{"html": "<div class=\"lf-doc\"><h4 class=\"lf-art\" id=\"a-50\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 50</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">50.-(1)Κατά τη χρονική περίοδο μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2016 έως την 31ης Δεκεμβρίου 2023, η Αρμόδια Αρχή δύναται να επιτρέψει σε εγκαταστάσεις καύσης παρέκκλιση από την υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις οριακές τιμές εκπομπής των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 47 και από τα ποσοστά αποθείωσης του άρθρου 48, κατά περίπτωση, καθώς και από την υπαγωγή τους στο μεταβατικό εθνικό σχέδιο που προβλέπεται στο άρθρο 49, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων (3) και (4), ο φορέας εκμετάλλευσης δεσμεύεται, με γραπτή δήλωση, η οποία υποβάλλεται το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2014 στην Αρμόδια Αρχή, να μην λειτουργήσει την εγκατάσταση καύσης για περισσότερο από δεκαεπτά χιλιάδες πεντακόσιες (17500) ώρες λειτουργίας από την 1η Ιανουαρίου 2016 έως την 31η Δεκεμβρίου 2023, το αργότερο, (β) χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου (3), ο φορέας εκμετάλλευσης υποβάλλει ετησίως στην Αρμόδια Αρχή στοιχεία που αφορούν τον αριθμό των ωρών λειτουργίας της εγκατάστασης καύσης από την 1η Ιανουαρίου 2016, (γ) εξαιρουμένων των εγκαταστάσεων καύσης, στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου (δ), οι οριακές τιμές εκπομπής διοξειδίου του θείου, οξειδίων του αζώτου και σκόνης που καθορίζονται στην Άδεια και είναι σε ισχύ στις 31 Δεκεμβρίου 2015, σύμφωνα με τις διατάξεις- (i) του περί της Ολοκληρωμένης Πρόληψης και Ελέγχου της Ρύπανσης Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και (ii) των περί Ελέγχου της Ρύπανσης της Ατμόσφαιρας (Περιορισμός Εκπομπών Ορισμένων Ρύπων από Μεγάλες Εγκαταστάσεις Καύσης) Κανονισμών, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, είναι σε ισχύ τουλάχιστον για την υπόλοιπη διάρκεια της λειτουργίας της εγκατάστασης καύσης, (δ) οι εγκαταστάσεις καύσης με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ άνω των 500 MW που χρησιμοποιούν στερεά καύσιμα, οι οποίες έλαβαν άδεια εκπομπής αερίων αποβλήτων για πρώτη φορά μετά την 1η Ιουλίου 1987, συμμορφώνονται προς τις οριακές τιμές εκπομπής οξειδίων του αζώτου του Μέρους 1 του Παραρτήματος VI, και (ε) η εγκατάσταση καύσης δεν εξαιρείται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 47.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Η Αρμόδια Αρχή διαβιβάζει, το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2016, στην Επιτροπή κατάλογο των εγκαταστάσεων καύσης, στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου (1), περιλαμβανομένων των ακολούθων στοιχείων: (i) της συνολικής ονομαστικής θερμικής ισχύος αυτών, (ii) των χρησιμοποιούμενων τύπων καυσίμων, και (iii) των εν ισχύ οριακών τιμών εκπομπής διοξειδίου του θείου, οξειδίων του αζώτου και σκόνης. (β) Για τις εγκαταστάσεις καύσης, στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου (1), η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει ετησίως την Επιτροπή για τον αριθμό των ωρών λειτουργίας, αρχής γενομένης την 1η Ιανουαρίου 2016.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που- (α) στις 6 Ιανουαρίου 2011 μια εγκατάσταση καύσης αποτελούσε μέρος μικρού απομονωμένου συστήματος, (β) κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο (α) αντιπροσώπευε τουλάχιστον το τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) του εφοδιασμού με ηλεκτρική ενέργεια εντός του συστήματος αυτού, και (γ) εξαιτίας των τεχνικών της χαρακτηριστικών αδυνατεί να συμμορφωθεί με τις οριακές τιμές εκπομπής των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 47, ο αριθμός των ωρών λειτουργίας που καθορίζεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) καθορίζεται στις δεκαοκτώ χιλιάδες (18000), αρχίζοντας από την 1η Ιανουαρίου 2020 και τελειώνοντας την 31η Δεκεμβρίου 2023 και η ημερομηνία που καθορίζεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) και στο εδάφιο (2) είναι η 1η Ιανουαρίου 2020.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Στην περίπτωση εγκατάστασης καύσης συνολικής ονομαστικής θερμικής ισχύος άνω των 1500 MW, η οποία έχει αρχίσει να λειτουργεί πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1986 και χρησιμοποιεί εγχώρια στερεά καύσιμα με- (α) καθαρή θερμογόνο ισχύ μικρότερη των 5800 kJ/kg, (β) περιεκτικότητα σε υγρασία άνω του σαράντα πέντε τοις εκατό (45%) κατά βάρος, (γ) συνδυασμένη περιεκτικότητα υγρασίας και τέφρας άνω του εξήντα τοις εκατό (60%) κατά βάρος, και (δ) περιεκτικότητα οξειδίου του ασβεστίου στη στάχτη άνω του δέκα τοις εκατό (10%), ο αριθμός των ωρών λειτουργίας που προβλέπεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου καθορίζεται στις τριάντα δύο χιλιάδες (32000).</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Μικρά απομονωμένα συστήματα.</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-51\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 51</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">51.-(1)(α) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β), η Αρμόδια Αρχή δύναται να επιτρέψει παρέκκλιση από την υποχρέωση συμμόρφωσης με τις οριακές τιμές εκπομπής των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 47 και από τα ποσοστά αποθείωσης που προβλέπονται στο άρθρο 48, κατά περίπτωση, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2019, αναφορικά με εγκαταστάσεις καύσης, οι οποίες στις 6 Ιανουαρίου 2011 αποτελούσαν τμήμα μικρού απομονωμένου συστήματος. (β) Για τα συστήματα αυτά ισχύουν, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2019, οι οριακές τιμές εκπομπής που προβλέπονται στις άδειες εκπομπής αερίων αποβλήτων των εγκαταστάσεων καύσης, σύμφωνα με τις διατάξεις- (i) του περί της Ολοκληρωμένης Πρόληψης και Ελέγχου της Ρύπανσης Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται. και (ii) των περί Ελέγχου της Ρύπανσης της Ατμόσφαιρας (Περιορισμός Εκπομπών Ορισμένων Ρύπων από Μεγάλες Εγκαταστάσεις Καύσης) Κανονισμών, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Εγκαταστάσεις καύσης, με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ άνω των 500 MW, που χρησιμοποιούν στερεά καύσιμα, οι οποίες έλαβαν άδεια εκπομπής αερίων αποβλήτων για πρώτη φορά μετά την 1η Ιουλίου 1987, συμμορφώνονται προς τις οριακές τιμές εκπομπής οξειδίων του αζώτου του Μέρους 1 του Παραρτήματος VI.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει την Επιτροπή για τις εγκαταστάσεις καύσης που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος Μέρους και αποτελούν τμήμα μικρού απομονωμένου συστήματος, για τη συνολική ετήσια κατανάλωση ενέργειας του μικρού απομονωμένου συστήματος και για την ποσότητα της ενέργειας που λαμβάνεται μέσω διασύνδεσης με άλλα συστήματα.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Εγκαταστάσεις τηλεθέρμανσης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-52\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 52</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">52.-(1)Η Αρμόδια Αρχή δύναται να επιτρέψει παρέκκλιση από την υποχρέωση συμμόρφωσης εγκατάστασης καύσης με τις οριακές τιμές εκπομπής που προβλέπονται στα εδάφια (2) και (3) του άρθρου 47 και από τα ποσοστά αποθείωσης που προβλέπονται από το άρθρο 48, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2022, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η συνολική ονομαστική θερμική ισχύς της εγκατάστασης καύσης δεν υπερβαίνει τα 200 MW∙ (β) η εγκατάσταση καύσης έλαβε άδεια εκπομπής αερίων αποβλήτων για πρώτη φορά πριν από τις 27 Νοεμβρίου 2002 ή ο φορέας εκμετάλλευσής της υπέβαλε πλήρη αίτηση πριν από την ημερομηνία αυτή, εφόσον η εν λόγω εγκατάσταση καύσης τέθηκε σε λειτουργία το αργότερο στις 27 Νοεμβρίου 2003∙ (γ) τουλάχιστον πενήντα τοις εκατόν (50%) της παραγωγής χρήσιμης θερμότητας της εγκατάστασης καύσης, ως κυλιόμενος μέσος όρος πενταετίας, διοχετεύεται ως ατμός ή θερμό ύδωρ σε δημόσιο δίκτυο, με σκοπό την τηλεθέρμανση∙ και (δ) οι εν ισχύ την 31η Δεκεμβρίου 2015 οριακές τιμές εκπομπής οξειδίων του αζώτου, διοξειδίου του θείου και σκόνης, που προβλέπονται στην άδεια εκπομπής αερίων αποβλήτων της εγκατάστασης καύσης, σύμφωνα με τις διατάξεις- (i) του περί της Ολοκληρωμένης Πρόληψης και Ελέγχου της Ρύπανσης Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και (ii) των περί Ελέγχου της Ρύπανσης της Ατμόσφαιρας (Περιορισμός Εκπομπών Ορισμένων Ρύπων από Μεγάλες Εγκαταστάσεις Καύσης) Κανονισμών, όπως αυτοί τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, εξακολουθούν να ισχύουν τουλάχιστον μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2022.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2016, η Αρμόδια Αρχή διαβιβάζει στην Επιτροπή κατάλογο των εγκαταστάσεων καύσης στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου (1), περιλαμβανομένων των ακόλουθων στοιχείων: (i) της ονομαστικής θερμικής ισχύος, (ii) των χρησιμοποιούμενων τύπων καυσίμων, και (iii) των εν ισχύ οριακών τιμών εκπομπής διοξειδίου του θείου, οξειδίων του αζώτου και σκόνης. (β) Επιπλέον, όσον αφορά τις εγκαταστάσεις καύσης στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου (1) και καθόλη τη διάρκεια της περιόδου που προβλέπεται στο ίδιο εδάφιο, η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει την Επιτροπή ετησίως για την αναλογία της παραγωγής χρήσιμης θερμότητας κάθε εγκατάστασης καύσης που διοχετεύεται ως ατμός ή θερμό ύδωρ σε δημόσιο δίκτυο, με σκοπό την τηλεθέρμανση, ως κυλιόμενο μέσο όρο της παρελθούσας πενταετίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Γεωλογικοί σχηματισμοί διοξειδίου του άνθρακα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-53\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 53</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">53.-(1)Η Αρμόδια Αρχή μεριμνά ώστε οι φορείς εκμετάλλευσης όλων των εγκαταστάσεων καύσης ονομαστικής ηλεκτρικής ισχύος ίσης ή μεγαλύτερης των 300 MW, των οποίων η άδεια οικοδομής χορηγήθηκε μετά τις 25 Ιουνίου 2011, να έχουν αξιολογήσει κατά πόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) διατίθενται κατάλληλοι τόποι αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα, (β) οι δυνατότητες μεταφοράς του είναι τεχνικώς και οικονομικώς εφικτές, και (γ) η μετασκευή για τη δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα είναι τεχνικώς και οικονομικώς εφικτή.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α)Σε περίπτωση που η Αρμόδια Αρχή κρίνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο εδάφιο (1), μεριμνά ώστε να εξασφαλίζει, στον τόπο της εγκατάστασης καύσης κατάλληλος χώρος για τον εξοπλισμό που είναι αναγκαίος για τη δέσμευση και τη συμπίεση διοξειδίου του άνθρακα. (β) Η Αρμόδια Αρχή αξιολογεί κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του εδαφίου (1), βάσει των στοιχείων που συλλέγονται και άλλων διαθέσιμων στοιχείων, ιδίως αυτών που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Ελαττωματική λειτουργία ή βλάβη του εξοπλισμού μείωσης των εκπομπών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-54\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 54</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">54.-(1)Η Αρμόδια Αρχή διασφαλίζει ότι οι Άδειες που χορηγούνται δυνάμει του παρόντος Μέρους περιλαμβάνουν διαδικασίες σχετικά με την ελαττωματική λειτουργία ή βλάβη του αντιρρυπαντικού εξοπλισμού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Σε περίπτωση ελαττωματικής λειτουργίας ή βλάβης του αντιρρυπαντικού εξοπλισμού, ο φορέας εκμετάλλευσης ενημερώνει την Αρμόδια Αρχή εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από τη χρονική στιγμή που αυτή έλαβε χώρα. (β) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου (3) και τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (γ), στις περιπτώσεις της παραγράφου (α), η Αρμόδια Αρχή απαιτεί από το φορέα εκμετάλλευσης όπως- (i) περιορίσει ή διακόψει εντελώς τη λειτουργία της εν λόγω εγκατάστασης καύσης, εφόσον η κανονική λειτουργία δεν αποκατασταθεί εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από τη χρονική στιγμή που η Αρμόδια Αρχή ενημερώθηκε σχετικά ή (ii) χρησιμοποιήσει λιγότερο ρυπογόνα καύσιμα για τη λειτουργία της εν λόγω εγκατάστασης καύσης. (γ) Η συνολική διάρκεια της λειτουργίας εγκατάστασης καύσης χωρίς αντιρρυπαντικό εξοπλισμό δεν υπερβαίνει τις εκατόν είκοσι (120) ώρες σε κάθε περίοδο δώδεκα (12) μηνών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου (2), η Αρμόδια Αρχή δύναται να καθορίσει χρονικά διαστήματα μεγαλύτερα των είκοσι τεσσάρων (24) και εκατόν είκοσι (120) ωρών, αντίστοιχα, σε περιπτώσεις που, κατά την κρίση της- (i) αυτό είναι απόλυτα απαραίτητο για να διατηρηθεί η παροχή ενέργειας, ή (ii) η εν λόγω εγκατάσταση καύσης, επρόκειτο να αντικατασταθεί για περιορισμένο χρονικό διάστημα από άλλη εγκατάσταση καύσης και η τελευταία θα προκαλούσε συνολική αύξηση των εκπομπών.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Παρακολούθηση των εκπομπών στην ατμόσφαιρα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-55\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 55</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">55.-(1)Η Αρμόδια Αρχή λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για διασφάλιση της παρακολούθησης των εκπομπών ρυπαντικών ουσιών στην ατμόσφαιρα σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους 3 του Παραρτήματος VI.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η εγκατάσταση και η λειτουργία του εξοπλισμού αυτόματης παρακολούθησης υπόκεινται σε έλεγχο και σε ετήσιες δοκιμές επιτήρησης σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους 3 του Παραρτήματος VI.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Αρμόδια Αρχή καθορίζει τη θέση των σημείων δειγματοληψίας ή μετρήσεων που χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση των εκπομπών, καθώς επίσης και τις απαιτούμενες κατασκευές για πρόσβαση στα σημεία δειγματοληψίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Όλα τα αποτελέσματα της παρακολούθησης καταγράφονται, τυγχάνουν επεξεργασίας και παρουσιάζονται από το φορέα εκμετάλλευσης, κατά τρόπο που επιτρέπει στην Αρμόδια Αρχή να εξακριβώσει τη συμμόρφωση με τους όρους λειτουργίας και τις οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στην Άδεια.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Τήρηση των οριακών τιμών εκπομπής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-56\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 56</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">56.</span>Οι οριακές τιμές εκπομπής στον ατμοσφαιρικό αέρα τεκμαίρεται ότι τηρούνται, εάν τηρούνται οι διατάξεις του Μέρους 4 του Παραρτήματος VI.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Εγκαταστάσεις καύσης μεικτής εστίας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-57\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 57</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">57.-(1)Για τη χορήγηση Άδειας σε εγκατάσταση καύσης μεικτής εστίας, η οποία συνεπάγεται την ταυτόχρονη χρησιμοποίηση δύο ή περισσοτέρων καυσίμων, οι οριακές τιμές εκπομπής καθορίζονται ως ακολούθως: (α) πρώτο, λαμβάνεται η οριακή τιμή εκπομπής για κάθε επιμέρους καύσιμο και ρύπο που αντιστοιχεί στη συνολική ονομαστική θερμική ισχύ ολόκληρης της εγκατάστασης καύσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των Μερών 1 και 2 του Παραρτήματος VI, (β) δεύτερο, καθορίζονται οι σταθμισμένες οριακές τιμές εκπομπής, ανά καύσιμο, οι οποίες υπολογίζονται με τον πολλαπλασιασμό κάθε μίας από τις επιμέρους οριακές τιμές εκπομπής, που αναφέρονται στην παράγραφο (α) με τη θερμική ισχύ εισόδου κάθε καυσίμου και την εν συνεχεία διαίρεση του γινομένου με το άθροισμα των θερμικών ισχύων εισόδου όλων των καυσίμων, και (γ) τρίτο, προστίθενται οι αναφερόμενες στην παράγραφο (β) σταθμισμένες ως προς το καύσιμο οριακές τιμές εκπομπής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε εγκαταστάσεις καύσης μεικτής εστίας, στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 47, οι οποίες χρησιμοποιούν, αποκλειστικά ή σε συνδυασμό με άλλα καύσιμα, τα κατάλοιπα απόσταξης ή μετατροπής της διύλισης του αργού πετρελαίου για ίδια κατανάλωση, η Αρμόδια Αρχή δύναται να επιτρέψει την εφαρμογή των ακόλουθων οριακών τιμών εκπομπής για το καθοριστικό καύσιμο, ως εξής: (α) εάν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της εγκατάστασης καύσης η θερμότητα που παράγει το καθοριστικό καύσιμο είναι ίση ή μεγαλύτερη του πενήντα τοις εκατόν (50%) του αθροίσματος των θερμικών ισχύων εισόδου που παράγουν όλα τα καύσιμα, η οριακή τιμή εκπομπής για το καθοριστικό καύσιμο προβλέπεται στο Μέρος 1 του Παραρτήματος VI∙ (β) εάν η θερμότητα που παράγει το καθοριστικό καύσιμο είναι κατώτερη του πενήντα τοις εκατόν (50%) του αθροίσματος των θερμικών ισχύων εισόδου που παράγουν όλα τα καύσιμα, η οριακή τιμή εκπομπής για το καθοριστικό καύσιμο, καθορίζεται ανάλογα με τη θερμότητα που παράγει καθένα από τα καύσιμα, σε σχέση με το άθροισμα των θερμικών ισχύων όλων των καυσίμων, ως ακολούθως: (i) πρώτο, λαμβάνεται η οριακή τιμή εκπομπής για κάθε επιμέρους καύσιμο, που αντιστοιχεί στη συνολική ονομαστική θερμική ισχύ της εγκατάστασης καύσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους 1 του Παραρτήματος VI∙ (ii) δεύτερο, υπολογίζεται η οριακή τιμή εκπομπής για το καθοριστικό καύσιμο· η τιμή αυτή υπολογίζεται με τον διπλασιασμό της οριακής τιμής εκπομπής που καθορίζεται για το εν λόγω καύσιμο σύμφωνα με την υποπαράγραφο (i) και την αφαίρεση από το γινόμενο που προκύπτει, της οριακής τιμής εκπομπής του καυσίμου με τη χαμηλότερη οριακή τιμή εκπομπής, όπως καθορίζεται στο Μέρος 1 του Παραρτήματος VI που αντιστοιχεί στη συνολική ονομαστική θερμική ισχύ της εγκατάστασης καύσης· (iii) τρίτο, καθορίζεται η σταθμισμένη ως προς το καύσιμο, οριακή τιμή εκπομπής· η τιμή αυτή υπολογίζεται με τον πολλαπλασιασμό της οριακής τιμής εκπομπής που καθορίζεται σύμφωνα με τις υποπαραγράφους (i) και (ii) με τη θερμική ισχύ του συγκεκριμένου καυσίμου και την εν συνεχεία διαίρεση του γινομένου του πολλαπλασιασμού με το άθροισμα της θερμικής ισχύος όλων των καυσίμων· (iv) τέταρτο, προστίθενται οι σταθμισμένες, ως προς το καύσιμο, οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται σύμφωνα με την υποπαράγραφο (iii).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε εγκαταστάσεις καύσης μεικτής εστίας, για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 47, οι οποίες χρησιμοποιούν αποκλειστικά ή σε συνδυασμό με άλλα καύσιμα τα κατάλοιπα απόσταξης ή μετατροπής της διύλισης του αργού πετρελαίου για ίδια κατανάλωση, η Αρμόδια Αρχή δύναται να επιτρέψει, αντί της εφαρμογής των οριακών τιμών εκπομπής που προβλέπονται στα εδάφια (1) και (2) την εφαρμογή των μέσων οριακών τιμών εκπομπής διοξειδίου του θείου που καθορίζονται στο Μέρος 7 του Παραρτήματος VI.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ V ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΑΠΟΤΕΦΡΩΣΗΣ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΣΥΝΑΠΟΤΕΦΡΩΣΗΣ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Ερμηνεία όρων για τους σκοπούς του Μέρους V</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-58\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 58</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">58.-(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους- (α) οι όροι «εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων» και «εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων» περιλαμβάνουν, τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3)- (i) όλες τις γραμμές αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης, (ii) τις εγκαταστάσεις παραλαβής, αποθήκευσης και επιτόπιας προεπεξεργασίας των αποβλήτων, (iii) τα συστήματα τροφοδότησης της εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή της εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων με απόβλητα, καύσιμο και αέρα, (iv) τους λέβητες, (v) τις εγκαταστάσεις επεξεργασίας των καυσαερίων, (vi) τις επιτόπιες εγκαταστάσεις επεξεργασίας ή αποθήκευσης των υπολειμμάτων και υγρών αποβλήτων, (vii) την καπνοδόχο, (viii) τα όργανα και τα συστήματα για τον έλεγχο των διεργασιών αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης, και (ix) την καταγραφή και διαρκή παρακολούθηση των συνθηκών αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης· (β) «υπολείμματα» σημαίνει τα υγρά ή στερεά απόβλητα που παράγονται από εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που για τη θερμική επεξεργασία αποβλήτων χρησιμοποιούνται άλλες διεργασίες, εξαιρουμένης της οξείδωσης, όπως η πυρόλυση, η αεριοποίηση ή η τεχνολογία πλάσματος, η εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή η εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων περιλαμβάνει τόσο τη διεργασία θερμικής επεξεργασίας όσο και τη διεργασία αποτέφρωσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που η συναποτέφρωση αποβλήτων πραγματοποιείται κατά τρόπο ώστε η κύρια δραστηριότητα της εγκατάστασης να μην είναι η παραγωγή ενέργειας ή υλικών προϊόντων αλλά η θερμική επεξεργασία αποβλήτων, τότε η εγκατάσταση θεωρείται εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Πεδίο εφαρμογής του Μέρους V του παρόντος Νόμου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-59\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 59</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">59.-(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται στις εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων και στις εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων, στις οποίες αποτεφρώνονται ή συναποτεφρώνονται στερεά ή υγρά απόβλητα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους δεν εφαρμόζονται σε- (α) εγκαταστάσεις αεριοποίησης ή πυρόλυσης, εάν τα αέρια που προκύπτουν από τη θερμική επεξεργασία αποβλήτων καθαρίζονται σε τέτοιο βαθμό που δεν αποτελούν πλέον απόβλητα πριν από την αποτέφρωσή τους και δεν προκαλούν εκπομπές υψηλότερες από εκείνες που προκύπτουν από την καύση φυσικού αερίου· (β) εγκαταστάσεις επεξεργασίας- (i) φυτικών αποβλήτων της γεωργίας ή της δασοκομίας· (ii) φυτικών αποβλήτων της βιομηχανίας τροφίμων, εφόσον ανακτάται η εκλυόμενη θερμότητα· (iii) ινωδών φυτικών αποβλήτων από την παραγωγή παρθένου χαρτοπολτού και από την παραγωγή χαρτιού από χαρτοπολτό, εφόσον για τα απόβλητα αυτά εφαρμόζεται διεργασία συναποτέφρωσης στον τόπο παραγωγής και η εκλυόμενη θερμότητα ανακτάται· (iv) αποβλήτων ξύλου:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, στις εγκαταστάσεις επεξεργασίας αποβλήτων ξύλου, τα οποία ενδέχεται να περιέχουν αλογονούχες οργανικές ενώσεις ή βαρέα μέταλλα, ως αποτέλεσμα της επεξεργασίας τους με συντηρητικά ξύλου ή ως αποτέλεσμα επίστρωσης και τα οποία περιλαμβάνουν ειδικότερα απόβλητα ξύλου προερχόμενα από κατασκευές και κατεδαφίσεις, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος Μέρους· (v) αποβλήτων φελλού· (vi) ραδιενεργών αποβλήτων· (vii) πτωμάτων ζώων, όπως ρυθμίζονται από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Οκτωβρίου 2002 για τον καθορισμό υγειονομικών κανόνων σχετικά με τα ζωικά υποπροϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 790/2010 της Επιτροπής της 7ης Σεπτεμβρίου 2010 σχετικά με την τροποποίηση των παραρτημάτων VII, X και XI και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Οκτωβρίου 2002 για τον καθορισμό υγειονομικών κανόνων σχετικά με τα ζωικά υποπροϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο και όπως περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· (viii) αποβλήτων της έρευνας και εκμετάλλευσης κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου σε εγκαταστάσεις ανοικτής θάλασσας, τα οποία αποτεφρώνονται επί τόπου· και (γ) πειραματικές εγκαταστάσεις, που χρησιμοποιούνται για έρευνα, ανάπτυξη και δοκιμές, με στόχο τη βελτίωση της διεργασίας αποτέφρωσης και οι οποίες επεξεργάζονται λιγότερο από πενήντα (50) τόνους αποβλήτων ετησίως.</p>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Αιτήσεις για τη χορήγηση Άδειας για εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων και εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-60\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 60</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">60.</span>Επιπροσθέτως των διατάξεων των άρθρων 8 και 9, οι αιτήσεις για τη χορήγηση Άδειας που υποβάλλονται στην Αρμόδια Αρχή, για εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων, περιλαμβάνουν τουλάχιστον περιγραφή των μέτρων που έχουν προβλεφθεί με σκοπό να διασφαλιστούν- (α) ο σχεδιασμός, ο εξοπλισμός, η συντήρηση και η λειτουργία της εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή της εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων, κατά τρόπο ώστε να πληρούνται οι διατάξεις του παρόντος Μέρους, λαμβάνοντας υπόψη τις κατηγορίες αποβλήτων που αποτεφρώνονται ή συναποτεφρώνονται, (β) η μέγιστη εφικτή ανάκτηση της θερμότητας που παράγεται κατά τη διεργασία αποτέφρωσης και συναποτέφρωσης μέσω της παραγωγής θερμότητας, ατμού ή ηλεκτρικής ενέργειας, (γ) η ελαχιστοποίηση της ποσότητας και της νοσηρότητας του βλαβερού χαρακτήρα των υπολειμμάτων και η ανακύκλωσή τους, όπου απαιτείται, και (δ) η τελική διάθεση των υπολειμμάτων, των οποίων η πρόληψη, η μείωση ή η ανακύκλωση δεν είναι εφικτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Αποβλήτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Όροι λειτουργίας για εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων και εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-61\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 61</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">61.-(1)Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 10, 11, και 13, κατά τη χορήγηση ή ανανέωση Άδειας εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων, η Αρμόδια Αρχή δύναται να επισυνάψει σε αυτήν οποιουσδήποτε επιπρόσθετους όρους λειτουργίας. οι όροι λειτουργίας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της Άδειας και αναφέρονται τουλάχιστον - (α) σε κατάλογο με τις κατηγορίες αποβλήτων που επιτρέπεται να υποστούν επεξεργασία στην εν λόγω εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων, περιλαμβανομένων των κατηγοριών που καθορίζονται στο περί Στερεών και Επικίνδυνων Αποβλήτων (Κατάλογος Αποβλήτων) Διάταγμα του 2003, εφόσον είναι δυνατόν και, όπου απαιτείται, περιέχει πληροφορίες για την ποσότητα των αποβλήτων, (β) στη συνολική δυναμικότητα αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης αποβλήτων της εν λόγω εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων, (γ) στις οριακές τιμές εκπομπής στην ατμόσφαιρα και στα νερά, (δ) στις παραμέτρους ελέγχου για το pH, τη θερμοκρασία και τη ροή των απορρίψεων υγρών αποβλήτων, (ε) στις διαδικασίες και στη συχνότητα δειγματοληψίας και μετρήσεων, με τις οποίες πρόκειται να εκπληρωθούν οι όροι λειτουργίας αναφορικά με την παρακολούθηση των εκπομπών, και (στ) στη μέγιστη επιτρεπτή χρονική διάρκεια οποιασδήποτε τεχνικώς αναπόφευκτης διακοπής, ανωμαλίας στη λειτουργία ή αστοχίας των συστημάτων καθαρισμού ή των οργάνων μετρήσεων, κατά την οποία οι εκπομπές στην ατμόσφαιρα, στα νερά και/ ή στο έδαφος επιτρέπεται να υπερβαίνουν τις καθορισμένες οριακές τιμές εκπομπής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Επιπροσθέτως των διατάξεων του εδαφίου (1), οι όροι λειτουργίας που επισυνάπτονται στην Άδεια εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων, που χρησιμοποιεί επικίνδυνα απόβλητα- (α) αναφέρουν ρητά τις ποσότητες των διαφόρων κατηγοριών επικίνδυνων αποβλήτων που μπορούν να αποτεφρωθούν ή να συναποτεφρωθούν στην εν λόγω εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων, όπως καθορίζονται στην άδεια διαχείρισης αποβλήτων που χορηγείται δυνάμει του περί Αποβλήτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και (β) καθορίζουν τις ελάχιστες και τις μέγιστες μαζικές ροές των εν λόγω επικίνδυνων αποβλήτων, την κατώτερη και την ανώτερη θερμογόνο αξία τους και τη μέγιστη περιεκτικότητά τους σε ρυπαντικές ουσίες, περιλαμβανομένων των πολυχλωριωμένων διφαινυλίων, πενταχλωροφαινόλης, χλωρίου, φθορίου, θείου και βαρέων μετάλλων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Αρμόδια Αρχή, με διάταγμα που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, δύναται να καταρτίσει καταλόγους των κατηγοριών αποβλήτων που πρέπει να αναφέρονται στην Άδεια και οι οποίες δύνανται να συναποτεφρωθούν σε ορισμένες κατηγορίες εγκαταστάσεων συναποτέφρωσης αποβλήτων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η Αρμόδια Αρχή επανεξετάζει κατά τακτά διαστήματα τους όρους λειτουργίας της Άδειας και, εφόσον απαιτείται, τους τροποποιεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 19.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Έλεγχος των εκπομπών για εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων και εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-62\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 62</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">62.-(1) Τα καυσαέρια από εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων διοχετεύονται με ελεγχόμενο τρόπο μέσω καπνοδόχου, το ύψος της οποίας υπολογίζεται με γνώμονα την προστασία της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος και της οικείας νομοθεσίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Οι εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων και οι εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων σχεδιάζονται, κατασκευάζονται, εξοπλίζονται και λειτουργούν κατά τρόπο ώστε να μη σημειώνεται υπέρβαση των οριακών τιμών εκπομπής που καθορίζονται στα Μέρη 3 και 4 του Παραρτήματος ΙΙ ή που υπολογίζονται σύμφωνα με το Μέρος 4 του ίδιου Παραρτήματος. (β) Σε περίπτωση που σε εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων- (i) ποσοστό μεγαλύτερο του σαράντα τοις εκατό (40%) της προκύπτουσας θερμότητας προέρχεται από επικίνδυνα απόβλητα ή (ii) συναποτεφρώνονται ανεπεξέργαστα μεικτά αστικά απόβλητα, ισχύουν οι οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στο Μέρος 3 του Παραρτήματος ΙΙ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η απόρριψη στο υδάτινο περιβάλλον υγρών αποβλήτων που προέρχονται από τον καθαρισμό των καυσαερίων περιορίζεται όσο είναι δυνατό, και οι συγκεντρώσεις ρυπαντικών ουσιών δεν υπερβαίνουν τις οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στο Μέρος 5 του Παραρτήματος ΙΙ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>(α) Οι οριακές τιμές εκπομπής έχουν εφαρμογή στο σημείο απόρριψης των υγρών αποβλήτων που προέρχονται από τον καθαρισμό των καυσαερίων, από την εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή την εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων. (β) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (δ), όταν τα υγρά απόβλητα που προέρχονται από τον καθαρισμό των καυσαερίων υφίστανται επεξεργασία εκτός της εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή της εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων, σε εγκατάσταση επεξεργασίας που προορίζεται μόνο για την επεξεργασία των υγρών αποβλήτων του είδους αυτού, οι οριακές τιμές εκπομπής του Μέρους 5 του Παραρτήματος ΙΙ εφαρμόζονται στο σημείο εξόδου των υγρών αποβλήτων από την εγκατάσταση επεξεργασίας. (γ) Όταν τα υγρά απόβλητα που προέρχονται από τον καθαρισμό των καυσαερίων υποβάλλονται σε κοινή επεξεργασία μαζί με άλλα υγρά απόβλητα εντός του χώρου της εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή της εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων της εγκατάστασης ή εκτός του χώρου αυτής, ο φορέας εκμετάλλευσης εκτελεί τους υπολογισμούς του ισοζυγίου μάζας χρησιμοποιώντας τα αποτελέσματα των μετρήσεων που καθορίζονται στο σημείο 2 του Μέρους 6 του Παραρτήματος ΙΙ, για να προσδιορίζει τα επίπεδα των εκπομπών στην τελική απόρριψη των υγρών αποβλήτων, τα οποία μπορούν να αποδοθούν στα υγρά απόβλητα που προέρχονται από τον καθαρισμό των καυσαερίων. (δ) Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται αραίωση των υγρών αποβλήτων με σκοπό τη συμμόρφωση προς τις οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στο Μέρος 5 του Παραρτήματος ΙΙ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>(α) Οι χώροι των εγκαταστάσεων αποτέφρωσης αποβλήτων και των εγκαταστάσεων συναποτέφρωσης αποβλήτων, περιλαμβανομένων των συναφών χώρων αποθήκευσης αποβλήτων, σχεδιάζονται και λειτουργούν κατά τρόπο που να αποτρέπουν την χωρίς Άδεια ή τυχαία ελευθέρωση ρυπαντικών ουσιών στο έδαφος, τα επιφανειακά χερσαία νερά και τα υπόγεια ύδατα. (β) Επιπλέον, προβλέπεται αποθηκευτική ικανότητα για τις όμβριες απορροές που έχουν υποστεί ρύπανση από τους χώρους της εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή της εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων ή για νερά προερχόμενα από διαρροές ή πυροσβεστικές επιχειρήσεις που έχουν υποστεί ρύπανση. (γ) Η αποθηκευτική ικανότητα που αναφέρεται στην παράγραφο (β) πρέπει να είναι επαρκής, ώστε να εξασφαλίζεται η δυνατότητα ανάλυσης και επεξεργασίας των υγρών αποβλήτων, όπου χρειάζεται, πριν από την απόρριψή τους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>(α) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων της παραγράφου (γ) του εδαφίου (4) του άρθρου 66, σε περίπτωση υπέρβασης των οριακών τιμών εκπομπής απαγορεύεται η συνέχιση της αποτέφρωσης αποβλήτων στην εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή στην εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων ή στη γραμμή αποτέφρωσης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από τέσσερις (4) συνεχείς ώρες. (β) Ο συνολικός χρόνος λειτουργίας σε τέτοιες συνθήκες στη διάρκεια ενός (1) έτους δεν υπερβαίνει τις εξήντα (60) ώρες. (γ) Η διάρκεια των εξήντα (60) ωρών εφαρμόζεται σε όλες τις γραμμές της εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή της εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων, οι οποίες συνδέονται με ένα μόνο σύστημα καθαρισμού των καυσαερίων.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Βλάβες</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-63\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 63</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">63.</span>Σε περίπτωση βλάβης, ο φορέας εκμετάλλευσης περιορίζει ή διακόπτει τις εργασίες το ταχύτερο δυνατό, μέχρι να αποκατασταθούν οι κανονικές συνθήκες λειτουργίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Παρακολούθηση των εκπομπών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-64\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 64</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">64.-(1) Η Αρμόδια Αρχή, με κατάλληλους όρους λειτουργίας που επισυνάπτει στην Άδεια και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτής, διασφαλίζει ότι η παρακολούθηση των εκπομπών ρυπαντικών ουσιών γίνεται δυνάμει των Μερών 6 και 7 του Παραρτήματος ΙΙ.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Η εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή η εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων και η λειτουργία των αυτόματων εξοπλισμών παρακολούθησης των εκπομπών που εγκαθίστανται από το φορέα εκμετάλλευσης, υπόκεινται σε έλεγχο και ετήσιες δοκιμές επιτήρησης, σύμφωνα με το σημείο 1 του Μέρους 6 του Παραρτήματος ΙΙ. (β) Τα σημεία δειγματοληψίας ή μετρήσεων για την παρακολούθηση των εκπομπών καθορίζονται από την Αρμόδια Αρχή με την επισύναψη σχετικού όρου λειτουργίας στην Άδεια.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όλα τα αποτελέσματα της παρακολούθησης των εκπομπών καταγράφονται τυγχάνουν επεξεργασίας και παρουσιάζονται με τρόπο που παρέχει στην Αρμόδια Αρχή τη δυνατότητα να εξακριβώνει τη συμμόρφωση προς τους καθορισμένους όρους λειτουργίας και τις οριακές τιμές εκπομπής της Άδειας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οι συνεχείς μετρήσεις των εκπομπών στην ατμόσφαιρα από βαρέα μέταλλα, διοξίνες και φουράνια διενεργούνται από την ημερομηνία που καθορίζει η Επιτροπή.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Συμμόρφωση προς τις οριακές τιμές εκπομπής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-65\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 65</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">65.</span>Οι οριακές τιμές εκπομπής στην ατμόσφαιρα και στα νερά τεκμαίρεται ότι τηρούνται, εάν τηρούνται οι διατάξεις του Μέρους 8 του Παραρτήματος ΙΙ.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Συνθήκες λειτουργίας εγκαταστάσεων αποτέφρωσης αποβλήτων και εγκαταστάσεων συναποτέφρωσης αποβλήτων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-66\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 66</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">66.-(1)(α) Οι εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων λειτουργούν κατά τρόπο που διασφαλίζουν τέτοιο βαθμό αποτέφρωσης, ώστε η περιεκτικότητα της σκουριάς και της τέφρας πυθμένα σε ολικό οργανικό άνθρακα (TOC) να είναι μικρότερη από τρία τοις εκατό (3%) ή οι απώλειες κατά την ανάφλεξη να είναι μικρότερες από πέντε τοις εκατό (5%) του βάρους του υλικού επί ξηρής βάσεως. (β) Εάν είναι απαραίτητο, χρησιμοποιούνται κατάλληλες τεχνικές προεπεξεργασίας των αποβλήτων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (γ), οι εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων σχεδιάζονται, κατασκευάζονται, εξοπλίζονται και λειτουργούν κατά τρόπο ώστε, μετά την τελευταία διοχέτευση αέρα καύσης, η θερμοκρασία των αερίων που εκλύονται κατά τη διεργασία να αυξάνεται, με ελεγχόμενο και ομοιογενή τρόπο, ακόμη και υπό τις δυσμενέστερες συνθήκες, τουλάχιστον στους 850°C, μετρούμενη στο εσωτερικό τοίχωμα ή σε άλλο αντιπροσωπευτικό σημείο του θαλάμου καύσης, όπως καθορίζεται στους όρους λειτουργίας της Άδειας για τουλάχιστον δύο (2) δευτερόλεπτα. (β) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (γ), οι εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων σχεδιάζονται, κατασκευάζονται, εξοπλίζονται και λειτουργούν κατά τρόπο ώστε, η θερμοκρασία των αερίων που εκλύονται κατά τη συναποτέφρωση αποβλήτων να αυξάνεται με ελεγχόμενο και ομοιογενή τρόπο, ακόμη και υπό τις δυσμενέστερες συνθήκες, τουλάχιστον στους 850°C, μετρούμενη στο εσωτερικό τοίχωμα ή σε άλλο αντιπροσωπευτικό σημείο του θαλάμου καύσης, όπως καθορίζεται στους όρους λειτουργίας της Άδειας για τουλάχιστον δύο (2) δευτερόλεπτα. (γ) Εάν αποτεφρώνονται ή συναποτεφρώνονται επικίνδυνα απόβλητα, που περιέχουν περισσότερο του ενός τοις εκατόν (1%) αλογονούχων οργανικών ουσιών, εκφρασμένων σε χλώριο, η θερμοκρασία που απαιτείται για τη συμμόρφωση με τις παραγράφους (α) και (β) είναι τουλάχιστον χίλιοι εκατό βαθμοί Κελσίου (1100◦ C) η οποία μετριέται στο εσωτερικό τοίχωμα ή σε άλλο αντιπροσωπευτικό σημείο του θαλάμου καύσης, όπως καθορίζεται στους όρους λειτουργίας της Άδειας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Κάθε γραμμή αποτέφρωσης εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων είναι εφοδιασμένη με ένα τουλάχιστον εφεδρικό καυστήρα, που πρέπει να τίθεται αυτόματα σε λειτουργία, μόλις η θερμοκρασία των καυσαερίων, μετά την τελευταία διοχέτευση αέρα καύσης, κατέλθει κάτω από τους 850°C ή τους 1100°C, κατά περίπτωση. (β) Οι εφεδρικοί καυστήρες χρησιμοποιούνται επίσης στις φάσεις εκκίνησης και διακοπής της λειτουργίας των μηχανών για να εξασφαλίζεται η διατήρηση της ελάχιστης θερμοκρασίας των 850°C ή των 1100°C, κατά περίπτωση, σε όλη τη διάρκεια των ανωτέρω φάσεων και για όσο χρόνο υπάρχουν ακόμη στο θάλαμο καύσης άκαυστα απόβλητα. (γ) Ο εφεδρικός καυστήρας δεν τροφοδοτείται με καύσιμο το οποίο μπορεί να προκαλέσει υψηλότερα επίπεδα εκπομπών από εκείνα που συνεπάγεται η καύση υγραερίου ή φυσικού αερίου ή ακάθαρτου πετρελαίου εσωτερικής καύσης (diesel oil), όπως καθορίζεται δυνάμει του περί Προδιαγραφών Πετρελαιοειδών και Καυσίμων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οι εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων και οι εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων διαθέτουν και χρησιμοποιούν αυτόματο σύστημα που εμποδίζει την τροφοδότηση με απόβλητα - (α) κατά τη φάση εκκίνησης, μέχρι να επιτευχθεί η απαιτούμενη θερμοκρασία των 850°C ή των 1100°C, κατά περίπτωση, ή η θερμοκρασία που ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 67, (β) οποτεδήποτε δεν διατηρείται η απαιτούμενη θερμοκρασία των 850°C ή των 1100°C, κατά περίπτωση, ή η θερμοκρασία που ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 67, (γ) οποτεδήποτε διαπιστώνεται από τις συνεχείς μετρήσεις, υπέρβαση οποιασδήποτε οριακής τιμής εκπομπής, οφειλόμενης σε ελαττωματική λειτουργία ή βλάβη των συστημάτων καθαρισμού των καυσαερίων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η θερμότητα που παράγεται κατά τη διεργασία αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης αποβλήτων ανακτάται στο μέγιστο δυνατό βαθμό.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Τα μολυσματικά κλινικά απόβλητα εισάγονται κατευθείαν στον κλίβανο χωρίς να αναμιγνύονται πρώτα με άλλες κατηγορίες αποβλήτων και χωρίς να υποβάλλονται σε άμεσους χειρισμούς.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Η Αρμόδια Αρχή διασφαλίζει ότι η λειτουργία και ο έλεγχος των εγκαταστάσεων αποτέφρωσης αποβλήτων και των εγκαταστάσεων συναποτέφρωσης αποβλήτων ανατίθενται σε φυσικό πρόσωπο που διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα για τη διαχείριση τέτοιων εγκαταστάσεων.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 131(I)/2016 Έγκριση της αλλαγής των συνθηκών λειτουργίας εγκαταστάσεων αποτέφρωσης αποβλήτων και εγκαταστάσεων συναποτέφρωσης αποβλήτων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-67\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 67</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">67.-(1)(α) Με τους όρους λειτουργίας που επισυνάπτονται στην Άδεια, η Αρμόδια Αρχή δύναται, για ορισμένες κατηγορίες αποβλήτων ή θερμικές διεργασίες, να εγκρίνει συνθήκες λειτουργίας διαφορετικές από εκείνες που καθορίζονται στα εδάφια (1), (2) και (3) του άρθρου 66 και, όσον αφορά τη θερμοκρασία, στο εδάφιο (4) του άρθρου 66 εφόσον πληρούνται οι λοιπές διατάξεις του παρόντος Μέρους. (β) Η Αρμόδια Αρχή, με διάταγμα που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, θεσπίζει κανόνες που διέπουν τις εγκρίσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (α).</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η μεταβολή των συνθηκών λειτουργίας σε εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων δεν οδηγεί σε αύξηση της ποσότητας των υπολειμμάτων ούτε της περιεκτικότητάς τους σε οργανικούς ρύπους, έναντι των υπολειμμάτων που θα αναμένονταν υπό τις συνθήκες λειτουργίας που καθορίζονται στα εδάφια (1), (2) και (3) του άρθρου 66.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α)Αναφορικά με εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων, οι εγκρίσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) συναρτώνται τουλάχιστον με την τήρηση των διατάξεων του Μέρους 3 του Παραρτήματος ΙΙ για τις οριακές τιμές εκπομπής ολικού οργανικού άνθρακα και μονοξειδίου του άνθρακα. (β) Οι εκπομπές ολικού οργανικού άνθρακα από υφιστάμενους κλιβάνους στη βιομηχανία χαρτοπολτού και χαρτιού- (i) στους οποίους συναποτεφρώνονται απόβλητα στο χώρο όπου παράγονται, (ii) οι οποίοι λειτουργούσαν και κατείχαν άδεια εκπομπής αερίων αποβλήτων πριν τις 28 Δεκεμβρίου 2002, και (iii) αναφορικά με τους οποίους η Αρμόδια Αρχή εγκρίνει τροποποίηση των όρων λειτουργίας της Άδειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), συμμορφώνονται επίσης με τις οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στο Μέρος 3 του Παραρτήματος ΙΙ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει την Επιτροπή για όλους τους όρους λειτουργίας που εγκρίνονται δυνάμει των εδαφίων (1), (2) και (3) και για τα αποτελέσματα των διενεργούμενων εξακριβώσεων, ως μέρος της έκθεσης που υποβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) του άρθρου 67.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Παράδοση και παραλαβή αποβλήτων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-68\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 68</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">68.-(1)Ο φορέας εκμετάλλευσης εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων λαμβάνει όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις σε σχέση με την παράδοση και την παραλαβή αποβλήτων, για την πρόληψη ή τον περιορισμό, όσο είναι εφικτό, της ρύπανσης της ατμόσφαιρας, του εδάφους, των επιφανειακών χερσαίων νερών και των υπογείων υδάτων, καθώς και άλλων αρνητικών επιπτώσεων στο περιβάλλον, των οσμών και του θορύβου και των άμεσων κινδύνων για τη δημόσια υγεία.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο φορέας εκμετάλλευσης πριν αποδεχθεί απόβλητα στην εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή στην εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων καθορίζει τη μάζα κάθε κατηγορίας αποβλήτων, όπου αυτό είναι δυνατό, σύμφωνα με το περί Στερεών και Επικινδύνων Αποβλήτων (Κατάλογος Αποβλήτων) Διάταγμα του 2003.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Ο φορέας εγκατάστασης, πριν αποδεχθεί επικίνδυνα απόβλητα στην εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή στην εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων, εξασφαλίζει όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες για τα εν λόγω απόβλητα που είναι απαραίτητες, ώστε να εξακριβώσει τη συμμόρφωση με τους όρους λειτουργίας της Άδειας που καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 61. (β) Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο (α) περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα: (i) όλες τις διοικητικές πληροφορίες για τη διαδικασία παραγωγής, που περιέχονται στα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (4), (ii) τη φυσική και, στο μέτρο του εφικτού, τη χημική σύνθεση των επικίνδυνων αποβλήτων και όλες τις άλλες αναγκαίες πληροφορίες, προκειμένου να εκτιμηθεί η καταλληλότητά τους για την προβλεπόμενη μέθοδο αποτέφρωσης, και (iii) τα επικίνδυνα χαρακτηριστικά των επικίνδυνων αποβλήτων, τις ουσίες με τις οποίες δεν μπορούν να αναμιχθούν και τις προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται κατά το χειρισμό των εν λόγω αποβλήτων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο φορέας εκμετάλλευσης, πριν αποδεχθεί επικίνδυνα απόβλητα στην εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή στην εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων, τηρεί τουλάχιστον τις ακόλουθες διαδικασίες παραλαβής: (α) έλεγχος των εγγράφων που απαιτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις- (i) του περί Αποβλήτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, (ii) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2006 για τις μεταφορές αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 255/2013 της Επιτροπής της 20ης Μαρτίου 2013 για την τροποποίηση, με σκοπό την προσαρμογή στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο, των παραρτημάτων ΙΓ, VII και VIII του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις μεταφορές αποβλήτων και όπως περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και (iii) της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας σχετικά με τη μεταφορά επικίνδυνων ουσιών· (β) λήψη αντιπροσωπευτικών δειγμάτων, εκτός εάν δεν ενδείκνυται, όσο το δυνατό πριν από την εκφόρτωση, προκειμένου να εξακριβωθεί, με τη διεξαγωγή ελέγχων, ότι είναι σύμφωνα με τις πληροφορίες που προβλέπονται στο εδάφιο (3) και να διευκολυνθεί η Αρμόδια Αρχή στον προσδιορισμό του είδους των επικίνδυνων αποβλήτων που υποβάλλονται σε επεξεργασία· τα δείγματα αυτά διατηρούνται τουλάχιστον για ένα (1) μήνα μετά την αποτέφρωση ή τη συναποτέφρωση των εν λόγω επικίνδυνων αποβλήτων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η Αρμόδια Αρχή δύναται να επιτρέψει παρέκκλιση από τις διατάξεις των εδαφίων (2), (3) και (4), προκειμένου για εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων, οι οποίες αποτελούν τμήματα εγκαταστάσεων που εμπίπτουν στο Μέρος ΙΙΙ και αποτεφρώνουν ή συναποτεφρώνουν αποκλειστικά και μόνο τα απόβλητα που παράγονται εντός της εν λόγω εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Υπολείμματα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-69\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 69</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">69.</span>Οι φορείς εκμετάλλευσης λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα ώστε - (α) τα υπολείμματα να περιορίζονται στο ελάχιστο, όσον αφορά την ποσότητα και τις επιβλαβείς ιδιότητές τους, και να ανακυκλώνονται, όπου απαιτείται, κατευθείαν στην εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή στην εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων ή εκτός αυτής· (β) τα ξηρά υπολείμματα σε μορφή σκόνης, να μεταφέρονται και να υπόκεινται σε ενδιάμεση αποθήκευση με τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι δυνατός ο διασκορπισμός τους στο περιβάλλον· (γ) πριν επιλεγεί η οδός τελικής διάθεσης ή ανακύκλωσης των υπολειμμάτων, να διεξάγονται κατάλληλες δοκιμές για τον προσδιορισμό των φυσικών και χημικών ιδιοτήτων καθώς και του ρυπογόνου δυναμικού των υπολειμμάτων, οι οποίες καλύπτουν το συνολικό διαλυτό κλάσμα και το διαλυτό κλάσμα βαρέων μετάλλων.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Ουσιαστική μεταβολή</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-70\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 70</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">70.</span>Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 32, εάν ο φορέας εκμετάλλευσης εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων, η οποία επεξεργάζεται αποκλειστικά μη επικίνδυνα απόβλητα, σκοπεύει να προβεί σε μεταβολή της λειτουργίας της σε εγκατάσταση που εμπίπτει στις διατάξεις του Μέρους ΙΙΙ, η οποία θα περιλαμβάνει την αποτέφρωση ή συναποτέφρωση επικίνδυνων αποβλήτων, η μεταβολή αυτή θεωρείται ως ουσιαστική.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Υποβολή εκθέσεων και ενημέρωση του κοινού σχετικά με εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων και εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-71\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 71</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">71.-(1)Στις αιτήσεις για τη χορήγηση Αδειών που υποβάλλονται για πρώτη φορά δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, για εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων και εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 36, 37, 38, 39, 40, 41 και του Παραρτήματος VIII.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Προκειμένου για εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων με ονομαστική ωριαία δυναμικότητα ίση ή μεγαλύτερη των δύο (2) τόνων, η έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 97 περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία και την παρακολούθηση της εν λόγω εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή της εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων και τίθεται στη διάθεση του κοινού, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 36. η έκθεση αυτή περιλαμβάνει απολογισμό της όλης διαδικασίας αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης καθώς και των εκπομπών στον ατμοσφαιρικό αέρα και στα νερά, σε σύγκριση με τις καθορισμένες οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Αρμόδια Αρχή καταρτίζει και θέτει στη διάθεση του κοινού, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 36, κατάλογο των εγκαταστάσεων αποτέφρωσης αποβλήτων και των εγκαταστάσεων συναποτέφρωσης αποβλήτων με ονομαστική ωριαία δυναμικότητα κάτω των δύο (2) τόνων.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 ΜΕΡΟΣ VΙ ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ ΟΡΓΑΝΙΚΟΥΣ ΔΙΑΛΥΤΕΣ Πεδίο εφαρμογής του Μέρους VI του παρόντος Νόμου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-72\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 72</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">72.</span>Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται στις δραστηριότητες, οι οποίες καθορίζονται στο Μέρος 1 του Παραρτήματος V στο μέτρο που αυτές εκτελούνται άνω των κατώτατων ορίων κατανάλωσης διαλυτών που παρατίθενται στο Μέρος 2 του ίδιου Παραρτήματος.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Ερμηνεία</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-73\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 73</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">73.</span>Στο παρόν Μέρος, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια- «αέρια απόβλητα» σημαίνει τα τελικά αέρια απόβλητα που περιέχουν πτητικές οργανικές ενώσεις ή άλλους ρύπους και εκπέμπονται στον αέρα μέσω καπνοδόχου ή εξοπλισμού μείωσης· «βερνίκι» σημαίνει διαφανές επίστρωμα· «διάχυτη εκπομπή» σημαίνει κάθε εκπομπή πτητικών οργανικών ενώσεων, εξαιρουμένων των περιεχόμενων στα αέρια απόβλητα, στον ατμοσφαιρικό αέρα, στο έδαφος και στα ύδατα, καθώς και οι διαλύτες που περιέχονται σε προϊόντα, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο Μέρος 2 του Παραρτήματος V· «εισροή» σημαίνει την ποσότητα οργανικών διαλυτών και την ποσότητά τους σε μείγματα που χρησιμοποιούνται για τη διεξαγωγή μιας δραστηριότητας, περιλαμβανομένων των ανακυκλωμένων διαλυτών, εντός και εκτός της εγκατάστασης, οι οποίοι υπολογίζονται κάθε φορά που χρησιμοποιούνται για τη διεξαγωγή της δραστηριότητας· «επαναχρησιμοποίηση» σημαίνει τη χρήση οργανικών διαλυτών που έχουν ανακτηθεί από μία εγκατάσταση για οποιοδήποτε τεχνικό ή εμπορικό σκοπό, περιλαμβανομένης της χρήσης τους ως καυσίμων, αλλά εξαιρουμένης της τελικής διάθεσης αυτών των ανακτηθέντων οργανικών διαλυτών ως αποβλήτων· «κατανάλωση» σημαίνει τις συνολικές εισροές οργανικών διαλυτών σε μία εγκατάσταση ανά ημερολογιακό έτος ή οποιαδήποτε άλλη περίοδο δώδεκα (12) μηνών, αφαιρουμένων των πτητικών οργανικών ενώσεων που ενδεχομένως ανακτώνται για να επαναχρησιμοποιηθούν· «μείγμα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 3, παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2006 για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45 /ΕΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής καθώς και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 348/2013 της Επιτροπής της 17ης Απριλίου 2013 για την τροποποίηση του παραρτήματος XIV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και όπως περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· «μελάνη» σημαίνει μείγμα, περιλαμβανομένων όλων των απαραίτητων για την ορθή εφαρμογή του οργανικών διαλυτών ή μειγμάτων που περιέχουν οργανικούς διαλύτες, το οποίο χρησιμοποιείται σε διεργασίες εκτύπωσης για την αποτύπωση κειμένου ή εικόνων σε μία επιφάνεια·</div>\n<p class=\"lf-p\">«συγκολλητική ουσία» σημαίνει κάθε μείγμα, περιλαμβανομένου κάθε οργανικού διαλύτη ή μείγματος που περιέχει τους απαραίτητους οργανικούς διαλύτες για την ορθή εφαρμογή του μείγματος, το οποίο χρησιμοποιείται για τη συγκόλληση χωριστών μερών ενός προϊόντος· «συνθήκες κλειστού περιβάλλοντος» σημαίνει τις συνθήκες υπό τις οποίες η εγκατάσταση λειτουργεί ώστε οι πτητικές οργανικές ενώσεις που εκπέμπονται από τη δραστηριότητα αυτή, να συλλέγονται και να εκπέμπονται με ελεγχόμενο τρόπο, είτε μέσω καπνοδόχου είτε μέσω εξοπλισμού μείωσης των εκπομπών, με αποτέλεσμα να μην είναι τελείως διάχυτες· «συνολικές εκπομπές» σημαίνει το άθροισμα των διάχυτων εκπομπών και των εκπομπών που περιέχονται στα αέρια απόβλητα· «υφιστάμενη εγκατάσταση» σημαίνει- (α) εγκατάσταση που ήδη λειτουργούσε στις 29 Μαρτίου 1999, ή (β) εγκατάσταση που άρχισε να λειτουργεί το αργότερο την 1η Απριλίου 2002- (i) η οποία έλαβε άδεια εκπομπής αερίων αποβλήτων ή καταχωρήθηκε σε μητρώο πριν την 1η Απριλίου 2001, ή (ii) της οποίας ο φορέας εκμετάλλευσης υπέβαλε πλήρη αίτηση χορήγησης άδειας εκπομπής αερίων αποβλήτων πριν την 1η Απριλίου 2001· «φάσεις έναρξης και παύσης της λειτουργίας» σημαίνει τις εργασίες που εκτελούνται για να τεθεί μια δραστηριότητα, ένα στοιχείο εξοπλισμού ή μια δεξαμενή σε λειτουργία ή εκτός λειτουργίας ή σε άφορτη λειτουργία (ρελαντί) ή εκτός άφορτης λειτουργίας, αλλά δεν περιλαμβάνει τις τακτικές διακυμάνσεις των δραστηριοτήτων.</p>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Αντικατάσταση επικίνδυνων ουσιών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-74\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 74</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">74.</span>Οι ουσίες και τα μείγματα, στα οποία, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2008 για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, την τροποποίηση και την κατάργηση των οδηγιών 67/548/ΕΟΚ και 1999/45/ΕΚ και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 487/2013 της Επιτροπής της 8ης Μαΐου 2013 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2008 για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων με σκοπό την προσαρμογή του στην τεχνική και επιστημονική πρόοδο και όπως περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, αποδίδονται ή τα οποία οφείλουν να φέρουν τις δηλώσεις επικινδυνότητας Η340, H350, H350i, H360D ή Η360F, λόγω της περιεκτικότητάς τους σε πτητικές οργανικές ενώσεις, που έχουν ταξινομηθεί ως καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες ή τοξικές για την αναπαραγωγή, αντικαθίστανται, στο μέτρο του δυνατού, από λιγότερο επιβλαβείς ουσίες ή μείγματα, το ταχύτερο δυνατό.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Έλεγχος των εκπομπών για εγκαταστάσεις του Μέρους VI</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-75\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 75</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">75.-(1)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων (3) και (4), κάθε εγκατάσταση που εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος Μέρους οφείλει- (α) να τηρεί- (i) τις οριακές τιμές εκπομπής πτητικών οργανικών ενώσεων στα αέρια απόβλητα και τις οριακές τιμές διάχυτων εκπομπών, ή (ii) τις οριακές τιμές συνολικών εκπομπών, και (iii) τις λοιπές διατάξεις των Μερών 2 και 3 του Παραρτήματος V, (β) να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του προγράμματος μείωσης που καταρτίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους 5 του Παραρτήματος V, υπό την προϋπόθεση ότι επιτυγχάνεται ίση μείωση των εκπομπών, σε σύγκριση με εκείνη που επιτυγχάνεται μέσω της εφαρμογής των οριακών τιμών εκπομπής που αναφέρονται στην παράγραφο (α).</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η Αρμόδια Αρχή υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 97, σχετικά με την πρόοδο που σημειώνεται προς την επίτευξη της ίσης μείωσης των εκπομπών που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), σε περίπτωση που ο φορέας εκμετάλλευσης αποδείξει στην Αρμόδια Αρχή ότι σε μια συγκεκριμένη εγκατάσταση, η συμμόρφωση προς τις οριακές τιμές διάχυτων εκπομπών δεν είναι εφικτή από τεχνική και οικονομική άποψη, η Αρμόδια Αρχή δύναται να επιτρέψει την υπέρβαση των εν λόγω οριακών τιμών εκπομπής, εφόσον ικανοποιείται ότι στην εν λόγω εγκατάσταση χρησιμοποιείται η βέλτιστη διαθέσιμη τεχνική και ο φορέας εκμετάλλευσης αποδείξει ότι δεν αναμένεται να προκύψει σημαντικός κίνδυνος για την υγεία του ανθρώπου ή του περιβάλλοντος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του εδαφίου (1), η Αρμόδια Αρχή δύναται να εξαιρέσει δραστηριότητες επίστρωσης που εμπίπτουν στο σημείο 8 του Πίνακα του Μέρους 2 του Παραρτήματος V, οι οποίες δεν μπορούν να επιτελεστούν υπό συνθήκες κλειστού περιβάλλοντος, που εκτελούνται σε εγκατάσταση, από την υποχρέωση συμμόρφωσης των εκπομπών με τις απαιτήσεις του εδαφίου (1), εφόσον ο φορέας εκμετάλλευσης αποδείξει ότι η εν λόγω συμμόρφωση δεν είναι εφικτή από τεχνική και οικονομική άποψη και ότι στην εν λόγω εγκατάσταση χρησιμοποιούνται οι βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η Αρμόδια Αρχή υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τις παρεκκλίσεις που αναφέρονται στα εδάφια (3) και (4), σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του Άρθρου 72 της οδηγίας 2010/75/ΕΕ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Οι εκπομπές- (α) πτητικών οργανικών ενώσεων, στις οποίες αντιστοιχούν ή οφείλουν να φέρουν τις δηλώσεις επικινδυνότητας H340, H350, H350i, H360D ή Η360F,ή (β) αλογονούχων πτητικών οργανικών ενώσεων, στις οποίες αντιστοιχούν ή οφείλουν να φέρουν τις δηλώσεις επικινδυνότητας H341 ή H351, ελέγχονται, στο μέτρο που αυτό είναι εφικτό από τεχνική και οικονομική άποψη, προκειμένου να διασφαλίζεται – (αα) ότι αυτές δεν υπερβαίνουν τις σχετικές οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στο Μέρος 4 του Παραρτήματος V, και (ββ) η δημόσια υγεία και το περιβάλλον.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Εγκατάσταση, στην οποία διεξάγονται δύο ή περισσότερες δραστηριότητες, η καθεμιά από τις οποίες χωριστά υπερβαίνει τα όρια του Μέρους 2 του Παραρτήματος V πρέπει - (α) όσον αφορά τις ουσίες που προσδιορίζονται στο εδάφιο (6), να πληροί τις διατάξεις του εν λόγω εδαφίου για κάθε επιμέρους δραστηριότητα, και (β) όσον αφορά οποιαδήποτε άλλη ουσία - (i) να πληροί τις διατάξεις του εδαφίου (1) για κάθε επιμέρους δραστηριότητα, ή (ii) οι συνολικές εκπομπές πτητικών οργανικών ενώσεων από την εν λόγω εγκατάσταση να μην υπερβαίνουν εκείνες που θα προέκυπταν αν εφαρμοζόταν η υποπαράγραφος (i).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Κατά τη χορήγηση ή την ανανέωση Άδειας, η Αρμόδια Αρχή επισυνάπτει σε αυτήν κάθε απαραίτητο όρο λειτουργίας, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Άδειας, ώστε να λαμβάνεται κάθε ενδεικνυόμενη προφύλαξη για την ελαχιστοποίηση των εκπομπών πτητικών οργανικών ενώσεων κατά τις φάσεις έναρξης και παύσης της λειτουργίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Παρακολούθηση των εκπομπών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-76\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 76</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">76.</span>Όσον αφορά εγκαταστάσεις και δραστηριότητες που χρησιμοποιούν οργανικούς διαλύτες, η Αρμόδια Αρχή, κατά τη χορήγηση ή τροποποίηση Άδειας δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 11 και 13 ή με την τροποποίηση της Άδειας δυνάμει του άρθρου 19, εξασφαλίζει ότι αυτή περιλαμβάνει κάθε απαραίτητο όρο λειτουργίας, ώστε να διενεργούνται οι μετρήσεις των εκπομπών, σύμφωνα με το Μέρος 6 του Παραρτήματος V.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Συμμόρφωση προς τις οριακές τιμές εκπομπής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-77\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 77</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">77.</span>Οι οριακές τιμές εκπομπής των αερίων αποβλήτων τεκμαίρεται ότι τηρούνται, εάν τηρούνται οι διατάξεις του Μέρους 8 του Παραρτήματος V.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Υποβολή εκθέσεων σχετικά με τη συμμόρφωση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-78\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 78</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">78.-(1) Ο φορέας εκμετάλλευσης υποβάλλει στην Αρμόδια Αρχή, όποτε αυτή το ζητήσει, κάθε απαραίτητη πληροφορία που αποδεικνύει κατά τρόπο ικανοποιητικό τη συμμόρφωση με- (α) τις οριακές τιμές εκπομπής στα αέρια απόβλητα, τις οριακές τιμές διάχυτων εκπομπών και τις συνολικές οριακές τιμές εκπομπής, ή (β) τις απαιτήσεις του προγράμματος μείωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους 5 του Παραρτήματος V, ή (γ) τις παρεκκλίσεις που εγκρίθηκαν δυνάμει των εδαφίων (3) και (4) του άρθρου 75.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1) μπορεί να περιλαμβάνουν σχέδιο διαχείρισης διαλυτών που καταρτίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους 7 του Παραρτήματος V.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Ουσιαστική μεταβολή υφιστάμενων εγκαταστάσεων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-79\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 79</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">79.-(1)Η μεταβολή του ημερήσιου μέσου όρου της μέγιστης κατά μάζα εισροής οργανικών διαλυτών σε υφιστάμενη εγκατάσταση, σε περίπτωση που αυτή- (α) λειτουργεί με την απόδοση για την οποία έχει σχεδιαστεί και (β) υπό συνθήκες που δεν περιλαμβάνουν τις φάσεις έναρξης και παύσης της λειτουργίας και τις περιόδους συντήρησης του εξοπλισμού, θεωρείται ουσιαστική, εάν έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των εκπομπών πτητικών οργανικών ενώσεων κατά ποσοστό που υπερβαίνει - (αα) το είκοσι πέντε τοις εκατόν (25%), για εγκατάσταση με δραστηριότητες που εμπίπτουν- (i) στα κατώτατα όρια των σημείων 1, 3, 4, 5, 8, 10, 13, 16 ή 17 του Πίνακα του Μέρους 2 του Παραρτήματος V, ή (ii) σε ένα από τα λοιπά σημεία του Μέρους 2 του Παραρτήματος V και με κατανάλωση διαλυτών μικρότερη των δέκα (10) τόνων ετησίως· (ββ) το δέκα τοις εκατόν (10%) για όλες τις άλλες εγκαταστάσεις.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία υφιστάμενη εγκατάσταση υφίσταται ουσιαστική μεταβολή ή εμπίπτει για πρώτη φορά στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου ύστερα από ουσιαστική μεταβολή της, το τμήμα της εγκατάστασης το οποίο υφίσταται την ουσιαστική μεταβολή αντιμετωπίζεται - (α) ως νέα εγκατάσταση ή (β) ως υφιστάμενη εγκατάσταση, υπό την προϋπόθεση ότι οι συνολικές εκπομπές όλης της εγκατάστασης δεν υπερβαίνουν τις εκπομπές που θα προέκυπταν αν το τμήμα της εγκατάστασης που υφίσταται την ουσιαστική μεταβολή αντιμετωπιζόταν ως νέα εγκατάσταση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Μετά από κάθε ουσιαστική μεταβολή, η Αρμόδια Αρχή εξακριβώνει εκ νέου τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-80\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 80</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">80.</span>Οι διατάξεις των εδαφίων (3) και (5) του άρθρου 36 εφαρμόζονται, όσον αφορά- (α) κατάλογο των εγκαταστάσεων και δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος Μέρους και υπόκεινται σε αδειοδότηση και καταχώρηση σε μητρώο, (β) αντίγραφο της Άδειας που χορηγείται ή ανανεώνεται δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 11 και 13 ή τροποποιείται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 19, για εγκατάσταση ή δραστηριότητα που εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος Μέρους και (γ) τα αποτελέσματα της παρακολούθησης των εκπομπών που προβλέπεται στο άρθρο 76, τα οποία διαθέτει η Αρμόδια Αρχή.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ VII ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΔΙΟΞΕΙΔΙΟΥ ΤΟΥ ΤΙΤΑΝΙΟΥ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Πεδίο εφαρμογής του Μέρους VII του παρόντος Νόμου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-81\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 81</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">81.</span>Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται στις εγκαταστάσεις παραγωγής διοξειδίου του τιτανίου.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Απαγόρευση διάθεσης αποβλήτων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-82\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 82</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">82.</span>Απαγορεύεται η διάθεση των ακόλουθων αποβλήτων σε οποιοδήποτε υδατικό σύστημα, θάλασσα ή ωκεανό: (α) στερεών αποβλήτων, (β) μητρικών υγρών που προέρχονται από τη φάση διήθησης μετά από την υδρόλυση του διαλύματος θειικού τιτανυλίου από εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν τη διεργασία θειικών ενώσεων, περιλαμβανομένων- (i) των όξινων αποβλήτων που συνδέονται με τα εν λόγω υγρά, τα οποία περιέχουν συνολικά ελεύθερο θειικό οξύ άνω του 0,5% και διάφορα βαρέα μέταλλα, και (ii) των μητρικών υγρών τα οποία έχουν αραιωθεί μέχρι να περιέχουν κατά ανώτατο όριο 0,5% ελεύθερο θειικό οξύ, (γ) αποβλήτων από εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν τη διεργασία χλωριδίου, τα οποία περιέχουν πάνω από 0,5% ελεύθερο υδροχλωρικό οξύ και διάφορα βαρέα μέταλλα, περιλαμβανομένων των αποβλήτων τα οποία έχουν αραιωθεί μέχρι να περιέχουν, κατά ανώτατο όριο 0,5% ελεύθερο υδροχλωρικό οξύ, και (δ) αλάτων διήθησης, ιλύων και υγρών αποβλήτων, τα οποία- (i) προέρχονται από τη συμπύκνωση ή εξουδετέρωση των αποβλήτων που αναφέρονται στις παραγράφους (β) και (γ), και (ii) περιέχουν διάφορα βαρέα μέταλλα, εξαιρουμένων των αποβλήτων που έχουν υποστεί εξουδετέρωση και διήθηση ή καθίζηση και περιέχουν μόνο ίχνη βαρέων μετάλλων, τα οποία, πριν να υποστούν αραίωση, είχαν τιμή pH ανώτερη του 5,5.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Χορήγηση ή ανανέωση Άδειας για εγκαταστάσεις του Μέρους VII</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-83\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 83</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">83.-(1) Κάθε εγκατάσταση που εμπίπτει στο παρόν Μέρος και υποβάλλει αίτηση για τη χορήγηση ή ανανέωση Άδειας με βάση τις διατάξεις του άρθρου 9, υποβάλλει, πέραν των στοιχείων που απαιτούνται δυνάμει των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 9, και τη Μελέτη Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον, που καταρτίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κατά τη χορήγηση ή την ανανέωση Άδειας, η Αρμόδια Αρχή επισυνάπτει σε αυτήν κάθε απαραίτητο όρο λειτουργίας, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Άδειας, ώστε, επιπροσθέτως των διατάξεων του άρθρου 13, να διασφαλίζεται ότι- (α) οι εκπομπές στα νερά δεν υπερβαίνουν τις οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στο Μέρος 1 του Παραρτήματος ΙΧ, (β) οι εκπομπές στην ατμόσφαιρα δεν υπερβαίνουν τις οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στο Μέρος 2 του Παραρτήματος ΙΧ, (γ) παρεμποδίζονται οι εκπομπές όξινων σταγονιδίων στην ατμόσφαιρα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3)</span>Με τους όρους λειτουργίας που η Αρμόδια Αρχή επισυνάπτει στην Άδεια, εξασφαλίζει ότι - (α) διενεργείται συστηματικός έλεγχος και παρακολούθηση των εκπομπών στην ατμόσφαιρα, τουλάχιστον σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους 3 του Παραρτήματος ΙΧ, ώστε να εξακριβώνεται η συμμόρφωση με τους όρους λειτουργίας της Άδειας και τις διατάξεις των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου (2) του άρθρου 83· (β) διενεργείται παρακολούθηση του εδάφους, των επιφανειακών χερσαίων νερών και των υπόγειων υδάτων, ώστε να εξακριβώνεται η συμμόρφωση με τους όρους λειτουργίας της Άδειας και τις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 83· (γ) υποβάλλονται σε αυτήν, τακτικώς και τουλάχιστον ετησίως, τα αποτελέσματα που προκύπτουν από τον έλεγχο και την παρακολούθηση των εκπομπών, που προβλέπεται στις παραγράφους (α) και (β), καθώς και άλλων απαιτούμενων στοιχείων που κρίνονται απαραίτητα για τον αποτελεσματικό έλεγχο της συμμόρφωσης της εγκατάστασης με τους όρους λειτουργίας της Άδειας της.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Για τους σκοπούς των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (3), οι όροι λειτουργίας μπορούν να περιέχουν πληροφορίες αναφορικά με τα εξής: (α) τις ακριβείς θέσεις και τις αποδεκτές μεθόδους δειγματοληψίας, (β) τις αποδεκτές μεθόδους μέτρησης και ανάλυσης για κάθε παράμετρο που αναφέρεται στα Μέρη 1 και 2 του Παραρτήματος ΙΧ, βάσει προτύπων CEN ή εάν δεν υπάρχουν πρότυπα CEN βάσει προτύπων ISO, εθνικών ή άλλων διεθνών προτύπων, τα οποία εξασφαλίζουν την παροχή δεδομένων ισοδύναμης επιστημονικής ποιότητας, (γ) τη συχνότητα με την οποία διενεργούνται δειγματοληψίες, μετρήσεις και αναλύσεις, για κάθε παράμετρο που αναφέρεται στα Μέρη 1 και 2 του Παραρτήματος ΙΧ.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 ΜΕΡΟΣ VIΙΙ ΠΟΙΚΙΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Αρχιεπιθεωρητής και επιθεωρητές</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-84\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 84</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">84.-(1)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου (3), για σκοπούς εποπτείας, επιθεώρησης, ελέγχου και αποτελεσματικής εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 35 και των λοιπών διατάξεων του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων κανονισμών και/ ή διαταγμάτων και τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), η Αρμόδια Αρχή, με γνωστοποίηση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ορίζει λειτουργούς του Υπουργείου της ως εντεταλμένους επιθεωρητές.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Η Αρμόδια Αρχή, με γνωστοποίηση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ορίζει ένα εκ των εντεταλμένων επιθεωρητών ως Αρχιεπιθεωρητή. (β) Ο Αρχιεπιθεωρητής ρυθμίζει τις περιπτώσεις και τον τρόπο κατά τον οποίο οι επιθεωρητές ασκούν τις εξουσίες τους και εκτελούν τα καθήκοντά τους. (γ) Η Αρμόδια Αρχή δύναται να ορίσει αναπληρωτή Αρχιεπιθεωρητή, ο οποίος αντικαθιστά τον Αρχιεπιθεωρητή σε περίπτωση απουσίας, ασθένειας ή ανικανότητας αυτού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Αρμόδια Αρχή δύναται, με γνωστοποίηση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να εξουσιοδοτεί γραπτώς, δεόντως προσοντούχα πρόσωπα που δεν υπηρετούν στη δημόσια υπηρεσία, για να εκτελούν οποιαδήποτε από τις εξουσίες και τα καθήκοντα επιθεωρητή που ορίζονται στην εξουσιοδότηση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Πρόσωπο που εξουσιοδοτείται δυνάμει του εδαφίου (3) τελεί υπό την επίβλεψη και υπόκειται στις οδηγίες του Αρχιεπιθεωρητή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Πρόσωπο που εξουσιοδοτείται δυνάμει του εδαφίου (3) λαμβάνει ως αμοιβή χρηματικό ποσό που καθορίζεται με κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οι επιθεωρητές και τα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται με βάση το εδάφιο (3) οφείλουν: (α) να επιδεικνύουν κατάλληλες ταυτότητες που εκδίδει η Αρμόδια Αρχή, στις οποίες αναγράφεται η ιδιότητά τους, και (β) να ενεργούν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 127(I)/2021 Καθήκοντα και εξουσίες επιθεωρητών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-85\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 85</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">85.-(1)Οι επιθεωρητές πραγματοποιούν τακτικούς και έκτακτους ελέγχους των εγκαταστάσεων και των διεργασιών που διεξάγονται από το φορέα εκμετάλλευσης, για να διαπιστώνεται κατά πόσο όλες οι εργασίες παραγωγής προϊόντων και επεξεργασίας και διάθεσης αποβλήτων, περιλαμβανομένων και των εργασιών αποκατάστασης των χώρων μετά τον τερματισμό της λειτουργίας των εγκαταστάσεων, εκτελούνται σύμφωνα με τους όρους λειτουργίας της Άδειας και τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο επιθεωρητής δύναται, για σκοπούς διεκπεραίωσης των καθηκόντων του, να ασκεί οποιαδήποτε ή από όλες τις πιο κάτω εξουσίες- (α) να εισέρχεται ελεύθερα και χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση σε οποιαδήποτε εγκατάσταση στην οποία έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι διεξάγεται ή θα διεξάγεται δραστηριότητα ή πρόκειται να διεξαχθεί διεργασία, η οποία δυνατό να οδηγήσει σε παράβαση οποιασδήποτε διάταξης του παρόντος Νόμου και/ ή όρου λειτουργίας της Άδειας, (β) να ασκεί το ανωτέρω δικαίωμα εισόδου και ελέγχου, συνοδευόμενος από αστυνομικό, αν έχει εύλογη αιτία να υποψιάζεται σοβαρή παρεμπόδισή του στην άσκηση των εξουσιών του, (γ) να φέρει οποιοδήποτε εξοπλισμό ή οποιαδήποτε υλικά απαιτούνται για την άσκηση των εξουσιών του, (δ) να συνοδεύεται από άλλα πρόσωπα, τα οποία τον βοηθούν στην άσκηση των εξουσιών του, (ε) να προβαίνει σε οποιαδήποτε εξέταση ή διερεύνηση, όπως ο ίδιος κρίνει αναγκαίο υπό τις περιστάσεις, (στ) να διενεργεί δοκιμές, μετρήσεις και δειγματοληψίες οι οποίες κρίνονται αναγκαίες για τη σωστή άσκηση των εξουσιών του ή να διευθετεί τη διενέργειά τους από προσοντούχο πρόσωπο, (ζ) να επιθεωρεί, εξετάζει και ελέγχει τη λειτουργία οποιωνδήποτε μηχανημάτων, συσκευών ή εξοπλισμού που βρίσκονται στην εγκατάσταση και να προβαίνει σε μετρήσεις, κινηματογραφήσεις ή στη λήψη φωτογραφιών, όπως κρίνει αναγκαίο, για τη σωστή άσκηση των εξουσιών του, (η) να ζητά την παρουσίαση για επιθεώρηση οποιωνδήποτε βιβλίων ή εγγράφων ή οποιωνδήποτε άλλων πληροφοριών σε όποια μορφή και αν βρίσκονται, τα οποία έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι περιέχουν πληροφορίες σχετιζόμενες με το σκοπό της διερεύνησης, (θ) να κατάσχει, κατακρατεί και μεταφέρει οποιοδήποτε αντικείμενο ή οποιοδήποτε δείγμα οποιασδήποτε ουσίας που δυνατό να απαιτείται για σκοπούς περαιτέρω διερεύνησης ή για να διασφαλίσει ότι είναι διαθέσιμο ως τεκμήριο σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, (ι) να ζητά από το φορέα εκμετάλλευσης ή οποιονδήποτε από τους αντιπροσώπους του ή τους εργοδοτουμένους του: (i) να του παράσχει ασφαλή πρόσβαση προς οποιοδήποτε μέρος της εγκατάστασης, (ii) να θέσει στη διάθεσή του οποιαδήποτε ευλόγως διαθέσιμα μέσα για τη διεξαγωγή οποιωνδήποτε δοκιμών, μετρήσεων, επιθεωρήσεων ή εξετάσεων κρίνονται αναγκαίες για τους σκοπούς της διερεύνησης, (ια) να δίνει οδηγίες όπως η εγκατάσταση ή οποιοδήποτε μέρος της ή οποιοσδήποτε εξοπλισμός ή μηχάνημα ή ουσία μέσα σε αυτό, παραμένει ως έχει για όσο χρονικό διάστημα θεωρεί εύλογα αναγκαίο, για σκοπούς οποιασδήποτε δοκιμής, μέτρησης, εξέτασης και ελέγχου λειτουργίας, όπως αναφέρεται στην παράγραφο (στ) και/ ή (ζ), νοουμένου ότι η συμμόρφωση προς τις οδηγίες για σταθερές συνθήκες λειτουργίας δεν συνεπάγεται τη διακοπή οποιουδήποτε ουσιώδους μέρους της παραγωγικής διεργασίας ή οποιαδήποτε αρνητική επίπτωση στην παραγωγική διεργασία, και/ ή</div>\n<p class=\"lf-p\">(ιβ) να ζητά- (i) από το φορέα εκμετάλλευσης της εγκατάστασης, ή (ii) από οποιοδήποτε πρόσωπο, βρίσκεται στην εγκατάσταση, ή (iii) από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι είχε απασχοληθεί στην εγκατάσταση ή είχε σχέση με την εγκατάσταση καθ’ οιονδήποτε χρόνο κατά τη διάρκεια των προηγούμενων τριών (3) μηνών, οποιεσδήποτε πληροφορίες μπορεί να έχει ή προς τις οποίες έχει πρόσβαση και που είναι σχετικές με το σκοπό της έρευνας ή διερεύνησης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο Αρχιεπιθεωρητής έχει εξουσία να ζητά όπως του παρέχονται σημεία δειγματοληψίας και επιθεώρησης τα οποία είναι ευλόγως απαραίτητα για τη διεξαγωγή οποιωνδήποτε δοκιμών, μετρήσεων, επιθεωρήσεων ή εξετάσεων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Τα αποτελέσματα των μετρήσεων και αναλύσεων των δειγμάτων που λαμβάνονται από την Αρμόδια Αρχή, στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος Νόμου, τεκμαίρονται ως ορθά.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Ειδοποίηση βελτίωσης και απαγορευτική ειδοποίηση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-86\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 86</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">86.-(1)Σε περίπτωση που επιθεωρητής διαπιστώσει παράβαση οποιουδήποτε όρου λειτουργίας της Άδειας μπορεί να επιδώσει στον φορέα εκμετάλλευσης ειδοποίηση βελτίωσης, στην οποία αναφέρεται- (α) ότι ο επιθεωρητής διαπίστωσε παράβαση όρου λειτουργίας της Άδειας, (β) ο όρος λειτουργίας της Άδειας αναφορικά με τον οποίο διαπιστώθηκε η παράβαση, και (γ) η χρονική περίοδος, εντός της οποίας πρέπει να τερματιστεί η παράβαση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου (4), σε περίπτωση που επιθεωρητής διαπιστώσει ότι ο φορέας εκμετάλλευσης δεν συμμορφώνεται με την ειδοποίηση βελτίωσης εντός της καθορισμένης χρονικής περιόδου σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1), μπορεί να επιδώσει στο φορέα εκμετάλλευσης ή σε περίπτωση αδυναμίας επίδοσης σε αυτόν, σε οποιοδήποτε πρόσωπο έχει την εποπτεία της λειτουργίας της εγκατάστασης, απαγορευτική ειδοποίηση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η απαγορευτική ειδοποίηση που αναφέρεται στο εδάφιο (2) αναφέρει - (α) τα συγκεκριμένα μέτρα που καθορίζονται στην ειδοποίηση βελτίωσης τα οποία κατά τη γνώμη του επιθεωρητή, παρέλειψε να εφαρμόσει ο φορέας εκμετάλλευσης, (β) τα μέτρα, τα οποία πρέπει να ληφθούν αμέσως για να τερματιστεί το συντομότερο δυνατό η λειτουργία της εγκατάστασης ή σχετικού τμήματός της και (γ) ότι η εγκατάσταση δεν πρέπει να επαναρχίσει τη λειτουργία της μέχρις ότου ο φορέας εκμετάλλευσης συμμορφωθεί πλήρως με τα μέτρα που καθορίζονται στην ειδοποίηση βελτίωσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση που επιθεωρητής διαπιστώσει ότι εγκατάσταση λειτουργεί ή πρόκειται να λειτουργήσει κατά τρόπο που ενδέχεται, λόγω πυρκαγιάς, έκρηξης ή εκπομπής οποιασδήποτε τοξικής ουσίας ή λόγω παράβασης των όρων λειτουργίας της Άδειάς της, να δημιουργήσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης οποιουδήποτε προσώπου ή του περιβάλλοντος, μπορεί να επιδώσει στο φορέα εκμετάλλευσης ή, σε περίπτωση αδυναμίας επίδοσης σε αυτόν, σε οποιοδήποτε πρόσωπο έχει την εποπτεία της λειτουργίας της εγκατάστασης, απαγορευτική ειδοποίηση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>(α) Η απαγορευτική ειδοποίηση, που αναφέρεται στο εδάφιο (4) αναφέρει- (i) τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψη του επιθεωρητή, δημιουργείται ή πρόκειται να δημιουργηθεί ο προαναφερθέντας κίνδυνος, (ii) οδηγίες για συγκεκριμένα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για εξάλειψη ή μείωση του κινδύνου και (iii) τη χρονική περίοδο, μετά την παρέλευση της οποίας η εγκατάσταση οφείλει να αναστείλει τη λειτουργία της, αν δεν εκλείψουν οι λόγοι που δημιουργούν ή πρόκειται να δημιουργήσουν τον προαναφερθέντα κίνδυνο και δεν ληφθούν τα μέτρα για τα οποία έδωσε οδηγίες, σύμφωνα με την υποπαράγραφο (ii). (β) Σε περίπτωση που επιθεωρητής έχει τη γνώμη ότι ο κίνδυνος είναι άμεσος, η απαγορευτική ειδοποίηση αναφέρει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως από το φορέα εκμετάλλευσης για να τερματιστεί το συντομότερο δυνατό η λειτουργία της εγκατάστασης και επιβάλλει όπως η εγκατάσταση δεν επαναρχίσει τη λειτουργία της μέχρις ότου εκλείψουν οι λόγοι που δημιουργούν ή πρόκειται να δημιουργήσουν τον προαναφερθέντα κίνδυνο και ληφθούν τα μέτρα που αναφέρονται στην απαγορευτική ειδοποίηση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Κανένας δημόσιος λειτουργός δεν φέρει ευθύνη αποκλειστικά και μόνο λόγω οποιωνδήποτε δυσμενών επιπτώσεων που προκύπτουν από συμμόρφωση προσώπου προς ειδοποίηση βελτίωσης και/ ή απαγορευτική ειδοποίηση, εκτός αν αποδειχθεί ότι δεν ενεργούσε καλόπιστα.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Αδικήματα και ποινές</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-87\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 87</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">87.-(1) Πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου και/ ή οποιωνδήποτε κανονισμών και/ ή διαταγμάτων που εκδίδονται δυνάμει αυτού και ειδικότερα των άρθρων 8, 12, 13, 16, 17, 20, 21, 26, 32, 34, 47, 48, 40, 51, 52, 54, 62, 63, 66, 67, 68, 69, 70, 74, 75, 78, 82 και 86, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (500.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Πρόσωπο, το οποίο - (α) παρεμποδίζει επιθεωρητή στην εκτέλεση των καθηκόντων και εξουσιών που του ανατίθενται με βάση τον παρόντα Νόμο, (β) παρεμποδίζει οποιοδήποτε αστυνομικό ή πρόσωπο που, σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 85 συνοδεύει επιθεωρητή, να εισέλθει στα υποστατικά της εγκατάστασης ή να παράσχει βοήθεια στον επιθεωρητή, (γ) αρνείται να παράσχει στον επιθεωρητή ή σε πρόσωπο που τον συνοδεύει, σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 85, ασφαλή πρόσβαση σε οποιοδήποτε μέρος των υποστατικών της εγκατάστασης, και/ ή (δ) αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με αξίωση επιθεωρητή που υποβάλλεται με βάση τις παραγράφους (η), (ι), (ια) και (ιβ) του εδαφίου (2) του άρθρου 85, είναι ένοχο αδικήματος, και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 131(I)/2016 Προσωρινά διατάγματα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-88\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 88</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">88.-(1)Για οποιοδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται στο εδάφιο (4) του άρθρου 18, στο άρθρο 20 και στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 87, για τα οποία έχει προσαφθεί κατηγορία εναντίον προσώπου, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση προσωρινού διατάγματος, απαγορεύοντας τη συνέχιση ή την επανάληψη της ισχυριζόμενης παράνομης πράξης ή παράλειψης, η οποία προκαλεί τη ρύπανση μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης, αναφορικά με την οποία έχει προσαφθεί η κατηγορία.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το εν λόγω διάταγμα εκδίδεται από τον Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου, κατόπιν αίτησης είτε του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας είτε από μέρους και εξ ονόματος της ενδιαφερόμενης αρχής τοπικής αυτοδιοίκησης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος διέπονται, τηρουμένων των αναλογιών, από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και τους σχετικούς περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Το προσωρινό διάταγμα που αναφέρεται στο εδάφιο (3) μπορεί να εκδοθεί και μετά από μονομερή (ex parte) αίτηση, κατ’ εφαρμογή και τηρουμένων των αναλογιών, του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται στην περίπτωση αυτή, για σκοπούς καταχώρησης ένστασης ή για να καταδειχθεί εκ μέρους του αντιδίκου λόγος ώστε να παύσει το εκδοθέν διάταγμα να παραμένει σε ισχύ, η σχετική προθεσμία που δύναται να τεθεί από το Δικαστήριο δεν υπερβαίνει τις δεκατέσσερις (14) μέρες.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Πρόσωπο, το οποίο παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με διάταγμα που εκδόθηκε δυνάμει του εδαφίου (1), είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Ποινική ευθύνη νομικών προσώπων και αξιωματούχων τους</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-89\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 89</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">89.-(1)Σε περίπτωση που διαπράττεται οποιοδήποτε αδίκημα από αυτά που αναφέρονται στο εδάφιο (4) του άρθρου 18, στο άρθρο 20 και στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 87 ή κατά παράβαση κανονισμών και/ ή διαταγμάτων που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, από νομικό πρόσωπο επ’ ωφελεία του και αποδεικνύεται ότι το αδίκημα αυτό έχει διαπραχθεί με τη συναίνεση ή τη συμπαιγνία ή αποδίδεται σε έλλειψη εποπτείας ή ελέγχου ή άλλη παράλειψη προσώπου, το οποίο κατέχει ιθύνουσα θέση εντός του νομικού προσώπου και ενεργεί ατομικά ή ως μέλος οργάνου του νομικού προσώπου, με βάση- (α) εξουσία αντιπροσώπευσης του νομικού προσώπου, (β) εξουσία λήψης αποφάσεων εξ ονόματος του νομικού προσώπου, ή (γ) εξουσία άσκησης ελέγχου εντός του νομικού προσώπου, τότε το πρόσωπο αυτό, καθώς επίσης και το νομικό πρόσωπο, είναι ένοχοι αδικήματος και υπόκεινται σε ποινική δίωξη σε σχέση με το εν λόγω αδίκημα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Όταν μέλος νομικού προσώπου, που δεν είναι διευθύνων σύμβουλος ή διευθυντής νομικού προσώπου, ασκεί αρμοδιότητες διευθύνοντος συμβούλου ή διευθυντή, τότε εφαρμόζονται, σε σχέση με τις πράξεις ή παραλείψεις του, οι διατάξεις του εδαφίου (1), ως εάν το πρόσωπο αυτό να ήταν διευθύνων σύμβουλος ή διευθυντής του νομικού προσώπου.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Εξώδικη ρύθμιση αδικημάτων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-90\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 90</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">90.-(1)(α) Σε περίπτωση που ο Αρχιεπιθεωρητής ή επιθεωρητής έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι οποιοδήποτε πρόσωπο διαπράττει ή έχει διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα εκ των αναφερομένων στο εδάφιο (4) του άρθρου 18, στο άρθρο 20 και στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 87, έχει εξουσία να προβεί σε εξώδικη ρύθμιση του αδικήματος. (β) Το ποσό της εξώδικης ρύθμισης που καθορίζεται είναι ανάλογο με τη σοβαρότητα του αδικήματος, αλλά δεν υπερβαίνει τα τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000).</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τους σκοπούς της εξώδικης ρύθμισης που αναφέρεται στο εδάφιο (1), ο επιθεωρητής επιδίδει στο πρόσωπο που πιστεύει ότι διέπραξε το αδίκημα σχετική ειδοποίηση, στην οποία καθορίζεται το αδίκημα, ο χρόνος της διάπραξής του και το χρηματικό ποσό που το πρόσωπο καλείται να καταβάλει.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που η πράξη ή η παράλειψη, την οποία ο επιθεωρητής θεωρεί, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ότι συνιστά αδίκημα δεν τερματιστεί εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης που αναφέρεται στο εδάφιο (2), τότε ο επιθεωρητής καθορίζει ποσό εξωδίκου προστίμου διπλάσιο του αρχικού ποσού και σε περίπτωση που η πράξη ή η παράλειψη επαναληφθεί, ο Αρχιεπιθεωρητής προβαίνει στις αναγκαίες ενέργειες για ποινική δίωξη του παραβάτη ενώπιον δικαστηρίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Τηρουμένων των διατάξεων του εδάφιου (3), αν η πράξη ή η παράλειψη, την οποία ο επιθεωρητής θεωρεί, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ότι συνιστά αδίκημα δεν τερματιστεί σύμφωνα με τις οδηγίες του εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης που αναφέρεται στο εδάφιο (2), τότε για κάθε μέρα που η πράξη ή η παράληψη συνεχίζεται ή επαναλαμβάνεται θεωρείται ότι διαπράττεται νέο αδίκημα, για το οποίο ο Αρχιεπιθεωρητής προβαίνει στις αναγκαίες ενέργειες για ποινική δίωξη του παραβάτη ενώπιον δικαστηρίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Κάθε ποσό που καταβάλλεται με βάση τα εδάφια (1) ή (2) θεωρείται χρηματική ποινή που επιβλήθηκε λόγω καταδίκης για το σχετικό αδίκημα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3), αν το χρηματικό ποσό που αναφέρεται στα εδάφια (1) ή (3) καταβληθεί πριν από τη χρονική περίοδο δεκατεσσάρων (14) ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της ειδοποίησης, εκδίδεται απόδειξη και ουδεμία ποινική δίωξη ασκείται αναφορικά με τη διάπραξη του σχετικού αδικήματος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3), μετά την εξώδικη ρύθμιση του αδικήματος, την καταβολή του ποσού και την έκδοση της απόδειξης όπως αναφέρεται στο εδάφιο (6), δεν χωρεί οποιαδήποτε περαιτέρω ποινική διαδικασία σχετικά με το αδίκημα και η προσαγωγή στο δικαστήριο της απόδειξης που αναφέρεται στο εδάφιο (6) αποτελεί πλήρη απόδειξη των γεγονότων που αναφέρονται σε αυτήν και συνεπάγεται την απαλλαγή του κατηγορούμενου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Η εξώδικη ρύθμιση αδικήματος και η καταβολή του σχετικού ποσού σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις δεν θεωρείται ως καταδίκη. σε περίπτωση όμως καταδικαστικής απόφασης για διάπραξη άλλου παρόμοιας φύσης αδικήματος, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τα πιο πάνω γεγονότα για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημιάς</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-91\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 91</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">91.-(1)Σε περίπτωση που, ως αποτέλεσμα διάπραξης οποιουδήποτε αδικήματος εκ των αναφερομένων στο εδάφιο (4) του άρθρου 18, στο άρθρο 20 και στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 87, έχει προκληθεί ρύπανση στα νερά ή στο έδαφος, η Αρμόδια Αρχή μπορεί να αξιώσει γραπτώς από πρόσωπο να προβεί σε εξάλειψη ή περιορισμό της ρύπανσης, λαμβάνοντας μέσα σε εύλογο χρόνο και σύμφωνα με τις οδηγίες της Αρμόδιας Αρχής τα κατάλληλα μέτρα που αυτή καθορίζει.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που το πρόσωπο που αναφέρεται στο εδάφιο (1) αρνηθεί ή παραλείψει να συμμορφωθεί με την ανωτέρω γραπτή αξίωση, τότε τα μέτρα προς εξάλειψη ή περιορισμό της ρύπανσης μπορούν να ληφθούν από την ίδια την Αρμόδια Αρχή και οι σχετικές δαπάνες εισπράττονται από το εν λόγω πρόσωπο ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Έκδοση Κανονισμών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-92\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 92</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">92.-(1)Το Υπουργικό Συμβούλιο εκδίδει Κανονισμούς που απαιτούνται για τη ρύθμιση οποιουδήποτε θέματος, το οποίο χρήζει καθορισμού και για την καλύτερη εφαρμογή του παρόντος Νόμου, οι οποίοι δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ειδικότερα, το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να εκδώσει Κανονισμούς για την καλύτερη εφαρμογή του άρθρου 31 και του εδαφίου (5) του άρθρου 84, δυνάμει των οποίων- (α) ρυθμίζονται οποιαδήποτε θέματα σχετικά με τον προσδιορισμό, την υιοθέτηση ή την εφαρμογή βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών, αφού ληφθούν υπόψη, είτε γενικά είτε για συγκεκριμένες περιπτώσεις, το κόστος και το όφελος που μπορεί να προκύψει από οποιοδήποτε μέτρο, καθώς και οι αρχές της πρόνοιας και προληπτικής δράσης και αφού συνυπολογιστούν οι παράγοντες και τα στοιχεία που αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙΙ και (β) επιβάλλεται η λήψη συγκεκριμένων μέτρων για πρόληψη, μείωση ή εξάλειψη της ρύπανσης από τη λειτουργία της εγκατάστασης και για την τήρηση ποιοτικών προτύπων περιβάλλοντος.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Έκδοση διαταγμάτων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-93\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 93</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">93.-(1) Η Αρμόδια Αρχή δύναται να εκδίδει διατάγματα, με τα οποία ρυθμίζονται τεχνικής και διοικητικής φύσεως θέματα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου (1), τα πιο πάνω διατάγματα μπορούν να προβλέπουν για όλα ή μερικά από τα ακόλουθα θέματα: (α) τη διαδικασία εγγραφής σε Μητρώο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 8, (β) τον καθορισμό του ειδικού εντύπου αίτησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 9, (γ) τον καθορισμό γενικών όρων λειτουργίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 και του άρθρου 29, (δ) τις κατευθυντήριες γραμμές ως προς το τι θεωρούνται σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην ατμόσφαιρα, στα νερά και/ ή στο έδαφος, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 18, (ε) τον καθορισμό προδιαγραφών αναφορικά με ρυπαντικές ουσίες που μπορεί να εκπέμπονται από εγκαταστάσεις που ασκούν συγκεκριμένο τύπο δραστηριότητας του Παραρτήματος IV, καθώς και με ισοδύναμες παραμέτρους ή τεχνικά μέτρα που εξασφαλίζουν αντίστοιχο επίπεδο περιβαλλοντικής προστασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27, (στ) τον καθορισμό απαιτήσεων αναφορικά με τις μεθόδους και τις διαδικασίες που πρέπει να εφαρμόζονται κατά τη διενέργεια δειγματοληψιών, αναλύσεων και μετρήσεων που έχουν ως σκοπό την παρακολούθηση των εκπομπής ρυπαντικών ουσιών στον αέρα, στα νερά ή/και στο έδαφος, είτε αυτές διενεργούνται από τον ίδιο το φορέα εκμετάλλευσης ή το νόμιμο αντιπρόσωπό του, είτε από ανεξάρτητα χημικά ή/και μικροβιολογικά εργαστήρια. (ζ) τον καθορισμό του περιεχομένου της βασικής έκθεσης που απαιτείται σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 34, με βάση σχετικές κατευθυντήριες γραμμές που δημοσιεύονται από την Επιτροπή, (η) τον καθορισμό των κριτηρίων με βάση τα οποία καταρτίζονται τα σχέδια περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 35, καθώς και τα κριτήρια για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών κινδύνων, με βάση τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές που δημοσιεύονται από την Επιτροπή, (θ) τον καταρτισμό καταλόγων κατηγοριών αποβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 61, (ι) τη θέσπιση κανόνων που διέπουν τις εγκρίσεις, σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 67, (ια) τον καθορισμό του ύψους των τελών που επιβάλλονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 94, και (ιβ) τις τροποποιήσεις των Παραρτημάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 96.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Τέλη</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-94\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 94</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">94.-(1)(α) Κατά την υποβολή της αίτησης για τη χορήγηση Άδειας, ο αιτητής καταβάλλει τέλος, το οποίο η Αρμόδια Αρχή κρίνει επαρκές για την κάλυψη των εξόδων που συνεπάγεται η εξέταση της αίτησης και η έκδοση της Άδειας. (β) Το ύψος του τέλους καθορίζεται με διάταγμα της Αρμόδιας Αρχής, που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η Αρμόδια Αρχή, με διάταγμά της που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας δύναται να επιβάλει τέλος για την ανάκτηση του κόστους για τη διεξαγωγή μετρήσεων της συγκέντρωσης εκπομπών και για τη διεξαγωγή δειγματοληψιών και αναλύσεων υγρών και/ ή στερεών αποβλήτων.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Τήρηση Αρχείου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-95\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 95</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">95.-(1)Η Αρμόδια Αρχή τηρεί Αρχείο, στο οποίο καταχωρούνται οι ακόλουθες πληροφορίες: (α) αιτήσεις για τη χορήγηση ή ανανέωση Αδειών και οι αποφάσεις που λαμβάνονται, (β) τροποποιήσεις Αδειών ή των όρων λειτουργίας τους, (γ) ανακλήσεις Αδειών, (δ) οι πληροφορίες που προβλέπονται στο εδάφιο (3) του άρθρου 36, (ε) οι απόψεις ή παραστάσεις οποιουδήποτε προσώπου που υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (ζ) του εδαφίου (1) του άρθρου 37, και οι έγγραφες θέσεις των μερών που υποβάλλονται δυνάμει του σημείου 4.2 του Παραρτήματος VIII, (στ) οποιεσδήποτε εκθέσεις παρακολούθησης και αποτελέσματα από μετρήσεις και αναλύσεις που λαμβάνουν χώρα κατ’ εφαρμογή των όρων λειτουργίας της Άδειας, (ζ) όλα τα αδικήματα που έχουν διαπραχθεί κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου και/ ή Κανονισμών και/ ή διαταγμάτων που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού και οι ποινές που επιβλήθηκαν.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το Αρχείο βρίσκεται στη διάθεση του κοινού και μπορεί να τύχει επιθεώρησης στα γραφεία της Αρμόδιας Αρχής κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η λήψη πληροφοριών από το Αρχείο διέπεται από τις διατάξεις του περί της Πρόσβασης του Κοινού σε Πληροφορίες που είναι Σχετικές με το Περιβάλλον Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ανεξαρτήτως των διατάξεων των ανωτέρω εδαφίων, των άρθρων 36, 37, 38, 39, 40 και του Παραρτήματος VIII, η Αρμόδια Αρχή τηρεί σε ιστοσελίδα στο διαδίκτυο κατάλογο με πληροφορίες και στοιχεία για όλες τις εγκαταστάσεις στις οποίες χορηγεί Άδεια, περιλαμβανομένων των ακολούθων: (α) η ονομασία της εγκατάστασης, (β) η φύση και ο τύπος δραστηριότητας που ασκεί η εγκατάσταση, (γ) η τοποθεσία της εγκατάστασης, (δ) η ημερομηνία έκδοσης της Άδειας, και (ε) η ημερομηνία λήξης της Άδειας.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Τροποποιήσεις Παραρτημάτων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-96\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 96</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">96.</span>Οι τροποποιήσεις που κρίνονται αναγκαίες για την προσαρμογή των Παραρτημάτων στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο και τη συμμόρφωση με διεθνείς υποχρεώσεις της Δημοκρατίας, θεσπίζονται με διάταγμα της Αρμόδιας Αρχής, που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Έκθεση προς την Επιτροπή</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-97\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 97</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">97.-(1)Η Αρμόδια Αρχή διαβιβάζει στην Επιτροπή, σε ηλεκτρονική μορφή, πληροφορίες σχετικά με - (α) τα μέτρα που λαμβάνονται για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, (β) τα αντιπροσωπευτικά στοιχεία σχετικά με τις εκπομπές και άλλες μορφές ρύπανσης, (γ) τις οριακές τιμές εκπομπής και την εφαρμογή των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 26 και 27, ιδίως όσον αφορά τη χορήγηση παρεκκλίσεων, σύμφωνα με το εδάφιο (5) του άρθρου 27, και (δ) την πρόοδο ως προς την ανάπτυξη και την εφαρμογή αναδυόμενων τεχνικών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α)Από 1η Ιανουαρίου 2016, η Αρμόδια Αρχή πραγματοποιεί ετήσιες απογραφές- (i) των εκπομπών διοξειδίων του αζώτου, (ii) των εκπομπών οξειδίων του θείου, (iii) των εκπομπών σκόνης, και (iv) της θερμικής ισχύος, κάθε εγκατάστασης που εμπίπτει στις διατάξεις του Μέρους IV. (β) Έχοντας υπόψη τους κανόνες συνυπολογισμού που προβλέπονται στο άρθρο 46, η Αρμόδια Αρχή λαμβάνει, για κάθε εγκατάσταση καύσης, στοιχεία για- (i) τη συνολική ονομαστική θερμική ισχύ (MW) της εγκατάστασης καύσης· (ii) το είδος της εγκατάστασης καύσης: λέβητας, αεριοστρόβιλος, αεριοκίνητη μηχανή, ντιζελοκίνητη μηχανή, άλλο (διευκρίνιση)· (iii) την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της εγκατάστασης καύσης· (iv) τις συνολικές ετήσιες εκπομπές (τόνοι ανά έτος) διοξειδίου του αζώτου, οξειδίων του θείου και σκόνης (ως σύνολο ακυρούμενων σωματιδίων)· (v)(i) τον αριθμό των ωρών λειτουργίας της εγκατάστασης καύσης· και (vi) τις συνολικές ετήσιες εισροές ενέργειας, σε σχέση με την καθαρή θερμιδική ισχύ (TJ ανά έτος), κατανεμημένες στις ακόλουθες κατηγορίες καυσίμων: άνθρακας, λιγνίτης, βιομάζα, τύρφη, άλλα στερεά καύσιμα (διευκρίνιση του τύπου), υγρά καύσιμα, φυσικό αέριο, άλλα αέρια (διευκρίνιση του τύπου). (γ) Τα ετήσια στοιχεία ανά εγκατάσταση που περιλαμβάνονται στις απογραφές που αναφέρονται στην παράγραφο (β), τίθενται στη διάθεση της Επιτροπής από την Αρμόδια Αρχή, εφόσον ζητηθούν. (δ) Ανά τριετία και εντός δώδεκα (12) μηνών από τη λήξη της τριετούς περιόδου αναφοράς, η Αρμόδια Αρχή θέτει στη διάθεση της Επιτροπής σύνοψη των απογραφών, στην οποία αναφέρονται χωριστά τα στοιχεία για τις εγκαταστάσεις καύσης εντός των διυλιστηρίων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Από την 1η Ιανουαρίου 2016, η Αρμόδια Αρχή αναφέρει ετησίως στην Επιτροπή , στοιχεία για- (α) τις εγκαταστάσεις καύσης, στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 48, το περιεχόμενο σε θείο του χρησιμοποιούμενου εγχώριου στερεού καυσίμου και το ποσοστό αποθείωσης που έχει επιτευχθεί, υπολογιζόμενα ως μηνιαίοι μέσοι όροι. για το πρώτο έτος που εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 48, αναφέρεται επίσης η τεχνική αιτιολόγηση για τη μη σκοπιμότητα της συμμόρφωσης προς τις οριακές τιμές εκπομπής, σύμφωνα με τα εδάφια (2), (3) και (4) του άρθρου 47· και (β) τις εγκαταστάσεις καύσης, οι οποίες δεν λειτουργούν περισσότερες από χίλιες πεντακόσιες (1500) ώρες λειτουργίας ετησίως ως κυλιόμενος μέσος όρος πενταετίας, τον αριθμό των ωρών λειτουργίας ανά έτος.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 ΜΕΡΟΣ ΙΧ ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-98\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 98</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">98.</span>Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 99, οι διατάξεις του παρόντος Νόμου τίθενται σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Μεταβατικές διατάξεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-99\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 99</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">99.-(1)Αναφορικά με εγκαταστάσεις, οι οποίες εμπίπτουν - (α) στο σημείο 1.1 του Παραρτήματος IV και διενεργούν δραστηριότητες με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ μεγαλύτερη των 50 MW, (β) στα σημεία 1.2, 1.3, 1.4(α), 2.1, 2.2, 2.3, 2.4, 2.5, 2.6, 3.1, 3.2, 3.3, 3.4, 3.5, 4.1, 4.2, 4.3, 4.4, 4.5 και 4.6 του Παραρτήματος IV και διενεργούν δραστηριότητες σχετικές με την παραγωγή με χημική διεργασία, (γ) στα σημεία 5.1 και 5.2 του Παραρτήματος IV και διενεργούν δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του περί της Ολοκληρωμένης Πρόληψης και Ελέγχου της Ρύπανσης Νόμου,όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, (δ) στα σημεία 5.3(α)(i) και (ii), 5.4, 6.1(α) και (β), 6.2, 6.3 και 6.4(α) και (β) του Παραρτήματος IV και διενεργούν δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του περί της Ολοκληρωμένης Πρόληψης και Ελέγχου της Ρύπανσης Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, (ε) στα σημεία 6.4(γ), 6.5, 6.6, 6.7, 6.8 και 6.9 του Παραρτήματος IV, οι οποίες λειτουργούν και διαθέτουν άδεια εκπομπής αερίων αποβλήτων πριν την 7η Ιανουαρίου 2013 ή των οποίων ο φορέας εκμετάλλευσης έχει υποβάλει πλήρη αίτηση για τη χορήγηση Άδειας εκπομπής αερίων αποβλήτων πριν από την ημερομηνία αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές αρχίζουν να λειτουργούν το αργότερο την 7η Ιανουαρίου 2014, οι διατάξεις του παρόντος Νόμου, εξαιρουμένων αυτών του Μέρους IV και του Παραρτήματος VI, ισχύουν από την 7η Ιανουαρίου 2014.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Αναφορικά με εγκαταστάσεις, οι οποίες εμπίπτουν - (α) στο σημείο 1.1 του Παραρτήματος IV και διενεργούν δραστηριότητες με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ ίση των 50 MW, (β) στα σημεία 1.4(β), 4.1, 4.2, 4.3, 4.4, 4.5 και 4.6 του Παραρτήματος IV και διενεργούν δραστηριότητες σχετικές με την παραγωγή με βιολογική διεργασία, (γ) στα σημεία 5.1 και 5.2 του Παραρτήματος IV και διενεργούν δραστηριότητες που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του περί της Ολοκληρωμένης Πρόληψης και Ελέγχου της Ρύπανσης Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσται, (δ) στα σημεία 5.3(α)(iii), (iv) και (v), 5.3(β), 5.5, 5.6, 6.1(γ) και 6.4(β) του Παραρτήματος IV και διενεργούν δραστηριότητες που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του περί της Ολοκληρωμένης Πρόληψης και Ελέγχου της Ρύπανσης Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, (ε) στα σημεία 6.10 και 6.11 του Παραρτήματος IV, οι οποίες λειτουργούν πριν την 7η Ιανουαρίου 2013 , οι διατάξεις του παρόντος Νόμου, εξαιρουμένων των Μερών IV και V και των Παραρτημάτων ΙΙ και VI, ισχύουν από την 7η Ιουλίου 2015.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Αναφορικά με τις εγκαταστάσεις καύσης που εμπίπτουν στις διατάξεις των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 47 και προκειμένου αυτές να συμμορφωθούν με τις διατάξεις του Μέρους IV και του Παραρτήματος VI, οι διατάξεις του παρόντος Νόμου ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2016.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>(α) Οι διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) και της παραγράφου (στ) του εδαφίου (4) του άρθρου 11, όσον αφορά τη χορήγηση ή ανανέωση Άδειας εγκατάστασης που λειτουργούσε πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, τίθενται σε ισχύ πέντε χρόνια μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου. (β) Εντός του χρονικού διαστήματος των πέντε χρόνων η αρμόδια αρχή δύναται να χορηγήσει ή ανανέωσης άδειας διάρκειας ισχύος μέχρι δύο (2) χρόνων, με δυνατότητα ανανέωσής της, υπό την προϋπόθεση ότι έχει λάβει τη γραπτή συγκατάθεση του Υπουργού Εσωτερικών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>(α) Οι διατάξεις του άρθρου 74 ισχύουν από την 1η Ιουνίου 2015. (β) Μέχρι τότε, ουσίες και/ ή μείγματα, που λόγω της περιεκτικότητάς τους σε πτητικές οργανικές ενώσεις, έχουν ταξινομηθεί ως καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες ή τοξικές για την αναπαραγωγή, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 και, ως εκ τούτου, φέρουν ή οφείλουν να φέρουν τις δηλώσεις επικινδυνότητας Η340, H350, H350i, H360D ή Η360F ή τις φράσεις κινδύνου R45, R46, R49, R60 ή R61 αντικαθίστανται, στο μέτρο του δυνατού, από λιγότερο επιβλαβείς ουσίες ή μείγματα, το ταχύτερο δυνατό.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>(α) Οι διατάξεις του εδαφίου (6) του άρθρου 75 εφαρμόζονται από την 1η Ιουνίου 2015. (β) Μέχρι τότε, οι εκπομπές- (α) είτε πτητικών οργανικών ενώσεων, στις οποίες έχουν αποδοθεί ή οφείλουν να φέρουν τις δηλώσεις επικινδυνότητας Η340, H350, H350i, H360D ή Η360F ή τις φράσεις κινδύνου R45, R46, R49, R60 ή R61, (β) είτε αλογονούχων πτητικών οργανικών ενώσεων στις οποίες έχουν αποδοθεί ή οφείλουν να φέρουν τις δηλώσεις επικινδυνότητας Η341 ή Η351 ή τις φράσεις κινδύνου R40 ή R68, ελέγχονται υπό συνθήκες κλειστού περιβάλλοντος, στο μέτρο που αυτό είναι εφικτό από τεχνική και οικονομική άποψη, προκειμένου να διασφαλίζονται η δημόσια υγεία και το περιβάλλον και δεν υπερβαίνουν τις σχετικές οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στο Μέρος 4 του Παραρτήματος V.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>(α) Οι διατάξεις του σημείου 2 του Μέρους 4 του Παραρτήματος V εφαρμόζονται από την 1η Ιουνίου 2015. (β) Μέχρι τότε, στην περίπτωση εκπομπών αλογονομένων πτητικών οργανικών ενώσεων, στις οποίες έχουν αποδοθεί ή οφείλουν να φέρουν τις δηλώσεις επικινδυνότητας Η341 ή Η351 ή τις φράσεις κινδύνου R40 ή R68 και εφόσον η ροή μάζας του αθροίσματος των ενώσεων στις οποίες οφείλονται οι πιο πάνω δηλώσεις επικινδυνότητας ή φράσεις κινδύνου είναι τουλάχιστον 100g/ ώρα, τηρείται οριακή τιμή εκπομπής 20mg/Nm3. η εν λόγω οριακή τιμή εκπομπής αναφέρεται στο άθροισμα των μαζών των επιμέρους ενώσεων.</div>\n<p class=\"lf-p\">184(I)/2013 Μεταβατικές διατάξεις αναφορικά με την χορήγηση ή ανανέωση άδειας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-100\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 100</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">100.-(1) Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των υποπαραγράφων (i) και (ii) της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) και των υποπαραγράφων (i) και (ii) της παραγράφου (στ) του εδαφίου (4) του άρθρου 11 και τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3) του παρόντος άρθρου, η Αρμόδια Αρχή δύναται να χορηγήσει ή να ανανεώσει Άδεια σε σχέση με εγκατάσταση που λειτούργησε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Βιομηχανικών Εκπομπών (Ολοκληρωμένη Πρόληψη και Έλεγχος της Ρύπανσης) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2023, για την οποία δεν υφίσταται έγκυρη και εν ισχύι πολεοδομική άδεια και/ή άδεια οικοδομής και/ή πιστοποιητικό έγκρισης, νοουμένου ότι- (α) η εγκατάσταση πληροί τις λοιπές προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου 11 και κατά την αρχική της λειτουργία είχε εξασφαλίσει πολεοδομική άδεια και/ή άδεια οικοδομής∙ (β) η αίτηση για χορήγηση Άδειας συνοδεύεται με αντίγραφο της αίτησης που υποβλήθηκε για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας ή/και άδειας οικοδομής ή/και πιστοποιητικού έγκρισης∙ και (γ) ο αιτητής καταθέτει στην Αρμόδια Αρχή βεβαίωση από μελετητή, διά της οποίας βεβαιώνεται ότι η εγκατάσταση δεν παρουσιάζει προβλή-ματα ή αδυναμίες που άπτονται της στατικής επάρκειας, της πυρασφάλειας ή που σχετίζονται με την ασφάλεια της εγκατάστασης:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου ο όρος «μελετητής» έχει την έννοια που αποδίδεται σε αυτόν από το άρθρο 2 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η δυνατότητα χορήγησης ή ανανέωσης Άδειας από την Αρμόδια Αρχή δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) ισχύει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2029, αποκλειστικά για τις εγκαταστάσεις που λειτούργησαν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Βιομηχανικών Εκπομπών (Ολοκληρωμένη Πρόληψη και Έλεγχος της Ρύπανσης) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2023.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η διάρκεια της ισχύος της Άδειας που χορηγείται δυνάμει του εδαφίου (1), καθορίζεται στα πέντε (5) έτη.</div>\n<p class=\"lf-p\">121(I)/2025 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I [Διαγράφηκε] ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II Πατήστε εδώ για το Παράρτημα II.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III [Άρθρα 2(1), 26 (5)(α) και (7), 92(2)(α)] ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟ ΒΕΛΤΙΣΤΩΝ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ 1.Η χρησιμοποίηση τεχνικών που παράγουν λίγα απόβλητα.</p>\n<p class=\"lf-p\">2.Η χρησιμοποίηση λιγότερο επικίνδυνων ουσιών.</p>\n<p class=\"lf-p\">3.Η εξέλιξη των τεχνικών ανάκτησης και ανακύκλωσης των ουσιών που απορρίπτονται ή εκπέμπονται και χρησιμοποιούνται κατά τη διεργασία και, ενδεχομένως, των αποβλήτων.</p>\n<p class=\"lf-p\">4.Οι συγκρίσιμες διεργασίες, εξοπλισμοί ή τρόποι λειτουργίας που έχουν δοκιμαστεί επιτυχώς σε βιομηχανική κλίμακα.</p>\n<p class=\"lf-p\">5.Η τεχνολογική πρόοδος και η εξέλιξη των επιστημονικών γνώσεων.</p>\n<p class=\"lf-p\">6.Η φύση, οι επιπτώσεις και ο όγκος των συγκεκριμένων εκπομπών.</p>\n<p class=\"lf-p\">7.Οι ημερομηνίες έναρξης λειτουργίας των νέων ή υφιστάμενων εγκαταστάσεων.</p>\n<p class=\"lf-p\">8.Ο χρόνος που απαιτεί η εγκαθίδρυση μιας βέλτιστης διαθέσιμης τεχνικής.</p>\n<p class=\"lf-p\">9.Η κατανάλωση και η φύση των πρώτων υλών, περιλαμβανομένου του νερού και η αποτελεσματική χρήση της ενέργειας.</p>\n<p class=\"lf-p\">10.Η ανάγκη πρόληψης ή μείωσης στο ελάχιστο δυνατό των γενικών επιπτώσεων των εκπομπών και των κινδύνων για το περιβάλλον.</p>\n<p class=\"lf-p\">11.Η ανάγκη πρόληψης των ατυχημάτων και ελαχιστοποίησης των επιπτώσεών τους στο περιβάλλον.</p>\n<p class=\"lf-p\">12.Οι πληροφορίες που δημοσιεύουν δημόσιοι διεθνείς οργανισμοί.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV Πατήστε εδώ για το Παράρτημα IV.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V Πατήστε εδώ για το Παράρτημα V.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI Πατήστε εδώ για το Παράρτημα VI.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII [Άρθρα 11(4)(β) και 26(1)(α)] ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΡΥΠΑΝΤΙΚΩΝ ΟΥΣΙΩΝ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ 1.Διοξείδιο του θείου και άλλες ενώσεις του θείου.</p>\n<p class=\"lf-p\">2.Οξείδια του αζώτου και άλλες ενώσεις του αζώτου.</p>\n<p class=\"lf-p\">3.Μονοξείδιο του άνθρακα.</p>\n<p class=\"lf-p\">4.Πτητικές οργανικές ενώσεις.</p>\n<p class=\"lf-p\">5.Μέταλλα και οι ενώσεις τους.</p>\n<p class=\"lf-p\">6.Σκόνη, περιλαμβανομένων των λεπτόκοκκων σωματιδίων.</p>\n<p class=\"lf-p\">7.Αμίαντος (αιωρούμενα σωματίδια και ίνες).</p>\n<p class=\"lf-p\">8.Χλώριο και οι ενώσεις του.</p>\n<p class=\"lf-p\">9.Φθόριο και οι ενώσεις του.</p>\n<p class=\"lf-p\">10.Αρσενικό και οι ενώσεις του.</p>\n<p class=\"lf-p\">12.Κυανιούχες ενώσεις.</p>\n<p class=\"lf-p\">13.Ουσίες και μείγματα που έχουν αποδεδειγμένα ιδιότητες καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες ή ικανές να βλάψουν την αναπαραγωγή μέσω της ατμόσφαιρας.</p>\n<p class=\"lf-p\">14.Πολυχλωροδιβενζοδιοξίνες και πολυχλωροδιβενζοφουράνια.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΝΕΡΑ 1.Αλογονωμένες οργανικές ενώσεις και ουσίες από τις οποίες δύνανται να προκύψουν αναλόγου είδους ενώσεις μέσα στο υδάτινο περιβάλλον.</p>\n<p class=\"lf-p\">2.Οργανοφωσφορικές ενώσεις.</p>\n<p class=\"lf-p\">3.Οργανοκασσιτερικές ενώσεις.</p>\n<p class=\"lf-p\">4.Ουσίες και μείγματα που έχουν αποδεδειγμένα ιδιότητες καρκινογόνες μεταλλαξιογόνες ή ικανές να βλάψουν την αναπαραγωγή στο υδάτινο περιβάλλον ή μέσω αυτού.</p>\n<p class=\"lf-p\">5.Έμμονοι υδρογονάνθρακες και έμμονες και βιοσυσσωρευόμενες τοξικές ουσίες.</p>\n<p class=\"lf-p\">6.Κυανιούχες ενώσεις.</p>\n<p class=\"lf-p\">7.Μέταλλα και οι ενώσεις τους.</p>\n<p class=\"lf-p\">8.Αρσενικό και οι ενώσεις του.</p>\n<p class=\"lf-p\">9.Βιοκτόνα και φυτοπροστατευτικά προϊόντα.</p>\n<p class=\"lf-p\">10.Αιωρούμενες ύλες.</p>\n<p class=\"lf-p\">11.Ουσίες που συμβάλλουν στον ευτροφισμό (ιδίως νιτρικά και φωσφορικά άλατα).</p>\n<p class=\"lf-p\">12.Ουσίες που έχουν αρνητική επίδραση στο ισοζύγιο οξυγόνου (και που μετρούνται με παραμέτρους όπως το BOD, το COD κ.λπ.) 13.Ουσίες που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Χ των περί Προστασίας και Διαχείρισης των Υδάτων Νόμων του 2004 μέχρι 2012.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII [Άρθρα 36(2), (3)(α), 38(3), 39(1), 41(1), 43(1)(α), 71 και 95(1)(ε),(4)] ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ – ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΑΚΡΟΑΣΗΣ 1. Φύση δημόσιας ακρόασης.</p>\n<p class=\"lf-p\">1.1 Η δημόσια ακρόαση αποτελεί μορφή δημόσιου διαλόγου και διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη, η οποία αποσκοπεί στη διασφάλιση συνθηκών διαφάνειας και δημοκρατικότητας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων αναφορικά με τις διαδικασίες, που αναφέρονται στο άρθρο 36(1).</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Στόχος της δημόσιας ακρόασης.</div>\n<p class=\"lf-p\">2.1 Η δημόσια ακρόαση αποσκοπεί κατά κύριο λόγο στην πληρέστερη και πλέον ακριβή ενημέρωση της αρμόδιας αρχής και της Τεχνικής Επιτροπής, έτσι ώστε να μπορούν να καταλήξει σε ολοκληρωμένες, καλά πληροφορημένες και επαρκώς αιτιολογημένες θέσεις και εισηγήσεις αναφορικά με τη διαδικασία που εξετάζεται.</p>\n<p class=\"lf-p\">2.2. Προς το αυτό, η Αρμόδια Αρχή, η οποία διοργανώνει τη δημόσια ακρόαση, μπορεί να ζητήσει και να ακούσει τις θέσεις όσων αναφέρονται στο άρθρο 40(1) και να αναζητήσει επιπρόσθετες πληροφορίες, κατά την κρίση της.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Χαρακτηριστικά της δημόσιας ακρόασης.</div>\n<p class=\"lf-p\">3.1 Η Αρμόδια Αρχή διεξάγει τη δημόσια ακρόαση κατά τρόπο αποτελεσματικό και παραγωγικό και να διασφαλίζει ότι ο χρόνος της ακρόασης και των μετεχόντων σε αυτή δεν αναλώνεται για σκοπούς άλλους από εκείνους που εξυπηρετεί η ακρόαση.</p>\n<p class=\"lf-p\">3.2. Η Αρμόδια Αρχή δεν επιτρέπει- (α) την επανάληψη θέσεων και απόψεων που έχουν ήδη διατυπωθεί προηγουμένως από άλλα συμμετέχοντα μέρη, όταν υπάρχει σύμπτωση απόψεων των μερών αυτών, (β) τη χρησιμοποίηση χρόνου από την ακρόαση για την παρουσίαση και συζήτηση θεμάτων που δεν σχετίζονται άμεσα με την εξεταζόμενη διαδικασία, και/ ή (γ) τη συζήτηση σημείων που έχουν ήδη διευκρινισθεί με προηγούμενες παρουσιάσεις ή τεκμήρια.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>Πρόσκληση σε δημόσια ακρόαση και υποβολή έγγραφων θέσεων των μερών.</div>\n<p class=\"lf-p\">4.1 Η Αρμόδια Αρχή γνωστοποιεί και προσκαλεί σχετικά και σύμφωνα με το άρθρο 40(2) και (3), τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 40(1), προκειμένου να εκθέσουν τις απόψεις τους προσκομίζοντας και κάθε διαθέσιμο αποδεικτικό στοιχείο των ισχυρισμών τους.</p>\n<p class=\"lf-p\">4.2 Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 40(4), τα μέρη πρέπει να υποβάλουν εγγράφως τις θέσεις τους, σύμφωνα με την προθεσμία που καθορίζεται στη γνωστοποίηση.</p>\n<p class=\"lf-p\">4.3 Οι έγγραφες θέσεις οι οποίες υποβάλλονται πρέπει να είναι αρκούντως αναλυτικές, αναφορικά με τα ζητήματα που εξετάζονται στην εν λόγω δημόσια ακρόαση.</p>\n<p class=\"lf-p\">4.4. Οποιοδήποτε από τα πρόσωπα που προσκαλούνται ή δικαιούνται να μετάσχουν στη δημόσια ακρόαση είναι δυνατό να δηλώσει εγγράφως ότι περιορίζεται στην υποβολή έγγραφων θέσεων και δεν θα μετάσχει στην ακροαματική διαδικασία.</p>\n<p class=\"lf-p\">4.5. (α) Σε περίπτωση που οποιαδήποτε από τα μέρη έχει ήδη υποβάλει τις απόψεις του στην Αρμόδια Αρχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37(1)(ζ), δεν είναι αναγκαίο να υποβάλει εκ νέου τις θέσεις του, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές δεν έχουν διαφοροποιηθεί. (β) Στην περίπτωση αυτή, το μέρος ενημερώνει εγγράφως την Αρμόδια Αρχή εντός της προθεσμίας που καθορίζεται δυνάμει του άρθρου 40(3)(γ), αναφορικά με την υποβολή των νέων θέσεων.</p>\n<p class=\"lf-p\">4.6. Σε περιπτώσεις υποβολής ογκωδών ή ιδιαίτερα εκτεταμένων έγγραφων θέσεων από οποιοδήποτε εκ των συμμετεχόντων μερών, πρέπει να υποβάλλεται και σύνοψη των κύριων σημείων, η οποία δεν πρέπει να ξεπερνά τις 4 δακτυλογραφημένες σελίδες.</p>\n<p class=\"lf-p\">4.7. (α) Στις έγγραφες θέσεις που υποβάλλονται, αποφεύγονται οι γενικότητες, οι θεωρητικές τοποθετήσεις και οι αναπόδεικτοι ισχυρισμοί ή χαρακτηρισμοί που δεν έχουν σχέση με την υπό αξιολόγηση πρόταση ή διαδικασία. (β) Η Αρμόδια Αρχή δεν λαμβάνει υπόψη θέσεις και απόψεις που δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένες ή είναι εμφανώς αυθαίρετες ή εκφράζουν προδήλως θετική η αρνητική προκατάληψη έναντι της υπό αξιολόγηση πρότασης ή διαδικασίας. Η Αρμόδια Αρχή εστιάζει την προσοχή της σε θέσεις που υποστηρίζονται από επιστημονικώς αποδεκτά τεκμήρια, γεγονότα και δεδομένα. (γ) Τα μέρη είναι δυνατό να περιλαμβάνουν στις έγγραφες θέσεις που υποβάλλουν, όρους λειτουργίας, τους οποίους εισηγούνται όπως επισυναφθούν στην Άδεια που τυχόν χορηγηθεί, ανανεωθεί ή τροποποιηθεί στα πλαίσια της διαδικασίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">4.8 Ο φάκελος της υπόθεσης όπου καταχωρούνται όλα τα σχετικά έγγραφα παραμένει στη διάθεση των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 40(1) τα οποία μετέχουν στη δημόσια ακρόαση, για σκοπούς ενημέρωσης και καλύτερης προετοιμασίας των έγγραφων θέσεων που τυχόν υποβάλουν.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">5.</span>Πρόσβαση στις έγγραφες θέσεις 5.1. Όλες οι πληροφορίες και τα δεδομένα τα οποία περιέχονται στις έγγραφες θέσεις που υποβάλλουν τα μέρη, αποτελούν δημόσιες πληροφορίες, στις οποίες δικαιούνται να έχουν πρόσβαση όλα τα μέρη που μετέχουν στη δημόσια ακρόαση διαδικασία αμέσως μετά την ολοκλήρωσή της.</div>\n<p class=\"lf-p\">5.2. Αν κάποιο μέρος επιθυμεί τη μη δημοσιοποίηση μέρους ή όλων των πληροφοριών που υποβάλλει με τις σχετικές έγγραφες θέσεις, πρέπει, παράλληλα με την υποβολή των έγγραφων θέσεων αυτών, να δηλώσει με σαφήνεια τις πληροφορίες που δεν επιθυμεί να δημοσιοποιηθούν στα υπόλοιπα μέρη, δίδοντας και τη σχετική αιτιολογία.</p>\n<p class=\"lf-p\">5.3. Τηρουμένων των διατάξεων- 138(Ι) του 2001 37(Ι) του 2003 105(Ι) του 2012. (α) του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, 216(Ι) του 2002 6(Ι) του 2004 75(Ι) του 2012. (β) των περί Κανονισμών Ασφαλείας Διαβαθμισμένων Πληροφοριών, Εγγράφων και Υλικού και για Συναφή Θέματα Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και (γ) του επιχειρηματικού απορρήτου, η Αρμόδια Αρχή μπορεί να αποφασίσει ότι οι πληροφορίες αυτές δεν είναι εμπιστευτικές, παρέχοντας την απαιτούμενη αιτιολογία.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">6.</span>Ακροαματική διαδικασία 6.1. Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 40, η ακροαματική διαδικασία είναι ανοιχτή για παρακολούθηση από το κοινό.</div>\n<p class=\"lf-p\">6.2. Πρόσωπα τα οποία, ενώ εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 40(1) έχουν δηλώσει ότι δεν θα μετέχουν στη δημόσια ακρόαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (4) του άρθρου 40, δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής στην ακροαματική διαδικασία.</p>\n<p class=\"lf-p\">6.3. (α) Η ακροαματική διαδικασία καθοδηγείται από την Αρμόδια Αρχή, η οποία έχει την ευθύνη για τον έλεγχο της διαδικασίας, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα διατύπωσης όλων των σχετικών τεκμηριωμένων θέσεων και απόψεων, κατά τρόπο δίκαιο, αλλά και να διασφαλίζεται η ολοκλήρωση της ακροαματικής εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 39. (β) Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να διατάξει την απομάκρυνση από την αίθουσα διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας, οποιουδήποτε προσώπου παρεμβαίνει χωρίς την άδεια της εξουσιοδότηση ή παρενοχλεί με οποιοδήποτε τρόπο τη διεξαγωγή της εν λόγω διαδικασίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">6.4 Η ακροαματική διαδικασία αρχίζει με εναρκτήρια δήλωση της Αρμόδιας Αρχής, στην οποία- (α) προσδιορίζονται τα στοιχεία και τα κύρια χαρακτηριστικά της υπό αξιολόγηση πρότασης ή διαδικασίας, με ιδιαίτερη έμφαση στην περιγραφή της συγκεκριμένης πρότασης ή διαδικασίας που εξετάζεται, (β) δηλώνεται ο λόγος για τον οποίο διεξάγεται η δημόσια ακρόαση, και (γ) καθορίζεται προκαταρκτικά το πρόγραμμα της ακροαματικής διαδικασίας και η σειρά με την οποία τα μέρη θα παρουσιάσουν τις θέσεις τους.</p>\n<p class=\"lf-p\">6.5. Στη συνέχεια, τα μέρη παρουσιάζουν τις θέσεις τους, σχολιάζοντας, αν επιθυμούν, και το περιεχόμενο της εναρκτήριας δήλωσης και επεξηγούν με σαφήνεια τους λόγους, για τους οποίους θεωρούν ότι είναι δικαιολογημένες οι θέσεις τους. Οι λόγοι αυτοί δεν πρέπει να είναι γενικοί και ασαφείς, ούτε να εκφράζουν αυθαίρετες και προσωπικές εκτιμήσεις.</p>\n<p class=\"lf-p\">6.6.(α) Τα μέλη της Τεχνικής Επιτροπής μπορούν να υποβάλουν διευκρινιστικές ερωτήσεις σε κάθε μέρος που παρουσιάζει τις θέσεις του. (β) Το οικείο μέρος παρέχει τις διευκρινίσεις που ζητούν τα μέλη της Τεχνικής Επιτροπής. (γ) Σε περίπτωση που οι ζητούμενες διευκρινίσεις δεν είναι δυνατό να δοθούν άμεσα, αυτές αποστέλλονται στην Αρμόδια Αρχή εντός 5 ημερολογιακών ημερών από το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας. (δ) Στις περιπτώσεις που το μέρος δεν δώσει τις διευκρινίσεις οι οποίες ζητούνται εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, η Αρμόδια Αρχή δεν δίνει παράταση για την υποβολή τους, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις όπου η καθυστέρηση βασίζεται σε αντικειμενικούς και επαληθεύσιμους λόγους.</p>\n<p class=\"lf-p\">6.7. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δεν επιτρέπεται ο διάλογος μεταξύ των μερών. Όλα τα μέρη απευθύνονται αποκλειστικά στην Αρμόδια Αρχή, εκτός αν αυτή ζητήσει ή επιτρέψει, κατά την κρίση της, την ανταλλαγή επιχειρημάτων μεταξύ των μερών, με στόχο το σχηματισμό ακριβούς εικόνας και την πληρέστερη και ακριβέστερη ενημέρωση.</p>\n<p class=\"lf-p\">6.8. (α) Η ακροαματική διαδικασία διεξάγεται σε μια ή περισσότερες συνεδριάσεις, ειδικά αν προκύψει ανάγκη υποβολής πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων. (β) Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να διακόπτει τη διαδικασία και να τη συνεχίζει σε καθορισμένη ημερομηνία και ώρα.</p>\n<p class=\"lf-p\">6.9. (α) Κατά την ακροαματική διαδικασία τηρούνται πρακτικά, στα οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα ονόματα και η ιδιότητα των παρισταμένων, ο τόπος και ο χρόνος της συνεδρίασης, καθώς και τα θέματα που συζητήθηκαν με συνοπτική αλλά περιεκτική αναφορά. (β) Τηρουμένων των διατάξεων του σημείου 5, τα πρακτικά αποτελούν δημόσια πληροφορία και όλα τα μέρη που μετέχουν στην ακροαματική διαδικασία μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτά μέσω του αρχείου που τηρείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρο 95.</p>\n<p class=\"lf-p\">6.10. Στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας, η Αρμόδια Αρχή παρέχει, κατά την κρίση της, τη δυνατότητα παρουσίασης των καταληκτικών απόψεων και θέσεων των μερών, στο πλαίσιο των οποίων παρέχεται η δυνατότητα σχολιασμού και των θέσεων άλλων μερών.</p>\n<p class=\"lf-p\">6.11. Η Αρμόδια Αρχή ολοκληρώνει την ακροαματική διαδικασία χωρίς να ανακοινώσει οποιαδήποτε συμπεράσματα σε σχέση με τη διαδικασία.</p>\n<p class=\"lf-p\">6.12. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας και εντός προθεσμίας 10 ημερολογιακών ημερών από το πέρας αυτής, τα μέρη μπορούν να υποβάλουν γραπτή συμπληρωματική έκθεση, με την οποία να εκθέτουν περαιτέρω ισχυρισμούς τους ή να σχολιάζουν ζητήματα που τέθηκαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IX ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IX [Άρθρο 83(2)(α), (β), (3)(α), (4)(β), (γ)] ΤΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΔΙΟΞΕΙΔΙΟΥ ΤΟΥ ΤΙΤΑΝΙΟΥ</p>\n<h3 class=\"lf-part\">Μέρος 1</h3>\n<p class=\"lf-p\">Οριακές τιμές εκπομπής στα νερά 1. Στις περιπτώσεις εγκαταστάσεων που εφαρμόζουν τη μέθοδο των θειικών ιόντων (ως ετήσιος μέσος όρος):</p>\n<p class=\"lf-p\">550 χιλιόγραμμα θειικών ιόντων ανά τόνο παραγομένου διοξειδίου του τιτανίου, 2. Στις περιπτώσεις εγκαταστάσεων που εφαρμόζουν τη μέθοδο χλωριδίου (ως ετήσιος μέσος όρος): (α) 130 χιλιόγραμμα χλωριδίου ανά τόνο παραγόμενου διοξειδίου του τιτανίου, όταν χρησιμοποιείται φυσικό ρουτίλιο, (β) 228 χιλιόγραμμα χλωριδίου ανά τόνο παραγόμενου διοξειδίου του τιτανίου, όταν χρησιμοποιείται συνθετικό ρουτίλιο, (γ) 330 χιλιόγραμμα χλωριδίου ανά τόνο παραγόμενου διοξειδίου του τιτανίου, όταν χρησιμοποιείται σκωρία. Για τις εγκαταστάσεις με απορρίψεις σε αλμυρό νερό (εκβολές ποταμών, θαλάσσιες ακτές, ανοικτή θάλασσα) μπορεί να ισχύει οριακή τιμή εκπομπής 450 χιλιόγραμμα χλωριδίου ανά τόνο παραγόμενου διοξειδίου του τιτανίου, όταν χρησιμοποιείται σκωρία.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Σε εγκαταστάσεις που εφαρμόζουν τη μέθοδο χλωριδίου και χρησιμοποιούν περισσότερους του ενός τύπους μεταλλευμάτων, οι οριακές τιμές εκπομπής του σημείου 2 εφαρμόζονται ανάλογα με τις ποσότητες των χρησιμοποιουμένων μεταλλευμάτων.</div>\n<h3 class=\"lf-part\">Μέρος 2</h3>\n<p class=\"lf-p\">Οριακές τιμές εκπομπής στην ατμόσφαιρα 1. Οι οριακές τιμές εκπομπής που εκφράζονται ως συγκεντρώσεις κατά μάζα ανά κυβικό μέτρο (Nm3) υπολογίζονται σε θερμοκρασία 273,15 Κ και πίεση 101,3 kPa.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Για τη σκόνη, ωριαία μέση τιμή 50 mg/Nm3 από κύριες πηγές και ωριαία μέση τιμή 150 mg/Nm3 από οποιαδήποτε άλλη πηγή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Για διοξείδιο και τριοξείδιο του θείου σε αέρια φάση, που απορρίπτεται από χώνευση και αποτέφρωση, περιλαμβανομένων των οξίνων σταγονιδίων υπολογιζόμενων ως ισοδύναμο SO2: (α) 6 kg ανά τόνο παραγομένου διοξειδίου του τιτανίου ως ετήσιος μέσος όρος, (β) 500 mg/Nm3 ως ωριαίος μέσος όρος για εγκαταστάσεις συμπύκνωσης όξινων αποβλήτων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>Για χλώριο στην περίπτωση εγκαταστάσεων που εφαρμόζουν τη μέθοδο του χλωριδίου: (α) 5 mg/Nm3 ως ημερήσιος μέσος όρος, (β) ανά πάσα στιγμή τα 40 mg/Nm3.</div>\n<h3 class=\"lf-part\">Μέρος 3</h3>\n<p class=\"lf-p\">Παρακολούθηση των εκπομπών Η παρακολούθηση των εκπομπών στην ατμόσφαιρα περιλαμβάνει τη συνεχή παρακολούθηση τουλάχιστον των ακόλουθων: (α) διοξειδίου και τριοξειδίου του θείου σε αέρια φάση που απορρίπτεται από χώνευση και ασβεστοποίηση από εγκαταστάσεις για τη συγκέντρωση απόβλητων οξέων σε εγκαταστάσεις που εφαρμόζουν τη μέθοδο θειικών ιόντων, (β) χλωρίου από τις μεγάλες πηγές εντός εγκαταστάσεων που εφαρμόζουν τη μέθοδο χλωριδίου, (γ) σκόνη από τις μεγάλες πηγές.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 12 του Ν. 127(Ι)/2021Έναρξη ισχύος του Ν. 127(Ι)/2021 Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 127(Ι)/2021] τίθεται σε ισχύ την 4η Οκτωβρίου 2021.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 2 του 4(Ι)/2023Μεταβατικές διατάξεις 2.-(1) Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 11(1)(α)(i) και 11(4)(στ)(i) του βασικού νόμου και τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3) του παρόντος άρθρου, η Αρμόδια Αρχή δύναται να χορηγήσει ή να ανανεώσει Άδεια σε σχέση με εγκατάσταση που λειτούργησε πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, για την οποία δεν υφίσταται έγκυρη και εν ισχύι πολεοδομική άδεια και/ή άδεια οικοδομής και/ή πιστοποιητικό έγκρισης, νοουμένου ότι η εγκατάσταση πληροί τις λοιπές προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου 11 του βασικού νόμου και κατά την αρχική της λειτουργία είχε εξασφαλίσει πολεοδομική άδεια και/ ή άδεια οικοδομής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η χορήγηση ή ανανέωση Άδειας από την Αρμόδια Αρχή δυνάμει του εδαφίου (1) είναι δυνατή μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2024 αποκλειστικά για τις εγκαταστάσεις που λειτούργησαν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου και νοουμένου ότι ο αιτητής καταθέτει στην Αρμόδια Αρχή βεβαίωση από μελετητή, διά της οποίας βεβαιώνεται ότι η εγκατάσταση δεν παρουσιάζει προβλήματα ή αδυναμίες που άπτονται της στατικής επάρκειας, της πυρασφάλειας ή που σχετίζονται με την ασφάλεια της εγκατάστασης:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου ο όρος «μελετητής» έχει την έννοια που αποδίδεται σε αυτόν από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η διάρκεια της ισχύος της Άδειας που χορηγείται δυνάμει του εδαφίου (1), δεν δύναται να υπερβαίνει τα δύο (2) έτη.</div>\n<p class=\"lf-p\">Εκτύπωση Cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii και τη ConvertPLC για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο</p></div>", "next": 0}