{"html": "<div class=\"lf-doc\"><div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Χήρα ή χήρος που συνέρχεται εκ νέου σε γάμο ή συνάπτει πολιτική συμβίωση ή νέα πολιτική συμβίωση, παύει να έχει δικαίωμα για σύνταξη χηρείας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Για τα ανήλικα τέκνα προσώπου που αποβίωσε, χορηγείται επίδομα ορφανίας, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 43.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Σε περίπτωση που το πρόσωπο που αποβίωσε δεν καταλείπει χήρα, χήρο ή ανήλικο τέκνο, χορηγείται σύνταξη γονέα εφ’ όρου ζωής στο γονέα του εν λόγω προσώπου, εάν κατά το χρόνο του θανάτου του συντηρούσε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το γονέα αυτό ή θα τον συντηρούσε, εάν δεν επισυνέβαινε το σχετικό ατύχημα:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, η σύνταξη γονέα τερματίζεται, εάν ο γονέας συνάψει γάμο ή νέο γάμο ή πολιτική συμβίωση ή νέα πολιτική συμβίωση.</p>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 66(I)/2024 Γνωστοποίηση ατυχήματος στον εργοδότη 53.-(1) Κάθε ασφαλισμένος, που υφίσταται σωματική βλάβη λόγω επαγγελματικού ατυχήματος, αναφορικά με το οποίο ο παρών Νόμος προβλέπει χορήγηση παροχών, οφείλει να γνωστοποιήσει το ατύχημα, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (2), το ταχύτερο δυνατόν από την ημέρα κατά την οποία αυτό επισυνέβη:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, αντί του ασφαλισμένου, η γνωστοποίηση μπορεί να γίνει από άλλο πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους ή για λογαριασμό του ασφαλισμένου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η γνωστοποίηση, η οποία περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία, γίνεται στον εργοδότη ή, σε περίπτωση περισσοτέρων του ενός εργοδοτών, σ’ έναν από αυτούς ή σ’ οποιοδήποτε υπεύθυνο ή άλλο υπάλληλο υπό την εποπτεία του οποίου εργαζόταν ο ασφαλισμένος, όταν επισυνέβη το ατύχημα ή σ’ οποιοδήποτε πρόσωπο που υποδεικνύει για το σκοπό αυτό ο εργοδότης.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Ανάρτηση περίληψης ορισμένων διατάξεων στους τόπους εργασίας 54.-(1) Κάθε διευθυντής με την έννοια που αποδίδεται στον όρο από το εδάφιο (2), οφείλει να διατηρεί αναρτημένη σε περίοπτο μέρος του τόπου εργασίας ή κοντά στον τόπο αυτό, όπου εύκολα μπορεί να διαβάζεται από όλους τους εργαζομένους, περίληψη που εκδίδει ο Διευθυντής και περιλαμβάνει τις υποχρεώσεις τις οποίες επιβάλλει ο παρών Νόμος για τη γνωστοποίηση ατυχημάτων και για υποβολή αιτήσεων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), «διευθυντής» σημαίνει φυσικό πρόσωπο, εταιρεία, οργανισμό ή συνεταιρισμό που είναι υπεύθυνο για οποιοδήποτε μεταλλείο, λατομείο, εργοστάσιο, εργαστήριο ή άλλο τόπο εργασίας ή στον οποίο ανήκει τέτοια επιχείρηση και περιλαμβάνει το διευθυντή, αντιπρόσωπο ή κάθε άλλο πρόσωπο που κατέχει ή εμφανίζεται ότι κατέχει τη γενική διεύθυνση ή τον έλεγχο μεταλλείου, λατομείου, εργοστασίου, εργαστηρίου ή άλλου τόπου εργασίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Υποχρεώσεις αιτητών και δικαιούχων παροχών 55.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, κάθε πρόσωπο που υποβάλλει αίτηση για επίδομα σωματικής βλάβης ή παροχές λόγω αναπηρίας, όπως και κάθε δικαιούχος τέτοιου επιδόματος ή παροχής, οφείλει να συμμορφώνεται με οποιαδήποτε οδηγία που εκδίδει ο Διευθυντής, σύμφωνα με την οποία καλείται- (α) να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση για να προσδιοριστεί το αποτέλεσμα του σχετικού ατυχήματος ή η κατάλληλη για τη σχετική σωματική βλάβη ή απώλεια ικανότητας περίθαλψη, ή (β) να υποβληθεί στην κατάλληλη για την εν λόγω σωματική βλάβη ή απώλεια ικανότητας ιατρική περίθαλψη, την οποία, ανάλογα με την περίπτωση, όρισε ο θεράπων ή άλλος ιατρός ή Ιατρικό Συμβούλιο που εξέτασε το εν λόγω πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, ή (γ) να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε μαθητεία επαγγελματικής εκπαίδευσης ή αναπροσαρμογής, που προσφέρεται και, κατά τη γνώμη του Διευθυντή, είναι ενδεδειγμένη για την περίπτωση του προσώπου αυτού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι οδηγίες που απευθύνονται στον αιτητή ή το δικαιούχο, με βάση τις οποίες αυτός καλείται να υποβάλει τον εαυτό του σε ιατρική εξέταση, πρέπει να δίνονται γραπτώς.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο αιτητής ή δικαιούχος, ο οποίος, σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2), καλείται να υποβάλει τον εαυτό του σε ιατρική εξέταση ή να τύχει ιατρικής περίθαλψης, είναι υπόχρεος να το πράττει οποτεδήποτε του ζητηθεί.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Κάθε δικαιούχος οφείλει, το ταχύτερο δυνατόν, να γνωστοποιεί στο Διευθυντή κάθε αλλαγή στην κατάστασή του, η οποία, όπως εύλογα αναμένεται αυτός να γνωρίζει, θα μπορούσε να επηρεάσει τη συνέχιση του δικαιώματός του για χορήγηση ή λήψη της παροχής.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Επαγγελματικές ασθένειες 56.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), στην περίπτωση μισθωτού/ής ή αυτοτελώς εργαζομένου/ης που έχει προσβληθεί από οποιαδήποτε ασθένεια ή έχει υποστεί σωματική βλάβη, η οποία οφείλεται στη φύση καθορισμένης εργασίας αναφορικά με τέτοια ασθένεια ή σωματική βλάβη, στην οποία απασχολήθηκε κατά ή μετά τις 5 Οκτωβρίου 1964, χορηγούνται οι παροχές που προβλέπονται στα προηγούμενα άρθρα του παρόντος Μέρους και για το σκοπό αυτό κάθε αναφορά στο Μέρος αυτό - (α) σε σωματική βλάβη που προκλήθηκε ως αποτέλεσμα επαγγελματικού ατυχήματος, θεωρείται ως αναφορά σε ασθένεια ή σωματική βλάβη οφειλόμενη στη φύση της εργασίας· (β) στην ημερομηνία επαγγελματικού ατυχήματος σημαίνει - (i) εάν η πρώτη αίτηση αναφορικά με την ασθένεια ή σωματική βλάβη είναι για επίδομα σωματικής βλάβης, την πρώτη ημέρα κατά την οποία ως αποτέλεσμα της ασθένειας ή σωματικής βλάβης ο αιτητής κατέστη ανίκανος προς εργασία· (ii) εάν η πρώτη αίτηση αναφορικά με την ασθένεια ή σωματική βλάβη είναι για παροχή λόγω αναπηρίας, την πρώτη ημέρα κατά την οποία ο αιτητής υπέστη απώλεια φυσικής ή πνευματικής ικανότητας:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, όταν πρόσωπο υποβάλλει αίτηση για επίδομα σωματικής βλάβης αναφορικά με ασθένεια ή σωματική βλάβη για την οποία έλαβε προηγουμένως τέτοιο επίδομα ή παροχή λόγω αναπηρίας, η προηγούμενη αίτησή του, αναφορικά με την ασθένεια ή σωματική βλάβη αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη, εάν είναι ανίκανος προς εργασία και η ανικανότητά του αυτή οφείλεται κατά κύριο λόγο στο γεγονός ότι εκτέθηκε περαιτέρω στον κίνδυνο της εν λόγω ασθένειας ή σωματικής βλάβης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου (1), Κανονισμοί είναι δυνατόν να προβλέπουν επίσης ότι, για να θεωρηθεί μια ασθένεια ή σωματική βλάβη ως οφειλόμενη στη φύση της εργασίας, πρέπει να ικανοποιούνται ορισμένες προϋποθέσεις, περιλαμβανομένων της διάρκειας της απασχόλησης στη συγκεκριμένη εργασία, του χρόνου που μεσολάβησε μεταξύ της προσβολής από την ασθένεια ή σωματική βλάβη και της απασχόλησης στη συγκεκριμένη εργασία καθώς και κατά πόσο η απασχόληση αυτή πρέπει να είναι συνεχής ή όχι.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση προσβολής από πνευμονοκονίαση, σιλίκωση, σιδηροσιλίκωση, ασβέστωση ή οποιαδήποτε από αυτές τις ασθένειες που συνοδεύεται από φυματίωση- (α) δεν χορηγείται επίδομα σωματικής βλάβης δυνάμει του παρόντος Νόμου, και (β) αναπηρία που υπολογίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (5) του άρθρου 49 σε ποσοστό κάτω του 20%, θεωρείται ως αναπηρία βαθμού 20%.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Για τους σκοπούς οποιασδήποτε αίτησης που υποβάλλεται δυνάμει του παρόντος Νόμου για παροχές λόγω μιας από τις ασθένειες που αναφέρονται στο εδάφιο (3), πρόσωπο που ήταν εργάτης με την έννοια των περί Πνευμονοκονιάσεως Νόμων του 1960 και 1966, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, θεωρείται ως μισθωτός δυνάμει του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 66(I)/2024 Έκπτωση από το δικαίωμα για λήψη επιδόματος σωματικής βλάβης ή σύνταξης αναπηρίας 57. Πρόσωπο εκπίπτει από το δικαίωμά του για λήψη επιδόματος σωματικής βλάβης ή σύνταξης αναπηρίας, για περίοδο που δεν υπερβαίνει τις έξι (6) εβδομάδες, εάν - (α) παρόλο που κλήθηκε από το Διευθυντή να υποβάλει τον εαυτό του σε ιατρική ή άλλη εξέταση ή ιατρική περίθαλψη, χωρίς εύλογη αιτία, αρνήθηκε ή παρέλειψε να παρουσιαστεί ή να υποβληθεί σε τέτοια εξέταση ή περίθαλψη, ή (β) παρέλειψε, χωρίς εύλογη αιτία, να ακολουθήσει τις οδηγίες ιατρού ή Ιατρικού Συμβουλίου που τον εξέτασε, ή (γ) εργάστηκε σε ημέρα για την οποία υπέβαλε αίτηση για επίδομα σωματικής βλάβης, ή (δ) συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο που πιθανόν να προκαλούσε καθυστέρηση στην ανάρρωσή του:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε τέτοια περίπτωση, το ήμισυ του ποσού του επιδόματος σωματικής βλάβης ή της σύνταξης αναπηρίας, ανάλογα με την περίπτωση, που θα καταβαλλόταν κανονικά στο δικαιούχο για την εν λόγω περίοδο, καταβάλλεται στους εξαρτωμένους του.</p>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Εφαρμογή σε πρόσωπα που υπηρετούν σε πλοία και αεροπλάνα 58.-(1) Οι διατάξεις του Μέρους IV εφαρμόζονται και στους πλοιάρχους, στα μέλη του πληρώματος και στους μαθητευόμενους ναυτικούς και στους κυβερνήτες και στα μέλη του πληρώματος αεροσκαφών, εφόσον τα πρόσωπα αυτά είναι μισθωτά, με τις ακόλουθες, όμως, προσαρμογές: (α) Εκτός από την περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο που υπέστη τη σωματική βλάβη είναι ο πλοίαρχος ή ο κυβερνήτης, η γνωστοποίηση του ατυχήματος δύναται να γίνει στον πλοίαρχο ή κυβερνήτη, ως αυτός να ήταν ο εργοδότης καθώς και να υποβληθεί σ’ αυτόν η αίτηση για παροχή:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, καμιά γνωστοποίηση δεν απαιτείται όταν το ατύχημα επισυμβαίνει και η ανικανότητα αρχίζει στο πλοίο ή στο αεροσκάφος· (β) οι διατάξεις του άρθρου 54, που αφορούν στον τόπο εργασίας και στους διευθυντές, εφαρμόζονται με τις αναγκαίες προσαρμογές και στα πλοία και αεροσκάφη καθώς και στους πλοιάρχους ή κυβερνήτες τους· (γ) σε περίπτωση θανάτου μισθωτού η αίτηση για παροχές λόγω θανάτου υποβάλλεται μέσα σε τρεις (3) μήνες από την ημέρα κατά την οποία ο αιτητής πληροφορήθηκε το θάνατο· (δ) όταν το πρόσωπο που υπέστη τη σωματική βλάβη απολύεται ή εγκαταλείπεται σε ξένη χώρα, γραπτές καταθέσεις σε σχέση με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προκλήθηκε η σωματική βλάβη και με τη φύση της βλάβης αυτής, μπορούν να ληφθούν από οποιοδήποτε Προξενικό Υπάλληλο της Κυπριακής Δημοκρατίας ή Δικαστικό ή Ειρηνοδίκη της ξένης χώρας:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, οι καταθέσεις αυτές διαβιβάζονται μόλις ληφθούν, από το πρόσωπο το οποίο τις έλαβε, στον Υπουργό και αυτές ή επικυρωμένα αντίγραφά τους, αποτελούν μαρτυρία σε κάθε διαδικασία που σχετίζεται με την αίτηση που υποβλήθηκε.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται επίσης σε κάθε πρόσωπο που υπηρετεί σε πλοία ή αεροσκάφη, που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, με ιδιότητα άλλη από αυτές που αναφέρονται στο εδάφιο (1), νοουμένου ότι εργάζεται για τις ανάγκες του πλοίου ή του αεροσκάφους ή των επιβατών, του φορτίου ή ταχυδρομείου που αυτό μεταφέρει και εφόσον πρόκειται για μισθωτό με την έννοια του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι όροι που δεν ορίζονται διαφορετικά στα προηγούμενα εδάφια, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια, εφόσον αφορούν σε πρόσωπα που υπηρετούν σε πλοία, έχουν την έννοια που αποδίδουν στους όρους αυτούς οι περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Πλοίαρχοι και Ναυτικοί) Νόμοι του 1963 μέχρι 2002, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ V ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΠΑΡΟΧΕΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη 59.-(1) Πρόσωπο που δικαιούται επίδομα σωματικής βλάβης ή παροχές λόγω αναπηρίας, δικαιούται επίσης τη δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που παρέχεται από την Κυβέρνηση, περιλαμβανομένης νοσοκομειακής περίθαλψης στα Κυβερνητικά Ιατρικά Ιδρύματα, όταν αυτή είναι αναγκαία ως αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης που υπέστη το εν λόγω πρόσωπο:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, το δικαίωμα για δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σύμφωνα με το παρόν άρθρο, περιλαμβάνει ειδική ιατρική περίθαλψη και γνωμοδότηση από μη Κυβερνητικές Ιατρικές Υπηρεσίες, εάν η περίθαλψη ή γνωμοδότηση παρέχεται στους μισθωτούς με βάση σχέδιο υγείας του εργοδότη τους εγκεκριμένο από τον Υπουργό, έναντι ποσού που δεν υπερβαίνει τα τέλη που καταβάλλει στα Κυβερνητικά Ιατρικά Ιδρύματα το Ταμείο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η αναφερόμενη στο εδάφιο (1) ιατροφαρμακευτική περίθαλψη παρέχεται επίσης δωρεάν και σε κάθε πρόσωπο που δικαιούται σύνταξη ανικανότητας ή που δικαιούταν τέτοια σύνταξη κατά τη συμπλήρωση του εξηκοστού τρίτου έτους της ηλικίας του.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Κάλυψη δαπανών επαγγελματικής εκπαίδευσης από το Ταμείο 60. Οι δαπάνες επαγγελματικής εκπαίδευσης ή αναπροσαρμογής σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του εδαφίου (3) του άρθρου 40 και την παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 55, καταβάλλονται από το Ταμείο, όπως καθορίζεται εκάστοτε με Κανονισμούς.</p>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Έκπτωση από το δικαίωμα λήψης παροχών για περιόδους φυλάκισης ή απουσίας στο εξωτερικό 61.-(1) Πρόσωπο εκπίπτει από το δικαίωμα για λήψη επιδόματος ασθενείας, ανεργίας, μητρότητας, πατρότητας, επίδομα γονικής άδειας ή σωματικής βλάβης ή σύνταξης ανικανότητας για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα εκτίει ποινή φυλάκισης ή τελεί υπό νόμιμη κράτηση:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση δικαιούχου σύνταξης ανικανότητας, το ήμισυ του ποσού που θα καταβαλλόταν κανονικά στον ίδιο για το εν λόγω διάστημα, καταβάλλεται στους εξαρτωμένους του.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Πρόσωπο εκπίπτει από το δικαίωμά του για λήψη επιδόματος ασθενείας, ανεργίας, μητρότητας, πατρότητας ή σωματικής βλάβης για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα απουσιάζει από την Κύπρο:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι στην περίπτωση δικαιούχου που απουσιάζει από την Κύπρο για σκοπούς θεραπείας, λόγω ανικανότητας που άρχισε πριν αυτός αναχωρήσει από την Κύπρο ή για σκοπούς συνοδείας νεογέννητου παιδιού ή άλλου τέκνου του που νοσηλεύεται στο εξωτερικό, το επίδομα ασθενείας ή σωματικής βλάβης ή μητρότητας ή πατρότητας για το χρονικό διάστημα απουσίας του δικαιούχου, καταβάλλεται με έγκριση του Διευθυντή μετά την επιστροφή του δικαιούχου στην Κύπρο:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, στην περίπτωση προσώπου για το οποίο ισχύει ο Κανονισμός (ΕΚ) αρ. 1408/71, το παρόν εδάφιο εφαρμόζεται για κάθε χρονική περίοδο κατά την οποία το πρόσωπο αυτό απουσιάζει από την Κύπρο ή άλλο κράτος μέλος και βρίσκεται σε τρίτη χώρα:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, στην περίπτωση που πρόσωπο, που αναφέρεται στη δεύτερη επιφύλαξη, απουσιάζει από την Κύπρο ή από άλλο κράτος μέλος και βρίσκεται σε τρίτη χώρα για σκοπούς θεραπείας λόγω ανικανότητας, η οποία άρχισε πριν την αναχώρησή του από την Κύπρο ή από άλλο κράτος μέλος, η καταβολή του επιδόματος ασθενείας ή σωματικής βλάβης για τη χρονική περίοδο της απουσίας του αυτής διενεργείται με την έγκριση του Διευθυντή, μετά την επιστροφή του προσώπου αυτού στην Κύπρο ή σε άλλο κράτος μέλος.</p>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 115(I)/2017 214(I)/2022 Αύξηση παροχών για εξαρτωμένους 62.-(1) Όταν πρόσωπο, το οποίο δικαιούται θεσμοθετημένη σύνταξη, σύνταξη ανικανότητας ή σύνταξη αναπηρίας- (α) συζεί με την/τον σύζυγό και/ή την/τον συντηρεί αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση που η/ο σύζυγος ασκεί ασφαλιστέα απασχόληση δεν λογίζεται ως εξαρτώμενο πρόσωπο, αναφορικά με δικαιούχους για τους οποίους ως ουσιώδης χρόνος, ορίζεται η περίοδος που αρχίζει κατά ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2013. (β) συντηρεί αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο ανήλικο τέκνο ή ανήλικο νεότερο αδελφό ή ανήλικη νεότερη αδελφή ۠ (γ) ανέλαβε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο τη συντήρηση του πατέρα του, ο οποίος είναι ανίκανος να συντηρεί τον εαυτό του ή της μητέρας του που είναι χήρα ή άγαμη ή της οποίας ο σύζυγος είναι ανίκανος να συντηρεί τον εαυτό του ή προσώπου το οποίο έχει τη φροντίδα εξαρτώμενου τέκνου του, τότε το εβδομαδιαίο ύψος της βασικής παροχής αυξάνεται - (i) εάν πρόκειται για θεσμοθετημένη σύνταξη ή σύνταξη ανικανότητας, όπως καθορίζεται στο Μέρος IV του Τέταρτου Πίνακα, ή (ii) εάν πρόκειται για σύνταξη αναπηρίας, όπως καθορίζεται στο Μέρος IV του Πέμπτου Πίνακα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Όταν γυναίκα, η οποία δικαιούται επίδομα μητρότητας - (α) συντηρεί αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο ανήλικο τέκνο ως μόνος γονέας ή ο σύζυγός της είναι μόνιμα ανίκανος να το συντηρεί ή δεν συζεί με αυτή ή εκτίει ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός (1) έτους· (β) συντηρεί αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο ανήλικο νεότερο αδελφό ή ανήλικη νεότερη αδελφή· (γ) ανέλαβε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο τη συντήρηση του πατέρα της, ο οποίος είναι ανίκανος να συντηρεί τον εαυτό του ή της μητέρας της που είναι χήρα ή άγαμη ή της οποίας ο σύζυγος είναι ανίκανος να συντηρεί τον εαυτό του ή προσώπου το οποίο έχει τη φροντίδα εξαρτώμενου τέκνου της· (δ) ανέλαβε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο τη συντήρηση του συζύγου της, ο οποίος είναι μόνιμα ανίκανος να συντηρεί τον εαυτό του, τότε το εβδομαδιαίο ύψος της βασικής παροχής αυξάνεται όπως ορίζεται στο Μέρος ΙΙΙ του Τέταρτου Πίνακα. (2A) Σε περίπτωση κατά την οποία πατέρας δικαιούται επίδομα πατρότητας δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (5) του άρθρου 29Α, συντηρεί αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο ανήλικα τέκνα ως μόνος γονέας, το εβδομαδιαίο ύψος της βασικής παροχής αυξάνεται όπως ορίζεται στο Μέρος ΙΙΙ του Τέταρτου Πίνακα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όταν πρόσωπο, το οποίο δικαιούται σύνταξη χηρείας με βάση το εδάφιο (1) ή (2) του άρθρου 41 ή επίδομα αγνοουμένου με βάση το εδάφιο (1) του άρθρου 45 ή σύνταξη χηρείας με βάση τα εδάφια (2) και (3) του άρθρου 52 - (α) συντηρεί αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο ανήλικο τέκνο ή ανήλικο νεότερο αδελφό ή ανήλικη νεότερη αδελφή· (β) ανέλαβε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο τη συντήρηση του πατέρα του, ο οποίος είναι ανίκανος να συντηρεί τον εαυτό του ή της μητέρας του που είναι χήρα ή άγαμη ή της οποίας ο σύζυγος είναι ανίκανος να συντηρεί τον εαυτό του ή προσώπου το οποίο έχει τη φροντίδα εξαρτώμενου τέκνου του, τότε το εβδομαδιαίο ύψος τη βασικής παροχής αυξάνεται - (i) εάν πρόκειται για σύνταξη χηρείας δυνάμει του άρθρου 41 ή επίδομα αγνοουμένου δυνάμει του άρθρου 45, όπως καθορίζεται στο Μέρος IV του Τέταρτου Πίνακα· (ii) εάν πρόκειται για σύνταξη χηρείας δυνάμει του άρθρου 52, όπως καθορίζεται στο Μέρος ΙΙ του Πέμπτου Πίνακα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Όταν πρόσωπο, το οποίο δικαιούται επίδομα ασθενείας, ανεργίας ή σωματικής βλάβης - (α) συζεί με τη/το σύζυγό του/της ή συντηρεί αυτή/αυτόν αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο· (β) συντηρεί αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο ανήλικο τέκνο ή ανήλικο νεότερο αδελφό ή ανήλικη νεότερη αδελφή· (γ) ανέλαβε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο τη συντήρηση του πατέρα του, ο οποίος είναι ανίκανος να συντηρεί τον εαυτό του ή της μητέρας του που είναι χήρα ή άγαμη ή της οποίας ο σύζυγος είναι ανίκανος να συντηρεί τον εαυτό του ή προσώπου το οποίο έχει τη φροντίδα εξαρτώμενου τέκνου του, τότε το εβδομαδιαίο ύψος της βασικής παροχής αυξάνεται - (i) εάν πρόκειται για επίδομα ασθενείας ή επίδομα ανεργίας, όπως ορίζεται στο Μέρος ΙΙ του Τέταρτου Πίνακα, ή (ii) εάν πρόκειται για επίδομα σωματικής βλάβης, όπως ορίζεται στο Μέρος Ι του Πέμπτου Πίνακα:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (6) του παρόντος άρθρου, ουδεμία αύξηση καταβάλλεται δυνάμει του παρόντος εδαφίου αναφορικά με σύζυγο, του/της οποίου/ας το ποσό των αποδοχών από την απασχόλησή ή το ποσό οποιασδήποτε παροχής που δικαιούται κατά την ίδια περίοδο για την οποία καταβάλλεται το επίδομα, είναι ίσο ή μεγαλύτερο από το ποσό της αύξησης της παροχής, που αναφέρεται στις υποπαραγράφους (i) και (ii).</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Σε περίπτωση, κατά την οποία καταβάλλεται ταυτόχρονα παροχή και στους δύο συζύγους, η αύξηση που καταβάλλεται για τους εξαρτωμένους δυνάμει του παρόντος άρθρου καταβάλλεται μόνο στο/στη σύζυγο που δικαιούται αύξηση της παροχής στο μεγαλύτερο ύψος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Ουδεμία αύξηση παροχής καταβάλλεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει του παρόντος άρθρου, αναφορικά με οποιοδήποτε εξαρτώμενο που δικαιούται σύνταξη χηρείας, θεσμοθετημένη σύνταξη, σύνταξη ανικανότητας, επίδομα αγνοουμένου, επίδομα ορφανίας, σύνταξη αναπηρίας ή σύνταξη γονέα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Η αύξηση, η οποία καταβάλλεται σύμφωνα με το εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου, αναφορικά με σύζυγο που συζούσε με το δικαιούχο κατά ή μετά το χρόνο χορήγησης σύνταξης ή που συντηρούνταν από το δικαιούχο κατά ή μετά τον εν λόγω χρόνο, δύναται να καταβάλλεται στο σύζυγο ή στη σύζυγο, ανάλογα με την περίπτωση, εφόσον έπαυσε να συζεί με το δικαιούχο και ο Διευθυντής κρίνει τούτο εύλογο, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις κάθε περίπτωσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Η αύξηση, η οποία καταβάλλεται για εξαρτώμενο δυνάμει του παρόντος άρθρου σε πρόσωπο το οποίο δικαιούται θεσμοθετημένη σύνταξη, ανικανότητας, χηρείας, αναπηρίας ή επίδομα αγνοουμένου, παύει να καταβάλλεται στο δικαιούχο από την ημερομηνία από την οποία καταβάλλεται κοινωνική σύνταξη στον εξαρτώμενο.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 193(Ι)/2012 52(I)/2017 126(I)/2019 214(I)/2022 Δέκατη τρίτη πληρωμή συντάξεων και άλλων παροχών 63.-(1) Κάθε πρόσωπο που δικαιούται θεσμοθετημένη σύνταξη, σύνταξη ανικανότητας, σύνταξη χηρείας, επίδομα ορφανίας, επίδομα αγνοουμένου, σύνταξη αναπηρίας ή σύνταξη γονέα, δικαιούται για κάθε έτος επιπρόσθετο ποσό, ίσο με το ένα δωδέκατο (1/12) του ολικού ποσού παροχής που του καταβλήθηκε μέσα στο έτος αυτό.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το ποσό, που αναφέρεται στο εδάφιο (1), καταβάλλεται το Δεκέμβριο κάθε έτους μαζί με την αντίστοιχη παροχή για το μήνα αυτό:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση τερματισμού της παροχής πριν από το Δεκέμβριο, το εν λόγω ποσό καταβάλλεται το συντομότερο δυνατόν μετά τον τερματισμό.</p>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 52(I)/2017 Αιτήσεις και πληρωμές παροχών 64.-(1) Τηρουμένων των λοιπών διατάξεων του παρόντος Νόμου, η χορήγηση οποιασδήποτε παροχής προϋποθέτει την υποβολή αίτησης από το πρόσωπο που δικαιούται την παροχή.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κανονισμοί ρυθμίζουν την προθεσμία υποβολής της αίτησης για παροχή, τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες μπορεί να παραταθεί η προθεσμία υποβολής αίτησης για παροχή, τον τρόπο υποβολής της αίτησης και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες, είτε έχει υποβληθεί αίτηση είτε όχι, την παραγραφή του δικαιώματος για λήψη της παροχής λόγω παράλειψης ή καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης ή στην είσπραξη της πληρωμής της παροχής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ανεξάρτητα από τις άλλες διατάξεις του παρόντος Νόμου, με Κανονισμούς ρυθμίζονται επίσης ο χρόνος και ο τρόπος πληρωμής των παροχών, ο χρόνος έναρξης καταβολής των παροχών που χορηγούνται για πρώτη φορά, ο χρόνος τερματισμού της πληρωμής παροχών, ο χρόνος από τον οποίο ισχύουν τυχόν αλλαγές στο ύψος των παροχών και ο υπολογισμός του ποσού των παροχών για χρονικές περιόδους μικρότερες ή μεγαλύτερες της μιας εβδομάδας.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Σώρευση δικαιωμάτων για δύο ή περισσότερες παροχές 65.-(1) Όταν ένα πρόσωπο θεμελιώνει ταυτόχρονα δικαίωμα για δύο ή περισσότερες περιοδικές παροχές με βάση τη δική του ασφάλιση δυνάμει του παρόντος Νόμου, δικαιούται μόνο την παροχή που καταβάλλεται στο μεγαλύτερο ύψος και, σε περίπτωση που οι εν λόγω παροχές καταβάλλονται στο ίδιο ύψος, την παροχή που του χορηγήθηκε πρώτα:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, η σύνταξη αναπηρίας ή το επίδομα ορφανίας που καταβάλλεται είτε λόγω επαγγελματικού ατυχήματος που επισυνέβη, είτε λόγω καθορισμένης ασθένειας ή βλάβης που προκλήθηκε πριν από τις 6 Οκτωβρίου 1980, με εξαίρεση οποιαδήποτε αύξηση για εξαρτωμένους, καταβάλλεται έστω και εάν ταυτόχρονα καταβάλλεται άλλη περιοδική παροχή:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ασφαλισμένος που έχει συμπληρώσει την ηλικία των εξήντα τριών (63) ετών θεμελιώνει ταυτόχρονα δικαίωμα σε επίδομα ασθενείας και σε θεσμοθετημένη σύνταξη και αιτείται επίδομα ασθενείας, με βάση τις διατάξεις της τρίτης επιφύλαξης του εδαφίου (1) του άρθρου 31, τότε για την περίοδο της διακοπής της απασχόλησής του λόγω ασθενείας, λαμβάνει επίδομα ασθενείας ανεξαρτήτως του ύψους της θεσμοθετημένης σύνταξης για την οποία έχει θεμελιώσει δικαίωμα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Πρόσωπο δικαιούται να λαμβάνει ταυτόχρονα δύο ή περισσότερες συντάξεις αναπηρίας, το ολικό ύψος των οποίων υπολογίζεται λαμβανομένου υπόψη του ολικού βαθμού των σχετικών αναπηριών και του ψηλότερου από τους δύο ή περισσότερους μέσους όρους ασφαλιστικών μονάδων, όπως αυτό υπολογίστηκε σύμφωνα με το Μέρος IV του Πέμπτου Πίνακα:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι - (α) σε καμιά περίπτωση το άθροισμα των βαθμών αναπηρίας δεν μπορεί να υπερβεί το 100%, και (β) δεν καταβάλλεται συμπληρωματική παροχή για αναπηρία που προκλήθηκε πριν από τις 6 Οκτωβρίου 1980.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Πρόσωπο, που δικαιούται σύνταξη χηρείας με βάση το εδάφιο (1) ή (2) του άρθρου 41 ή επίδομα αγνοουμένου δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 45 ή σύνταξη χηρείας με βάση τα εδάφια (2) και (3) του άρθρου 52, δικαιούται να λαμβάνει ταυτόχρονα και θεσμοθετημένη σύνταξη, σύνταξη ανικανότητας, σύνταξη αναπηρίας, επίδομα μητρότητας, επίδομα πατρότητας, επίδομα γονικής άδειας, επίδομα ασθενείας, επίδομα ανεργίας ή επίδομα σωματικής βλάβης, ανάλογα με την περίπτωση:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, αύξηση για εξαρτωμένους καταβάλλεται μόνο με την παροχή που έχει τη μεγαλύτερη αύξηση ή σε περίπτωση που οι αυξήσεις των παροχών είναι του ιδίου ύψους, καταβάλλεται η αύξηση της παροχής που χορηγήθηκε πρώτα.</p>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 52(I)/2017 115(I)/2017 150(I)/2022 214(I)/2022 Αντιπροσώπευση αποβιωσάντων ή ανίκανων προσώπων 66. Όταν πρόσωπο, που υπέβαλε αίτηση για οποιαδήποτε παροχή ή που ισχυρίζεται ότι δικαιούται ή που δικαιούταν οποιαδήποτε παροχή ή πρόσωπο, στο οποίο καταβάλλεται παροχή, είναι για οποιοδήποτε λόγο ανίκανο να ενεργήσει ή έχει πεθάνει, ο Διευθυντής δύναται να ορίσει κατάλληλο πρόσωπο για να υποβάλει την αίτηση, να διεκδικήσει ή να εισπράξει την παροχή, ως αντιπρόσωπος ή για λογαριασμό ή εκ μέρους του εν λόγω προσώπου.</p>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Αναπαλλοτρίωτο παροχών 67.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, είναι άκυρη η εκχώρηση ή επιβάρυνση παροχής, όπως και κάθε συμφωνία για εκχώρηση ή επιβάρυνσή της και, σε περίπτωση πτώχευσης δικαιούχου παροχής η παροχή δεν περιέρχεται στο σύνδικο της πτώχευσης ή σ’ οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό των πιστωτών του δικαιούχου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Καμία παροχή δεν υπόκειται σε κατάσχεση με βάση τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Επιστροφή παροχής που λήφθηκε παράνομα 68.-(1) Σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι ένα πρόσωπο έλαβε οποιοδήποτε ποσό υπό μορφή παροχής, χωρίς να το δικαιούται, το πρόσωπο αυτό οφείλει να επιστρέψει το ποσό που εισέπραξε, εάν αυτό του καταβλήθηκε λόγω αποσιώπησης ή ψευδούς παράστασης ουσιώδους γεγονότος, είτε η αποσιώπηση ή η ψευδής παράσταση ήταν δόλια ή όχι.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το οφειλόμενο ποσό δύναται να παρακρατηθεί από οποιαδήποτε παροχή που οφείλεται μεταγενέστερα, χωρίς όμως να αποκλείεται η διεκδίκηση του εν λόγω ποσού με οποιοδήποτε άλλο μέσο:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, όταν πρόσωπο, που έλαβε οποιοδήποτε ποσό υπό μορφή παροχής χωρίς να το δικαιούται, αποδεικνύει ότι το έλαβε με καλή πίστη και χωρίς να γνωρίζει ότι δεν το δικαιούται, το ποσό επιστρέφεται αμέσως ή παρακρατείται από οποιαδήποτε παροχή που οφείλεται μεταγενέστερα, εάν δεν παρήλθε εύλογος χρόνος.</p>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ VI ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Διορισμός επιθεωρητών 69.-(1) Ο Διευθυντής δύναται να διορίσει οποιοδήποτε από τους λειτουργούς των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή και του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ως επιθεωρητή, για να ασκεί τις εξουσίες και τα καθήκοντα που του ανατίθενται με βάση τον παρόντα Νόμο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κάθε ενέργεια, στην οποία υποχρεούται ή εξουσιοδοτείται να προβεί ο Διευθυντής δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται να γίνει από επιθεωρητή που διορίζεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο ή από οποιοδήποτε άλλο λειτουργό των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στο οποίο ο Διευθυντής παρέχει τη σχετική με το σκοπό αυτό εξουσιοδότηση.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 52(I)/2017 127(I)/2024 Εξουσίες επιθεωρητών 70.-(1) Κάθε επιθεωρητής που διορίζεται δυνάμει του άρθρου 69, έχει εξουσία, προς το σκοπό εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, να προβαίνει στις ακόλουθες ενέργειες: (α) Να εισέρχεται σε εύλογο χρόνο σε οποιοδήποτε υποστατικό ή άλλο χώρο, με εξαίρεση τις ιδιωτικές κατοικίες, όπου δικαιολογημένα πιστεύει ότι απασχολούνται μισθωτοί ή αυτοτελώς εργαζόμενοι· (β) να προβαίνει στην αναγκαία εξέταση και έρευνα για να εξακριβώνει, εάν στο εν λόγω υποστατικό ή άλλο χώρο τηρούνται ή τηρούνταν οι διατάξεις του παρόντος Νόμου· (γ) να εξετάζει είτε μόνος του είτε, εάν κρίνει σκόπιμο, στην παρουσία άλλου προσώπου, κάθε πρόσωπο που βρίσκει στο εν λόγω υποστατικό ή άλλο χώρο, το οποίο δικαιολογημένα πιστεύει ότι είναι ή ήταν μισθωτό ή αυτοτελώς εργαζόμενο και να απαιτήσει από αυτό να υποβληθεί σε τέτοια εξέταση, αναφορικά με θέματα που αφορούν στον παρόντα Νόμο, για τα οποία εύλογα μπορεί να ζητήσει πληροφορίες· (δ) να ασκεί κάθε άλλη εξουσία που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο κάτοχος κάθε υποστατικού ή άλλου χώρου που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) και κάθε άλλο πρόσωπο που έχει ή είχε στην υπηρεσία του οποιοδήποτε μισθωτό, οι αντιπρόσωποι και υπάλληλοί του και κάθε μισθωτός ή αυτοτελώς εργαζόμενος οφείλουν να παρέχουν στον επιθεωρητή κάθε πληροφορία και να προσκομίζουν σ’ αυτόν για εξέταση κάθε βιβλίο ή έγγραφο που αυτός θεωρεί εύλογο να απαιτήσει.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κάθε πρόσωπο που - (α) εκούσια καθυστερεί ή παρεμποδίζει επιθεωρητή στην άσκηση των εξουσιών που του παρέχονται δυνάμει του παρόντος άρθρου· (β) αρνείται ή αμελεί να απαντήσει σ’ οποιοδήποτε ερώτημα που του υποβάλλεται ή να δώσει οποιαδήποτε πληροφορία ή να προσκομίσει οποιοδήποτε βιβλίο ή έγγραφο, παρόλο που έχει υποχρέωση να το πράξει δυνάμει του παρόντος άρθρου· (γ) αποκρύπτει ή προσπαθεί να αποκρύψει ή παρεμποδίζει ή προσπαθεί να παρεμποδίσει πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον οποιουδήποτε επιθεωρητή ή να εξεταστεί από αυτόν, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700,00) ή και στις δύο αυτές ποινές:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, κανένας δεν είναι υπόχρεος δυνάμει του παρόντος άρθρου να απαντήσει σε ερώτημα ή να δώσει μαρτυρία που τείνει να τον ενοχοποιήσει.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Κάθε επιθεωρητής εφοδιάζεται με πιστοποιητικό του διορισμού του, το οποίο παρουσιάζει, εάν του ζητηθεί, όταν χρειάζεται να εισέλθει σ’ οποιοδήποτε υποστατικό ή άλλο χώρο για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Σύσταση Ιατρικών Συμβουλίων και Δευτεροβάθμιου Ιατρικού Συμβουλίου 71.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου συνιστώνται Ιατρικά Συμβούλια και Δευτεροβάθμιο Ιατρικό Συμβούλιο, η σύνθεση και λειτουργία των οποίων ρυθμίζεται με Κανονισμούς.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Στους προέδρους και στα μέλη των Ιατρικών Συμβουλίων, στον αναπληρωτή πρόεδρο και στα μέλη του Δευτεροβάθμιου Ιατρικού Συμβουλίου, καθώς και στους ειδικούς ιατρούς καταβάλλεται αμοιβή, το ποσό της οποίας ορίζεται από τον Υπουργό, για κάθε συνεδρία ή εξέταση, καθώς και το ποσό οποιωνδήποτε εξόδων που συνεπάγεται η συμμετοχή στη συνεδρία ή εξέταση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Στον Πρόεδρο του Δευτεροβάθμιου Ιατρικού Συμβουλίου καταβάλλεται αμοιβή, το ετήσιο ύψος της οποίας ορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Συμβούλιο Κοινωνικών Ασφαλίσεων 72.-(1) Ιδρύεται Συμβούλιο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που στο εξής θα αναφέρεται ως «το Συμβούλιο», το οποίο απαρτίζεται από τα ακόλουθα μέλη που διορίζονται από τον Υπουργό: (α) τον Πρόεδρο που προέρχεται από τη Δημόσια Υπηρεσία, (β) τρία (3) μέλη που προέρχονται επίσης από τη Δημόσια Υπηρεσία, (γ) δέκα (10) μέλη που διορίζονται, αφού ο Υπουργός συμβουλευτεί τους αντιπροσωπευτικούς οργανισμούς των μισθωτών και των εργοδοτών, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν εξίσου τα συμφέροντα των μισθωτών και των εργοδοτών, (δ) τέσσερα (4) μέλη που διορίζονται, αφού ο Υπουργός συμβουλευτεί τους αντιπροσωπευτικούς οργανισμούς των αγροτών, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα των αγροτών, και (ε) τρία (3) άλλα κατάλληλα μέλη που δεν υπάγονται σ’ οποιαδήποτε των ανωτέρω κατηγοριών, από τα οποία το ένα αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα των αυτοτελώς εργαζομένων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου διορίζονται για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, με δυνατότητα επαναδιορισμού μετά τη λήξη της θητείας τους:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, ο Υπουργός δύναται, για εύλογη αιτία, να ανακαλέσει οποτεδήποτε το διορισμό του Προέδρου ή οποιουδήποτε μέλους του Συμβουλίου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το Συμβούλιο δύναται να εκδώσει εσωτερικούς κανονισμούς που να διέπουν τη διαδικασία του, τη σύγκληση των συνεδριάσεών του και την απαιτούμενη απαρτία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Το Συμβούλιο δύναται να ασκεί τις αρμοδιότητές του και σε περίπτωση που χηρεύει η θέση οποιουδήποτε μέλους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Το Συμβούλιο είναι αρμόδιο να συμβουλεύει τον Υπουργό σχετικά με τα ακόλουθα θέματα: (α) Τον ετήσιο προϋπολογισμό διοικητικών δαπανών, περιλαμβανομένων και των αναγκών σε προσωπικό, για την εφαρμογή του παρόντος Νόμου και τον ετήσιο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων του Ταμείου για παροχές, (β) τους ετήσιους λογαριασμούς του Ταμείου, (γ) την ετήσια έκθεση του Διευθυντή, (δ) κάθε ζήτημα που προκύπτει από την εφαρμογή του παρόντος Νόμου, (ε) κάθε προτεινόμενη τροποποίηση στον παρόντα Νόμο και στους Κανονισμούς, (στ) την έκθεση που υποβάλλει κάθε φορά ο αναλογιστής σύμφωνα με το άρθρο 76, (ζ) την επένδυση του ενεργητικού του Ταμείου, και (η) κάθε άλλο θέμα που ο Υπουργός ή ο Διευθυντής κρίνει σκόπιμο να παραπέμψει στο Συμβούλιο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Το Συμβούλιο εξετάζει, τουλάχιστον μια φορά κάθε τρεις (3) μήνες, τις δραστηριότητες του Ταμείου.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων 73.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, ιδρύεται Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καλούμενο «το Ταμείο», στο οποίο μεταφέρονται όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που ιδρύθηκε δυνάμει του νόμου που καταργήθηκε, το οποίο αποτελείται από τους εξής τέσσερις (4) λογαριασμούς - (α) το Λογαριασμό Βασικών Συντάξεων, ο οποίος βαρύνεται με τις πληρωμές των βασικών θεσμοθετημένων συντάξεων, ανικανότητας και χηρείας που χορηγούνται δυνάμει του άρθρου 41, του βασικού επιδόματος ορφανίας που χορηγείται δυνάμει του άρθρου 43 και του επιδόματος αγνοουμένου καθώς και οποιουδήποτε βασικού εφάπαξ ποσού, σε σχέση με τις προαναφερόμενες παροχές∙ (β) το Λογαριασμό Συμπληρωματικών Συντάξεων, ο οποίος βαρύνεται με τις πληρωμές των συμπληρωματικών παροχών, που αναφέρονται στην παράγραφο (α) καθώς και οποιουδήποτε συμπληρωματικού εφάπαξ ποσού, σε σχέση με τις προαναφερόμενες παροχές∙ (γ) το Λογαριασμό Παροχών Ανεργίας, ο οποίος βαρύνεται με τις πληρωμές των παροχών ανεργίας∙ (δ) το Λογαριασμό Λοιπών Παροχών, ο οποίος βαρύνεται με τις πληρωμές των παροχών ασθενείας, μητρότητας, πατρότητας και γονικής άδειας, των βοηθημάτων γάμου, τοκετού και κηδείας και των παροχών λόγω επαγγελματικών βλαβών καθώς και με τις διοικητικές δαπάνες που διενεργούνται για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία το αποθεματικό και τα έσοδα του Λογαριασμού Παροχών Ανεργίας δεν επαρκούν για την κάλυψη των υποχρεώσεών του, η διαφορά καταβάλλεται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας ή καλύπτεται με ειδική εισφορά, η οποία επιβάλλεται με Κανονισμούς.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι εισφορές που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο καταβάλλονται στο Ταμείο και κατανέμονται μεταξύ των λογαριασμών που αναφέρονται στο εδάφιο (1) κατά το καθορισμένο ποσοστό.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Το Ταμείο δύναται να δέχεται δωρεές προς όφελος οποιουδήποτε από τους λογαριασμούς που αναφέρονται στο εδάφιο (1).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Το Ταμείο τελεί υπό τον έλεγχο και τη διαχείριση του Διευθυντή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Οι λογαριασμοί του Ταμείου εξετάζονται από το Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας και δημοσιεύονται με την έκθεσή του για τους λογαριασμούς αυτούς.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Ο Διευθυντής, σύμφωνα με τις εκάστοτε οδηγίες του Υπουργού Οικονομικών, επενδύει το ενεργητικό του Ταμείου, με σκοπό τη μεγιστοποίηση των αποθεμάτων του, λαμβάνοντας υπόψη την ασφάλεια, ρευστότητα και απόδοση των επενδύσεων, το ρόλο τον οποίο οι επενδύσεις αυτές πρέπει να διαδραματίζουν στη γενικότερη αναπτυξιακή προσπάθεια και την κυβερνητική δημοσιονομική και οικονομική πολιτική:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, μέχρι τον Μάρτιο του 2010, ο Υπουργός Οικονομικών και ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καταθέτουν στη Βουλή των Αντιπροσώπων νομοσχέδιο ως προς την αποτελεσματική διαχείριση των αποθεματικών του Ταμείου από ανεξάρτητη Επιτροπή, αφού διασφαλιστεί η δημιουργία ικανοποιητικού αποθεματικού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Ο Διευθυντής υποβάλλει στη Βουλή των Αντιπροσώπων έκθεση για την κατάσταση των επενδύσεων του Ταμείου για την εξάμηνη περίοδο που λήγει στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους, αντίστοιχα.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 52(I)/2017 115(I)/2017 132(I)/2018 214(I)/2022 Δαπάνες διοίκησης 74.-(1) Όλες οι δαπάνες που διενεργούνται από το Διευθυντή ή από άλλο δημόσιο υπάλληλο για την εφαρμογή του παρόντος Νόμου καλύπτονται αρχικά από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το ποσό που ο Διευθυντής υπολογίζει σύμφωνα με οδηγίες του Γενικού Λογιστή της Δημοκρατίας ότι αναλογεί προς τις δαπάνες που αναφέρονται στο εδάφιο (1), καταβάλλεται στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας από το Ταμείο σε χρόνο και με τρόπο που ορίζει ο Γενικός Λογιστής της Δημοκρατίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Ορισμένες πληρωμές από και προς το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας 75.-(1) Το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας καταβάλλει στο Ταμείο ένα ποσοστό της ετήσιας δαπάνης για τις βασικές θεσμοθετημένες συντάξεις, χηρείας, ανικανότητας και επιδόματος αγνοουμένου που καταβάλλεται για σύζυγο αγνοουμένου, έναντι της δαπάνης για την αύξηση της κατώτατης σύνταξης ή του επιδόματος, πέραν του 70%, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 5 του Μέρους IV του Τέταρτου Πίνακα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το ποσοστό που αναφέρεται στο εδάφιο (1) θα υπολογίζεται ανά τριετία με αναλογιστική μελέτη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το Ταμείο καταβάλλει στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας το εφάπαξ καθορισμένο ποσό που θα καταβαλλόταν σύμφωνα με τα άρθρα 38 ή 42, εάν ο δικαιούχος δεν δικαιούταν κοινωνική σύνταξη, καθώς και την αύξηση παροχής για εξαρτώμενο, αναφορικά με τον οποίο εφαρμόζεται το εδάφιο (8) του άρθρου 62.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 52(I)/2017 Αναλογιστικές ανασκοπήσεις 76.-(1) Αναλογιστής, τον οποίο διορίζει ο Υπουργός, προβαίνει ανά τριετία σε ανασκόπηση της όλης εφαρμογής του παρόντος Νόμου και της οικονομικής κατάστασης του Ταμείου:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, τέτοια ανασκόπηση δύναται, κατά την κρίση του Υπουργού, να διεξαχθεί και πριν από την πάροδο τριών (3) ετών από την τελευταία ανασκόπηση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε κάθε ανασκόπηση, ο αναλογιστής υποβάλλει έκθεση στον Υπουργό για την οικονομική κατάσταση του Ταμείου και για την επάρκεια ή μη των εισφορών, που καταβάλλονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, να καλύψουν τις παροχές και άλλες υποχρεώσεις του Ταμείου:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, ο Υπουργός προχωρεί αμέσως σε κατάθεση στη Βουλή των Αντιπροσώπων ενημερωτικής έκθεσης αναφορικά με τα αποτελέσματα της έκθεσης του αναλογιστή επί της οικονομικής κατάστασης του Ταμείου:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, τηρουμένων των διατάξεων της πιο πάνω επιφύλαξης, εφόσον καταδεικνύεται από τα συμπεράσματα οποιασδήποτε αναλογιστικής μελέτης ότι δεν διασφαλίζεται επαρκώς η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του Ταμείου, ο Υπουργός αφού προχωρήσει αμέσως σε διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, καταθέτει στη Βουλή των Αντιπροσώπων το αργότερο εντός ενός έτους νομοσχέδιο για την περαιτέρω ενίσχυση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του Ταμείου.</p>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Αναπροσαρμογή ύψους παροχών 77.-(1) (α) Το ύψος των βασικών θεσμοθετημένων συντάξεων, χηρείας και ανικανότητας, των βασικών επιδομάτων ορφανίας και αγνοουμένου, των βασικών συντάξεων αναπηρίας και γονέα, περιλαμβανομένων των αντίστοιχων συντάξεων και επιδομάτων των οποίων ο ουσιώδης χρόνος προηγείται της 6ης Οκτωβρίου 1980, καθώς και οποιωνδήποτε αυξήσεων των παροχών αυτών, αναπροσαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους, κατά το ποσοστό αύξησης του ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών όπως αυτό υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 20. (β) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 20, οι βασικές παροχές που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου αυξάνονται κατά 0,81% από την 1η Ιανουαρίου 2017. (1Α) Το ύψος του βοηθήματος τοκετού αναπροσαρμόζεται από την πρώτη Δευτέρα κάθε έτους εισφορών, κατά το ποσοστό αύξησης του ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, όπως αυτό υπολογίζεται κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 20.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, όταν το ύψος της βασικής θεσμοθετημένης σύνταξης, χηρείας ή ανικανότητας ή του επιδόματος αγνοουμένου, είναι κατώτερο του ανώτατου ύψους βασικής παροχής που θα μπορούσε να καταβληθεί στο δικαιούχο, οι διατάξεις του εδαφίου (1) εφαρμόζονται και στο τμήμα της συμπληρωματικής παροχής που απαιτείται για να συμπληρωθεί το εν λόγω ανώτατο ύψος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το ύψος των συμπληρωματικών παροχών που αναφέρονται στο εδάφιο (1), αναπροσαρμόζεται από την ημερομηνία αναπροσαρμογής των βασικών παροχών, κατά το ποσοστό αύξησης του μέσου όρου του δείκτη τιμών καταναλωτή κατά το δεύτερο εξάμηνο κάθε έτους, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μέσο όρο κατά το δεύτερο εξάμηνο του προηγούμενου έτους:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, η ως ανωτέρω αύξηση δεν δύναται να είναι μεγαλύτερη της αύξησης των βασικών συντάξεων σύμφωνα με το εδάφιο (1).</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Την 1η Ιουλίου κάθε έτους, οι παροχές που αναφέρονται στο εδάφιο (1), αυξάνονται κατά το ποσοστό αύξησης του μέσου όρου του δείκτη τιμών καταναλωτή κατά το αμέσως προηγούμενο εξάμηνο, σε σύγκριση με το μέσο όρο του δείκτη αυτού κατά το τελευταίο εξάμηνο του προηγούμενου έτους:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, εάν το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο του 1% δεν χορηγείται οποιαδήποτε αύξηση:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, το ποσοστό αύξησης συμψηφίζεται με το ποσοστό της αμέσως επόμενης αύξησης που χορηγείται σύμφωνα με τα εδάφια (1) έως (3):</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται έτι περαιτέρω ότι, για σκοπούς συμψηφισμού του ποσοστού της αύξησης που θα χορηγηθεί την 1η Ιανουαρίου 2024, θα ληφθεί υπόψη το ποσοστό που υπολογίστηκε πριν από τον συμψηφισμό που προβλέπεται στο εδάφιο (6).</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η εφαρμογή των εδαφίων (1), (2), (3) και (4) αναστέλλεται για την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2013 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2016.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Το ποσοστό της πρώτης αύξησης που θα χορηγηθεί δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου μετά την 2α Ιανουαρίου 2023, θα συμψηφιστεί με ποσοστό 0,8%.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 193(Ι)/2012 1(I)/2017 52(I)/2017 22(I)/2023 157(I)/2024 Παράταση προθεσμίας καταβολής εισφορών 77Α. (1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, ο Υπουργός δύναται να εκδίδει διάταγμα με το οποίο παρατείνεται η προθεσμία καταβολής εισφορών από τους εργοδότες και τους αυτοτελώς εργαζομένους για μέγιστη χρονική περίοδο δύο (2) εβδομάδων από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος για αντιμετώπιση εκτάκτων περιπτώσεων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το διάταγμα το οποίο προβλέπεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) δύναται να έχει αναδρομική ισχύ.</div>\n<p class=\"lf-p\">215(I)/2022 Εξουσία έκδοσης Κανονισμών 78. Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει Κανονισμούς για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου και χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητα αυτή, να προβαίνει στον καθορισμό ή στη ρύθμιση κάθε θέματος που χρήζει ή είναι δεκτικό καθορισμού ή ρύθμισης και ειδικότερα να καθορίζει ή ρυθμίζει- (α) τον καθορισμό του ποσοστού κατανομής των εισφορών στους λογαριασμούς του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, (β) το ύψος των αμελητέων αποδοχών, (γ) το ύψος του ανώτατου ορίου ασφαλιστέων αποδοχών, (δ) το ποσό ασφαλιστέων αποδοχών οποιασδήποτε κατηγορίας μισθωτών, (ε) την κατάταξη των αυτοτελώς εργαζομένων σε επαγγελματικές κατηγορίες, (στ) το κατώτατο ποσό ασφαλιστέων αποδοχών κάθε επαγγελματικής κατηγορίας αυτοτελώς εργαζομένων, (ζ) τον τρόπο υπολογισμού των ασφαλιστέων αποδοχών των αυτοτελώς εργαζομένων μέχρι και το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών, (η) την εγγραφή των ασφαλισμένων και των εργοδοτών, (θ) οποιοδήποτε ζήτημα που έχει σχέση με την καταβολή και είσπραξη των εισφορών, περιλαμβανομένων- (i) του τρόπου υπολογισμού ή εκτίμησης των ασφαλιστέων αποδοχών ειδικών τάξεων ή κατηγοριών μισθωτών, (ii) του χρόνου καταβολής των εισφορών και του συντονισμού της καταβολής και είσπραξής τους με την καταβολή και είσπραξη εισφορών δυνάμει άλλων νόμων, (iii) των περιστάσεων κάτω από τις οποίες εισφορές που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως μπορούν να επιστραφούν, (iv) των όρων επιστροφής εισφορών που καταβλήθηκαν από οποιοδήποτε ασφαλισμένο αναφορικά με ασφαλιστέες αποδοχές πέραν από το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών, (ι) την επιβολή πρόσθετου τέλους επί του ποσού των οφειλόμενων εισφορών σε περίπτωση παράλειψης καταβολής εισφορών κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, (ια) την παροχή καθορισμένων στοιχείων από ιατρό που νοσηλεύει ή καλείται να επισκεφθεί ασθενή, ο οποίος πιστεύεται ότι πάσχει από οποιαδήποτε ασθένεια από την οποία προσβλήθηκε λόγω της απασχόλησής του ή τη διενέργεια νεκροψίας στη σορό προσώπου του οποίου ο θάνατος πιστεύεται ότι προκλήθηκε από οποιαδήποτε ασθένεια που αναφέρεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 56, (ιβ) τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ένα πρόσωπο λογίζεται ότι δεν ασκεί εργασία με σκοπό το κέρδος, (ιγ) τη σύνθεση και λειτουργία των Ιατρικών Συμβουλίων και του Δευτοροβάθμιου Ιατρικού Συμβουλίου που προβλέπονται στο άρθρο 71. (ιδ) [Καταργήθηκε] (ιε) [Καταργήθηκε] (ιστ) [Καταργήθηκε] (ιζ) [Καταργήθηκε] 59(I)/2010 2(I)/2012</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ VII ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΛΥΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Εξέταση αιτήσεων για παροχές 79.-(1) Κάθε αίτηση για παροχή εξετάζεται σε εύλογο χρόνο από το Διευθυντή ή άλλο λειτουργό των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων που εξουσιοδοτείται από το Διευθυντή για το σκοπό αυτό.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, η αίτηση για παροχή δύναται- (α) να εγκριθεί εν όλω ή εν μέρει, ή (β) να απορριφθεί:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, πριν από την έγκριση ή απόρριψη της αίτησης για παροχή, ο Διευθυντής δύναται να παραπέμψει τον αιτητή σε ειδικό ιατρό ή Ιατρικό Συμβούλιο για εξέταση ή στο Δευτεροβάθμιο Ιατρικό Συμβούλιο για επανεξέταση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο βαθμός αναπηρίας, σε περίπτωση αίτησης για παροχή λόγω αναπηρίας δυνάμει του άρθρου 49, υπολογίζεται από το Ιατρικό Συμβούλιο, κατόπιν παραπομπής του αιτητή από το Διευθυντή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση αίτησης για παροχή λόγω θανάτου δυνάμει του άρθρου 52, για θάνατο που πιστεύεται ή υπάρχει ισχυρισμός ότι οφείλεται σε οποιαδήποτε ασθένεια που αναφέρεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 56, η υπόθεση παραπέμπεται από το Διευθυντή στο Ιατρικό Συμβούλιο για γνωμοδότηση ως προς τα αίτια του θανάτου.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Αναθεώρηση αποφάσεων Διευθυντή για παροχές 80.-(1) Ο Διευθυντής δύναται να αναθεωρήσει κάθε απόφαση που εξέδωσε σχετικά με οποιαδήποτε αίτηση για παροχή, εάν ικανοποιηθεί ότι - (α) όταν εκδόθηκε η απόφαση, αυτός αγνοούσε ουσιώδες γεγονός ή τελούσε υπό πλάνη ως προς τέτοιο γεγονός, ή (β) από την έκδοση της απόφασης επήλθε μεταβολή των πραγματικών συνθηκών στις οποίες στηρίχτηκε η έκδοση της απόφασης ή που αποτελούσαν, σύμφωνα με το νόμο την προϋπόθεση για την έκδοσή της, δύναται να επανεξετάσει την αίτηση και ανάλογα να την εγκρίνει ή να την απορρίψει.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση έγκρισης αίτησης για περιοδική παροχή κατόπιν αναθεώρησης προηγούμενης απόφασης, η καταβολή της παροχής περιορίζεται στην παροχή που οφείλεται για το αμέσως προηγούμενο της ημερομηνίας αναθεώρησης χρονικό διάστημα των δύο (2) ετών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όταν μια αίτηση για παροχή απορρίπτεται ή εγκρίνεται μερικώς, ο Διευθυντής αποστέλλει στον αιτητή μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την έκδοση της απόφασης γραπτή γνωστοποίηση για την εν λόγω απόφαση και το αιτιολογικό της.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Επίλυση ορισμένων ζητημάτων από το Διευθυντή 81.-(1) Σε περίπτωση που προκύπτει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα ζητήματα, αυτό επιλύεται, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, από το Διευθυντή- (α) εάν οποιαδήποτε απασχόληση ή κατηγορία απασχόλησης είναι ή πρόκειται να καταστεί ασφαλιστέα, (β) εάν πρόσωπο είναι ή ήταν μισθωτό ή αυτοτελώς εργαζόμενο, (γ) ως προς το ποιος είναι ή ήταν ο εργοδότης μισθωτού, (δ) εάν είναι καταβλητέες εισφορές από ή αναφορικά με πρόσωπο, δυνάμει των άρθρων 4, 11 ή 14, (ε) ως προς τις ασφαλιστέες αποδοχές που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, (στ) εάν έχουν καταβληθεί εισφορές από ή αναφορικά με πρόσωπο για οποιαδήποτε περίοδο εισφοράς ή εάν πρόσωπο έχει σε πίστη του εξομοιούμενες ασφαλιστέες αποδοχές για οποιαδήποτε περίοδο, (ζ) ως προς την ορθή ημερομηνία γέννησης προσώπου, (η) ως προς την κατάταξη αυτοτελώς εργαζομένου σε επαγγελματική κατηγορία ή τον τόπο απασχόλησής του,</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Διευθυντής δύναται, πριν να επιλύσει οποιοδήποτε ζήτημα σύμφωνα με το παρόν άρθρο, να ορίσει οποιοδήποτε λειτουργό των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να διεξαγάγει έρευνα για το ζήτημα αυτό:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, ο λειτουργός που ορίστηκε για το σκοπό αυτό, μπορεί με κλήση να απαιτήσει από οποιοδήποτε πρόσωπο να παραστεί στη διεξαγωγή της έρευνας, να δώσει μαρτυρία ή να προσκομίσει έγγραφα τα οποία εύλογα κρίνονται ως αναγκαία για τη διεξαγωγή της έρευνας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κάθε πρόσωπο, που κατά την κρίση του Διευθυντή ή του λειτουργού που ορίστηκε δυνάμει του εδαφίου (2), έχει οποιοδήποτε συμφέρον σε ζήτημα που τυγχάνει επίλυσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο, δικαιούται - (α) να παρίσταται και να τυγχάνει ακρόασης κατά την έρευνα που διεξάγεται για το ζήτημα αυτό, και (β) να πάρει αντίγραφο της σχετικής απόφασης του Διευθυντή και του αιτιολογικού της απόφασης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο Διευθυντής μπορεί να αναθεωρήσει απόφαση που εξέδωσε σύμφωνα με το παρόν άρθρο, σε περίπτωση που περιέρχονται σε γνώση του νέα στοιχεία.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Τελεσίδικο ορισμένων αποφάσεων Διευθυντή και Υπουργού 82.-(1) Σε κάθε δικαστική διαδικασία - (α) για αδίκημα που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο, ή (β) που σχετίζεται με ζήτημα καταβολής οποιασδήποτε εισφοράς δυνάμει του παρόντος Νόμου, ή (γ) για τη διεκδίκηση ποσών που οφείλονται στο Ταμείο, η απόφαση του Διευθυντή πάνω σε οποιοδήποτε ζήτημα που ορίζεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 81 είναι τελεσίδικη για τους σκοπούς της εν λόγω διαδικασίας, εάν εναντίον της απόφασης δεν εκκρεμεί ιεραρχική προσφυγή δυνάμει του άρθρου 83 ή παρήλθε η προβλεπόμενη για την υποβολή της προσφυγής προθεσμία:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση ιεραρχικής προσφυγής εναντίον της απόφασης του Διευθυντή, η απόφαση του Υπουργού είναι επίσης τελεσίδικη για τους εν λόγω σκοπούς, εάν δεν εκκρεμεί προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου εναντίον της απόφασης αυτής ή παρήλθε η προβλεπόμενη προθεσμία για τέτοια προσφυγή.</p>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Ιεραρχική προσφυγή 83.-(1) Όποιος δεν ικανοποιείται από απόφαση του Διευθυντή, η οποία εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δύναται, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από τη γνωστοποίηση σ’ αυτόν της απόφασης, να την προσβάλει με γραπτή αίτησή του στον Υπουργό, στην οποία να εκθέτει τους λόγους στους οποίους στηρίζει την προσφυγή.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Υπουργός εξετάζει χωρίς υπαίτια βραδύτητα την ενώπιόν του προσφυγή, αποφασίζει γι’ αυτή και γνωστοποιεί χωρίς καθυστέρηση την απόφασή του στον προσφεύγοντα:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, ο Υπουργός, πριν να εκδώσει την απόφασή του, δύναται, κατά την κρίση του, να ακούσει ή να δώσει την ευκαιρία στον προσφεύγοντα να υποστηρίξει τους λόγους στους οποίους βασίζεται η προσφυγή:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, ο Υπουργός, δύναται να αναθέσει σε λειτουργό ή επιτροπή λειτουργών του Υπουργείου του, να εξετάσει ορισμένα θέματα που αναφύονται στην προσφυγή και να υποβάλει στον Υπουργό το πόρισμα τέτοιας εξέτασης, προτού αυτός εκδώσει την απόφασή του για την προσφυγή.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όταν ο λόγος ή ένας από τους λόγους της προσφυγής αφορά σε γνωμάτευση ή απόφαση Ιατρικού Συμβουλίου, ο Υπουργός παραπέμπει την υπόθεση για επανεξέταση από το Δευτεροβάθμιο Ιατρικό Συμβούλιο.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ VIII ΠΟΙΚΙΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Αμοιβαίες συμφωνίες με άλλες χώρες 84. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 169 του Συντάγματος, για σκοπούς εφαρμογής οποιασδήποτε αμοιβαίας συμφωνίας που συνομολογήθηκε με την Κυβέρνηση άλλης χώρας σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με διάταγμά του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να τροποποιήσει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου για εφαρμογή της συμφωνίας στις περιπτώσεις προσώπων που επηρεάζονται από αυτή.</p>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Αδικήματα και ποινές 85.-(1) Κάθε εργοδότης ή αυτοτελώς εργαζόμενος ο οποίος παραλείπει ή αμελεί να καταβάλει οποιαδήποτε εισφορά ή πρόσθετο τέλος είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες τετρακόσια ευρώ (€3.400,00) ή και στις δύο αυτές ποινές, σε περίπτωση δε δεύτερης ή κατ’ επανάληψη καταδίκης αυτού για το ίδιο αδίκημα, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000,00) ή και στις δύο αυτές ποινές.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση καταδίκης σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο εργοδότης ή ο αυτοτελώς εργαζόμενος, ανάλογα με την περίπτωση, επιπρόσθετα από οποιαδήποτε άλλη ποινή στην οποία υπόκειται, υποχρεούται να καταβάλει στο Ταμείο το ποσό των εισφορών ή του πρόσθετου τέλους που παρέλειψε ή αμέλησε να καταβάλει και επιπλέον ποσό που δεν υπερβαίνει το 25% του εν λόγω ποσού ή σε περίπτωση δεύτερης ή κατ’ επανάληψη καταδίκης για το ίδιο αδίκημα, επιπλέον ποσό που δεν υπερβαίνει το 50%, όπως ήθελε διατάξει το Δικαστήριο:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, το ποσό του οφειλόμενου πρόσθετου τέλους υπολογίζεται κατά την ημέρα της καταδίκης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε κάθε καταδίκη για παράλειψη ή αμέλεια καταβολής εισφορών, μπορεί να προσαχθούν αποδεικτικά στοιχεία για παράλειψη ή αμέλεια του εργοδότη να καταβάλει άλλες εισφορές τις οποίες ήταν υπόχρεος να καταβάλει δυνάμει του παρόντος Νόμου, αναφορικά με το ίδιο ή άλλο πρόσωπο το οποίο αυτός απασχολούσε για οποιαδήποτε περίοδο πριν από την ημερομηνία του αδικήματος, εφόσον μαζί με την κλήση ή το ένταλμα επιδοθεί ειδοποίηση:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, εάν η παράλειψη ή αμέλεια αυτή αποδειχτεί, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τον εργοδότη να καταβάλει στο Ταμείο ποσό ίσο με το σύνολο των εισφορών που αυτός παρέλειψε ή αμέλησε να καταβάλει.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Κάθε ποσό που οφείλεται στο Ταμείο κατόπιν απόφασης του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος Νόμου, εισπράττεται ως χρηματική ποινή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Κάθε ποσό που καταβάλλεται από εργοδότη ή αυτοτελώς εργαζόμενο δυνάμει των εδαφίων (1), (2), (3) και (4) του παρόντος άρθρου, λογίζεται ως πληρωμή που έγινε για την εξόφληση των εισφορών που δεν καταβλήθηκαν:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 10, ο εργοδότης δεν δικαιούται να ζητήσει ή ανακτήσει από το μισθωτό τις εισφορές που καταβάλλονται από το μισθωτό σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Κάθε πρόσωπο, που για να επιτύχει τη χορήγηση οποιασδήποτε παροχής ή άλλης πληρωμής δυνάμει του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, είτε για τον εαυτό του είτε για άλλο πρόσωπο ή για άλλο σκοπό που σχετίζεται με τον παρόντα Νόμο- (α) με γνώση του ή από αμέλεια προβαίνει σε ψευδή έκθεση ή ψευδείς παραστάσεις, ή (β) παρουσιάζει ή παρέχει ή προκαλεί ή επιτρέπει την παρουσίαση ή παροχή εγγράφου ή πληροφορίας, που γνωρίζει ότι είναι ψευδής ως προς κάποιο ουσιώδες στοιχείο, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις οκτώ χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€8.500,00) ή και στις δύο αυτές ποινές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Σε περίπτωση καταδίκης οποιουδήποτε προσώπου δυνάμει του εδαφίου (6), το Δικαστήριο δύναται επιπρόσθετα από την επιβολή οποιασδήποτε ποινής να διατάξει την επιστροφή στο Ταμείο του ποσού της παροχής ή της άλλης πληρωμής που καταβλήθηκε παράνομα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Οποιοσδήποτε παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού, για την οποία δεν προβλέπεται ρητά ποινή σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται για κάθε αδίκημα σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700,00) ή και στις δύο αυτές ποινές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Σε περίπτωση που διαπράττεται ποινικό αδίκημα, κατά παράβαση του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, από νομικό πρόσωπο ή από πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους νομικού προσώπου και αποδεικνύεται είτε ότι έχει διαπραχτεί με τη συγκατάθεση ή συνενοχή ή αμέλεια φυσικού προσώπου, που κατά το χρόνο διάπραξης του ποινικού αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση στο νομικό πρόσωπο ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με τέτοια ιδιότητα, τότε τόσο το εν λόγω φυσικό πρόσωπο όσο και το νομικό πρόσωπο είναι ένοχοι του ίδιου ποινικού αδικήματος και υπόκεινται στην ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα αυτό.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Τίποτε από όσα διαλαμβάνονται στο παρόν άρθρο, δεν εμποδίζει το Διευθυντή να διεκδικεί με πολιτική αγωγή οποιοδήποτε ποσό που οφείλεται στο Ταμείο.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Επιβολή διοικητικών κυρώσεων σε εργοδότες 85Α.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 85Β, όταν επιθεωρητής που έχει διοριστεί δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 69, διαπιστώσει περίπτωση αδήλωτης εργασίας μισθωτού, έστω και αν πρόκειται για παράνομη απασχόληση, επιβάλλει στον εργοδότη διοικητικό πρόστιμο χιλίων ευρώ (€1.000) για κάθε μισθωτό αναφορικά με το μήνα στον οποίο διαπιστώθηκε η παράβαση, αυξανόμενο κατά πεντακόσια ευρώ (€500) για κάθε ημερολογιακό μήνα ή οποιοδήποτε μέρος του ημερολογιακού μήνα απασχόλησης, πριν από το μήνα μέσα στον οποίο διαπιστώθηκε η παράβαση:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι δεν επιβάλλεται πρόστιμο για οποιοδήποτε ημερολογιακό μήνα απασχόλησης ή μέρος του, που προηγείται της ημερομηνίας έναρξης της ισχύος του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2017. (1Α) Σε περίπτωση κατά την οποία ο επιθεωρητής διαπιστώσει επανάληψη της παράβασης της αδήλωτης εργασίας παό τον εργοδότη για δεύτερη ή μεταγενέστερη της δεύτερης φοράς εντός δύο (2) ετών από την επιβολή σε αυτόν προστίμου δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), το αναφερόμενο στο εν λόγω εδάφιο πρόστιμο των χιλίων ευρώ (€1.000) αυξάνεται για κάθε αδήλωτο μισθωτό στο ποσό των δύο χιλιάδων ευρώ (€2.000) σε περίπτωση επανάληψης της παράβασης για δεύτερη φορά και στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (€3.000) σε περίπτωση επανάληψης της παράβασης για κάθε μεταγενέστερη της δεύτερης φορά.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Όταν ο αναφερόμενος στο εδάφιο (1) επιθεωρητής διαπιστώσει περίπτωση αδήλωτων αποδοχών επιβάλλει στον εργοδότη το προβλεπόμενο στο εν λόγω εδάφιο διοικητικό πρόστιμο για κάθε μισθωτό, περιλαμβανομένου και παράνομα απασχολούμενου μισθωτού, αναφορικά με τον οποίο διαπράχθηκε η παράβαση:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι δεν επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο για αδήλωτες αποδοχές αναφορικά με μήνα εισφορών για τον οποίο η προθεσμία καταβολής των αντίστοιχων εισφορών έχει λήξει πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2017.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (6), το κατά τα εδάφια (1), (1Α) και (2) συνολικό ποσό διοικητικού προστίμου που επιβάλλεται σε εργοδότη που απασχολεί μέχρι δέκα (10) ασφαλισμένους, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000), σε κάθε περίπτωση διαπίστωσης παράβασης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο επιθεωρητής, με τη διαπίστωση της παράβασης και πριν επιβάλει το διοικητικό πρόστιμο, συντάσσει επί τόπου και επιδίδει στον εργοδότη, με απόδειξη παραλαβής, Ειδοποίηση Διαπίστωσης της Παράβασης στον εγκεκριμένο από τον Διευθυντή τύπο, στην οποία καταγράφεται η διαπίστωση της παράβασης καθώς και η πρόθεση του επιθεωρητή να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, ενημερώνοντας τον εργοδότη για τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να ενεργήσει τοιουτοτρόπως και παρέχοντας σ’ αυτό το δικαίωμα υποβολής παραστάσεων εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την ημερομηνία της ειδοποίησης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Σε περίπτωση που η κατά το εδάφιο (4) προθεσμία παρέλθει άπρακτη ή, αν εντός της προθεσμίας αυτής ο παραβάτης αποτύχει να παρουσιάσει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι δεν διέπραξε τη σχετική παράβαση, τότε ο επιθεωρητής συντάσσει Πράξη Επιβολής Προστίμου, στον εγκεκριμένο από τον Διευθυντή τύπο, την οποία αποστέλλει στον παραβάτη, όχι αργότερα από την επόμενη εργάσιμη ημέρα, με συστημένη επιστολή, η λήψη της οποίας βεβαιώνεται με τη σχετική απόδειξη παραλαβής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Σε περίπτωση καταβολής του διοικητικού προστίμου εντός της οριζόμενης στο άρθρο 85Ζ προθεσμίας, το πρόστιμο μειώνεται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), ενώ σε περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής του αυξάνεται κατά πενήντα ευρώ (€50) για κάθε ημέρα καθυστέρησης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται σε νοικοκυριά αναφορικά με την απασχόληση οικιακά εργαζομένων προσώπων ή προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες φροντίδας σε μέλη του νοικοκυριού.</div>\n<p class=\"lf-p\">2(I)/2012 52(I)/2017 127(I)/2024 Τεκμήριο ελάχιστης περιόδου απασχόλησης 85Β.-(1) Ο μισθωτός, αναφορικά με τον οποίο διαπράχθηκε η κατά το άρθρο 85Α παράβαση, τεκμαίρεται ότι απασχολείτο συνεχώς από τον εργοδότη, στην υπηρεσία του οποίου βρισκόταν την ημέρα διαπίστωσης της παράβασης, για τους αμέσως προηγούμενους έξι (6) μήνες με αποδοχές ίσες με μιάμιση φορά το ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών που ισχύει κατά την ημέρα της παράβασης, εκτός αν ο εργοδότης αποδείξει ότι η περίοδος απασχόλησης ήταν βραχύτερη ή/και ότι το ποσό αποδοχών ήταν χαμηλότερο:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι όπου διαπιστώνεται ότι η πραγματική περίοδος απασχόλησης είναι μεγαλύτερη των έξι (6) μηνών ή και ότι το πραγματικό ποσό αποδοχών ήταν ψηλότερο του τεκμαιρόμενου, λαμβάνεται υπόψη η πραγματική περίοδος ή και το πραγματικό ποσό αποδοχών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η τεκμαιρόμενη περίοδος απασχόλησης λογίζεται ως ασφαλιστέα απασχόληση δυνάμει των διατάξεων του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2017 και ως απασχόληση δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου, ο οποίος προβλέπει για δικαιώματα των μισθωτών και υποχρεώσεις των εργοδοτών που απορρέουν από την απασχόληση μισθωτού.</div>\n<p class=\"lf-p\">52(I)/2017 Αναστολή λειτουργίας εργασιών εργοδότη 85Γ.-(1) Αν σε εργοδότη επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 85Α, για δεύτερη φορά εντός χρονικού διαστήματος δύο (2) ετών, η υπόθεση παραπέμπεται σε Επιτροπή απαρτιζόμενη από τον Διευθυντή, ως πρόεδρο, και δύο (2) Λειτουργούς του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων που ορίζει ο Υπουργός, ως μέλη, η οποία έχει εξουσία, με αιτιολογημένη απόφασή της και με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού, να διατάξει την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας του συνόλου της επιχείρησης του εργοδότη ή τμήματος ή τμημάτων αυτής, για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τις σαράντα οκτώ (48) ώρες.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η Επιτροπή, πριν την έκδοση της απόφασής της, με γραπτή ειδοποίηση, γνωστοποιεί στον εργοδότη την πρόθεσή της να εξετάσει την περίπτωση επιβολής σ’ αυτόν της κατά το εδάφιο (1) κύρωσης και τον πληροφορεί για το δικαίωμά του να εμφανιστεί ενώπιόν της και να ακουστεί.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η επίδοση της κατά το εδάφιο (2) ειδοποίησης και οποιασδήποτε απόφασης της Επιτροπής γίνεται με την παράδοση των σχετικών εγγράφων στον ενδιαφερόμενο εργοδότη με απόδειξη παραλαβής ή μπορεί να γίνει με συστημένη επιστολή, η λήψη της οποίας βεβαιώνεται με σχετική απόδειξη παραλαβής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η Επιτροπή, για την επιβολή της ως ανωτέρω κύρωσης, συνεκτιμά τη σοβαρότητα της παράβασης, παρόμοιες παραβάσεις για τις οποίες επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο ή αναστολή λειτουργίας της επιχείρησης στο παρελθόν, το συνολικό αριθμό των απασχολούμενων από τον εργοδότη μισθωτών, τον αριθμό των μισθωτών αναφορικά με τους οποίους διαπράχθηκε η παράβαση και το βαθμό συνεργασίας του εργοδότη με τους αρμόδιους επιθεωρητές στα πλαίσια του ελέγχου της εφαρμογής του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Το χρονικό διάστημα αναστολής της λειτουργίας της επιχείρησης λογίζεται ως ασφαλιστέα απασχόληση δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και ως απασχόληση δυνάμει οποιουδήποτε άλλου νόμου ή ατομικής ή συλλογικής σύμβασης ή πρακτικής, που προβλέπει για δικαιώματα των μισθωτών και υποχρεώσεις των εργοδοτών που απορρέουν από την απασχόληση μισθωτού.</div>\n<p class=\"lf-p\">52(I)/2017 127(I)/2024 Επιβολή διοικητικών κυρώσεων σε αυτοτελώς εργαζομένους 85Δ.-(1) Όταν ο αναφερόμενος στο άρθρο 85Α επιθεωρητής διαπιστώσει περίπτωση αδήλωτης εργασίας αυτοτελώς εργαζόμενου, έστω και αν πρόκειται για παράνομη απασχόληση, επιβάλλει στον εν λόγω εργαζόμενο διοικητικό πρόστιμο διακόσιων ευρώ (€200), αυξανόμενο κατά διακόσια ευρώ (€200) για κάθε ημερολογιακό μήνα ή οποιοδήποτε μέρος του ημερολογιακού μήνα απασχόλησης του αυτοτελώς εργαζόμενου, πριν από το μήνα μέσα στον οποίο διαπιστώθηκε η παράβαση:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι δεν επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο για οποιοδήποτε ημερολογιακό μήνα απασχόλησης ή μέρος του, που προηγείται της ημερομηνίας έναρξης της ισχύος του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2017:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι το συνολικό ποσό διοικητικού προστίμου δεν μπορεί να υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), για κάθε περίπτωση διαπίστωσης παράβασης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο αυτοτελώς εργαζόμενος ο οποίος διέπραξε την κατά το παρόν άρθρο παράβαση, τεκμαίρεται ότι απασχολείτο συνεχώς σε ασφαλιστέα απασχόληση, για τους αμέσως προηγούμενους της παράβασης έξι (6) μήνες:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι όπου διαπιστώνεται ότι η πραγματική περίοδος απασχόλησης είναι μεγαλύτερη των έξι (6) μηνών λαμβάνεται υπόψη η πραγματική περίοδος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι διατάξεις των εδαφίων (4) μέχρι (7) του άρθρου 85Α εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και στις περιπτώσεις επιβολής διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου.</div>\n<p class=\"lf-p\">52(I)/2017 Μη νομιμοποίηση παράνομης διαμονής, παραμονής ή απασχόλησης 85Ε. Οι διατάξεις των άρθρων 85Α μέχρι 85Δ σε καμιά περίπτωση δεν θα ερμηνεύονται ότι νομιμοποιούν τη διαμονή ή την παραμονή ή την απασχόληση οποιουδήποτε παράνομα απασχολούμενου προσώπου, η οποία τερματίζεται αμέσως με τη διαπίστωση της παράβασης.</p>\n<p class=\"lf-p\">52(I)/2017 Υποχρέωση λειτουργών για γνωστοποίηση παραβάσεων στο Διευθυντή 85ΣΤ. Κάθε πρόσωπο το οποίο, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 69, ορίζεται ως επιθεωρητής ή και εξουσιοδοτείται να προβαίνει σε έλεγχο της εφαρμογής οποιασδήποτε νομοθεσίας, άλλης από τον παρόντα Νόμο, η οποία υπάγεται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οφείλει, αν, κατά τη διενέργεια οποιουδήποτε ελέγχου σε σχέση με την άλλη νομοθεσία, περιέλθει σε γνώση του παράβαση για την οποία ο παρών Νόμος προβλέπει την επιβολή διοικητικού προστίμου, να γνωστοποιήσει αμέσως το γεγονός στον Διευθυντή, ο οποίος προβαίνει σε όλες τις ενέργειες για άμεση διερεύνηση της υπόθεσης.</p>\n<p class=\"lf-p\">52(I)/2017 127(I)/2024 Τόπος και χρόνος καταβολής διοικητικού προστίμου 85Ζ. Το διοικητικό πρόστιμο καταβάλλεται στο πλησιέστερο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της Πράξης Επιβολής Προστίμου.</p>\n<p class=\"lf-p\">52(I)/2017 Κατ’ αναλογία εφαρμογή του άρθρου 82 85Η. Το άρθρο 82 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στις αποφάσεις για την επιβολή διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 85Α και 85Δ.</p>\n<p class=\"lf-p\">52(I)/2017 Δικαίωμα υποβολής ένστασης 85Θ.-(1) Πρόσωπο το οποίο δεν ικανοποιείται από οποιαδήποτε απόφαση, που εκδίδεται δυνάμει των άρθρων 85Α, 85Β, 85Δ και 85Ε, δύναται, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη γνωστοποίηση σ’ αυτό της απόφασης, να υποβάλει ένσταση στην Επιτροπή Ενστάσεων που απαρτίζεται από το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ως πρόεδρο, και δύο (2) Λειτουργούς του ίδιου Υπουργείου, τους οποίους ορίζει ο Υπουργός, ως μέλη και οι οποίοι είναι ιεραρχικά ανώτεροι από τον επιθεωρητή που επέβαλε το διοικητικό πρόστιμο, αναφέροντας γραπτώς την αιτιολογία για την υποβολή της ένστασης και προσκομίζοντας τα αναγκαία υποστηρικτικά στοιχεία και έγγραφα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ένσταση που δεν συνοδεύεται από τα απαραίτητα υποστηρικτικά στοιχεία και έγγραφα δεν εξετάζεται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η υποβολή της ένστασης δεν αναστέλλει την ισχύ της ληφθείσας απόφασης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η Επιτροπή Ενστάσεων εξετάζει την ένσταση και αποφασίζει επί αυτής εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και κοινοποιεί την απόφασή της στο πρόσωπο που υπέβαλε την ένσταση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Κατά το χειρισμό της ένστασης, η Επιτροπή Ενστάσεων δύναται να αναθέτει σε λειτουργό του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή σε άλλα πρόσωπα που βρίσκονται στην υπηρεσία του Υπουργείου ή σε επιτροπή λειτουργών του Υπουργείου, να εξετάσει τα θέματα που αναφύονται στην ένσταση και να υποβάλει στην Επιτροπή Ενστάσεων έκθεση πριν αυτή εκδώσει την απόφασή της.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Η Επιτροπή Ενστάσεων δύναται – (α) Να απορρίψει, εν όλω ή εν μέρει, την ένσταση και να επικυρώσει την προσβληθείσα απόφαση ανάλογα˙ (β) να εγκρίνει, εν όλω ή εν μέρει, την ένσταση και να ακυρώσει την προσβληθείσα απόφαση, ανάλογα˙ (γ) να τροποποιήσει την προσβληθείσα απόφαση˙ (δ) να προβεί στην έκδοση νέας απόφασης σε αντικατάσταση της προσβληθείσας˙ (ε) να παραπέμψει την υπόθεση στον Διευθυντή, με εντολή να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια.</div>\n<p class=\"lf-p\">52(I)/2017 127(I)/2024 Εξουσία Υπουργού να αποφασίζει για διαδικαστικά ζητήματα 85Ι. Ο Υπουργός δύναται να εκδίδει απόφαση για οποιοδήποτε θέμα διαδικαστικής φύσης σχετικό με τη λειτουργία των αναφερόμενων στα άρθρα 85Γ και 85Θ Επιτροπών, με σκοπό την καλύτερη άσκηση των αρμοδιοτήτων τους.</p>\n<p class=\"lf-p\">52(I)/2017 Άσκηση ποινικών διώξεων 86. Τηρουμένων οποιωνδήποτε οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας- (α) ποινική δίωξη για αδίκημα προβλεπόμενο από τον παρόντα Νόμο ασκείται από το Διευθυντή∙ (β) κάθε επιθεωρητής ή άλλος λειτουργός που εξουσιοδοτείται από το Διευθυντή, με τη συναίνεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, μπορεί να ασκήσει τη δίωξη, να εμφανιστεί και παραστεί ενώπιον Δικαστηρίου και να ενεργήσει σε κάθε δικαστική διαδικασία, η οποία αρχίζει δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, για οποιοδήποτε αδίκημα που εκδικάζεται συνοπτικά.</p>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Διεκδίκηση οφειλόμενων ποσών με πολιτική αγωγή 87.-(1) Όλα τα οφειλόμενα στο Ταμείο ποσά μπορούν να διεκδικηθούν ως χρέη που οφείλονται στη Δημοκρατία και, χωρίς να αποκλείεται οποιοδήποτε άλλο μέτρο, μπορούν να αποτελέσουν ως συμβατικό χρέος το αντικείμενο πολιτικής αγωγής που εγείρεται από το Διευθυντή.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Πολιτική αγωγή, που έχει ως αντικείμενο ποσά τα οποία οφείλονται στο Ταμείο, δύναται να εγερθεί από επιθεωρητή ή άλλο λειτουργό εξουσιοδοτημένο για το σκοπό αυτό με βάση ειδικές ή γενικές οδηγίες του Διευθυντή και κάθε επιθεωρητής ή λειτουργός εξουσιοδοτημένος με αυτόν τον τρόπο, δύναται, με τη συναίνεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, να διευθύνει τη διεξαγωγή τέτοιας αγωγής.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Αστική ευθύνη εργοδότη για την απώλεια παροχής και παραγραφή 88.-(1) Όταν εργοδότης παραλείπει ή αμελεί - (α) να καταβάλει οποιαδήποτε εισφορά δυνάμει του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού, αναφορικά με μισθωτό που εργοδοτήθηκε από αυτόν, ή (β) να συμμορφωθεί, σ’ ό,τι αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο, με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού, που αφορούν στην καταβολή και είσπραξη εισφορών, και, ως αποτέλεσμα, το πρόσωπο αυτό ή η σύζυγος, ο σύζυγος, η χήρα, ο χήρος ή το τέκνο του απώλεσε ολόκληρη ή μέρος της παροχής την οποία διαφορετικά θα δικαιούταν, τότε ο δικαιούχος δικαιούται να διεκδικήσει από τον εργοδότη με πολιτική αγωγή, ως συμβατικό χρέος, ποσό ίσο με την παροχή που απώλεσε ή, εάν πρόκειται για οποιαδήποτε σύνταξη ή επίδομα αγνοουμένου ή ορφανίας, το ποσό που ο Διευθυντής υπολόγισε ότι διαφορετικά θα καταβαλλόταν στο δικαιούχο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Δικαστικά μέτρα δύνανται να ληφθούν δυνάμει του παρόντος άρθρου, έστω και εάν έχει ήδη αρχίσει ποινική δίωξη δυνάμει άλλου άρθρου του παρόντος Νόμου, αναφορικά με την ίδια παράλειψη ή αμέλεια.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ανεξάρτητα από τις διατάξεις κάθε άλλου νόμου για το αντίθετο, δικαστικά μέτρα δυνάμει του παρόντος άρθρου δύνανται να ληφθούν οποτεδήποτε μέσα σ’ ένα έτος από την ημερομηνία κατά την οποία το ενδιαφερόμενο πρόσωπο θα δικαιούταν την παροχή που απώλεσε, εάν δεν υπήρχε η παράλειψη ή αμέλεια του εργοδότη.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Καταβολή χρηματικών ποινών κ.α. στο Ταμείο 89. Οι χρηματικές ποινές, τα τέλη και έξοδα που εισπράττονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, καταβάλλονται στο Ταμείο, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο.</p>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Προτεραιότητα εισφορών σε περίπτωση πτώχευσης ή διάλυσης 90. Μεταξύ των χρεών, τα οποία δυνάμει - (α) του άρθρου 38 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, όπως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, κατά τη διανομή της περιουσίας ή των στοιχείων του ενεργητικού προσώπου που έχει πτωχεύσει, (β) του άρθρου 300 του περί Εταιρειών Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, σε περίπτωση διάλυσης εταιρείας, εξοφλούνται κατά προτεραιότητα έναντι των υπόλοιπων χρεών, τα χρέη τα οποία οφείλονται αναφορικά με οποιαδήποτε εισφορά ή υποχρέωση για εισφορά δυνάμει του παρόντος Νόμου, η οποία προέκυψε πριν από τις ακόλουθες ημερομηνίες- (i) στην πρώτη περίπτωση, πριν από την έκδοση της απόφασης για διορισμό συνδίκου της πτώχευσης, και (ii) στη δεύτερη περίπτωση, πριν από την έναρξη της διάλυσης της εταιρείας.</p>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Εξαίρεση του Ταμείου από φορολογίες κ.τ.λ.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">91.</span>Το Ταμείο εξαιρείται από την πληρωμή - (α) κάθε δασμού ή τέλους που πληρώνεται δυνάμει του τελωνειακού δασμολογίου που ισχύει σ’ οποιοδήποτε χρόνο για μηχανήματα, συσκευές, περιλαμβανομένων των εξαρτημάτων τους και ανταλλακτικών συσκευών, οχημάτων, οργάνων, εργαλείων, εφοδίων και υλικών οποιασδήποτε φύσης, τα οποία εισάγονται για χρήση από το Ταμείο και δεν προορίζονται για πώληση στο κοινό∙ (β) τελών χαρτοσήμου δυνάμει του νόμου που ισχύει σ’ οποιοδήποτε χρόνο για την πληρωμή τελών χαρτοσήμου∙ (γ) κάθε κυβερνητικού φόρου ή φόρου τοπικής αρχής.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Μείωση εισφορών και ωφελημάτων ταμείων προνοίας 92.-(1) Το ποσοστό εισφοράς του εργοδότη και του μισθωτού σ’ οποιοδήποτε ταμείο προνοίας, που λειτουργούσε στις 6 Οκτωβρίου 1980, μειώνεται κατά τρεις (3) ποσοστιαίες μονάδες για τον καθένα, αναφορικά με τις αποδοχές που λαμβάνονται υπόψη για πληρωμή εισφορών στο ταμείο προνοίας και στο μέτρο που οι αποδοχές αυτές δεν υπερβαίνουν το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που ο εργοδότης είναι υπόχρεος, δυνάμει νόμου, σχεδίου, συλλογικής σύμβασης, συμφωνίας ή οποιασδήποτε άλλης διευθέτησης, να καταβάλει στο μισθωτό ή αναφορικά με αυτόν, ορισμένο ποσό πέραν από το ποσό που συσσωρεύτηκε στο ταμείο προνοίας προς όφελος του εν λόγω μισθωτού, το ορισμένο αυτό ποσό μειώνεται κατά το ποσό που θα καταβαλλόταν στο ταμείο προνοίας και επιπλέον το ποσό των τόκων που θα απέφερε, εάν δεν εφαρμοζόταν η μείωση που ορίζεται στο εδάφιο (1):</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση που το τιμαριθμικό επίδομα δεν λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς εισφορών στο ταμείο προνοίας, το εν λόγω ορισμένο ποσό μειώνεται κατά το ποσό που δεν καταβλήθηκε από το μισθωτό λόγω της μείωσης της εισφοράς του και κατά ποσό ίσο με 3% των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού, αναφορικά με τις οποίες κατέβαλε εισφορές ο εργοδότης δυνάμει του παρόντος Νόμου, επιπλέον το ποσό των τόκων που θα απέφεραν τα εν λόγω ποσά, εάν καταβάλλονταν στο ταμείο προνοίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οποιαδήποτε πληρωμή από ταμείο προνοίας χωρίς εισφορές μειώνεται κατά ποσό ίσο με 3% των αποδοχών του μισθωτού, αναφορικά με τις οποίες ο εργοδότης κατέβαλε εισφορές δυνάμει του παρόντος Νόμου και επιπλέον τους τόκους που θα απέφερε το εν λόγω ποσό, εάν τοκιζόταν όπως οι καταθέσεις των χρημάτων του Ταμείου.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Μείωση παροχών και εισφορών επαγγελματικών σχεδίων συντάξεων 93.-(1) Το ποσό οποιασδήποτε περιοδικής πληρωμής, που καταβάλλεται σε μισθωτό ή αναφορικά με μισθωτό, από οποιοδήποτε επαγγελματικό σχέδιο συντάξεων, για περιόδους απασχόλησης από τις 6 Οκτωβρίου 1980 και μετέπειτα, μειώνεται κατά το ποσό της αντίστοιχης συμπληρωματικής παροχής που καταβάλλεται στο μισθωτό ή αναφορικά με αυτόν δυνάμει του παρόντος Νόμου, με βάση τις ασφαλιστέες αποδοχές, για τις οποίες καταβλήθηκαν εισφορές αναφορικά με το μισθωτό για τις εν λόγω περιόδους.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση επαγγελματικού σχεδίου συντάξεων που χρηματοδοτείται, τόσο από εισφορές του εργοδότη, όσο και από εισφορές του μισθωτού, το ποσοστό εισφοράς του καθενός από αυτούς προς το εν λόγω σχέδιο μειώνεται εξίσου, λαμβανόμενης υπόψη της μείωσης των παροχών δυνάμει του εδαφίου (1).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η εισφορά συντάξιμου δημόσιου υπαλλήλου δυνάμει των περί Συντάξεων Νόμων του 1997 έως 2010 για σύνταξη χηρείας και τέκνων αναφορικά με τις συντάξιμες απολαβές του, μέχρι το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών, μειώνεται κατά μια ποσοστιαία μονάδα.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Μείωση ωφελημάτων μισθωτών που υπάγονται σε ταμείο προνοίας και επαγγελματικό σχέδιο συντάξεων 94. Σε περίπτωση μισθωτού, που υπάγεται ταυτόχρονα σε ταμείο προνοίας και επαγγελματικό σχέδιο συντάξεων, εφαρμόζονται, είτε οι διατάξεις του άρθρου 92 ή του άρθρου 93, είτε οι διατάξεις και των δύο αυτών άρθρων, σε τέτοια όμως έκταση, ώστε η μείωση που θα προκύψει να μην είναι μεγαλύτερη εκείνης που θα προέκυπτε, εάν εφαρμόζονταν μόνο οι διατάξεις του ενός άρθρου.</p>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων 95.-(1) Ασφαλισμένος, ο οποίος θεμελίωσε δικαίωμα για θεσμοθετημένη σύνταξη από συνταξιοδοτικό σχέδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης βάσει του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των Υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λόγω υπηρεσίας του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δικαιούται να μεταφέρει στο Ταμείο το αναλογιστικά ισοδύναμο ποσό του δικαιώματος αυτού. (1Α) Η μεταφορά συνταξιοδοτικού δικαιώματος μπορεί να πραγματοποιηθεί, νοούμενου ότι ο αιτητής δεν έχει συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία κατά την ημερομηνία μεταφοράς και έχει αρχίσει απασχόληση ως μισθωτός ή αυτοτελώς εργαζόμενος μετά την επιστροφή του στην Κύπρο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Ασφαλισμένος δικαιούται βάσει του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των Υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μεταφέρει από το Ταμείο σε συνταξιοδοτικό σχέδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ποσό, σύμφωνα με Κανονισμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο. (β) Από την ημερομηνία μεταφοράς του πιο πάνω ποσού, όλες οι σε πίστη του ασφαλιστικές μονάδες που είχε κατά την ημερομηνία μεταφοράς δεν θα υπολογίζονται για σκοπούς θεμελίωσης δικαιώματος σε οποιασδήποτε παροχή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο τρόπος πίστωσης του ασφαλιστικού λογαριασμού του ασφαλισμένου και ο τρόπος υπολογισμού του μεταφερόμενου ποσού σύμφωνα με το εδάφιο (1), καθώς και οι διαδικασίες που αφορούν τα ποσά που μεταφέρονται σύμφωνα με τα εδάφια (1) και (2) καθορίζονται με Κανονισμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο.</div>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 2(I)/2012 52(I)/2017 ΜΕΡΟΣ ΙΧ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Κατάργηση 96. Οι περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμοι του 1980 μέχρι (Αρ. 3) του 2009 καταργούνται από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.</p>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Μεταβατική διάταξη 97. Ασφαλισμένος ή δικαιούχος δυνάμει του νόμου που καταργήθηκε λογίζεται ως ασφαλισμένος ή δικαιούχος δυνάμει του παρόντος Νόμου και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, διέπονται από τον παρόντα Νόμο.</p>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου 98. Η ημερομηνία έναρξης της ισχύς του παρόντος Νόμου θα καθοριστεί από το Υπουργικό Συμβούλιο, με γνωστοποίησή του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">59(I)/2010 Ειδική Διάταξη 99. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 73 του παρόντος Νόμου και τηρουμένων των προνοιών του Κανονισμού 4 των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Λογαριασμοί του Ταμείου) Κανονισμών, μεταφέρεται από το Λογαριασμό Συμπληρωματικών Συντάξεων στο Λογαριασμό Παροχών Ανεργίας του Ταμείου, ποσό ύψους εκατόν εβδομήντα εκατομμύρια ευρώ (€170.000.000) για την κάλυψη ελλείμματος που ο Λογαριασμός Παροχών Ανεργίας παρουσιάζει για τα έτη 2013 και 2014.</p>\n<p class=\"lf-p\">106(Ι)/2014 Μεταβατική διάταξη 100. Οι διατάξεις του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015 τυγχάνουν εφαρμογής και σε σχέση με ασφαλισμένη στην οποία καταβάλλεται επίδομα μητρότητας κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του πιο πάνω Νόμου, αυξανόμενης της περιόδου καταβολής του κατά τέσσερις (4) εβδομάδες για κάθε τέκνο πέραν του ενός από τον ίδιο τοκετό.</p>\n<p class=\"lf-p\">176(I)/2015 Μεταβατική διάταξη 101.-(1) Οποιοδήποτε δικαίωμα σε σύνταξη χηρείας υφίστατο βάσει των διατάξεων του άρθρου 41 πριν από την έναρξη της ισχύος του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2019 και αφορά σε θάνατο που επισυνέβη πριν από την 1η Ιανουαρίου 2018, εξακολουθεί να υφίσταται.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Χήρος, η σύζυγος του οποίου απεβίωσε κατά ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2018 και πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2019, έχει δικαίωμα σε υποβολή αίτησης για καταβολή σύνταξης χηρείας στο διάστημα που αρχίζει από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του εν λόγω Νόμου και μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2019:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, αίτηση χήρου, η σύζυγος του οποίου απεβίωσε κατά ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2018 και πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2019, λογίζεται ως υποβληθείσα κατά το χρόνο του θανάτου της συζύγου αυτού:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, στις ως άνω περιπτώσεις, η καταβολή σύνταξης χηρείας αρχίζει από το χρόνο του θανάτου.</p>\n<p class=\"lf-p\">126(I)/2019 Μεταβατική διάταξη 102. Οι διατάξεις του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικού) (Αρ. 3) Νόμου του 2021 τυγχάνουν εφαρμογής και σε σχέση με ασφαλισμένη στην οποία καταβάλλεται επίδομα μητρότητας κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του υπό αναφορά Νόμου.</p>\n<p class=\"lf-p\">168(I)/2021 Μεταβατική διάταξη 103. Οι διατάξεις του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2024, τυγχάνουν εφαρμογής και σε σχέση με ασφαλισμένη που βρίσκεται σε άδεια μητρότητας κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του υπό αναφορά Νόμου.</p>\n<p class=\"lf-p\">15(I)/2024 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ Άρθρο 3 (2)(α) ΜΙΣΘΩΤΟΙ – ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΕΣ ΚΑΙ ΕΞΑΙΡΟΥΜΕΝΕΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΙΣ Μέρος Ι – ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΕΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΙΣ 1.Απασχόληση στην Κύπρο προσώπου με βάση σύμβαση εργασίας ή μαθητείας ή αγοράς ή παροχής υπηρεσιών ή οιασδήποτε άλλης εργασιακής σύμβασης ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού αυτής κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου, περιλαμβανόμενης απασχόλησης στην Υπηρεσία της Δημοκρατίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">2.Απασχόληση προσώπου με σύμβαση ή κάτω από τις περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ανωτέρω, όταν το πρόσωπο αυτό εμπίπτει εντός του πεδίου εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας, ως έχει τροποποιηθεί τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ.988/2009 και ως περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται και υπηρετεί ως πλοίαρχος ή μέλος πληρώματος πλοίου υπό τη σημαία της Δημοκρατίας ή ως Κυβερνήτης ή μέλος πληρώματος αεροσκάφους, του οποίου ο ιδιοκτήτης ή ο διαχειριστής έχει ως κύριο τόπο διεξαγωγής των εργασιών του την Κύπρο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Απασχόληση σ’ οποιαδήποτε φυλακή στη Δημοκρατία προσώπου που εκτίει ποινή φυλάκισης.</div>\n<p class=\"lf-p\">4.Εκπαίδευση στην Κύπρο προσώπου με βάση πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης που εφαρμόζει η Αρχή που ιδρύθηκε δυνάμει των περί Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού Νόμων του 1999 έως του 2007, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.</p>\n<p class=\"lf-p\">5.Απασχόληση προσώπου κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις σε ιδιωτική εταιρεία, στην οποία είναι μέτοχος. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ο όρος «ιδιωτική εταιρεία» έχει την έννοια που αποδίδεται σ’ αυτόν από τον περί Εταιρειών Νόμο.</p>\n<p class=\"lf-p\">6.Άσκηση του λειτουργήματος του κληρικού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">7.</span>Απασχόληση προσώπου, πολίτη της Δημοκρατίας, στις Διπλωματικές Αποστολές της Δημοκρατίας στο εξωτερικό, με καθεστώς επιτόπιου προσωπικού, εφόσον δεν ασφαλίζεται δυνάμει της νομοθεσίας του δεχόμενου κράτους.</div>\n<p class=\"lf-p\">Μέρος ΙΙ – ΕΞΑΙΡΟΥΜΕΝΕΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΙΣ 1.Απασχόληση μέλους οποιασδήποτε των ναυτικών, στρατιωτικών και αεροπορικών δυνάμεων της Κυβέρνησης χώρας, άλλης από την Κυπριακή Δημοκρατία.</p>\n<p class=\"lf-p\">2.Απασχόληση στη δημόσια ή διπλωματική υπηρεσία της Κυβέρνησης χώρας, άλλης από την Κυπριακή Δημοκρατία, όταν το πρόσωπο που απασχολείται προσλαμβάνεται εκτός Κύπρου.</p>\n<p class=\"lf-p\">3.Απασχόληση στην υπηρεσία του συζύγου ή της συζύγου του προσώπου που απασχολείται.</p>\n<p class=\"lf-p\">4.Απασχόληση προσώπου που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στην Κύπρο ή σε άλλο κράτος μέλος, στην υπηρεσία εργοδότη, ο οποίος δεν έχει ούτε τη συνήθη διαμονή του ή την έδρα του στην Κύπρο ούτε τον τόπο διεξαγωγής εργασιών στην Κύπρο.</p>\n<p class=\"lf-p\">5.Γεωργική απασχόληση στην υπηρεσία του πατέρα ή της μητέρας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">6.</span>Απασχόληση προσώπου- (α) το οποίο εμπίπτει εντός των διατάξεων της παραγράφου 2 του Μέρους Ι του Πρώτου Πίνακα, (β) το οποίο απασχολείται σε πλοίο υπό τη σημαία της Δημοκρατίας για περίοδο η οποία δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες, (γ) το οποίο δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στην Κύπρο, και (δ) το οποίο είναι ασφαλισμένο σε άλλη χώρα.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ Άρθρο 3 (2)(β) ΑΥΤΟΤΕΛΩΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ – ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΕΣ ΚΑΙ ΕΞΑΙΡΟΥΜΕΝΕΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΙΣ Μέρος Ι – ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΕΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΙΣ Απασχόληση στην Κύπρο προσώπου που εργάζεται με σκοπό το κέρδος, εφόσον η απασχόληση αυτή δεν είναι ασφαλιστέα δυνάμει του Μέρους Ι του Πρώτου Πίνακα.</p>\n<p class=\"lf-p\">Μέρος ΙΙ – ΕΞΑΙΡΟΥΜΕΝΕΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΙΣ Γεωργική απασχόληση, όταν το πρόσωπο που απασχολείται είναι ηλικίας κάτω των δεκαέξι (16) ετών.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΤΡΙΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΡΙΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-23\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 23</span><span class=\"lf-art-t\">ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">1.</span>Οι ασφαλιστικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση επιδομάτων μητρότητας, πατρότητας, γονικής άδειας, ασθενείας και ανεργίας και βοηθημάτων γάμου, τοκετού και κηδείας είναι όπως ο ασφαλισμένος- (α) έχει πραγματική βασική ασφάλιση ίση τουλάχιστον με το 0,50 της ασφαλιστικής μονάδας και να έχουν παρέλθει τουλάχιστον είκοσι έξι (26) εβδομάδες από την εβδομάδα έναρξης της ασφάλισής του∙ και (β) έχει πραγματική ή εξομοιούμενη ασφάλιση ίση τουλάχιστον με το 0,39 της ασφαλιστικής μονάδας μέσα στο σχετικό έτος εισφορών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Οι ασφαλιστικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση θεσμοθετημένης σύνταξης είναι οι ακόλουθες: (α) Για την περίοδο από τις 6/10/1980 μέχρι τις 3/1/2010- (i) ο ασφαλισμένος να έχει συμπληρώσει πραγματική βασική ασφάλιση τριών (3) τουλάχιστον ασφαλιστικών μονάδων και να έχουν παρέλθει εκατόν πενήντα έξι (156) εβδομάδες από την εβδομάδα έναρξης της ασφάλισής του∙ και (ii) o ολικός αριθμός των ασφαλιστικών μονάδων πραγματικής και εξομοιούμενης βασικής ασφάλισης του ασφαλισμένου να μην είναι κατώτερος του 25% των ετών που εμπίπτουν στη σχετική περίοδο αναφοράς. (β) Για την περίοδο που αρχίζει από - (i) την πρώτη Δευτέρα του 2010, ο ασφαλισμένος να έχει συμπληρώσει πραγματική βασική ασφάλιση πέντε (5) τουλάχιστον ασφαλιστικών μονάδων και να έχουν παρέλθει διακόσιες εξήντα (260) εβδομάδες από την εβδομάδα έναρξης της ασφάλισής του∙ (ii) την πρώτη Δευτέρα του 2011, ο ασφαλισμένος να έχει συμπληρώσει πραγματική βασική ασφάλιση επτά (7) τουλάχιστον ασφαλιστικών μονάδων και να έχουν παρέλθει τριακόσιες εξήντα τέσσερεις (364) εβδομάδες από την εβδομάδα έναρξης της ασφάλισής του∙ (iii) την πρώτη Δευτέρα του 2012, ο ασφαλισμένος να έχει συμπληρώσει πραγματική βασική ασφάλιση δέκα (10) τουλάχιστον ασφαλιστικών μονάδων και να έχουν παρέλθει πεντακόσιες είκοσι (520) εβδομάδες από την εβδομάδα έναρξης της ασφάλισής του∙ (iv) την πρώτη Δευτέρα του Απριλίου 2013, ο ασφαλισμένος να έχει συμπληρώσει πραγματική βασική ασφάλιση ένδεκα (11) τουλάχιστον ασφαλιστικών μονάδων και να έχουν παρέλθει πεντακόσιες εβδομήντα δύο (572) εβδομάδες από την εβδομάδα έναρξης της ασφάλισης του∙ (v) την πρώτη Δευτέρα του Ιανουαρίου του 2014, ο ασφαλισμένος να έχει συμπληρώσει πραγματική βασική ασφάλιση δώδεκα (12) τουλάχιστον ασφαλιστικών μονάδων και να έχουν παρέλθει εξακόσιες είκοσι τέσσερεις (624) εβδομάδες από την εβδομάδα έναρξης της ασφάλισης του∙ (vi) την πρώτη Δευτέρα του Ιανουαρίου του 2015, ο ασφαλισμένος να έχει συμπληρώσει πραγματική βασική ασφάλιση δεκατριών (13) τουλάχιστον ασφαλιστικών μονάδων και να έχουν παρέλθει εξακόσιες εβδομήντα έξι (676) εβδομάδες από την εβδομάδα έναρξης της ασφάλισης του∙ (vii) την πρώτη Δευτέρα του Ιανουαρίου του 2016, ο ασφαλισμένος να έχει συμπληρώσει πραγματική βασική ασφάλιση δεκατεσσάρων (14) τουλάχιστον ασφαλιστικών μονάδων και να έχουν παρέλθει επτακόσιες είκοσι οκτώ (728) εβδομάδες από την εβδομάδα έναρξης της ασφάλισης του∙ (viii) την πρώτη Δευτέρα του Ιανουαρίου του 2017, ο ασφαλισμένος να έχει συμπληρώσει πραγματική βασική ασφάλιση δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ασφαλιστικών μονάδων και να έχουν παρέλθει επτακόσιες ογδόντα (780) εβδομάδες από την εβδομάδα έναρξης της ασφάλισης του∙</div>\n<p class=\"lf-p\">(ix) την πρώτη Δευτέρα του 2010, για τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο (i), (ii), (iii), (iv), (v), (vi), (vii) και (viii), ο ολικός αριθμός των ασφαλιστικών μονάδων πραγματικής και εξομοιούμενης βασικής ασφάλισης του ασφαλισμένου να μην είναι κατώτερος του 30% των ετών που εμπίπτουν στη σχετική περίοδο αναφοράς.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Οι ασφαλιστικές προϋποθέσεις για εφάπαξ ποσό γήρατος είναι οι ακόλουθες: (α) Από τις 6/10/1980 μέχρι τις 3/1/2010, ο ασφαλισμένος πρέπει να έχει συμπληρώσει βασική ασφάλιση τριών (3) τουλάχιστον ασφαλιστικών μονάδων και να έχουν παρέλθει εκατόν πενήντα έξι (156) εβδομάδες από την εβδομάδα έναρξης της ασφάλισής του. (β) Από την πρώτη Δευτέρα του 2010, ο ασφαλισμένος πρέπει να έχει συμπληρώσει βασική ασφάλιση τεσσάρων (4) τουλάχιστον ασφαλιστικών μονάδων και να έχουν παρέλθει διακόσιες οκτώ (208) εβδομάδες από την εβδομάδα έναρξης της ασφάλισής του. (γ) Από την πρώτη Δευτέρα του 2011, ο ασφαλισμένος πρέπει να έχει συμπληρώσει βασική ασφάλιση πέντε (5) τουλάχιστον ασφαλιστικών μονάδων και να έχουν παρέλθει διακόσιες εξήντα (260) εβδομάδες από την εβδομάδα έναρξης της ασφάλισής του. (δ) Από την πρώτη Δευτέρα του 2012, ο ασφαλισμένος πρέπει να έχει συμπληρώσει βασική ασφάλιση έξι (6) τουλάχιστον ασφαλιστικών μονάδων και να έχουν παρέλθει τριακόσιες δώδεκα (312) εβδομάδες από την εβδομάδα έναρξης της ασφάλισής του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>Οι ασφαλιστικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση σύνταξης ανικανότητας είναι οι ακόλουθες: (α) ο ασφαλισμένος να έχει συμπληρώσει πραγματική βασική ασφάλιση τριών (3) τουλάχιστον ασφαλιστικών μονάδων και να έχουν παρέλθει εκατόν πενήντα έξι (156) εβδομάδες από την εβδομάδα έναρξης της ασφάλισής του, και (β) o ολικός αριθμός των ασφαλιστικών μονάδων πραγματικής και εξομοιούμενης βασικής ασφάλισης του ασφαλισμένου να μην είναι κατώτερος του 25% των ετών που εμπίπτουν στη σχετική περίοδο αναφοράς, και (γ) να έχει πραγματική ή εξομοιούμενη ασφάλιση μέσα στο σχετικό έτος εισφορών ίση τουλάχιστον με το 0,39 της ασφαλιστικής μονάδας, ή (δ) ο μέσος όρος τέτοιας ασφάλισης, κατά τα δύο (2) τελευταία συμπληρωμένα έτη εισφορών πριν από το έτος παροχών πρέπει να μην είναι κατώτερος του 0,39 της ασφαλιστικής μονάδας:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση που η ανικανότητα οφείλεται σε ατύχημα, οι ασφαλιστικές προϋποθέσεις είναι οι ίδιες με αυτές που απαιτούνται για τη χορήγηση επιδόματος ασθενείας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">5.</span>Οι ασφαλιστικές προϋποθέσεις για σύνταξη χηρείας πληρούνται εάν ο αποβιώσας ή η αποβιώσασα σύζυγος, ανάλογα με την περίπτωση, ικανοποιεί τις αναφερόμενες στις υποπαραγράφους (α) και (β) της παραγράφου (4) ασφαλιστικές προϋποθέσεις.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">6.</span>Οι ασφαλιστικές προϋποθέσεις για εφάπαξ ποσό χηρείας, με βάση την παράγραφο (α) του άρθρου 42, είναι όπως ο αποβιώσας ή η αποβιώσασα σύζυγος, ανάλογα με την περίπτωση, έχει συμπληρώσει πραγματική βασική ασφάλιση τριών (3) τουλάχιστον ασφαλιστικών μονάδων και έχουν παρέλθει εκατόν πενήντα έξι (156) εβδομάδες από την εβδομάδα έναρξης της ασφάλισής του/της.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">7.</span>Σε περίπτωση θανάτου δικαιούχου θεσμοθετημένης σύνταξης ή προσώπου που θα δικαιούταν τέτοια σύνταξη, εάν είχε υποβάλει αίτηση, η περίοδος αναφοράς και οι ασφαλιστικές προϋποθέσεις για σκοπούς σύνταξης χηρείας είναι οι ίδιες με αυτές που λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς θεσμοθετημένης σύνταξης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">8.</span>Οι ασφαλιστικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση ειδικής παροχής σε πρόσωπο με θαλασσαιμία είναι οι ακόλουθες: (α) Ο ασφαλισμένος να έχει συμπληρώσει πραγματική βασική ασφάλιση δέκα (10) τουλάχιστον ασφαλιστικών μονάδων και να έχουν παρέλθει πεντακόσιες είκοσι (520) εβδομάδες από την εβδομάδα έναρξης της ασφάλισής του. και (β) ο ολικός αριθμός των ασφαλιστικών μονάδων πραγματικής και εξομοιούμενης βασικής ασφάλισης του ασφαλισμένου να μην είναι κατώτερος του τριάντα τοις εκατόν (30%) των ετών που εμπίπτουν στη σχετική περίοδο αναφοράς.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-26\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 26</span><span class=\"lf-art-t\">ΠΟΣΟ ΚΑΙ ΥΨΟΣ ΠΑΡΟΧΩΝ</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Μέρος Ι – ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ ΤΟΚΕΤΟΥ ΚΑΙ ΚΗΔΕΙΑΣ 1. Το ποσό του βοηθήματος τοκετού σε σχέση με τέκνο που γεννήθηκε κατά ή μετά την 1η Οκτωβρίου 2024 ανέρχεται σε χίλια ευρώ (€1.000) για το πρώτο τέκνο, χίλια πεντακόσια ευρώ (€1.500) για το δεύτερο τέκνο, δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000) για το τρίτο τέκνο και δύο χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€2.500) για το τέταρτο και κάθε μεταγενέστερο τέκνο:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, το ποσό του βοηθήματος τοκετού σε σχέση με τέκνο που γεννήθηκε πριν την 1η Οκτωβρίου 2024 ανέρχεται στο 6% των ετήσιων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Το ποσό του βοηθήματος κηδείας ανέρχεται στο 5,6% του ποσού των ετήσιων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών εξαιρουμένων των περιπτώσεων που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου (ε) του εδαφίου (1) του άρθρου 44, οπότε το ποσό του βοηθήματος ανέρχεται στο 2,8% του ποσού των εν λόγω αποδοχών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Οποιαδήποτε αύξηση στο ποσό του βοηθήματος κηδείας λόγω αύξησης των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών τίθεται σε ισχύ την πρώτη Δευτέρα κάθε έτους εισφορών.</div>\n<p class=\"lf-p\">Μέρος ΙΙ – ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΕΡΓΙΑΣ Εβδομαδιαίο ύψος επιδόματος Βασικό Συμπληρωματικό 60% της εβδομαδιαίας αξίας της ασφαλιστικής μονάδας (ή του κλάσματος αυτής) που έχει σε πίστη του ο ασφαλισμένος στη βασική ασφάλισή του, κατά το σχετικό έτος εισφορών, πλέον- (α) 20% για εξαρτώμενο/η σύζυγο και 10% για κάθε άλλο εξαρτώμενο μέχρι δύο∙ (β) Σε περίπτωση που δεν καταβάλλεται αύξηση επιδόματος για σύζυγο για λόγους άλλους από εκείνους που αναφέρονται στην επιφύλαξη του εδαφίου (4) του άρθρου 62, το ποσό της αύξησης που θα καταβαλλόταν για το/τη σύζυγο καταβάλλεται για τον ένα από τους άλλους εξαρτωμένους, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις∙ (γ) Σε περίπτωση που εφαρμόζεται η επιφύλαξη του εδαφίου (4) του άρθρου 62 καταβάλλεται αύξηση 10% για κάθε εξαρτώμενο μέχρι δύο.</p>\n<p class=\"lf-p\">50% της εβδομαδιαίας αξίας του αριθμού των ασφαλιστικών μονάδων που έχει σε πίστη του ο ασφαλισμένος στη συμπληρωματική ασφάλισή του κατά το σχετικό έτος εισφορών, σε καμιά, όμως, περίπτωση το επίδομα δεν μπορεί να υπερβαίνει το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.</p>\n<p class=\"lf-p\">Μέρος ΙΙΙ – ΕΠΙΔΟΜΑ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ Εβδομαδιαίο ύψος επιδόματος Βασικό Συμπληρωματικό 72% της εβδομαδιαίας αξίας της ασφαλιστικής μονάδας (ή του κλάσματός της) που έχει σε πίστη της ο/η ασφαλισμένος/η στη βασική ασφάλισή της κατά το σχετικό έτος εισφορών, αυξανόμενο σε 80%, 90% ή 100%, όταν η δικαιούχος έχει ένα, δύο ή τρεις εξαρτωμένους, αντίστοιχα.</p>\n<p class=\"lf-p\">72% της εβδομαδιαίας αξίας του αριθμού των ασφαλιστικών μονάδων που έχει σε πίστη της ο/η ασφαλισμένος/η στη συμπληρωματική της ασφάλιση κατά το σχετικό έτος εισφορών.</p>\n<h3 class=\"lf-part\">Μέρος IV – ΘΕΣΜΟΘΕΤΗΜΕΝΕΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ, ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΧΗΡΕΙΑΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Εβδομαδιαίο ύψος σύνταξης Βασικό Συμπληρωματικό (α) 60% της εβδομαδιαίας αξίας του ετήσιου μέσου όρου ασφαλιστικών μονάδων που έχει σε πίστη του ο ασφαλισμένος στη βασική του ασφάλιση κατά την περίοδο αναφοράς, αυξανόμενο στο 80%, 90% ή 100% όταν ο δικαιούχος έχει ένα, δύο ή τρεις εξαρτωμένους αντίστοιχα. Σε περίπτωση ασφαλισμένου προσώπου που δεν δικαιούται αύξηση θεσμοθετημένης σύνταξης ή ανικανότητας για τον ή την σύζυγο ανάλογα με την περίπτωση, καταβάλλεται αύξηση του 10% για κάθε εξαρτώμενο μέχρι δύο. (β) Σε περίπτωση που ο αποβιώσας ή η αποβιώσασα λάμβανε θεσμοθετημένη σύνταξη με βάση του άρθρου 35Α, τότε το βασικό ύψος της σύνταξης χηρείας θα είναι ίσο με το βασικό ύψος της θεσμοθετημένης σύνταξης του αποβιώσαντος ή της αποβιώσασας χωρίς την αύξηση των εξαρτωμένων. Το ύψος αυτό αυξάνεται κατά 20%, 10% ή 10% όταν ο δικαιούχος έχει ένα, δύο ή τρεις εξαρτωμένους, αντίστοιχα. (α) Θεσμοθετημένες Συντάξεις και ανικανότητας:</p>\n<p class=\"lf-p\">1,5% της εβδομαδιαίας αξίας του ολικού αριθμού ασφαλιστικών μονάδων της συμπληρωματικής ασφάλισης του ασφαλισμένου. (β) Σύνταξη Χηρείας: (i) εάν ο αποβιώσας ήταν δικαιούχος θεσμοθετημένης σύνταξης ή λάμβανε τέτοια σύνταξη ή ήταν δικαιούχος σύνταξης ανικανότητας, 60% της συμπληρωματικής σύνταξης που του καταβαλλόταν ή θα του καταβαλλόταν και (ii) σ΄ οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, 60% της σύνταξης ανικανότητας που θα καταβαλλόταν στον αποβιώσαντα εάν ικανοποιούσε τις προϋποθέσεις για τέτοια σύνταξη την ημέρα του θανάτου του, εκτός από τις προϋποθέσεις (γ) και (δ) της παραγράφου 4 του Τρίτου Πίνακα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">1.</span>Σε περίπτωση σύνταξης ανικανότητας ή χηρείας, η οποία χορηγείται για ανικανότητα ή θάνατο, ανάλογα με την περίπτωση, που οφείλεται σ’ ατύχημα, το εβδομαδιαίο ύψος της βασικής σύνταξης υπολογίζεται με βάση τη βασική ασφάλιση του ασφαλισμένου κατά το σχετικό έτος εισφορών, σε σχέση είτε με την ημερομηνία ατυχήματος είτε με τον ουσιώδη χρόνο για τη σύνταξη ανικανότητας ή χηρείας, ανάλογα με την περίπτωση, εάν αυτό είναι ευεργετικότερο για το δικαιούχο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Εάν ο ασφαλισμένος λάμβανε σύνταξη ανικανότητας αμέσως πριν από τη συμπλήρωση της ηλικίας των εξήντα τριών (63) ετών για ολική απώλεια της προς το κερδίζειν ικανότητας, το ύψος της θεσμοθετημένης σύνταξης είναι ίσο με το ύψος της σύνταξης ανικανότητας που λάμβανε.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Εάν ο ασφαλισμένος λάμβανε σύνταξη ανικανότητας για απώλεια της προς το κερδίζειν ικανότητας που δεν ήταν ολική ή σύνταξη αναπηρίας με βάση τις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 50, το ύψος της θεσμοθετημένης σύνταξης είναι ίσο με το ύψος της σύνταξης ανικανότητας που θα λάμβανε, εάν η απώλεια της προς το κερδίζειν ικανότητάς του ήταν ολική.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>Τηρουμένων των αναλογιών, οι διατάξεις των παραγράφων (2) και (3) εφαρμόζονται και στην περίπτωση σύνταξης χηρείας, εάν ο ασφαλισμένος λάμβανε, αμέσως πριν το θάνατό του σύνταξη ανικανότητας ή σύνταξη αναπηρίας με βάση τις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 50.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">5.</span>Όταν το εβδομαδιαίο ύψος παροχής, όπως υπολογίστηκε δυνάμει του παρόντος Μέρους, είναι κατώτερο του 85% του ύψους της βασικής παροχής που θα καταβαλλόταν στο δικαιούχο για ετήσιο μέσο όρο βασικής ασφάλισης ίσο με μια ασφαλιστική μονάδα, το ύψος της βασικής παροχής αυξάνεται έτσι ώστε η ολική παροχή να μην είναι κατώτερη του 85%.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">6.</span>Σε περίπτωση θανάτου δικαιούχου θεσμοθετημένης σύνταξης η αύξηση της θεσμοθετημένης σύνταξης που θα δικαιούταν ο θανών δυνάμει του άρθρου 37 προστίθεται στη σύνταξη χηρείας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">7.</span>Όταν η απώλεια της προς το κερδίζειν ικανότητας δεν είναι ολική, το ύψος της σύνταξης ανικανότητας είναι : (α) Για απώλεια κάτω του 66 2/3%, ίσο με 60% του ύψους της σύνταξης ανικανότητας, όπως αυτό υπολογίζεται σύμφωνα με το Μέρος αυτό. (β) Για απώλεια από 66 2/3% μέχρι 75%, ίσο με 75% του εν λόγω ύψους. (γ) Για απώλεια μεγαλύτερη από 75% αλλά μικρότερη από 100%, ίσο με 85% του εν λόγω ύψους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">8.</span>Όταν πρόσωπο δικαιούται συγχρόνως σύνταξη χηρείας και θεσμοθετημένη σύνταξη ή σύνταξη ανικανότητας, το ολικό ύψος των συμπληρωματικών συντάξεων δεν μπορεί να υπερβαίνει το ύψος της συμπληρωματικής θεσμοθετημένης σύνταξης που θα δικαιούταν το εν λόγω πρόσωπο, εάν ο αριθμός των ασφαλιστικών μονάδων στη συμπληρωματική ασφάλισή του ήταν στο ανώτατο όριο για την περίοδο από την έναρξη της ασφάλισής του/της συζύγου του ή του ίδιου του προσώπου, οποιαδήποτε είναι η προγενέστερη, μέχρι τη συμπλήρωση της συντάξιμης ηλικίας του.</div>\n<h3 class=\"lf-part\">Μέρος IV(1) – ΕΠΙΔΟΜΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΑΔΕΙΑΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Εβδομαδιαίο ύψος επιδόματος Βασικό Συμπληρωματικό 72% της εβδομαδιαίας αξίας της ασφαλιστικής μονάδας (ή του κλάσματός της) που έχει σε πίστη του/της ο/η ασφαλισμένος/η στη βασική ασφάλισή του/της κατά το σχετικό έτος εισφορών.</p>\n<p class=\"lf-p\">60% της εβδομαδιαίας αξίας του αριθμού των ασφαλιστικών μονάδων που έχει σε πίστη του/της ο/η ασφαλισμένος/η στη συμπληρωματική του/της ασφάλιση κατά το σχετικό έτος εισφορών.</p>\n<h3 class=\"lf-part\">Μέρος V – ΕΦΑΠΑΞ ΠΟΣΑ ΓΗΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΧΗΡΕΙΑΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">΄Υψος εφάπαξ ποσού Βασικό ποσό Συμπληρωματικό ποσό 15% της αξίας του συνόλου των ασφαλιστικών μονάδων πραγματικής βασικής ασφάλισης και των ασφαλιστικών μονάδων εξομοιούμενης βασικής ασφάλισης, που έχει σε πίστη του ο ασφαλισμένος, δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 17. (α) Εφάπαξ ποσό Γήρατος:</p>\n<p class=\"lf-p\">15% της αξίας του συνόλου των ασφαλιστικών μονάδων πραγματικής συμπληρωματικής ασφάλισης και των ασφαλιστικών μονάδων εξομοιούμενης συμπληρωματικής ασφάλισης, που έχει σε πίστη του ο ασφαλισμένος, δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 17. (β) Εφάπαξ ποσό Χηρείας:</p>\n<p class=\"lf-p\">9% της αξίας του συνόλου των ασφαλιστικών μονάδων πραγματικής συμπληρωματικής ασφάλισης και των ασφαλιστικών μονάδων εξομοιούμενης συμπληρωματικής ασφάλισης, που είχε σε πίστη του ο αποβιώσας σύζυγος, δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 17.</p>\n<p class=\"lf-p\">Μέρος VΙ – ΕΠΙΔΟΜΑ ΟΡΦΑΝΙΑΣ (α)Εβδομαδιαίο ύψος επιδόματος δυνάμει των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 43:</p>\n<p class=\"lf-p\">Βασικό Συμπληρωματικό 40% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.</p>\n<p class=\"lf-p\">50% της συμπληρωματικής σύνταξης χηρείας που καταβαλλόταν ή θα καταβαλλόταν για το θάνατο του γονέα του ορφανού.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σε περίπτωση που το επίδομα χορηγείται αναφορικά με περισσότερα από δύο ορφανά, το ύψος του μειώνεται, ανάλογα, ώστε το ολικό ποσό του επιδόματος για όλα τα ορφανά να μην υπερβαίνει το ύψος της συμπληρωματικής σύνταξης χηρείας.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σε περίπτωση που και οι δύο γονείς ήταν ασφαλισμένοι, το εβδομαδιαίο ύψος του συμπληρωματικού επιδόματος υπολογίζεται με βάση μόνο την ασφάλιση του γονέα που είναι ευεργετικότερη για τον ανήλικο. (β)Εβδομαδιαίο ύψος επιδόματος δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 43:</p>\n<p class=\"lf-p\">20% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών για κάθε ανήλικο.</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ VII - ΥΨΟΣ ΠΑΡΟΧΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΑΠΟ ΤΗΝ 7Η</h3>\n<p class=\"lf-p\">ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2013 ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΗΝ 1Η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2017 Σε περίπτωση προσώπου του οποίου ο ουσιώδης χρόνος εμπίπτει στην περίοδο από την 7η Ιανουαρίου 2013 μέχρι και την 1η Ιανουαρίου 2017, το εβδομαδιαίο και ετήσιο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών για σκοπούς υπολογισμού των παροχών του Μέρους IV, Μέρους V και Μέρους VI καθορίζονται σε εκατόν εβδομήντα δύο ευρώ και ενενήντα οκτώ σεντ (€172.98) και οκτώ χιλιάδες εννιακόσια ενενήντα πέντε ευρώ (€8.995), αντίστοιχα.</p>\n<h3 class=\"lf-part\">Μέρος VIII - ΥΨΟΣ ΠΑΡΟΧΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΑΠΟ ΤΗΝ 2Α ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2023 ΜΕΧΡΙ</h3>\n<p class=\"lf-p\">ΚΑΙ ΤΗΝ 31Η ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2023 Σε περίπτωση προσώπου του οποίου ο ουσιώδης χρόνος εμπίπτει στην περίοδο από τη 2α Ιανουαρίου 2023 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2023, το ύψος των παροχών των Μερών IV έως VI αυξάνεται κατά 0,8 %.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΠΕΜΠΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΜΠΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-46\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 46</span><span class=\"lf-art-t\">ΠΑΡΟΧΕΣ ΛΟΓΩ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΒΛΑΒΩΝ</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Μέρος Ι - ΕΠΙΔΟΜΑ ΣΩΜΑΤΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ Εβδομαδιαίο ύψος επιδόματος Βασικό Συμπληρωματικό 60% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών κατά το σχετικό έτος εισφορών, πλέον: (α) 20% για εξαρτώμενο/η σύζυγο και 10% για κάθε άλλο εξαρτώμενο μέχρι δύο∙ (β) Σε περίπτωση που δεν καταβάλλεται αύξηση επιδόματος για σύζυγο για λόγους άλλους από εκείνους που αναφέρονται στην επιφύλαξη του εδαφίου (4) του άρθρου 62, το ποσό της αύξησης που θα καταβαλλόταν για το/τη σύζυγο καταβάλλεται για τον ένα από τους άλλους εξαρτωμένους, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις∙ (γ) Σε περίπτωση που εφαρμόζεται η επιφύλαξη του εδαφίου (4) του άρθρου 62 καταβάλλεται αύξηση 10% για κάθε εξαρτώμενο μέχρι δύο.</p>\n<p class=\"lf-p\">50% της εβδομαδιαίας αξίας του αριθμού των ασφαλιστικών μονάδων της συμπληρωματικής ασφάλισης του ασφαλισμένου κατά το σχετικό έτος εισφορών σε σχέση με την ημερομηνία του ατυχήματος, σε καμιά όμως περίπτωση το επίδομα δεν μπορεί να υπερβαίνει το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σε περίπτωση που ο δικαιούχος θα δικαιούταν συγχρόνως και επίδομα ασθενείας, το εβδομαδιαίο ύψος του επιδόματος σωματικής βλάβης δεν μπορεί να είναι χαμηλότερο του εβδομαδιαίου ύψους του επιδόματος ασθενείας.</p>\n<p class=\"lf-p\">Μέρος ΙΙ - ΠΑΡΟΧΕΣ ΛΟΓΩ ΘΑΝΑΤΟΥ Είδος Παροχής Εβδομαδιαίο ύψος Βασικό Συμπληρωματικό (α) Σύνταξη Χηρείας 60% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών αυξανόμενο στο 80%, 90% ή 100% για δικαιούχο με ένα, δύο ή τρεις εξαρτωμένους, αντίστοιχα.</p>\n<p class=\"lf-p\">60% του ύψους της συμπληρωματικής σύνταξης αναπηρίας βαθμού 100%, όπως αυτό υπολογίζεται σύμφωνα με το Μέρος IV. (β) Σύνταξη γονέα 40% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.</p>\n<p class=\"lf-p\">30% του ύψους της συμπληρωματικής σύνταξης αναπηρίας βαθμού 100%, όπως αυτό υπολογίζεται σύμφωνα με το Μέρος IV. (γ) Επίδομα ορφανίας στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται το εδάφιο</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(1)</span>(α) και (β) του άρθρου 43 40% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.</div>\n<p class=\"lf-p\">50% του ύψους της συμπληρωματικής σύνταξης χηρείας που καταβαλλόταν ή θα καταβαλλόταν για το θάνατο του γονέα του ορφανού. Σε περίπτωση που το επίδομα χορηγείται αναφορικά με περισσότερα από δύο ορφανά, το ύψος του μειώνεται ανάλογα ώστε το ολικό ποσό του επιδόματος για όλα τα ορφανά να μην υπερβαίνει το ύψος της συμπληρωματικής σύνταξης χηρείας. (δ) Επίδομα ορφανίας στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται το εδάφιο (1)(γ) του άρθρου 43.</p>\n<p class=\"lf-p\">20% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών για κάθε ανήλικο.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σε περίπτωση που και οι δύο γονείς ήταν ασφαλισμένοι, το εβδομαδιαίο ύψος του συμπληρωματικού επιδόματος υπολογίζεται με βάση μόνο την ασφάλιση του γονέα που είναι ευεργετικότερη για τον ανήλικο.</p>\n<h3 class=\"lf-part\">Μέρος III - ΒΟΗΘΗΜΑ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Το ποσό του βοηθήματος αναπηρίας είναι ίσο με το επταπλάσιο του ετήσιου ποσού της βασικής σύνταξης αναπηρίας βαθμού 100%, χωρίς αυξήσεις για εξαρτωμένους, επί το ποσοστό αναπηρίας:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, το ποσό του βοηθήματος για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα υπολογισμού μικρότερο των επτά (7) ετών μειώνεται κατά το λόγο του μικρότερου αυτού διαστήματος προς το διάστημα επτά (7) ετών.</p>\n<h3 class=\"lf-part\">Μέρος IV - ΣΥΝΤΑΞΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Εβδομαδιαίο ύψος για βαθμό αναπηρίας 100% Βασικό Συμπληρωματικό 60% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, αυξανόμενο στο 80%, 90% ή 100% για δικαιούχο με ένα, δύο ή τρεις εξαρτωμένους, αντίστοιχα. Σε περίπτωση ασφαλισμένου προσώπου που δεν δικαιούται αύξηση σύνταξης αναπηρίας για το ή τη σύζυγο, ανάλογα με την περίπτωση καταβάλλεται αύξηση 10 % για κάθε εξαρτώμενο μέχρι δύο.</p>\n<p class=\"lf-p\">60% της εβδομαδιαίας αξίας του ετήσιου μέσου όρου των ασφαλιστικών μονάδων συμπληρωματικής ασφάλισης του ασφαλισμένου κατά την περίοδο από την έναρξη του δεύτερου συμπληρωμένου έτους εισφορών πριν από την ημέρα του σχετικού ατυχήματος μέχρι την τελευταία εβδομάδα πριν από εκείνη του ατυχήματος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(1)</span>Για βαθμό αναπηρίας κάτω του 100% το εβδομαδιαίο ύψος της σύνταξης υπολογίζεται ανάλογα με το βαθμό αναπηρίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Όταν πρόσωπο δικαιούται συγχρόνως σύνταξη χηρείας και σύνταξη αναπηρίας, το ολικό ύψος των συμπληρωματικών συντάξεων δεν μπορεί να υπερβαίνει το ύψος της συμπληρωματικής θεσμοθετημένης σύνταξης που το εν λόγω πρόσωπο θα δικαιούταν, εάν ο αριθμός των ασφαλιστικών μονάδων στη συμπληρωματική ασφάλισή του ήταν στο ανώτατο όριο για την περίοδο από την έναρξη της ασφάλισής του/της συζύγου του ή του ίδιου του προσώπου, οποιαδήποτε είναι προγενέστερη, μέχρι τη συμπλήρωση της συντάξιμης ηλικίας του/της.</div>\n<h3 class=\"lf-part\">Μέρος V - ΥΨΟΣ ΠΑΡΟΧΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΑΠΟ ΤΗΝ 7Η</h3>\n<p class=\"lf-p\">ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2013 ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΗΝ 1Η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2017 Σε περίπτωση προσώπου του οποίου ο ουσιώδης χρόνος εμπίπτει στην περίοδο από την 7η Ιανουαρίου 2013 μέχρι και την 1η Ιανουαρίου 2017, το εβδομαδιαίο και ετήσιο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών για σκοπούς υπολογισμού των παροχών του Μέρους II, Μέρους III και Μέρους IV καθορίζονται σε εκατόν εβδομήντα δύο ευρώ και ενενήντα οκτώ σεντ (€172.98) και οκτώ χιλιάδες εννιακόσια ενενήντα πέντε ευρώ (€8.995), αντίστοιχα.</p>\n<p class=\"lf-p\">Μέρος VΙ - ΥΨΟΣ ΠΑΡΟΧΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΑΠΟ ΤΗΝ 2Α ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2023 ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΗΝ 31Η ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2023 Σε περίπτωση προσώπου του οποίου ο ουσιώδης χρόνος εμπίπτει στην περίοδο από τη 2α Ιανουαρίου 2023 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2023, το ύψος των παροχών των Μερών II και IV αυξάνεται κατά 0,8%.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΕΚΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΚΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-49\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 49</span><span class=\"lf-art-t\">ΒΑΘΜΟΙ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Αύξων Αρ.</p>\n<p class=\"lf-p\">Περιγραφή σωματικής βλάβης Βαθμός Αναπηρίας % 1 Απώλεια δύο άκρων 100 2 Απώλεια και των δύο χεριών ή όλων των δακτύλων 100 3 Ολική απώλεια της όρασης 100 4 Ολική παράλυση 100 5 Κακώσεις που έχουν ως αποτέλεσμα μόνιμη ακινησία 100 6 Απώλεια και του μόνου οφθαλμού μονόφθαλμου προσώπου 100 7 Απώλεια από μονόχειρα του μόνου άνω άκρου που του απέμεινε 100 8 Απώλεια από μονόποδα του μόνου κάτω άκρου που του απέμεινε 100 9 Απώλεια του άκρου ενός χεριού και άκρου ενός ποδιού 100 10 Κάθε άλλη κάκωση που επιφέρει ολική μόνιμη ανικανότητα 100 11 Πολύ σοβαρή παραμόρφωση προσώπου 100 12 Πλήρης κώφωση 100 Ακρωτηριασμοί άνω άκρων 13 Ακρωτηριασμός από την άρθρωση του ώμου 80 14 Ακρωτηριασμός του βραχίονα μεταξύ αγκώνα και ώμου 70 15 Απώλεια του πήχη από τον αγκώνα 70 16 Απώλεια του πήχη μεταξύ καρπού και αγκώνα 70 17 Απώλεια του χεριού από τον καρπό 60 18 Απώλεια όλων των δακτύλων του ενός χεριού 60 19 Απώλεια τεσσάρων δακτύλων ενός χεριού, εκτός από τον αντίχειρα 40 20 Απώλεια και των δύο φαλάγγων του αντίχειρα 30 21 Απώλεια μιας φάλαγγας του αντίχειρα 20 22 Απώλεια και των τριών φαλάγγων του δείκτη 14 23 Απώλεια δυο φαλάγγων του δείκτη 11 24 Απώλεια μιας φάλαγγας του δείκτη 9 25 Απώλεια τριών φαλάγγων του μέσου δακτύλου 12 26 Απώλεια δύο φαλάγγων του μέσου δακτύλου 9 27 Απώλεια μιας φάλαγγας του μέσου δακτύλου 7 28 Απώλεια τριών φαλάγγων του παράμεσου ή μικρού δακτύλου 7 29 Απώλεια δύο φαλάγγων του παράμεσου ή μικρού δακτύλου 6 30 Απώλεια μιας φάλαγγας του παράμεσου ή μικρού δακτύλου 5 31 Απώλεια μετακαρπίων οστών - 1ο ή 2ο ή και των δύο 5 32 Απώλεια μετακαρπίων οστών - 3ο, 4ο ή 5ο ή όλων μαζί 4 Ακρωτηριασμοί κάτω άκρων 33 Αμφοτερόπλευρος ακρωτηριασμός από το μηρό ή από το μηρό στο ένα πλευρό και απώλεια του άλλου ποδιού ή αμφοτερόπλευρος ακρωτηριασμός κάτω από το γόνατο 100 34 Αμφοτερόπλευρος ακρωτηριασμός από την κνήμη χαμηλότερα από πέντε ίντσες από το γόνατο 100 35 Ακρωτηριασμός της μιας κνήμης χαμηλότερα από πέντε (5) ίντσες από το γόνατο και απώλεια του άλλου ποδιού 100 36 Ακρωτηριασμός και των δύο άκρων των ποδιών που έχει ως αποτέλεσμα κολόβωμα 90 37 Ακρωτηριασμός διαμέσου και των δύο ποδιών πίσω από τη μεταταρσοφαλαγγική άρθρωση 80 38 Απώλεια όλων των δακτύλων και των δύο ποδιών από τη μεταταρσοφαλαγγική άρθρωση 40 39 Απώλεια όλων των δακτύλων και των δύο ποδιών πίσω από την οπίσθια μεσοφαλαγγική άρθρωση 30 40 Απώλεια όλων των δακτύλων και των δύο ποδιών μπροστά από την οπίσθια μεσοφαλαγγική άρθρωση 20 41 Ακρωτηριασμός από την κατ’ ισχίον άρθρωση 90 42 Ακρωτηριασμός κάτω από την κατ’ ισχίον άρθρωση με κολόβωμα που δεν υπερβαίνει τις πέντε ίντσες σε μήκος που μετράται από την κορυφή του μείζονος τροχαντήρα</p>\n<p class=\"lf-p\">80 43 Ακρωτηριασμός κάτω από την κατ’ ισχίον άρθρωση με κολόβωμα που υπερβαίνει τις πέντε ίντσες σε μήκος το οποίο μετράται από την κορυφή του μείζονος τροχαντήρα, αλλά που δεν υπερβαίνει το μέσο του μηρού 70 44 Ακρωτηριασμός κάτω από το μέσο του μηρού και μέχρι 3,5 ίντσες από το γόνατο 60 45 Ακρωτηριασμός κάτω από το γόνατο με κολόβωμα που υπερβαίνει τις 3,5 ίντσες, αλλά που δεν υπερβαίνει τις πέντε (5) ίντσες 50 46 Ακρωτηριασμός κάτω από το γόνατο με κολόβωμα που υπερβαίνει τις πέντε ίντσες 40 47 Ακρωτηριασμός ενός ποδιού που έχει ως αποτέλεσμα κολόβωμα 40 48 Ακρωτηριασμός από το ένα πόδι πίσω από τη μεταταρσοφαλαγγική άρθρωση 40 49 Απώλεια όλων των δακτύλων του ενός ποδιού πίσω από τη μεσοδακτύλιο άρθρωση, περιλαμβανομένου και ακρωτηριασμού από τη μεταταρσοφαλαγγική άρθρωση 20 50 Απώλεια των δύο φαλάγγων του μεγάλου δακτύλου του ποδιού 10 51 Απώλεια μιας φάλαγγας του μεγάλου δακτύλου του ποδιού 5 52 Μερική απώλεια του μεγάλου δακτύλου του ποδιού με μερική απώλεια οστού 3 53 Απώλεια οποιουδήποτε δακτύλου του ποδιού, εκτός από το μεγάλο 3 54 Απώλεια μέρους δακτύλων των ποδιών, εκτός από το μεγάλο, με μερική απώλεια οστού 1 Άλλες ειδικές σωματικές βλάβες 55 Απώλεια ενός οφθαλμού χωρίς επιπλοκές, με φυσιολογικό τον άλλο οφθαλμό 40 56 Απώλεια της όρασης του ενός οφθαλμού χωρίς επιπλοκές ή παραμόρφωση του οφθαλμικού βολβού, με φυσιολογικό τον άλλο οφθαλμό 30 57 Απώλεια της ακοής του ενός ωτός 20 Ολική μετατραυματική αγκύλωση των άκρων και αρθρώσεων Ολική αγκύλωση - 58 Της σπονδυλικής στήλης 30 59 Του ώμου 40 60 Του αγκώνα 30 61 Του καρπού 30 62 Της άνω και κάτω κερκιδωλενικής 30 63 Του αντίχειρα (πρώτη μετακαρποφαλαγγική) 30 64 Μιας άρθρωσης οποιουδήποτε δακτύλου (εκτός από τον αντίχειρα) 3 65 Και των τριών αρθρώσεων ενός δακτύλου του χεριού εκτός από τον αντίχειρα 10 66 Των αρθρώσεων όλων των δακτύλων του χεριού, εκτός από τον αντίχειρα 30 67 Των αρθρώσεων όλων των δακτύλων του χεριού περιλαμβανομένου του αντίχειρα 40 68 Της κατ’ ισχίον άρθρωσης 40 69 Του γόνατος 19 70 Της ποδοκνημικής άρθρωσης 19 71 Της υπαστραγαλικής ομάδας αρθρώσεων (subtailar) 19 72 Του μεγάλου δακτύλου του ποδιού (πρώτη μεταταρσοφαλαγγική) 19 73 Των αρθρώσεων ενός δακτύλου του ποδιού 10 Μετατραυματική παράλυση άκρων ή μερών του σώματος Ολική παράλυση - 74 Λόγω κάκωσης του νωτιαίου μυελού 100 75 Του βραχιονίου πλέγματος 70 76 Του κερκιδικού νεύρου 50 77 Του μέσου νεύρου 40 78 Του ωλενίου νεύρου 40 79 Του ισχιακού νεύρου 70 80 Του έσω ιγνυακού 40 81 Του έξω ιγνυακού 30 Ειδικές Διατάξεις (α) Σε περίπτωση δεξιόχειρα ο βαθμός αναπηρίας για βλάβη του δεξιού βραχίονα ή του δεξιού χεριού και σε περίπτωση αριστερόχειρα, για βλάβη του αριστερού βραχίονα ή του αριστερού χεριού, αυξάνεται κατά 10% του αντίστοιχου βαθμού αναπηρίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">(β) Σε περίπτωση μετατραυματικής βράχυνσης κάτω άκρου, ο αντίστοιχος βαθμός αναπηρίας αυξάνεται κατά 10%. (γ) Ο βαθμός αναπηρίας για μερική μετατραυματική αγκύλωση ή παράλυση υπολογίζεται ανάλογα, λαμβανομένου υπόψη του βαθμού αναπηρίας για την αντίστοιχη ολική αγκύλωση ή παράλυση. (δ) Ο βαθμός αναπηρίας για περιπτώσεις που δεν ορίζονται στον Πίνακα αυτό, υπολογίζεται με βάση τις γενικές αρχές που αναφέρονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 49, λαμβανομένων υπόψη περιπτώσεων ίσου ή παρόμοιου αποτελέσματος που ορίζονται στον Πίνακα αυτό. (ε) Όταν ο βαθμός αναπηρίας δεν είναι ακέραιο ποσοστό, στρογγυλεύεται στο πλησιέστερο ακέραιο ποσοστό.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΕΒΔΟΜΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ Πατήστε εδώ για τον ΕΒΔΟΜΟ ΠΙΝΑΚΑ.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 3 του Ν.126(Ι)/2010Έναρξη ισχύος του Ν.126(I)/2010</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(1)</span>Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), η ισχύς των διατάξεων του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.126(I)/2010] θεωρείται ότι άρχισε από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι διατάξεις του άρθρου 36 του βασικού νόμου, όπως αυτές τροποποιούνται με τον παρόντα Νόμο [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.126(I)/2010], θεωρείται ότι τυγχάνουν εφαρμογής από την 1η Ιανουαρίου 2010 αναφορικά με μεταλλωρύχους ασφαλισμένους ή δικαιούχους που εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 97 του βασικού νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 3(2) του Ν.126(I)/2010Έναρξη ισχύος του Ν.126(I)/2010 Οι διατάξεις του άρθρου 36 του βασικού νόμου, όπως αυτές τροποποιούνται με τον παρόντα Νόμο [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.126(I)/2010], θεωρείται ότι τυγχάνουν εφαρμογής από την 1η Ιανουαρίου 2010 αναφορικά με μεταλλωρύχους ασφαλισμένους ή δικαιούχους που εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 97 του βασικού νόμου.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 2 του Ν.170(Ι)/2012Μεταφορά ποσού στο Λογαριασμό Παροχών Ανεργίας Από το Λογαριασμό Συμπληρωματικών Συντάξεων του Ταμείου μεταφέρεται ποσό πενήντα εκατομμυρίων ευρώ (€50.000.000) στο Λογαριασμό Παροχών Ανεργίας, για την κάλυψη ελλείμματος που παρουσιάζει ο Λογαριασμός Παροχών Ανεργίας για το 2012.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 15 του Ν.193(Ι)/2012Έναρξη της Ισχύος του Ν.193(Ι)/2012 Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν.193(Ι)/2012] τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2013.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 3 του Ν. 1(Ι)/2017Έναρξη της ισχύος του Ν. 1(Ι)/2017 Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 1(Ι)/2017] λογίζεται ότι άρχισε από την 1η Ιανουαρίου 2017.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 6 του Ν. 52(Ι)/2017Μεταβατικές διατάξεις Εάν, πριν την παρέλευση τριών (3) μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, οποιοσδήποτε εργοδότης ή αυτοτελώς εργαζόμενος- (α) Προβεί, με δική του πρωτοβουλία, στην οφειλόμενη από αυτό δήλωση, και (β) καταβάλει τις τυχόν σχετικές ληξιπρόθεσμες εισφορές, απαλλάσσεται από την καταβολή του δυνάμει των άρθρων 85Α και 85Δ προβλεπόμενου διοικητικού προστίμου και του δυνάμει του Κανονισμού 21 των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Εισφορές) Κανονισμών ανάλογου πρόσθετου τέλους:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι η εν λόγω απαλλαγή δεν εφαρμόζεται, όταν η παράβαση για την οποία επιβάλλεται το πρόστιμο αφορά παράνομα απασχολούμενο πρόσωπο.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 17 του Ν. 115(Ι)/2017Έναρξη της ισχύος του Ν. 115(Ι)/2017 Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 115(Ι)/2017], αρχίζει από την 1η Αυγούστου 2017.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 3 του Ν. 125(Ι)/2022Λήξη της ισχύος του Ν. 215(Ι)/2022 Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 215(Ι)/2022] λήγει την 31η Δεκεμβρίου 2023.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 5 του Ν. 22(Ι)/2023Έναρξη της Ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 22(Ι)/2023] 5.-(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 22(Ι)/2023] τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η ισχύς των άρθρων 3 και 4 λογίζεται ότι άρχισε τη 2α Ιανουαρίου 2023.</div>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 3 του Ν. 35(Ι)/2023Έναρξη της ισχύος του Ν. 35(Ι)/2023 Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ: δηλαδή του Ν. 35(Ι)/2023] λογίζεται ότι άρχισε τη 16η Δεκεμβρίου 2022.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 7 του Ν. 157(Ι)/2024Έναρξη της ισχύος του Ν. 157(Ι)/2024 7.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 157(Ι)/2024] τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η ισχύς των διατάξεων των παραγράφων (α) και (ε) του άρθρου 4 του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 157(Ι)/2024], αρχίζει την 31η Μαρτίου 2025.</div>\n<p class=\"lf-p\">Εκτύπωση Cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii και τη ConvertPLC για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο</p></div>", "next": 0}