλο ΠΕ πολλών μητρικών εταιρειών ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας πολλών μητρικών εταιρειών, τυχόν αναφορές σε τελική μητρική οντότητα ισχύουν, όπως απαιτείται, όπως εάν ήταν αναφορές σε πολλές τελικές μητρικές οντότητες.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Οι μητρικές οντότητες του ομίλου ΠΕ πολλών μητρικών εταιρειών ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας πολλών μητρικών εταιρειών που είναι εγκατεστημένες στη Δημοκρατία, περιλαμβανομένης κάθε τελικής μητρικής οντότητας, εφαρμόζουν τον κανόνα IIR σύμφωνα με τα άρθρα 6 έως 11 όσον αφορά το μερίδιο που τους αναλογεί στον συμπληρωματικό φόρο των συνιστωσών οντοτήτων με χαμηλή φορολόγηση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Οι συνιστώσες οντότητες του ομίλου ΠΕ πολλών μητρικών εταιρειών ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας πολλών μητρικών εταιρειών που είναι εγκατεστημένες στη Δημοκρατία εφαρμόζουν τον κανόνα UTPR σύμφωνα με τα άρθρα 13, 14 και 15, λαμβάνοντας υπόψη τον συμπληρωματικό φόρο κάθε συνιστώσας οντότητας με χαμηλή φορολόγηση που είναι μέλος του ομίλου ΠΕ πολλών μητρικών εταιρειών ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας πολλών μητρικών εταιρειών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Οι τελικές μητρικές οντότητες του ομίλου ΠΕ πολλών μητρικών εταιρειών ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας πολλών μητρικών εταιρειών υποβάλλουν τη δήλωση πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου σύμφωνα με το άρθρο 45, εκτός εάν υποδείξουν ενιαία ορισθείσα υποβάλλουσα οντότητα κατά την έννοια της παραγράφου (β) του εδαφίου (3) του άρθρου 45 και η εν λόγω δήλωση περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με καθέναν από τους ομίλους που συνθέτουν τον όμιλο ΠΕ πολλών μητρικών εταιρειών ή εγχώριο όμιλο.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ VII ΚΑΘΕΣΤΩΤΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΗΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Τελική μητρική οντότητα που είναι οντότητα μετακύλισης φόρου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-39\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 39</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">39.-(1) Το αποδεκτό εισόδημα, μιας οντότητας μετακύλισης φόρου που είναι τελική μητρική οντότητα μειώνεται, για το οικονομικό έτος, κατά το ποσό του αποδεκτού εισοδήματος που μπορεί να αποδοθεί στον κάτοχο ιδιοκτησιακής συμμετοχής («κάτοχος ποσοστού κυριότητας») στην οντότητα μετακύλισης φόρου, υπό την προϋπόθεση ότι- (α) ο κάτοχος ποσοστού κυριότητας υπόκειται σε φόρο επί του εισοδήματος αυτού για φορολογητέα περίοδο που λήγει εντός δώδεκα (12) μηνών από το τέλος του εν λόγω οικονομικού έτους με ονομαστικό συντελεστή που ισούται ή υπερβαίνει τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή· ή (β) δύναται εύλογα να αναμένεται ότι το συνολικό ποσό των προσαρμοσμένων καλυπτόμενων φόρων της τελικής μητρικής οντότητας και των φόρων που καταβάλλει ο κάτοχος ποσοστού κυριότητας επί του εν λόγω εισοδήματος εντός δώδεκα (12) μηνών από τη λήξη του οικονομικού έτους ισούται ή υπερβαίνει ένα ποσό ίσο με το εν λόγω εισόδημα πολλαπλασιαζόμενο με τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το αποδεκτό εισόδημα μιας οντότητας μετακύλισης φόρου που είναι τελική μητρική οντότητα επίσης μειώνεται, για το οικονομικό έτος, κατά το ποσό του αποδεκτού εισοδήματος που κατανέμεται στον κάτοχο ποσοστού κυριότητας στην οντότητα μετακύλισης φόρου, υπό την προϋπόθεση ότι ο κάτοχος ποσοστού κυριότητας είναι- (α) φυσικό πρόσωπο που έχει φορολογική κατοικία στη δικαιοδοσία στην οποία είναι εγκατεστημένη η τελική μητρική οντότητα και που κατέχει ιδιοκτησιακές συμμετοχές που αντιπροσωπεύουν δικαίωμα που δεν υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) των κερδών και των περιουσιακών στοιχείων της τελικής μητρικής οντότητας· ή (β) κρατική οντότητα, διεθνής οργανισμός, μη κερδοσκοπικός οργανισμός ή συνταξιοδοτικό ταμείο που έχει φορολογική κατοικία στη δικαιοδοσία στην οποία είναι εγκατεστημένη η τελική μητρική οντότητα και κατέχει ιδιοκτησιακές συμμετοχές που αντιπροσωπεύουν δικαίωμα που δεν υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) των κερδών και των περιουσιακών στοιχείων της τελικής μητρικής οντότητας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η αποδεκτή ζημία μιας οντότητας μετακύλισης φόρου που είναι τελική μητρική οντότητα μειώνεται, για το οικονομικό έτος, κατά το ποσό της αποδεκτής ζημίας που δύναται να αποδοθεί στον κάτοχο ποσοστού κυριότητας στην οντότητα μετακύλισης φόρου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οι διατάξεις του εδαφίου (3) δεν ισχύουν στον βαθμό που ο κάτοχος του ποσοστού κυριότητας δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την εν λόγω ζημία για τον υπολογισμό του φορολογητέου εισοδήματός του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Οι καλυπτόμενοι φόροι μιας οντότητας μετακύλισης φόρου που είναι τελική μητρική οντότητα μειώνονται αναλογικά προς το ποσό του αποδεκτού εισοδήματος που μειώνεται σύμφωνα με εδάφια (1) και (2).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Οι διατάξεις των εδαφίων (1) έως (5) ισχύουν για μόνιμη εγκατάσταση μέσω της οποίας ασκεί, εν όλω ή εν μέρει, τις δραστηριότητές της μια οντότητα μετακύλισης φόρου που είναι τελική μητρική οντότητα ή μέσω της οποίας ασκείται, εν όλω ή εν μέρει, η δραστηριότητα μιας φορολογικά διαφανούς οντότητας, υπό την προϋπόθεση ότι η ιδιοκτησιακή συμμετοχή της τελικής μητρικής οντότητας στην εν λόγω φορολογικά διαφανή οντότητα κατέχεται άμεσα ή μέσω αλυσίδας οντοτήτων με φορολογική διαφάνεια.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Τελική μητρική οντότητα που υπόκειται σε καθεστώς εκπίπτοντος μερίσματος</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-40\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 40</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">40.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: (α) «καθεστώς εκπίπτοντος μερίσματος» σημαίνει φορολογικό καθεστώς που εφαρμόζει ενιαίο επίπεδο φορολόγησης επί του εισοδήματος των ιδιοκτητών μιας οντότητας, αφαιρώντας ή εξαιρώντας από το εισόδημα της οντότητας τα κέρδη που διανέμονται στους ιδιοκτήτες ή απαλλάσσοντας έναν συνεταιρισμό από φορολόγηση· (β) «εκπίπτον μέρισμα» σημαίνει σε σχέση με μια συνιστώσα οντότητα που υπόκειται σε καθεστώς εκπίπτοντος μερίσματος- (i) διανομή κερδών στον κάτοχο ιδιοκτησιακής συμμετοχής στη συνιστώσα οντότητα, η οποία εκπίπτει από το φορολογητέο εισόδημα της συνιστώσας οντότητας σύμφωνα με το δίκαιο της δικαιοδοσίας στην οποία είναι εγκατεστημένη· ή (ii) συμμετοχή στα κέρδη μέλους συνεταιρισμού· και (γ) «συνεταιρισμός» σημαίνει οντότητα που διαθέτει συλλογικά στην αγορά ή αποκτά αγαθά ή υπηρεσίες για λογαριασμό των μελών της και υπόκειται σε φορολογικό καθεστώς στη δικαιοδοσία στην οποία είναι εγκατεστημένη, το οποίο διασφαλίζει τη φορολογική ουδετερότητα όσον αφορά τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που πωλούνται ή αποκτώνται από τα μέλη μέσω του συνεταιρισμού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η τελική μητρική οντότητα ομίλου ΠΕ ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας που υπόκειται σε καθεστώς εκπίπτοντος μερίσματος μειώνει έως και μηδενίζει το αποδεκτό εισόδημά της για το οικονομικό έτος, κατά το ποσό που διανέμεται ως εκπίπτον μέρισμα εντός δώδεκα (12) μηνών από το τέλος του οικονομικού έτους, υπό την προϋπόθεση ότι- (α) το μέρισμα υπόκειται σε φόρο που βαρύνει τον λήπτη για φορολογητέα περίοδο που λήγει εντός δώδεκα (12) μηνών από το τέλος του οικονομικού έτους με ονομαστικό συντελεστή που ισούται ή υπερβαίνει τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή· ή (β) δύναται εύλογα να αναμένεται ότι το συνολικό ποσό των αναπροσαρμοσμένων καλυπτόμενων φόρων και των φόρων της τελικής μητρικής οντότητας που καταβάλλει ο λήπτης επί του εν λόγω μερίσματος ισούται ή υπερβαίνει το συγκεκριμένο εισόδημα πολλαπλασιαζόμενο με τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η τελική μητρική οντότητα ομίλου ΠΕ ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας που υπόκειται σε καθεστώς εκπίπτοντος μερίσματος μειώνει έως και μηδενίζει το αποδεκτό εισόδημά της για το οικονομικό έτος κατά το ποσό που διανέμει ως εκπίπτον μέρισμα εντός δώδεκα (12) μηνών από το τέλος του οικονομικού έτους, υπό την προϋπόθεση ότι ο λήπτης είναι- (α) φυσικό πρόσωπο και το μέρισμα που εισπράττεται είναι συμμετοχή στα κέρδη από συνεταιρισμό προμηθειών· (β) φυσικό πρόσωπο που έχει φορολογική κατοικία στην ίδια δικαιοδοσία στην οποία είναι εγκατεστημένη η τελική μητρική οντότητα και που κατέχει ιδιοκτησιακές συμμετοχές που αντιπροσωπεύουν δικαίωμα που δεν υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) των κερδών και των περιουσιακών στοιχείων της τελικής μητρικής οντότητας· ή (γ) κρατική οντότητα, διεθνής οργανισμός, μη κερδοσκοπικός οργανισμός ή συνταξιοδοτικό ταμείο εκτός από οντότητα παροχής συνταξιοδοτικών υπηρεσιών που έχει φορολογική κατοικία στη δικαιοδοσία στην οποία είναι εγκατεστημένη η τελική μητρική οντότητα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 21 καλυπτόμενοι φόροι τελικής μητρικής οντότητας, εκτός από τους φόρους για τους οποίους επιτράπηκε η έκπτωση μερίσματος, μειώνονται κατ’ αναλογία προς το ποσό του αποδεκτού εισοδήματος που μειώνεται σύμφωνα με τα εδάφια (2) και (3).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Όταν η τελική μητρική οντότητα κατέχει ιδιοκτησιακή συμμετοχή σε άλλη συνιστώσα οντότητα η οποία υπόκειται σε καθεστώς εκπίπτοντος μερίσματος, απευθείας ή μέσω αλυσίδας τέτοιων συνιστωσών οντοτήτων, τα εδάφια (2) έως (4), ισχύουν για κάθε άλλη συνιστώσα οντότητα που είναι εγκατεστημένη στη δικαιοδοσία της τελικής μητρικής οντότητας που υπόκειται στο καθεστώς εκπίπτοντος μερίσματος, στον βαθμό που το αποδεκτό εισόδημά της διανέμεται περαιτέρω από την τελική μητρική οντότητα σε λήπτες που πληρούν τις απαιτήσεις των εδαφίων (2) και (3).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Για τους σκοπούς του εδαφίου (2), συμμετοχή στα κέρδη που διανέμει συνεταιρισμός προμηθειών θεωρείται ότι υπόκειται σε φόρο ο οποίος βαρύνει τον λήπτη, εφόσον το εν λόγω μέρισμα μειώνει ένα εκπίπτον έξοδο ή κόστος κατά τον υπολογισμό του φορολογητέου εισοδήματος ή ζημίας του λήπτη.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Επιλέξιμα συστήματα φόρου διανομής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-41\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 41</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">41.-(1) (α) Η υποβάλλουσα συνιστώσα οντότητα δύναται να επιλέξει για την ίδια ή σε σχέση με άλλη συνιστώσα οντότητα που υπόκειται σε επιλέξιμο σύστημα φόρου διανομής να συμπεριλάβει το ποσό που προσδιορίζεται ως φόρος τεκμαρτής διανομής σύμφωνα με το εδάφιο (2) στους αναπροσαρμοσμένους καλυπτόμενους φόρους της συνιστώσας οντότητας για το οικονομικό έτος. (β) Η επιλογή πραγματοποιείται ετησίως σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 46 και εφαρμόζεται σε όλες τις συνιστώσες οντότητες που είναι εγκατεστημένες στη δικαιοδοσία.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το ποσό του φόρου τεκμαρτής διανομής είναι το μικρότερο από τα ακόλουθα: (α) Το ποσό των αναπροσαρμοσμένων καλυπτόμενων φόρων που είναι αναγκαίο για την αύξηση του πραγματικού φορολογικού συντελεστή, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 28 για την δικαιοδοσία για το οικονομικό έτος, ώστε να ισούται με τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή· ή (β) το ποσό του φόρου που θα οφειλόταν εάν οι συνιστώσες οντότητες που είναι εγκατεστημένες στην δικαιοδοσία είχαν διανείμει το σύνολο του εισοδήματός τους που υπόκειται στο επιλέξιμο σύστημα φόρου διανομής κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου οικονομικού έτους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Σε περίπτωση επιλογής δυνάμει του εδαφίου (1), δημιουργείται λογαριασμός ανάκτησης φόρου τεκμαρτής διανομής για κάθε οικονομικό έτος κατά το οποίο εφαρμόζεται η εν λόγω επιλογή και το ποσό του φόρου τεκμαρτής διανομής που προσδιορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (2) για την δικαιοδοσία προστίθεται στον λογαριασμό ανάκτησης φόρου τεκμαρτής διανομής για το οικονομικό έτος κατά το οποίο δημιουργήθηκε. (β) Στο τέλος κάθε επόμενου οικονομικού έτους, τα ανεξόφλητα υπόλοιπα στους λογαριασμούς ανάκτησης φόρου τεκμαρτής διανομής που έχουν δημιουργηθεί για προηγούμενα οικονομικά έτη μειώνονται με χρονολογική σειρά, έως και μηδενίζονται, κατά το ποσό των φόρων που κατέβαλαν οι συνιστώσες οντότητες κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους σε σχέση με πραγματικές ή τεκμαρτές διανομές. (γ) Κάθε ποσό στους λογαριασμούς ανάκτησης φόρου τεκμαρτής διανομής που εναπομένει μετά την εφαρμογή της παραγράφου (β) μειώνεται, έως και μηδενίζεται, κατά ποσό ίσο με την καθαρή αποδεκτή ζημία μιας δικαιοδοσίας, πολλαπλασιαζόμενο με τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Κάθε ποσό καθαρής αποδεκτής ζημίας πολλαπλασιαζόμενο επί τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή που εναπομένει μετά την εφαρμογή της παραγράφου (γ) του εδαφίου (3) για τη δικαιοδοσία μεταφέρεται στα επόμενα οικονομικά έτη και μειώνει τυχόν εναπομείναντα ποσά στους λογαριασμούς ανάκτησης φόρου τεκμαρτής διανομής μετά την εφαρμογή του εδαφίου (3).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Το τυχόν ανεξόφλητο υπόλοιπο του λογαριασμού ανάκτησης φόρου τεκμαρτής διανομής κατά την τελευταία ημέρα του τέταρτου οικονομικού έτους μετά το οικονομικό έτος για το οποίο δημιουργήθηκε ο εν λόγω λογαριασμός αντιμετωπίζεται ως μείωση των αναπροσαρμοσμένων καλυπτόμενων φόρων που είχαν προσδιοριστεί προηγουμένως για το συγκεκριμένο οικονομικό έτος και ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής και ο συμπληρωματικός φόρος για το συγκεκριμένο οικονομικό έτος επανυπολογίζονται αναλόγως, σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 30.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Οι φόροι που καταβάλλονται κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους σε σχέση με πραγματικές ή τεκμαρτές διανομές δεν περιλαμβάνονται σε αναπροσαρμοσμένους καλυπτόμενους φόρους, στον βαθμό που μειώνουν τον λογαριασμό ανάκτησης φόρου τεκμαρτής διανομής σύμφωνα με τα εδάφια (3) και (4).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>(α) Όταν μια συνιστώσα οντότητα που υπόκειται σε επιλογή σύμφωνα με το εδάφιο (1) αποχωρεί από τον όμιλο ΠΕ ή τον εγχώριο όμιλο μεγάλης κλίμακας ή ουσιαστικά όλα τα περιουσιακά στοιχεία της μεταβιβάζονται σε πρόσωπο που δεν είναι συνιστώσα οντότητα του ίδιου ομίλου ΠΕ ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας που βρίσκεται στην ίδια δικαιοδοσία, κάθε ανεξόφλητο υπόλοιπο των λογαριασμών ανάκτησης φόρου τεκμαρτής διανομής, όπως προσδιορίζεται στο εδάφιο (2), κατά τα προηγούμενα οικονομικά έτη κατά τα οποία δημιουργήθηκε ο εν λόγω λογαριασμός αντιμετωπίζεται ως μείωση των αναπροσαρμοσμένων καλυπτόμενων φόρων για καθένα από τα εν λόγω οικονομικά έτη σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 30. (β) Κάθε οφειλόμενο ποσό πρόσθετου συμπληρωματικού φόρου πολλαπλασιάζεται με την ακόλουθη σχέση για τον προσδιορισμό του πρόσθετου συμπληρωματικού φόρου που οφείλεται για τη δικαιοδοσία: (Αποδεκτό εισόδημα της συνιστώσας οντότητας) _____________________________________________ (Καθαρό αποδεκτό εισόδημα της δικαιοδοσίας) όπου: (α) το αποδεκτό εισόδημα της συνιστώσας οντότητας προσδιορίζεται σύμφωνα με το Μέρος ΙΙΙ για κάθε οικονομικό έτος κατά το οποίο υπάρχει ανεξόφλητο υπόλοιπο των λογαριασμών ανάκτησης φόρου τεκμαρτής διανομής για την δικαιοδοσία· και (β) το καθαρό αποδεκτό εισόδημα για την δικαιοδοσία προσδιορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 27 για κάθε οικονομικό έτος κατά το οποίο υπάρχει ανεξόφλητο υπόλοιπο των λογαριασμών ανάκτησης φόρου τεκμαρτής διανομής για την δικαιοδοσία.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Προσδιορισμός του πραγματικού φορολογικού συντελεστή και του συμπληρωματικού φόρου μιας επενδυτικής οντότητας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-42\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 42</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">42.-(1) Όταν μια συνιστώσα οντότητα ενός ομίλου ΠΕ ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας είναι επενδυτική οντότητα που δεν είναι φορολογικά διαφανής οντότητα και δεν έχει προβεί σε επιλογή σύμφωνα με τα άρθρα 43 και 44, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής της εν λόγω επενδυτικής οντότητας υπολογίζεται χωριστά από τον πραγματικό φορολογικό συντελεστή της δικαιοδοσίας στην οποία είναι εγκατεστημένη.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής της επενδυτικής οντότητας, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (1), ισούται με τους αναπροσαρμοσμένους καλυπτόμενους φόρους της που διαιρούνται με ποσό ίσο με το μερίδιο του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας στο αποδεκτό εισόδημα ή ζημία της εν λόγω επενδυτικής οντότητας. (β) Όταν βρίσκονται περισσότερες από μία επενδυτικές οντότητες σε μια δικαιοδοσία, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής που ισχύει για αυτές υπολογίζεται συνδυάζοντας τους αναπροσαρμοσμένους καλυπτόμενους φόρους τους με το μερίδιο του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας στο αποδεκτό εισόδημα ή ζημία τους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι αναπροσαρμοσμένοι καλυπτόμενοι φόροι μιας επενδυτικής οντότητας όπως αναφέρεται στο εδάφιο (1) είναι οι αναπροσαρμοσμένοι καλυπτόμενοι φόροι που αποδίδονται στο μερίδιο του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας στο αποδεκτό εισόδημα της επενδυτικής οντότητας και οι καλυπτόμενοι φόροι που επιμερίζονται στην επενδυτική οντότητα σύμφωνα με το άρθρο 25. Οι αναπροσαρμοσμένοι καλυπτόμενοι φόροι της επενδυτικής οντότητας δεν περιλαμβάνουν τυχόν καλυπτόμενους φόρους που οφείλονται από την επενδυτική οντότητα και οι οποίοι μπορούν να αποδοθούν σε εισόδημα που δεν αποτελεί τμήμα του μεριδίου του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας στο εισόδημα της επενδυτικής οντότητας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>(α) Ο συμπληρωματικός φόρος μιας επενδυτικής οντότητας όπως αναφέρεται στο εδάφιο (1) αντιστοιχεί σε ποσό ίσο με το ποσοστό συμπληρωματικού φόρου της επενδυτικής οντότητας πολλαπλασιαζόμενο από ποσό που ισούται με τη διαφορά μεταξύ του μεριδίου του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας στο αποδεκτό εισόδημα της επενδυτικής οντότητας και της εξαίρεσης εισοδήματος επί της ουσίας που υπολογίζεται για την επενδυτική οντότητα. (β) Το ποσοστό συμπληρωματικού φόρου μιας επενδυτικής οντότητας είναι θετικό ποσό, ίσο με τη διαφορά μεταξύ του ελάχιστου φορολογικού συντελεστή και του πραγματικού φορολογικού συντελεστή της εν λόγω επενδυτικής οντότητας. (γ) Όταν βρίσκονται περισσότερες από μία επενδυτικές οντότητες σε μια δικαιοδοσία, συμπληρωματικός φόρος που ισχύει γι’ αυτές υπολογίζεται συνδυάζοντας τα ποσά εξαίρεσης εισοδήματος επί της ουσίας με το μερίδιο του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας στο αποδεκτό εισόδημα ή ζημία τους. (δ) Η εξαίρεση εισοδήματος επί της ουσίας μιας επενδυτικής οντότητας καθορίζεται σύμφωνα με τα εδάφια (1) έως (7) του άρθρου 29 και οι επιλέξιμες δαπάνες μισθοδοσίας των επιλέξιμων εργαζομένων και τα επιλέξιμα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για την εν λόγω επενδυτική οντότητα μειώνονται αναλογικά προς το κατανεμητέο μερίδιο του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας στο αποδεκτό εισόδημα της επενδυτικής οντότητας διαιρούμενο με το συνολικό αποδεκτό εισόδημα της εν λόγω επενδυτικής οντότητας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, το κατανεμητέο μερίδιο του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας στο αποδεκτό εισόδημα ή ζημία επενδυτικής οντότητας προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 10, λαμβανομένων υπόψη μόνο των συμμετοχών που δεν υπόκεινται σε επιλογή σύμφωνα με τα άρθρα 43 ή 44.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Επιλογή της αντιμετώπισης επενδυτικής οντότητας ως φορολογικά διαφανούς οντότητας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-43\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 43</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">43.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «ασφαλιστική επενδυτική οντότητα» σημαίνει την οντότητα η οποία θα πληρούσε τους ορισμούς «οργανισμός επενδύσεων» ή «φορέας επενδύσεων σε ακίνητα» του άρθρου 2, εάν δεν είχε συσταθεί σε σχέση με υποχρεώσεις βάσει ασφαλιστήριου συμβολαίου ή συμβολαίου ετήσιας προσόδου και εάν δεν ανήκει εξ ολοκλήρου σε οντότητα που υπόκειται σε ρύθμιση ως ασφαλιστική εταιρεία στη δικαιοδοσία στην οποία είναι εγκατεστημένη.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κατ’ επιλογή της υποβάλλουσας συνιστώσας οντότητας, μια συνιστώσα οντότητα που είναι επενδυτική οντότητα ή ασφαλιστική επενδυτική οντότητα δύναται να αντιμετωπίζεται ως φορολογικά διαφανής οντότητα, εάν η συνιστώσα οντότητα-ιδιοκτήτρια υπόκειται σε φόρο στη δικαιοδοσία στην οποία είναι εγκατεστημένη βάσει προσέγγισης εύλογης αγοραίας αξίας ή παρόμοιου καθεστώτος με βάση τις ετήσιες μεταβολές της εύλογης αξίας των ιδιοκτησιακών συμμετοχών της στην εν λόγω οντότητα και ο φορολογικός συντελεστής που εφαρμόζεται στη συνιστώσα οντότητα-ιδιοκτήτρια επί του εν λόγω εισοδήματος ισούται ή υπερβαίνει τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Συνιστώσα οντότητα που διατηρεί έμμεση ιδιοκτησιακή συμμετοχή σε επενδυτική οντότητα ή σε ασφαλιστική επενδυτική οντότητα μέσω άμεσης ιδιοκτησιακής συμμετοχής σε άλλη επενδυτική οντότητα ή ασφαλιστική επενδυτική οντότητα θεωρείται ότι υπόκειται σε φόρο βάσει προσέγγισης εύλογης αγοραίας αξίας ή παρόμοιου καθεστώτος όσον αφορά την έμμεση ιδιοκτησιακή συμμετοχή της στην πρώτη οντότητα ή ασφαλιστική επενδυτική οντότητα, εφόσον η άμεση ιδιοκτησιακή συμμετοχή της στη δεύτερη οντότητα ή ασφαλιστική επενδυτική οντότητα υπάγεται σε προσέγγιση εύλογης αγοραίας αξίας ή παρόμοιο καθεστώς.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>(α) Η επιλογή που προβλέπεται στο εδάφιο (2) πραγματοποιείται σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 46. (β) Εάν ανακληθεί η επιλογή, κάθε κέρδος ή ζημία από τη διάθεση περιουσιακού στοιχείου ή υποχρέωσης που κατέχει η επενδυτική οντότητα ή μια ασφαλιστική επενδυτική οντότητα προσδιορίζεται με βάση την εύλογη αγοραία αξία του περιουσιακού στοιχείου ή της υποχρέωσης την πρώτη ημέρα του έτους ανάκλησης.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Επιλογή εφαρμογής μεθόδου φορολογητέας διανομής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-44\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 44</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">44.-(1) Κατ’ επιλογή της υποβάλλουσας συνιστώσας οντότητας, μια συνιστώσα οντότητα-ιδιοκτήτρια επενδυτικής οντότητας, ή ασφαλιστικής επενδυτικής οντότητας, δύναται να εφαρμόζει μέθοδο φορολογητέας διανομής όσον αφορά την ιδιοκτησιακή συμμετοχή της στην επενδυτική οντότητα, ή στην ασφαλιστική επενδυτική οντότητα, υπό την προϋπόθεση ότι η συνιστώσα οντότητα-ιδιοκτήτρια δεν είναι επενδυτική οντότητα και δύναται εύλογα να αναμένεται ότι υπόκειται σε φόρο επί των διανομών από την επενδυτική οντότητα με φορολογικό συντελεστή που ισούται ή υπερβαίνει τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Όταν ακολουθείται η μέθοδος φορολογητέας διανομής, οι διανομές και οι τεκμαρτές διανομές του αποδεκτού εισοδήματος επενδυτικής οντότητας ή ασφαλιστικής επενδυτικής οντότητας, περιλαμβάνονται στο αποδεκτό εισόδημα της συνιστώσας οντότητας-ιδιοκτήτριας που έλαβε τη διανομή, εφόσον δεν είναι επενδυτική οντότητα. (β) Το ποσό των καλυπτόμενων φόρων που επιβαρύνουν την επενδυτική οντότητα ή την ασφαλιστική επενδυτική οντότητα και το οποίο πιστώνεται έναντι της φορολογικής υποχρέωσης της συνιστώσας οντότητας-ιδιοκτήτριας που προκύπτει από τη διανομή της επενδυτικής οντότητας ή της ασφαλιστικής επενδυτικής οντότητας, περιλαμβάνεται στο αποδεκτό εισόδημα και στους αναπροσαρμοσμένους καλυπτόμενους φόρους της συνιστώσας οντότητας-ιδιοκτήτριας που έλαβε τη διανομή. (γ) Το μερίδιο της συνιστώσας οντότητας-ιδιοκτήτριας στο μη διανεμηθέν καθαρό αποδεκτό εισόδημα της επενδυτικής οντότητας ή της ασφαλιστικής επενδυτικής οντότητας, που αναφέρεται στο εδάφιο (3) που προέκυψε κατά το τρίτο έτος που προηγείται του οικονομικού έτους («υπό εξέταση έτος») αντιμετωπίζεται ως αποδεκτό εισόδημα της εν λόγω επενδυτικής οντότητας ή της ασφαλιστικής επενδυτικής οντότητας, για το οικονομικό έτος και το ποσό που ισούται με το εν λόγω αποδεκτό εισόδημα πολλαπλασιαζόμενο με τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή αντιμετωπίζεται ως συμπληρωματικός φόρος συνιστώσας οντότητας με χαμηλή φορολόγηση για το οικονομικό έτος για τους σκοπούς του Μέρους ΙΙ. (δ) Το αποδεκτό εισόδημα ή ζημία μιας επενδυτικής οντότητας ή ασφαλιστικής επενδυτικής οντότητας, και οι αναπροσαρμοσμένοι καλυπτόμενοι φόροι που αναλογούν στο εν λόγω εισόδημα για το οικονομικό έτος εξαιρούνται από τον υπολογισμό του πραγματικού φορολογικού συντελεστή σύμφωνα με το Μέρος V και τα εδάφια (1) έως (4) του άρθρου 42, εκτός από το ποσό των καλυπτόμενων φόρων που αναφέρονται στην παράγραφο (β) του παρόντος εδαφίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Το μη διανεμηθέν καθαρό αποδεκτό εισόδημα μιας επενδυτικής οντότητας ή ασφαλιστικής επενδυτικής οντότητας, για το υπό εξέταση έτος είναι το ποσό του αποδεκτού εισοδήματος της εν λόγω επενδυτικής οντότητας ή ασφαλιστικής επενδυτικής οντότητας, για το υπό εξέταση έτος, το οποίο μειώνεται έως και μηδενίζεται κατά- (i) τους καλυπτόμενους φόρους της επενδυτικής οντότητας· (ii) τις διανομές και τις τεκμαρτές διανομές σε μετόχους που δεν είναι επενδυτικές οντότητες ή ασφαλιστικές επενδυτικές οντότητες, κατά τη διάρκεια της περιόδου που αρχίζει την πρώτη ημέρα του τρίτου έτους το οποίο προηγείται του οικονομικού έτους και λήγει την τελευταία ημέρα του αναφερόμενου οικονομικού έτους κατοχής της ιδιοκτησιακής συμμετοχής («περίοδος εξέτασης»)· (iii) τις αποδεκτές ζημίες που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της περιόδου εξέτασης· και (iv) το τυχόν εναπομείναν ποσό αποδεκτών ζημιών που δεν έχει ήδη μειώσει το μη διανεμηθέν καθαρό αποδεκτό εισόδημα της εν λόγω επενδυτικής οντότητας ή ασφαλιστικής επενδυτικής οντότητας, για προηγούμενο υπό εξέταση έτος, ήτοι η «μεταφερόμενη επενδυτική ζημία». (β) Το μη διανεμηθέν καθαρό αποδεκτό εισόδημα μιας επενδυτικής οντότητας ή ασφαλιστικής επενδυτικής οντότητας, δεν μειώνεται κατά τις διανομές ή τις τεκμαρτές διανομές που έχουν ήδη μειώσει το μη διανεμηθέν καθαρό αποδεκτό εισόδημα της εν λόγω επενδυτικής οντότητας για προηγούμενο υπό εξέταση έτος κατ’ εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. (γ) Το μη διανεμηθέν καθαρό αποδεκτό εισόδημα μιας επενδυτικής οντότητας ή ασφαλιστικής επενδυτικής οντότητας δεν μειώνεται κατά το ποσό των αποδεκτών ζημιών που έχουν ήδη μειώσει το μη διανεμηθέν καθαρό αποδεκτό εισόδημα της εν λόγω επενδυτικής οντότητας ή ασφαλιστικής επενδυτικής οντότητας για προηγούμενο υπό εξέταση έτος κατ’ εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, τεκμαρτή διανομή θεωρείται ότι προκύπτει όταν μια άμεση ή έμμεση ιδιοκτησιακή συμμετοχή στην επενδυτική οντότητα ή ασφαλιστική επενδυτική οντότητα μεταβιβάζεται σε οντότητα που δεν ανήκει στον όμιλο ΠΕ ή σε εγχώριο όμιλο μεγάλης κλίμακας και ισούται με το μερίδιο του μη διανεμηθέντος καθαρού αποδεκτού εισοδήματος που αναλογεί στην εν λόγω ιδιοκτησιακή συμμετοχή κατά την ημερομηνία της εν λόγω μεταβίβασης, το οποίο προσδιορίζεται, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η τεκμαρτή διανομή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η επιλογή που προβλέπεται εδάφιο (1) πραγματοποιείται σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 46.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Σε περίπτωση ανάκλησης της επιλογής, το μερίδιο της συνιστώσας οντότητας-ιδιοκτήτριας στο μη διανεμηθέν καθαρό αποδεκτό εισόδημα της επενδυτικής οντότητας ή ασφαλιστικής επενδυτικής οντότητας για το υπό εξέταση έτος στο τέλος του οικονομικού έτους που προηγείται του οικονομικού έτους κατά το οποίο πραγματοποιείται η ανάκληση αντιμετωπίζεται ως αποδεκτό εισόδημα της επενδυτικής οντότητας ή ασφαλιστικής επενδυτικής οντότητας για το οικονομικό έτος και το ποσό που ισούται με το εν λόγω αποδεκτό εισόδημα πολλαπλασιαζόμενο με τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή αντιμετωπίζεται ως συμπληρωματικός φόρος συνιστώσας οντότητας με χαμηλή φορολόγηση για το οικονομικό έτος για τους σκοπούς του Μέρους ΙΙ.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ VII ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Υποχρεώσεις υποβολής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-45\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 45</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">45.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ισχύουν οι ακόλοθοι ορισμοί: (α) «ορισθείσα τοπική οντότητα» σημαίνει τη συνιστώσα οντότητα ομίλου ΠΕ ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας που είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία και έχει οριστεί από τις άλλες συνιστώσες οντότητες του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας που είναι εγκατεστημένες στη Δημοκρατία για την υποβολή της δήλωσης πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου ή την υποβολή κοινοποιήσεων σύμφωνα με το παρόν άρθρο για λογαριασμό τους· (β) «ειδική συμφωνία αρμόδιων αρχών» σημαίνει τη διμερή ή πολυμερή συμφωνία ή ρύθμιση μεταξύ δύο ή περισσότερων αρμόδιων αρχών που προβλέπει την αυτόματη ανταλλαγή ετήσιων δηλώσεων πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Μια συνιστώσα οντότητα εγκατεστημένη στη Δημοκρατία υποβάλλει δήλωση πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου στο Τμήμα Φορολογίας σύμφωνα με το εδάφιο (5) και η εν λόγω δήλωση δύναται να υποβάλλεται από ορισθείσα τοπική οντότητα εξ ονόματος της συνιστώσας οντότητας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του εδαφίου (2), συνιστώσα οντότητα δεν υποχρεούται να υποβάλει δήλωση πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου στο Τμήμα Φορολογίας, εάν έχει υποβληθεί τέτοιου είδους δήλωση, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του εδαφίου (5), από- (α) την τελική μητρική οντότητα που είναι εγκατεστημένη σε δικαιοδοσία η οποία, για το οικονομικό έτος αναφοράς, έχει συνάψει ειδική συμφωνία αρμόδιων αρχών σε ισχύ με τη Δημοκρατία· ή (β) την ορισθείσα υποβάλλουσα οντότητα που είναι εγκατεστημένη σε δικαιοδοσία η οποία, για το οικονομικό έτος αναφοράς, έχει συνάψει ειδική συμφωνία αρμόδιων αρχών σε ισχύ με τη Δημοκρατία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση εφαρμογής του εδαφίου (3), η συνιστώσα οντότητα που είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία, ή η ορισθείσα τοπική οντότητα για λογαριασμό της, κοινοποιεί στο Τμήμα Φορολογίας την ταυτότητα της οντότητας που υποβάλλει τη δήλωση πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου, καθώς και τη δικαιοδοσία στην οποία είναι εγκατεστημένη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η δήλωση πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου υποβάλλεται σύμφωνα με τυποποιημένο υπόδειγμα και περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με τον όμιλο ΠΕ ή τον εγχώριο όμιλο μεγάλης κλίμακας- (α) στοιχεία των συνιστωσών οντοτήτων, περιλαμβανομένων, εάν υπάρχουν, των οικείων αριθμών φορολογικού μητρώου, της δικαιοδοσίας στην οποία είναι εγκατεστημένες και του καθεστώτος τους σύμφωνα με τους κανόνες του παρόντος Νόμου· (β) πληροφορίες σχετικά με τη συνολική εταιρική δομή του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας, περιλαμβανομένων των ελεγχουσών συμμετοχών στις συνιστώσες οντότητες που κατέχονται από άλλες συνιστώσες οντότητες· (γ) πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τον υπολογισμό- (i) του πραγματικού φορολογικού συντελεστή για κάθε δικαιοδοσία και του συμπληρωματικού φόρου κάθε συνιστώσας οντότητας· (ii) του συμπληρωματικού φόρου μέλους ομίλου κοινοπραξιών· (iii) της κατανομής του συμπληρωματικού φόρου βάσει του κανόνα IIR και του ποσού του συμπληρωματικού φόρου βάσει του κανόνα UTPR σε κάθε δικαιοδοσία· και (δ) ιστορικό των επιλογών που πραγματοποιήθηκαν δυνάμει του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του εδαφίου (5), όταν μια συνιστώσα οντότητα είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία με τελική μητρική οντότητα εγκατεστημένη σε δικαιοδοσία τρίτης χώρας, η οποία εφαρμόζει κανόνες που έχουν αξιολογηθεί ως ισοδύναμοι με τους κανόνες της Οδηγίας δυνάμει του άρθρου 52 αυτής, η συνιστώσα οντότητα ή η ορισθείσα τοπική οντότητα υποβάλλει δήλωση πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου που περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες: (α) Όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εφαρμογή του άρθρου 9 όπως μεταξύ άλλων- (i) τα στοιχεία όλων των συνιστωσών οντοτήτων στις οποίες μια μητρική οντότητα που κατέχεται εν μέρει από άλλη οντότητα και είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ιδιοκτησιακή συμμετοχή ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, καθώς και τη δομή των εν λόγω ιδιοκτησιακών συμμετοχών· (ii) όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τον υπολογισμό του πραγματικού φορολογικού συντελεστή των δικαιοδοσιών στις οποίες μια μητρική οντότητα που κατέχεται εν μέρει από άλλη οντότητα και είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία κατέχει ιδιοκτησιακές συμμετοχές σε συνιστώσες οντότητες που προσδιορίζονται βάση της υποπαραγράφου (i) και του οφειλόμενου συμπληρωματικού φόρου· και (iii) όλες τις πληροφορίες που έχουν σημασία για τον σκοπό αυτό σύμφωνα με τα άρθρα 10, 11 ή 12· (β) όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εφαρμογή του άρθρου 14, όπως μεταξύ άλλων- (i) τα στοιχεία όλων των συνιστωσών οντοτήτων που είναι εγκατεστημένες στη δικαιοδοσία της τελικής μητρικής οντότητας και τη δομή των εν λόγω ιδιοκτησιακών συμμετοχών· (ii) όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τον υπολογισμό του πραγματικού φορολογικού συντελεστή της δικαιοδοσίας της τελικής μητρικής οντότητας και του οικείου οφειλόμενου συμπληρωματικού φόρου· και (iii) όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την κατανομή του εν λόγω συμπληρωματικού φόρου βάσει του μαθηματικού τύπου κατανομής που υπόκειται στον κανόνα σχετικά με τις πληρωμές που υπόκεινται σε μειωμένη φορολόγηση, όπως προβλέπεται στο άρθρο 15. (γ) όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εφαρμογή ενδεδειγμένου εγχώριου συμπληρωματικού φόρου από οποιοδήποτε κράτος μέλος έχει επιλέξει να εφαρμόσει τον εν λόγω συμπληρωματικό φόρο, σύμφωνα με το άρθρο 12 του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Η δήλωση πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου που αναφέρεται στα εδάφια (5) και (6) και τυχόν σχετικές κοινοποιήσεις, υποβάλλονται στο Τμήμα Φορολογίας μέχρι δεκαπέντε (15) μήνες μετά την τελευταία ημέρα του οικονομικού έτους αναφοράς.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Επιλογές</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-46\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 46</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">46.-(1) Οι επιλογές που αναφέρονται στο εδάφιο (3) του άρθρου 4, στα εδάφια (3)(α), (3)(β), (6), (9), και (12) του άρθρου 17, στο εδάφιο (6) του άρθρου 22 και στα άρθρα 43 και 44 ισχύουν για περίοδο πέντε (5) ετών, αρχής γενομένης από το έτος κατά το οποίο πραγματοποιείται η επιλογή και η επιλογή ανανεώνεται αυτόματα, εκτός εάν η υποβάλλουσα συνιστώσα οντότητα ανακαλέσει την επιλογή στο τέλος της πενταετούς περιόδου. Η ανάκληση της επιλογής ισχύει για περίοδο πέντε (5) ετών, αρχής γενομένης από το τέλος του έτους κατά το οποίο πραγματοποιείται η ανάκληση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι επιλογές που αναφέρονται στο εδάφιο (7) του άρθρου 17, στο εδάφιο (5)(β) του άρθρου 22, στο εδάφιο (1)(β) του άρθρου 23, στο εδαφίο (1) του άρθρου 26, στο εδάφιο (2) του άρθρου 29, στο εδάφιο (1) του άρθρου 31 και στο εδάφιο (1) του άρθρου 41 ισχύουν για περίοδο ενός έτους και η επιλογή ανανεώνεται αυτόματα, εκτός εάν η υποβάλλουσα συνιστώσα οντότητα ανακαλέσει την επιλογή στο τέλος του έτους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι επιλογές που αναφέρονται στο εδάφιο (3) του άρθρου 4, στα εδάφια (3)(α), (3)(β), (6), (7), (9) και (12) του άρθρου 17, στα εδάφια (5)(β) και (6) του άρθρου 22, στα εδάφιο (6)(θ) του άρθρου 22, στο εδάφιο (1)(β) του άρθρου 23, στο εδάφιο (1) του άρθρου 26, στο εδάφιο (2) του άρθρου 29, στο εδάφιο (1) του άρθρου 31, στο εδάφιο (1) του άρθρου 41 και στα άρθρα 43 και 44, πραγματοποιούνται στη φορολογική διοίκηση της δικαιοδοσίας όπου βρίσκεται η υποβάλλουσα συνιστώσα οντότητα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οι επιλογές που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 10, στο εδάφιο (1) του άρθρου 13 και στο εδάφιο (1) του άρθρου 14 ισχύουν για περίοδο ενός έτους:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, οι επιλογές του παρόντος εδαφίου δεν ανανεώνονται αυτόματα και ως εκ τούτου θα πρέπει να επικοινωνούνται επί ετήσιας βάσεως στο Τμήμα Φορολογίας, κατά τον τρόπο και τύπο που θα ορίσει ο Έφορος Φορολογίας, στην δήλωση οφειλόμενου συμπληρωματικού φόρου των εν λόγω συνιστώσων οντοτήτων.</p>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Γνωστοποιήσεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-47\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 47</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">47.-(1) Κάθε συνιστώσα οντότητα ή κοινοπραξία όπως αυτή ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 37, η οποία είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία και η οποία εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος Νόμου υποχρεούται όπως ενημερώσει σχετικά τον Έφορο Φορολογίας και η σχετική ειδοποίηση πρέπει να ολοκληρωθεί πριν οι σχετικές προθεσμίες για το εν λόγω οικονομικό έτος οι οποίες αναφέρονται στο εδάφιο (7) του άρθρου 45 και του άρθρου 57 εκπνεύσουν. Η εν λόγω ενημέρωση υποβάλλεται μία φορά πριν την ολοκλήρωση των σχετικών προθεσμιών που προβλέπονται στο εδάφιο (7) του άρθρου 45 και στο άρθρο 57.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η κάθε συνιστώσα οντότητα ή κοινοπραξία, η οποία εμπίπτει στις διατάξεις του εδάφιου (1), οφείλει να παρέχει πληροφορίες στο Τμήμα Φορολογίας σε σχέση με τα ακόλουθα: (α) Το όνομα και τον αριθμό φορολογικής ταυτότητας τού μητρώου της εν λόγω συνιστώσας οντότητας· (β) το όνομα του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας ή της κοινοπραξίας στον/στην οποίο/α ανήκει· (γ) τη δικαιοδοσία στην οποία είναι εγκατεστημένη, όπως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 5, το όνομα και τον αριθμό φορολογικής ταυτότητας του μητρώου της τελικής μητρικής οντότητας ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας· (δ) τη δικαιοδοσία στην οποία είναι εγκατεστημένη, όπως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 5, το όνομα και τον αριθμό φορολογικής ταυτότητας της ορισθείσας υποβάλλουσα οντότητα, όπου εφαρμόζεται· (ε) το όνομα και τον αριθμό φορολογικής ταυτότητας της ορισθείσας τοπικής οντότητας μαζί με μια επιβεβαίωση ότι η εν λόγω οντότητα ορίστηκε από τις άλλες συνιστώσες οντότητες για να ενεργεί κατά αυτή την ιδιότητα· (στ) εάν η οντότητα αποτελεί ορισθείσα τοπική οντότητα, το όνομα και τον αριθμό φορολογικής ταυτότητας των συνιστωσών οντοτήτων για το όφελος των οποίων ενεργεί η ορισθείσα τοπική οντότητα μαζί με μια επιβεβαίωση ότι η εν λόγω οντότητα ορίστηκε από τις άλλες συνιστώσες οντότητες για να ενεργεί κατά αυτή την ιδιότητα, όπου εφαρμόζεται· (η) το οικονομικό έτος για το οποίο γίνεται η ενημέρωση· (θ) την τελευταία μέρα του σχετικού οικονομικού έτους του ομίλου ΠΕ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κάθε συνιστώσα οντότητα ή κοινοπραξία υποχρεούται πριν την εκπνοή των σχετικών προθεσμιών για το εν λόγω οικονομικό έτος οι οποίες αναφέρονται στο εδάφιο (7) του άρθρου 45 και στο άρθρο 57 να ενημερώσει τον Έφορο Φορολογίας σε σχέση με οποιεσδήποτε αλλαγές χρειάζονται να γίνουν αναφορικά με το εδάφιο (2).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία- (i) συνιστώσα οντότητα ή κοινοπραξία παύει να αποτελεί μέλος ομίλου ΠΕ ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας· ή (ii) ο όμιλος ΠΕ η εγχώριος όμιλος μεγάλης κλίμακας δεν εμπίπτει πλέον στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, κάθε συνιστώσα οντότητα ή κοινοπραξία του εν λόγω ομίλου ΠΕ ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας οφείλει να ενημερώσει τον Έφορο Φορολογίας εντός των προθεσμιών οι οποίες αναφέρονται στο εδάφιο (7) του άρθρου 45 και στο άρθρο 57.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Υπολογισμός και δήλωση οφειλόμενου συμπληρωματικού φόρου, καταβολή συμπληρωματικού φόρου και άλλες σχετικές διατάξεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-48\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 48</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">48.-(1) Η φορολογική υποχρέωση που υπολογίζεται και κατανέμεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου θα διενεργείται βάση της δήλωσης πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου, όπως αυτή υποβάλλεται με κάθε οικονομικό έτος είτε στη Δημοκρατία είτε σε άλλη δικαιοδοσία στην οποία οφείλεται η εν λόγω υποχρέωση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η δήλωση οφειλόμενου συμπληρωματικού φόρου θα υποβάλλεται από τις συνιστώσες οντότητες ή κοινοπραξίες, όπως αυτές ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 37, από τις οποίες οφείλεται οιονδήποτε ποσό συμπληρωματικού φόρου λόγω της εφαρμογής ενδεδειγμένου κανόνα IIR, του κανόνα UTPR και του εγχώριου Κυπριακού συμπληρωματικού φόρου εντός τριάντα (30) ημερών από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής της δήλωσης πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου όπως αυτή ορίζεται στο εδάφιο (7) του άρθρου 45 και στο άρθρο 57, η μορφή και τύπος της οποίας δύναται να ορίζεται από τον Έφορο Φορολογίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οποιαδήποτε φορολογική υποχρέωση προκύπτει σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου λόγω της εφαρμογής ενδεδειγμένου κανόνα IIR, του κανόνα UTPR και του εγχώριου Κυπριακού συμπληρωματικού φόρου, καταβάλλεται στο Τμήμα Φορολογίας εντός τριάντα (30) ημερών από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής της δήλωσης πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου όπως αυτή ορίζεται στο εδάφιο (7) του άρθρου 45 και του άρθρου 57.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Με την επιφύλαξη του άρθρου 50, σε περίπτωση κατά την οποία φορολογική υποχρέωση η οποία προκύπτει σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και δεν καταβάλλεται εντός της προθεσμίας η οποία αναφέρεται στο παρόν άρθρο- (i) υπόκειται σε χρηματική επιβάρυνση ίση με πέντε τοις εκατό (5%) της φορολογικής υποχρέωσης· (ii) εάν δεν καταβληθεί μέχρι την ημερομηνία που καθορίζεται στον παρόντα Νόμο, αυτή εισπράττεται με ετήσιο τόκο, ο οποίος καθορίζεται δυνάμει των διατάξεων του περί του Ενιαίου Δημοσίου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμου:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ετήσιος τόκος υπολογίζεται με βάση τους συμπληρωμένους μήνες για τους οποίους καθυστερεί η καταβολή του φόρου.</p>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Επιβολή διοικητικού προστίμου για παράβαση υποχρεώσεων οι οποίες απορρέουν από τον Νόμο και προσβολή επιβληθέντων διοικητικών προστίμων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-49\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 49</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">49.-(1) Σε περίπτωση που οποιαδήποτε οντότητα η οποία έχει υποχρέωση υποβολής δήλωσης πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου στη Δημοκρατία σύμφωνα με το άρθρο 45 παραλείπει ή αρνείται να υποβάλει δήλωση πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000).</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που οποιαδήποτε οντότητα η οποία έχει υποχρέωση υποβολής δήλωσης πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου στη Δημοκρατία σύμφωνα με το άρθρο 45 υποβάλλει ελλιπή ή ανακριβή δήλωση πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που οποιαδήποτε οντότητα η οποία έχει υποχρέωση υποβολής δήλωσης πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου στη Δημοκρατία σύμφωνα με το άρθρο 45 παραβιάζει την υποχρέωση να διατηρεί όλα τα βιβλία, έγγραφα και αρχεία τα οποία είναι απαραίτητα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 51, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια ευρώ (€1.500).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση που οποιαδήποτε οντότητα η οποία έχει υποχρέωση υποβολής δήλωσης πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου στη Δημοκρατία σύμφωνα με το άρθρο 45 παραλείπει να παράσχει στον Έφορο Φορολογίας πρόσβαση σε πληροφορίες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας και πληρότητάς της δήλωσης πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου τα οποία έχει υποχρέωση να διατηρεί σύμφωνα με το άρθρο 45, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Σε περίπτωση που η συνιστώσα οντότητα ομίλου ΠΕ που είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία παραλείπει ή παραβιάζει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου που αφορούν την γνωστοποίηση η οποία αναφέρεται στο άρθρο 47, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Σε περίπτωση που πρόσωπο δεν καταβάλει το διοικητικό πρόστιμο που του επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου ή συνεχίζει την παράβαση, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να αυξήσει το ποσό του διοικητικού προστίμου, το οποίο δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (€20.000).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης προσώπου, στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας πρόστιμο, ο Έφορος Φορολογίας λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Ο Έφορος Φορολογίας, πριν επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, ειδοποιεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο για την πρόθεσή του, ενημερώνοντάς το για τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να ενεργήσει τοιουτοτρόπως και παρέχοντάς του το δικαίωμα υποβολής παραστάσεων εντός προθεσμίας πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την ημέρα της ειδοποίησης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Ο Έφορος Φορολογίας επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου με γραπτή και αιτιολογημένη απόφασή του την οποία κοινοποιεί στο επηρεαζόμενο πρόσωπο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Η απόφαση του Εφόρου Φορολογίας- (α)(i) καθορίζει την παράβαση για την οποία επιβάλλεται το διοικητικό πρόστιμο· (β)(ii) πληροφορεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο- (i)(α) για το δικαίωμά του να προσβάλει την απόφαση είτε με ιεραρχική προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50Ε του ΠΒΕΝ είτε με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 146 του Συντάγματος και του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου· και (ii)(β) για τις προθεσμίες εντός των οποίων δύναται να ασκηθεί το δικαίωμα που αναφέρεται στην υπουποπαράγραφο (i)(α)· και (γ) καθίσταται εκτελεστή με τη διαβίβασή της.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(11)</span>Σε περίπτωση που διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου προσβλήθηκε επιτυχώς είτε με ιεραρχική προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50Ε του ΠΒΕΝ, είτε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 146 του Συντάγματος και του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου, ο Έφορος Φορολογίας επιστρέφει οποιοδήποτε καταβληθέν διοικητικό πρόστιμο στο πρόσωπο που το κατέβαλε.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(12)</span>Κατά την διάρκεια της μεταβατικής περιόδου διοικητικών προστίμων και κυρώσεων δεν θα επιβάλλονται οποιαδήποτε διοικητικά πρόστιμα και κυρώσεις, είτε αυτά επιβάλλονται δυνάμει του παρόντος Νόμου ή της αναλογικής εφαρμογής του ΠΒΕΝ, σε σχέση με την υποβολή δήλωσης πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου όπου ο Έφορος Φορολογίας ικανοποιείται ότι ο εν λόγω όμιλος ΠΕ ή εγχώριος όμιλος μεγάλης κλίμακας προέβη σε όλες τις δέουσες ενέργειες, ώστε να επιτύχει συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. Ένας όμιλος θεωρείται ότι, έλαβε όλες τις δέουσες ενέργειες εάν δύναται να αποδείξει ότι ενήργησε με καλή πίστη με σκοπό να κατανοήσει και να εφαρμόσει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Τροποποίηση δηλώσεων και αναθεώρηση συμπληρωματικού φόρου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-50\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 50</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">50.-(1)(α) Οποιαδήποτε οντότητα, έχει υποχρέωση υποβολής δήλωσης πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου σύμφωνα με το άρθρο 45 και η οποία έχει υποβάλει δήλωση πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δύναται να υποβάλει αναθεωρημένη δήλωση για ένα οικονομικό έτος υπό τη μορφή, τύπο και προϋποθέσεις που ορίζονται από τον Έφορο Φορολογίας. (β) Πρόσωπο, το οποίο έχει υποβάλει δήλωση οφειλόμενου συμπληρωματικού φόρου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δύναται να υποβάλει αναθεωρημένη δήλωση οφειλόμενου συμπληρωματικού φόρου για ένα οικονομικό έτος υπό τη μορφή, τύπο και προϋποθέσεις που ορίζονται από τον Έφορο Φορολογίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που τροποποίηση στη δήλωση πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου, είτε η εν λόγω τροποποίηση διενεργείται στη δήλωση πληροφοριών συμπληρωματικού φόρο που υποβάλλεται στη Δημοκρατία ή σε άλλη δικαιοδοσία, επηρεάζει τον υπολογισμό της φορολογικής υποχρέωσης η οποία αντικατοπτρίζεται στην υποβληθείσα για το σχετικό οικονομικό έτος δήλωση οφειλόμενου συμπληρωματικού φόρου τότε η εν λόγω οντότητα υποχρεούται να- (α) υποβάλει αναθεωρημένη δήλωση οφειλόμενου συμπληρωματικού φόρου εντός οποιασδήποτε ημερομηνίας είναι η μεταγενέστερη- (i) τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αναθεωρημένης δήλωσης πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου· ή (ii) της καταληκτικής ημερομηνίας υποβολής της δήλωσης πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου όπως αυτή ορίζεται στο εδάφιο (7) του άρθρου 45 και στο άρθρο 57· και (β) σε περιπτώσεις που προκύπτει επιπρόσθετος οφειλόμενος φόρος, οι διατάξεις των εδαφίων (3) και (4) του άρθρου 48 εφαρμόζονται κατά αναλογία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι διατάξεις του εδαφίου (4) του άρθρου 48 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Τήρηση βιβλίων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-51\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 51</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">51.-(1) Οποιαδήποτε συνιστώσα οντότητα η οποία έχει υποχρέωση υποβολής δήλωσης πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου στη Δημοκρατία σύμφωνα με το άρθρο 45 υποχρεούται να τηρεί βιβλία, έγγραφα και αρχεία επί τη βάσει των οποίων συμπληρώθηκε και υποβλήθηκε η δήλωση πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου η υποχρέωση οντότητας η οποία έχει υποχρέωση υποβολής δήλωσης οφειλόμενου συμπληρωματικού φόρου στη Δημοκρατία, σε σχέση με την τήρηση βιβλίων, εγγράφων και αρχείων περιορίζεται στους υπολογισμούς επί τη βάσει των οποίων υποβλήθηκε η δήλωση οφειλόμενου συμπληρωματικού φόρου. Οι υποχρεώσεις οι οποίες απορρέουν από το παρόν εδάφιο δεν επηρεάζουν τις υποχρεώσεις οι οποίες απορρέουν με βάση το εδάφιο (1) στην περίπτωση που η εν λόγω συνιστώσα οντότητα έχει υποχρέωση υποβολής δήλωσης πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου στη Δημοκρατία σύμφωνα με το άρθρο 45 του Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Αναλογική εφαρμογή των προνοιών του ΠΒΕΝ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-52\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 52</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">52.-(1) Για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών οι διατάξεις των άρθρων 2 (Ερμηνεία), 3 (Εφαρμογή του παρόντος Νόμου), 4 (Διευθυντής και υπηρεσιακό απόρρητο), 4Α (Καθίδρυση Εφοριακού Συμβουλίου), 6 (Δηλώσεις εργοδοτών και άλλων προσώπων) παράγραφος 7 μέχρι 16, 7 (Φορολογικές δηλώσεις από συνεταιρισμούς (partnerships), 8 (Φορολογικές δηλώσεις επιτρόπων, κλπ.), 9 (Φορολογικές δηλώσεις προσώπου πού διαμένει εκτός της Δημοκρατίας), 11 (Δελτία τά οποία πρέπει να ετοιμάζονται από αντιπροσώπους), 12 (Διευθυντές νομικών προσώπων), 12Α (Πρόσωπα αποβιώσαντα), 13 (Ο Διευθυντής προβαίνει στη βεβαίωση της φορολογίας),14 (Φορολογία αντιπροσώπων κ.λ.π. ανικάνων και προσώπων πού δεν διαμένουν στη Δημοκρατία), 15 (Πρόσωπα που απεβίωσαν), 16 (Αντιπρόσωπος αστικά ανεύθυνος), 18 (Κατάλογοι φορολογουμένων, 19 (Επίδοση ειδοποίησης για επιβολή φόρου προς τους φορολογούμενους), 20 (Ενστάσεις κατά της φορολογίας), 20Α (Προσφυγή εναντίον απόφασης του Διευθυντή), 21 (Προσφυγή κατά της φορολογίας), 22 (Η φορολογία κλπ δεν θα είναι άκυρη λόγω της πλάνης σ αυτή σ ότι αφορά ονόματα ή περιγραφές), 23 (Διόρθωση παράλειψης επιβολής φόρου ή επιβολή φόρου λιγότερου από τον κανονικό), 27 (Εξουσία του Διευθυντή να απαιτήσει την παροχή στοιχείων), 28 (Οι δημόσιοι υπάλληλοι θα βοηθούν το Διευθυντή), 29 (Λογαριασμοί που ετοιμάστηκαν και πιστοποιήθηκαν από επαγγελματίες λογιστές), 30 (Τήρηση βιβλίων) παράγραφοι 2 έως 4, (31 (Εξουσία του Διευθυντή κατά την απογραφή των εμπορευμάτων), 32 (Εξουσία του Διευθυντού για επιτόπια έρευνα κλπ), 35 (Περιστάσεις κάτω από τις οποίες μπορεί να επιστραφεί 44 φόρος), 37 (Αποσπάσματα φορολογικών καταλόγων θα στέλνονται στα Επαρχιακά Γραφεία Είσπραξης Φόρων, διαδικασία πού θα ακολουθείται στις περιπτώσεις πού εκκρεμεί ένσταση ή προσφυγή), 38 (Προθεσμία καταβολής του φόρου) παράγραφος 2 , 40 (Καταβολή φόρου με δόσεις), 41 (Λήψη δικαστικών μέτρων από το Διευθυντή για την είσπραξη φόρου), 42 (Είσπραξη φόρου σε ορισμένες περιπτώσεις), 46 (Εγκυρότητα ειδοποιήσεων), 47 (Επίδοση ειδοποιήσεων), 49 ( Ψευδής δήλωση κ.λ.π.), 50 ('Ετερα αδικήματα), 50Α (Διοικητικά Πρόστιμα), 51 (Συμβιβασμός αδικημάτων), 51Α (Ποινική ευθύνη αναφορικά με παράλειψη καταβολής του φόρου), 52 (Επιφύλαξη για ποινική δίωξη), 53 (Ποινική δίωξη δεν αρχίζει χωρίς τη συναίνεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας) ΠΒΕΝ.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που για κάποιο θέμα προβλέπεται ειδική ρύθμιση από το παρόντα Νόμο ή σε διάταγμα το οποίο εκδίδεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 60 του παρόντος Νόμου, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΠΒΕΝ 151(I)/2024</div>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ IX ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Φορολογική μεταχείριση αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων, αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων και μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων κατά το στάδιο μετάβασης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-53\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 53</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">53.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «μεταβατικό έτος», για την δικαιοδοσία, λογίζεται το πρώτο οικονομικό έτος κατά το οποίο ένας όμιλος ΠΕ ή ένας εγχώριος όμιλος μεγάλης κλίμακας εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντα Νόμου όσον αφορά την δικαιοδοσία.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κατά τον καθορισμό του πραγματικού φορολογικού συντελεστή για μια δικαιοδοσία σε μεταβατικό έτος και για κάθε επόμενο οικονομικό έτος, ο όμιλος ΠΕ ή ο εγχώριος όμιλος μεγάλης κλίμακας λαμβάνει υπόψη όλες τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και τις αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις που αποτυπώνονται ή γνωστοποιούνται στους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς όλων των συνιστωσών οντοτήτων σε μια δικαιοδοσία για το μεταβατικό έτος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και οι αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις υπάγονται στον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή ή τον ισχύοντα εγχώριο φορολογικό συντελεστή, όποιος εκ των δύο είναι χαμηλότερος, ωστόσο, μια αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση που έχει καταγραφεί με φορολογικό συντελεστή χαμηλότερο από τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή δύναται να υπαχθεί στον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή, εάν ο φορολογούμενος δύναται να αποδείξει ότι η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση αποδίδεται σε αποδεκτή ζημία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η επίπτωση τυχόν αναπροσαρμογής αποτίμησης ή αναπροσαρμογής λογιστικής αναγνώρισης σε σχέση με αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση δεν λαμβάνεται υπόψη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που προκύπτουν από στοιχεία που εξαιρούνται από τον υπολογισμό του αποδεκτού εισοδήματος ή ζημίας σύμφωνα με το Μέρος III εξαιρούνται από τον υπολογισμό που προβλέπεται στο εδάφιο (2), όταν οι εν λόγω αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις προκύπτουν από συναλλαγή που πραγματοποιείται μετά την 30ή Νοεμβρίου 2021.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Σε περίπτωση μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων ανάμεσα σε συνιστώσες οντότητες μετά την 30ή Νοεμβρίου 2021 και πριν από την έναρξη ενός μεταβατικού έτους, η βάση των αποκτηθέντων περιουσιακών στοιχείων, πλην των αποθεμάτων, βασίζεται στη λογιστική αξία των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων της εκχωρούσας συνιστώσας οντότητας κατά τη διάθεση, ενώ οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και υποχρεώσεις προσδιορίζονται στην ίδια βάση.</div>\n<p class=\"lf-p\">151(I)/2024 Μεταβατική ελάφρυνση για την εξαίρεση εισοδήματος επί της ουσίας</p></div>", "next": 239373}