{"html": "<div class=\"lf-doc\"><p class=\"lf-p\">Νοείται ότι οσάκις πρόσωπον τι απαιτή, επίδομα σωματικής βλάβης αναφορικώς προς νόσον ή βλάβην δι’ ην έλαβε προηγουμένως τοιούτον επίδομα ή παροχάς λόγω αναπηρίας, η προγενεστέρα αυτού απαίτησις αναφορικώς προς την νόσον ή βλάβην ταύτην ουδόλως λαμβάνεται υπ’ όψιν, εάν είναι ανίκανος προς εργασίαν και η ανικανότης αυτού οφείλεται κατά κύριον λόγον εις το γεγονός ότι εξετέθη περαιτέρω εις τον κίνδυνον της τοιαύτης νόσου ή βλάβης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Άνευ επηρεασμού της γενικότητος του εδαφίου (1), κανονισμοί εκδιδόμενοι δυνάμει τούτου δύνανται ωσαύτως να προβλέψωσιν ότι διά να θεωρηθή νόσος τις ή βλάβη ως οφειλομένη εις την φύσιν της εργασίας δέον να πληρώνται ωρισμέναι προϋποθέσεις, περιλαμβανομένων της διαρκείας της απασχολήσεως εις οιανδήποτε συγκεκριμένην εργασίαν, του διαρρεύσαντος χρονικού διαστήματος μεταξύ προσβολής εκ της νόσου ή βλάβης και της απασχολήσεως εν συγκεκριμένη εργασία ως και του συνεχούς ή μη της τοιαύτης απασχολήσεως.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Εν περιπτώσει προσβολής εκ πνευμονοκονιάσεως, σιλικώσεως, σιδηροσιλικώσεως, ασβεστώσεως ή οιασδήποτε των τοιούτων νόσων συνοδευομένης υπό φυματιώσεως:- (α) πρόσωπον τι δεν δικαιούται εις επίδομα σωματικής βλάβης δυνάμει του παρόντος Νόμου˙ (β) αναπηρία υπολογιζομένη δυνάμει του εδαφίου (4) του άρθρου 46 εις ποσοστόν ενός έως δεκαεννέα επί τοις εκατόν λογίζεται ως αναπηρία εις ποσοστόν είκοσι επί τοις εκατόν.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Διά τους σκοπούς απαιτήσεως προβαλλομένης δυνάμει του παρόντος Νόμου διά παροχάς λόγω πνευμονοκονιάσεως, σιλικώσεως, σιδηροσιλικώσεως, ασβεστώσεως ή οιασδήποτε των τοιούτων νόσων συνοδευομένης υπό φυματιώσεως, πρόσωπον τι, όπερ υπήρξεν εργάτης εν τη εννοία των περί Πνευμονοκονιάσεως (Αποζημιώσεως) Νόμων του 1960 και 1966 λογίζεται ως μισθωτός δυνάμει του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 Έκπτωσις εκ του δικαιώματος προς λήψιν επιδόματος σωματικής βλάβης και συντάξεως αναπηρίας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-54\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 54</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">54.</span>Πρόσωπον τι εκπίπτει του προς λήψιν επιδόματος σωματικής βλάβης ή συντάξεως αναπηρίας δικαιώματος διά περίοδον μη υπερβαίνουσαν τας εξ εβδομάδας εάν- (α) καίτοι κληθέν υπό του Διευθυντού όπως υποβάλη εαυτό εις ιατρικήν ή ετέραν εξέτασιν ή εις ιατρικήν νοσηλείαν άνευ ευλόγου τινός αιτίας ηρνήθη, ή παρέλειψε να παρουσιασθή ή να υποβάλη εαυτό εις τοιαύτην εξέτασιν ή νοσηλείαν˙ ή (β) παρέλειψεν άνευ ευλόγου αιτίας να ακολουθήση τας οδηγίας ιατρού ή Ιατρικού Συμβουλίου υπό του οποίου εξητάσθη˙ ή (γ) ειργάσθη καθ’ ημέραν δι’ ην προέβαλεν απαίτησιν επί επιδόματος σωματικής βλάβης˙ ή (δ) συμπεριεφέρθη κατά τρόπον όστις πιθανόν να προεκάλη καθυστέρησιν εις την ανάρρωσιν αυτού:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι εις την περίπτωσιν προσώπου τινός όπερ εκπίπτει εκ του προς λήψιν επιδόματος σωματικής βλάβης ή συντάξεως αναπηρίας δικαιώματος δυνάμει του παρόντος άρθρου, το ήμισυ του ύψους της παροχής το οποίον ελλείψει της τοιαύτης εκπτώσεως θα κατεβάλλετο προς αυτόν, καταβάλλεται εις τους εξαρτωμένους αυτού.</p>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 96/1989 Εφαρμογή επί προσώπων υπηρετούντων επί πλοίων και αεροσκαφών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-55\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 55</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">55.-(1) Αι διατάξεις του Μέρους IV εφαρμόζονται και επί των πλοιάρχων, μελών του πληρώματος και των μαθητευομένων εις ναυτικήν υπηρεσίαν προσώπων, των υπηρετούντων επί Κυπριακών πλοίων, ως και επί των κυβερνητών και μελών του πληρώματος αεροσκαφών, νοουμένου ότι τα πρόσωπα ταύτα είναι μισθωτά, επιφερομένων όμως των ακολούθων τροποποιήσεων:- (α) εκτός εις ην περίπτωσιν ο υποστάς σωματικήν βλάβην είναι πλοίαρχος ή κυβερνήτης, η γνωστοποίησις του ατυχήματος δύναται να γίνη εις τον πλοίαρχον ή τον κυβερνήτην, ως εάν ούτος ήτο εργοδότης ως και να υποβληθή προς αυτόν η αίτησις προς χορήγησιν παροχής, ουδεμία δε γνωστοποίησις απαιτείται οσάκις το ατύχημα επισυμβαίνη και η ανικανότης άρχεται επί του πλοίου ή επί του αεροσκάφους˙ (β) αι αφορώσαι εις τόπους απασχολήσεως και διευθυντάς διατάξεις του άρθρου 51 του παρόντος Νόμου, εφαρμόζονται επιφερομένων των αναγκαίων προσαρμογών και επί των πλοίων και αεροσκαφών και των πλοιάρχων ή κυβερνητών αυτών˙ (γ) εν περιπτώσει θανάτου του μισθωτού η αίτησις προς χορήγησιν παροχών λόγω θανάτου υποβάλλεται εντός τριών μηνών αφ’ ης ο αιτών έλαβε γνώσιν του θανάτου˙ (δ) οσάκις ο υποστάς σωματικήν βλάβην απολύεται ή καταλείπεται εις αλλοδαπήν χώραν, έγγραφοι καταθέσεις αφορώσαι εις τας περιστάσεις υφ’ ας προεκλήθη η σωματική βλάβη ως και την φύσιν αυτής, δύνανται να ληφθώσι παρά παντός Προξενικού Υπαλλήλου της Δημοκρατίας της Κύπρου ή Δικαστικού ή Ειρηνοδίκου της τοιαύτης αλλοδαπής χώρας, άμα δε ως ληφθώσιν αύται διαβιβάζονται υπό του προσώπου υφ’ ου ελήφθησαν εις τον Υπουργόν και αύται ή τα κεκυρωμένα γνήσια αντίγραφα αυτών, αποτελούσι μαρτυρίαν εις πάσαν διαδικασίαν σχετιζομένην προς την γενομένην αίτησιν.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται ωσαύτως επί παντός προσώπου υπηρετούντος επί των εν τω παρόντι άρθρω αναφερομένων πλοίων ή αεροσκαφών υπό ιδιότητα ετέραν ή των εν εδαφίω (1), εάν εργάζηται διά τας ανάγκας του πλοίου ή αεροσκάφους, ή των επ’ αυτού φερομένων επιβατών, φορτίου ή ταχυδρομείου και εφ’ όσον άλλως πρόκειται περί μισθωτού εν τη εννοία του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι εν τοις προηγουμένοις εδαφίοις μη άλλως καθοριζόμενοι όροι κέκτηνται, εκτός εάν άλλως προκύπτη εκ του κειμένου, και εφ’ όσον ούτοι αφορώσιν εις πρόσωπα υπηρετούνται επί πλοίου, την έννοιαν ην απέδωκαν αυτοίς οι περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Πλοίαρχοι και Ναυτικοί) Νόμοι του 1963 έως 1976.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ V ΓΕΝΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΠΑΡΟΧΩΝ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Δωρεάν ιατρική περίθαλψις εις ωρισμένας περιπτώσεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-56\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 56</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">56.-(1) Πρόσωπον τι δικαιούμενον επιδόματος σωματικής βλάβης ή παροχών λόγω αναπηρίας δικαιούται ωσαύτως δωρεάν της υπό της Κυβερνήσεως παρεχομένης ιατρικής περιθάλψεως, περιλαμβανομένης της εις Κυβερνητικά ιατρικά ιδρύματα τοιαύτης, εφ’ όσον αύτη είναι αναγκαία συνεπεία της σχετικής σωματικής βλάβης ην το πρόσωπον τούτο υπέστη:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι το δικαίωμα της δωρεάν ιατρικής περιθάλψεως δυνάμει του παρόντος άρθρου περιλαμβάνει ειδικήν ιατρικήν περίθαλψιν και γνωμοδότησιν εκτός των Κυβερνητικών ιατρικών ιδρυμάτων, εάν η τοιαύτη περίθαλψις ή γνωμοδότησις παρέχεται προς τους μισθωτούς εις μειωμένα τέλη, μη υπερβαίνοντα το ύψος των εις Κυβερνητικά ιατρικά ιδρύματα καταβαλλομένων υπό του Ταμείου τοιούτων τελών, δυνάμει σχεδίου ιατρικής περιθάλψεως του εργοδότου αυτών εγκεκριμένου υπό του Υπουργού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η εν τω εδαφίω (1) ιατρική περίθαλψις παρέχεται ωσαύτως δωρεάν εις παν πρόσωπον δικαιούμενον συντάξεως ανικανότητος ή το οποίον εδικαιούτο εις τοιαύτην σύνταξιν κατά την ημερομηνίαν συμπληρώσεως υπ’ αυτού της ηλικίας των εξήντα τριών ετών.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 98(I)/1992 Καταβολή δαπανών επαγγελματικής εκπαιδεύσεως ή αναπροσαρμογής εκ του Ταμείου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-57\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 57</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">57.</span>Αι δαπάναι συμμετοχής οιουδήποτε προσώπου εις μαθητείαν επαγγελματικής εκπαιδεύσεως ή αναπροσαρμογής δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου (3) του άρθρου 38 και της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 52 καταβάλλονται εκ του Ταμείου, ως ήθελεν εκάστοτε καθορισθή διά Κανονισμών.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 Πρόσωπα εν τη αλλοδαπή ή εκτίοντα ποινήν φυλακίσεως</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-58\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 58</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">58.-(1) Πρόσωπον τι εκπίπτει του δικαιώματος προς λήψιν επιδόματος ασθενείας, ανεργίας, μητρότητος ή σωματικής βλάβης, ή συντάξεως ανικανότητος διά παν χρονικόν διάστημα καθ’ ο εκτίει ποινήν φυλακίσεως ή τελεί υπό νόμιμον κράτησιν:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, εις περίπτωσιν προσώπου, όπερ εκπίπτει του δικαιώματος προς λήψιν συντάξεως ανικανότητος, το ήμισυ του ύψους της παροχής το οποίον, ελλείψει της τοιαύτης εκπτώσεως θα κατεβάλλετο προς αυτό, καταβάλλεται εις τους εξαρτωμένους αυτού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Πρόσωπον τι εκπίπτει του δικαιώματος προς λήψιν επιδόματος ασθενείας, ανεργίας, μητρότητος ή σωματικής βλάβης, διά παν χρονικόν διάστημα καθ’ ο απουσιάζει εκ Κύπρου:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι εν περιπτώσει προσώπου απουσιάσαντος εκ Κύπρου επί τω σκοπώ θεραπείας ένεκεν ανικανότητος αρξαμένης πριν ή απέλθη εκ Κύπρου, η καταβολή του επιδόματος ασθενείας ή σωματικής βλάβης διά το χρονικόν διάστημα της τοιαύτης απουσίας ενεργείται τη εγκρίσει του Διευθυντού μετά την εις Κύπρον επιστροφήν του απουσιάσαντος προσώπου· Νοείται περαιτέρω ότι στην περίπτωση προσώπου για το οποίο ισχύει η πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο 'Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας', όπως τροποποιείται ή αντικαθίσταται, το παρόν εδάφιο εφαρμόζεται για κάθε χρονική περίοδο κατά την οποία αυτό απουσιάζει από την Κύπρο ή από άλλο κράτος μέλος και βρίσκεται σε τρίτη χώρα:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται έτι περαιτέρω ότι στην περίπτωση που πρόσωπο που αναφέρεται στη δεύτερη επιφύλαξη απουσιάζει από την Κύπρο ή από άλλο κράτος μέλος και βρίσκεται σε τρίτη χώρα για σκοπούς θεραπείας λόγω ανικανότητας, η οποία άρχισε πριν την αναχώρησή του από την Κύπρο ή από άλλο κράτος μέλος, η καταβολή του επιδόματος ασθενείας ή σωματικής βλάβης για τη χρονική περίοδο της απουσίας του αυτής πραγματοποιείται με την έγκριση του Διευθυντή, μετά την επιστροφή του προσώπου αυτού στην Κύπρο ή σε άλλο κράτος μέλος.</p>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 132(I)/2002 Αύξηση παροχών για εξαρτώμενα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-59\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 59</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">59.—(1) Όταν πρόσωπο το οποίο δικαιούται σύνταξη γήρατος, σύνταξη ανικανότητας ή σύνταξη αναπηρίας— (α) Συζεί μετά της συζύγου του ή συντηρεί αυτή αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο ή ανέλαβε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο τη συντήρηση του συζύγου της ο οποίος είναι ανίκανος να συντηρεί τον εαυτό του· ή (β) συντηρεί αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο ανήλικο τέκνο ή ανήλικο νεότερο αδελφό ή ανήλικη νεότερη αδελφή· ή (γ) ανέλαβε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο τη συντήρηση του πατέρα του ο οποίος είναι ανίκανος να συντηρεί τον εαυτό του, ή της χήρας μητέρας του ή της μητέρας του η οποία δεν έχει συνάψει γάμο ή της οποίας ο σύζυγος είναι ανίκανος να συντηρεί τον εαυτό του, ή προσώπου το οποίο έχει τη φροντίδα εξαρτώμενου παιδιού του, τότε το εβδομαδιαίο ύψος της βασικής παροχής αυξάνεται— (i) προκειμένου περί συντάξεως γήρατος ή συντάξεως ανικανότητας όπως καθορίζεται στο Μέρος III του Τέταρτου Πίνακα, (ii) προκειμένου περί συντάξεως αναπηρίας όπως καθορίζεται στο Μέρος IV του Πέμπτου Πίνακα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Όταν γυναίκα η οποία δικαιούται επίδομα μητρότητας— (α) Συντηρεί αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο ανήλικο τέκνο ή ανήλικο νεότερο αδελφό ή ανήλικη νεότερη αδελφή· ή (β) ανέλαβε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο τη συντήρηση του πατέρα της ο οποίος είναι ανίκανος να συντηρεί τον εαυτό του, ή της χήρας μητέρας της ή της μητέρας της η οποία δεν έχει συνάψει γάμο ή της οποίας ο σύζυγος είναι ανίκανος να συντηρεί τον εαυτό του, ή προσώπου το οποίο έχει τη φροντίδα εξαρτώμενου παιδιού· ή (γ) ανέλαβε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο τη συντήρηση του συζύγου της ο οποίος είναι ανίκανος να συντηρεί τον εαυτό του, τότε το εβδομαδιαίο ύψος της βασικής παροχής αυξάνεται όπως καθορίζεται στο Μέρος IIA του Τέταρτου Πίνακα αν ο σύζυγος της δικαιούχου— (i) είναι μόνιμα ανίκανος να συντηρεί τον εαυτό του· ή (ii) δε συντηρεί αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την ίδια ή τα τέκνα της· ή (iii) εκτίει ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός χρόνου· ή (iv) είναι αγνοούμενος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όταν πρόσωπο το οποίο δικαιούται σύνταξη χηρείας, χήρας, χήρου ή επίδομα αγνοουμένου με βάση το εδάφιο (1) του άρθρου 42— (α) Συντηρεί αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο ανήλικο τέκνο ή ανήλικο νεότερο αδελφό ή ανήλικη νεότερη αδελφή· ή (β) ανέλαβε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο τη συντήρηση του πατέρα του ο οποίος είναι ανίκανος να συντηρεί τον εαυτό του, ή της χήρας μητέρας του ή της μητέρας του η οποία δεν έχει συνάψει γάμο ή της οποίας ο σύζυγος είναι ανίκανος να συντηρεί τον εαυτό του, ή προσώπου το οποίο έχει τη φροντίδα εξαρτώμενου παιδιού, τότε το εβδομαδιαίο ύψος της βασικής παροχής αυξάνεται— (i) προκειμένου περί συντάξεως χηρείας όπως καθορίζεται στο Μέρος III του Τέταρτου Πίνακα, (ii) προκειμένου περί συντάξεως χήρας ή χήρου όπως καθορίζεται στο Μέρος II του Πέμπτου Πίνακα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Όταν πρόσωπο το οποίο δικαιούται επίδομα ασθενείας, ανεργίας ή σωματικής βλάβης— (α) Συζεί μετά της/του συζύγου του/της ή συντηρεί αυτή/αυτόν αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο· ή (β) συντηρεί αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο ανήλικο παιδί ή ανήλικο νεότερο αδελφό ή ανήλικη νεότερη αδελφή· ή (γ) ανέλαβε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο τη συντήρηση του πατέρα του ο οποίος είναι ανίκανος να συντηρεί τον εαυτό του, ή της χήρας μητέρας του ή της μητέρας του η οποία δεν έχει συνάψει γάμο ή της οποίας ο σύζυγος είναι ανίκανος να συντηρεί τον εαυτό του, ή προσώπου το οποίο έχει τη φροντίδα εξαρτώμενου παιδιού, τότε το εβδομαδιαίο ύψος της βασικής παροχής αυξάνεται— (i) προκειμένου περί επιδόματος ασθενείας ή επιδόματος ανεργίας όπως καθορίζεται στο Μέρος II του Τέταρτου Πίνακα, (ii) προκειμένου περί επιδόματος σωματικής βλάβης όπως καθορίζεται στο Μέρος I του Πέμπτου Πίνακα:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (6) του παρόντος άρθρου, ουδεμία αύξηση καταβάλλεται δυνάμει του παρόντος εδαφίου αναφορικά με σύζυγο του/της οποίου/ας το ποσό των αποδοχών από την απασχόλησή του/της ή το ποσό της παροχής που δικαιούται κατά την ίδια περίοδο για την οποία καταβάλλεται το επίδομα είναι ίσο ή μεγαλύτερο από το ποσό της αύξησης της παροχής όπως αυτό καθορίζεται στα στοιχεία (i) και (ii).</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία καταβάλλεται ταυτόχρονα παροχή και στους δύο συζύγους, η αύξηση που καταβάλλεται για τα εξαρτώμενα δυνάμει του παρόντος άρθρου καταβάλλεται μόνο στο/ στη σύζυγο που δικαιούται αύξηση της παροχής σε μεγαλύτερο ύψος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Ουδεμία αύξηση παροχής καταβάλλεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει του παρόντος άρθρου, αναφορικά με οποιοδήποτε εξαρτώμενο το οποίο δικαιούται σύνταξη χηρείας, σύνταξη γήρατος, σύνταξη ανικανότητας, επίδομα αγνοουμένου, επίδομα ορφανίας, σύνταξη αναπηρίας, σύνταξη χήρας ή χήρου ή σύνταξη γονέως.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Η αύξηση η οποία καταβάλλεται σύμφωνα με το εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου αναφορικά με σύζυγο που συζούσε με το δικαιούχο κατά ή μετά το χρόνο χορήγησης της σύνταξης ή συντηρείτο από το δικαιούχο κατά ή μετά τον εν λόγω χρόνο, δύναται, κατά την κρίση του Διευθυντή, να καταβάλλεται στο σύζυγο ή στη σύζυγο εφόσον αυτός/ή έπαυσε να συζεί με το δικαιούχο</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Η αύξηση η οποία καταβάλλεται για εξαρτώμενο δυνάμει του παρόντος άρθρου σε πρόσωπο το οποίο δικαιούται σύνταξη γήρατος, ανικανότητας, χηρείας, χήρας, χήρου, αναπηρίας ή επίδομα αγνοουμένου, παύει να καταβάλλεται στο δικαιούχο από την ημερομηνία από την οποία στον εξαρτώμενο καταβάλλεται κοινωνική σύνταξη με βάση τους περί Χορήγησης Κοινωνικής Σύνταξης Νόμους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Η αύξηση η οποία θα καταβαλλόταν στο δικαιούχο, αν δεν ίσχυαν οι διατάξεις του εδαφίου (8) του παρόντος άρθρου, καταβάλλεται στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Το ποσό της συμπληρωματικής σύνταξης το οποίο προστίθεται στο ποσό της βασικής σύνταξης του δικαιούχου και που αφορά εξαρτώμενο, όπως καθορίζεται στην παράγραφο (1) του Μέρους III του Τέταρτου Πίνακα, επαναφέρεται στο δικαιούχο στις περιπτώσεις που— (α) Το εξαρτώμενο παύει να θεωρείται εξαρτώμενο του δικαιούχου· ή (β) η αύξηση καταβάλλεται προς σύζυγο σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (7)· ή (γ) η αύξηση καταβάλλεται για εξαρτώμενο όπως καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (8) του παρόντος άρθρου.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 116/1985 199/1987 18(I)/1995 98(I)/2000 51(I)/2001 Παροχή εφ’ άπαξ ποσού 59Α.-(1) Παν πρόσωπον όπερ δικαιούται εις σύνταξιν γήρατος, σύνταξιν ανικανότητος, σύνταξιν χηρείας, σύνταξιν αναπηρίας, επίδομα ορφανίας, επίδομα αγνοουμένου ή παροχήν λόγω θανάτου δικαιούται ωσαύτως δι’ έκαστον έτος ποσόν ίσον προς το 1/12 του ολικού ποσού της παροχής η οποία κατεβλήθη εις το ως είρηται πρόσωπον αναφορικώς προς το έτος τούτου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το εν τω εδαφίω (1) αναφερόμενον ποσόν καταβάλλεται ομού μετά του ποσού της αντιστοίχου παροχής διά τον μήνα Δεκέμβριον εκάστου έτους, εις περίπτωσιν δε τερματισμού της παροχής προ του ως άνω μηνός το ως είρηται ποσόν καταβάλλεται ομού μετά της οφειλομένης εις τον δικαιούχον παροχής.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 11/1983 7/1984 Απαιτήσεις και πληρωμαί</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-60\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 60</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">60.-(1) Ανεξαρτήτως των υπολοίπων διατάξεων του παρόντος Νόμου, το δικαίωμα εις οιανδήποτε παροχήν ήρτηται εκ της προς τούτο υποβολής αιτήσεως. Κανονισμοί δε θέλουσι προβλέψει περί της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων, των περιστάσεων υφ’ ας η τοιαύτη προθεσμία παρατείνεται, του τρόπου υποβολής αιτήσεως και των περιστάσεων υφ’ ας, είτε υπεβλήθη αίτησις είτε μη, το προς λήψιν παροχής δικαίωμα απόλλυται λόγω παραλείψεως ή καθυστερήσεως εις την υποβολήν αιτήσεως ή την είσπραξιν της πληρωμής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ανεξαρτήτως των υπολοίπων διατάξεων του παρόντος Νόμου, Κανονισμοί θέλουσιν ωσαύτως προβλέψει περί του χρόνου και τρόπου πληρωμής οιασδήποτε παροχής, του χρόνου ενάρξεως της καταβολής της το πρώτον χορηγουμένης παροχής και του χρόνου καθ’ ον τίθενται εν ισχύι τυχόν μεταβολαί εις το ύψος της παροχής, δύνανται δε ωσαύτως να προβλέψωσι περί του υπολογισμού της παροχής διά χρονικάς περιόδους άλλας ή της μιας εβδομάδος.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 87(I)/1997 Διπλά δικαιώματα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-61\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 61</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">61.-(1) Εάν πρόσωπον τι ελλείψει του παρόντος άρθρου, θα εδικαιούτο με βάση τη δική του ασφάλιση συγχρόνως εις δύο ή πλείονας περιοδικώς καταβαλλομένας παροχάς δυνάμει του παρόντος Νόμου, δικαιούται να λαμβάνη μόνην την καθ’ ύψος μεγαλυτέραν των τοιούτων παροχών, εάν δε αι παροχαί είναι καταβλητέαι εις το αυτό ύψος την πρώτον χορηγηθείσαν παροχήν:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), το επίδομα ορφανίας, ως και σύνταξις αναπηρίας καταβαλλομένη συνεπεία επαγγελματικού ατυχήματος επισυμβάντος ή νόσου προκληθείσης προ της ορισθείσης ημερομηνίας, εξαιρουμένης τυχόν αυξήσεως αυτής δι’ εξαρτωμένους, καταβάλλεται ανεξαρτήτως της καταβολής ετέρας τινός περιοδικώς καταβαλλομένης παροχής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Πρόσωπον τι δικαιούται να λαμβάνη συγχρόνως δύο ή πλείονας συντάξεις αναπηρίας, προς εξεύρεσιν δε του ολικού ποσού των ούτω καταβαλλομένων συντάξεων λαμβάνεται υπ’ όψιν ο ολικός βαθμός των σχετικών αναπηριών και ο υψηλότερος των δύο ή πλειόνων εβδομαδιαίων μέσων όρων των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών των εξευρεθέντων διά τας σχετικάς συντάξεις συμφώνως προς το Μέρος IV του Πέμπτου Πίνακος:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι ο λαμβανόμενος υπ’ όψιν ολικός βαθμός αναπηρίας δεν δύναται να υπερβαίνη το εκατόν επί τοις εκατόν και ότι εν ουδεμία περιπτώσει καταβάλλεται συμπληρωματική παροχή διά αναπηρίαν προκληθείσαν προ της ορισθείσης ημερομηνίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Πρόσωπο το οποίο δικαιούται σύνταξη χηρείας, επίδομα αγνοουμένου με βάση το εδάφιο (1) του άρθρου 42 ή σύνταξη χήρας, δικαιούται να λαμβάνει συγχρόνως και σύνταξη γήρατος, σύνταξη ανικανότητας ή σύνταξη αναπηρίας, επίδομα μητρότητας. επίδομα ασθενείας, επίδομα ανεργίας ή επίδομα σωματικής βλάβης, ανάλογο με την περίπτωση:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι πρόσωπο που δικαιούται συγχρόνως δυο παροχές, δικαιούται αύξηση για εξαρτώμενους μόνο στην παροχή της οποίας η αύξηση για εξαρτωμένους είναι μεγαλύτερη και αν η αύξηση για εξαρτωμένους είναι ίδια και στις δύο παροχές τότε αυτή καταβάλλεται στην παροχή που χορηγήθηκε πρώτη.</p>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 98(I)/1992 18(I)/1995 143(I)/2001 Αντιπροσώπευσις θανόντων και ανικάνων προσώπων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-62\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 62</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">62.</span>Οσάκις πρόσωπον όπερ προέβαλεν απαίτησιν διά την χορήγησιν παροχής τινος, ή όπερ ισχυρίζεται ότι δικαιούται ή εδικαιούτο παροχής τινος ή το πρόσωπον εις ο είναι καταβλητέα οιαδήποτε παροχή, είναι δι’ οιονδήποτε λόγον ανίκανον να ενεργήση, ή αποβιοί, ο Διευθυντής δύναται να ορίση τοιούτο πρόσωπον ως ήθελε κρίνει κατάλληλον προς υποβολήν της αιτήσεως, διεκδίκησιν ή είσπραξιν της παροχής ως αντιπρόσωπος ή διά λογαριασμόν ή εκ μέρους του εν λόγω προσώπου.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 Αναπαλλοτρίωτον παροχών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-63\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 63</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">63.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, είναι άκυρος, η εκχώρησις ή επιβάρυνσις παροχής, ως και πάσα συμφωνία προς εκχώρησιν ή επιβάρυνσιν αυτής, εις περίπτωσιν δε πτωχεύσεως προσώπου δικαιουμένου εις τινα παροχήν, η παροχή αύτη δεν περιέρχεται εις τον σύνδικον της πτωχεύσεως ή εις οιονδήποτε έτερον πρόσωπον ενεργούν διά λογαριασμόν των πιστωτών αυτού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ουδεμία παροχή υπόκειται εις κατάσχεσιν δυνάμει του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 Επιστροφή παροχής παρανόμως καταβληθείσης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-64\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 64</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">64.-(1) Εάν αποδειχθή ότι πρόσωπον τι έλαβεν οιονδήποτε ποσόν υπό μορφήν παροχής ενόσω δεν εδικαιούτο εις τούτο, το ρηθέν πρόσωπον υποχρεούται εις την επιστροφήν του ούτω ληφθέντος ποσού, εφ’ όσον τούτο τω κατεβλήθη λόγω αποσιωπήσεως ή ψευδούς παραστάσεως ουσιώδους τινός γεγονότος και είτε η αποσιώπησις ή ψευδής παράστασις ήτο δολία είτε μη.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Εκτός εάν αποδειχθή ότι πρόσωπον υποχρεούμενον εις την επιστροφήν ποσού ληφθέντος υπ’ αυτού υπό μορφήν παροχής, έλαβε τούτο καλή τη πίστει και άνευ γνώσεως του γεγονότος ότι δεν εδικαιούτο τοιούτου ποσού, το τοιούτο ποσόν δύναται να παρακρατηθή εκ πάσης μεταγενεστέρως τω προσώπω τούτω οφειλομένης παροχής χωρίς να αποκλείεται η δι’ άλλου μέσου διεκδίκησις αυτού.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ VI ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Ορισμός εξεταστών απαιτήσεων και επιθεωρητών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-65\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 65</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">65.-(1) Ο Διευθυντής δύναται να ορίση οιονδήποτε των παρά τω Υπουργείω Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων υπηρετούντων λειτουργών ως εξεταστήν απαιτήσεων ή ως επιθεωρητήν επί τω τέλει ενασκήσεως των εξουσιών και καθηκόντων των ανατιθεμένων αυτώ υπό του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Πάσα ενέργεια, εις ην υποχρεούται ή εξουσιοδοτείται να προβή δυνάμει του παρόντος Νόμου ο Διευθυντής, δύναται να διενεργηθή υπό τινος των δυνάμει του παρόντος άρθρου οριζομένων επιθεωρητών ή υφ’ οιουδήποτε ετέρου λειτουργού παρά τω Υπουργείω Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εις ον ο Διευθυντής ήθελε παράσχει την σχετικήν προς τούτο εξουσιοδότησιν.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 Εξουσίαι επιθεωρητών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-66\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 66</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">66.-(1) Έκαστος επιθεωρητής ορισθείς δυνάμει του αμέσως προηγουμένου άρθρου, κέκτηται επί τω τέλει εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, εξουσίαν όπως προβαίνη εις τας ακολούθους ενεργείας, ήτοι: (α) όπως κατά πάντα εύλογον χρόνον εισέρχηται εις οιονδήποτε οίκημα ή έτερον τόπον, των ιδιωτικών κατοικιών εξαιρουμένων, ένθα δεδικαιολογημένως πιστεύει ότι εργάζονται μισθωτοί ή αυτοτελώς εργαζόμενοι˙ (β) όπως προβαίνη εις την αναγκαίαν εξέτασιν και έρευναν ίνα εξακριβοί εάν εις το τοιούτον οίκημα ή έτερον τόπον τηρώνται ή προηγουμένως ετηρούντο, αι διατάξεις του παρόντος Νόμου˙ (γ) όπως αναφορικώς προς θέματα αφορώντα εις τον παρόντα Νόμον, εφ’ ων ευλόγως δύναται να ζητήση πληροφορίας, εξετάζη, είτε μόνος είτε εάν κρίνη τούτο σκόπιμον τη παρουσία ετέρου προσώπου, παν πρόσωπον, όπερ ήθελεν εξεύρει εν τω τοιούτω οικήματι ή ετέρω τόπω ή όπερ δεδικαιολογημένως πιστεύει ότι είναι ή υπήρξε μισθωτόν ή αυτοτελώς εργαζόμενον πρόσωπον, και να απαιτήση εξ αυτού όπως υποβληθή εις τοιαύτην εξέτασιν˙ (δ) όπως ενασκή πάσαν ετέραν εξουσίαν αναγκαίαν διά την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο κάτοχος παντός τοιούτου οικήματος ή ετέρου τόπου και παν έτερον πρόσωπον όπερ έχει ή είχεν εν τη υπηρεσία αυτού οιονδήποτε μισθωτόν, οι αντιπρόσωποι και υπηρέται αυτού και πας μισθωτός ή αυτοτελώς εργαζόμενος οφείλουσιν όπως παρέχωσιν εις τον επιθεωρητήν πάσαν πληροφορίαν και προσκομίζωσιν αυτώ προς εξέτασιν παν έγγραφον όπερ ούτος ήθελεν ευλόγως απαιτήσει.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Πας όστις- (α) εκουσίως καθυστερεί ή παρακωλύει επιθεωρητήν εν τη ενασκήσει των εξουσιών δι’ ων περιβέβληται δυνάμει του παρόντος άρθρου˙ ή (β) αρνείται ή αμελεί να απαντήση εις οιονδήποτε ερώτημα τιθέμενον αυτώ ή να παράσχη οιανδήποτε πληροφορίαν ή να προσκομίση οιονδήποτε έγγραφον καίτοι υπέχει υποχρέωσιν προς τούτο δυνάμει του παρόντος άρθρου˙ ή (γ) αποκρύπτει ή πειράται να αποκρύψη ή παρακωλύει ή πειράται να παρακωλύση οιονδήποτε πρόσωπον όπως εμφανισθή ενώπιον, ή εξετασθή παρά τινος επιθεωρητού, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700,00) ή και στις δύο αυτές ποινές:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι ουδείς υποχρεούται δυνάμει του παρόντος άρθρου να απαντήση εις ερώτημα ή να δώση μαρτυρίαν τείνουσαν να ενοχοποιήση εαυτόν.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Έκαστος επιθεωρητής είναι εφωδιασμένος διά του πιστοποιητικού του διορισμού αυτού, όπερ και επιδεικνύει εάν του ζητηθή, οσάκις απαιτήται να εισέλθη εις οιονδήποτε οίκημα ή έτερον τόπον διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 24(I)/2008 Ιατρικά Συμβούλια και Δευτεροβάθμιο Ιατρικό Συμβούλιο 67-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, συνιστώνται Ιατρικά Συμβούλια και Δευτεροβάθμιο Ιατρικό Συμβούλιο, η σύνθεση και λειτουργία των οποίων ρυθμίζεται με Κανονισμούς.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Στα μέλη των Ιατρικών Συμβουλίων, στον αναπληρωτή πρόεδρο και στα μέλη του Δευτεροβάθμιου Ιατρικού Συμβουλίου, καθώς και στους ειδικούς ιατρούς, καταβάλλεται αμοιβή, το ποσό της οποίας ορίζεται από τον Υπουργό για κάθε συνεδρία ή εξέταση, καθώς και το ποσό οποιωνδήποτε εξόδων που συνεπάγεται η συμμετοχή στη συνεδρία ή στην εξέταση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Στον Πρόεδρο του Δευτεροβάθμιου Ιατρικού Συμβουλίου καταβάλλεται αμοιβή, το ετήσιο ύψος της οποίας ορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 96/1989 53(I)/2006 Συμβούλιον Κοινωνικών Ασφαλίσεων 68.-(1) Ιδρύεται Συμβούλιον Κοινωνικών Ασφαλίσεων εν τοις εφεξής καλούμενον “το Συμβούλιον”, οριζόμενον υπό του Υπουργού και απαρτιζόμενον εξ- (α) ενός Προέδρου, προερχομένου εκ της Δημοσίας Υπηρεσίας˙ (β) τριών προσώπων προερχομένων επίσης εκ της Δημοσίας Υπηρεσίας˙ (γ) δέκα προσώπων οριζομένων αφού ο Υπουργός προηγουμένως συμβουλευθή τους αντιπροσωπευτικούς των εργοδοτών και μισθωτών Οργανισμούς και αντιπροσωπευόντων κατ’ ίσον λόγον εν τω Συμβουλίω τα συμφέροντα εργοδοτών και μισθωτών˙ (δ) τεσσάρων προσώπων οριζομένων αφού ο Υπουργός προηγουμένως συμβουλευθή τους αντιπροσωπευτικούς των αγροτών Οργανισμούς και αντιπροσωπευόντων τα συμφέροντα των αγροτών εν τω Συμβουλίω˙ και (ε) τριών ετέρων καταλλήλων προσώπων μη υπαγομένων εις οιανδήποτε των ως άνω κατηγοριών, εξ ων το εν τουλάχιστον πρόσωπον να αντιπροσωπεύη τα συμφέροντα των αυτοτελώς εργαζομένων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τα μέλη του Συμβουλίου διορίζονται διά περίοδον μη υπερβαίνουσαν τα δύο έτη, δύνανται όμως να επαναδιορίζωνται μετά την λήξιν της θητείας αυτών:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι ο Υπουργός δύναται, δι’ εύλογον αιτίαν, να ανακαλέση κατά πάντα χρόνον τον διορισμόν οιουδήποτε των μελών του Συμβουλίου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το Συμβούλιον δύναται να εκδώση κανόνας διέποντας την ιδίαν αυτού διαδικασίαν, την σύγκλησιν των συνεδριάσεων αυτού ως και την απαιτουμένην απαρτίαν.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Το Συμβούλιον δύναται να λαμβάνη αποφάσεις έστω και εάν μεταξύ των μελών αυτού χηρεύη οιαδήποτε θέσις.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Το Συμβούλιον μελετά και συμβουλεύει επί- (α) του ετησίου προϋπολογισμού διοικητικής δαπάνης, περιλαμβανομένων των εις προσωπικόν αναγκών, ως και του υπολογισμού των εσόδων και εξόδων του Ταμείου καθ’ έκαστον έτος˙ (β) των ετησίων λογαριασμών του Ταμείου˙ (γ) της ετησίας εκθέσεως του Διευθυντού˙ (δ) παντός ζητήματος προκύπτοντος εκ της εφαρμογής του παρόντος Νόμου˙ (ε) πάσης προτεινομένης τροποποιήσεως του παρόντος Νόμου˙ (στ) της εκάστοτε αναλογιστικής εκθέσεως της υποβαλλομένης δυνάμει του άρθρου του παρόντος Νόμου˙ (ζ) των επενδύσεων του Ταμείου επί τω τέλει μεγιστοποιήσεως των αποθεμάτων αυτού λαμβανομένων υπ’ όψιν της ασφαλείας των χρημάτων του Ταμείου και του ορθού ρόλου τον οποίον τα τοιαύτα αποθέματα έδει να διαδραματίζουν εις την γενικωτέραν αναπτυξιακήν προσπάθειαν και την δημοσιονομικήν και οικονομικήν πολιτικήν της Κυβερνήσεως˙ και (η) παντός ετέρου θέματος, όπερ ο Υπουργός ή ο Διευθυντής ήθελε φέρει εις γνώσιν του Συμβουλίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Το Συμβούλιον εξετάζει τουλάχιστον άπαξ εκάστης τριμηνίας τας δραστηριότητας του Ταμείου.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 11/1983 10/1985 55(I)/1996 Ταμείον Κοινωνικών Ασφαλίσεων 69.-(1) Διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου ιδρύεται Ταμείον Κοινωνικών Ασφαλίσεων καλούμενον “το Ταμείον”, αποτελούμενον εκ τριών Λογαριασμών: (α) Λογαριασμού Γενικών Παροχών, (β) Λογαριασμού Συμπληρωματικών Παροχών, και (γ) Λογαριασμού Παροχών Ανεργίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το τέως ενεργητικόν και άπασαι αι εισφοραί αι γενόμεναι δυνάμει του παρόντος Νόμου καταβάλλονται εις το Ταμείον, κατανέμονται δε μεταξύ των εις το εδάφιον (1) αναφερομένων Λογαριασμών ως ήθελε καθορισθή διά Κανονισμών:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι το μεταφερόμενον εις τον Λογαριασμόν Παροχών Ανεργίας ποσόν δεν δύναται να υπερβαίνη το εξ επί τοις εκατόν των υπό των μισθωτών και υπέρ αυτών καταβαλλομένων δυνάμει του παρόντος Νόμου εισφορών, ουδέν δε ποσόν μεταφέρεται εις ην περίπτωσιν το αποθεματικόν του τοιούτου Λογαριασμού είναι ίσον προς καθωρισμένον ανώτατον ποσόν. (2Α) Το Ταμείο μπορεί να δέχεται δωρεές προς όφελος οποιουδήποτε από τους Λογαριασμούς που αναφέρονται στο εδάφιο (1).</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο Λογαριασμός Γενικών Παροχών βαρύνεται- (α) με τας δαπάνας αι οποίαι απαιτούνται διά την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος Νόμου πλην των απαιτουμένων διά την εφαρμογήν των διατάξεων των αφορωσών εις τας παροχάς ανεργίας, και (β) με τας πληρωμάς των βασικών παροχών και των εφ’ άπαξ καταβαλλομένων παροχών, εξαιρουμένου του επιδόματος ανεργίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο Λογαριασμός Συμπληρωματικών Παροχών βαρύνεται με τας πληρωμάς των συμπληρωματικών παροχών, εξαιρουμένης της συμπληρωματικής παροχής επιδόματος ανεργίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ο Λογαριασμός Παροχών Ανεργίας βαρύνεται με τας πληρωμάς του επιδόματος ανεργίας και με τας δαπάνας αι οποίαι απαιτούνται διά την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος Νόμου των αφορωσών εις τας παροχάς λόγω ανεργίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Εις ην περίπτωσιν το αποθεματικόν και τα έσοδα του Λογαριασμού Παροχών Ανεργίας δεν επαρκούν διά την κάλυψιν των υποχρεώσεων του, η διαφορά καταβάλλεται εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας ή καλύπτεται εξ ειδικής εισφοράς επιβαλλομένης διά Κανονισμών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Οι Λογαριασμοί του Ταμείου εξετάζονται υπό του Γενικού Ελεγκτού και δημοσιεύονται ομού μετά της επί των τοιούτων Λογαριασμών εκδιδομένης εκθέσεως αυτού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Τα ανήκοντα εις το Ταμείον χρήματα επενδύονται υπό του Διευθυντού συμφώνως προς τας εκάστοτε οδηγίας του Υπουργού Οικονομικών:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι σε περίοδο ενός έτους από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, ο Υπουργός Οικονομικών και ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καταθέτουν στη Βουλή των Αντιπροσώπων νομοσχέδιο ως προς την αποτελεσματική διαχείριση των αποθεματικών του Ταμείου από ανεξάρτητη Επιτροπή, αφού διασφαλισθεί η δημιουργία ικανοποιητικού αποθεματικού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Ο Διευθυντής υποβάλλει εις την Βουλήν των Αντιπροσώπων έκθεσιν επί της καταστάσεως των επενδύσεων του Ταμείου διά την περίοδον την λήγουσαν την 30ήν Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 11/1983 7/1984 218/1991 22(I)/2009 Δαπάναι Διοικήσεως 70.-(1) Άπασαι αι δαπάναι αίτινες ήθελον διενεργηθή υπό του Διευθυντού ή υπό ετέρου δημοσίου υπαλλήλου εν τη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου καλύπτονται εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το ποσόν όπερ ο Διευθυντής ήθελεν υπολογίσει συμφώνως προς τας δοθείσας αυτώ υπό του Γενικού Λογιστού οδηγίας ως αναλογούν προς τας εν τω εδαφίω (1) καθοριζομένας δαπάνας, καταβάλλεται εκ των αντιστοίχων Λογαριασμών του Ταμείου καθ’ ον χρόνον και τρόπον ήθελεν ο Γενικός Λογιστής εκάστοτε καθορίσει.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 Αναλογιστικαί ανασκοπήσεις 71.-(1) Αναλογιστής διοριζόμενος υπό του Υπουργού προβαίνει το ταχύτερον δυνατόν μετά την 31ην Δεκεμβρίου 1982, εις ανασκόπησιν της όλης εφαρμογής του παρόντος Νόμου κατά την λήγουσαν την ημερομηνίαν ταύτην περίοδον, είτα δε ο τοιούτος αναλογιστής προβαίνει εις περαιτέρω ανασκοπήσεις επί της εφαρμογής του παρόντος Νόμου δι’ εκάστην περίοδον τριών ετών:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι ο Υπουργός δύναται να ζητήση την διεξαγωγήν ανασκοπήσεως επί της εφαρμογής του Νόμου καθ’ οιανδήποτε περίοδον λήγουσαν προ της 31ης Δεκεμβρίου 1982, ή ενωρίτερον της τρίτης επετείου της ημερομηνίας ταύτης, εν τοιαύτη δε περιπτώσει, το παρόν άρθρον εφαρμόζεται ως εάν η περίοδος αύτη υποκαθίστατο εις την λήγουσαν την 31ην Δεκεμβρίου 1982, περίοδον και ούτως η επομένη ανασκόπησις επί της εφαρμογής του Νόμου διεξάγεται αναφορικώς προς περίοδον ουχί μεταγενεστέραν των τριών ετών από του τέλους της περιόδου της τελευταίας ανασκοπήσεως.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Καθ’ εκάστην τοιαύτην ανασκόπησιν, ο αναλογιστής υποβάλλει τω Υπουργώ έκθεσιν επί της οικονομικής καταστάσεως του Ταμείου ως και επί της επαρκείας ή μη των δυνάμει του παρόντος Νόμου καταβλητέων εισφορών προς κάλυψιν των καταβλητέων παροχών:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι ο Υπουργός προχωρεί αμέσως σε κατάθεση στη Βουλή των Αντιπροσώπων ενημερωτικής έκθεσης αναφορικά με τα αποτελέσματα της έκθεσης του αναλογιστή επί της οικονομικής κατάστασης του Ταμείου:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, τηρουμένων των διατάξεων της πιο πάνω επιφύλαξης, εφόσον καταδεικνύεται από τα συμπεράσματα οποιασδήποτε αναλογιστικής μελέτης ότι δε διασφαλίζεται επαρκώς η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του Ταμείου, ο Υπουργός αφού προχωρήσει αμέσως σε διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους καταθέτει στη Βουλή των Αντιπροσώπων το αργότερο εντός ενός έτους νομοσχέδιο για την περαιτέρω ενίσχυση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του Ταμείου.</p>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 22(I)/2009 Αναπροσαρμογή και ανασκόπησις ύψους παροχών 72.-(1) Το ύψος της βασικής παροχής (και των πάσης φύσεως προσαυξήσεων αυτής) της συντάξεως γήρατος, της συντάξεως χηρείας, της συντάξεως ανικανότητος, του επιδόματος ορφανίας, του επιδόματος αγνοουμένου, της συντάξεως αναπηρίας και της παροχής λόγω θανάτου, και το ύψος των ως είρηται παροχών (και των πάσης φύσεως προσαυξήσεων αυτών) των οποίων η σχετική ημερομηνία είναι προγενεστέρα της 6ης Οκτωβρίου 1980, ως και το ποσόν των εφ’ άπαξ βοηθημάτων, αναπροσαρμόζονται αφ’ ης ημερομηνίας αναπροσαρμόζεται το ποσόν των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών κατά το ποσοστόν αυξήσεως του ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι το ποσόν των εφ’ άπαξ βοηθημάτων στρογγυλεύεται εις τον πλησιέστερον αριθμόν ακεραίων λιρών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το ύψος του συμπληρωματικού μέρους των παροχών που αναφέρονται στο εδάφιο (1) αναπροσαρμόζεται από την ημερομηνία αναπροσαρμογής του ύψους των βασικών παροχών κατά το ποσοστό αύξησης του μέσου όρου του δείκτη λιανικών τιμών κατά το δεύτερο εξάμηνο κάθε χρόνου σε σύγκριση με το μέσο όρο του δείκτη αυτού κατά το δεύτερο εξάμηνο του προηγούμενου χρόνου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Την 1η Ιουλίου κάθε χρόνου, οι παροχές που αναφέρονται στο εδάφιο (1), εκτός από τα εφάπαξ βοηθήματα, αυξάνονται κατά το ποσοστό αύξησης του μέσου όρου του δείκτη λιανικών τιμών κατά το αμέσως προηγούμενο εξάμηνο, σε σύγκριση με το μέσο όρο του δείκτη αυτού κατά το τελευταίο εξάμηνο του προηγούμενου χρόνου. Αν το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο του ενός στα εκατό δε χορηγείται οποιαδήποτε αύξηση. Το ποσοστό αύξησης συμψηφίζεται με το ποσοστό της αμέσως επόμενης αύξησης που χορηγείται σύμφωνα με τα εδάφια (1) και (2).</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 11/1983 10/1985 98(I)/1992 64(I)/1993 80(I)/1998 Εξουσία εκδόσεως Κανονισμών 73.-(1) Το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται να εκδώση Κανονισμούς διά την καλυτέραν εν γένει εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος Νόμου, άνευ δε επηρεασμού της γενικότητος ταύτης, να προβή διά τοιούτων Κανονισμών εις τον καθορισμόν ή ρύθμισιν παντός θέματος χρήζοντος ή δεκτικού καθορισμού ή ρυθμίσεως, ειδικώτερον δε τον καθορισμόν ή ρύθμισιν:- (α) του ύψους των αμελητέων αποδοχών˙ (β) του ύψους των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών και του ανωτάτου ορίου ασφαλιστέων αποδοχών˙ (γ) του ποσού των ασφαλιστέων αποδοχών οιασδήποτε κατηγορίας μισθωτών˙ (δ) της κατατάξεως αυτοτελώς εργαζομένων προσώπων εις επαγγελματικάς κατηγορίας˙ (ε) του κατωτάτου ποσού ασφαλιστέων αποδοχών εκάστης επαγγελματικής κατηγορίας αυτοτελώς εργαζομένων προσώπων˙ (στ) του τρόπου υπολογισμού των ασφαλιστέων αποδοχών των αυτοτελώς εργαζομένων μέχρι και του ανωτάτου ορίου ασφαλιστέων αποδοχών˙ (ζ) της εγγραφής των ησφαλισμένων και εργοδοτών˙ (η) οιωνδήποτε ζητημάτων συναφών προς την καταβολήν και είσπραξιν των εισφορών περιλαμβανομένων- (i) του τρόπου υπολογισμού ή εκτιμήσεως των ασφαλιστέων αποδοχών ειδικών τάξεων ή κατηγοριών μισθωτών˙ (ii) του συντονισμού τούτων προς την καταβολήν και είσπραξιν εισφορών δυνάμει ετέρων Νόμων˙ (iii) των προθεσμιών διά την καταβολήν εισφορών˙ (iv) των περιστάσεων υφ’ ας αχρεωστήτως καταβληθείσαι εισφοραί δύνανται να επιστρέφωνται˙ (v) των όρων επιστροφής εισφορών καταβληθεισών υπό ησφαλισμένου δι’ οιονδήποτε έτος εισφορών επί ασφαλιστέων αποδοχών υπερβαινουσών το ετήσιον ανώτατον όριον ασφαλιστέων αποδοχών˙ (θ) της επιβολής προσθέτου τέλους μέχρις είκοσι επτά επί τοις εκατόν (27%) του ποσού των οφειλομένων εισφορών εν περιπτώσει παραλείψεως καταβολής εισφορών κατά παράβασιν των διατάξεων του παρόντος Νόμου˙ (ι) παροχής υπό ιατρού νοσηλεύοντος ή καλουμένου να επισκεφθή ασθενή όστις πιστεύεται ότι πάσχει εκ νόσου τινος υφ’ ης προσεβλήθη εκ της απασχολήσεως αυτού, τοιούτων στοιχείων ως ήθελε καθορισθή˙ (ια) των περιστάσεων υφ’ ας πρόσωπον τι δεν λογίζεται ως εργαζόμενον επί κέρδει. (ιβ) του τρόπου πίστωσης του ασφαλιστικού λογαριασμού του ασφαλισμένου με το αναλογιστικά ισοδύναμο ποσό του δικαιώματος σε σύνταξη που θεμελίωσε λόγω υπηρεσίας του στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες∙ (ιγ) του τρόπου υπολογισμού του αναλογιστικά ισοδύναμου ποσού του δικαιώματος σε σύνταξη γήρατος από το Ταμείο∙ (ιδ) των διαδικασιών που απαιτούνται για τη μεταφορά του δικαιώματος σε σύνταξη γήρατος από το Ταμείο σε συνταξιοδοτικό σχέδιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων∙</p>\n<p class=\"lf-p\">(ιε) των διαδικασιών που απαιτούνται για τη μεταφορά των δικαιωμάτων σε σύνταξη γήρατος από συνταξιοδοτικό σχέδιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο Ταμείο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κανονισμοί γινόμενοι δυνάμει του παρόντος άρθρου κατατίθενται εις την Βουλήν των Αντιπροσώπων. Εάν μετά πάροδον τριάκοντα ημερών από της τοιαύτης καταθέσεως η Βουλή των Αντιπροσώπων δι’ αποφάσεως αυτής δεν τροποποιήση ή ακυρώση τους ούτω κατατεθέντας Κανονισμούς εν όλω ή εν μέρει, τότε ούτοι αμέσως μετά την πάροδον της ως άνω προθεσμίας δημοσιεύονται εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας και τίθενται εν ισχύϊ από της τοιαύτης δημοσιεύσεως. Εν περιπτώσει τροποποιήσεως τούτων εν όλω ή εν μέρει υπό της Βουλής των Αντιπροσώπων ούτοι δημοσιεύονται εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας ως ήθελον ούτω τροποποιηθή υπ’ αυτής και τίθενται εν ισχύϊ από της τοιαύτης δημοσιεύσεως.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 48/1982 10/1985 4/1987 214/1987 96/1989 24(I)/2008 93(I)/2009</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ VII ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΛΥΣΙΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Εξέταση αίτησης για παροχή 74-(1) Κάθε αίτηση για παροχή εξετάζεται, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, από το Διευθυντή ή άλλο λειτουργό του Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων τον οποίο ο Διευθυντής εξουσιοδοτεί για το σκοπό αυτό:</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, η αίτηση για παροχή δυνατόν: (α) να εγκριθεί εν όλω ή εν μέρει, ή (β) να απορριφθεί:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, πριν από την έγκριση ή απόρριψη της αίτησης, ο Διευθυντής μπορεί να παραπέμψει τον αιτητή σε ειδικό ιατρό ή Ιατρικό Συμβούλιο για εξέταση ή στο Δευτεροβάθμιο Ιατρικό Συμβούλιο για επανεξέταση, όπως καθορίζεται με Κανονισμούς.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο βαθμός αναπηρίας, σε περίπτωση αίτησης για παροχή λόγω αναπηρίας δυνάμει του άρθρου 46, υπολογίζεται από το Ιατρικό Συμβούλιο, κατόπιν παραπομπής του αιτητή από το Διευθυντή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση αίτησης για παροχή λόγω θανάτου δυνάμει του άρθρου 49, για θάνατο που πιστεύεται ή υπάρχει ισχυρισμός ότι οφείλεται σε οποιαδήποτε ασθένεια που καθορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (3) του άρθρου 53, η υπόθεση παραπέμπεται στο Ιατρικό Συμβούλιο για γνωμοδότηση ως προς τα αίτια του θανάτου.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 96/1989 53(I)/2006 Αναθεώρησις αποφάσεων εξεταστού απαιτήσεων 75.-(1) Ο εξεταστής απαιτήσεων δύναται να αναθεωρήση πάσαν απόφασιν εκδοθείσαν υπ’ αυτού, επί οιασδήποτε απαιτήσεως, εάν ικανοποιηθή ότι- (α) αύτη εξεδόθη υπ’ αυτού αγνοούντος ουσιώδες τι γεγονός ή τελούντος υπό πλάνην ως προς το τοιούτον ουσιώδες γεγονός˙ ή (β) από της ημερομηνίας της εκδόσεως της αποφάσεως επήλθε μεταβολή σχετική προς τας περιστάσεις της περιπτώσεως, και αναλόγως να εγκρίνη ή να απορρίψη την απαίτησιν ή πριν ή προβή εις τοιαύτην έγκρισιν ή απόρριψιν, να παραπέμψη την απαίτησιν εις ειδικόν ιατρόν ή Ιατρικόν Συμβούλιον.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Προκειμένου περί απαιτήσεως διά περιοδικώς καταβαλλομένην παροχήν εγκριθείσαν κατά αναθεώρησιν, η καταβολή της τοιαύτης παροχής περιορίζεται εις την αναφερομένην εις χρονικόν διάστημα αρχόμενον ουχί ενωρίτερον των δύο ετών προ της ημερομηνίας της αναθεωρήσεως.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οσάκις εξεταστής απαιτήσεων απορρίπτη ή εγκρίνη εν μέρει απαίτησιν τινα, εντός δέκα ημερών από της οικείας αποφάσεως αποστέλλει εις τον αιτούντα έγγραφον γνωστοποίησιν του γεγονότος τούτου, περιλαμβάνουσαν και το αιτιολογικόν της αποφάσεως.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 96/1989 Επίλυσις ωρισμένων ζητημάτων υπό του Διευθυντού 76.-(1) Εάν ήθελε προκύψει οιονδήποτε των ακολούθων ζητημάτων, ήτοι- (α) εάν οιαδήποτε απασχόλησις ή κατηγορία απασχολήσεως είναι ή θα καταστή ασφαλιστέα˙ (β) εάν πρόσωπον τι είναι ή ήτο μισθωτόν˙ (γ) εάν πρόσωπον τι είναι ή ήτο αυτοτελώς εργαζόμενον˙ (δ) ποίος είναι ή ήτο ο εργοδότης μισθωτού τινός˙ (ε) εάν δυνάμει του άρθρου 4, του άρθρου 12 ή του άρθρου 15 είναι καταβλητέαι εισφοραί υπό προσώπου τινός ή αναφορικώς προς τούτο˙ (στ) περί των ασφαλιστέων αποδοχών αίτινες δέον να ληφθώσιν υπ’ όψιν διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου˙ (ζ) εάν κατεβλήθη εισφορά υπό προσώπου τινός ή αναφορικώς προς τούτο δι’ οιανδήποτε περίοδον εισφορών ή εάν επιστώθησαν ασφαλιστέαι αποδοχαί υπέρ αυτού διά την τοιαύτην περίοδον˙ (η) περί της ορθής ημερομηνίας γεννήσεως ησφαλισμένου˙ (θ) περί κατατάξεως αυτοτελώς εργαζομένου εις επαγγελματικήν κατηγορίαν ή περί του τόπου απασχολήσεως αυτού, τούτο επιλύεται, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, υπό του Διευθυντού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Διευθυντής δύναται πριν ή επιλύση οιονδήποτε ζήτημα δυνάμει του παρόντος άρθρου να διορίση οιονδήποτε εκ των παρά τω Υπουργείω Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων υπηρετούντων λειτουργών προς διεξαγωγήν ερεύνης περί το ζήτημα τούτο, ο ούτω δε διορισθείς δύναται να απαιτήση διά κλήσεως παρ’ οιουδήποτε προσώπου όπως παραστή εις την διεξαγωγήν της τοιαύτης ερεύνης, δώση μαρτυρίαν ή προσκομίση έγγραφα ευλόγως κρινόμενα ως αναγκαία διά την διεξαγωγήν της ερεύνης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Πας όστις κατά την κρίσιν του Διευθυντού ή του δυνάμει του εδαφίου (2) διοριζομένου προσώπου, κέκτηται οιονδήποτε συμφέρον εις ζήτημα όπερ τυγχάνει επιλύσεως δυνάμει του παρόντος άρθρου, δικαιούται- (α) να παρίσταται και τυγχάνη ακροάσεως κατά την διεξαγωμένην σχετικώς προς το τοιούτο ζήτημα έρευναν˙ και (β) όπως λάβη αντίγραφον της επί του ζητήματος τούτου αποφάσεως του Διευθυντού ως και το αιτιολογικόν της τοιαύτης αποφάσεως.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο Διευθυντής δύναται να αναθεωρήση την δυνάμει του παρόντος άρθρου εκδοθείσαν απόφασιν αυτού εν η περιπτώσει ήθελον περιέλθει εις γνώσιν αυτού νέα στοιχεία.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 Τελεσίδικον αποφάσεων Διευθυντού και Υπουργού 77. Εις πάσαν δικαστικήν διαδικασίαν- (α) δι’ αδίκημα προβλεπόμενον υπό του παρόντος Νόμου˙ ή (β) εφαπτομένην του ζητήματος της καταβολής οιασδήποτε εισφοράς δυνάμει του παρόντος Νόμου˙ ή (γ) διά την διεκδίκησιν ποσών οφειλομένων εις το Ταμείον, η απόφασις του Διευθυντού επί παντός ζητήματος ως των εν τω εδαφίω (1) του άρθρου 76 καθοριζομένων είναι τελεσίδικος διά τους σκοπούς της τοιαύτης διαδικασίας, εκτός εάν εκκρεμή ιεραρχική προσφυγή δυνάμει του άρθρου 78 εναντίον της αποφάσεως ή δεν παρήλθεν εισέτι η προς τοιαύτην προσφυγήν τεταγμένη προθεσμία, εν περιπτώσει δε ιεραρχικής προσφυγής εναντίον της τοιαύτης αποφάσεως του Διευθυντού, η απόφασις του Υπουργού είναι ωσαύτως τελεσίδικος διά τους ως είρηται σκοπούς, εκτός εάν εκκρεμή προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου εναντίον της αποφάσεως αυτού ή δεν παρήλθεν εισέτι η προς τοιαύτην προσφυγήν τεταγμένη προθεσμία.</p>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 Ιεραρχική προσφυγή 78.-(1) Πας όστις δεν ικανοποιείται εξ αποφάσεως του Διευθυντού ή του εξεταστού απαιτήσεων, εκδοθείσης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δύναται εντός δεκαπέντε ημερών από της εις αυτόν κοινοποιήσεως της αποφάσεως, δι’ εγγράφου αιτήσεως εις τον Υπουργόν εν η εκτίθενται οι προς υποστήριξιν ταύτης λόγοι, να προσβάλη την τοιαύτην απόφασιν.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Υπουργός εξετάζει την εις αυτόν γενομένην προσφυγήν άνευ υπαιτίου βραδύτητος, αποφασίζει επί ταύτης και κοινοποιεί αμελλητί την απόφασιν αυτού εις τον προσφεύγοντα:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι ο Υπουργός, πριν ή εκδώση την απόφασιν αυτού, δύναται κατά την κρίσιν του να ακούση ή δώση την ευκαιρίαν εις τον προσφεύγοντα όπως υποστηρίξη τους λόγους εφ’ ων στηρίζεται η προσφυγή:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι ο Υπουργός δύναται να αναθέση εις λειτουργόν ή επιτροπήν λειτουργών του Υπουργείου του όπως εξετάση ωρισμένα θέματα αναφυόμενα εν τη προσφυγή και υποβάλη εις αυτόν το πόρισμα της τοιαύτης εξετάσεως προ της υπό του Υπουργού εκδόσεως της αποφάσεως αυτού επί της προσφυγής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όταν ο λόγος ή ένας από τους λόγους της προσφυγής, αφορά γνωμάτευση ή απόφαση Ιατρικού Συμβουλίου, ο Υπουργός παραπέμπει την υπόθεση για επανεξέταση από το Δευτεροβάθμιο Ιατρικό Συμβούλιο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο μη ικανοποιηθείς εκ της αποφάσεως του Υπουργού δύναται να προσφύγη εις το Δικαστήριον, αλλά μέχρι της υπό του Υπουργού εκδόσεως της αποφάσεως αυτού, εν περιπτώσει προσφυγής εις αυτόν, ή, εν περιπτώσει μη προσφυγής εις αυτόν, μέχρι της παρελεύσεως της εις το εδάφιον (1) προβλεπομένης προθεσμίας διά την καταχώρησιν προσφυγής, η απόφασις του Διευθυντού ή του εξεταστού απαιτήσεων δεν καθίσταται εκτελεστή.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 53(I)/2006</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ VIII ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Αμοιβαίαι συμφωνίαι 79. Επί τω τέλει εφαρμογής οιασδήποτε συμφωνίας συναφθείσης μετά της Κυβερνήσεως ετέρας τινός χώρας, προνοούσης αμοιβαιότητα επί ζητημάτων κοινωνικών ασφαλίσεων και κοινωνικής ασφαλείας, και υπό την επιφύλαξιν των διατάξεων του άρθρου 169 του Συντάγματος, το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται διά διατάγματος αυτού να τροποποιήση τας διατάξεις τους παρόντος Νόμου προς εφαρμογήν επί περιπτώσεων επηρεαζομένων υπό της συμφωνίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 Αδικήματα και ποιναί 80.-(1) Πας εργοδότης ή αυτοτελώς εργαζόμενος όστις παραλείπει ή αμελεί να καταβάλη οιασδήποτε εισφοράς ή πρόσθετον τέλος ο υποχρεούται να καταβάλη δυνάμει του παρόντος Νόμου, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £750, εν περιπτώσει δε δευτέρας ή κατ’ επανάληψιν καταδίκης αυτού διά το αυτό αδίκημα, σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες τετρακόσια ευρώ (€3.400,00) ή και στις δύο αυτές ποινές, σε περίπτωση δε δεύτερης ή κατ΄ επανάληψη καταδίκης αυτού για το ίδιο αδίκημα, σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000,00) ή και στις δύο αυτές ποινές.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Εν περιπτώσει καταδίκης εργοδότου ή αυτοτελώς εργαζομένου επί τω ότι παρέλειψεν ή ημέλησε να καταβάλη εισφοράς ή πρόσθετον τέλος ούτος επιπροσθέτως οιασδήποτε ετέρας ποινής εις ην υπόκειται, υποχρεούται να καταβάλη τω Ταμείω ποσόν ίσον προς το ποσόν των εισφορών ή του προσθέτου τέλους όπερ παρέλειψεν ή ημέλησεν να καταβάλη, του προσθέτου τέλους εις περίπτωσιν παραλείψεως ή αμελείας καταβολής εισφορών υπολογιζομένου κατά την ημερομηνίαν της καταδίκης, πλέον δε έτερον ποσόν μη υπερβαίνον τα είκοσι πέντε επί τοις εκατόν του ως είρηται ποσού, εν περιπτώσει δε δευτέρας ή κατ’ επανάληψιν καταδίκης αυτού διά το αυτό αδίκημα, ποσόν μη υπερβαίνον τα πεντήκοντα επί τοις εκατόν του ποσού τούτου, ως το Δικαστήριον ήθελε διατάξει.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Επί πάσης καταδίκης διά παράλειψιν ή αμέλειαν προς καταβολήν εισφορών, δύναται να προσαχθώσιν αποδεικτικά στοιχεία περί παραλείψεως ή αμελείας του εργοδότου προς καταβολήν ετέρων εισφορών ας υποχρεούται να καταβάλη δυνάμει του παρόντος Νόμου, αναφορικώς προς το αυτό πρόσωπον ή οιονδήποτε έτερον πρόσωπον απασχολούμενον υπό του εργοδότου τούτου δι’ οιανδήποτε περίοδον προ της ημερομηνίας του αδικήματος, εφ’ όσον, ομού μετά της κλήσεως ή εντάλματος επιδοθή ειδοποίησις περί της τοιαύτης προθέσεως, εάν δε αποδειχθή τοιαύτη παράλειψις ή αμέλεια, το Δικαστήριον δύναται να διατάξη τον εργοδότην να καταβάλη τω Ταμείω ποσόν ίσον προς το σύνολον των εισφορών άτινας ούτος παρέλειψεν ή ημέλησε να καταβάλη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Παν ποσόν καταβλητέον τω Ταμείω κατόπιν αποφάσεως του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος άρθρου εισπράττεται ως χρηματική ποινή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Παν ποσόν καταβαλλόμενον υπό εργοδότου ή αυτοτελώς εργαζομένου δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων του παρόντος άρθρου λογίζεται ως πληρωμή γενομένη προς εξόφλησιν των μη καταβληθεισών εισφορών, δεν δύναται δε ο εργοδότης να αναζητήση εκ του μισθωτού τας υπό του τελευταίου καταβλητέας εκ των τοιούτων εισφορών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Πας όστις ίνα επιτύχη την χορήγησιν οιασδήποτε παροχής ή ετέρας πληρωμής δυνάμει του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών, είτε εις εαυτόν είτε εις έτερον πρόσωπον, ή δι’ έτερον σκοπόν σχετικόν προς τον παρόντα Νόμο- (α) εν γνώσει του ή εκ βαρείας αμελείας προβαίνει εις ψευδή έκθεσιν ή ψευδείς παραστάσεις˙ ή (β) προσάγει ή παρέχει ή προκαλεί ή επιτρέπει την προσαγωγήν ή παροχήν εγγράφου ή πληροφορίας άτινα γνωρίζει ότι είναι ψευδή εις τι ουσιώδες αυτών στοιχείον, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις οκτώ χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€8.500,00) ή και στις δύο αυτές ποινές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Εις περίπτωσιν καταδίκης οιουδήποτε προσώπου δυνάμει του εδαφίου (6), το εκδικάζον το αδίκημα Δικαστήριον δύναται επιπροσθέτως της επιβολής ποινής να διατάξη την εις το Ταμείον επιστροφήν του ποσού της παρανόμως καταβληθείσης παροχής ή ετέρας πληρωμής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Πάς όστις παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθή προς οιανδήποτε των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών δι’ ην δεν προνοείται ετέρα ποινή, υπόκειται δι’ έκαστον αδίκημα σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700,00) ή και στις δύο αυτές ποινές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Οσάκις αποδεικνύεται ότι αδίκημα διαπραχθέν υπό νομικού προσώπου κατά παράβασιν του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών, διεπράχθη τη συναινέσει ή συνενοχή ή αμελεία διευθυντού, συμβούλου, γραμματέως ή ετέρου αξιωματούχου του νομικού προσώπου ή οιουδήποτε προσώπου όπερ ενεργεί υπό τοιαύτην ιδιότητα, τόσον ούτος όσον και το νομικόν πρόσωπον είναι ένοχοι του αδικήματος τούτου και υπόκεινται εις ποινικήν δίωξιν, και εις τας εν εκάστη περιπτώσει προβλεπομένας ποινάς.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω διαλαμβανομένων δύναται να ερμηνευθή ως παρεμποδίζον τον Διευθυντήν όπως διά πολιτικής αγωγής διεκδική οιονδήποτε ποσόν οφειλόμενον τω Ταμείω.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 11/1983 24(I)/2008 Ποινική δίωξις 81. Τηρουμένων οιωνδήποτε οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας- (α) ποινική δίωξις αδικήματος προβλεπομένου υπό του παρόντος Νόμου ασκείται υπό του Διευθυντού˙ (β) πας επιθεωρητής ή έτερος λειτουργός όστις ήθελεν εξουσιοδοτηθή υπό του Διευθυντού, τη συναινέσει του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας, δύναται, καίτοι δεν είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος, να ασκήση την δίωξιν, να εμφανισθή, παραστή επί Δικαστηρίω και ενεργήση εν πάση δικαστική διαδικασία αρχομένη δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δι’ οιονδήποτε αδίκημα συνοπτικώς εκδικαζόμενον.</p>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 Πολιτική αγωγή 82.-(1) Άπαντα τα οφειλόμενα τω Ταμείω ποσά δύνανται να διεκδικηθώσι δικαστικώς ως χρέη οφειλόμενα τη Δημοκρατία και μη αποκλειομένου οιουδήποτε παντός ετέρου μέτρου, δύνανται να αποτελέσωσιν ως συμβατικόν χρέος το αντικείμενον πολιτικής αγωγής, εγειρομένης υπό του Διευθυντού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Πολιτική αγωγή, έχουσα ως αντικείμενον τα οφειλόμενα τω Ταμείω ποσά, δύναται να εγερθή υπό επιθεωρητού ή ετέρου λειτουργού επί τούτω εξουσιοδοτημένου δι’ ειδικών ή γενικών οδηγιών του Διευθυντού, πας δε ούτως εξουσιοδοτηθείς επιθεωρητής ή λειτουργός δύναται, καίτοι δεν είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος, να διευθύνη την διεξαγωγήν της τοιαύτης αγωγής.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 Ευθύνη εργοδότου διά την απώλειαν παροχής λόγω ιδίου πταίσματος 83.-(1) Οσάκις εργοδότης παραλείπη ή αμελή- (α) να καταβάλη οιανδήποτε εισφοράν δυνάμει του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών, αναφορικώς προς μισθωτόν απασχοληθέντα υπ’ αυτού˙ ή (β) να συμμορφωθή, καθ’ όσον αφορά οιονδήποτε πρόσωπον, προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών, τας αφορώσας εις την καταβολήν και είσπραξιν των εισφορών, και ως εκ τούτου το πρόσωπον τούτο ή η σύζυγος ή χήρα αυτού απολέση εν όλω ή εν μέρει την παροχήν εις ην άλλως θα εδικαιούτο, τότε το πρόσωπον τούτο, η σύζυγος ή αναλόγως της περιπτώσεως η χήρα αυτού, θα δικαιούται όπως διά πολιτικής αγωγής διεκδικήση εκ του εργοδότου ως συμβατικόν χρέος ποσόν ίσον προς την ούτω απολεσθείσαν παροχήν, ή εάν πρόκειται περί συντάξεως χηρείας, συντάξεως γήρατος, συντάξεως ανικανότητος ή επιδόματος αγνοουμένου, ποσόν ίσον προς το ποσόν της συντάξεως το οποίο εξετιμήθη υπό του Διευθυντού ότι άλλως θα κατεβάλλετο προς τον δικαιούχον.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Δικαστικά μέτρα δύνανται να ληφθώσι δυνάμει του παρόντος άρθρου παρά το γεγονός ότι ελήφθησαν ήδη τοιαύτα μέτρα δυνάμει οιουδήποτε ετέρου άρθρου του παρόντος Νόμου, αναφορικώς προς την αυτήν παράλειψιν ή αμέλειαν.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ανεξαρτήτως των διατάξεων παντός ετέρου νόμου περί το εναντίον, δικαστικά μέτρα δυνάμει του παρόντος άρθρου δύνανται να ληφθώσιν καθ’ οιονδήποτε χρόνον εντός έτους από της ημερομηνίας καθ’ ην ο μισθωτός, η σύζυγος ή χήρα αυτού θα εδικαιούτο, ελλείψει της τοιαύτης παραλείψεως ή αμελείας του εργοδότου, εις το νυν απολεσθέν δικαίωμα παροχής.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 Καταβολή χρηματικών ποινών κ.λ.π. εις το Ταμείον 84. Αι χρηματικαί ποιναί, τα τέλη και έξοδα άτινα εισπράττονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, καταβάλλονται εις το Ταμείον εκτός εάν άλλως προνοήται εν τω παρόντι Νόμω.</p>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 Προτεραιότης εισφορών εν περιπτώσει διαλύσεως ή πτωχεύσεως 85. Μεταξύ των χρεών άτινα- (α) δυνάμει του άρθρου 38 του περί Πτωχεύσεως Νόμου κατά την διανομήν της περιουσίας ή των στοιχείων ενεργητικού πτωχεύσαντος προσώπου εξοφλούνται κατά προτεραιότητα έναντι των λοιπών χρεών˙ και (β) δυνάμει του άρθρου 300 του περί Εταιρειών Νόμου, εν περιπτώσει διαλύσεως εταιρείας εξοφλούνται κατά προτεραιότητα έναντι των λοιπών χρεών. περιλαμβάνονται και τα ποσά άτινα οφείλονται αναφορικώς προς οιανδήποτε εισφοράν ή υποχρέωσιν προς εισφοράν δυνάμει του παρόντος Νόμου προκύψασαν προ των ακολούθων ημερομηνιών, ήτοι- (α) εις την πρώτην περίπτωσιν προ της εκδόσεως της προς διορισμόν συνδίκου πτωχεύσεως αποφάσεως˙ και (β) εις την δευτέραν περίπτωσιν προ της ημερομηνίας καθ’ ην ήρξατο η διάλυσις της εταιρείας.</p>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 Εξαίρεσις από της φορολογίας και της προς καταβολήν δασμών και τελών χαρτοσήμου υποχρεώσεως 86. Το Ταμείον εξαιρείται- (α) της πληρωμής παντός δασμού ή τέλους πληρωτέου δυνάμει του εκάστοτε εν ισχύϊ τελωνειακού δασμολογίου, επί μηχανημάτων περιλαμβανομένων των εξαρτημάτων και ανταλλακτικών συσκευών οχημάτων, οργάνων, εργαλείων, εφοδίων και πάσης φύσεως υλικών άτινα εισάγονται προς ιδίαν χρήσιν του Ταμείου και δεν προορίζονται διά πώλησιν εις το κοινόν˙ (β) της πληρωμής τελών χαρτοσήμου δυνάμει του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου του αφορώντος εις πληρωμήν τελών χαρτοσήμου˙ (γ) της πληρωμής παντός Κυβερνητικού φόρου, ή φόρου τοπικής αρχής.</p>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 Παροχή πληροφοριών υπό του Φόρου Εισοδήματος 86Α. Ανεξαρτήτως των διατάξεων οιουδήποτε ετέρου νόμου, ο Έφορος επί του Φόρου Εισοδήματος υποχρεούται όπως παρέχη, τη αιτήσει του Διευθυντού τα αναγκαία στοιχεία και τας αναγκαίας πληροφορίας αναφορικώς προς τας αποδοχάς οιουδήποτε προσώπου, τα οποία κατέχει εντός των πλαισίων των εξουσιών και καθηκόντων δι’ ων περιβέβληται δυνάμει των διατάξεων των περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμων.</p>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 4/1987 Μείωσις εισφορών και πληρωμών ταμείων προνοίας 87.-(1) Από της ορισθείσης ημερομηνίας το ποσοστόν εισφοράς εις τα κατά την ημερομηνίαν αυτήν λειτουργούντα ταμεία προνοίας μειούται κατά τρεις μονάδας καθ’ όσον αφορά την εισφοράν του εργοδότου και κατά τρεις μονάδας καθ’ όσον αφορά την εισφοράν του μισθωτού:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι η ως είρηται μείωσις εφαρμόζεται επί των αποδοχών του μισθωτού επί των οποίων υπολογίζονται αι εισφοραί εις το ταμείον προνοίας, και εις ην έκτασιν το ποσόν των τοιούτων αποδοχών δεν υπερβαίνει το ανώτατον όριον ασφαλιστέων αποδοχών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Εις ην περίπτωσιν ο εργοδότης υποχρεούται δυνάμει νόμου, σχεδίου, συλλογικής συμβάσεως, συμφωνίας ή άλλως πως, όπως καταβάλη προς όφελος του μισθωτού ωρισμένον ποσόν πέραν του συσσωρευθέντος εις το ταμείον προνοίας προς όφελος του τοιούτου μισθωτού ποσού, το ούτω ωρισμένον ποσόν μειούται κατά το ποσόν το οποίον άλλως θα κατεβάλλετο εις το ταμείον προνοίας εάν η ως εν τω εδαφίω (1) μείωσις των εισφορών δεν ελάμβανε χώραν, πλέον ποσόν ίσον προς τους τόκους τους οποίους θα απέφερε το τοιούτο ποσόν εάν κατεβάλλετο εις το ταμείον προνοίας:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι εις ην περίπτωσιν το ποσόν του τιμαριθμικού επιδόματος δεν υπολογίζεται διά σκοπούς εισφορών εις το ταμείον προνοίας, το ως είρηται ωρισμένον ποσόν μειούται κατά το ποσόν το οποίον άλλως θα κατεβάλλετο υπό του μισθωτού εις το ταμείον προνοίας, εάν η ως είρηται μείωσις δεν ελάμβανε χώραν και κατά ποσόν ίσον προς τρία επί τοις εκατόν επί του ποσού των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού επί των οποίων ο εργοδότης κατέβαλεν εισφοράς δυνάμει του παρόντος Νόμου, πλέον ποσόν ίσον προς τους τόκους τους οποίους τα ποσά ταύτα θα απέφερον εάν κατεβάλλοντο εις το ταμείον προνοίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οιαδήποτε πληρωμή εκ ταμείου προνοίας άνευ εισφορών μειούται κατά ποσόν ίσον προς τρία επί τοις εκατόν του ποσού των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού επί των οποίων ο εργοδότης κατέβαλεν εισφοράς δυνάμει του παρόντος Νόμου, πλέον ποσόν ίσον προς τους τόκους τους οποίους το ποσόν τούτο θα απέφερεν εάν ετοκίζετο ως αι καταθέσεις των πλεονασμάτων του Ταμείου.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 Μείωσις παροχών και εισφορών επαγγελματικών σχεδίων συντάξεων 88.-(1) Το ποσόν οιασδήποτε περιοδικής πληρωμής η οποία καταβάλλεται προς μισθωτόν ή αναφορικώς προς μισθωτόν εξ οιουδήποτε επαγγελματικού σχεδίου συντάξεων διά περιόδους απασχολήσεως αρχομένας κατά ή μετά την ορισθείσαν ημερομηνίαν μειούται κατά το ποσόν της αντιστοίχου συμπληρωματικής παροχής της καταβαλλομένης προς τον μισθωτόν ή αναφορικώς προς αυτόν δυνάμει του παρόντος Νόμου αναφορικώς προς ασφαλιστέας αποδοχάς επί των οποίων κατεβλήθησαν εισφοραί διά τας ως είρηται περιόδους:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι στο ποσό της συμπληρωματικής παροχής περιλαμβάνεται και οποιοδήποτε τμήμα αυτής που προστίθεται δυνάμει του παρόντος Νόμου στο ποσό της βασικής σύνταξης γήρατος, χηρείας ή ανικανότητας, όταν αυτό είναι κατώτερο του ανώτατου ποσού της βασικής σύνταξης που θα μπορούσε να καταβληθεί στο δικαιούχο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Εις περίπτωσιν οιουδήποτε επαγγελματικού σχεδίου συντάξεων χρηματοδοτουμένου δι’ εισφορών εκ μέρους τόσον του εργοδότου όσον και του μισθωτού το ποσοστόν εισφοράς εκατέρου τούτων προς το ως είρηται σχέδιον μειούται εξ ίσου από της ορισθείσης ημερομηνίας λαμβανομένης υπ’ όψιν της εν τω εδαφίω (1) αναφερομένης μειώσεως.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Από της ορισθείσης ημερομηνίας η εισφορά συνταξίμου δημοσίου υπαλλήλου διά σύνταξιν χήρας και τέκνων δυνάμει της οικείας νομοθεσίας μειούται κατά εν επί της εκατόν επί του ποσού των συνταξίμων απολαβών αυτού δυνάμει της τοιαύτης νομοθεσίας, μη λαμβανομένων όμως υπ’ όψιν συνταξίμων απολαβών πέραν του ανωτάτου ορίου ασφαλιστέων αποδοχών.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 98(I)/2000 Μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 87 και 88 ταυτοχρόνως 89. Εις περίπτωσιν καθ’ ην μισθωτός υπάγεται ταυτοχρόνως εις ταμείον προνοίας και επαγγελματικόν σχέδιον συντάξεων εφαρμόζονται επ’ αυτού είτε αι διατάξεις του άρθρου 87 είτε αι διατάξεις του άρθρου 88:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι δύνανται να εφαρμοσθώσιν αι διατάξεις αμφοτέρων των ως είρηται άρθρων, εις τοιαύτην όμως έκτασιν ώστε η προκύπτουσα ολική μείωσις να μην υπερβαίνη την μείωσιν η οποία θα προέκυπτεν εάν εφηρμόζοντο μόνον αι διατάξεις του ενός άρθρου.</p>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 Μεταφορά δικαιώματος σε σύνταξη γήρατος 89Α. -(1) Ασφαλισμένος ο οποίος θεμελίωσε δικαίωμα σε σύνταξη γήρατος από συνταξιοδοτικό σχέδιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων βάσει Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων λόγω υπηρεσίας του στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, δικαιούται να μεταφέρει στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων το αναλογιστικά ισοδύναμο ποσό του δικαιώματος αυτού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ασφαλισμένος ο οποίος εισέρχεται στην υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δικαιούται βάσει του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, να μεταφέρει σε συνταξιοδοτικό σχέδιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το αναλογιστικά ισοδύναμο ποσό του δικαιώματος σε σύνταξη γήρατος από το Ταμείο που θεμελίωσε πριν την είσοδο του στην υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο τρόπος πίστωσης του ασφαλιστικού λογαριασμού του ασφαλισμένου, ο τρόπος υπολογισμού του αναλογιστικά ισοδύναμου ποσού του δικαιώματος σε σύνταξη γήρατος από το Ταμείο, καθώς και οι διαδικασίες για τη μεταφορά των ποσών αυτών καθορίζονται με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 73.</div>\n<p class=\"lf-p\">93(I)/2009 Μεταβατικαί διατάξεις 90.-(1) Τηρουμένων των εφ’ εξής διατάξεων του παρόντος άρθρου, τέως δικαιούχος ή τέως ησφαλισμένος λογίζεται ως δικαιούχος ή ησφαλισμένος δυνάμει του παρόντος Νόμου, και τα δικαιώματα και υποχρεώσεις τούτου διά περιόδους από της ορισθείσης ημερομηνίας διέπονται υπό του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Από της πρώτης ημέρας του μηνός, ο οποίος περιλαμβάνει την ορισθείσαν ημερομηνίαν, το εβδομαδιαίον ύψος των εις τον Έβδομον Πίνακα περιγραφομένων παροχών αναφορικώς προς τέως δικαιούχους είναι το εμφαινόμενον εις τον ως είρηται Πίνακα.</div>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 Καταργήσεις 91. Οι περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμοι του 1972 έως 1980 καταργούνται από της ορισθείσης ημερομηνίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 Έναρξις ισχύος 92. Πλην του άρθρου 73 του παρόντος Νόμου το οποίον τίθεται εν ισχύϊ από της ημερομηνίας δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας, η ισχύς των υπολοίπων διατάξεων του παρόντος Νόμου άρχεται εις ημερομηνίαν ορισθησομένην υπό του Υπουργικού Συμβουλίου διά γνωστοποιήσεως δημοσιευομένης εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">41/1980 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΞ Άρθρον 3(α) ΜΙΣΘΩΤΟΙ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΑΙ ΚΑΙ ΕΞΑΙΡΟΥΜΕΝΑΙ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΙΣ ΜΕΡΟΣ Ι - ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΑΙ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΙΣ 1. Απασχόλησις εν Κύπρω προσώπου τινός δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας ή υπό τοιαύτας περιστάσεις εξ ων δύναται να συναχθή ύπαρξις σχέσεως εργοδότου και εργοδοτουμένου, περιλαμβανομένης της απασχολήσεως εν τη υπηρεσία της Δημοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Απασχόλησις προσώπου τινός δυνάμει συμβάσεως ή περιστάσεων ως αι προμνησθείσαι, οσάκις το πρόσωπον τούτο έχη την μόνιμον αυτού διαμονήν εν Κύπρω και υπηρετή ως πλοίαρχος ή μέλος του πληρώματος Κυπριακού πλοίου, ή ως Κυβερνήτης ή μέλος πληρώματος αεροσκάφους, ούτινος ο ιδιοκτήτης ή ο διαχειριστής έχει ως κύριον τόπον διεξαγωγής των εργασιών του την Κύπρον.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Απασχόλησις εν οιαδήποτε φυλακή εν τη Δημοκρατία προσώπου τινός, όπερ εκτίει ποινήν φυλακίσεως.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>Εκπαίδευσις εν Κύπρω προσώπου τινός δυνάμει προγράμματος βιομηχανικής καταρτίσεως εφαρμοζομένου υπό της Αρχής της ιδρυθείσης δυνάμει του περί Βιομηχανικής Καταρτίσεως Νόμου 1974.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">5.</span>Απασχόληση προσώπου σε ιδιωτική εταιρεία, στην οποία είναι μέτοχος, έστω και εάν η απασχόληση του δεν είναι με βάση σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι για τους σκοπούς της παραγράφου αυτής ο όρος “ιδιωτική εταιρεία” έχει την έννοια η οποία αποδίδεται σ’ αυτόν από τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">6.</span>Άσκηση του λειτουργήματος του Κληρικού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">7.</span>Απασχόληση προσώπου, πολίτη της Δημοκρατίας, στις Διπλωματικές Αποστολές της Δημοκρατίας στο εξωτερικό, με καθεστώς επιτόπιου προσωπικού, εφόσον δεν ασφαλίζεται δυνάμει της νομοθεσίας του δεχόμενου κράτους.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΜΕΡΟΣ ΙΙ - ΕΞΑΙΡΟΥΜΕΝΑΙ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΙΣ 1. Απασχόλησις μέλους οιασδήποτε των ναυτικών, στρατιωτικών και αεροπορικών δυνάμεων της Κυβερνήσεως χώρας ετέρας ή της Κυπριακής Δημοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Απασχόλησις εν τη δημοσία ή διπλωματική υπηρεσία της Κυβερνήσεως χώρας ετέρας ή της Κυπριακής Δημοκρατίας, οσάκις το απασχολούμενον πρόσωπον προσλαμβάνεται εκτός της Κύπρου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Απασχόλησις εν τη υπηρεσία του συζύγου ή της συζύγου του απασχολουμένου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>Απασχόλησις προσώπου μη έχοντος την συνήθη αυτού διαμονήν εν Κύπρω εάν ο εργοδότης του προσώπου τούτου δεν έχη την συνήθη αυτού διαμονήν εν Κύπρω ουδέ τόπον διεξαγωγής εργασιών εν αυτή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">5.</span>Απασχόλησις γραμματέως ή γραφέως σωματείου, λέσχης, φιλανθρωπικού ιδρύματος, σχολείου ή ετέρου παρομοίας φύσεως οργανισμού ή ιδρύματος, οσάκις συνήθως απαιτήται προσωπική εργασία μόνον εκτάκτως ή εκτός των συνήθων ωρών εργασίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">6.</span>Μερική απασχόλησις φροντιστού ή φύλακας αρχαίου τινός μνημείου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">7.</span>Απασχόλησις φροντιστού άνευ αποδοχών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">8.</span>Απασχόλησις Προέδρου Αρχής Τοπικής Διοικήσεως.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">9.</span>Απασχόλησις άνευ αποδοχών, παρεχομένη υπό του πατρός, μητρός, πάππου ή μάμμης του εργοδότου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">10.</span>Γεωργική απασχόλησις εν τη υπηρεσία του πατρός ή μητρός του απασχολουμένου.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΙΝΑΞ Άρθρον 3(β) ΑΥΤΟΤΕΛΩΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΑΙ ΚΑΙ ΕΞΑΙΡΟΥΜΕΝΑΙ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΙΣ ΜΕΡΟΣ Ι - ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΑΙ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΙΣ Απασχόλησις εν Κύπρω προσώπου τινός εργαζομένου επί κέρδει και έχοντος την συνήθη αυτού διαμονήν εν Κύπρω, εφ’ όσον η τοιαύτη απασχόλησις δεν είναι ασφαλιστέα δυνάμει του Μέρους Ι του Πρώτου Πίνακος.</p>\n<h3 class=\"lf-part\">Μέρος II - ΕΞΑΙΡΟΥΜΕΝΕΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΙΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Γεωργική απασχόληση όταν το απασχολούμενο πρόσωπο είναι ηλικίας κάτω των δεκαέξι ετών και ζει με τους γονείς του.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΤΡΙΤΟΣ ΠΙΝΑΞ Άρθρον 24 ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(1)</span>Αι προϋποθέσεις εισφοράς καθ’ όσον αφορά εις τα επιδόματα μητρότητος, ασθενείας, ανεργίας και εις τα βοηθήματα γάμου, τοκετού και κηδείας είναι αι ακόλουθοι:- (α) ο ησφαλισμένος να έχη πληρωθείσας ασφαλιστέας αποδοχάς εις το κατώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών τουλάχιστον ίσας προς είκοσι εξ φοράς το εβδομαδιαίον ποσόν των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών? και (β) ο ησφαλισμένος να έχη πληρωθείσας ή πιστωθείσας ασφαλιστέας αποδοχάς τουλάχιστον ίσας προς είκοσι φοράς το εβδομαδιαίον ποσόν των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών διά το τελευταίον έτος εισφορών προ της ενάρξεως του έτους παροχών όπερ περιλαμβάνει την ημερομηνίαν καθ’ ην απαιτείται όπως πληρωθώσιν αι προϋποθέσεις εισφοράς.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι προϋποθέσεις εισφοράς για σύνταξη γήρατος είναι οι ακόλουθες: (α) Ο ασφαλισμένος να έχει πληρωμένες ασφαλιστέες αποδοχές, στο κατώτερο τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών, τουλάχιστον ίσες με το γινόμενο που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του αριθμού – (i) διακόσια εξήντα (260) επί το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών από την πρώτη Δευτέρα του 2010. (ii) τριακόσια εξήντα τέσσερα (364) επί το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών από την πρώτη Δευτέρα του 2011, και (iii) πεντακόσια είκοσι (520) επί το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών από την πρώτη Δευτέρα του 2012۠ και (β) o εβδομαδιαίος μέσος όρος των πληρωμένων και πιστωμένων ασφαλιστέων αποδοχών του, στο κατώτερο τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών, για την περίοδο που αρχίζει την 5η Οκτωβρίου 1964, ή αν συμπλήρωσε την ηλικία των δεκαέξι (16) ετών μετά την ημερομηνία αυτή, την πρώτη ημέρα του έτους εισφορών, κατά το οποίο συμπλήρωσε την ηλικία αυτή, και λήγει την τελευταία εβδομάδα πριν την εβδομάδα που περιλαμβάνει τη σχετική ημερομηνία, είναι τουλάχιστον ίσος με ποσοστό 30% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση προσώπου ασφαλισμένου δυνάμει των καταργηθέντων περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμων του 1956 και 1961, το οποίο συμπλήρωσε την ηλικία των δεκαέξι (16) ετών πριν την 5η Οκτωβρίου 1964, ο εβδομαδιαίος μέσος όρος υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη την περίοδο που αρχίζει την 7η Ιανουαρίου 1957 ή την πρώτη ημέρα του έτους εισφορών, κατά το οποίο συμπλήρωσε την ηλικία των δεκαέξι (16) ετών, εάν αυτή είναι μεταγενέστερη της 7ης Ιανουαρίου 1957, και λήγει την τελευταία εβδομάδα πριν την εβδομάδα η οποία περιλαμβάνει τη σχετική ημερομηνία, εφόσον ο υπολογισμός αυτός είναι ευεργετικότερος για το δικαιούχο της παροχής:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, για σκοπούς υπολογισμού του αριθμού των εβδομάδων που περιλαμβάνονται στην περίοδο, η οποία λαμβάνεται υπόψη για την εξαγωγή του εβδομαδιαίου όρου πληρωμένων και πιστωμένων ασφαλιστέων αποδοχών, εάν οποιοδήποτε έτος περιλαμβάνει πενηντατρείς (53) εβδομάδες, λογίζεται ότι περιλαμβάνει πενηνταδύο (52) εβδομάδες.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η προϋπόθεση εισφοράς για εφάπαξ ποσό γήρατος είναι όπως ο ασφαλισμένος έχει πληρωμένες ασφαλιστέες αποδοχές, στο κατώτερο τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών, τουλάχιστον ίσες με το γινόμενο που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του αριθμού – (i) διακόσια οκτώ (208) επί το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών από την πρώτη Δευτέρα του 2010, (ii) διακόσια εξήντα (260) επί το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών από την πρώτη Δευτέρα του 2011, και (iii) τριακόσια δώδεκα (312) επί το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών από την πρώτη Δευτέρα του 2012.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οι προϋποθέσεις εισφοράς για σύνταξη ανικανότητας είναι οι ακόλουθες: (α) Ο ασφαλισμένος να έχει πληρωμένες ασφαλιστέες αποδοχές, στο κατώτερο τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών, τουλάχιστον ίσες με το γινόμενο που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του αριθμού εκατόν πενήντα έξι (156) επί το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών· (β) Ο εβδομαδιαίος μέσος όρος των πληρωμένων και πιστωμένων ασφαλιστέων αποδοχών του, στο κατώτερο τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών, για την περίοδο που αρχίζει την 5η Οκτωβρίου 1964 ή, αν συμπλήρωσε την ηλικία των δεκαέξι (16) ετών, μετά την ημερομηνία αυτή, την πρώτη μέρα του έτους εισφορών, κατά το οποίο συμπλήρωσε την ηλικία αυτή, και λήγει την τελευταία εβδομάδα, πριν την εβδομάδα που περιλαμβάνει τη σχετική ημερομηνία, είναι τουλάχιστον ίσος με το 25% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση προσώπου ασφαισμένου δυνάμει των καταργηθέντων περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμων του 1956 και 1961, το οποίο συμπλήρωσε την ηλικία των δεκαέξι (16) ετών πριν την 5η Οκτωβρίου 1964, ο εβδομαδιαίος μέσος όρος υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη την περίοδο που αρχίζει την 7η Ιανουαρίου 1957 ή την πρώτη ημέρα του έτους εισφορών κατά το οποίο συμπλήρωσε την ηλικία των δεκαέξι (16) ετών, εάν αυτή είναι μεταγενέστερη της 7ης Ιανουαρίου 1957, και λήγει την τελευταία εβδομάδα πριν την εβδομάδα η οποία περιλαμβάνει τη σχετική ημερομηνία, εφόσον ο υπολογισμός αυτός είναι ευεργετικότερος για το δικαιούχο της παροχής:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, για σκοπούς υπολογισμού του αριθμού των εβδομάδων που περιλαμβάνονται στην περίοδο, η οποία λαμβάνεται υπόψη για την εξαγωγή του εβδομαδιαίου μέσου όρου πληρωμένων και πιστωμένων ασφαλιστέων αποδοχών, εάν οποιοδήποτε έτος περιλαμβάνει πενηντατρείς (53) εβδομάδες, λογίζεται ότι, τούτο περιλαμβάνει πενηνταδύο (52) εβδομάδες και (γ) Ο ασφαλισμένος, κατά το τελευταίο έτος εισφορών, πριν την έναρξη του έτους παροχών που περιλαμβάνει τη σχετική ημερομηνία, να έχει πληρωμένες ή πιστωμένες ασφαλιστέες αποδοχές ίσες τουλάχιστον με το γινόμενο που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του αριθμού είκοσι (20) επί το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, η προϋπόθεση αυτή θεωρείται ότι ικανοποιείται και όταν ο μέσος όρος πληρωμένων και πιστωμένων ασφαλιστέων αποδοχών των δύο (2) τελευταίων ετών εισφορών, πριν από την έναρξη του έτους παροχών που περιλαμβάνει τη σχετική ημερομηνία είναι τουλάχιστον ίσος με το γινόμενο που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του αριθμού είκοσι (20) επί το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Οι προϋποθέσει εισφοράς για σύνταξη χηρείας πληρούνται αν ο απιβιώσας ή η αποβιώσασα σύζυγος, ανάλογα με την περίπτωση, ικανοποιεί τις αναφερόμενες στις υποπαραγράφους (α) και (β) της παραγράφου (4) του παρόντος Πίνακα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Η προϋπόθεση εισφοράς για εφάπαξ ποσό χηρείας είναι όπως ο αποβιώσας ή η αποβιώσασα σύζυγος, ανάλογα με την περίπτωση, έχει πληρωμένες ασφαλιστέες αποδοχές, στο κατώτερο τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών, τουλάχιστον ίσες προς το γινόμενο που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του αριθμού εκατόν πενήντα έξι (156) επί το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΠΙΝΑΞ Άρθρον 27 ΠΟΣΟΝ ΚΑΙ ΥΨΟΣ ΠΑΡΟΧΩΝ ΜΕΡΟΣ Ι - ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ ΓΑΜΟΥ, ΤΟΚΕΤΟΥ ΚΑΙ ΚΗΔΕΙΑΣ Είδος Παροχής Ποσόν βοηθήματος σεντ Βοήθημα γάμου 90.00 Βοήθημα τοκετού 67.00 Βοήθημα κηδείας 90.00 ΜΕΡΟΣ ΙΙ - ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΕΡΓΙΑΣ Εβδομαδιαίον ύψος παροχής Βασική παροχή Συμπληρωματική παροχή 60% του εβδομαδιαίου μέσου όρου των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών εις το κατώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών κατά το τελευταίον έτος εισφορών προ του έτους παροχών όπερ περιλαμβάνει την ημερομηνίαν καθ’ ην απαιτείται όπως πληρωθώσιν αι προϋποθέσεις εισφοράς, του εξευρισκομένου ούτω ποσού αυξανομένου κατά το 1/3 αυτού για σύζυγο εξαρτώμενο και κατά το 1/6 αυτού για κάθε άλλο εξαρτώμενο μέχρι ανώτατο αριθμό δύο άλλα εξαρτώμενα. Σε περίπτωση που δεν καταβάλλεται αύξηση παροχής για σύζυγο εξαρτώμενο για λόγους άλλους από εκείνους που αναφέρονται στην επιφύλαξη του εδαφίου (4) του άρθρου 59, το ποσό της αύξησης της παροχής που θα καταβάλλετο για σύζυγο εξαρτώμενο καταβάλλεται σε άλλο εξαρτώμενο ο ανώτατος αριθμός των οποίων είναι τρεις.</p>\n<p class=\"lf-p\">50% του εβδομαδιαίου μέσου όρου των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών εις το ανώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών κατά το τελευταίον έτος εισφορών προ του έτους παροχών όπερ περιλαμβάνει την ημερομηνίαν καθ’ ην απαιτείται όπως πληρωθώσιν αι προϋποθέσεις εισφοράς, εν ουδεμία όμως περιπτώσει το εβδομαδιαίον ποσόν της συμπληρωματικής παροχής θα υπερβαίνη το εβδομαδιαίον ποσόν των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΜΕΡΟΣ ΙΙΑ - ΕΠΙΔΟΜΑ ΜΗΤΡΟΤΗΤΟΣ Εβδομαδιαίον ύψος παροχής Βασική παροχή Συμπληρωματική παροχή 75% του εβδομαδιαίου μέσου όρου των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών εις το κατώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών κατά το τελευταίον έτος εισφορών προ του έτους παροχών όπερ περιλαμβάνει την ημερομηνίαν καθ’ ην απαιτείται όπως πληρωθώσιν αι προϋποθέσεις εισφοράς, αυξανόμενον εις 80%, 90% ή 100%, όταν η δικαιούχος έχη, αντιστοίχως, ένα εξαρτώμενον, δύο εξαρτωμένους ή πλείονας των δύο εξαρτωμένους.</p>\n<p class=\"lf-p\">75% του εβδομαδιαίου μέσου όρου των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών εις το ανώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών κατά το τελευταίον έτος εισφορών προ του έτους παροχών όπερ περιλαμβάνει την ημερομηνίαν καθ’ ην απαιτείται όπως πληρωθώσιν αι προϋποθέσεις εισφοράς.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ - ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΓΗΡΑΤΟΣ, ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΧΗΡΕΙΑΣ Εβδομαδιαίον ύψος παροχής Βασική παροχή Συμπληρωματική παροχή (α) Σύνταξη γήρατος:</p>\n<p class=\"lf-p\">60% του εβδομαδιαίου μέσου όρου των πληρωμένων και πιστωμένων ασφαλιστέων αποδοχών στο κατώτερο τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών, όπως αυτός εξάγεται δυνάμει της υποπαραγράφου (β) της παραγράφου (2) του Τρίτου Πίνακα, αυξανόμενο στο 80%, 90% ή 100% όταν ο δικαιούχος έχει ένα (1), δύο (2) ή τρεις (3) εξαρτώμενους, αντίστοιχα (β) Σύνταξη ανικανότητας και χηρείας:</p>\n<p class=\"lf-p\">60% του εβδομαδιαίου μέσου όρου των πληρωμένων και πιστωμένων ασφαλιστέων αποδοχών στο κατώτερο τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών όπως αυτός εξάγεται δυνάμει της υποπαραγράφου (β) της παραγράφου (4) του Τρίτου Πίνακα, αυξανόμενο στο 80%, 90% ή 100% όταν ο δικαιούχος έχει ένα (1), δύο (2) ή τρεις (3) εξαρτώμενους, αντίστοιχα. (α) Σύνταξις γήρατος και σύνταξις ανικανότητος:</p>\n<p class=\"lf-p\">Εν πεντηκοστόν δεύτερον του 1.5% του συνόλου των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών εις το ανώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών μη υπολογιζομένων, όμως, των τοιούτων αποδοχών των αναφερομένων εις την εβδομάδα η οποία περιλαμβάνει την σχετικήν ημερομηνίαν. (β) Σύνταξις χηρείας:</p>\n<p class=\"lf-p\">60% του ως εν τη παραγράφω (α) εξευρισκομένου ποσού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(1)</span>Σε περίπτωση στην οποία το ύψος της βασικής σύνταξης γήρατος, χηρείας ή ανικανότητας είναι κατώτερο του ανώτατου ποσού της βασικής σύνταξης που θα μπορούσε να καταβληθεί στο δικαιούχο, προστίθεται στο ύψος της βασικής σύνταξης τμήμα της συμπληρωματικής σύνταξης μέχρι το ανώτατο ποσό της βασικής σύνταξης που θα μπορούσε να καταβληθεί στο δικαιούχο και το ύψος της συμπληρωματικής σύνταξης μειώνεται ανάλογα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Εις περίπτωσιν συντάξεως ανικανότητος ή χηρείας χορηγουμένης δυνάμει της επιφυλάξεως του εδαφίου (1) του άρθρου 38 ή του εδαφίου (3) του άρθρου 39, αναλόγως της περιπτώσεως, το εβδομαδιαίον ύψος της βασικής παροχής υπολογίζεται επί τη βάσει των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών κατά το τελευταίον συμπεπληρωμένον έτος εισφορών προ του έτους παροχών το οποίον περιλαμβάνει είτε την ημερομηνίαν του ατυχήματος είτε την σχετικήν ημερομηνίαν της συντάξεως ανικανότητος ή χηρείας, αναλόγως της περιπτώσεως, εάν ο τοιούτος υπολογισμός είναι ευεργετικώτερος διά τον δικαιούχον.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Αν ο ασφαλισμένος λάμβανε σύνταξη ανικανότητας αμέσως πριν από τη συμπλήρωση της ηλικίας των 63 ετών για ολική απώλεια της προ το κερδίζειν ικανότητας, το ύψος της σύνταξης γήρατος είναι ίσο με το ύψος της σύνταξης ανικανότητας που λάμβανε.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Αν ο ασφαλισμένος λάμβανε σύνταξη ανικανότητας για απώλεια της προς το κερδίζειν ικανότητας που δεν ήταν ολική ή σύνταξη αναπηρίας με βάση τις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 47, το ύψος της σύνταξης γήρατος είναι ίσο με το ύψος της σύνταξης ανικανότητας που θα λάμβανε, αν η απώλεια της προς το κερδίζειν ικανότητας του ήταν ολική.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Τηρουμένων των αναλογιών, οι διατάξεις των παραγράφων (2) και (3) εφαρμόζονται και στην περίπτωση συντάξεως χηρείας, αν ο ασφαλισμένος λάμβανε, αμέσως πριν από το θάνατο του, σύνταξη ανικανότητας ή σύνταξη αναπηρίας με βάση τις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 47.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν το ολικόν εβδομαδιαίον ύψος παροχής το υπολογισθέν δυνάμει του παρόντος Μέρους είναι κατώτερον του ογδόντα πέντε επί τοις εκατόν του ανωτάτου ποσού της βασικής παροχής, το οποίον θα ηδύνατο να καταβληθή εις τον δικαιούχον, το ύψος της βασικής παροχής αυξάνεται κατά το ποσόν της διαφοράς μεταξύ του υπολογισθέντος ολικού ύψους της παροχής και του εβδομήντα επτά επί τοις εκατόν του εν λόγω ανωτάτου ποσού βασικής παροχής.</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι η δαπάνη που προκύπτει από την αύξηση του ποσοστού του εβδομήντα επί τοις εκατό (70%) σε ογδόντα πέντε επί τοις εκατό (85%) θα καταβάλλεται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και θα ισούται με ποσοστό επί της ετήσιας δαπάνης για της βασικές συντάξεις γήρατος, χηρείας και ανικανότητας, το οποίο θα καθορίζεται από τον αναλογιστή του Ταμείου ανά τριετία με βάση την τελευταία αναλογιστική ανασκόπηση του Ταμείου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Όταν η απώλεια της προς το κερδίζειν ικανότητας δεν είναι ολική, το ύψος της σύνταξης ανικανότητας είναι- (α) Για απώλεια μικρότερη του 66 2/3%, ίσο με 60% του ύψους της σύνταξης ανικανότητας όπως τούτο υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πίνακα αυτό? (β) για απώλεια 66 2/3% μέχρι 75%, ίσο με 75% του ύψους της εν λόγω σύνταξης? και (γ) για απώλεια μεγαλύτερη από 75% αλλά μικρότερη του 100%, ίσο με 85% της εν λόγω σύνταξης. 5 του Ν.80(Ι)/98.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Σε περίπτωση ασφαλισμένης που δε δικαιούται σε αύξηση παροχής σύνταξης γήρατος ή ανικανότητας για σύζυγο εξαρτώμενο, καταβάλλεται αύξηση παροχής για ανώτατο αριθμό μέχρι δύο άλλα εξαρτώμενα και το ύψος της για κάθε άλλο εξαρτώμενο είναι ίσο με το 1/6 του ποσού της βασικής παροχής χωρίς αύξηση για εξαρτώμενα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Όταν πρόσωπο δικαιούται συγχρόνως— (α) Σύνταξη χηρείας ή σύνταξη χήρας και σύνταξη γήρατος, ανάλογα με την περίπτωση, ή (β) σύνταξη χηρείας ή σύνταξη χήρας και σύνταξη ανικανότητας, ανάλογα με την περίπτωση, το ολικό ύψος των συμπληρωματικών συντάξεων δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της συμπληρωματικής σύνταξης γήρατος το οποίο η χήρα θα εδικαιούτο αν κατέβαλλε εισφορές πάνω στο ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για την περίοδο από της ενάρξεως της ασφαλίσεως του συζύγου της ή της ιδίας, οποιαδήποτε είναι προγενέστερη μέχρι της συμπλήρωσης της συντάξιμης ηλικίας της.</div>\n<p class=\"lf-p\">MEΡΟΣ IV - ΕΠΙΔΟΜΑ ΟΡΦΑΝΙΑΣ (α) Εβδομαδιαίον ύψος παροχής δυνάμει των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου 40 Βασική παροχή Συμπληρωματική παροχή 40% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.</p>\n<p class=\"lf-p\">50% της συμπληρωματικής παροχής της συντάξεως χηρείας η οποία κατεβάλλετο ή θα κατεβάλλετο διά τον θάνατον του γονέως του ορφανού, εις περίπτωσιν δε καθ’ ην το επίδομα καταβάλλεται αναφορικώς προς πλείονα των δύο ορφανών, το εβδομαδιαίον ύψος της παροχής μειούται αναλόγως ώστε το άθροισμα του επιδόματος του καταβαλλομένου αναφορικώς προς άπαντα τα ορφανά να μη υπερβαίνη το ολικόν ποσόν της συμπληρωματικής παροχής της συντάξεως χηρείας.</p>\n<p class=\"lf-p\">Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν αμφότεροι οι γονείς υπήρξαν ησφαλισμένοι, το εβδομαδιαίον ύψος της συμπληρωματικής παροχής υπολογίζεται λαμβανομένης υπ’ όψιν της ασφαλίσεως του γονέως η οποία είναι ευεργετικωτέρα διά τον ορφανόν. (β) Εβδομαδιαίον ύψος παροχής δυνάμει των εδαφίων (3) και (4) του άρθρου 40 Δι’ ένα ανήλικον Διά δύο ανηλίκους Διά τρεις ανηλίκους 20% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.</p>\n<p class=\"lf-p\">30% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.</p>\n<p class=\"lf-p\">40% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΠΕΜΠΤΟΣ ΠΙΝΑΞ (Άρθρον 43) ΠΑΡΟΧΑΙ ΛΟΓΩ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΒΛΑΒΩΝ MEΡΟΣ Ι - ΕΠΙΔΟΜΑ ΣΩΜΑΤΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ Εβδομαδιαίον ύψος παροχής Βασική παροχή Συμπληρωματική παροχή 60% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών των αναφερομένων εν τη δευτέρα επιφυλάξει του άρθρου 23, του εξευρισκομένου ούτω ποσού αυξανομένου κατά το 1/3 αυτού για σύζυγο εξαρτώμενο και κατά το 1/6 αυτού για κάθε άλλο εξαρτώμενο μέχρι ανώτατο αριθμό δύο άλλα εξαρτώμενα. Σε περίπτωση που δεν καταβαλλεται αύξηση παροχής για σύζυγο εξαρτώμενο για λόγους άλλους από εκείνους που αναφέρονται στην επιφύλαξη του εδαφίου (4) του άρθρου 59, το ποσό της αύξησης της παροχής που θα καταβάλλετο για σύζυγο εξαρτώμενο καταβάλλεται σε άλλο εξαρτώμενο ο ανώτατος αριθμός των οποίων είναι τρεις.</p>\n<p class=\"lf-p\">50% του εβδομαδιαίου μέσου όρου των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών εις το ανώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών κατά το τελευταίον έτος εισφορών προ του έτους παροχών όπερ περιλαμβάνει την ημερομηνίαν καθ’ ην επισυνέβη το ατύχημα, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει το εβδομαδιαίον ποσόν της συμπληρωματικής παροχής θα υπερβαίνη το εβδομαδιαίον ποσόν των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.</p>\n<p class=\"lf-p\">Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν ο δικαιούχος επιδόματος σωματικής βλάβης θα εδικαιούτο ταυτοχρόνως και εις επίδομα ασθενείας, το εβδομαδιαίον ύψος του επιδόματος σωματικής βλάβης δεν δύναται να είναι χαμηλότερον του εβδομαδιαίου ύψους του επιδόματος ασθενείας εις το οποίον ούτος θα εδικαιούτο. 15 του Ν.116/85.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΜΕΡΟΣ ΙΙ - ΠΑΡΟΧΑΙ ΛΟΓΩ ΘΑΝΑΤΟΥ Είδος παροχής Εβδομαδιαίον ύψος παροχής Βασική παροχή Συμπληρωματική παροχή Σύνταξις χήρας/ Σύνταξις χήρου.</p>\n<p class=\"lf-p\">60% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, του εξευρισκομένου ούτω ποσού αυξανομένου κατά το 1/3 αυτού δι’ ένα εξαρτώμενον, κατά το ½ αυτού διά δύο εξαρτωμένους και κατά τα 2/3 αυτού διά τρεις ή πλείονας εξαρτωμένους.</p>\n<p class=\"lf-p\">60% του πσού της συμπληρωματικής παροχής της συντάξεως αναπηρίας βαθμού 100% ως τούτο εξευρίσκεται συμφώνως προς το Μέρος IV του παρόντος Πίνακος.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σύνταξις γονέως.</p>\n<p class=\"lf-p\">40% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.</p>\n<p class=\"lf-p\">30% του ποσού της συμπληρωματικής παροχής της συντάξεως αναπηρίας βαθμού 100% ως τούτο εξευρίσκεται συμφώνως προς το Μέρος IV του παρόντος Πίνακος.</p>\n<p class=\"lf-p\">Επίδομα ορφανίας δυνάμει των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (6) του άρθρου 49.</p>\n<p class=\"lf-p\">40% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.</p>\n<p class=\"lf-p\">50% της συμπληρωματικής παροχής της συντάξεως χήρας/χήρου η οποία κατεβάλλετο ή θα κατεβάλλετο διά τον θάνατον του γονέως του ορφανού, εις περίπτωσιν δε καθ’ ην το επίδομα καταβάλλεται αναφορικώς προς πλείονα των δύο ορφανών, το εβδομαδιαίον ύψος της παροχής μειούται αναλόγως ώστε το άθροισμα του επιδόματος του καταβαλλομένου αναφορικώς προς άπαντα τα ορφανά να μη υπερβαίνη το ολικόν ποσόν της συμπληρωματικής παροχής της συντάξεως χήρας ή χήρου.</p>\n<p class=\"lf-p\">Επίδομα ορφανίας δυνάμει των παραγράφων (γ) και (δ) του εδαφίου (6) του άρθρου 49.</p>\n<p class=\"lf-p\">Δι’ ένα ανήλικον: 20% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.</p>\n<p class=\"lf-p\">Διά δύο ανηλίκους: 30% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.</p>\n<p class=\"lf-p\">Διά τρεις ανηλίκους: 40% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.</p>\n<p class=\"lf-p\">Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν αμφότεροι οι γονείς απεβίωσαν συνεπεία σωματικής βλάβης προκληθείσης εξ επαγγελματικού ατυχήματος, το εβδομαδιαίον ύψος της συμπληρωματικής παροχής του επιδόματος ορφανίας υπολογίζεται λαμβανομένης υπ’ όψιν της ασφαλίσεως του γονέως η οποία είναι ευεργετικωτέρα διά τον ορφανόν.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ - ΒΟΗΘΗΜΑ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ Βαθμός αναπηρίας Ποσόν βοηθήματος % σεντ 10 480.00 11 529.00 12 577.00 13 624.00 14 673.00 15 721.00 16 769.00 17 817.00 18 865.00 19 913.00</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ IV - ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Εβδομαδιαίον ύψος παροχής διά βαθμόν αναπηρίας 100% Βασική παροχή Συμπληρωματική παροχή 60% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, του εξευρισκομένου ούτω ποσού αυξανομένου κατά το 1/3 αυτού δι’ ένα εξαρτώμενον, κατά το ½ αυτού διά δύο εξαρτωμένους και κατά τα 2/3 αυτού διά τρεις ή πλείονας εξαρτωμένους.</p>\n<p class=\"lf-p\">60% του εβδομαδιαίου μέσου όρου των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών εις το ανώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών διά την περίοδον ήτις λήγει την τελευταίαν εβδομάδα προ της εβδομάδος του σχετικού ατυχήματος και περιλαμβάνει τα δύο συμπεπληρωμένα έτη εισφορών προ της εβδομάδος ταύτης:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι εν ουδεμιά περιπτώσει λαμβάνεται υπ’ όψιν περίοδος προ της ορισθείσης ημερομηνίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(1)</span>Διά βαθμόν αναπηρίας κάτω του βαθμού 100% το εβδομαδιαίον ύψος παροχής είναι ανάλογον προς τον βαθμόν αναπηρίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση ασφαλισμένης που δε δικαιούται σε αύξηση παροχής σύνταξης αναπηρίας για σύζυγο εξαρτώμενο, καταβάλλεται αύξηση παροχής για ανώτατο αριθμό μέχρι δύο άλλα εξαρτώμενα και το ύψος της για κάθε άλλο εξαρτώμενο είναι ίσο με το 1/6 του ποσού της βασικής παροχής χωρίς αύξηση για εξαρτώμενα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όταν πρόσωπο δικαιούται συγχρόνως σύνταξη χηρείας ή σύνταξη χήρας και σύνταξη αναπηρίας που καταβάλλεται λόγω εργατικού ατυχήματος ή νόσου, ανάλογα με την περίπτωση, το ολικό ύψος των συμπληρωματικών συντάξεων δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της συμπληρωματικής σύνταξης γήρατος το οποίο η χήρα θα εδικαιούτο αν κατέβαλλε εισφορές πάνω στο ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για την περίοδο από της ενάρξεως της ασφαλίσεως του συζύγου της ή της ιδίας, οποιαδήποτε είναι προγενέστερη μέχρι της συμπλήρωσης της συντάξιμης ηλικίας της.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΕΚΤΟΣ ΠΙΝΑΞ Άρθρον 46 ΒΑΘΜΟΙ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ Αύξων Αρ.</p>\n<p class=\"lf-p\">Περιγραφή Σωματικής Βλάβης Βαθμός αναπηρίας επί τοις εκατόν 1 Απώλεια δύο άκρων 100 2 Απώλεια αμφοτέρων των άκρων χειρών ή όλων των δακτύλων 100 3 Ολική απώλεια της οράσεως 100 4 Ολική παράλυσις 100 5 Κακώσεις έχουσαι ως αποτέλεσμα μόνιμον ακινησίαν 100 6 Απώλεια και του μόνου οφθαλμού, μονοφθάλμου μισθωτού 100 7 Απώλεια και του μόνου εναπομείναντος άνω άκρου, μονόχειρος μισθωτού 8 Απώλεια και του μόνου εναπομείναντος κάτω άκρου, μονόποδος μισθωτού 9 Απώλεια μιας άκρας χειρός και ενός άκρου ποδός 10 Πάσα άλλη κάκωσις επιφέρουσα ολικήν μόνιμον ανικανότητα 11 Πολύ σοβαρά παραμόρφωσις του προσώπου 12 Τελεία κώφωσις Περιπτώσεις ακρωτηριασμού Άνω άκρα (έτερον άνω άκρον) 13 Ακρωτηριασμός διά μέσου της κατ’ ώμον αρθρώσεως 80 14 Ακρωτηριασμός του βραχίονος μεταξύ αγκώνος και ώμου 70 15 Απώλεια του πήχεως κατά τον αγκώνα 70 16 Απώλεια του πήχεως μεταξύ καρπού και αγκώνος 70 17 Απώλεια της άκρας χειρός κατά τον καρπόν 60 18 Απώλεια όλων των δακτύλων της μιας χειρός 60 19 Απώλεια 4 δακτύλων μιας χειρός ουχί όμως του αντίχειρος 40 20 Απώλεια αντίχειρος. Αμφότεραι αι φάλαγγες 30 21 Απώλεια αντίχειρος. Μία φάλαγξ 20 22 Απώλεια δείκτου δακτύλου. Τρεις φάλαγγες 14 23 Απώλεια δείκτου δακτύλου. Δύο φάλαγγες 11 24 Απώλεια δείκτου δακτύλου. Μία φάλαγξ 9 25 Απώλεια μέσου δακτύλου. Τρεις φάλαγγες 12 26 Απώλεια μέσου δακτύλου. Δύο φάλαγγες 9 27 Απώλεια μέσου δακτύλου. Μία φάλαγξ 7 28 Απώλεια παραμέσου ή μικρού δακτύλου. Τρείς φάλαγγες 7 29 Απώλεια παραμέσου ή μικρού δακτύλου. Δύο φάλαγγες 6 30 Απώλεια παραμέσου ή μικρού δακτύλου. Μία φάλαγξ 5 31 Απώλεια μικρού δακτύλου. Τρείς φάλαγγες 7 32 Απώλεια μικρού δακτύλου. Δύο φάλαγγες 6 33 Απώλεια μικρού δακτύλου. Μία φάλαγξ 5 34 Απώλεια μετακαρπίων οστών - 1ον ή 2ον (ή και των δύο) 5 Απώλεια μετακαρπίων οστών - 3ον, 4ον ή 5ον (ή όλων μαζί) 4 Περιπτώσεις ακρωτηριασμού Κάτω άκρα 35 Αμφοτερόπλευρος ακρωτηριασμός διά μέσου του μηρού ή διά μέσου του μηρού εις το εν πλευρόν και απώλεια του ετέρου ποδός ή αμφοτερόπλευρος ακρωτηριασμός υπό το γόνυ 100 36 Αμφοτερόπλευρος ακρωτηριασμός διά μέρους της κνήμης χαμηλότερον των 5 ιντζών από του γόνατος 100 37 Ακρωτηριασμός της μιας κνήμης χαμηλότερον των 5 ιντζών από του γόνατος και απώλεια του ετέρου ποδός 100 38 Ακρωτηριασμός και των δύο άκρων ποδών έχων ως αποτέλεσμα κολόβωμα 90 39 Ακρωτηριασμός διά μέσου και των δύο ποδών όπισθεν της μεταταρσοφαλαγγικής αρθρώσεως 80 40 Απώλεια όλων των δακτύλων αμφοτέρων των ποδών διά μέσου της μεταταρσοφαλαγγικής αρθρώσεως 40 41 Απώλεια όλων των δακτύλων αμφοτέρων των ποδών όπισθεν της οπισθίας μεσοφαλαγγικής αρθρώσεως 30 42 Απώλεια όλων των δακτύλων αμφοτέρων των ποδών έμπροσθεν της οπισθίας μεσοφαλαγγικής αρθρώσεως</p>\n<p class=\"lf-p\">20 43 Ακρωτηριασμός διά μέσου της κατ’ ισχίον αρθρώσεως 90 44 Ακρωτηριασμός υπό την κατ’ ισχίον άρθρωσιν μετά κολοβώματος μη υπερβαίνοντος τας πέντε ίντζας εις μήκος μετρούμενον από της κορυφής του μείζονος τροχαντήρος 80 45 Ακρωτηριασμός υπό την κατ’ ισχίον άρθρωσιν μετά κολοβώματος υπερβαίνοντος τας 5 ίντζας εις μήκος μετρούμενον από της κορυφής του μείζονος τροχαντήρος, αλλά μη υπερβαινούσης το μέσον του μηρού 70 46 Ακρωτηριασμός υπό το μέσον του μηρού και μέχρι 3 ½ ιντζών από του γόνατος 60 47 Ακρωτηριασμός υπό το γόνυ μετά κολοβώματος υπερβαίνοντος τας 3 ½ ίντζας αλλά μη υπερβαίνοντος τας 5 ίντζας 50 48 Ακρωτηριασμός υπό το γόνυ μετά κολοβώματος υπερβαίνοντος τας 5 ίντζας 40 49 Ακρωτηριασμός ενός ποδός έχων ως αποτέλεσμα κολόβωμα 40 50 Ακρωτηριασμός διά μέσου του ενός ποδός όπισθεν της μεταταρσοφαλαγγικής αρθρώσεως 40 51 Απώλεια όλων των δακτύλων του ενός ποδός όπισθεν της μεσοδακτυλίου αρθρώσεως περιλαμβανομένου και ακρωτηριασμού διά μέσου της μεταταρσοφαλαγγικής αρθρώσεως 20 52 Απώλεια του μεγάλου δακτύλου του ποδός. Και αι δύο φάλαγγες 10 53 Απώλεια του μεγάλου δακτύλου του ποδός (μία φάλαγξ) Απώλεια του μεγάλου δακτύλου του ποδός (μερική απώλεια μετά απωλείας μέρους οστού) Απώλεια δακτύλων του ποδός άλλων ή του μεγάλου: Έκαστος 5 54 Απώλεια δακτύλων του ποδός άλλων, ή του μεγάλου - Μέρος μετά μερικής απωλείας οστοu 3 Άλλαι ειδικαί σωματικαί βλάβαι 3 55 Απώλεια του ενός οφθαλμού, άνευ επιπλοκών του ετέρου όντος φυσιολογικού 1 56 Απώλεια της οράσεως του ενός οφθαλμού άνευ επιπλοκών ή παραμορφώσεως του οφθαλμικού βολβού, του ετέρου όντος φυσιολογικού 40 57 Απώλεια της ακοής εκ του ενός ωτός 30 Ολική μετατραυματική αγκύλωσις των άκρων και αρθρώσεων Ολική αγκύλωσις:</p>\n<p class=\"lf-p\">20 58 Της σπονδυλικής στήλης 30 59 Ώμου 40 60 Αγκώνος 30 61 Καρπού 30 62 Άνω και κάτω κερκιδωλενικής 30 63 Αντίχειρος (πρώτη μετακαρποφαλαγγική) 30 64 Μιας αρθρώσεως οιουδήποτε δακτύλου εκτός του αντίχειρος 3 65 Και των τριών αρθρώσεων ενός δακτύλου της χειρός πλην του αντίχειρος 10 66 Των αρθρώσεων όλων των δακτύλων (της χειρός) πλην των του αντίχειρος 30 67 Των δακτυλικών αρθρώσεων όλων των δακτύλων (της χειρός) περιλαμβανομένων και των του αντίχειρος 40 68 Κατ’ ισχίον αρθρώσεως 40 69 Γόνατος 19 70 Ποδοκνημικής αρθρώσεως 19 71 SUBTAILAR (υποστραγαλική ομάς αρθρώσεων) 19 72 Μεγάλου δακτύλου ποδός (πρώτη μεταταρσοφαλαγγική) 19 73 Αρθρώσεως δακτύλων (ποδός) 10 Μετατραυματική παράλυσις άκρων ή μερών του σώματος 74 Ολική παράλυσις λόγω κακώσεως κατά τον νωτιαίον μυελόν 100 Ολική παράλυσις:</p>\n<p class=\"lf-p\">75 Βραχιονίου πλέγματος 70 76 Κερκιδικού νεύρου 50 77 Μέσου νεύρου 40 78 Ωλενίου νεύρου 40 79 Ισχιακού νεύρου 70 80 Έσω ιγνυακού 40 81 Έξω ιγνυακού 30 1. Εις περίπτωσιν δεξιόχειρος ο βαθμός αναπηρίας διά βλάβην του δεξιού βραχίονος ή της δεξιάς χειρός και εις περίπτωσιν αριστερόχειρος, διά βλάβην του αριστερού βραχίονος ή της αριστεράς άκρας χειρός, αυξάνεται κατά δέκα επί τοις εκατόν του ως είρηται βαθμού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Εις περίπτωσιν μετατραυματικής βραχύνσεως ενός κάτω άκρου, ο βαθμός της σχετικής αναπηρίας αυξάνεται κατά δέκα επί τοις εκατόν αυτού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Ο βαθμός αναπηρίας διά μερικήν μετατραυματικήν αγκύλωσιν ή παράλυσιν υπολογίζεται αναλόγως, λαμβανομένου υπ’ όψιν του βαθμού αναπηρίας διά την αντίστοιχον ολικήν αγκύλωσιν ή παράλυσιν.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>Ο βαθμός αναπηρίας περιπτώσεων μη καθοριζομένων εν τω παρόντι Πίνακι υπολογίζεται βάσει των γενικών αρχών των αναφερομένων εν τω εδαφίω (2) του άρθρου 46, λαμβανομένων υπ’ όψιν καθοριζομένων εν τω τοιούτω Πίνακι περιπτώσεων ίσου ή παρομοίου αποτελέσματος.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΕΒΔΟΜΟΣ ΠΙΝΑΞ (Άρθρον 90) ΥΨΟΣ ΠΑΡΟΧΩΝ ΔΙΑ ΤΕΩΣ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥΣ Ι. ΠΑΡΟΧΑΙ ΠΛΗΝ ΤΩΝ ΛΟΓΩ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΒΛΑΒΩΝ Εβδομαδιαίον Ύψος Παροχών Είδος Παροχής Ετήσιος μέσος όρος των πληρωθεισών ή πιστωθεισών εισφορών 50 45-49 40-44 35-59 30-34 25-29 20-24 μιλς μιλς μιλς μιλς μιλς μιλς μιλς Σύνταξις χηρείας Σύνταξις γήρατος } 7.895 7.055 6.215 5.375 4.535 3.695 Σύνταξις ανικανότητος 8.400 Αύξησις διά- (α) ένα εξαρτώμενον 2.630 2.350 2.070 1.790 1.510 1.230 (β) δύο εξαρτωμένους 2.800 3.950 3.530 3.110 2.690 2.270 1.850 (γ) τρεις ή πλείονας εξαρτωμένους 4.200 5.265 4.705 4.145 3.585 3.025 2.465 Επίδομα Ορφανίας 5.600 μιλς ΙΙ. ΠΑΡΟΧΑΙ ΛΟΓΩ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΒΛΑΒΩΝ Ι. ΠΑΡΟΧΑΙ ΛΟΓΩ ΘΑΝΑΤΟΥ Είδος Παροχής Βασική Αύξησις Αύξησις δι’ ένα εξαρτώμενον Αύξησις διά δύο εξαρτωμένους Αύξησις διά πλείοναςτων δύο εξαρτωμένων μιλς μιλς μιλς μιλς Παροχαί λόγω θανάτου- Σύνταξις χήρας/χήρου 8.400 2.800 4.200 5.600 Σύνταξις γονέως 5.600 - - - 2. ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ Βαθμός Αναπηρίας Βασική Αύξησις δι’ ένα εξαρτώμενον Αύξησις διά δύο εξαρτωμένους Αύξησις διά πλείονας των δύο εξαρτωμένων % μιλς μιλς μιλς μιλς 100 8.400 2.800 4.200 5.600 90 7.560 2.520 3.780 5.040 80 6.720 2.240 3.360 4.480 70 5.880 1.960 2.940 3.920 60 5.040 1.680 2.520 3.360 50 4.200 1.400 2.100 2.800 40 3.360 1.120 1.680 2.240 30 2.520 0.840 1.260 1.680 20 1.680 0.560 0.840 1.120 Σημείωση 3 του Ν48/82Έναρξις ισχύος και έκτασις εφαρμογής του παρόντος Νόμου 3 του Ν.48/82.-(1) Τηρουμένων των εφεξής διατάξεων του παρόντος άρθρου η ισχύς του παρόντος Νόμου άρχεται την 4ην Οκτωβρίου, 1982.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Πας αυτοτελώς εργαζόμενος όστις κατέβαλεν εισφοράς δι’ οιανδήποτε περίοδον εισφορών προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου δικαιούται, κατόπιν αιτήσεως του εις τον Διευθυντήν, να ζητήση εφαρμογήν των δυνάμει του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικού) Νόμου του 1982 εκδοθησομένων Κανονισμών, ως εάν ούτοι ίσχυον από της 6ης Οκτωβρίου, 1980, και εάν εκ της τοιαύτης εφαρμογής προκύψη ότι κατέβαλεν εισφοράς δι’ οιανδήποτε ως ανωτέρω περίοδον επί ασφαλιστέων αποδοχών υπερβαινουσών το πραγματικόν του εισόδημα, το ποσόν των εισφορών επί του ποσού της διαφοράς μεταξύ του πραγματικού του εισοδήματος και του ποσού των ασφαλιστέων αποδοχών επί των οποίων κατέβαλεν εισφοράς πιστούται προς όφελος του δι’ εξόφλησιν εισφορών καθισταμένων πληρωτέων μετά την ημερομηνίαν ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Πας αυτοτελώς εργαζόμενος όστις δεν κατέβαλεν εισφοράς δι’ οιανδήποτε περίοδον εισφορών προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου δικαιούται, κατόπιν αιτήσεως του εις τον Διευθυντήν, να ζητήση εφαρμογήν των δυνάμει του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικού) Νόμου του 1982 εκδοθησομένων Κανονισμών και, εάν επιθυμή, καταβάλλει εισφοράς δι’ οιανδήποτε ως ανωτέρω περίοδον δυνάμει των τοιούτων Κανονισμών, ως εάν ούτοι ίσχυον από της 6ης Οκτωβρίου, 1980.</div>\n<p class=\"lf-p\">Αι εισφοραί αναφορικώς προς οιανδήποτε ως ανωτέρω περίοδον εισφορών δύνανται να καταβληθώσι μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου, 1985 και ουδέν πρόσθετον τέλος καταβάλλεται αναφορικώς προς τας τοιαύτας εισφοράς.</p>\n<p class=\"lf-p\">Ασφαλιστέαι αποδοχαί αναφερόμεναι εις οιανδήποτε ως ανωτέρω περίοδον εισφορών αι επί των οποίων εισφοραί ένεκα θανάτου του αυτοτελώς εργαζομένου δεν καταβάλλονται λογίζονται ως πληρωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί εάν αι εισφοραί επί των τοιούτων ασφαλιστέων αποδοχών καταβληθώσιν υπό του δικαιούχου της συντάξεως χηρείας ουχί αργότερον των εξ μηνών από της ημέρας καθ’ ην επισυνέβη ο θάνατος του αυτοτελώς εργαζομένου.</p>\n<p class=\"lf-p\">Ασφαλιστέαι αποδοχαί αναφερόμεναι εις οιανδήποτε ως ανωτέρω περίοδον εισφορών επί των οποίων δεν καταβάλλωνται εισφοραί μετά την ημέραν καθ’ ην επισυνέβη το γεγονός διά το οποίον απαιτείται χορήγησις παροχής τινος ωσαύτως λογίζονται ως πληρωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί εάν αι εισφοραί επί των τοιούτων ασφαλιστέων αποδοχών καταβληθώσιν υπό του αιτούντος την τοιαύτην παροχήν ουχί αργότερον των εξ μηνών από της ημέρας καθ’ ην επισυνέβη το τοιούτο γεγονός.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η εν τοις εδαφίοις (2) και (3) αναφερομένη αίτησις εις τον Διευθυντήν υποβάλλεται ουχί αργότερον της 31ης Δεκεμβρίου, 1982.</div>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 23 του Ν11/83Αύξησις παροχών διά τέως δικαιούχους 23 του Ν.11/83. Το ύψος των παροχών των χορηγουμένων εις τέως δικαιούχους αναπροσαρμόζεται από της 1ης Ιανουαρίου 1983 διά του πολλαπλασιασμού των εις τον Έβδομον Πίνακα του βασικού νόμου εμφαινομένων ποσών επί τον συντελεστήν 1.292.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 24 του Ν11/83Αύξησις των συντάξεων γήρατος, ανικανότητος, χηρείας, 24 του Ν.11/83. Το εβδομαδιαίον ύψος της βασικής παροχής συντάξεως γήρατος, ανικανότητος, χηρείας, της βασικής παροχής του επιδόματος ορφανίας και αγνοουμένου, της βασικής παροχής των παροχών λόγω θανάτου και της βασικής παροχής της συντάξεως αναπηρίας, οσάκις η σχετική ημερομηνία εμπίπτη μεταξύ της 6ης Οκτωβρίου 1980 και της 31ης Μαρτίου 1983, αμφοτέρων των ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων, αναπροσαρμόζεται από της 1ης Ιανουαρίου 1983 διά του πολλαπλασιασμού αυτού επί τον συντελεστήν 1.292, το δε εβδομαδιαίον ύψος της αντιστοίχου συμπληρωματικής παροχής αναπροσαρμόζεται από της αυτής ημερομηνίας διά του πολλαπλασιασμού αυτού επί τον συντελεστήν 0.969.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 25 του Ν.11/83Έναρξις ισχύος του παρόντος Νόμου Τηρουμένων των διατάξεων του Ν.11/83, η ισχύς αυτού άρχεται την 4ην Απριλίου 1983.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 17 του Ν7/84Αύξησις παροχών 17 του Ν.7/84.-(1) Το ύψος της βασικής παροχής (και των πάσης φύσεως προσαυξήσεων αυτής) της συντάξεως γήρατος, της συντάξεως χηρείας, της συντάξεως ανικανότητος, του επιδόματος ορφανίας, του επιδόματος αγνοουμένου, της συντάξεως αναπηρίας και της παροχής λόγω θανάτου, των οποίων η σχετική ημερομηνία εμπίπτει εντός της περιόδου από της 6ης Οκτωβρίου, 1980 μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου, 1983, ως και το ύψος των ως είρηται παροχών (και των πάσης φύσεως προσαυξήσεων αυτών), των οποίων η σχετική ημερομηνία είναι προγενεστέρα της 6ης Οκτωβρίου, 1980, αυξάνεται κατά 12.24%.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το ύψος της συμπληρωματικής παροχής των εν τω εδαφίω (1) αναφερομένων παροχών των οποίων η σχετική ημερομηνία είναι προγενεστέρα της 1ης Ιανουαρίου, 1984, αυξάνεται κατά 5.2%.</div>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 18 του Ν7/84Τρόπος υπολογισμού ειδικών πιστώσεων εισφορών Αι δυνάμει των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 10 των καταργηθέντων περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμων του 1972 έως 1980 πιστωθείσαι εισφοραί διά σκοπούς παροχών των οποίων η σχετική ημερομηνία εμπίπτει κατά ή μετά την 1ην Ιανουαρίου, 1984, υπολογίζονται ως εάν αι κατά το έτος εισφορών 1973-1974 εβδομάδες εισφορών αναφορικώς προς τας οποίας δεν κατεβλήθησαν ή δεν επιστώθησαν εισφοραί εμπίπτουν εντός της περιόδου από 1ης Ιουλίου, 1974 μέχρι 6ης Οκτωβρίου, 1974, καθ’ ην έκτασιν ο αριθμός των τοιούτων εβδομάδων δεν υπερβαίνει τον αριθμόν 13:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι εν ουδεμιά περιπτώσει δύνανται να πιστωθώσι πέραν των 13 εισφορών, το δε σύνολον εισφορών και πιστώσεων διά το ως είρηται έτος δεν δύναται να υπερβαίνη τον ετήσιον μέσον όρον ή αριθμόν εισφορών, αναλόγως της περιπτώσεως, τον αναφερόμενον εν τω εδαφίω (2) του ως είρηται άρθρου 10.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 19 του Ν7/84Έναρξις ισχύος του παρόντος Νόμου</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(1)</span>Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2) έως (4), η ισχύς του παρόντος Νόμου άρχεται από της δημοσιεύσεως του εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η ισχύς του άρθρου 3 άρχεται την 6ην Φεβρουαρίου, 1984.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το άρθρον 6 και η παράγραφος (α) του άρθρου 7 εφαρμόζονται από του έτους εισφορών 1983.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η ισχύς της παραγράφου (β) του άρθρου 7, των άρθρων 8, 9, 10, 11, 12, 14, των παραγράφων (β) και (γ) του άρθρου 15, της παραγράφου (α) του άρθρου 16, και των άρθρων 17 και 18, λογίζεται ως αρξαμένη την 1ην Ιανουαρίου, 1984.</div>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 9 του Ν10/85Έναρξις ισχύος του παρόντος Νόμου Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.10/85] άρχεται την ημέραν της δημοσιεύσεως του εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας εξαιρουμένου του άρθρου 6 του οποίου η ισχύς λογίζεται ως αρξαμένη την 7ην Ιανουαρίου, 1985.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 16 του Ν116/85Έναρξις ισχύος του παρόντος Νόμου 16 του Ν.116/85.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), η ισχύς του παρόντος Νόμου άρχεται την 4ην Νοεμβρίου 1985.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η ισχύς των παραγράφων (β), (γ) και (ε) του άρθρου 10 και της παραγράφου (δ) του άρθρου 14, άρχεται την 1ην Νοεμβρίου 1985.</div>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 12 του Ν199/87Μεταφορά ποσού εις τον Λογαριασμόν Παροχών Ανεργίας 12 του Ν.199/87. Μεταφέρονται εις τον Λογαριασμόν Παροχών Ανεργίας εκ του Λογαριασμού Γενικών Παροχών και εκ του Λογαριασμού Συμπληρωματικών Παροχών ποσά ?502,000 και ?317,000, αντιστοίχως.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 13 του Ν199/87Ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου 13 του Ν.199/87. Η ισχύς του παρόντος Νόμου άρχεται εις ημερομηνίαν ορισθησομένην υπό του Υπουργικού Συμβουλίου διά γνωστοποιήσεως δημοσιευομένης εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας, δύνανται δε να ορισθώσι διάφοροι ημερομηνίαι διά την έναρξιν της ισχύος των διαφόρων διατάξεων του παρόντος Νόμου.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 15 του Ν96/89Έναρξις ισχύος του παρόντος Νόμου 15 του Ν.96/89.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου, η ισχύς του παρόντος Νόμου άρχεται την 3ην Ιουλίου 1989.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η ισχύς του άρθρου 14 άρχεται την 1ην Ιουλίου 1989.</div>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 6 του Ν17/90Μεταβατικές διατάξεις Ασφαλισμένη η οποία, κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, είναι ηλικίας μεταξύ εξήντα τριών και εξήντα πέντε ετών θεωρείται ότι συμπλήρωσε τη συντάξιμη ηλικία κατά την εν λόγω ημερομηνία.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 7 του Ν17/90Έναρξη ισχύος Η ισχύς του παρόντος Νόμου αρχίζει στις 2 Απριλίου 1990.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 23 του Ν98(Ι)/92Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου Η ισχύς των διατάξεων του Νόμου αυτού αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 1993, με εξαίρεση τα άρθρα 3, 5 και 6 τα οποία τίθενται σε εφαρμογή την πρώτη ημέρα του μήνα εισφορών Ιανουαρίου 1993.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 4 του Ν64(Ι)/93Έναρξη ισχύος Η ισχύς των διατάξεων του Νόμου αυτού αρχίζει την πρώτη ημέρα του μήνα εισφορών Ιανουαρίου 1994.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 9 του Ν18(Ι)/95Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(1)</span>Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2) η ισχύς του παρόντος Νόμου αρχίζει την 1η Μαϊου 1995.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η ισχύς των άρθρων 5 και 6 αρχίζει από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του περί Χορήγησης Κοινωνικής Σύνταξης Νόμου του 1995.</div>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 6 του Ν80(Ι)/98Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(1)</span>Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3) η ισχύς του παρόντος Νόμου αρχίζει από την ημερομηνία της δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις παροχών των οποίων η σχετική ημερομηνία είναι πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του, ενώ ο δικαιούχος δεν έχει εξαντλήσει το δικαίωμα στην παροχή κατά την ημερομηνία αυτή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι διατάξεις της νέας παραγράφου (1) του Μέρους ΙΙΙ του Τέταρτου Πίνακα εφαρμόζονται και για τις συντάξεις γήρατος, χηρείας ή ανικανότητος των οποίων η σχετική ημερομηνία είναι πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου αυτού, σε καμιά όμως περίπτωση δεν καταβάλλεται οποιαδήποτε αύξηση σε δικαιούχο της σύνταξης για περιόδους προγενέστερες της ημερομηνίας έναρξης ισχύος του Νόμου αυτού.</div>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 3 του Ν55(Ι)/99Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος Νόμου αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 1999.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 4 του Ν.98(I)/2000Έναρξη της ισχύος του Ν.98(I)/2000</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(1)</span>Τηρουμένης της διάταξης του εδαφίου (2), η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.98(I)/2000] αρχίζει από την ημερομηνία της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η ισχύς του άρθρου 2 του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.98(I)/2000] λογίζεται ότι άρχισε την 1η Ιανουαρίου 2000.</div>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 3 του Ν.99(I)/2000Έναρξης της ισχύος του Ν.99(I)/2000 Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.99(I)/2000] λογίζεται ότι άρχισε την 1η Ιουλίου 2000.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 7 του Ν.51(I)/2001Έναρξη της ισχύος του Ν.51(I)/2001 Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.51(I)/2001] αρχίζει έξι μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 4 του Ν.135(I)/2001Έναρξη της ισχύος του Ν.135(I)/2001 Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν.135(I)/2001] θεωρείται ότι ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2001.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 7 του Ν.143(I)/2001Έναρξη της ισχύος του Ν.143(I)/2001 Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.143(I)/2001] λογίζεται ότι άρχισε την 1η Ιανουαρίου 2001.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 6 του Ν.71(I)/2002Έναρξη της ισχύος του Ν.71(I)/2002 Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν.71(I)/2002] τίθεται σε ισχύ την 1ην Ιανουαρίου 2003.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 5 του Ν.132(I)/2002Έναρξη της ισχύος του Ν.132(I)/2002 Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν.132(I)/2002] τίθεται σε ισχύ με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου που δημοσιεύεται με γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 3 του Ν.10(I)/2005Έναρξη της ισχύος του Ν.10(I)/2005 Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του 10(I)/2005] λογίζεται ότι άρχισε την 1η Ιανουαρίου 2003.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 2 του Ν.142(I)/2005Μεταφορά ποσού στο Λογαριασμό Παροχών Ανεργίας Από το Λογαριασμό Συμπληρωματικών Παροχών τουΤαμείου μεταφέρεται ποσό £25,2 εκ. στο Λογαριασμό Παροχών Ανεργίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 7 του Ν.53(I)/2006Έναρξη της ισχύος του Ν.53(I)/2006 Τα άρθρα 2 και 6 του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.53(I)/2006] τίθενται σε ισχύ από την 1η Ιουλίου 2006.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 3 του Ν.164(I)/2007 Έναρξη της ισχύος του Ν.164(I)/2007 Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν.164(I)/2007] τίθεται σε ισχύ από την 1ην Ιανουαρίου 2008.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 9(I)/2008Έναρξη της ισχύος του Ν.9(I)/2008 Η ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.9(Ι)/2008] θεωρείται ότι άρχισε από τις 25 Ιουλίου 2007.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 2 του Ν.22(I)/2009Σημείωση Συντάκτη Σύμφωνα με το άρθρου 2 του Ν.22(Ι)/2009 που προνοεί τα εξής: \"Το εδάφιο (1) του άρθρου 5 του βασικού νόμου και η επιφύλαξη του ίδιου εδαφίου τροποποιούνται με την αντικατάσταση των ποσοστών «16,6%» (τρίτη γραμμή), «6,3%» (τέταρτη γραμμή),«6,3%» (έκτη γραμμή), «4%» (έβδομη γραμμή), «9,4%» (δέκατη τρίτη γραμμή) και «3,2%»(δέκατη πέμπτη γραμμή), με τα ακόλουθα ποσοστά και την προσθήκη σε κάθε παράγραφο της ημερομηνίας έναρξης της ισχύος των εν λόγω ποσοστών, αντίστοιχα: (α) «17,9%», «6,8%», «6,8%», «4,3%», «10,15%» και «3,45%» από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1.4.2009, (β) «19,2%», «7,3%», «7,3%», «4,6%», «10,9%» και «3,7%» από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1.1.2014, (γ) «20,5%», «7,8%», «7,8%», «4,9%», «11,65%» και «3,95%» από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1.1.2019, (δ) «21,8%», «8,3%», «8,3%»,«5,2%», «12,4%» και «4,2%» από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1.1.2024, (ε) «23,1%», «8,8%», «8,8%», «5,5%», «13,15%» και «4,45%» από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1.1.2029, (στ) «24,4%», «9,3%», «9,3%», «5,8%», «13,9%» και «4,7%» από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1.1.2034, και (ζ) «25,7%», «9,8%», «9,8%», «6,1%», «14,65%» και «4,95%» από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1.1.2039.\"</p>\n<p class=\"lf-p\">Το εδάφιο 1 του νόμου έχει προσαρμοστεί ώστε να συνάδει με τις πρόνοιες του πιο πάνω τροποποιητικού νόμου.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 4 του Ν.22(I)/2009Σημείωση Συντάκτη Σύμφωνα με το άρθρο 13 του Ν.22(I)/2009 που προνοεί τα εξής: \"Το άρθρο 13 του βασικού νόμου τροποποιείται με την αντικατάσταση των ποσοστών «15,6%» (δεύτερη γραμμή), «11,6%» (τέταρτη γραμμή), και «4,0%» (πέμπτη γραμμή) με τα ακόλουθα ποσοστά και την προσθήκη σε κάθε παράγραφο της ημερομηνίας έναρξης της περιόδου ισχύος των εν λόγω ποσοστών, αντίστοιχα: (α) «16,9%», «12,6%», και «4,3%» από την πρώτη Δευτέρα του Απριλίου του 2009, (β) «18,2%», «13,6%» και «4,6%» από την πρώτη Δευτέρα του 2014, (γ) «19,5%», «14,6%» και «4,9%» από την πρώτη Δευτέρα του 2019, (δ) «20,8%»,«15,6%» και «5,2%» από την πρώτη Δευτέρα του 2024, (ε) «22,1%», «16,6%», και «5,5%» από την πρώτη Δευτέρα του 2029, (στ) «23,4%», «17,6%» και «5,8%» από την πρώτη Δευτέρα του 2034, και (ζ) «24,7%», «18,6%» και «6,1%» από την πρώτη Δευτέρα του 2039.\"</p>\n<p class=\"lf-p\">Το άρθρο 13 του νόμου έχει προσαρμοστεί ώστε να συνάδει με τις πρόνοιες του πιο πάνω τροποποιητικού νόμου.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 14 του Ν.22(I)/2009Έναρξη της ισχύος του Ν.22(I)/2009</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(1)</span>Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3), ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν.22(I)/2009] τίθεται σε ισχύ την 6η Απριλίου 2009.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τα άρθρα 2 και 3 του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.22(I)/2009] τίθενται σε ισχύ την 1η Απριλίου 2009.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Τα άρθρα 6, 7, 8, 9, 12 και 13 τίθενται σε ισχύ την 4η Ιανουαρίου 2010.</div>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 96 του Ν.59(I)/2010Κατάργηση Οι περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμοι του 1980 μέχρι (Αρ.3) του 2009 καταργούνται από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.59(I)/2010].</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 97 του Ν.59(I)/2010Μεταβατική διάταξη Ασφαλισμένος ή δικαιούχος δυνάμει του νόμου που καταργήθηκε λογίζεται ως ασφαλισμένος ή δικαιούχος δυνάμει του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.:δηλαδή του Ν.59(Ι)/2010] και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.:δηλαδή του Ν.59(Ι)/2010], διέπονται από τον παρόντα Νόμο [Σ.Σ.:δηλαδή τον Ν.59(Ι)/2010].</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 98 του Ν.59(I)/2010Έναρξη της ισχύος του Ν.59(Ι)/2010 Η ημερομηνία έναρξης της ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.59(Ι)/2010] θα καθοριστεί από το Υπουργικό Συμβούλιο, με γνωστοποίησή του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">Εκτύπωση Cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii και τη ConvertPLC για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο</p></div>", "next": 0}