{"html": "<div class=\"lf-doc\"><p class=\"lf-p\">(α) Την ονομασία του παρόχου υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών, τη γεωγραφική διεύθυνση της έδρας και, κατά περίπτωση, τη γεωγραφική διεύθυνση του αντιπροσώπου ή του υποκαταστήματός του που είναι εγκατεστημένα στο κράτος μέλος όπου παρέχεται η υπηρεσία πληρωμής, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο επικοινωνίας περιλαμβανομένης της διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, για την επικοινωνία με τον πάροχο των υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών∙ (β) τα στοιχεία επικοινωνίας της αρμόδιας αρχής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κατά περίπτωση, διατίθενται στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σε ευπρόσιτη μορφή κάθε άλλη σχετική πληροφορία και οι σχετικοί όροι που προβλέπονται στο άρθρο 52.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Παροχή πρόσθετων πληροφοριών μετά την έναρξη εντολής όταν αυτή διενεργείται μέσω παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-46\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 46</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">46.</span>Επιπροσθέτως των πληροφοριών και των όρων που προβλέπονται στο άρθρο 45, στην περίπτωση που η έναρξη εντολής πληρωμής διενεργείται μέσω παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών, αμέσως μετά την έναρξη της εντολής πληρωμής, παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες τις ακόλουθες πληροφορίες στον πληρωτή και, κατά περίπτωση, στον δικαιούχο: (α) Επιβεβαίωση για την επιτυχή έναρξη της εντολής πληρωμής στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού του πληρωτή· (β) στοιχεία αναφοράς που επιτρέπουν στον πληρωτή και στον δικαιούχο να ταυτοποιήσουν την πράξη πληρωμής και, κατά περίπτωση, στον δικαιούχο να ταυτοποιήσει τον πληρωτή, καθώς και κάθε πληροφορία που διαβιβάζεται με την πράξη πληρωμής· (γ) το ποσό της πράξης πληρωμής· (δ) κατά περίπτωση, το ποσό οποιωνδήποτε επιβαρύνσεων καταβλητέων στον πάροχο υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής για την πράξη πληρωμής, και, κατά περίπτωση, την ανάλυση των ποσών των επιβαρύνσεων αυτών.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Παροχή πληροφοριών από τον πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής προς τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού του πληρωτή</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-47\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 47</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">47.</span>Σε περίπτωση που η έναρξη εντολής πληρωμής διενεργείται μέσω παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, αυτός καθιστά διαθέσιμα στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού του πληρωτή τα στοιχεία ταυτοποίησης της πράξης πληρωμής.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Παροχή πληροφοριών από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών προς τον πληρωτή μετά την παραλαβή της εντολής πληρωμής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-48\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 48</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">48.</span>Ευθύς ως η εντολή πληρωμής παραληφθεί, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες στον πληρωτή, με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 44(1) και (2), τις ακόλουθες πληροφορίες όσον αφορά τις δικές του υπηρεσίες: (α) Στοιχεία αναφοράς που επιτρέπουν στον πληρωτή να ταυτοποιήσει την πράξη πληρωμής και, κατά περίπτωση, τις πληροφορίες που αφορούν στον δικαιούχο∙ (β) το ποσό της πράξης πληρωμής στο νόμισμα που χρησιμοποιείται στην εντολή πληρωμής· (γ) το ποσό οποιωνδήποτε επιβαρύνσεων για την πράξη πληρωμής τις οποίες πρέπει να καταβάλει ο πληρωτής και, κατά περίπτωση, την ανάλυση των ποσών των επιβαρύνσεων αυτών· (δ) κατά περίπτωση, τη συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιήθηκε στην πράξη πληρωμής από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή ή σχετική αναφορά, σε περίπτωση που διαφέρει από την ισοτιμία που παρασχέθηκε σύμφωνα με το άρθρο 45(1)(δ), και το ποσό της πράξης πληρωμής μετά τη μετατροπή του νομίσματος· (ε) την ημερομηνία παραλαβής της εντολής πληρωμής.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Παροχή πληροφοριών από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών προς τον δικαιούχο μετά την εκτέλεση εντολής πληρωμών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-49\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 49</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">49.</span>Ευθύς ως η εντολή πληρωμών εκτελεσθεί, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες στον δικαιούχο, με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 44(1) και (2), τις ακόλουθες πληροφορίες όσον αφορά τις δικές του υπηρεσίες: (α) Στοιχεία αναφοράς που επιτρέπουν στον δικαιούχο να ταυτοποιήσει την πράξη πληρωμής και, αν χρειάζεται, τον πληρωτή, καθώς και κάθε πληροφορία που διαβιβάζεται με την πράξη πληρωμής· (β) το ποσό της πράξης πληρωμής στο νόμισμα στο οποίο τα χρηματικά ποσά τίθενται στη διάθεση του δικαιούχου∙ (γ) το ποσό των τυχόν επιβαρύνσεων για την πράξη πληρωμής τις οποίες πρέπει να καταβάλει ο δικαιούχος και, κατά περίπτωση, την ανάλυση των ποσών των επιβαρύνσεων αυτών· (δ) κατά περίπτωση, τη συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιήθηκε στην πράξη πληρωμής από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου και το ποσό της πράξης πληρωμής πριν από τη μετατροπή του νομίσματος· (ε) την ημερομηνία αξίας για την πίστωση.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ - ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ-ΠΛΑΙΣΙΟ Πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Γ του Μέρους ΙΙΙ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-50\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 50</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">50.</span>Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται επί των πράξεων πληρωμών που καλύπτονται από σύμβαση-πλαίσιο.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Προηγούμενη ενημέρωση του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σε σχέση με τις πληροφορίες και τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 52</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-51\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 51</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">51.-(1) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σε εύθετο χρόνο, πριν αυτός δεσμευτεί από σύμβαση-πλαίσιο ή προσφορά, σε έγχαρτη μορφή ή σε άλλο σταθερό μέσο, τις πληροφορίες και τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 52, με διατύπωση σε σαφή και εύληπτη μορφή και σε επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο παρέχεται η υπηρεσία πληρωμής ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα συμφωνήσουν τα μέρη.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που, κατόπιν αιτήματος του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, η σύμβαση-πλαίσιο έχει συναφθεί με μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως το οποίο δεν επιτρέπει στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να συμμορφωθεί με το εδάφιο (1), ο πάροχος εκπληρώνει την υποχρέωσή του σύμφωνα με το εν λόγω εδάφιο αμέσως μετά τη σύναψη της σύμβασης-πλαισίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο εδάφιο (1) επιτρέπεται επίσης να εκπληρώνονται με την παροχή αντιγράφου του σχεδίου σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών και των όρων που προβλέπονται στο άρθρο 52.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Καθορισμός πληροφοριών και όρων που πρέπει να παρέχει ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-52\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 52</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">52.</span>Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών τις ακόλουθες πληροφορίες και τους ακόλουθους όρους: (α) Αναφορικά με τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών- (i) την ονομασία του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, τη γεωγραφική διεύθυνση των κεντρικών του γραφείων και, κατά περίπτωση, τη γεωγραφική διεύθυνση του αντιπροσώπου ή του υποκαταστήματός του που είναι εγκατεστημένα στο κράτος μέλος όπου παρέχεται η υπηρεσία πληρωμής, καθώς και κάθε άλλη διεύθυνση, περιλαμβανομένης της διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, για την επικοινωνία με τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών, (ii) τα στοιχεία της αρμόδιας αρχής αυτού και του μητρώου που ορίζεται στο Άρθρο 14 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 ή οποιουδήποτε άλλου σχετικού δημόσιου μητρώου στο οποίο καταχωρίσθηκε η άδεια λειτουργίας του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και ο αριθμός εγγραφής ή αντίστοιχο μέσο ταυτοποίησης στο εν λόγω μητρώο∙ (β) αναφορικά με τη χρήση της υπηρεσίας πληρωμών- (i) περιγραφή των κύριων χαρακτηριστικών της υπηρεσίας πληρωμών που πρόκειται να του παρασχεθεί, (ii) προσδιορισμό των πληροφοριών ή του αποκλειστικού μέσου ταυτοποίησης που πρέπει να παράσχει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών για την ορθή έναρξη ή εκτέλεση της εντολής πληρωμής, (iii) τον τύπο και τη διαδικασία κοινοποίησης της συγκατάθεσης για την έναρξη εντολής πληρωμής ή την εκτέλεση μιας πράξης πληρωμής, καθώς και άρσης της συγκατάθεσης σύμφωνα με τα άρθρα 64 και 80, (iv) αναφορά του χρόνου λήψης της εντολής πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 78 και του τυχόν χρονικού σημείου λήξης των ημερήσιων εργασιών του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, (v) τη μέγιστη προθεσμία εκτέλεσης εντός της οποίας πρέπει να παρέχονται οι υπηρεσίες πληρωμών, (vi) κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα συμφωνίας σχετικά με το όριο δαπανών για τη χρήση του μέσου πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 68(1), (vii) στην περίπτωση των μέσων πληρωμών με κάρτα που φέρει περισσότερα του ενός εμπορικά σήματα, τα δικαιώματα του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με το Άρθρο 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751∙ (γ) αναφορικά με τις επιβαρύνσεις, τα επιτόκια και τις συναλλαγματικές ισοτιμίες- (i) Τις επιβαρύνσεις που πρέπει να καταβάλει ο χρήστης στον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων αυτών που συνδέονται με τον τρόπο και τη συχνότητα με την οποία παρέχονται ή διατίθενται πληροφορίες δυνάμει του παρόντος Νόμου, και, κατά περίπτωση, την ανάλυση των ποσών των εν λόγω επιβαρύνσεων, (ii) κατά περίπτωση, το εφαρμοστέο επιτόκιο και την εφαρμοστέα συναλλαγματική ισοτιμία ή, αν πρόκειται να εφαρμοστούν επιτόκιο και συναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς, τη μέθοδο υπολογισμού του πραγματικού επιτοκίου και τη σχετική ημερομηνία και τον δείκτη ή τη βάση καθορισμού αυτού του επιτοκίου ή της συναλλαγματικής ισοτιμίας αναφοράς,</div>\n<p class=\"lf-p\">(iii) αν έχει συμφωνηθεί, την άμεση εφαρμογή αλλαγών στα επιτόκια ή τις συναλλαγματικές ισοτιμίες αναφοράς και τις απαιτήσεις ενημέρωσης σχετικά με τις αλλαγές σύμφωνα με το άρθρο 54(3), (4) και (5)∙ (δ) αναφορικά με την επικοινωνία- (i) κατά περίπτωση, τα μέσα επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών απαιτήσεων ως προς τον εξοπλισμό του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, που έχουν συμφωνήσει τα μέρη για τη διαβίβαση των πληροφοριών ή ειδοποιήσεων στο πλαίσιο του παρόντος Νόμου, (ii) τον τρόπο με τον οποίο παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμες οι πληροφορίες δυνάμει του παρόντος Νόμου, καθώς και τη σχετική συχνότητα, (iii) τη γλώσσα ή τις γλώσσες σύναψης της σύμβασης-πλαισίου και επικοινωνίας κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης, (iv) το δικαίωμα του χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών να λαμβάνει τους συμβατικούς όρους της σύμβασης-πλαισίου και πληροφορίες και όρους σύμφωνα με το άρθρο 53· (ε) αναφορικά με τις προφυλάξεις και τα διορθωτικά μέτρα- (i) κατά περίπτωση, περιγραφή των μέτρων που πρέπει να λαμβάνει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών για την ασφαλή φύλαξη του μέσου πληρωμών, καθώς και τρόπους ειδοποίησης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 69(1)(β), (ii) την ασφαλή διαδικασία με την οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών θα ειδοποιεί τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σε περίπτωση εικαζόμενης ή πραγματικής απάτης ή απειλών της ασφάλειας, (iii) αν έχει συμφωνηθεί, τους όρους με τους οποίους ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών διατηρεί το δικαίωμα να αναστείλει ένα μέσο πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 68, (iv) την ευθύνη του πληρωτή σύμφωνα με το άρθρο 74, περιλαμβανομένων των πληροφοριών για το σχετικό ποσό, (v) τον τρόπο και την προθεσμία εντός της οποίας ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών οφείλει να ειδοποιεί τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών για τυχόν μη εγκεκριμένες ή λανθασμένα εκτελεσθείσες πράξεις πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 71, καθώς και την ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 73, (vi) την ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για την έναρξη ή την εκτέλεση των πράξεων πληρωμής σύμφωνα με τα άρθρα 89 και 90, (vii) τους όρους επιστροφής χρηματικών ποσών σύμφωνα με τα άρθρα 76 και 77∙ (στ) αναφορικά με τις αλλαγές και τη λήξη της σύμβασης-πλαισίου- (i) αν έχει συμφωνηθεί, την επισήμανση ότι ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών θεωρείται ότι αποδέχεται τις τροποποιήσεις των όρων σύμφωνα με το άρθρο 54, εκτός αν γνωστοποιήσει στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, πριν από την προτεινόμενη ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, ότι δεν τις αποδέχεται,</p>\n<p class=\"lf-p\">(ii) τη διάρκεια της σύμβασης-πλαισίου, (iii) το δικαίωμα του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών να καταγγέλλει τη σύμβαση-πλαίσιο, καθώς και κάθε συμφωνία που αφορά στην καταγγελία σύμφωνα με το άρθρο 54(1) και 23) και το άρθρο 55· (ζ) αναφορικά με τα μέσα προσφυγής- (i) την τυχόν συμβατική επιλογή εφαρμοστέου δικαίου για τη σύμβαση-πλαίσιο ή/και το αρμόδιο δικαστήριο, (ii) τις διαδικασίες εξώδικης επίλυσης διαφορών και καταγγελιών που έχει στη διάθεσή του ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τα άρθρα 98, 99, 100 και 101.</p>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 32(I)/2019 Πρόσβαση σε πληροφορίες και στους συμβατικούς όρους της σύμβασης-πλαισίου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-53\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 53</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">53.</span>Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης, παρέχει στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, κατόπιν αιτήματος του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, τους συμβατικούς όρους της σύμβασης-πλαισίου, καθώς και τις πληροφορίες και τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 52 σε έγχαρτη μορφή ή σε άλλο σταθερό μέσο.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Τροποποίηση των συμβατικών όρων της σύμβασης-πλαισίου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-54\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 54</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">54.-(1) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών προτείνει κάθε τροποποίηση της σύμβασης-πλαισίου ή των πληροφοριών και των όρων που προσδιορίζονται στο άρθρο 52 με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 51(1) και τουλάχιστον δύο (2) μήνες πριν από την ημερομηνία της προτεινόμενης έναρξης ισχύος:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δικαιούται να αποδεχθεί ή να απορρίψει τις τροποποιήσεις πριν από την προτεινόμενη ημερομηνία έναρξης της ισχύος τους.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που συντρέχει η περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 52(στ)(i), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών πληροφορεί τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών ότι θα θεωρηθεί ότι έχει αποδεχθεί τις τροποποιήσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1), αν δεν γνωστοποιήσει στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ότι δεν τις αποδέχεται πριν από την προτεινόμενη ημερομηνία έναρξης της ισχύος τους, και ενημερώνει τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών ότι, σε περίπτωση που απορρίψει τις τροποποιήσεις, έχει το δικαίωμα να λύσει τη σύμβαση-πλαίσιο ατελώς και με ισχύ από οποιαδήποτε χρονική στιγμή μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία θα είχε εφαρμοστεί η τροποποίηση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Αλλαγές των επιτοκίων ή των συναλλαγματικών ισοτιμιών επιτρέπεται να εφαρμόζονται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών αμέσως και χωρίς προειδοποίηση, εφόσον το δικαίωμα αυτό έχει συμφωνηθεί στη σύμβαση-πλαίσιο και οι αλλαγές των επιτοκίων ή των συναλλαγματικών ισοτιμιών βασίζονται στα επιτόκια ή τις συναλλαγματικές ισοτιμίες αναφοράς που έχουν συμφωνηθεί σύμφωνα με το άρθρο 52(γ)(ii) και (iii).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ενημερώνει τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών το ταχύτερο δυνατό για κάθε αλλαγή του επιτοκίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 51(1), εκτός αν τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει για συγκεκριμένη συχνότητα ή τρόπο παροχής των πληροφοριών ή διάθεσης αυτών στον χρήστη:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, αλλαγές στο επιτόκιο ή στις συναλλαγματικές ισοτιμίες που είναι ευνοϊκότερες για τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να εφαρμόζονται χωρίς προειδοποίηση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Αλλαγές του επιτοκίου ή της συναλλαγματικής ισοτιμίας που χρησιμοποιούνται κατά τις πράξεις πληρωμής εφαρμόζονται και υπολογίζονται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών κατά τρόπο ουδέτερο και χωρίς διακρίσεις εις βάρος των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Λύση σύμβασης-πλαισίου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-55\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 55</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">55.-(1) Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δικαιούται να λύσει τη σύμβαση-πλαίσιο ανά πάσα στιγμή, εκτός αν τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει προθεσμία προειδοποίησης η οποία δεν υπερβαίνει τον ένα μήνα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η λύση σύμβασης-πλαισίου δεν συνεπάγεται επιβάρυνση για τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, εκτός αν η σύμβαση βρίσκεται σε ισχύ για χρονική περίοδο μικρότερη των έξι (6) μηνών, και τυχόν χρεώσεις που θα επιβάλει ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών για τη λύση της σύμβασης-πλαισίου πρέπει να είναι εύλογες και σύμφωνες με το κόστος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί στη σύμβαση-πλαίσιο, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δικαιούται να καταγγείλει σύμβαση-πλαίσιο αορίστου χρόνου, με ειδοποίηση τουλάχιστον δύο (2) μήνες πριν, κατά τον ίδιο τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 51(1).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οι επιβαρύνσεις για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών που χρεώνονται από τον πάροχο σε τακτική βάση καταβάλλονται από τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών μόνο κατ’ αναλογίαν του χρόνου μέχρι τη λύση της σύμβασης και, σε περίπτωση που καταβλήθηκαν στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών προκαταβολικά, επιστρέφονται κατ’ αναλογίαν.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Το παρόν άρθρο δεν θίγει τις νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις της Δημοκρατίας που διέπουν τα δικαιώματα των συμβαλλόμενων μερών να υπαναχωρούν από τη σύμβαση-πλαίσιο ή να την κηρύσσουν άκυρη.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Πληροφόρηση του πληρωτή πριν από την εκτέλεση επιμέρους πράξης πληρωμής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-56\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 56</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">56.</span>Για κάθε επιμέρους πράξη πληρωμής που απορρέει από σύμβαση-πλαίσιο της οποίας η έναρξη διενεργείται από τον πληρωτή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, κατόπιν αιτήματος του πληρωτή, για τη συγκεκριμένη πράξη πληρωμής παρέχει σαφείς πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα: (α) Τη μέγιστη προθεσμία εκτέλεσης· (β) τις επιβαρύνσεις που πρέπει να καταβληθούν από τον πληρωτή· (γ) κατά περίπτωση, την ανάλυση των ποσών των τυχόν επιβαρύνσεων.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Πληροφόρηση του πληρωτή για τις επιμέρους πράξεις πληρωμής μετά τη χρέωση του λογαριασμού πληρωτή ή την παραλαβή εντολής πληρωμής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-57\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 57</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">57.-(1) Μετά τη χρέωση του λογαριασμού του πληρωτή με το ποσό της επιμέρους πράξης πληρωμής ή, στην περίπτωση που ο πληρωτής δεν χρησιμοποιεί λογαριασμό πληρωμών, μετά την παραλαβή της εντολής πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή παρέχει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στον πληρωτή, με τον τρόπο που ορίζεται στο άρθρο 51(1), τις ακόλουθες πληροφορίες: (α) Στοιχείο αναφοράς που επιτρέπει στον πληρωτή να ταυτοποιήσει κάθε πράξη πληρωμής και, κατά περίπτωση, τις πληροφορίες που αφορούν τον δικαιούχο· (β) το ποσό της πράξης πληρωμής στο νόμισμα στο οποίο χρεώνεται ο λογαριασμός πληρωμών του πληρωτή ή στο νόμισμα που χρησιμοποιείται για την εντολή πληρωμής· (γ) το ποσό των τυχόν επιβαρύνσεων για την πράξη πληρωμής και, κατά περίπτωση, την ανάλυση των ποσών των επιβαρύνσεων αυτών ή τον τόκο που πρέπει να καταβάλλει ο πληρωτής∙ (δ) κατά περίπτωση, τη συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιήθηκε στην πράξη πληρωμής από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή και το ποσό της πράξης πληρωμής μετά τη μετατροπή του νομίσματος· (ε) την ημερομηνία αξίας για τη χρέωση ή την ημερομηνία παραλαβής της εντολής πληρωμής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Στη σύμβαση-πλαίσιο πρέπει να περιλαμβάνεται όρος με βάση τον οποίο ο πληρωτής θα λαμβάνει σε έγχαρτη μορφή ή σε άλλο σταθερό μέσο, όπως έχει συμφωνηθεί, τις πληροφορίες που προβλέπονται στο εδάφιο (1), περιοδικά, τουλάχιστον μία (1) φορά τον μήνα, ατελώς, τις οποίες ο πληρωτής μπορεί να αποθηκεύει και να αναπαράγει αυτούσιες.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Πληροφόρηση του δικαιούχου μετά την εκτέλεση επιμέρους πράξεων πληρωμής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-58\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 58</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">58.-(1) Μετά την εκτέλεση επιμέρους πράξης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου παρέχει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στον δικαιούχο, με τον τρόπο που ορίζεται στο άρθρο 51(1), τις ακόλουθες πληροφορίες: (α) Στοιχεία αναφοράς που επιτρέπουν στον δικαιούχο να ταυτοποιήσει την πράξη πληρωμής και τον πληρωτή, καθώς και κάθε πληροφορία που διαβιβάζεται με την πράξη πληρωμής∙ (β) το ποσό της πράξης πληρωμής στο νόμισμα στο οποίο πιστώνεται ο λογαριασμός πληρωμών του δικαιούχου· (γ) το ποσό οποιωνδήποτε επιβαρύνσεων για την πράξη πληρωμής και, κατά περίπτωση, την ανάλυση των ποσών των επιβαρύνσεων αυτών ή τον τόκο που πρέπει να καταβάλλει ο δικαιούχος∙ (δ) κατά περίπτωση, τη συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιήθηκε στην πράξη πληρωμής από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου και το ποσό της πράξης πληρωμής πριν από τη μετατροπή του νομίσματος∙ (ε) την ημερομηνία αξίας για την πίστωση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Στη σύμβαση-πλαίσιο πρέπει να περιλαμβάνεται όρος με βάση τον οποίο οι πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1), θα παρέχονται στον δικαιούχο ή θα καθίστανται διαθέσιμες σε αυτόν περιοδικά, τουλάχιστον μία φορά τον μήνα, ατελώς, σε έγχαρτη μορφή ή σε άλλο σταθερό μέσο, όπως έχει συμφωνηθεί, τις οποίες ο δικαιούχος μπορεί να αποθηκεύει και αναπαράγει αυτούσιες.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ - ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Νόμισμα για την πραγματοποίηση των πληρωμών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-59\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 59</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">59.-(1) Οι πληρωμές πραγματοποιούνται στο νόμισμα το οποίο έχουν συμφωνήσει τα μέρη.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που, πριν από την έναρξη της πράξης πληρωμής, προσφέρεται υπηρεσία μετατροπής νομισμάτων σε αυτόματη ταμειολογιστική μηχανή (ΑΤΜ), στο σημείο πώλησης ή εκ μέρους του δικαιούχου, το μέρος που προσφέρει την υπηρεσία μετατροπής νομισμάτων στον πληρωτή υποχρεούται να του γνωστοποιήσει κάθε σχετική επιβάρυνση, καθώς και τη συναλλαγματική ισοτιμία που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για τη μετατροπή και ο πληρωτής αποδέχεται την παροχή της υπηρεσίας μετατροπής νομισμάτων σε αυτή τη βάση.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Ενημέρωση σχετικά με τυχόν πρόσθετη επιβάρυνση ή έκπτωση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-60\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 60</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">60.-(1) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (5) του άρθρου 62, σε περίπτωση που, για τη χρήση ενός συγκεκριμένου μέσου πληρωμών ο δικαιούχος επιβάλλει επιβάρυνση ή προσφέρει έκπτωση, ο δικαιούχος ενημερώνει σχετικά τον πληρωτή πριν από την έναρξη της πράξης πληρωμής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που, για τη χρήση ενός συγκεκριμένου μέσου πληρωμών ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που εμπλέκεται στην πράξη επιβάλλει επιβάρυνση, το εν λόγω πρόσωπο ενημερώνει σχετικά τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών πριν από την έναρξη της πράξης πληρωμής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο πληρωτής έχει την υποχρέωση να πληρώσει μόνο για τις επιβαρύνσεις που αναφέρονται στα εδάφια (1) και (2), εάν το πλήρες ποσό αυτών γνωστοποιήθηκε πριν από την έναρξη της πράξης πληρωμής.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 36(I)/2023</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ IV ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΚΑΙ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ</h3>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α - ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Πεδίο εφαρμογής του Μέρους IV</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-61\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 61</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">61.-(1) Σε περίπτωση που ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δεν είναι καταναλωτής, ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να συμφωνούν ότι δεν εφαρμόζονται εν όλω ή εν μέρει το άρθρο 62(1), το άρθρο 64(3) και (4) και τα άρθρα 72, 74, 76, 77, 80, 89 και 90 :</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να συμφωνούν χρονικά περιθώρια διαφορετικά από εκείνα που προβλέπονται στο άρθρο 71.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται επί πολύ μικρών επιχειρήσεων κατά τον ίδιο τρόπο, όπως και επί των καταναλωτών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο παρών Νόμος δεν θίγει την εφαρμογή των διατάξεων του περί Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμου και άλλων σχετικών ενωσιακών ή εθνικών μέτρων που αφορούν τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση πιστώσεων στους καταναλωτές που δεν εναρμονίζονται με την Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366, οι οποίες είναι σύμφωνες με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 32(I)/2019 Επιβαλλόμενες επιβαρύνσεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-62\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 62</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">62.-(1) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν χρεώνει τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων ενημέρωσης που υπέχει ή για τα διορθωτικά και προληπτικά μέτρα που οφείλει να λαμβάνει δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στο άρθρο 79(1), (2) και (3), στο άρθρο 80(5), (6) και (7) και στο άρθρο 88(5):</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, οι επιβαρύνσεις συμφωνούνται μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και είναι εύλογες και ανάλογες με το πραγματικό κόστος στο οποίο υποβάλλεται ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για πράξεις πληρωμής που παρέχονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών τόσο του πληρωτή όσο και του δικαιούχου ή ο μοναδικός πάροχος υπηρεσιών πληρωμών για την πράξη πληρωμής είναι εγκατεστημένοι σε αυτήν, ο δικαιούχος επωμίζεται τις επιβαρύνσεις που επιβάλλει ο δικός του πάροχος υπηρεσιών πληρωμών και ο πληρωτής επωμίζεται τις επιβαρύνσεις που επιβάλλει ο δικός του πάροχος υπηρεσιών πληρωμών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν εμποδίζει τον δικαιούχο να ζητεί από τον πληρωτή επιβάρυνση ή να του προσφέρει έκπτωση ή άλλως να τον κατευθύνει προς τη χρήση του συγκεκριμένου μέσου πληρωμών:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, οι επιβαλλόμενες επιβαρύνσεις δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα άμεσα έξοδα που βαρύνουν τον δικαιούχο για τη χρήση του συγκεκριμένου μέσου πληρωμών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η επιβάρυνση σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλεται για τη χρήση μέσων πληρωμών στα οποία εφαρμόζονται διατραπεζικές προμήθειες δυνάμει του Κεφαλαίου ΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751 ή για τις υπηρεσίες πληρωμών που διέπονται από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 260/2012.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ο δικαιούχος δεν επιτρέπεται να ζητεί επιβαρύνσεις για τη χρήση συγκεκριμένου μέσου πληρωμών.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 32(I)/2019 Παρέκκλιση σε σχέση με τα μέσα πληρωμών μικρής αξίας και το ηλεκτρονικό χρήμα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-63\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 63</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">63.-(1) Στις περιπτώσεις μέσων πληρωμών τα οποία, σύμφωνα με τη σύμβαση-πλαίσιο, αφορούν αποκλειστικά επιμέρους πράξεις πληρωμής που δεν υπερβαίνουν τα τριάντα ευρώ (€30), είτε έχουν όριο δαπανών εκατόν πενήντα ευρώ (€150), είτε αποθηκεύουν χρηματικά ποσά που δεν υπερβαίνουν ποτέ τα εκατόν πενήντα ευρώ (€150), οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών δύναται να συμφωνούν με τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών τους ότι- (α) Το άρθρο 69(1)(β), το άρθρο 70(1)(γ) και (δ) και το άρθρο 74(5) και (6) δεν εφαρμόζονται, αν το μέσο πληρωμής δεν μπορεί να δεσμευτεί ή δεν μπορεί να αποτραπεί περαιτέρω χρήση του∙ (β) τα άρθρα 72 και 73 και το άρθρο 74(1), (5) και (6) δεν εφαρμόζονται, αν το μέσο πληρωμής χρησιμοποιείται ανωνύμως ή ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν είναι σε θέση, για άλλους λόγους που είναι εγγενείς στο μέσο πληρωμής, να αποδείξει ότι μια πράξη πληρωμής είναι εγκεκριμένη· (γ) ανεξάρτητα από το άρθρο 79(1), (2) και (3), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν υποχρεούται να ενημερώσει τον χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών για την άρνηση εκτέλεσης εντολής πληρωμής, εάν o λόγος μη εκτέλεσης στο εν λόγω πλαίσιο είναι πρόδηλος· (δ) ανεξάρτητα από το άρθρο 80, ο πληρωτής δεν επιτρέπεται να ανακαλέσει την εντολή πληρωμής μετά τη διαβίβαση της εντολής πληρωμής ή τη συγκατάθεσή του να εκτελεστεί η πράξη πληρωμής από τον δικαιούχο· (ε) ανεξάρτητα από τα άρθρα 83 και 84, εφαρμόζονται άλλες προθεσμίες εκτέλεσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τα άρθρα 73 και 74 δεν εφαρμόζονται επί μέσου ηλεκτρονικού χρήματος κατά την έννοια του άρθρου 2 του περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμου, εκτός αν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή δεν έχει τη δυνατότητα να προβαίνει σε δέσμευση του λογαριασμού πληρωμών στον οποίο είναι αποθηκευμένο το ηλεκτρονικό χρήμα ή σε φραγή του μέσου πληρωμών, και το ποσό στον λογαριασμό πληρωμών ή στα μέσα πληρωμών στα οποία είναι αποθηκευμένο το ηλεκτρονικό χρήμα δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000).</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β - ΕΓΚΡΙΣΗ ΠΡΑΞΕΩΝ ΠΛΗΡΩΜΗΣ Συγκατάθεση για την εκτέλεση πράξης πληρωμής και άρση της συγκατάθεσης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-64\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 64</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">64.-(1) Η πράξη πληρωμής θεωρείται εγκεκριμένη, μόνο εάν ο πληρωτής έχει συναινέσει στην εκτέλεσή της:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, η πράξη πληρωμής επιτρέπεται να εγκρίνεται από τον πληρωτή πριν ή, εφόσον έχουν συμφωνήσει ο πληρωτής και ο οικείος του πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, μετά την εκτέλεσή της.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η συγκατάθεση για την εκτέλεση πράξης πληρωμής ή σειράς πράξεων πληρωμής δίνεται υπό τη μορφή που συμφωνήθηκε μεταξύ του πληρωτή και του οικείου του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και επιτρέπεται να παρέχεται μέσω του δικαιούχου ή του παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, στην απουσία συγκατάθεσης, η πράξη πληρωμής θεωρείται μη εγκεκριμένη.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η συγκατάθεση επιτρέπεται να ανακληθεί από τον πληρωτή σε οποιαδήποτε στιγμή, αλλά όχι αργότερα από το χρονικό σημείο έναρξης του ανεκκλήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 80.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η συγκατάθεση που παρέχεται για την εκτέλεση μιας σειράς πράξεων πληρωμής επιτρέπεται να ανακληθεί, οπότε κάθε μελλοντική πράξη πληρωμής θεωρείται μη εγκεκριμένη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η διαδικασία με την οποία δίνεται η συγκατάθεση συμφωνείται μεταξύ του πληρωτή και του παρόχου ή των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Επιβεβαίωση σχετικά με τη διαθεσιμότητα των κεφαλαίων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-65\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 65</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">65.-(1) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού, κατόπιν αιτήματος του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών που εκδίδει μέσα πληρωμών με κάρτα, επιβεβαιώνει, αμέσως μόλις του ζητηθεί, κατά πόσο το ποσό που απαιτείται για την εκτέλεση της πράξης πληρωμής με κάρτα είναι διαθέσιμο στον λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Ο λογαριασμός πληρωμών του πληρωτή είναι προσβάσιμος μέσω διαδικτύου κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης∙ (β) ο πληρωτής έχει δώσει ρητή συγκατάθεση στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού να ανταποκρίνεται στο αίτημα συγκεκριμένου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών να επιβεβαιώνει ότι το ποσό που αντιστοιχεί σε ορισμένες πράξεις πληρωμής με κάρτα είναι διαθέσιμο στον λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή· (γ) η συναίνεση που αναφέρεται στην παράγραφο (β) έχει δοθεί πριν από τη διατύπωση της πρώτης αίτησης επιβεβαίωσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να ζητεί την επιβεβαίωση που αναφέρεται στο εδάφιο (1), εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Ο πληρωτής έχει δώσει ρητή συγκατάθεση στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να ζητήσει την επιβεβαίωση που αναφέρεται στο εδάφιο (1)∙ (β) ο πληρωτής έχει διενεργήσει την έναρξη της πράξης πληρωμής με κάρτα για το εν λόγω ποσό με ένα μέσο πληρωμής με κάρτα που εκδίδεται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών· (γ) ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επαληθεύει την ταυτότητά του στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού του χρήστη πριν από κάθε αίτημα επιβεβαίωσης και επικοινωνεί με ασφάλεια με τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού, σύμφωνα με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο Άρθρο 98, παράγραφος 1, στοιχείο δ) της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 και εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 98, παράγραφος 4 της εν λόγω οδηγίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο, η επιβεβαίωση που προβλέπεται στο εδάφιο (1) συνίσταται σε μια απλή θετική ή αρνητική απάντηση μόνο και όχι σε αντίγραφο κίνησης λογαριασμού, η οποία δεν αποθηκεύεται, αλλά ούτε και χρησιμοποιείται για σκοπούς άλλους από την εκτέλεση της πράξης πληρωμής με κάρτα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η επιβεβαίωση που προβλέπεται στο εδάφιο (1) δεν επιτρέπει στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού να δεσμεύει κεφάλαια στον λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ο πληρωτής επιτρέπεται να ζητά από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού να κοινοποιεί στον πληρωτή την ταυτοποίηση του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και τη σχετική απάντηση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις πράξεις πληρωμής που κινούνται διαμέσου μέσων πληρωμών με κάρτες, στα οποία είναι αποθηκευμένο ηλεκτρονικό χρήμα, κατά την έννοια του άρθρου 2 του περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Κανόνες για την πρόσβαση σε λογαριασμό πληρωμών σε περίπτωση υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-66\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 66</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">66.-(1) Ο πληρωτής δικαιούται να χρησιμοποιεί έναν πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, όπως αναφέρεται στο σημείο 7 του Παραρτήματος Ι και το εν λόγω δικαίωμα του πληρωτή δεν εφαρμόζεται όταν ο λογαριασμός πληρωμών δεν είναι προσβάσιμος διαδικτυακά.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Στην περίπτωση που ο πληρωτής δίνει ρητή συγκατάθεση για την εκτέλεση πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 64, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού εκτελεί τις ενέργειες που προβλέπονται στο εδάφιο (4), ούτως ώστε να διασφαλίζει το δικαίωμα του πληρωτή να χρησιμοποιεί την υπηρεσία εκκίνησης πληρωμής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο πάροχος υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής οφείλει- (α) Να μη διακρατά ποτέ κεφάλαια του πληρωτή σε σχέση με την παροχή της υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής∙ (β) να διασφαλίζει ότι τα εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών δεν είναι, με εξαίρεση αυτά του χρήστη και του εκδότη των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας, προσβάσιμα σε άλλα μέρη και ότι διαβιβάζονται από τον πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής μέσω ασφαλών και αποτελεσματικών διαύλων· (γ) να διασφαλίζει ότι οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες για τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, που λαμβάνονται κατά την παροχή υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής, χορηγούνται μόνο στον δικαιούχο και μόνο με τη ρητή συγκατάθεση του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών· (δ) κάθε φορά που διενεργείται έναρξη πληρωμών, να ταυτοποιείται στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού του πληρωτή και να επικοινωνεί με τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού, τον πληρωτή και τον δικαιούχο κατά τρόπο ασφαλή, σύμφωνα με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο Άρθρο 98, παράγραφος 1, στοιχείο δ) της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 και εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 98, παράγραφος 4, της εν λόγω οδηγίας· (ε) να μην αποθηκεύει τα ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών· (στ) να μη ζητεί από τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών οποιοδήποτε άλλο στοιχείο πέραν αυτών που είναι αναγκαία για την παροχή της υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμών∙ (ζ) να αποφεύγει τη χρήση, πρόσβαση και αποθήκευση δεδομένων για σκοπούς άλλους από την εκτέλεση της υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμών που ζητεί ρητά ο πληρωτής· (η) να μην τροποποιεί το ποσό, τον δικαιούχο ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο της συναλλαγής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού οφείλει- (α) Να επικοινωνεί με ασφάλεια με τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο Άρθρο 98, παράγραφος 1, στοιχείο δ) της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 και εγκρίνονται σύμφωνα με το Άρθρο 98, παράγραφος 4 της εν λόγω οδηγίας∙ (β) αμέσως μετά την παραλαβή της εντολής πληρωμής από τον πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, να παρέχει ή να καθιστά διαθέσιμες όλες τις πληροφορίες σχετικά με την έναρξη της πράξης πληρωμής και όλες τις πληροφορίες που είναι προσβάσιμες στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού για την εκτέλεση της πράξης πληρωμής στον πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής· (γ) να αντιμετωπίζει τις εντολές πληρωμής που διαβιβάζονται μέσω των υπηρεσιών παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής χωρίς καμία διάκριση, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, ιδίως όσον αφορά το χρονοδιάγραμμα, την προτεραιότητα ή τις επιβαρύνσεις σε σχέση με τις εντολές πληρωμών που διαβιβάστηκαν απευθείας από τον πληρωτή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η παροχή υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών δεν επιτρέπεται να εξαρτάται από την ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ των παρόχων υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού για τον σκοπό αυτό.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Κανόνες για την πρόσβαση και χρήση των πληροφοριών λογαριασμού πληρωμής σε περίπτωση υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-67\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 67</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">67.-(1) Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δικαιούται να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες πληροφοριών που επιτρέπουν την πρόσβαση σε πληροφορίες λογαριασμού, όπως αναφέρεται στο σημείο 8 του Παραρτήματος I:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, το εν λόγω δικαίωμα δεν εφαρμόζεται, όταν ο λογαριασμός πληρωμών δεν είναι προσβάσιμος μέσω διαδικτύου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο πάροχος υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού οφείλει- (α) Να παρέχει υπηρεσίες μόνο με βάση τη ρητή συγκατάθεση του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών· (β) να διασφαλίζει ότι τα εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών δεν είναι, με εξαίρεση αυτά του χρήστη και του εκδότη των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας, προσβάσιμα σε άλλα μέρη και ότι, κατά τη διαβίβασή τους από τον πάροχο υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού, αυτό γίνεται μέσω ασφαλών και αποτελεσματικών διαύλων· (γ) για κάθε κύκλο επικοινωνίας να ταυτοποιείται στον πάροχο ή στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και να επικοινωνεί με ασφάλεια με τον πάροχο ή τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού και τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο Άρθρο 98, παράγραφος 1, στοιχείο δ) της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 και εγκρίνονται σύμφωνα με το Άρθρο 98, παράγραφος 4 της εν λόγω οδηγίας· (δ) να έχει πρόσβαση μόνο στις πληροφορίες από καθορισμένους λογαριασμούς πληρωμών και τις συναφείς πράξεις πληρωμής· (ε) να μη ζητεί ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών που συνδέονται με τους λογαριασμούς πληρωμών· (στ) να αποφεύγει τη χρήση, πρόσβαση ή αποθήκευση δεδομένων για σκοπούς άλλους από την εκτέλεση της υπηρεσίας πληροφοριών λογαριασμού που έχει ζητήσει ρητά ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τους κανόνες προστασίας των δεδομένων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε σχέση με λογαριασμούς πληρωμών, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού οφείλει- (α) Να επικοινωνεί με ασφάλεια με τους παρόχους υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού, σύμφωνα με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο Άρθρο 98, παράγραφος 1, στοιχείο δ) της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 και εγκρίνονται σύμφωνα με το Άρθρο 98, παράγραφος 4 της εν λόγω οδηγίας∙ (β) να αντιμετωπίζει τα αιτήματα που διαβιβάζονται μέσω παρόχου υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού χωρίς καμία διάκριση, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η παροχή υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού δεν επιτρέπεται να εξαρτάται από την ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού για τον σκοπό αυτό.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Όρια στη χρήση του μέσου πληρωμών και στην πρόσβαση σε λογαριασμούς πληρωμών από παρόχους υπηρεσιών πληρωμών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-68\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 68</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">68.-(1) Στις περιπτώσεις που χρησιμοποιείται συγκεκριμένο μέσο πληρωμών για την κοινοποίηση της συγκατάθεσης, ο πληρωτής και ο αντίστοιχος πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να συμφωνήσουν όρια δαπάνης όσον αφορά τις πράξεις πληρωμής που εκτελούνται μέσω αυτού του μέσου πληρωμών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί στη σύμβαση-πλαίσιο, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να επιφυλάσσεται του δικαιώματος να αναστείλει τη χρήση του μέσου πληρωμών για αντικειμενικά αιτιολογημένους λόγους, σχετικούς με την ασφάλεια του μέσου πληρωμών, την υπόνοια μη εγκεκριμένης ή δόλιας χρήσης του μέσου πληρωμών ή, στην περίπτωση μέσου πληρωμών με πιστωτικό άνοιγμα, σημαντικά αυξημένο κίνδυνο να ενδέχεται να μην είναι ο πληρωτής σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις πληρωμής του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται το εδάφιο (2), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ενημερώνει τον πληρωτή για την αναστολή του μέσου πληρωμών, όπως και για τους λόγους που έγινε η ενέργεια αυτή με τρόπο που έχει συμφωνηθεί, ει δυνατόν, προτού ανασταλεί η χρήση του μέσου πληρωμών ή, το αργότερο, αμέσως μετά, εκτός αν η εν λόγω ενημέρωση αντιβαίνει σε αντικειμενικά αιτιολογημένους λόγους ασφαλείας ή απαγορεύεται από άλλη συναφή διάταξη του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του δικαίου του οικείου κράτους μέλους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αίρει την αναστολή του μέσου πληρωμών ή το αντικαθιστά με νέο μέσο πληρωμών, μόλις οι λόγοι της αναστολής πάψουν να υφίστανται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού επιτρέπεται να αρνηθεί σε πάροχο υπηρεσιών πληροφοριών ή σε πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής την πρόσβαση σε λογαριασμό πληρωμών για αντικειμενικά δικαιολογημένους και δεόντως τεκμηριωμένους λόγους που σχετίζονται με τη μη εγκεκριμένη ή παράνομη πρόσβαση σε λογαριασμό πληρωμών, είτε από τον εν λόγω πάροχο υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού είτε από τον εν λόγω πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, συμπεριλαμβανομένης της μη εγκεκριμένης ή της δόλιας έναρξης της πράξης πληρωμής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο εδάφιο (5), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού ενημερώνει τον πληρωτή για την άρνηση πρόσβασης στον λογαριασμό πληρωμών, όπως και για τους λόγους που έγινε η ενέργεια αυτή με τον τρόπο που έχει συμφωνηθεί.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Η κατά το εδάφιο (6) ενημέρωση παρέχεται στον πληρωτή, ει δυνατόν, προτού υπάρξει άρνηση πρόσβασης ή, το αργότερο, αμέσως μετά, εκτός αν η εν λόγω ενημέρωση αντιβαίνει σε αντικειμενικά αιτιολογημένους λόγους ασφαλείας ή απαγορεύεται από άλλη συναφή διάταξη του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του δικαίου του οικείου κράτους μέλους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού επιτρέπει την πρόσβαση σε λογαριασμό πληρωμών, μόλις εκλείψουν οι λόγοι για την άρνηση της πρόσβασης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα εδάφια (5) έως (8), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού αναφέρει αμέσως το περιστατικό που σχετίζεται με τον πάροχο υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού ή τον πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής στην Κεντρική Τράπεζα με τις λεπτομέρειες της υπόθεσης και τους λόγους για την ανάληψη δράσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Η Κεντρική Τράπεζα αξιολογεί την υπόθεση και, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Υποχρεώσεις του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά τα μέσα πληρωμών και τα εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-69\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 69</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">69.-(1) Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών που έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το μέσο πληρωμών- (α) Χρησιμοποιεί το μέσο πληρωμών σύμφωνα με τους όρους που διέπουν την έκδοση και χρήση του, οι οποίοι πρέπει να είναι αντικειμενικοί, χωρίς διακρίσεις και αναλογικοί∙ (β) ειδοποιεί χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών ή τον φορέα που αυτός ορίζει, μόλις υποπέσει στην αντίληψή του η απώλεια, η κλοπή, η υπεξαίρεση ή η μη εγκεκριμένη χρήση του μέσου πληρωμών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τους σκοπούς της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), μόλις ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών λάβει το μέσο πληρωμών, λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για την ασφαλή φύλαξη των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Υποχρεώσεις του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά τα μέσα πληρωμών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-70\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 70</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">70.-(1) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που εκδίδει το μέσο πληρωμών οφείλει- (α) Να διασφαλίζει ότι τα εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας δεν είναι προσβάσιμα σε οποιοδήποτε άλλο μέρος παρά μόνο στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών που έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το μέσο πληρωμών, χωρίς επηρεασμό των κατά το άρθρο 69 υποχρεώσεων του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών∙ (β) να μην αποστέλλει μέσο πληρωμών που δεν έχει ζητηθεί, εκτός αν αυτό αποστέλλεται προς αντικατάσταση μέσου που κατέχει ήδη ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών· (γ) να διασφαλίζει ανά πάσα στιγμή στον χρήστη τα κατάλληλα μέσα για να προβαίνει σε γνωστοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 69(1)(β), ή να ζητεί άρση της αναστολής της χρήσης του μέσου πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 68(4), και κατόπιν αιτήματος να παρέχει στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών τα μέσα για να αποδείξει, εντός δεκαοκτώ (18) μηνών από τη γνωστοποίηση, ότι ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών όντως προέβη στην εν λόγω γνωστοποίηση· (δ) να παρέχει στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών τη δυνατότητα να προβεί σε γνωστοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 69(1)(β) χωρίς επιβάρυνση και να χρεώνει μόνο, αν όχι καθόλου, το κόστος αντικατάστασης που αποδίδεται άμεσα στο μέσο πληρωμών· (ε) να αποτρέπει κάθε χρήση του μέσου πληρωμών μόλις πραγματοποιηθεί η γνωστοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 69(1)(β).</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επωμίζεται τον κίνδυνο της αποστολής μέσου πληρωμών ή κάθε εξατομικευμένου διαπιστευτηρίου ασφαλείας που σχετίζεται με τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Γνωστοποίηση και αποκατάσταση μη εγκεκριμένων ή εσφαλμένα εκτελεσθείσων πράξεων πληρωμής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-71\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 71</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">71.-(1) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αποκαθιστά μία μη εγκεκριμένη ή εσφαλμένα εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, μόνο αν ο τελευταίος ειδοποιήσει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, μόλις πληροφορηθεί οποιαδήποτε τέτοια πράξη πληρωμής που θεμελιώνει δικαίωμα απαίτησης, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπομένων στο άρθρο 89, και το αργότερο έως δεκατρείς (13) μήνες από την ημερομηνία χρέωσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τα χρονικά περιθώρια για την ειδοποίηση, που προβλέπονται στο εδάφιο (1), δεν εφαρμόζονται, όταν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν παρείχε ούτε κατέστησε διαθέσιμες τις πληροφορίες για την πράξη αυτή σύμφωνα με το Μέρος ΙΙΙ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που εμπλέκεται πάροχος υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών λαμβάνει την αποκατάσταση από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού, σύμφωνα με το εδάφιο (1), χωρίς επηρεασμό του άρθρου 73(3) και (4) και του άρθρου 89(1).</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Στοιχεία που τεκμηριώνουν τη γνησιότητα και την εκτέλεση πράξεων πληρωμών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-72\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 72</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">72.-(1) Στην περίπτωση που ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών αρνείται ότι έχει εγκρίνει εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής ή ισχυρίζεται ότι η πράξη πληρωμής δεν εκτελέστηκε σωστά, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αποδεικνύει ότι εξακριβώθηκε η γνησιότητα της πράξης πληρωμής, ότι αυτή καταγράφηκε επακριβώς, καταχωρίστηκε στους λογαριασμούς και δεν επηρεάσθηκε από τεχνική βλάβη ή άλλη δυσλειτουργία της υπηρεσίας που παρέχεται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που η έναρξη της πράξης πληρωμής διενεργείται μέσω παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής φέρει το βάρος της απόδειξης ότι, εντός του πεδίου αρμοδιότητάς του, έχει εξακριβωθεί η γνησιότητα της πράξης πληρωμής και ότι αυτή καταγράφηκε επακριβώς και δεν επηρεάστηκε από τεχνική βλάβη ή άλλη δυσλειτουργία που συνδέεται με την υπηρεσία πληρωμών με την οποία έχει επιφορτισθεί.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που χρήστης υπηρεσιών πληρωμών αρνείται ότι έχει εγκρίνει εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής, η χρήση ενός μέσου πληρωμών που έχει καταγραφεί από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, περιλαμβανομένου κατά περίπτωση του παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, δεν αποτελεί αναγκαστικά, αφ’ εαυτού της, επαρκή απόδειξη ότι ο πληρωτής είχε εγκρίνει την πράξη πληρωμής ή ότι ενήργησε με δόλο ή δεν εκπλήρωσε από πρόθεση ή βαριά αμέλεια μία ή περισσότερες από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 69.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, παρέχει αποδεικτικά στοιχεία για την απόδειξη απάτης ή βαριάς αμέλειας από τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-73\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 73</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">73.-(1) Χωρίς επηρεασμό του άρθρου 71, σε περίπτωση μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή επιστρέφει στον πληρωτή το ποσό της μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής αμέσως και, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο έως το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας, μετά από ενημέρωση ή ειδοποίηση σχετικά με τη συναλλαγή, εκτός αν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή έχει βάσιμες υπόνοιες απάτης και κοινοποιεί τους λόγους αυτούς στην Κεντρική Τράπεζα γραπτώς.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κατά περίπτωση, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή επαναφέρει τον λογαριασμό πληρωμών που χρεώθηκε στην κατάσταση που θα βρισκόταν εάν η μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής δεν είχε πραγματοποιηθεί, ενέργεια η οποία διασφαλίζει ότι η ημερομηνία αξίας για την πίστωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή δεν είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία χρεώθηκε το ποσό.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που η έναρξη της πράξης πληρωμής έχει διενεργηθεί μέσω παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού επιστρέφει αμέσως και, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο έως το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας το ποσό της μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, επαναφέρει τον λογαριασμό χρέωσης των πληρωμών που χρεώθηκε στην κατάσταση που θα βρισκόταν, εάν δεν είχε πραγματοποιηθεί η μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής ευθύνεται για τη μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής, αποζημιώνει αμέσως τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού, κατόπιν αιτήματός του, για τις ζημιές που υπέστη ή τα ποσά που κατέβαλε ως αποτέλεσμα της επιστροφής στον πληρωτή, περιλαμβανομένου του ποσού της μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής και, σύμφωνα με το άρθρο 72(1) και (2), ο πάροχος υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής φέρει το βάρος της απόδειξης ότι, εντός του πεδίου αρμοδιότητάς του, έχει εξακριβωθεί η γνησιότητα της πράξης πληρωμής και ότι αυτή καταγράφηκε επακριβώς και δεν επηρεάστηκε από τεχνική βλάβη ή άλλη δυσλειτουργία που συνδέεται με την υπηρεσία πληρωμών με την οποία έχει επιφορτισθεί.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η χορήγηση περαιτέρω οικονομικής αποζημίωσης επιτρέπεται να καθορίζεται σύμφωνα με το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ του πληρωτή και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών ή τη σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ του πληρωτή και του παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, κατά περίπτωση.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Ευθύνη του πληρωτή για μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-74\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 74</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">74.-(1) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 73, ο πληρωτής επιτρέπεται να υποχρεωθεί να αναλάβει όλες τις ζημιές που σχετίζονται με μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής μέχρι ανώτατου ποσού πενήντα ευρώ (€50) για τις ζημιές που απορρέουν από τη χρήση απολεσθέντος ή κλαπέντος μέσου πληρωμών ή από υπεξαίρεση μέσου πληρωμών, με εξαίρεση την περίπτωση- (α) Απώλειας, κλοπής ή υπεξαίρεσης του μέσου πληρωμών, η οποία δεν ήταν δυνατό να εντοπιστεί από τον πληρωτή πριν από την πληρωμή και εφόσον ο πληρωτής δεν ενήργησε με δόλο· ή (β) ζημιάς που προκλήθηκε από πράξεις ή παραλείψεις υπαλλήλου, αντιπροσώπου ή υποκαταστήματος ενός παρόχου υπηρεσιών πληρωμών ή οντότητας στην οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών είχε αναθέσει τις δραστηριότητές του.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο πληρωτής ευθύνεται για όλες τις ζημιές που σχετίζονται με μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής, εφόσον οι ζημιές αυτές οφείλονται στο γεγονός ότι ενήργησε με δόλο ή δεν εκπλήρωσε μία ή περισσότερες από τις κατά το άρθρο 69 υποχρεώσεις του από πρόθεση ή βαριά αμέλεια.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Στις κατά το εδάφιο (2) αναφερόμενες περιπτώσεις δεν εφαρμόζεται το ανώτατο χρηματικό ποσό που αναφέρεται στο εδάφιο (1).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή δεν απαιτεί αυστηρή εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη, ο πληρωτής ευθύνεται για τυχόν οικονομικές συνέπειες μόνο σε περίπτωση που ενήργησε με δόλο, και, σε περίπτωση που ο δικαιούχος ή ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου αδυνατεί να δεχτεί αυστηρή εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη, οφείλει να αποζημιώσει τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή για την οικονομική ζημιά που υπέστη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ο πληρωτής δεν επωμίζεται οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από τη χρήση του απολεσθέντος, κλαπέντος ή υπεξαιρεθέντος μέσου πληρωμών μετά την ειδοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 69(1)(β), εκτός αν ο πληρωτής έχει ενεργήσει με δόλο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν παρέχει τα κατάλληλα μέσα, τα οποία να επιτρέπουν ανά πάσα στιγμή την ειδοποίηση για την απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών, όπως ορίζεται στο άρθρο 70(1)(γ), ο πληρωτής δεν ευθύνεται για τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από τη χρήση του εν λόγω μέσου, εκτός εάν ο πληρωτής ενήργησε με δόλο.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Πράξεις πληρωμής στις οποίες το ποσό της πράξης δεν είναι γνωστό εκ των προτέρων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-75\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 75</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">75.-(1) Στην περίπτωση που διενεργείται έναρξη πράξης πληρωμής από τον δικαιούχο ή μέσω αυτού στο πλαίσιο πράξης πληρωμής με κάρτα και το ακριβές ποσό δεν είναι γνωστό τη στιγμή που ο πληρωτής συναινεί να εκτελεστεί η πράξη πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή επιτρέπεται να δεσμεύσει χρηματικά ποσά στον λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή, μόνο στην περίπτωση που αυτός έχει δώσει τη συγκατάθεσή του για το ακριβές ύψος του ποσού που πρόκειται να δεσμευτεί.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή αποδεσμεύει πάραυτα τα χρηματικά ποσά που έχουν δεσμευτεί στον λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή δυνάμει του εδαφίου (1), χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και εν πάση περιπτώσει μόλις λάβει την πληροφορία για το ακριβές ποσό της πράξης πληρωμής, ήτοι το αργότερο αμέσως μετά τη λήψη της εντολής πληρωμής.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Επιστροφές χρηματικών ποσών για πράξεις πληρωμής των οποίων η έναρξη διενεργείται από δικαιούχο ή μέσω αυτού</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-76\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 76</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">76.-(1) Ο πληρωτής έχει το δικαίωμα επιστροφής, από τον οικείο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, των χρηματικών ποσών που αντιστοιχούν σε εγκεκριμένη πράξη πληρωμής της οποίας η έναρξη διενεργήθηκε από δικαιούχο ή μέσω δικαιούχου και η οποία έχει ήδη εκτελεσθεί, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Κατά την έγκριση δεν προσδιορίστηκε το ακριβές ποσό της πράξης πληρωμής· (β) το ποσό της πράξης πληρωμής υπερβαίνει το ποσό που θα ανέμενε εύλογα ο πληρωτής, λαμβάνοντας υπόψη τις προηγούμενες χρεώσεις του, τους όρους της σύμβασης-πλαισίου και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κατόπιν αιτήματος του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, ο πληρωτής φέρει την ευθύνη να αποδείξει την εκπλήρωση των προϋποθέσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (1).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η επιστροφή των χρηματικών ποσών, που προβλέπονται στο εδάφιο (1), αφορά ολόκληρο το ποσό της εκτελεσθείσας πράξης πληρωμής και η ημερομηνία αξίας, για την πίστωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή, δεν είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία χρεώθηκε το ποσό.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Χωρίς επηρεασμό του εδαφίου (6), επιπροσθέτως του δικαιώματος που προβλέπεται στα εδάφια (1) έως (3), για τις άμεσες χρεώσεις, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 1 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 260/2012, ο πληρωτής τηρεί ανεπιφύλακτο δικαίωμα επιστροφής χρηματικών ποσών εντός των χρονικών προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 77.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ανεξάρτητα από το εδάφιο (4), για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), ο πληρωτής δεν επικαλείται λόγους που συνδέονται με μετατροπή συναλλάγματος, εφόσον εφαρμόσθηκε η ισοτιμία αναφοράς που έχει συμφωνήσει με τον οικείο του πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με το άρθρο 45(1)(δ) και το άρθρο 52(γ)(ii).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Στη σύμβαση-πλαίσιο μεταξύ του πληρωτή και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να συμφωνείται ότι ο πληρωτής δεν δικαιούται την επιστροφή χρηματικών ποσών που προβλέπονται στο εδάφιο (1), σε περίπτωση που- (α) Ο πληρωτής έχει δώσει τη συγκατάθεσή του για να εκτελεστεί η πράξη πληρωμής απευθείας στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του∙ και (β) κατά περίπτωση, οι πληροφορίες για τη μελλοντική πράξη πληρωμής παρέχονται ή τίθενται στη διάθεση του πληρωτή, κατά τον συμφωνηθέντα τρόπο, τουλάχιστον τέσσερις (4) εβδομάδες πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή από τον δικαιούχο.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Αιτήσεις επιστροφής χρηματικών ποσών για πράξεις πληρωμής των οποίων η έναρξη διενεργείται από δικαιούχο ή μέσω αυτού</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-77\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 77</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">77.-(1) Ο πληρωτής δύναται να ζητήσει την επιστροφή των χρηματικών ποσών που προβλέπονται στο άρθρο 76 και η οποία αντιστοιχεί σε εγκεκριμένη πράξη πληρωμής η οποία κινήθηκε από δικαιούχο ή μέσω αυτού εντός οκτώ (8) εβδομάδων από την ημερομηνία χρέωσης των χρηματικών ποσών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης επιστροφής, είτε επιστρέφει ολόκληρο το ποσό της πράξης πληρωμής είτε κοινοποιεί στον πληρωτή αιτιολογημένη άρνηση επιστροφής, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα τα όργανα στα οποία μπορεί να προσφύγει ο πληρωτής, σύμφωνα με τα άρθρα 98 έως 101, σε περίπτωση που δεν αποδέχεται την παρεχόμενη αιτιολόγηση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το δικαίωμα του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών δυνάμει του εδαφίου (2) να αρνείται επιστροφή χρηματικών ποσών δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση του άρθρου 76(4).</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ - ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΠΡΑΞΕΩΝ ΠΛΗΡΩΜΗΣ Λήψη εντολών πληρωμής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-78\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 78</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">78.-(1) Ως χρόνος λήψης εντολής πληρωμής, ορίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή λαμβάνει την εντολή πληρωμής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο λογαριασμός του πληρωτή δεν χρεώνεται πριν από την παραλαβή της εντολής πληρωμής και, σε περίτπωση που ο χρόνος λήψης δεν είναι εργάσιμη ημέρα για τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, η εντολή πληρωμής λογίζεται ως ληφθείσα την επόμενη εργάσιμη ημέρα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να ορίσει ένα οριακό χρονικό σημείο προς το τέλος της εργάσιμης ημέρας πέραν του οποίου κάθε λαμβανόμενη εντολή πληρωμής λογίζεται ως ληφθείσα την επόμενη εργάσιμη ημέρα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση που, ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών που κίνησε εντολή πληρωμής και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του συμφωνήσουν ότι η εκτέλεση της εντολής πληρωμής αρχίζει σε συγκεκριμένη ημέρα ή στο τέλος συγκεκριμένης περιόδου ή την ημέρα που ο πληρωτής θα έχει θέσει χρηματικά ποσά στη διάθεση του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του, ως χρόνος λήψης της εντολής πληρωμής για τους σκοπούς του άρθρου 83 θεωρείται η συμφωνηθείσα ημέρα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Σε περίπτωση που, η κατά το εδάφιο (4) συμφωνηθείσα ημέρα δεν είναι εργάσιμη ημέρα για τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, η εντολή πληρωμής που λαμβάνεται λογίζεται ως ληφθείσα την επόμενη εργάσιμη ημέρα.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Άρνηση εντολών πληρωμής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-79\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 79</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">79.-(1) Σε περίπτωση που, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αρνείται να εκτελέσει εντολή πληρωμής ή να εκκινήσει πράξη πληρωμής, οφείλει να γνωστοποιήσει στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών την άρνηση και, ει δυνατόν, τους λόγους της άρνησης και τη διαδικασία αποκατάστασης των τυχόν λαθών που οδήγησαν στην άρνηση, εκτός αν αυτό απαγορεύεται από άλλη σχετική διάταξη του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του δικαίου του οικείου κράτους μέλους.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει ή καθιστά διαθέσιμη, κατά τον συμφωνηθέντα τρόπο, τη γνωστοποίηση με την πρώτη ευκαιρία και, σε κάθε περίπτωση, εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 83.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η σύμβαση-πλαίσιο επιτρέπεται να περιλαμβάνει όρο, σύμφωνα με τον οποίο ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών θα έχει δικαίωμα να επιβάλει εύλογη επιβάρυνση για την άρνηση αυτή, εάν η άρνηση είναι αντικειμενικώς αιτιολογημένη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού του πληρωτή, εφόσον πληρούνται όλοι οι όροι που προβλέπονται στη σύμβαση-πλαίσιο του πληρωτή, δεν αρνείται να εκτελέσει εγκεκριμένη εντολή πληρωμής, ανεξαρτήτως του εάν η έναρξη της εντολής πληρωμής διενεργήθηκε απευθείας από τον πληρωτή ή μέσω του παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής ή από δικαιούχο ή μέσω αυτού, εκτός αν η εκτέλεση της εντολής πληρωμής απαγορεύεται από άλλη σχετική διάταξη του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή δικαίου του οικείου κράτους μέλους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Για τους σκοπούς των άρθρων 83 και 89, εντολή πληρωμής της οποίας η εκτέλεση απορρίφθηκε θεωρείται ως μη ληφθείσα.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Ανέκκλητο εντολής πληρωμής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-80\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 80</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">80.-(1) Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών απαγορεύεται να ανακαλέσει εντολή πληρωμής σε περίπτωση που αυτή λήφθηκε από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, νοουμένου ότι δεν προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση στο παρόν άρθρο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Στην περίπτωση που διενεργείται έναρξη πράξης πληρωμής από πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής ή από τον δικαιούχο ή μέσω αυτού, ο πληρωτής δεν ανακαλεί την εντολή πληρωμής μετά την παραχώρηση της συγκατάθεσής του στον πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής να διενεργήσει την έναρξη της πράξης πληρωμής ή μετά την παραχώρηση της συγκατάθεσής του να εκτελεστεί η πράξη πληρωμής προς τον δικαιούχο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ανεξάρτητα από το εδάφιο (2), στην περίπτωση άμεσης χρέωσης και χωρίς επηρεασμό των δικαιωμάτων επιστροφής, ο πληρωτής επιτρέπεται να ανακαλέσει την εντολή πληρωμής το αργότερο έως το τέλος της εργάσιμης ημέρας που προηγείται της ημέρας που συμφωνήθηκε για τη χρέωση των χρηματικών ποσών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 78(4) και (5), ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να ανακαλέσει εντολή πληρωμής το αργότερο έως το τέλος της εργάσιμης ημέρας που προηγείται της συμφωνηθείσας ημέρας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Μετά την παρέλευση των προθεσμιών που προβλέπονται στα εδάφια (1) έως (4), η εντολή πληρωμής επιτρέπεται να ανακληθεί μόνο με συμφωνία μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του οικείου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Στην περίπτωση που αναφέρεται στα εδάφια (2) και (3), απαιτείται η συμφωνία του δικαιούχου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Σε περίπτωση που προβλέπεται στη σύμβαση-πλαίσιο, ο οικείος πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να επιβάλει χρέωση σε περίπτωση ανάκλησης εντολής πληρωμής.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Μεταφορά και λήψη χρηματικών ποσών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-81\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 81</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">81.-(1) Τηρουμένου του εδαφίου (2), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου και οι τυχόν ενδιάμεσοι των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών μεταφέρουν το πλήρες ποσό της πράξης πληρωμής και δεν αφαιρούν επιβαρύνσεις από το μεταφερόμενο ποσό.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο δικαιούχος και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να συμφωνούν ότι ο σχετικός πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών αφαιρεί τη χρέωσή του από το μεταφερόμενο ποσό πριν αυτό πιστωθεί στον δικαιούχο και, στην περίπτωση αυτή, το πλήρες ποσό της πράξης πληρωμής και οι επιβαρύνσεις εμφαίνονται χωριστά στις πληροφορίες που παρέχονται στον δικαιούχο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που από το μεταφερόμενο ποσό αφαιρούνται επιβαρύνσεις άλλες από εκείνες που αναφέρονται στο εδάφιο (2), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμής του πληρωτή μεριμνά, ώστε ο δικαιούχος να λαμβάνει το πλήρες ποσό της πράξης πληρωμής της οποίας η έναρξη διενεργήθηκε από τον πληρωτή και, όταν διενεργείται έναρξη πράξης πληρωμής από τον δικαιούχο ή μέσω αυτού, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου μεριμνά, ώστε ο δικαιούχος να λαμβάνει το πλήρες ποσό της πράξης πληρωμής.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Πεδίο εφαρμογής των άρθρων 82 έως 87</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-82\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 82</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">82.-(1) Τα άρθρα 82 έως 87 εφαρμόζονται όσον αφορά- (α) Πράξεις πληρωμών σε ευρώ· (β) εθνικές πράξεις πληρωμών στο νόμισμα του κράτους μέλους εκτός της Ζώνης του Ευρώ· (γ) πράξεις πληρωμών που απαιτούν μόνο μία μετατροπή νομίσματος μεταξύ του ευρώ και του επίσημου νομίσματος κράτους μέλους εκτός της Ζώνης του Ευρώ, εφόσον η απαιτούμενη μετατροπή νομίσματος πραγματοποιείται στο κράτος μέλος εκτός της Ζώνης του Ευρώ και, στην περίπτωση διασυνοριακών συναλλαγών πληρωμών, η διασυνοριακή μεταφορά πραγματοποιείται σε ευρώ.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τα άρθρα 82 έως 87 εφαρμόζονται και επί πράξεων πληρωμών που δεν προβλέπονται στο εδάφιο (1), εκτός αν υπάρχει διαφορετική συμφωνία μεταξύ του χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, με εξαίρεση το άρθρο 87 η εφαρμογή του οποίου δεν εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια των μερών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του συμφωνούν περίοδο μεγαλύτερη από την οριζόμενη στο άρθρο 83 για πράξεις πληρωμής εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η περίοδος αυτή δεν υπερβαίνει τις τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες μετά τον χρόνο λήψης, όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 78.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Πράξεις πληρωμής προς λογαριασμό πληρωμών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-83\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 83</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">83.-(1) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή μεριμνά, ώστε, μετά τη λήψη της εντολής όπως προβλέπεται στο άρθρο 78, το ποσό της πράξης πληρωμής να πιστώνεται στον λογαριασμό του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου έως το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας, με δικαίωμα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας κατά μία (1) επιπλέον εργάσιμη ημέρα για τις πράξεις πληρωμής των οποίων η έναρξη διενεργείται σε έγχαρτη μορφή.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου καθορίζει ημερομηνία αξίας και καθιστά διαθέσιμο το ποσό της πράξης πληρωμής στον λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου μετά την παραλαβή των χρηματικών ποσών από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με το άρθρο 87.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου διαβιβάζει εντολή πληρωμής της οποίας η έναρξη διενεργήθηκε από τον δικαιούχο ή μέσω αυτού στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή εντός της προθεσμίας που συμφωνήθηκε μεταξύ του δικαιούχου και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, καθιστώντας δυνατή την τακτοποίησή της, όσον αφορά την άμεση χρέωση, κατά τη συμφωνηθείσα καταληκτική ημερομηνία.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Περιπτώσεις κατά τις οποίες ο δικαιούχος δεν διαθέτει λογαριασμό πληρωμών στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-84\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 84</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">84.</span>Στην περίπτωση που ο δικαιούχος δεν διαθέτει λογαριασμό πληρωμών στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, τα χρηματικά ποσά τίθενται στη διάθεση του δικαιούχου από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, ο οποίος τα παραλαμβάνει για λογαριασμό του δικαιούχου, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 83.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Μετρητά που κατατίθενται σε λογαριασμό πληρωμών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-85\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 85</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">85.</span>Σε περίπτωση που καταναλωτής καταθέτει μετρητά σε λογαριασμό πληρωμών τηρούμενο από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών στο νόμισμα του εν λόγω λογαριασμού πληρωμών, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών μεριμνά, ώστε το ποσό να καθίσταται διαθέσιμο αμέσως μετά τη λήψη του, με την αντίστοιχη ημερομηνία αξίας:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, εάν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δεν είναι καταναλωτής, το ποσό καθίσταται διαθέσιμο με ημερομηνία αξίας το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα μετά τη λήψη του.</p>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Εθνικές πράξεις πληρωμής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-86\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 86</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">86.</span>Η Κεντρική Τράπεζα δύναται με οδηγία της να ορίσει, εάν το κρίνει σκόπιμο, συντομότερες ανώτατες προθεσμίες εκτέλεσης από εκείνες που προβλέπονται στα άρθρα 82, 83, 84, 85 και 87, αναφορικά με πράξεις πληρωμής που διενεργούνται στη Δημοκρατία.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Ημερομηνία αξίας και διαθεσιμότητα χρηματικών ποσών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-87\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 87</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">87.-(1) Η ημερομηνία αξίας για την πίστωση του λογαριασμού πληρωμών του δικαιούχου είναι, το αργότερο, η εργάσιμη ημέρα κατά την οποία πιστώνεται ο λογαριασμός του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου με το ποσό της πράξης πληρωμής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου μεριμνά, ώστε το ποσό της πράξης πληρωμής να είναι στη διάθεση του δικαιούχου ευθύς ως ο λογαριασμός του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου πιστωθεί με το ποσό της πράξης πληρωμής, όταν από την πλευρά του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου- (α) Δεν υπάρχει μετατροπή συναλλάγματος, ή (β) υπάρχει μετατροπή συναλλάγματος μεταξύ του ευρώ και νομίσματος κράτους μέλους ή μεταξύ δύο νομισμάτων κρατών μελών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η υποχρέωση που προβλέπεται στο εδάφιο (2) εφαρμόζεται επίσης επί πληρωμών εντός του πλαισίου ενός παρόχου υπηρεσιών πληρωμών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η ημερομηνία αξίας για τη χρέωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή δεν είναι προγενέστερη του χρόνου κατά τον οποίο γίνεται η χρέωση του εν λόγω λογαριασμού πληρωμών με το ποσό της πράξης πληρωμής.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Ευθύνη για λανθασμένα αποκλειστικά μέσα ταυτοποίησης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-88\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 88</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">88.-(1) Σε περίπτωση που η πράξη πληρωμής εκτελεστεί σύμφωνα με το αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης, θεωρείται ότι εκτελέστηκε ορθά όσον αφορά τον δικαιούχο που αναγράφεται στο αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που το αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης που παρέχει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών είναι λανθασμένο, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν φέρει ευθύνη δυνάμει του άρθρου 89, για τη μη εκτέλεση ή την εσφαλμένη εκτέλεση της πράξης πληρωμής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ανεξάρτητα από το εδάφιο (2), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή καταβάλλει εύλογες προσπάθειες για την ανάκτηση των χρηματικών ποσών που αφορά η πράξη πληρωμής, ο δε πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου οφείλει να συνεργάζεται σε αυτές τις προσπάθειες, παρέχοντας, μεταξύ άλλων, στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή όλες τις σχετικές πληροφορίες για την είσπραξη των χρηματικών ποσών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση που η συλλογή των χρηματικών ποσών, σύμφωνα με το εδάφιο (3), δεν είναι δυνατή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή παρέχει στον πληρωτή κατόπιν γραπτού αιτήματος, όλες τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του, οι οποίες είναι σημαντικές για τον πληρωτή προκειμένου αυτός να προβάλει νομική αξίωση για ανάκτηση των χρηματικών ποσών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Σε περίπτωση που γίνεται πρόβλεψη στη σύμβαση-πλαίσιο, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να επιβάλει χρέωση στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών για την ανάκτηση των ποσών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Σε περίπτωση που ο χρήστης των υπηρεσιών πληρωμών προσκομίσει πρόσθετες πληροφορίες πέραν των προβλεπομένων στο άρθρο 45(1)(α) ή στο άρθρο 52(β)(ii), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ευθύνεται μόνο για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής σύμφωνα με το παρασχεθέν από τον χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για μη εκτέλεση, εσφαλμένη ή καθυστερημένη εκτέλεση πράξεων πληρωμής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-89\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 89</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">89.-(1)(α) Σε περίπτωση που η έναρξη της εντολής πληρωμής διενεργείται απευθείας από τον πληρωτή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, χωρίς επηρεασμό του άρθρου 71 του άρθρου 88(2) έως (4) και του άρθρου 93, είναι υπεύθυνος έναντι του πληρωτή για την ορθή εκτέλεση της πράξης πληρωμής, εκτός εάν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή μπορεί να αποδείξει στον πληρωτή και, κατά περίπτωση, στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου έλαβε το ποσό της πράξης πληρωμής, σύμφωνα με το άρθρο 83(1) και, στην περίπτωση αυτή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου είναι υπεύθυνος έναντι του δικαιούχου για την ορθή εκτέλεση της πράξης πληρωμής. (β) Σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή είναι υπεύθυνος βάσει της παραγράφου (α), επιστρέφει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στον πληρωτή το ποσό της ανεκτέλεστης ή εσφαλμένης πράξης πληρωμής και, κατά περίπτωση, επαναφέρει τον λογαριασμό πληρωμών που χρεώθηκε στην κατάσταση που θα βρισκόταν, εάν δεν είχε πραγματοποιηθεί η εσφαλμένη πράξη πληρωμής, και η ημερομηνία αξίας για την πίστωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή δεν είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία χρεώθηκε το ποσό. (γ) Σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου είναι υπεύθυνος βάσει της παραγράφου (α), θέτει αμέσως το ποσό της πράξης πληρωμής στη διάθεση του δικαιούχου και, κατά περίπτωση, πιστώνει το αντίστοιχο ποσό στον λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου, με ημερομηνία αξίας για τον λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου, η οποία δεν είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας αξίας που θα είχε το ποσό στην περίπτωση ορθής εκτέλεσης της πράξης πληρωμής, σύμφωνα με το άρθρο 87. (δ) Σε περίπτωση που η πράξη πληρωμής εκτελεστεί με καθυστέρηση, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου εξασφαλίζει κατόπιν αιτήματος του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή που ενεργεί για λογαριασμό του πληρωτή, ότι η ημερομηνία αξίας για τον λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου δεν είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας αξίας που θα είχε το ποσό στην περίπτωση ορθής εκτέλεσης της πράξης πληρωμής. (ε) Σε περίπτωση μη εκτέλεσης ή εσφαλμένης εκτέλεσης πράξης πληρωμής, όταν η έναρξη της εντολής πληρωμής διενεργείται από τον πληρωτή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, ανεξαρτήτως της ευθύνης που υπέχει στο πλαίσιο του παρόντος εδαφίου, προσπαθεί αμέσως, αν του ζητηθεί, να ανιχνεύσει την πράξη πληρωμής και ειδοποιεί τον πληρωτή για το αποτέλεσμα, το οποίο δεν επιβαρύνει τον πληρωτή.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Σε περίπτωση που η έναρξη της εντολής πληρωμής διενεργείται από τον δικαιούχο ή μέσω αυτού, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου είναι, χωρίς επηρεασμό του άρθρου 71, του άρθρου 88(2) έως (4) και του άρθρου 93, υπεύθυνος έναντι του δικαιούχου για την ορθή διαβίβαση της εντολής πληρωμής στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, σύμφωνα με το άρθρο 83(3). (β) Σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου είναι υπεύθυνος βάσει της παραγράφου (α), διαβιβάζει, εκ νέου, αμέσως την εν λόγω εντολή πληρωμής στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή και, σε περίπτωση καθυστερημένης διαβίβασης της εντολής πληρωμής, το ποσό έχει ημερομηνία αξίας στον λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου που δεν είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας αξίας που θα είχε το ποσό στην περίπτωση ορθής εκτέλεσης της πράξης πληρωμής. (γ) Χωρίς επηρεασμό της παραγράφου (α), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου είναι, χωρίς επηρεασμό του άρθρου 71, του άρθρου 88(2) έως (4) και του άρθρου 93, υπεύθυνος έναντι του δικαιούχου για τη διεκπεραίωση της εντολής πληρωμής, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 87. (δ) Σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου είναι υπεύθυνος δυνάμει της παραγράφου (γ), μεριμνά, ώστε το ποσό της πράξης πληρωμής να είναι στη διάθεση του δικαιούχου αμέσως μόλις το ποσό αυτό πιστωθεί στον λογαριασμό του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου, και το ποσό έχει ημερομηνία αξίας στον λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου, η οποία δεν είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας αξίας που θα είχε το ποσό στην περίπτωση ορθής εκτέλεσης της πράξης πληρωμής. (ε) Σε περίπτωση μη εκτέλεσης ή εσφαλμένης εκτέλεσης πράξης πληρωμής για την οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου δεν είναι υπεύθυνος στο πλαίσιο των παραγράφων (α), (γ) και (δ) ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή είναι υπεύθυνος έναντι του πληρωτή. (στ) Σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή είναι υπεύθυνος σύμφωνα με την παράγραφο (ε), τότε, κατά περίπτωση και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, επιστρέφει στον πληρωτή το ποσό της ανεκτέλεστης ή εσφαλμένης πράξης πληρωμής και επαναφέρει τον λογαριασμό πληρωμών που χρεώθηκε στην κατάσταση που θα βρισκόταν, εάν δεν είχε πραγματοποιηθεί η εσφαλμένη πράξη πληρωμής, και η ημερομηνία αξίας για την πίστωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή δεν είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία χρεώθηκε το ποσό. (ζ) Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους (ε) και (στ) δεν εφαρμόζονται επί του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, εφόσον ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή αποδεικνύει ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου έχει λάβει το ποσό της πράξης πληρωμής, ακόμη και στην περίπτωση που η εκτέλεση της πράξης πληρωμής καθυστέρησε ελάχιστα.</div>\n<p class=\"lf-p\">(η) Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο (ζ), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου ορίζει για το ποσό ημερομηνία αξίας στον λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου που δεν είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας αξίας, που το ποσό θα είχε στην περίπτωση ορθής εκτέλεσης. (θ) Σε περίπτωση μη εκτέλεσης ή εσφαλμένης εκτέλεσης πράξης πληρωμής, που η έναρξη της εντολής πληρωμής διενεργείται από τον δικαιούχο ή μέσω του δικαιούχου, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου, ανεξαρτήτως της ευθύνης που υπέχει στο πλαίσιο του παρόντος εδαφίου, καταβάλλει άμεσα, αφού του ζητηθεί, προσπάθειες να εντοπίσει τις πράξεις πληρωμής και ειδοποιεί τον δικαιούχο για το αποτέλεσμα, το οποίο δεν επιβαρύνει τον δικαιούχο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Χωρίς επηρεασμό των εδαφίων (1) και (2), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών είναι υπεύθυνος έναντι των αντίστοιχων χρηστών υπηρεσιών πληρωμών τους για τυχόν χρεώσεις για τις οποίες φέρουν την ευθύνη και για τόκους που επιβαρύνουν τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών ως συνέπεια της μη εκτέλεσης ή της εσφαλμένης, συμπεριλαμβανομένης της καθυστερημένης, εκτέλεσης της πράξης πληρωμής.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 32(I)/2019 Ευθύνη για τη μη εκτέλεση, για την εσφαλμένη ή για την καθυστερημένη εκτέλεση πράξεων πληρωμής, στην περίπτωση υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-90\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 90</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">90.-(1) Σε περίπτωση που η έναρξη εντολής πληρωμής διενεργείται από τον πληρωτή μέσω παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού επιστρέφει στον πληρωτή, χωρίς επηρεασμό του άρθρου 71 και του άρθρου 88(2) έως (4), το ποσό της μη εκτελεσθείσας ή της εσφαλμένης πράξης πληρωμής και, κατά περίπτωση, επαναφέρει τον λογαριασμό πληρωμών που χρεώθηκε στην κατάσταση που θα βρισκόταν αν δεν είχε πραγματοποιηθεί η εσφαλμένη πράξη πληρωμής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο πάροχος υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής φέρει το βάρος της απόδειξης ότι η εντολή πληρωμής λήφθηκε από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού του πληρωτή, σύμφωνα με το άρθρο 78 και ότι, εντός του πεδίου αρμοδιότητάς του, έχει εξακριβωθεί η γνησιότητα της πράξης πληρωμής, ότι αυτή έχει καταγραφεί επακριβώς και δεν έχει επηρεαστεί από τεχνική βλάβη ή άλλη δυσλειτουργία που συνδέεται με μη εκτέλεση, εσφαλμένη ή καθυστερημένη εκτέλεση της συναλλαγής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής ευθύνεται για τη μη εκτέλεση, την εσφαλμένη ή την καθυστερημένη εκτέλεση της πράξης πληρωμής, αποζημιώνει αμέσως τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού, κατόπιν αιτήματός του, για τις ζημιές που υπέστη ή τα ποσά που κατέβαλε ως αποτέλεσμα της επιστροφής στον πληρωτή.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Πρόσθετη οικονομική αποζημίωση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-91\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 91</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">91.</span>Τυχόν πρόσθετη οικονομική αποζημίωση σε σχέση με αυτή που προβλέπεται στα άρθρα 88 έως 90, 92 και 93, επιτρέπεται να καθορίζεται σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο στη συναφθείσα σύμβαση μεταξύ του χρήστη και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Αποζημίωση όταν η ευθύνη παρόχου υπηρεσιών πληρωμών αποδίδεται σε άλλον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή σε μεσάζοντα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-92\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 92</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">92.-(1) Σε περίπτωση που η ευθύνη ενός παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τα άρθρα 73, 89 και 90, αποδίδεται σε άλλον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή σε μεσάζοντα, ο δεύτερος πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ή ο μεσάζων αποζημιώνει τον πρώτο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών για κάθε ζημιά που υπέστη ή για κάθε ποσό που κατέβαλε στο πλαίσιο των άρθρων 73, 89 και 90.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η κατά το εδάφιο (1) ευθύνη περιλαμβάνει αποζημίωση σε περίπτωση που οποιοσδήποτε πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν προβαίνει σε αυστηρή εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η χορήγηση περαιτέρω οικονομικής αποζημίωσης επιτρέπεται να αποφασίζεται βάσει συμφωνιών μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών ή/και των μεσαζόντων και βάσει του δικαίου που εφαρμόζεται στη μεταξύ τους συμφωνία.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 32(I)/2019 Ασυνήθεις και απρόβλεπτες περιστάσεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-93\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 93</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">93.</span>Δεν υφίσταται ευθύνη σύμφωνα με τα Κεφάλαια Β ή Γ στις περιπτώσεις που υπάρχουν ασυνήθεις και απρόβλεπτες περιστάσεις, οι οποίες εκφεύγουν του ελέγχου του μέρους που τις επικαλείται, προκειμένου να εφαρμοστούν, και των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσε να αποφευχθούν, παρ’ όλες τις προσπάθειες για το αντίθετο, ούτε όταν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεσμεύεται από άλλες νομικές υποχρεώσεις που προβλέπονται στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ - ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ Προστασία δεδομένων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-94\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 94</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">94.-(1) Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα συστήματα πληρωμών και τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται, στην περίπτωση που αυτή είναι αναγκαία για την πρόληψη, τη διερεύνηση και τον εντοπισμό απάτης στον τομέα των πληρωμών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η παροχή πληροφοριών σε άτομα σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η επεξεργασία και αποθήκευση των εν λόγω δεδομένων, καθώς και κάθε άλλη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου πραγματοποιείται σύμφωνα με τον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο και τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών έχουν πρόσβαση, επεξεργάζονται και διατηρούν τα προσωπικά δεδομένα που είναι απαραίτητα για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών μόνο με τη ρητή συγκατάθεση του χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε - ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΞΑΚΡΙΒΩΣΗ ΓΝΗΣΙΟΤΗΤΑΣ Διαχείριση των κινδύνων λειτουργίας και ασφάλειας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-95\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 95</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">95.-(1) Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών- (α) Καταρτίζουν πλαίσιο με κατάλληλα μέτρα μείωσης κινδύνων και μηχανισμούς ελέγχου για τη διαχείριση των λειτουργικών κινδύνων και των κινδύνων ασφαλείας που σχετίζονται με τις υπηρεσίες πληρωμών τις οποίες παρέχουν∙ και (β) ως μέρος του εν λόγω πλαισίου, θεσπίζουν και διατηρούν αποτελεσματικές διαδικασίες διαχείρισης συμβάντων, μεταξύ άλλων, για τον εντοπισμό και την ταξινόμηση των μειζόνων συμβάντων που άπτονται της λειτουργίας και της ασφάλειας. (1Α). Οι διατάξεις του εδαφίου (1) δεν θίγουν την εφαρμογή του Κεφαλαίου ΙΙ του Κανονισμού αριθ. (ΕΕ) 2022/2554- (α) στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β) και (δ) του εδαφίου (1) άρθρου 4 του παρόντος Νόμου· (β)στους παρόχους υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού που αναφέρονται στην παράγραφο (1) του άρθρου 34 του παρόντος Νόμου· (γ) στα ιδρύματα πληρωμών που εξαιρούνται δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του παρόντος Νόμου· και (δ) στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που δικαιούνται απαλλαγής σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (3) του άρθρου 5 του περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών παρέχουν στην Κεντρική Τράπεζα επί ετήσιας βάσης ή/και σε μικρότερα διαστήματα που ορίζει η Κεντρική Τράπεζα, επικαιροποιημένη και ολοκληρωμένη αξιολόγηση των κινδύνων λειτουργίας και ασφάλειας που συνδέονται με τις παρεχόμενες υπηρεσίες πληρωμών και για την επάρκεια των μέτρων μείωσης κινδύνων και των μηχανισμών ελέγχου που εφαρμόζονται για την αντιμετώπιση αυτών των κινδύνων.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 16(I)/2025 Αναφορά συμβάντων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-96\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 96</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">96.-(1) Σε περίπτωση μείζονος λειτουργικού συμβάντος ή συμβάντος που αφορά την ασφάλεια, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών το γνωστοποιούν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στην Κεντρική Τράπεζα, ως την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που το συμβάν επηρεάζει ή μπορεί να επηρεάσει τα οικονομικά συμφέροντα των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών του, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ενημερώνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών του για το συμβάν και για όλα τα διαθέσιμα μέτρα που μπορούν να λάβουν για τη μείωση των αρνητικών επιπτώσεων του συμβάντος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Μετά τη λήψη της γνωστοποίησης που προβλέπεται στο εδάφιο (1), η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, παρέχει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις σχετικές λεπτομέρειες του συμβάντος στην ΕΑΤ και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και, αφού αξιολογήσει τη σπουδαιότητα του συμβάντος, τις ενημερώνει αναλόγως.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, συνεργάζεται με την ΕΑΤ και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τους σκοπούς αξιολόγησης εκ των δύο τελευταίων αρχών της σπουδαιότητάς του, κατά το εδάφιο (1), συμβάντος για τις άλλες σχετικές ενωσιακές και εθνικές αρχές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Στην περίπτωση που η Κεντρική Τράπεζα ενημερώνεται σύμφωνα με το Άρθρο 96, παράγραφος 2, εδάφιο (2) της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της άμεσης ασφάλειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. (5Α). Οι διατάξεις των εδαφίων (1) έως (5) δεν εφαρμόζονται- (α) στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β) και (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 4· (β) στους παρόχους υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού που αναφέρονται στην παράγραφο (1) του άρθρου 34· (γ) στα ιδρύματα πληρωμών που εξαιρούνται δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 5· και (δ) στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που δικαιούνται απαλλαγής σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (3) του άρθρου 5 του περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών παρέχουν, τουλάχιστον επί ετήσιας βάσης, στατιστικά στοιχεία σχετικά με οποιαδήποτε απάτη σχετίζεται με τα διάφορα μέσα πληρωμών στην Κεντρική Τράπεζα, η οποία διαβιβάζει στην ΕΑΤ και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τα δεδομένα αυτά σε συγκεντρωτική μορφή.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 16(I)/2025 Εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-97\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 97</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">97.-(1) Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών εφαρμόζουν αυστηρή εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη, όταν ο πληρωτής- (α) Έχει πρόσβαση στον λογαριασμό πληρωμών του διαδικτυακά· (β) διενεργεί την έναρξη πράξης πληρωμής ηλεκτρονικά· (γ) εκτελεί οποιαδήποτε ενέργεια, μέσω εξ αποστάσεως διαύλου, η οποία μπορεί να ενέχει κίνδυνο απάτης στον τομέα των πληρωμών ή άλλων παραβιάσεων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Αναφορικά με τη διενέργεια έναρξης πράξεων πληρωμής ηλεκτρονικά, που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1), για πράξεις ηλεκτρονικής πληρωμής εξ αποστάσεως, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών εφαρμόζουν αυστηρή εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη που περιλαμβάνει στοιχεία τα οποία συνδέουν δυναμικά τη συναλλαγή με συγκεκριμένο ποσό και συγκεκριμένο δικαιούχο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Αναφορικά με το εδάφιο (1), οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών εφαρμόζουν κατάλληλα μέτρα ασφαλείας, με σκοπό την προστασία της εμπιστευτικότητας και της ακεραιότητας των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Τα εδάφια (2) και (3) εφαρμόζονται όταν η έναρξη των πληρωμών διενεργείται μέσω παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, και τα εδάφια (1) και (3) εφαρμόζονται επίσης όταν οι πληροφορίες ζητούνται μέσω παρόχου υπηρεσίας πληροφοριών λογαριασμού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού επιτρέπει στον πάροχο υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής και στον πάροχο υπηρεσίας πληροφοριών λογαριασμού να επαφίεται στις διαδικασίες εξακρίβωσης που παρέχει ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού για τον χρήστη της υπηρεσίας πληρωμών, σύμφωνα με τα εδάφια (1) και (3), και, εφόσον εμπλέκεται ο πάροχος υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, σύμφωνα με τα εδάφια (1), (2) και (3).</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ - ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ (ΕΕΔ) ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΛΥΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ Υποβολή καταγγελιών στην Κεντρική Τράπεζα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-98\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 98</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">98.-(1) Οι χρήστες υπηρεσιών πληρωμών και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, περιλαμβανομένων των ενώσεων καταναλωτών, επιτρέπεται να υποβάλλουν στην Κεντρική Τράπεζα, ως την αρμόδια αρχή, καταγγελίες, γραπτώς ή με ηλεκτρονικά μέσα, σχετικά με ισχυρισμούς για παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος Νόμου και/ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 924/2009, από πάροχο υπηρεσιών πληρωμών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κατά περίπτωση και χωρίς επηρεασμό του δικαιώματος προσφυγής σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος, η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή, ενημερώνει με την απάντησή της τον καταγγέλλοντα για τις προβλεπόμενες από το άρθρο 101 διαδικασίες εναλλακτικής επίλυσης διαφορών.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Αρμόδιες αρχές</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-99\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 99</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">99.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (1Α), η Κεντρική Τράπεζα ορίζεται ως η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας για τη διασφάλιση και την παρακολούθηση της αποτελεσματικής συμμόρφωσης με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών. (1Α) Η Υπηρεσία ορίζεται ως η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας για τη διασφάλιση και την παρακολούθηση της αποτελεσματικής συμμόρφωσης των δικαιούχων με τις διατάξεις των άρθρων 60 και 62. (1Β) Η Κεντρική Τράπεζα και η Υπηρεσία, ως οι αρμόδιες αρχές, συνεργάζονται μεταξύ τους, ώστε να εκπληρώνουν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Χωρίς επηρεασμό των άρθρων 6(7) και (8), 23, 24 και 25, για σκοπούς εκτέλεσης των καθηκόντων της δυνάμει του εδαφίου (1), η Κεντρική Τράπεζα διαθέτει τις ακόλουθες εξουσίες: (α) Να απαιτεί την παροχή από πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εντός προκαθορισμένης χρονικής προθεσμίας, κάθε πληροφορίας απαραίτητης για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης, διευκρινίζοντας κατά το δέον, τον σκοπό του αιτήματος∙ (β) να πραγματοποιεί επιτόπιους ελέγχους σε κάθε πάροχο υπηρεσιών πληρωμών∙ (γ) να εκδίδει συστάσεις και κατευθυντήριες γραμμές και, εφόσον ενδείκνυται, δεσμευτικές διοικητικές διατάξεις σε πάροχο υπηρεσιών πληρωμών∙ (δ) να αναστέλλει ή να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας κάθε παρόχου υπηρεσιών πληρωμών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Κεντρική Τράπεζα και η Υπηρεσία ασκούν τις εξουσίες τους σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο- (α) απευθείας υπό τη δική τους εξουσία· ή (β) υποβάλλοντας, όπου το κυπριακό δίκαιο το προνοεί, αίτηση στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την έκδοση της αναγκαίας απόφασης, περιλαμβανομένης, εφόσον ενδείκνυται, της άσκησης έφεσης στην περίπτωση ανεπιτυχούς έκβασης της αίτησης έκδοσης της αναγκαίας απόφασης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση παράβασης ή εικαζόμενης παράβασης των Μερών ΙΙΙ και IV του παρόντος Νόμου, η Κεντρική Τράπεζα είναι υπεύθυνη για τη διασφάλιση και την παρακολούθηση της αποτελεσματικής συμμόρφωσης με τον παρόντα Νόμο, όταν αποτελεί την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, εκτός αν ο εν λόγω πάροχος παρέχει υπηρεσίες πληρωμών μέσω υποκαταστήματος ή αντιπροσώπου που λειτουργεί σύμφωνα με το δικαίωμα εγκατάστασης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Το Υπουργείο Οικονομικών εκπληρώνει την υποχρέωση την οποία επιβάλλει το Άρθρο 100, παράγραφος 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 στη Δημοκρατία ως κράτος μέλος.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 16(I)/2022 Εξουσίες Υπηρεσίας 99Α.-(1) Για σκοπούς εκτέλεσης των καθηκόντων της, δυνάμει του εδαφίου (1Α) του άρθρου 99, η Υπηρεσία δύναται να- (α) απαιτεί, τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ και του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου, την παροχή από δικαιούχο, εντός καθορισμένης χρονικής προθεσμίας, κάθε πληροφορίας απαραίτητης για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης αυτού, διευκρινίζοντας κατά το δέον, το σκοπό του αιτήματος. (β) πραγματοποιεί, τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ και του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου, επιτόπιους ελέγχους στο υποστατικό και χώρο εργασίας κάθε δικαιούχου, ώστε να εξετάζει, κατάσχει, λαμβάνει ή αποκτά αντίγραφα στοιχείων, δεδομένων ή εγγράφων, ανεξαρτήτως του μέσου αποθήκευσής τους. (γ) διατάσσει το δικαιούχο, σε περίπτωση που κατά την κρίση της παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιεσδήποτε διατάξεις των άρθρων 60 ή/και 62, όπως τερματίσει αμέσως την παράβαση και αποφύγει την επανάληψή της στο μέλλον και, σε περίπτωση που ο δικαιούχος δεν συμμορφωθεί, η Υπηρεσία επιβάλλει ανάλογα με τη βαρύτητα και τη διάρκεια της παράβασης διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 99Β. (δ) λαμβάνει κάθε μέτρο για την εξασφάλιση της συνεχούς συμμόρφωσης του δικαιούχου με τις διατάξεις των άρθρων 60 ή/και 62.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει, τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ και του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου, όταν κληθεί από την Υπηρεσία δυνάμει του εδαφίου (1), να θέσει στη διάθεσή της πληροφορίες, έγγραφα ή στοιχεία, που κατέχει ή έχει υπό τον έλεγχό του σχετικά με δικαιούχο, καθώς και να προσέλθει στον τόπο διεξαγωγής των εργασιών της Υπηρεσίας, εάν το απαιτήσει.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να παρακωλύει ή παρεμποδίζει με πράξη ή παράλειψή του την Υπηρεσία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η παροχή ψευδών ή παραπλανητικών στοιχείων ή εγγράφων και/ή η απόκρυψη ουσιώδους πληροφορίας από οποιαδήποτε γνωστοποίηση που υποβάλλεται στην Υπηρεσία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αποτελεί, εκτός από παράβαση η οποία υπόκειται σε διοικητική κύρωση κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 99Β, ποινικό αδίκημα και το πρόσωπο που διαπράττει αυτό, σε περίπτωση καταδίκης του, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές.</div>\n<p class=\"lf-p\">16(I)/2022 Διοικητικές κυρώσεις επιβαλλόμενες από την Υπηρεσία 99Β.-(1) Σε περίπτωση κατά την οποία η Υπηρεσία διαπιστώνει ότι δικαιούχος ο οποίος βρίσκεται υπό την εποπτεία της, παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιεσδήποτε διατάξεις των άρθρων 60 ή/και 62, δύναται, αφού προηγουμένως ακούσει ή δώσει την ευκαιρία στο δικαιούχο ή εκπρόσωπό του να ακουστεί, προφορικά και/ή γραπτά, να επιβάλει σε αυτόν, ανάλογα με τη βαρύτητα και τη διάρκεια της παράβασης, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000), και, σε περίπτωση συνέχισης της παράβασης, δύναται επιπρόσθετα να του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, που δεν υπερβαίνει τα εκατό ευρώ (€100) για κάθε ημέρα συνέχισης της παράβασης ανάλογα με τη βαρύτητα αυτής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης πληρωμής διοικητικού προστίμου το οποίο επιβλήθηκε σε πρόσωπο δυνάμει του εδαφίου (1), η Υπηρεσία έχει εξουσία να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον του με σκοπό την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού ως αστικού χρέους οφειλόμενου στη Δημοκρατία.</div>\n<p class=\"lf-p\">16(I)/2022 Επίλυση διαφορών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-100\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 100</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">100.-(1) Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών θεσπίζουν και εφαρμόζουν κατάλληλες και αποτελεσματικές διαδικασίες για τη διευθέτηση των καταγγελιών των χρηστών των υπηρεσιών πληρωμών, όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα Μέρη ΙΙΙ και IV, και η Κεντρική Τράπεζα παρακολουθεί τις επιδόσεις τους σχετικά, οι δε εν λόγω διαδικασίες εφαρμόζονται στη Δημοκρατία όπου ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών προσφέρει τις υπηρεσίες πληρωμών και είναι διαθέσιμες σε επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας ή σε άλλη γλώσσα, εφόσον αυτό συμφωνηθεί μεταξύ του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να απαντά, σε έγχαρτη μορφή ή, εφόσον αυτό συμφωνηθεί μεταξύ του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, σε άλλο σταθερό μέσο, στις καταγγελίες των χρηστών πληρωμών. (β) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξετάζει όλα τα ζητήματα αναφορικά με τις καταγγελίες των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών που έχουν τεθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και δίδει απάντηση σε αυτούς, το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από τη λήψη της καταγγελίας. (γ) Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εάν η απάντηση που αναφέρεται στην παράγραφο (α) δεν μπορεί να δοθεί μέσα σε δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες, για λόγους που εκφεύγουν του ελέγχου του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, ο τελευταίος υποχρεούται να αποστέλλει ενδιάμεση απάντηση, αναφέροντας σαφώς τους λόγους για την καθυστέρηση στην απάντηση της καταγγελίας και προσδιορίζοντας την προθεσμία εντός της οποίας θα λάβει την τελική απάντηση ο χρήστης των υπηρεσιών πληρωμών και σε κάθε περίπτωση η προθεσμία για τη λήψη της τελικής απάντησης δεν υπερβαίνει τις τριάντα πέντε (35) εργάσιμες ημέρες.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ενημερώνει τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών τουλάχιστον για έναν φορέα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών που είναι αρμόδιος για την επίλυση των διαφορών σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα Μέρη ΙΙΙ και IV, προσδιορίζει τον τρόπο πρόσβασης σε περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τον εν λόγω φορέα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, καθώς και τις προϋποθέσεις χρήσης αυτού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οι κατά το εδάφιο (3) πληροφορίες αναφέρονται με σαφή, πλήρη και ευχερώς προσβάσιμο τρόπο στον διαδικτυακό τόπο του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, εφόσον υπάρχει, στο υποκατάστημα και στους γενικούς όρους και προϋποθέσεις της σύμβασης μεταξύ του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Διαδικασίες εναλλακτικής επίλυσης διαφορών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-101\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 101</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">101.-(1) Για την εναλλακτική επίλυση των διαφορών οι οποίες ανακύπτουν μεταξύ των χρηστών και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και αφορούν δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις που απορρέουν από τα Μέρη ΙΙΙ και/ή IV και/ή από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 924/2004, εφαρμόζονται οι διαδικασίες που προβλέπονται στον περί της Εναλλακτικής Επίλυσης Καταναλωτικών Διαφορών Νόμο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η Κεντρική Τράπεζα διασφαλίζει ότι οι διαδικασίες εναλλακτικής επίλυσης διαφορών εφαρμόζονται επί των παροχών υπηρεσιών πληρωμών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι κατά το εδάφιο (1) φορείς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών συνεργάζονται αποτελεσματικά με άλλους φορείς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών άλλων κρατών μελών, που ορίζονται σύμφωνα με το Άρθρο 102 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, για την επίλυση των διασυνοριακών διαφορών που αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα Μέρη ΙΙΙ και IV ή, κατά περίπτωση, τις διατάξεις που θεσπίζονται από άλλο κράτος μέλος για σκοπούς ενσωμάτωσης των Τίτλων ΙΙΙ και IV της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 32(I)/2019 Δημοσιοποίηση των κυρώσεων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-102\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 102</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">102.-(1) Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να δημοσιοποιεί οποιαδήποτε διοικητική κύρωση επιβάλλει υπό την ιδιότητά της ως της αρμόδιας αρχής, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, εκτός εάν, κατά την κρίση της, η δημοσιοποίηση αυτή ενδέχεται να διαταράξει σοβαρά τις χρηματοπιστωτικές αγορές ή να προκαλέσει δυσανάλογη ζημιά στα εμπλεκόμενα μέρη.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που δημοσιοποιημένη κατά το εδάφιο (1) απόφαση για επιβολή διοικητικών κυρώσεων προσβάλλεται με προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου, η Κεντρική Τράπεζα δημοσιεύει αμέσως τις πληροφορίες αυτές και κάθε μεταγενέστερη πληροφορία σχετική με τα αποτελέσματα της προσφυγής και δημοσιεύει και κάθε απόφαση δικαστηρίου, πρωτόδικα ή κατ’ έφεση, που ακυρώνει απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας η οποία προσβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, οι δε δημοσιεύσεις που προβλέπονται στο παρόν εδάφιο γίνονται κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο δημοσιεύεται η διοικητική κύρωση δυνάμει του εδαφίου (1).</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ V ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΠΡΑΞΕΙΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Υποχρέωση ενημέρωσης των καταναλωτών για τα δικαιώματά τους</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-103\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 103</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">103.-(1) Η Κεντρική Τράπεζα μεριμνά, ώστε το φυλλάδιο το οποίο καταρτίζεται δυνάμει του Άρθρου 106 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 να είναι διαθέσιμο κατά τρόπο που το καθιστά εύκολα προσβάσιμο στον ιστότοπό της.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών μεριμνούν, ώστε το φυλλάδιο το οποίο καταρτίζεται δυνάμει του Άρθρου 106 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, να είναι διαθέσιμο κατά τρόπο που το καθιστά εύκολα προσβάσιμο στους ιστοτόπους τους, εφόσον υπάρχουν, και σε έντυπη μορφή στα υποκαταστήματά τους, στους αντιπροσώπους τους και στις οντότητες στις οποίες αναθέτουν τη διεξαγωγή δραστηριοτήτων τους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών δεν επιβάλλουν χρέωση στους πελάτες τους για τη διάθεση πληροφοριών δυνάμει του παρόντος άρθρου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Στην περίπτωση ατόμων με αναπηρίες, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με άλλα κατάλληλα μέσα, ώστε οι πληροφορίες να είναι διαθέσιμες σε προσιτή μορφή.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ VI ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Υποχρέωση για πλήρη εναρμόνιση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-104\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 104</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">104.-(1) Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών δεν παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου εις βάρος των χρηστών των υπηρεσιών πληρωμών, εκτός εάν η δυνατότητα παρέκκλισης προβλέπεται ρητά από τον παρόντα Νόμο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ανεξάρτητα από το εδάφιο (1), οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να αποφασίζουν να προσφέρουν ευνοϊκότερους όρους στους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το Υπουργείο Οικονομικών εκπληρώνει την υποχρέωση την οποία επιβάλλει το Άρθρο 107, παράγραφος 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 στη Δημοκρατία ως κράτος μέλος.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Έκδοση οδηγιών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-105\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 105</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">105.</span>Χωρίς επηρεασμό των λοιπών διατάξεων του παρόντος Νόμου που προβλέπουν για την έκδοση οδηγιών, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να εκδίδει οδηγίες για τη ρύθμιση οποιουδήποτε θέματος στον παρόντα Νόμο ή/και στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 924/2009 το οποίο χρήζει ή είναι δεκτικό καθορισμού:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, κατά την έκδοση κάθε οδηγίας, δυνάμει του παρόντος Νόμου ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 924/2009, η Κεντρική Τράπεζα ενεργεί εντός του πλαισίου που καθορίζουν οι ισχύουσες στη Δημοκρατία πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.</p>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Συνέχιση λειτουργίας υφιστάμενων ιδρυμάτων πληρωμών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-106\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 106</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">106.-(1) Τα ιδρύματα πληρωμών τα οποία έχουν ξεκινήσει δραστηριότητες, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Υπηρεσιών Πληρωμών Νόμου, πριν από τη 13η Ιανουαρίου 2018, επιτρέπεται να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον εν λόγω νόμο, χωρίς να απαιτείται η λήψη άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 5(3) έως (8) ή η συμμόρφωσή τους με τις λοιπές διατάξεις που αναγράφονται ή αναφέρονται στο Μέρος ΙΙ, έως τη 13η Ιουλίου 2018.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τα ιδρύματα πληρωμών που αναφέρονται στο εδάφιο (1) υποβάλλουν όλες τις συναφείς πληροφορίες στην Κεντρική Τράπεζα, προκειμένου να εκτιμήσει, έως τη 13η Ιουλίου 2018, κατά πόσο αυτά συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του Μέρους ΙΙ και, σε αντίθετη περίπτωση, να καθορίσει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση, ή να αποφασίσει κατά πόσο πρέπει να ανακληθεί η άδεια λειτουργίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Τα ιδρύματα πληρωμών τα οποία, κατόπιν ελέγχου της Κεντρικής Τράπεζας, συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο Μέρος ΙΙ, λαμβάνουν άδεια λειτουργίας και καταχωρίζονται στο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 14, ενώ σε περίπτωση που τα εν λόγω ιδρύματα πληρωμών δεν συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο Μέρος ΙΙ μέχρι τη 13η Ιουλίου 2018, απαγορεύεται να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 37.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να αποφασίζει ότι τα ιδρύματα πληρωμών που αναφέρονται στα εδάφια (1) έως (3) λαμβάνουν αυτομάτως άδεια λειτουργίας και καταχωρίζονται στο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 14, εφόσον διαθέτει ήδη αποδεικτικά στοιχεία ότι τηρούνται οι απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5(3) έως (8) και 11, και ενημερώνει τα εν λόγω ιδρύματα πληρωμών πριν από τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ανεξάρτητα από τα εδάφια (1), (2) και (3), τα ιδρύματα πληρωμών στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας για την παροχή των υπηρεσιών πληρωμών που αναφέρονται στο σημείο 7 του Παραρτήματος του περί Υπηρεσιών Πληρωμών Νόμου διατηρούν τη λειτουργία για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών πληρωμών που θεωρούνται ως υπηρεσίες πληρωμών που αναφέρονται στο σημείο 3 του Παραρτήματος Ι, εφόσον μέχρι τη 13η Ιανουαρίου 2020, η Κεντρική Τράπεζα έχει στη διάθεσή της αποδεικτικά στοιχεία ότι ικανοποιούνται οι απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7(γ) και στο άρθρο 9.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Τα νομικά πρόσωπα που έχουν ασκήσει στη Δημοκρατία, πριν από τη 12η Ιανουαρίου 2016, δραστηριότητες παρόχων υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής και παρόχων υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού κατά την έννοια του παρόντος Νόμου, επιτρέπεται να συνεχίσουν να ασκούν, σύμφωνα με τον περί Υπηρεσιών Πληρωμών Νόμο, τις ίδιες δραστηριότητες στη Δημοκρατία κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται στο άρθρο 112.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Μέχρις ότου οι επιμέρους πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού συμμορφωθούν προς τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο Άρθρο 98 της Οδηγίας 2015/2366, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού δεν εκμεταλλεύονται τη μη συμμόρφωσή τους, για να αποκλείσουν ή να παρεμποδίσουν τη χρήση υπηρεσιών έναρξης πληρωμών και παροχής πληροφοριών λογαριασμού για τους λογαριασμούς που εξυπηρετούν.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Αρμόδια αρχή για την εποπτεία και εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 924/2009</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-107\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 107</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">107.</span>Η Κεντρική Τράπεζα είναι η αρμόδια αρχή για την εποπτεία και εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 924/2009, η οποία ελέγχει αποτελεσματικά την τήρηση του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 924/2009 και λαμβάνει όλα τα μέτρα που απαιτούνται για τη διασφάλιση της τήρησης αυτής.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Περιορισμός ευθύνης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-108\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 108</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">108.</span>Οποιοσδήποτε σύμβουλος ή λειτουργός ή υπάλληλος της Κεντρικής Τράπεζας δεν υπέχει ευθύνη σε περίπτωση αγωγής, αίτησης ή άλλης νομικής διαδικασίας για αποζημιώσεις σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη κατά την άσκηση των δυνάμει του παρόντος Νόμου καθηκόντων του, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η πράξη ή παράλειψη δεν έγινε καλή τη πίστει ή είναι αποτέλεσμα σοβαρής αμέλειας.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Πόροι για εκτέλεση καθηκόντων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-109\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 109</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">109.-(1) Η Κεντρική Τράπεζα δύναται με εύλογο και κοστοστρεφή τρόπο- (α) Να καθορίζει όλα τα έξοδα που σχετίζονται με την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει των Μερών ΙΙ έως IV και/ή δυνάμει του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 924/2009, και (β) να εκδίδει οδηγίες για τον καθορισμό και την καταβολή τέτοιων εξόδων από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η Υπηρεσία δύναται με εύλογο και κοστοστρεφή τρόπο- (α) να καθορίζει όλα τα έξοδα που σχετίζονται με την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου. και (β) να διατάσσει την καταβολή τέτοιων εξόδων από τους δικαιούχους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης καταβολής των αναφερόμενων στο εδάφιο (1) εξόδων, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να λάβει δικαστικά μέτρα με σκοπό την είσπραξη αυτών ως αστικού χρέους οφειλόμενου στη Δημοκρατία. (β) Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης καταβολής των αναφερόμενων στο εδάφιο (2) εξόδων, η Υπηρεσία δύναται να λάβει δικαστικά μέτρα με σκοπό την είσπραξη αυτών ως αστικού χρέους οφειλόμενου στη Δημοκρατία.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 16(I)/2022 Γνωστοποίηση και ενημέρωση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-110\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 110</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">110.</span>Σε περίπτωση που η Κεντρική Τράπεζα εκδώσει οδηγία δυνάμει του άρθρου 5(2), γνωστοποιεί στο Υπουργείο Οικονομικών τον αριθμό των οικείων φυσικών και νομικών προσώπων και το ενημερώνει, σε ετήσια βάση, σχετικά με τη συνολική αξία των πράξεων πληρωμής που έχουν εκτελεσθεί έως την 31η Δεκεμβρίου κάθε ημερολογιακού έτους, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο α) της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 και το Υπουργείο Οικονομικών ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και της γνωστοποιεί τα προαναφερόμενα, σύμφωνα με το άρθρο 34 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Κατάργηση Νόμων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-111\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 111</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">111.</span>Με την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, οι περί Υπηρεσιών Πληρωμών Νόμοι του 2009 και 2010 καταργούνται.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-112\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 112</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">112.</span>Ο παρών Νόμος τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, με εξαίρεση την εφαρμογή των μέτρων ασφάλειας που αναφέρονται στα άρθρα 65, 66, 67 και 97, τα οποία τίθενται σε ισχύ εντός δεκαοκτώ (18) μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο Άρθρο 98 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366.</div>\n<p class=\"lf-p\">31(I)/2018 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι (Άρθρα 2, 3, 5, 7, 9, 10, 11, 18, 34, 66, 67, 106 και Παράρτημα ΙΙ) ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ 1.</p>\n<p class=\"lf-p\">Υπηρεσίες που επιτρέπουν τις τοποθετήσεις μετρητών σε λογαριασμό πληρωμών, καθώς και όλες οι δραστηριότητες που απαιτούνται για την τήρηση λογαριασμού πληρωμών.</p>\n<p class=\"lf-p\">2.</p>\n<p class=\"lf-p\">Υπηρεσίες που επιτρέπουν τις αναλήψεις μετρητών από λογαριασμό πληρωμών, καθώς και όλες οι δραστηριότητες που απαιτούνται για την τήρηση λογαριασμού πληρωμών.</p>\n<p class=\"lf-p\">3.</p>\n<p class=\"lf-p\">Εκτέλεση πράξεων πληρωμής, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορών κεφαλαίων, σε λογαριασμό πληρωμών στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του χρήστη ή σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών- α) Εκτέλεση άμεσων χρεώσεων, συμπεριλαμβανομένης της εφάπαξ άμεσης χρέωσης· β) εκτέλεση πράξεων πληρωμής με κάρτα πληρωμής ή ανάλογη συσκευή· γ) εκτέλεση μεταφορών πίστωσης, συμπεριλαμβανομένων των πάγιων εντολών.</p>\n<p class=\"lf-p\">4.</p>\n<p class=\"lf-p\">Εκτέλεση πράξεων πληρωμής, όταν τα χρηματικά ποσά καλύπτονται από πιστωτικό άνοιγμα για τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών- α) Εκτέλεση άμεσων χρεώσεων, συμπεριλαμβανομένης της εφάπαξ άμεσης χρέωσης· β) εκτέλεση πράξεων πληρωμής με κάρτα πληρωμής ή ανάλογη συσκευή· γ) εκτέλεση μεταφορών πίστωσης, συμπεριλαμβανομένων των πάγιων εντολών.</p>\n<p class=\"lf-p\">5.</p>\n<p class=\"lf-p\">Έκδοση μέσων πληρωμής και/ή αποδοχή πράξεων πληρωμής.</p>\n<p class=\"lf-p\">6.</p>\n<p class=\"lf-p\">Υπηρεσίες εμβασμάτων.</p>\n<p class=\"lf-p\">7.</p>\n<p class=\"lf-p\">Υπηρεσίες εκκίνησης πληρωμής.</p>\n<p class=\"lf-p\">8.</p>\n<p class=\"lf-p\">Υπηρεσίες πληροφοριών λογαριασμού.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ (Άρθρο 9) ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ Μέθοδος Α Τα ίδια κεφάλαια των ιδρυμάτων πληρωμών ισούνται τουλάχιστον με το 10% των πάγιων εξόδων τους κατά το προηγούμενο έτος. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να προσαρμόζουν την απαίτηση αυτή σε περίπτωση ουσιαστικής μεταβολής των δραστηριοτήτων του ιδρύματος πληρωμών σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Εάν το ίδρυμα πληρωμών δεν έχει συμπληρώσει τις δραστηριότητες ενός ολόκληρου έτους κατά την ημερομηνία υπολογισμού, η απαίτηση είναι τα ίδια κεφάλαιά του να ισοδυναμούν τουλάχιστον με το 10% των αντίστοιχων πάγιων εξόδων που προβλέπονται στο επιχειρηματικό του σχέδιο, εκτός αν οι αρμόδιες αρχές ζητήσουν αναπροσαρμογή του σχεδίου αυτού.</p>\n<p class=\"lf-p\">Μέθοδος Β Τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών ισούνται τουλάχιστον με το άθροισμα των ακόλουθων στοιχείων, πολλαπλασιαζόμενο επί συντελεστή προσαύξησης k ο οποίος ορίζεται πιο κάτω, όπου ο όγκος πληρωμών (ΟΠ) αντιπροσωπεύει το ένα δωδέκατο του συνολικού ποσού πράξεων πληρωμής που εκτέλεσε το ίδρυμα πληρωμών κατά το προηγούμενο έτος: (α) 4,0% του μεριδίου του ΟΠ έως πέντε εκατομμύρια ευρώ (€5.000.000)· συν (β) 2,5% του μεριδίου του ΟΠ άνω των πέντε εκατομμυρίων ευρώ (€5.000.000) έως δέκα εκατομμύρια ευρώ (€10.000.000)∙ συν (γ) 1% του μεριδίου του ΟΠ άνω των δέκα εκατομμυρίων ευρώ (€10.000.000) έως εκατόν εκατομμύρια ευρώ (€100.000.000)∙ συν (δ) 0,5% του μεριδίου του ΟΠ άνω των εκατόν εκατομμυρίων ευρώ (€100.000.000) έως διακόσια πενήντα εκατομμύρια ευρώ (€250.000.000) ∙ συν (ε) 0,25% του μεριδίου του ΟΠ άνω των διακόσιων πενήντα εκατομμυρίων ευρώ (€250.000.000).</p>\n<p class=\"lf-p\">Μέθοδος Γ Τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών ισούνται τουλάχιστον με τον σχετικό δείκτη που ορίζεται στο στοιχείο α) πολλαπλασιαζόμενο επί τον πολλαπλασιαστικό συντελεστή που ορίζεται στο στοιχείο β) και επί τον συντελεστή προσαύξησης k ο οποίος ορίζεται πιο κάτω. (α) Ο σχετικός δείκτης είναι το άθροισμα των εξής- (i) Εισόδημα από τόκους∙ (ii) τόκοι έξοδα· (iii)προμήθειες και τέλη εισπρακτέα· και (iv) άλλα έσοδα εκμετάλλευσης.</p>\n<p class=\"lf-p\">Κάθε στοιχείο περιλαμβάνεται στο άθροισμα με το πρόσημό του, θετικό ή αρνητικό. Έσοδα από έκτακτα ή μη τακτικά στοιχεία δε χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του σχετικού δείκτη. Οι δαπάνες για την εξωτερική ανάθεση υπηρεσιών σε τρίτους επιτρέπεται να μειώνουν τον κατάλληλο δείκτη, αν καταβάλλονται σε επιχειρήσεις που εποπτεύονται υπό την έννοια της παρούσας οδηγίας. Ο σχετικός δείκτης υπολογίζεται με βάση τις τελευταίες δωδεκάμηνες παρατηρήσεις στο τέλος της τελευταίας διαχειριστικής χρήσης. Ο σχετικός δείκτης υπολογίζεται βάσει του τελευταίου οικονομικού έτους. Τα ίδια κεφάλαια που υπολογίζονται με τη μέθοδο Γ δεν πρέπει να είναι μικρότερα του 80% του μέσου όρου των τριών (3) τελευταίων οικονομικών ετών για τον σχετικό δείκτη. Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν ελεγμένα στοιχεία, επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται επιχειρηματικές εκτιμήσεις. (β) Ο πολλαπλασιαστικός συντελεστής είναι- (i) 10% του μεριδίου του σχετικού δείκτη έως δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€2.500.000), (ii) 8% του μεριδίου του σχετικού δείκτη από δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€2.500.000) έως πέντε εκατομμύρια ευρώ (€5.000.000), (iii) 6% του μεριδίου του σχετικού δείκτη από πέντε εκατομμύρια ευρώ (€5.000.000) έως είκοσι πέντε εκατομμύρια ευρώ (€25.000.000), (iv) 3% του μεριδίου του σχετικού δείκτη από είκοσι πέντε εκατομμύρια ευρώ (€25.000.000) έως πενήντα εκατομμύρια ευρώ (€50.000.000), (v) 1,5% άνω των πενήντα εκατομμυρίων ευρώ (€50.000.000).</p>\n<p class=\"lf-p\">Συντελεστής προσαύξησης Ο συντελεστής προσαύξησης k που χρησιμοποιείται στις μεθόδους Β και Γ είναι- (α) 0,5, σε περίπτωση που το ίδρυμα πληρωμών παρέχει μόνο την υπηρεσία πληρωμών του σημείου 6 του Παραρτήματος Ι∙ (β) 1, σε περίπτωση που το ίδρυμα πληρωμών παρέχει οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες πληρωμών όπως αναφέρονται σε οποιοδήποτε από τα σημεία 1 έως 5 του Παραρτήματος Ι.</p>\n<p class=\"lf-p\">Εκτύπωση Cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii και τη ConvertPLC για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο</p></div>", "next": 0}