{"html": "<div class=\"lf-doc\"><div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Ο όρος «δημόσιον αξίωμα ή θέσις» εν τω παρόντι άρθρω περιλαμβάνει οιονδήποτε αξίωμα ή θέσιν επ’ αμοιβή εν τη υπηρεσία της Δημοκρατίας ή Κοινοτικής Συνελεύσεως, η αμοιβή της οποίας τελεί υπό τον έλεγχον είτε της Δημοκρατίας είτε Κοινοτικής Συνελεύσεως, συμπεριλαμβανομένου παντός αξιώματος ή θέσεως εις οιονδήποτε νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου ή οργανισμόν δημοσίας ωφελείας.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 102 Διά των κανονισμών αυτών αι Κοινοτικαί Συνελεύσεις ρυθμίζουσι παν θέμα διαδικασίας συμπεριλαμβανομένων των τακτικών και εκτάκτων συνεδριάσεων, των ημερομηνιών και της διαρκείας αυτών, του τρόπου ψηφοφορίας και της διεξαγωγής των εργασιών αυτών.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 103 Αι συνεδριάσεις των Κοινοτικών Συνελεύσεων είναι δημόσιαι, τα δε πρακτικά των συνεδριάσεων αυτών δημοσιεύονται.</p>\n<p class=\"lf-p\">Εκατέρα Κοινοτική Συνέλευσις δύναται, εάν κρίνει τούτο αναγκαίον, να συνέρχηται εις μυστικήν συνεδρίασιν, κατόπιν αποφάσεως λαμβανομένης διά πλειοψηφίας των δύο τρίτων του όλου αριθμού των μελών αυτής.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 104 Οι υπό της ελληνικής και της τουρκικής Κοινοτικής Συνελεύσεως ψηφιζόμενοι νόμοι ή αι λαμβανόμεναι αποφάσεις, αφού υπογραφώσιν υπό του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας αντιστοίχως, εντός δέκα πέντε ημερών από της παρ’ αυτών λήψεως των νόμων ή αποφάσεων τούτων, δημοσιεύονται αμέσως εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">Ο κοινοτικός νόμος ισχύει, πλην αν άλλη ημερομηνία ρητώς ορίζεται εν αυτών, από της εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας δημοσιεύσεως αυτού.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 105 Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εν σχέσει προς την ελληνικήν Κοινοτικήν Συνέλευσιν και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας εν σχέσει προς την τουρκικήν Κοινοτικήν Συνέλευσιν δύνανται εντός προθεσμίας δέκα πέντε ημερών από της υπ’ αυτών λήψεως παντός νόμου ή αποφάσεως της αντιστοίχου Κοινοτικής Συνελεύσεως ν’ αναπέμψωσι τον νόμον ή την απόφασιν ταύτην εις την Κοινοτικήν Συνέλευσιν προς επανεξέτασιν.</p>\n<p class=\"lf-p\">Εάν η ενδιαφερομένη Κοινοτική Συνέλευσις εμμείνει επί του αναπεμφθέντος νόμου ή αποφάσεως, ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, αναλόγως της περιπτώσεως, θα υπογράφωσι και δημοσιεύωσι τον νόμον ή την απόφασιν, συμφώνως προς τας διατάξεις του αμέσως προηγουμένου άρθρου.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 106 106. Τα μέλη των Κοινοτικών Συνελεύσεων δεν διώκονται ποινικώς και δεν ευθύνονται αστικώς ένεκεν οιασδήποτε εκφρασθείσης γνώμης ή ψήφου δοθείσης υπ’ αυτών εν τη Κοινοτική Συνελεύσει.</p>\n<p class=\"lf-p\">Τα μέλη των Κοινοτικών Συνελεύσεων δεν διώκονται, συλλαμβάνονται ή φυλακίζονται, εφ’ όσον χρόνον εξακολουθώσι να είναι μέλη αυτών άνευ αδείας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Άδεια δεν απαιτείται επί ποινικού αδικήματος αυτοφώρου τιμωρουμένου διά φυλακίσεως πέντε ετών και άνω.</p>\n<p class=\"lf-p\">Εις την περίπτωσιν ταύτην το Ανώτατον Δικαστήριον ειδοποιούμενον παρευθύς υπό της αρμοδίας αρχής αποφασίζει επί της παροχής ή μη της αδείας συνεχίσεως της διώξεως ή της κρατήσεως, αναλόγως της περιπτώσεως, εφ’ όσον ο αδικοπραγήσας εξακολουθεί να είναι μέλος της Κοινοτικής Συνελεύσεως.</p>\n<p class=\"lf-p\">Εάν το Ανώτατον Δικαστήριον αρνηθεί να παράσχει την άδειαν προς δίωξιν του μέλους της Κοινοτικής Συνελεύσεως, ο χρόνος, καθ’ όν το μέλος τούτο δεν δύναται να διωχθεί, δεν συνυπολογίζεται εις τον χρόνον της παραγραφής του περί ού πρόκειται αδικήματος.</p>\n<p class=\"lf-p\">Εάν το Ανώτατον Δικαστήριον αρνηθεί να παράσχει την άδειαν προς εκτέλεσιν αποφάσεως φυλακίσεως, επιβληθείσης εις μέλος Κοινοτικής Συνελεύσεως υπό αρμοδίου δικαστηρίου, η εκτέλεσις της αποφάσεως ταύτης αναβάλλεται, μέχρις ού ο καταδικασθείς παύσει να είναι μέλος της Κοινοτικής Συνελεύσεως.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ 93(I)/2016 ΑΡΘΡΟΝ 107 Κενούται η έδρα μέλους Κοινοτικής Συνελεύσεως: (α) λόγω θανάτου αυτού, ή (β) δι’ εγγράφου παραιτήσεως αυτού, ή (γ) διά της επελεύσεως οιασδήποτε περιπτώσεως εκ των αναφερομένων εν τω εδαφίω (γ) ή (δ) του άρθρου 95 ή διά της απωλείας της ιθαγενείας της Δημοκρατίας ή εάν παύσει να έχει τα προσόντα να εγγραφεί εις τον αντίστοιχον εκλογικόν κοινοτικόν κατάλογον ως εκλογεύς, ή (δ) διά της αναλήψεως αξιώματος ή θέσεως εκ των εν άρθρω 101 αναφερομένων.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 108 Η ελληνική και η τουρκική κοινότης δικαιούνται να λαμβάνωσι παρά της ελληνικής ή της τουρκικής Κυβερνήσεως αντιστοίχως επιχορηγήσεις διά τα εκπαιδευτικά, μορφωτικά, αθλητικά και φιλανθρωπικά ιδρύματα, άτινα ανήκουσιν αντιστοίχως εις την ελληνικήν ή την τουρκικήν κοινότητα.</p>\n<p class=\"lf-p\">Επίσης, οσάκις η ελληνική ή η τουρκική κοινότης θεωρεί ότι δεν έχει τον αναγκαίον αριθμόν διδασκάλων, καθηγητών ή κληρικών διά την λειτουργίαν των ιδρυμάτων αυτής, η κοινότης θα δικαιούται να λάβει και χρησιμοποιήσει το απολύτως αναγκαίον προς αντιμετώπισιν των αναγκών αυτής προσωπικόν, όπερ η ελληνική ή η τουρκική Κυβέρνησις αντιστοίχως θέλουσι παράσχει.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 109 Εκάστη θρησκευτική ομάς, ήτις συμφώνως τη Τρίτη παραγράφω του άρθρου 2 επελέξατο εκατέραν κοινότητα, δικαιούται όπως αντιπροσωπεύηται εν τη Κοινοτική Συνελεύσει της κοινότητος, ήν η ομάς επελέξατο, ως ο οικείος κοινοτικός νόμος θέλει ορίσει, διά μέλους ή μελών της θρησκευτικής ομάδος εκλεγομένης υπό ταύτης.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 110 Η αυτοκέφαλος ελληνική ορθόδοξος Εκκλησία της Κύπρου θα συνεχίσει έχουσα το αποκλειστικόν δικαίωμα ρυθμίσεως και διοικήσεως των εσωτερικών αυτής υποθέσεων και της περιουσίας αυτής συμφώνως τοις Ιεροίς Κανόσι και τω εν ισχύϊ Καταστατικώ Χάρτη αυτής. Η ελληνική Κοινοτική Συνέλευσις δεν δύναται όπως ενεργεί αντιθέτως προς το ειρημένον δικαίωμα της ελληνικής ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου.</p>\n<p class=\"lf-p\">Το ίδρυμα του βακουφίου και αι αρχαί και οι νόμοι περί των βακουφίων ως και οι αναφερόμενοι εις βακούφια αναγνωρίζονται υπό του Συντάγματος. Παν θέμα καθ’ οιονδήποτε τρόπον επηρεάζον ή σχέσιν έχον προς το ίδρυμα του βακουφίου ή των βακουφίων ή οιανδήποτε ιδιοκτησίαν των βακουφίων περιλαμβανομένης της ιδιοκτησίας των τεμενών και οιουδήποτε ετέρου μουσουλμανικού θρησκευτικού ιδρύματος διοικείται μόνον συμφώνως τοις νόμοις και αρχαίς των βακουφίων και τοις νόμοις και κανονισμοίς, ούς ψηφίζει η τουρκική Κοινοτική Συνέλευσις. Ουδεμία νομοθετική, εκτελεστική ή άλλη πράξις επιτρέπεται όπως παραβεί τους εν λόγω νόμους ή αρχάς των βακουφίων και τους σχετικούς νόμους και κανονισμούς της τουρκικής Κοινοτικής Συνελεύσεως ή δύναται να επικρατήσει τούτων ή να επέμβει εις τούτους.</p>\n<p class=\"lf-p\">Εκάστη εκκλησία θρησκευτικής ομάδος, δι’ ήν ισχύουσιν αι διατάξεις της τρίτης παραγράφου του άρθρου 2, θα συνεχίσει έχουσα από της ημερομηνίας της ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος παν δικαίωμα σχετικόν προς θρησκευτικά θέματα όπερ έχει συμφώνως τω ισχύοντι αμέσως προ της ειρημένης ημερομηνίας νόμω της αποικίας της Κύπρου.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 111 (1Α).- Τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος παν ζήτημα των ανηκόντων εις την ελληνικήν ορθόδοξον Εκκλησίαν ή εις θρησκευτικήν ομάδα, δι’ ήν ισχύουσιν αι διατάξεις της τρίτης παραγράφου του άρθρου 2, σχέσιν έχον προς τον αρραβώνα, τον γάμον, το κύρος του γάμου, διέπεται από της ημερομηνίας της ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος υπό του εκκλησιαστικού νόμου της ελληνικής ορθοδόξου Εκκλησίας ή υπό του εκκλησιαστικού νόμου εκάστης θρησκευτικής ομάδος, αναλόγως της περιπτώσεως. Νόμος θέλει προβλέψει για τις λοιπές εν γένει οικογενειακές σχέσεις, περιλαμβανομένου του διαζυγίου.</p>\n<p class=\"lf-p\">Νόμος θέλει προβλέψει περί της ενώπιον Επισκόπου αποπείρας συνδιαλλαγής ή της πνευματικής λύσης του γάμου.</p>\n<p class=\"lf-p\">1Β. Παν ζήτημα των ανηκόντων στην ελληνική ορθόδοξη Εκκλησία και των ανηκόντων σε θρησκευτική ομάδα για την οποία ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου (3) του Άρθρου 2, το οποίο σχετίζεται με τον γάμο, το κύρος του γάμου, το διαζύγιο, τον χωρισμό από κοίτης και τραπέζης, τη συνοίκηση των συζύγων ή τις οικογενειακές σχέσεις διαγιγνώσκεται από οικογενειακά δικαστήρια, ως νόμος θέλει ορίσει.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>. [Διαγράφηκε].</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>. [Διαγράφηκε].</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>.- Νόμος θέλει προβλέψει για την έφεση κατά των αποφάσεων των οικογενειακών δικαστηρίων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>.- Ανεξαρτήτων των διατάξεων της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου εις τους ανήκοντας εις την Ελληνικήν Κοινότητα ή στην ελληνικήν ορθόδοξον Εκκλησίαν ή σε θρησκευτική ομάδα για την οποία ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου (3) του Άρθρου 2 προσφέρεται η ελεύθερη επιλογή πολιτικού γάμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>.-Ουδέν εκ των εν τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου διαλαμβανομένων δύναται να παρεμποδίσει την εφαρμογήν των διατάξεων της πέμπτης παραγράφου του άρθρου 90 προκειμένης εκτελέσεως οιασδήποτε αποφάσεως ή διαταγής παντός εκκλησιαστικού δικαστηρίου.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ 95/1989 3(I)/2023</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ 6 Περί των Ανεξάρτητων Αξιωματούχων της Δημοκρατίας</h3>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ I - Ο γενικός εισαγγελεύς της Δημοκρατίας και ο βοηθός γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας ΑΡΘΡΟΝ 112 Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζουσιν από κοινού δύο εκ των κεκτημένων τα προσόντα του διορισμού ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου πρόσωπα ως γενικόν εισαγγελέα της Δημοκρατίας και βοηθόν γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας, τηρουμένων δεν θα ανήκωσιν εις την αυτήν κοινότητα.</p>\n<p class=\"lf-p\">Ο γενικός εισαγγελεύς της Δημοκρατίας προΐσταται της νομικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας και ο βοηθός γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας έπεται τούτω. Η νομική υπηρεσία της Δημοκρατίας είναι ανεξάρτητος υπηρεσία μή υπαγομένη εις οιονδήποτε υπουργείον.</p>\n<p class=\"lf-p\">Ο γενικός εισαγγελεύς και ο βοηθός γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας έχουσι το δικαίωμα να ακούονται υπό παντός δικαστηρίου ή δικαστού και προηγούνται ιεραρχικώς οιουδήποτε άλλου προσώπου εμφανιζομένου ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου ή δικαστού, τηρουμένου του κανόνος ότι ο γενικός εισαγγελεύς της Δημοκρατίας προηγείται πάντοτε ιεραρχικώς του βοηθού γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">Ο γενικός εισαγγελεύς και ο βοηθός γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας είναι μέλη της μονίμου νομικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας και υπηρετούσιν, υφ’ ούς όρους οι δικασταί του Ανωτάτου Δικαστηρίου πλην του προέδρου τούτου και δεν απολύονται, ειμή υφ’ ούς όρους και καθ’ όν τρόπον οι δικασταί ούτοι.</p>\n<p class=\"lf-p\">Επί παντός ζητήματος αφορώντος εις πρόσωπα ανήκοντα εις την κοινότητα του γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας, αναλόγως της περιπτώσεως, ο εις συμβουλεύεται τον έτερον προ της λήψεως αποφάσεως υπό του γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας τηρουμένου του κανόνος ότι εις διώξεις ενώπιον δικαστηρίων εχόντων ποινικήν δικαιοδοσίαν, συντεθειμένων δε εκ δικαστών ανηκόντων εις μίαν κοινότητα, θα έχει την ενεργόν διαχείρισιν της υποθέσεως ο γενικός εισαγγελεύς της Δημοκρατίας ή ο βοηθός γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας, αναλόγως της περιπτώσεως, ο ανήκων εις την κοινότητα ταύτην.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 113 Ο γενικός εισαγγελεύς της Δημοκρατίας, βοηθούμενος υπό του βοηθού γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας είναι ο νομικός σύμβουλος της Δημοκρατίας, του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, του Υπουργικού Συμβουλίου και των υπουργών, ασκεί δε πάσαν ετέραν εξουσίαν και εκτελεί πάσαν ετέραν υπηρεσίαν ή καθήκον καθοριζόμενον ή ανατιθέμενον εις αυτόν διά του Συντάγματος ή διά νόμου.</p>\n<p class=\"lf-p\">Ο γενικός εισαγγελεύς της Δημοκρατίας έχει εξουσίαν κατά την κρίσιν αυτού προς το δημόσιον συμφέρον να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνηται και συνεχίζει ή διακόπτει οιανδήποτε διαδικασίαν ή διατάσσει δίωξιν καθ’ οιουδήποτε προσώπου εν τη Δημοκρατία δι’ οιονδήποτε αδίκημα. Η τοιαύτη εξουσία δύναται να ασκείται υπό του γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας είτε αυτοπροσώπως είτε δι’ υπαλλήλων υπαγομένων εις αυτόν ενεργούντων υπό και συμφώνως προς τας οδηγίας αυτού.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 114 Ο βοηθός γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας έχει την εξουσίαν και ασκεί τας υπηρεσίας και τα καθήκοντα, άτινα κανονικώς εμπίπτουσιν εις την αρμοδιότητα του αξιώματός του. Ούτος ωσαύτως δύναται να ασκεί πάσαν εξουσίαν και να εκτελεί πάσαν υπηρεσίαν ή καθήκον εμπεπιστευμένον εις τον γενικόν εισαγγελέα της Δημοκρατίας δυνάμει του Συντάγματος ή των νόμων υποκείμενος εις τας οδηγίας του γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">Ο βοηθός γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας αναπληροί τον γενικόν εισαγγελέα της Δημοκρατίας εν τη ενασκήσει των καθηκόντων αυτού εν περιπτώσει απουσίας ή προσκαίρου κωλύματος αυτού.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΙ - Ο γενικός ελεγκτής και ο βοηθός γενικού ελεγκτού ΑΡΘΡΟΝ 115 115.-(1) Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζουσιν από κοινού δύο ικανά και κατάλληλα πρόσωπα, ανώτατου ηθικού επιπέδου και αναγνωρισμένης επιστημονικής κατάρτισης ή πείρας στον οικονομικό, στον λογιστικό, στον ελεγκτικό ή άλλο αντίστοιχο τομέα ως γενικόν ελεγκτήν και βοηθόν γενικού ελεγκτού τηρουμένου του κανόνος ότι ο γενικός ελεγκτής και ο βοηθός γενικού ελεγκτού δεν θα ανήκωσιν εις την αυτήν κοινότητα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο γενικός ελεγκτής είναι προϊστάμενος της ελεγκτικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας και ο βοηθός γενικού ελεγκτού έπεται αυτώ. Η ελεγκτική υπηρεσία της Δημοκρατίας είναι ανεξάρτητος υπηρεσία της Δημοκρατίας μη υπαγομένη εις οιονδήποτε υπουργείον.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο γενικός ελεγκτής και ο βοηθός γενικού ελεγκτού διορίζονται για περίοδο οκτώ (8) ετών, χωρίς δικαίωμα επαναδιορισμού, εκτός και εάν συμπληρώσουν την ηλικία των εξήντα οκτώ (68) ετών πριν από τη λήξη της οκταετούς τους θητείας, οπότε και αφυπηρετούν όταν συμπληρωθεί το εξηκοστό όγδοο (68) έτος της ηλικίας τους, και υπηρετούν υφ' όρους καθοριζομένους διά των εγγράφων του διορισμού τους και δεν αποχωρούσι της υπηρεσίας ούτε απολύονται εκ της θέσεως αυτών, ειμή υφ’ ούς όρους και καθ’ όν τρόπον οι δικασταί του Ανωτάτου Δικαστηρίου.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ 186(I)/2025 ΑΡΘΡΟΝ 116 Ο γενικός ελεγκτής βοηθούμενος υπό του βοηθού γενικού ελεγκτού ελέγχει εν ονόματι της Δημοκρατίας πάσαν πληρωμήν ή είσπραξιν και πάντα λογαριασμόν χρηματικών διαθεσίμων ή λοιπού ενεργητικού ή αναληφθεισών υπό της Δημοκρατίας ή διά λογαριασμόν αυτής υποχρεώσεων, του οποίου η διαχείρισις γίνεται υπό της Δημοκρατίας ή εν ονόματι αυτής θεωρών και ελέγχων συνάμα πάντα τοιούτον λογαριασμόν. Προς τον σκοπόν τούτον έχει το δικαίωμα της επιθεωρήσεως απάντων των σχετικών προς τοιούτους λογαριασμούς βιβλίων, αρχείων και καταστάσεων και των τόπων ένθα φυλάσσεται το περί ού ο λόγος ενεργητικόν.</p>\n<p class=\"lf-p\">Ο γενικός ελεγκτής βοηθούμενος υπό του βοηθού γενικού ελεγκτού ασκεί πάσαν ετέραν εξουσίαν και εκτελεί πάσαν ετέραν υπηρεσίαν ή καθήκον καθοριζόμενον ή ανατιθέμενον εις αυτόν διά νόμου.</p>\n<p class=\"lf-p\">Αι εις το παρόν κεφάλαιον οριζόμεναι εξουσίαι και τα καθήκοντα του γενικού ελεγκτού δύνανται ν’ ασκώνται και η καθοριζόμενη υπηρεσία να εκτελείται υπ’ αυτού είτε αυτοπροσώπως είτε δι’ υπαλλήλων υπαγομένων υπ’ αυτόν και ενεργούντων υπό και συμφώνως προς τας οδηγίας αυτού.</p>\n<p class=\"lf-p\">O γενικός ελεγκτής υποβάλλει ετησίως έκθεσιν επί της ασκήσεως των εν των παρόντι κεφαλαίω αναφερομένων υπηρεσιών και καθηκόντων αυτού προς τον Πρόεδρον και τον Αντιπρόεδρον της Δημοκρατίας, οίτινες μεριμνώσι περί της καταθέσεως αυτής ενώπιον της Βουλής.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 117 1. O βοηθός γενικού ελεγκτού έχει την εξουσίαν και εκτελεί τας υπηρεσίας και τα καθήκοντα, άτινα κανονικώς εμπίπτουσιν εις την αρμοδιότητα του αξιώματός του. Ούτος ωσαύτως δύναται, υποκείμενος εις τας οδηγίας του γενικού ελεγκτού, να ασκή πάσαν εξουσίαν και να εκτελή πάν καθήκον ή υπηρεσίαν εμπεπιστευμένην εις τον γενικόν ελεγκτήν δυνάμει του Συντάγματος ή του νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>O βοηθός γενικού ελεγκτού αναπληροί τον γενικόν ελεγκτήν εν τη ενασκήσει των καθηκόντων αυτού, εν περιπτώσει απουσίας ή πρωσκαίρου κωλύματος αυτού.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ KEΦAΛAIΟN III - O διοικητής και ο υποδιοικητής της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας ΑΡΘΡΟΝ 118 1. O Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζουσιν από κοινού δύο ικανά και κατάλληλα πρόσωπα ως διοικητήν και υποδιοικητήν της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας, τηρουμένου του κανόνος ότι ο διοικητής και ο υποδιοικητής της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας δεν θα ανήκωσιν εις την αυτήν κοινότητα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>O διοικητής της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας προΐσταται της Εκδοτικής Τραπέζης και ο υποδιοικητής έπεται αυτώ. H Τράπεζα αυτή δεν υπάγεται εις οιονδήποτε υπουργείον.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>O διοικητής και ο υποδιοικητής της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας θα διορίζωνται υπό όρους καθοριζομένους δια των εγγραφών του διορισμού αυτών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>Ο διοικητής και ο υποδιοικητής της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας παύονται από το κατά την παράγραφο 8 του άρθρου 153 συνιστώμενο συμβούλιο, υπό όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται σε νόμο, που διέπει τη λειτουργία της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">5.</span>[Καταργήθηκε].</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">6.</span>Οιονδήποτε πειθαρχικόν ζήτημα σχετικόν προς την άσκησιν της υπηρεσίας του διοικητικού και του υποδιοικητικού της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας υπάγεται εις την αρμοδιότητα του κατά την ογδόην παράγραφον του άρθρου 153 συνιστωμένου συμβουλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 104(I)/2002 ΑΡΘΡΟΝ 119 1. O διοικητής της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας βοηθούμενος υπό του υποδιοικητού, εφαρμόζει τους νομισματικούς νόμους της Δημοκρατίας, είναι επιφορτισμένος με την διοίκησιν της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας, ασκεί πάσαν ετέραν εξουσίαν και εκτελεί πάσαν ετέραν υπηρεσίαν ή καθήκον εμπίπτον εις την αρμοδιότητα της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>O διοικητής της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας βοηθούμενος υπό του υποδιοικητού ασκεί πάσαν ετέραν εξουσίαν και εκτελεί παν έτερον καθήκον ή υπηρεσίαν καθοριζομένην ή ανατιθεμένην αυτώ δια νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Αι εν τω παρόντι κεφαλαίω, οριζόμενοι εξουσίαι και καθήκοντα του διοικητού της Εκδοτικής Τραπέζης δύνανται να ασκώνται και η καθοριζόμενη υπηρεσία να εκτελήται υπ’ αυτού είτε αυτοπροσώπως είτε δι’ υπαλλήλων υπαγομένων υπ’ αυτόν και ενεργούντων υπό και συμφώνως προς τας οδηγίας αυτού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>[Καταργήθηκε].</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">5.</span>O διοικητής της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας υποβάλλει εξαμηνιαίας εκθέσεις επί της καταστάσεως του νομίσματος, των κεφαλαίων και αξιών της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρον και τον Αντιπροέδρον της Δημοκρατίας, οίτινες μεριμνώσι περί της καταθέσεως των εκθέσεων ενώπιον της Βουλής των Αντιπροσώπων.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ 104(I)/2002 ΑΡΘΡΟΝ 120 1. O υποδιοικητής της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας έχει την εξουσίαν και εκτελεί τας υπηρεσίας και τα καθήκοντα, άτινα κανονικώς εμπίπτουσιν εις την αρμοδιότητα αυτού. Ούτος ωσαύτως δύναται να ασκή υποκείμενος τις τα οδηγίας του διοικητικού πάσαν εξουσίαν και να εκτελή πάν καθήκον ή υπηρεσίαν ανατιθεμένην εις τον διοικητή της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας δυνάμει του Συντάγματος ή του νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>O υποδιοικητής αναπληροί τον διοικητήν της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας εν τη ενασκήσει των καθηκόντων αυτού εν περιπτώσει απουσίας ή προσκαίρου κωλύματος αυτού.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 121 Ουδέν εκ των εν τω παρόντι κεφαλαίω περιλαμβανομένων δύναται να ερμηνευθή ως κωλύον την μετατροπήν της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας εις Κεντρικήν Τράπεζαν υπό τον όρον ότι εν τοιαύτη περιπτώσει τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου ο διοικητής και ο υποδιοικητής της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας θα καταστώσιν αντιστοίχως διοικητής και υποδιοικητής της Κεντρικής Τραπέζης της Δημοκρατίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ 7 Περί της Δημόσιας Υπηρεσίας</h3>\n<p class=\"lf-p\">KEΦAΛAION I - Γενικαί Διατάξεις ΑΡΘΡΟΝ 122 Εν τω κεφαλαίω οι κάτωθι όροι, εκτός εάν εκ της εν δεδομένη αλληλουχία χρήσεως όρου τίνος προκύπτει άλλο τι, σημαίνουσι:</p>\n<p class=\"lf-p\">O όρος «δημόσια θέσις ή αξίωμα» σημαίνει θέσιν ή αξίωμα εν τη δημόσια υπηρεσία.</p>\n<p class=\"lf-p\">O όρος «δημόσιος υπάλληλος» δηλοί τον κατέχοντα μονίμως ή προσωρινώς δημοσίαν θέσιν ή αξίωμα ή τον αναπληρούντα τον μόνιμον κάτοχον.</p>\n<p class=\"lf-p\">O όρος «δημόσια υπηρεσία» σημαίνει υπηρεσίαν υπαγομένην εις την Δημοκρατίαν, πλην της υπηρεσίας εν τω στρατώ ή εν τοις σώμασιν ασφαλείας της Δημοκρατίας και περιλαμβάνει υπηρεσίαν παρά τω Οργανισμώ Εσωτερικών Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, τω Ραδιοφωνικώ Ιδρύματι Κύπρου και τω Οργανισμώ Ηλεκτρισμού Κύπρου και παρ’ οιωδήποτε ετέρω νομικώ προσώπω δημοσίου δικαίου ή παρ’ οιωδήποτε ετέρω οργανισμώ δημοσίου δικαίου άνευ νομικής προσωπικότητος, ιδρυομένοις προς το δημόσιον συμφέρον υπό νόμου, των οποίων τα κεφάλαια είτε παρέχονται είτε είναι ηγγυημένα υπό της Δημοκρατίας, εν ή δε περιπτώσει η επιχείρησις ασκείται αποκλειστικώς υπό τοιούτου νομικού προσώπου ή οργανισμού, εφ’ όσον η διοίκησις αυτού τελεί υπό τον έλεγχον της Δημοκρατίας. O εν αρχή όρος δεν περιλαμβάνει όμως υπηρεσίαν εις θέσιν ή αξίωμα ου ο διορισμός ή η πλήρωσις δυνάμει του Συντάγματος ενεργείται από κοινού υπό του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, ουδέ υπηρεσίαν εργατών, εκτός εάν ούτοι απασχολώνται τακτικώς ως εργάται εις μόνιμα έργα της Δημοκρατίας ή οιουδήποτε εκ των ειρημένων νομικών προσώπων ή οργανισμών.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 123 1. H δημόσια υπηρεσία αποτελείται κατά εβδομήκοντα επί τοις εκατόν εξ Ελλήνων και κατά τριάκοντα επί τοις εκατόν εκ Τούρκων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>H ποσοτική αυτή κατανομή εφαρμόζεται, καθ’ ο μέτρον καθίσταται τούτο πρακτικώς δυνατόν, εις άπαντας τους βαθμούς της ιεραρχίας εν τη δημοσία υπηρεσία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Εις περιοχής ή τοποθεσίας, ένθα εκατέρα κοινότης αποτελεί πλειοψηφίαν προσεγγίζουσαν τα εκατόν επί τοις εκατόν, οι δημόσιοι υπάλληλοι οι τοποθετημένοι ή επιφορτισμένοι δι’ υπηρεσίας εις τοιαύτας περιοχάς ή τοποθεσίας δέον να ανήκωσιν εις την εν λόγω κοινότητα.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 124 1. Συνιστάται επιτροπή δημοσίας υπηρεσίας συγκειμένη εξ ενός προέδρου και εννέα άλλων μελών διοριζομένων από κοινού υπό του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Επτά εκ των μελών της επιτροπής είναι Έλληνες και τρεις Τούρκοι.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Έκαστον μέλος της επιτροπής διορίζεται δια περίοδον εξ ετών, δύναται όμως να υποβάλη οποτεδήποτε ιδιογράφως παραίτησιν απευθυνομένην προς τον Πρόεδρον και τον Αντιπροέδρον της Δημοκρατίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>H αντιμισθία ως και οι έτεροι όροι υπηρεσίας μέλους της επιτροπής θέλουσιν ορισθή δια νόμου και δεν δύναται να μεταβληθώσι δυσμενώς δια το μέλος μετά τον διορισμόν αυτού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">5.</span>Τα μέλη της επιτροπής δεν δύνανται να απολυθώσιν, ειμή υφ’ ούς όρους και καθ’ ον τρόπον οι δικασταί του Ανωτάτου Δικαστηρίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">6.</span>(1) Ουδείς δύναται να διορισθή ως μέλος της επιτροπής, εάν δεν είναι υπήκοος της Δημοκρατίας, δεν είναι αμέμπτου χαρακτήρος και δεν έχη τα προσόντα εκλογής αυτού ως βουλευτού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ουδείς δύναται να διορισθή ή να παραμείνη ως μέλος της επιτροπής εφ’ όσον διατελεί ή διετέλεσε κατά τους δώδεκα προηγουμένους του διορισμού αυτού μήνας προκειμένου του προέδρου αυτής, ή κατά τους εξ προηγούμενους του διορισμού αυτού μήνας προκειμένου περί οιουδήποτε ετέρου μέλους: (α) υπουργός (β) βουλευτής ή μέλος εκατέρας Κοινοτικής Συνελεύσεως, (γ) δημόσιος υπάλληλος ή πρόσωπον ανήκον εις τας ενόπλους δυνάμεις, (δ) υπάλληλος οιασδήποτε τοπικής αρχής ή νομικού προσώπου ή οργανισμού κοινής ωφελείας ιδρυθέντος δια νόμου προς το δημόσιον συμφέρον, και (ε) μέλος συντεχνίας ή σωματείου ή οργανώσεως ανηκούσης εις αυτήν.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">7.</span>Εάν οιονδήποτε μέλος της επιτροπής τελή εν αδεία ή αδυνατή να ασκήση τα καθήκοντα αυτού ένεκεν απουσίας αυτού εκτός των ορίων της Δημοκρατίας ή ένεκεν οιουδήποτε άλλου λόγου, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δύνανται από κοινού να διορίσωσιν οιονδήποτε πρόσωπον, όπερ συγκεντροί τα απαιτούμενα προσόντα εις την θέσιν του απουσιάζοντος ή κωλυομένου προς άσκησιν των καθηκόντων αυτού, εφ’ όσον χρόνον διαρκεί η απουσία ή το κώλυμα.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 125 1. Επιφυλασσομένης πάσης ετέρας εν τω Συντάγματι ρητής διατάξεως περί οιουδήποτε των εν τη παρούση παραγράφω θεμάτων και τηρουμένων των διατάξεων οιουδήποτε νόμου, η επιτροπή δημοσίας υπηρεσίας οφείλει να κατανέμη τας δημοσίας θέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων και να διορίζη, μονιμοποιή, εντάσση εις την δύναμιν των μονίμων ή των δικαιουμένων συντάξεως υπάλληλων, προάγη, μεταθέτη, καθιστά συνταξιούχους δημοσίους υπαλλήλους και να ασκή πειθαρχικήν εξουσίαν επ’ αυτών, περιλαμβανομένων της απολύσεως ή της απαλλαγής από των καθηκόντων αυτών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>O πρόεδρος συγκαλεί εις συνεδρίασιν την επιτροπήν και προεδρεύει των συνεδριάσεων αυτής, τηρουμένων των κάτωθι, ήτοι ότι: (α) ουδεμία συνεδρίασις γίνεται, εφ’ όσον δεν έχουσι προηγουμένως ειδοποιηθή περί ταύτης άπαντα τα μέλη της επιτροπής. (β) εις περίπτωσιν ισοψηφίας ο πρόεδρος δεν δικαιούται δευτέρας ή νικώσης ψήφου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>(1) Τηρουμένων των επομένων διατάξεων της παρούσης παραγράφου οιαδήποτε απόφασις της επιτροπής λαμβάνεται δι’ απολύτου πλειοψηφίας των μελών αυτής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Εν περιπτώσει διορισμού ή προβιβασμού όρος πλήρωσιν κενής ή το πρώτον συσταθείσης θέσεως ή απόφασις ως προς την πλήρωσιν ταύτης συμφώνως ταις διατάξεσι του Συντάγματος υπό Έλληνος ή Τούρκου λαμβάνεται δ’ απολύτου πλειοψηφίας, εις ην δέον να περιλαμβάνωνται αι ψήφοι τουλάχιστον δύο εκ των τουρκικών μελών της επιτροπής εάν όμως τοιαύτη απόφασις δεν δύναται να ληφθή δια της ανωτέρω οριζόμενης πλειοψηφίας, το ζήτημα παραπέμπεται υπό της επιτροπής εις το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον, ίνα τούτο αποφασίση σχετικώς. H απόφασις του Δικαστηρίου τούτου είναι οριστική δεσμεύουσα την επιτροπήν.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οσάκις η απόφασις αφορά αποκλειστικώς εις Τούρκον, αύτη λαμβάνεται δι’ απολύτου πλειοψηφίας, εις ην δέον να περιλαμβάνωνται αι ψήφοι τουλάχιστον δύο τουρκικών μελών της επιτροπής. Οσάκις η απόφασις αφορά αποκλειστικώς εις Έλληνα αυτή λαμβάνεται δι’ απολύτου πλειοψηφίας, εις ην δέον να περιλαμβάνωνται αι ψήφοι τουλάχιστον τεσσάρων ελληνικών μελών της επιτροπής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οσάκις η απόφασις αφορά εις επιλογήν Έλληνος ή Τούρκου προς διορισμόν ή προαγωγήν, αυτή λαμβάνεται τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) της παρούσης παραγράφου δι’ απολύτου πλειοψηφίας παρά ταύτα η ομόφωνος πρότασις πέντε ελληνικών μελών της επιτροπής προκειμένου περί επιλογής Έλληνος ή η ομόφωνος πρότασις τριών τουρκικών μελών προκειμένου περί επιλογής Τούρκου δεσμεύουσι την επιτροπήν.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ KEΦAΛAIΟN II - O γενικός λογιστής και ο βοηθός γενικού λογιστού ΑΡΘΡΟΝ 126 O Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζουσιν από κοινού δύο ικανά και κατάλληλα πρόσωπα ως γενικόν λογιστήν και βοηθόν γενικού λογιστού, τηρουμένου του κανόνος ότι ο γενικός λογιστής και ο βοηθός γενικού λογιστού δεν θα ανήκωσιν εις την αυτήν κοινότητα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">1.</span>O γενικός λογιστής είναι ο προϊστάμενος του θησαυροφυλακείου και ο βοηθός γενικού λογιστού έπεται αυτώ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>O γενικός λογιστής και ο βοηθός λογιστού είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι της Δημοκρατίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>H εκ της υπηρεσίας αποχώρησις και πας πειθαρχικός έλεγχος, περιλαμβανομένης της απολύσεως και της απομακρύνσεως εκ της υπηρεσίας του γενικού λογιστού και του βοηθού λογιστού υπάγονται εις την αρμοδιότητα της επιτροπής δημοσίας υπηρεσίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 127 1. O γενικός λογιστής βοηθούμενος υπό του βοηθού γενικού λογιστού διευθύνει και επιβλέπει πάσαν λογιστικήν εργασίαν σχετικήν προς τα χρηματικά διαθέσιμα και το λοιπόν ενεργητικόν, ων η διαχείρισις γίνεται υπό της Δημοκρατίας ή εν ονόματι αυτής, και προς τας αναληφθείσας υπό της Δημοκρατίας ή δια λογαριασμόν αυτής υποχρεώσεις. Τηρουμένων δε των διατάξεων του Συντάγματος ή οιουδήποτε νόμου, δέχεται και ενεργεί πάσαν πληρωμήν χρημάτων της Δημοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>O γενικός λογιστής βοηθούμενος υπό του βοηθού γενικού λογιστού ασκεί πάσαν ετέραν εξουσίαν και εκτελεί πάν έτερον καθήκον ή υπηρεσίαν καθοριζομένην ή ανατιθεμένην εις τούτον δια νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Αι εν τω παρόντι κεφαλαίω οριζόμεναι εξουσίαι και καθήκοντα του γενικού λογιστού δύνανται να ασκώνται και η καθοριζομένη υπηρεσία να εκτελήται είτε αυτοπροσώπως είτε δι’ υπαλλήλων υπαγομένων υπ’ αυτόν και ενεργούντων υπό και συμφώνως προς τας οδηγίας αυτού.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 128 1. O βοηθός γενικού λογιστού έχει την εξουσίαν και εκτελεί τας υπηρεσίας και καθήκοντα, άτινα κανονικώς εμπίπτουσιν εις την αρμοδιότητα αυτού. Ούτος ωσαύτως δύναται υποκείμενος εις τας οδηγίας του γενικού λογιστού να ασκή πάσαν εξουσίαν και να εκτελή πάσαν υπηρεσίαν και καθήκον εμπεπιστευμένον εις τον γενικόν λογιστήν δυνάμει του Συντάγματος ή του νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>O βοηθός γενικού λογιστού αναπληροί τον γενικόν λογιστήν εν τη ενασκήσει των καθηκόντων αυτού εν περιπτώσει απουσίας ή προσκαίρου κωλύματος αυτού.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ 8 Περί των Ενόπλων Δυνάμεων της Δημοκρατίας</h3>\n<p class=\"lf-p\">ΑΡΘΡΟΝ 129 1. H Δημοκρατία έχει στρατόν δύο χιλιάδων ανδρών, εκ των οποίων εξήκοντα επί τοις εκατόν είναι Έλληνες και τεσσαράκοντα επί τοις εκατόν είναι Τούρκοι.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Υποχρεωτική στρατιωτική θητεία δεν δύναται να επιβληθή, ειμή κατόπιν κοινής συμφωνίας του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 130 1. Αι δυνάμεις ασφαλείας της Δημοκρατίας αποτελούνται εκ της αστυνομίας και της χωροφυλακής και έχουσι δύναμιν δύο χιλιάδων ανδρών, ήτις δύναται να μειωθή ή αυξηθή κατόπιν κοινής συμφωνίας του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Αι δυνάμεις ασφαλείας της Δημοκρατίας συντίθενται κατά εβδομήκοντα επί τοις εκατόν εξ Ελλήνων και κατά τριάκοντα επί τοις εκατόν εκ Τούρκων κατά την αρχικήν όμως περίοδον και ίνα μη απολυθώσιν οι Τούρκοι, οίτινες υπηρέτουν εις το αστυνομικόν σώμα την 11ην Φεβρουαρίου, 1959, μη περιλαμβανομένων των υπηρετούντων εις την επικουρικήν αστυνομίαν, το ποσοστόν των Τούρκων δύναται να διατηρηθή κατ’ ανώτατον όριον εις τεσσαράκοντα επί τοις εκατόν και συνεπώς το ποσοστόν των Ελλήνων δύναται να μειωθή μέχρι εξήκοντα επί τοις εκατόν.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 131 1. Οι αρχηγοί και υπαρχηγοί του στρατού, της αστυνομίας και της χωροφυλακής της Δημοκρατίας διορίζονται από κοινού υπό του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Εις των αρχηγών του στρατού, της αστυνομίας και της χωροφυλακής είναι Τούρκος και οσάκις ο αρχηγός του στρατού ή της αστυνομίας ή της χωροφυλακής ανήκει εις την μίαν κοινότητα, ο υπαρχηγός ανήκει εις την ετέραν κοινότητα.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 132 Δυνάμεις σταθμεύουσαι εις τμήματα του εδάφους της Δημοκρατίας κατωκημένα εν αναλογία προσεγγιζούση τα εκατόν επί τοις εκατόν αποκλειστικώς υπό μελών μιας μόνης κοινότητος δέον να ανήκωσιν εις την κοινότητα ταύτην.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ 9 Περί του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου</h3>\n<p class=\"lf-p\">ΑΡΘΡΟΝ 133 1. (1) Καθιδρύεται Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον της Δημοκρατίας συγκείμενον εξ ενός Έλληνος, ενός Τούρκου και ενός ουδετέρου δικαστού. Πρόεδρος του Δικαστηρίου είναι ο ουδέτερος δικαστής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>O πρόεδρος και οι λοιποί δικασταί του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου διορίζονται από κοινού υπό του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας εν περιπτώσει όμως κενώσεως μιας μόνης θέσεως, είτε του Έλληνος είτε του Τούρκου δικαστού, υπερισχύει η πρότασις του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, εις την κοινότητα του οποίου ανήκει ο διορισθησόμενος δικαστής, εάν ο Πρόεδρος και ο Αντιπροέδρος της Δημοκρατίας δεν συμφωνήσωσιν επί του διορισμού τούτου εντός μιας εβδομάδος από της προτάσεως ταύτης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Έδρα του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου είναι η πρωτεύουσα της Δημοκρατίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>O ουδέτερος δικαστής δεν δύναται να είναι υπήκοος ή πολίτης της Δημοκρατίας ή του Βασιλείου της Ελλάδος ή της Τουρκικής Δημοκρατίας ή του Ηνωμένου Βασιλείου και των αποικιών αυτού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>O Έλλην και ο Τούρκος δικαστής του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου δέον να είναι πολίται της Δημοκρατίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">5.</span>O πρόεδρος και οι λοιποί δικασταί του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου διορίζονται επιλεγόμενοι μεταξύ νομομαθών ανωτάτου επαγγελματικού και ηθικού επιπέδου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">6.</span>(1) O πρόεδρος του Δικαστηρίου διορίζεται δια χρονικήν περίοδον εξ ετών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>H αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας του προέδρου του Δικαστηρίου δέον να αναφέρωνται εν τω εγγράφω του διορισμού αυτού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι όροι υπηρεσίας του προέδρου του Δικαστηρίου, οι αναφερόμενοι εν τω εγγράφω του διορισμού αυτού κατά το εδάφιον (2) της παρούσης παραγράφου, δέον να περιλαμβάνωσι: (α) όρον περί αποχωρήσεως αυτού εκ της υπηρεσίας δια τους αυτούς λόγους, δι’ ούς αποχωρεί ο Έλλην ή ο Τούρκος δικαστής κατά το εδάφιον (3) της εβδόμης παραγράφου του παρόντος άρθρου, και (β) όρον περί απολύσεως αυτού δια τον αυτόν λόγον, δι’ ον δύναται να απολυθή ο Έλλην ή ο Τούρκος δικαστής, κατά το εδάφιον (4) της εβδόμης παραγράφου του παρόντος άρθρου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">7.</span>(1) O Έλλην και ο Τούρκος δικαστής είναι μόνιμα μέλη της δικαστικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας και παραμένουσιν εν υπηρεσία μέχρι του εξηκοστού ογδόου έτους συμπεπληρωμένου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>O Έλλην και ο Τούρκος δικαστής δύναται να υποβάλη ιδιογράφως την παραίτησιν αυτού προς τον Πρόεδρον και τον Αντιπρόεδρον της Δημοκρατίας, διατηρουμένων των δικαιωμάτων αυτού επί οιουδήποτε επί τη αποχωρήσει αυτού χορηγουμένου επιδόματος, συντάξεως, προσθέτου χορηγήματος ή άλλου παρομοίου ωφελήματος, το οποίον τυχόν απέκτησε βάσει οιουδήποτε νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>O Έλλην ή ο Τούρκος δικαστής του Δικαστηρίου αποχωρεί εκ της υπηρεσίας λόγω πνευματικής ή σωματικής ανικανότητας ή αναπηρίας, καθιστώσης αυτόν ανίκανον να εκπληρώση τα καθήκοντα αυτού είτε μονίμως είτε επί τοσούτον χρόνον, ώστε να καθίσταται ανέφικτος η συνέχισις της υπηρεσίας αυτού. O ούτω αποχωρών δικαστής δικαιούται πάντων των ωφελημάτων και απολαυών των προβλεπομένων υπό του κατά τον χρόνον της αποχωρήσεως αυτού ισχύοντος νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>O Έλλην ή ο Τούρκος δικαστής του δικαστηρίου απολύονται εκ της υπηρεσίας λόγω αναρμόστου συμπεριφοράς 8. (1) Καθιδρύεται συμβούλιον, συγκείμενον εκ του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως προέδρου, του αρχαιότερου κατά διορισμόν Έλληνος δικαστού και του Τούρκου δικαστού του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως μελών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το συμβούλιον τούτο κέκτηται αποκλειστικήν αρμοδιότητα να αποφασίζη επί παντός θέματος αναφερομένου: (α) εις την αποχώρησιν, την απόλυσιν ή τον καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον τερματισμόν της υπηρεσίας του προέδρου του Δικαστηρίου, συμφώνως προς τους όρους υπηρεσίας, τους περιλαμβανομένους εν τω εγγράφω του διορισμού αυτού, (β) εις την αποχώρησιν ή την απόλυσιν του Έλληνος ή του Τούρκου δικαστού του Δικαστηρίου δια τους εν εδαφίοις (3) και (4) της εβδόμης παραγράφου του παρόντος άρθρου προβλεπομένους λόγους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>H κατά το εδάφιον (2) της παρούσης παραγράφου διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου είναι δικαστικής φύσεως, ο δε υπό κρίσιν δικαστής δικαιούται να ακουσθή και να υποστηρίξη την υπόθεσιν αυτού ενώπιον του συμβουλίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>H απόφασις του συμβουλίου λαμβανομένη κατά πλειοψηφίαν είναι δεσμευτική δια τον Πρόεδρον και τον Αντιπρόεδρον της Δημοκρατίας, οίτινες προβαίνουσιν από κοινού εις τας δέουσας ενεργείας συμφώνως προς την απόφασιν ταύτην.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">9.</span>Εν περιπτώσει προσωρινής απουσίας ή ανικανότητος του προέδρου ή του Έλληνος ή του Τούρκου δικαστού του Δικαστηρίου, ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή ο κατά διορισμόν αρχαιότερος εκ των δύο ελλήνων δικαστών ή ο Τούρκος δικαστής αυτού αντιστοίχως αναπληρούσιν αυτούς κατά την διάρκειαν της τοιαύτης προσωρινής απουσίας ή ανικανότητος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">10.</span>Αποκλείεται οιαδήποτε αγωγή κατά του προέδρου ή οιουδήποτε δικαστού του Δικαστηρίου δια πάσαν πράξιν γενομένην ή πάσαν γνώμην εκφρασθείσαν κατά την ενάσκησιν των δικαστικών αυτού καθηκόντων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">11.</span>H αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας του Έλληνος και του Τούρκου δικαστού του δικαστηρίου καθορίζονται δια νόμου.</div>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-12\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 12</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">12.</span>H αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας οιουδήποτε δικαστού του Δικαστηρίου δεν δύνανται να μεταβληθώσι δυσμενώς δι’ αυτόν μετά τον διορισμόν αυτού.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 134 1. Πάσαι αι συνεδριάσεις του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου είναι δημόσιαι, το Δικαστήριον όμως δύναται να αποφασίση να συνεδριάση παρουσία μόνον των διαδίκων, αν υπάρχωσι τοιούτοι, και των υπαλλήλων του Δικαστηρίου, εάν θεωρή ότι τούτο επιβάλλει το συμφέρον της ομαλής διεξαγωγής της διαδικασίας ή η ασφάλεια της Δημοκρατίας ή τα δημόσια ήθη.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Εάν προσφυγή τις εμφανίζηται ως προδήλως αβάσιμος, το Δικαστήριον δύναται μετ’ ακρόασιν των διαδίκων, να απορρίψη ταύτην δι’ ομοφώνως λαμβανομένης αποφάσεως, άνευ δημοσίας συζητήσεως, εάν πείθηται ότι η προσφυγή αυτή είναι προδήλως αβάσιμος.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 135 Το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον εκδίδει διαδικαστικόν κανονισμόν του Δικαστηρίου, δι’ ου ρυθμίζει την ενώπιον αυτού ακολουθητέαν διαδικασίαν και την ενάσκησιν της εις αυτό υπό του Συντάγματος ανατεθειμένης δικαιοδοσίας, καθορίζει τους τύπους των δικογράφων και τα δικαστικά τέλη και δαπανήματα της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, την σύνθεσιν της γραμματείας αυτού και ρυθμίζει τα δικαιώματα και καθήκοντα των υπαλλήλων αυτού. Επιπροσθέτως, το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον εκδίδει διαδικαστικόν κανονισμόν, δι’ ου ρυθμίζει την ακολουθητέα διαδικασία ενώπιον παντός άλλου δικαστηρίου ιδρυομένου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους του Συντάγματος.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ 130(I)/2025 1. Το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον αποτελεί το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο των δικαστών των υπ’ αυτού υπαγόμενων δικαστηρίων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Εις την αποκλειστικήν αρμοδιότητα του υπό της παραγράφου 1 προβλεπόμενου Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστικού Συμβουλίου υπάγονται ο διορισμός, η προαγωγή, η μετάθεσις, ο τερματισμός της υπηρεσίας και η απόλυσις των δικαστών του Διοικητικού Εφετείου και των Διοικητικών Δικαστηρίων, ως και η πειθαρχική εξουσία επί τούτων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Ουδενός δικαστού των δικαστηρίων υπαγόμενων στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αποφασίζεται η αποχώρησις ή η απόλυσις, ειμή υφ’ ούς όρους και καθ’ ον τρόπον προβλέπεται εν τω Συντάγματι δια τους δικαστάς του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου.</div>\n<p class=\"lf-p\">130(I)/2025 ΑΡΘΡΟΝ 136 Τηρουμένων των διατάξεων του Άρθρου 146, το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον κέκτηται αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν να αποφασίζη οριστικώς και αμετακλήτως επί πάντων των αντικειμένων περί ων εν τοις επομένοις άρθροις, καθώς και επί θεμάτων ως νόμος ήθελε ειδικά ορίσει.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ 103(I)/2022 130(I)/2025 ΑΡΘΡΟΝ 137 1. O Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, ενεργούντες ιδία εκάτερος ή από κοινού δικαιούνται να προσφύγωσιν ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, κατά τους όρους του παρόντος άρθρου, επί τω λόγω ότι νόμος ή απόφασις της Βουλής των Αντιπροσώπων ή διάταξίς τις αυτών ποιείται δυσμενή διάκρισιν εις βάρος μιας εκ των δύο κοινοτήτων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>H κατά την πρώτην παράγραφον του παρόντος άρθρου προσφυγή δέον να ασκηθή εντός προθεσμίας εβδομήκοντα πέντε ημερών από της εκδόσεως του νόμου ή της αποφάσεως.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>O Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από της καταθέσεως της προσφυγής δημοσιεύουσιν εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας ανακοίνωσιν περί της ασκήσεως της προσφυγής. Από της επομένης της εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας δημοσιεύσεως της τοιαύτης ανακοινώσεως αναστέλλεται η ισχύς του προσβληθέντος νόμου ή της αποφάσεως, μέχρις ου τον Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον αποφασίση επί της προσφυγής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>Επί τοιαύτης προσφυγής το Δικαστήριον δύναται να επικυρώση ή ακυρώση τον προσβληθέντα νόμον ή απόφασιν ή οιανδήποτε διάταξιν αυτών ή να αναπέμψη τούτον ενώπιον της Βουλής των Αντιπροσώπων προς επανεξέτασιν εν όλω ή εν μέρει’ εν περιπτώσει όμως ακυρώσεως του νόμου ή της αποφάσεως ή οιασδήποτε διατάξεως αυτών, ή ακύρωσις αυτή επενεργεί από της κατά την πέμπτην παράγραφον του παρόντος άρθρου δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, μη θιγομένου ποσώς του κύρους οιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως γενομένης υπό το κράτος του νόμου ή της αποφάσεως ή διατάξεως τινός αυτών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">5.</span>Πάσα απόφασις του Δικαστηρίου ανακοινούται αμέσως εις τον Πρόεδρον και τον Αντιπροέδρον της Δημοκρατίας, και εις τον Πρόεδρον και τον Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας υποχρεουμένων να δημοσιεύσωσι ταύτην παραχρήμα εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 138 1. Εν η περιπτώσει κατά την υπό της Βουλής των Αντιπροσώπων επιψήφισιν του προϋπολογισμού, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, ενεργούντες ιδία εκάτερος ή από κοινού, ανέπεμψαν προς αυτήν τούτον επί τω λόγω ότι κατά την ιδίαν αυτών κρίσιν γίνεται εν αυτώ δυσμενής διάκρισις η δε Βουλή των Αντιπροσώπων επέμεινεν επί της αποφάσεως αυτής, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δικαιούνται ιδία εκάτερος ή από κοινού αναλόγως της περιπτώσεως να προσφύγωσιν επί τω ανωτέρω λόγω ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>H προσφυγή αυτή ασκείται εντός της υπό του Συντάγματος οριζομένης προθεσμίας εκδόσεως των νόμων ή αποφάσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Επί τοιαύτης προσφυγής το Δικαστήριον δύναται να ακυρώση ή επικυρώση τον προϋπολογισμόν ή να αναπέμψη τούτον εν όλω ή εν μέρει εις την Βουλήν των Αντιπροσώπων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>Πάσα απόφασις του Δικαστηρίου ανακοινούται αμέσως εις τον Πρόεδρον και τον Αντιπρόεδρον της Δημοκρατίας και εις τον Πρόεδρον και Αντιπρόεδρον της Βουλής των Αντιπροσώπων και δημοσιεύεται παραχρήμα εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας υπό του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 139 1. Το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον κέκτηται αρμοδιότητα να αποφασίζη οριστικώς και αμετακλήτως επί πάσης προσφυγής αφορώσης σύγκρουσιν ή αμφισβήτησιν εξουσίας ή αρμοδιότητος εγειρομένης μεταξύ της Βουλής των Αντιπροσώπων και των Κοινοτικών Συνελεύσεων ή εκατέρας αυτών, ως και μεταξύ οιωνδήποτε οργάνων ή αρχών της Δημοκρατίας. H παρούσα όμως διάταξις δεν έχει εφαρμογήν επί των μεταξύ των δικαστηρίων ή δικαστικών αρχών της Δημοκρατίας συγκρούσεων ή αμφισβητήσεων, αίτινες επιλύονται υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου. O όρος «δικαστήρια ή δικαστικαί αρχαί της Δημοκρατίας» εν τη παρούση παραγράφω δεν περιλαμβάνει το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Οσάκις αναφύεται ζήτημα αρμοδιότητος του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, τούτο, επί οιουδήποτε θέματος, επιλύει πάν ζήτημα της αρμοδιότητός του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>H κατά την πρώτην παράγραφον του παρόντος άρθρου προσφυγή ασκείται ενώπιον του Δικαστηρίου: (α) υπό του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, ή (β) υπό της Βουλής των Αντιπροσώπων, ή (γ) υπό εκάτερας ή αμφοτέρων των Κοινοτικών Συνελεύσεων, ή (δ) υπό παντός άλλου οργάνου της Δημοκρατίας ή αρχήν εν τη Δημοκρατία, εφ’ όσον άπαντες οι ανωτέρω είναι ενδιαφερόμενα εν τη συγκρούσει ή τη αμφισβητήσει μέρη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>H προσφυγή ασκείται εντός τριάκοντα ημερών, αφ’ ης η εν λόγω εξουσία ή αρμοδιότης αμφισβητείται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">5.</span>Επί τοιαύτης προσφυγής το Δικαστήριον δύναται να αποφανθή ότι το αντικείμενον της προσφυγής, νόμος ή απόφασις ή πράξις, είναι άκυρον και άνευ οιουδήποτε απολύτως νομικού αποτελέσματος, είτε αφ’ ου χρονικού σημείου η σύγκρουσις εγένετο ή η αμφισβήτησις ηγέρθη, είτε εξ υπαρχής, είτε εν όλω είτε εν μέρει, επί τω λόγω ότι ο τοιούτος νόμος ή πράξις εγένετο ή η απόφασις ελήφθη άνευ εξουσίας ή αρμοδιότητος και εν εκατέρα περιπτώσει το Δικαστήριον δύναται να αποφασίση όσον αφορά την ισχύν οιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως γενομένης δυνάμει του τοιούτου νόμου ή αποφάσεως ή πράξεως.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">6.</span>H επί τοιαύτης προσφυγής εκδιδομένη απόφασις του Δικαστηρίου κοινοποιείται αμέσως προς πάντα τα ενδιαφερόμενα μέρη και προς τον Πρόεδρον και τον Αντιπρόεδρον της Δημοκρατίας, οίτινες οφείλουσι να δημοσιεύωσι ταύτην παραχρήμα εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">7.</span>Ασκηθείσης τοιαύτης προσφυγής, το Δικαστήριον δύναται να διατάξη την αναστολήν του αντικειμένου της προσφυγής, νόμου ή αποφάσεως ή πράξεως αναλόγως της περιπτώσεως, μέχρις ου αποφανθή το Δικαστήριον η τοιαύτη περί αναστολής απόφασις δημοσιεύεται παραχρήμα εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 140 1. O Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας από κοινού προ της εκδόσεως νόμου ή αποφάσεώς τινος της Βουλής των Αντιπροσώπων δικαιούνται να αναφερθώσιν εις το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον ίνα γνωματεύση τούτο, κατά πόσον ο εν λόγω νόμος, απόφασις ή ωρισμένη διάταξις αυτών ευρίσκεται εις αντίθεσιν ή είναι ασύμφωνος προς διάταξίν τινα του Συντάγματος δι’ οιονδήποτε άλλον λόγον πλην της δυσμενούς εις βάρος εκατέρας κοινότητας διακρίσεως ή ευρίσκεται σε αντίθεση ή είναι ασύμφωνος προς το δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον ερευνά το υπό την κρίσιν αυτού τεθέν κατά την πρώτην παράγραφον του παρόντος άρθρου ζήτημα και αφ’ ου ακούση τας απόψεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων εκδίδει την γνωμάτευσιν αυτού επί του τεθέντος αυτώ ζητήματος και κοινοποιεί ταύτην εις τον Πρόεδρον και τον Αντιπρόεδρον της Δημοκρατίας, ως και εις την Βουλήν των Αντιπροέδρων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Εις ην περίπτωσιν το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον γνωματεύση ότι ο νόμος ή η απόφασις ή διάταξίς τις αυτών ευρίσκεται εις αντίθεσιν ή ασυμφωνίαν προς διάταξίν τινα του Συντάγματος, ή του δικαίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ο νόμος ή η απόφασις δεν δύναται να εκδοθή υπό του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ 127(I)/2006 ΑΡΘΡΟΝ 141 1. O Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δύναται προ της εκδόσεως νόμου επιβάλλοντος διατυπώσεις, όρους ή περιορισμούς του δια του άρθρου 25 ηγγυημένου δικαιώματος ν’ αναφερθή εις το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον, ίνα γνωματεύση τούτο κατά πόσον αι διατυπώσεις, οι όροι ή οι περιορισμοί τίθενται ή όχι προς το δημόσιον συμφέρον ή είναι αντίθετοι προς τα συμφέροντα της κοινότητας αυτού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον ερευνά το υπό την κρίσιν αυτού τεθέν ζήτημα και αφ’ ου ακούση τας απόψεις του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας αναλόγως της περιπτώσεως, ως και τας απόψεις της Βουλής των Αντιπροσωπών, εκδίδει την γνωμάτευσιν αυτού και κοινοποιεί ταύτην εις τον Πρόεδρον και τον Αντιπρόεδρον της Δημοκρατίας και εις την Βουλήν των Αντιπροσώπων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Εις ην περίπτωσιν το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον γνωματεύση ότι οι εν λόγω όροι, περιορισμοί ή διατυπώσεις δεν ετέθησαν προς το δημόσιον συμφέρον ή είναι αντίθετοι προς τα συμφέροντα της ενδιαφερομένης κοινότητος, ο ειρημένος νόμος ή ωρισμένη διάταξις αυτού θεσπίζουσα όρους, περιορισμούς ή διατυπώσεις δεν δύναται να εκδοθή υπό του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 142 1. O Πρόεδρος της Δημοκρατίας εν σχέσει προς οιονδήποτε νόμον ή απόφασιν της Ελληνικής Κοινοτικής Συνελεύσεως και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας εν σχέσει προς οιονδήποτε νόμον ή απόφασιν της Τουρκικής Κοινοτικής Συνελεύσεως δύναται, προ της δημοσιεύσεως του νόμου ή της αποφάσεως αυτής, ν’ αναφερθώσιν εις το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον, ίνα τούτο γνωματεύση, κατά πόσον ο εν λόγω νόμος ή η απόφασις ή ωρισμένη διάταξις αυτών ευρίσκεται εις αντίθεσιν ή ασυμφωνίαν προς τινα διάταξιν του Συντάγματος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον ερευνά παν υπό την κρίσιν αυτού τεθέν κατά την πρώτην παράγραφον του παρόντος άρθρου ζήτημα και αφ’ ου ακούση τας απόψεις του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας αναλόγως της περιπτώσεως, ως και τας απόψεις της ενδιαφερομένης Κοινοτικής Συνελεύσεως, εκδίδει την γνωμάτευσιν αυτού επί του τεθέντος αυτώ ζητήματος και κοινοποιεί ταύτην εις τον Πρόεδρον ή τον Αντιπρόεδρον της Δημοκρατίας αναλόγως της περιπτώσεως και εις την ενδιαφερομένην Κοινοτικήν Συνέλευσιν.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Εις ην περίπτωσιν το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον γνωματεύση ότι ο νόμος ή η απόφασις ή διάταξις αυτών ευρίσκεται εις αντίθεσιν ή ασυμφωνίαν προς διάταξίν τινα του Συντάγματος, ο νόμος ή η απόφασις ή ωρισμένη διάταξις αυτών δεν δύναται να δημοσιευθή υπό του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας αναλόγως της περιπτώσεις.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 143 1. O Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας ή βουλευταί αντιπροσωπεύοντες τουλάχιστον το εν πέμπτον του συνολικού αριθμού των βουλευτών της νεοεκλεγομένης Βουλής δικαιούνται να προσφύγωσιν εις το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον, ίνα αποφανθή τούτο, αν συντρέχωσι τοιαύται επείγουσαι και εξαιρετικαί απρόβλεπτοι περιστάσεις, δικαιολογούσαι την υπό της Βουλής, ήτις συνεχίζει μέχρι της ενάρξεως της περιόδου της νέας Βουλής ψήφισιν νόμων ή λήψιν αποφάσεων κατά το άρθρον 68.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>H προσφυγή του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας δέον να ασκήται εντός της υπό του Συντάγματος οριζομένης προθεσμίας εκδόσεως των νόμων και αποφάσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, η δε προσφυγή των ως άνω βουλευτών δέον να ασκήται εντός δέκα πέντε ημερών από της πρώτης συνεδριάσεως της νέας Βουλής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>H απόφασις του Δικαστηρίου κοινοποιείται αμέσως εις τον Πρόεδρον και τον Αντιπρόεδρον της Δημοκρατίας και εις τον Πρόεδρον και τον Αντιπρόεδρον της Βουλής των Αντιπροσώπων και δημοσιεύεται παραχρήμα εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας υπό του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 144 1. (1) Κάθε διάδικος, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας περιλαμβανομένης της κατ’ έφεση, δύναται να εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας νόμου, απόφασης ή διάταξης αυτών ουσιώδους για τη διάγνωση της εκκρεμούσας ενώπιον του δικαστηρίου υποθέσεως.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας νόμου, απόφασης ή διάταξης αυτών ουσιώδους για τη διάγνωση εκκρεμούσας ενώπιόν του υποθέσεως, δύναται να παραπέμψει τούτο ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ως νόμος ήθελε ορίσει, εν τοιαύτη δε περιπτώσει αναστέλλει την πρόοδο της διαδικασίας ενώπιόν του, μέχρις ότου το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αποφανθεί επί τούτου, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου (3).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί την παραπομπή, εκδικάζοντας το παραπεμφθέν ενώπιόν του ζήτημα, σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή να απορρίψει την παραπομπή, ενημερώνοντας το παραπέμψαν το ζήτημα δικαστήριο, σε περίπτωση δε κατά την οποία το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο απορρίψει την παραπομπή, το παραπεμφθέν ζήτημα εκδικάζεται από το παραπέμψαν αυτό δικαστήριο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Παρά τις διατάξεις του εδαφίου (3), σε περίπτωση κατά την οποία ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου εγείρεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας νόμου, απόφασης ή διάταξης αυτών ουσιώδους για τη διάγνωση εκκρεμούσας ενώπιόν του υποθέσεως, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει παρευθύς το ζήτημα ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και αναστέλλει την πρόοδο της ενώπιόν του διαδικασίας, μέχρις ότου το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο εκδικάσει το ζήτημα, σύμφωνα με την παράγραφο 2 και αποφανθεί επί του παραπεμφθέντος ζητήματος.Πας διάδικος δικαιούται, καθ’ οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας συμπεριλαμβανομένης και της κατ’ έφεσιν, να εγείρη ζήτημα αντισυνταγματικότητος νόμου ή αποφάσεως η διατάξεώς τινος αυτών ουσιώδους δια την διάγνωσιν της εκκρεμούς ενώπιον του δικαστηρίου υποθέσεως. Το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εγείρεται το ζήτημα, παραπέμπει παρευθύς τούτο ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και αναστέλλει την πρόοδον της διαδικασίας, μέχρις ου αποφανθή επ αυτού το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Μετ’ ακρόασιν των διαδίκων το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον ερευνά το παραπεμφθέν αυτώ ζήτημα και αποφασίζει επ’ αυτού, διαβιβάζει δε την απόφασιν αυτού εις το δικαστήριον, όπερ είχε παραπέμψει το ζήτημα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>H κατά την δευτέραν παράγραφον του παρόντος άρθρου απόφασις του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου δεσμεύει το παραπέμψαν το ζήτημα δικαστήριον και τους εν τη δίκη διαδίκους, εν η δε περιπτώσει δέχεται ότι ο νόμος ή η απόφασις ή διάταξίς τις αυτών είναι αντισυνταγματική, επιφέρει την μη εφαρμογήν μόνο εν τη εκκρεμεί ταύτη δίκη του νόμου τούτου ή της αποφάσεως η της σχετικής διατάξεως αυτών.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ 103(I)/2022 ΑΡΘΡΟΝ 145 Το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον κέκτηται αποκλειστικήν δικαιοδοσία να αποφασίζη οριστικώς και αμετακλήτως επί πάσης εκλογικής εντάσεως, ασκουμένης κατά τον εκλογικόν νόμον, αναφερόμενης δε εις την εκλογήν του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας ή των βουλευτών ή των μελών των Κοινοτικών Συνελεύσεων.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 146 1. Το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον, σε διά νόμου προβλεπομένη περίπτωση, κατά την οποία έφεση παραπέμπεται ενώπιόν του υπό του Διοικητικού Εφετείου, κέκτηται ως νόμος ήθελε ορίσει, δικαιοδοσία να αποφασίζει επί τοιαύτης εφέσεως και το Διοικητικό Εφετείο σε κάθε άλλη περίπτωση κέκτηται δικαιοδοσία να αποφασίζει επί εφέσεως κατά απόφασης των Διοικητικών Δικαστηρίων που έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζουν σε πρώτο βαθμό επί πάσης προσφυγής υποβαλλομένης κατ’ αποφάσεως, πράξεως ή παραλείψεως οιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου ασκούντων εκτελεστικήν ή διοικητικήν λειτουργίαν επί τω λόγω ότι αυτή είναι αντίθετος προς τας διατάξεις του Συντάγματος ή τον νόμον ή εγένετο καθ’ υπέρβασιν ή κατάχρησιν της εξουσίας της εμπεπιστευμένης εις το όργανον ή την αρχήν ή το πρόσωπον τούτο. Επιπροσθέτως, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσία να αποφασίζει, σε διά νόμου προβλεπομένη περίπτωση και ως νόμος ήθελε ορίσει, επί αποφάσεως εκδιδομένης υπό του Διοικητικού Εφετείου σε ενώπιόν του εκκρεμούσα έφεση κατά αποφάσεως Διοικητικού Δικαστηρίου.</p>\n<p class=\"lf-p\">1Α. Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Άρθρου, νόμος ορίζει περί της ίδρυσης, της δικαιοδοσίας και των εξουσιών του Διοικητικού Εφετείου και των Διοικητικών Δικαστηρίων.</p>\n<p class=\"lf-p\">1Β. Νόμος θέλει προβλέψει περί της αντιμισθίας και των άλλων όρων υπηρεσίας των δικαστών των κατά την παράγραφον 1A ιδρυθησομένων δικαστηρίων. H αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας οιουδήποτε δικαστού δεν δύναται να μεταβληθώσι δυσμενώς δι’ αυτόν μετά τον διορισμόν του.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>H προσφυγή ασκείται υπό παντός προσώπου, του οποίου προσεβλήθη ευθέως δια της αποφάσεως, της πράξεως ή της παραλείψεως, ίδιον, ενεστώς έννομον συμφέρον, όπερ κέκτηται τούτο είτε ως άτομον είτε ως μέλος κοινότητός τινος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>H προσφυγή ασκείται εντός εβδομήκοντα πέντε ημερών από της ημέρας της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή της πράξεως ή, εν περιπτώσει μη δημοσιεύσεως ή εν περιπτώσει παραλείψεως, από της ημέρας καθ’ ην η πράξις ή παράλειψις περιήλθεν εις γνώσιν του προσφεύγοντος, εκτός εάν προβλέπεται διά νόμου, ρητά, διαφορετική προθεσμία άσκησης προσφυγής κατά απόφασης πράξης ή παράλειψης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>Επί τοιαύτης προσφυγής, τα Διοικητικά Δικαστήρια δύναται, σύμφωνα με τη δικαιοδοσία και τις εξουσίες τους ως νόμος ήθελε ορίσει, διά της αποφάσεως αυτών- (α) να επικυρώσουν, εν όλω ή εν μέρει, την τοιαύτην απόφασιν ή πράξιν ή παράλειψιν· (β) να κηρύξουν την απόφασιν ή την πράξιν, εν όλω ή εν μέρει, άκυρον και εστερημένην οιουδήποτε αποτελέσματος· (γ) να κηρύξουν την παράλειψιν εν όλω ή εν μέρει άκυρον και ό,τι πάν το παραλειφθέν έδει να είχεν εκτελεσθή· ή (δ) να τροποποιήσουν, εν όλω ή εν μέρει, την απόφαση ή την πράξη, ως νόμος ήθελε ορίσει, νοουμένου ότι αυτή αφορά σε φορολογικό ζήτημα ή είναι απόφαση ή πράξη αφορώσα σε διαδικασία διεθνούς προστασίας, κατά το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε οποιοδήποτε άλλο θέμα ως νόμος ήθελε ορίσει.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">5.</span>H κατά την τετάρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου απόφασις ή, σε περίπτωση που έχει ασκηθεί έφεση, η απόφαση επί της έφεσης, η οποία εκδίδεται στο πλαίσιο της παραχωρουμένης στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ή στο Διοικητικό Εφετείο δικαιοδοσίας, δυνάμει της παραγράφου 1, δεσμεύει παν δικαστήριον, όργανον ή αρχήν εν τη Δημοκρατία, και τα περί ων πρόκειται όργανα, αρχαί ή πρόσωπα υποχρεούνται εις ενεργόν συμμόρφωσιν προς ταύτην.</div>\n<p class=\"lf-p\">5Α. Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, δικαστήριο το οποίο εκδίδει απόφαση, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 5, έχει δικαιοδοσία ως νόμος ήθελε ορίσει, να εξετάζει και να αποφασίζει κατά πόσον υπήρξε ενεργός συμμόρφωση σε απόφασή του δυνάμενο να επιβάλει κυρώσεις εναντίον μη συμμορφουμένου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">6.</span>Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά το παρόν άρθρο δικαιούται, εφ’ όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δικαία και εύλογος αποζημίωσις καθοριζομένη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δικαία και εύλογος θεραπεία ην το δικαστήριον έχει την εξουσίαν να παράσχη.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ 130(I)/2015 135(I)/2020 103(I)/2022 130(I)/2025 ΑΡΘΡΟΝ 147 Το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον κέκτηται αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν να αποφαίνηται οριστικώς και αμετακλήτως τη αιτήσει του γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας και του βοηθού γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας συμφώνως τη τρίτη παραγράφω του άρθρου 44 επί της υπάρξεως μονίμου ή προσωρινής ανικανότητας ή μη προσωρινής απουσίας του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, κωλυούσης την ενεργόν εκπλήρωσιν των καθηκόντων αυτού, ως προβλέπεται εν εδαφίω (δ) της πρώτης παραγράφου του άρθρου 44.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 148 Τηρουμένων των διατάξεων της τρίτης παραγράφου του άρθρου 144 πάσα απόφασις του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου επί οιουδήποτε ζητήματος εμπίπτοντος εις την δικαιοδοσίαν ή την αρμοδιότητα αυτού δεσμεύει παν δικαστήριον, όργανον, αρχήν ή πρόσωπον εν τη Δημοκρατία.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 149 Το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον κέκτηται αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν: (α) επιλύσεως οιασδήποτε αντιφάσεως των δύο κειμένων του Συντάγματος, δι’ αναφοράς εις το κείμενο του σχεδίου Συντάγματος το υπογραφέν εν τη Μικτή Συνταγματική Επιτροπή εν Λευκωσία την 6ην Απριλίου, 1960, ως και εν τω παραρτήματι τροποποιήσεων αυτού, το υπογραφέν την 6ην Ιουλίου, 1960, υπό αντιπροσώπων του Βασιλείου της Ελλάδος, της Τουρκικής Δημοκρατίας και της Ελληνικής και Τουρκικής κοινότητος, λαμβανομένου υπ’ όψιν και του κειμένου των συμφωνιών Ζυρίχης της 11ης Φεβρουαρίου, 1959, και Λονδίνου της 19ης Φεβρουαρίου, 1959, κατά τε το γράμμα και το πνεύμα αυτών, και (β) ερμηνείας του παρόντος Συντάγματος εν περιπτώσει ασαφείας, λαμβανομένου υπ’ όψιν και του κειμένου των συμφωνιών Ζυρίχης της 11ης Φεβρουαρίου, 1959, και Λονδίνου της 19ης Φεβρουαρίου, 1959, κατά τε το γράμμα και το πνεύμα αυτών.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 150 Το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον κέκτηται δικαιοδοσίαν να επιβάλλη ποινάς ένεκεν περιφρονήσεως του Δικαστηρίου τούτου.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 151 1. Παρά τας προηγούμενας διατάξεις του παρόντος μέρους το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον κέκτηται αποκλειστικήν αρμοδιότητα να αποφασίζη οριστικώς και αμετακλήτως επί αναφοράς της επιτροπής δημοσίας υπηρεσίας συμφώνως τω εδαφίω (β) της τρίτης παραγράφου του άρθρου 125.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>H κατά το παρόν άρθρον αρμοδιότης του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν αποκλείει την κατά το άρθρον 146 άσκησιν προσφυγής στρεφομένης κατ’ αποφάσεως, πράξεως ή παραλείψεως της επιτροπής δημοσίας υπηρεσίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ 10 Περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου και των υπό τούτου Τεταγμένων Δικαστηρίων</h3>\n<p class=\"lf-p\">ΑΡΘΡΟΝ 152 1. H δικαστική εξουσία, εξαιρουμένης της ασκουμένης κατά το έννατον μέρος και των υπ’ αυτού υπαγόμενων δικαστηρίων, καθώς και κατά την δευτέραν παράγραφον του παρόντος άρθρου υπό των δικαστηρίων των προβλεπομένων υπό κοινοτικού νόμου, ασκείται υπό Ανωτάτου Δικαστηρίου και υπό κατωτέρων δικαστηρίων, τα οποία θα ιδρυθώσι δια νόμου, τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>H δικαστική εξουσία επί αστικών διαφορών αφορωσών εις τον προσωπικόν θεσμόν και θρησκευτικά ζητήματα, άτινα υπάγονται κατά το άρθρο 87 εις τας Κοινοτικάς Συνελεύσεις, ασκείται υπό των δικαστηρίων, περί ων θέλει προβλέψει κοινοτικός νόμος κατά τας διατάξεις του Συντάγματος.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ 130(I)/2025 ΑΡΘΡΟΝ 153 1. (1) Καθιδρύεται Ανώτατον Δικαστήριον, συγκείμενον εκ δύο Ελλήνων δικαστών, ενός Τούρκου και ενός ουδέτερου δικαστού. Πρόεδρος του Δικαστηρίου είναι ο ουδέτερος, όστις θα διαθέτη δύο ψήφους.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>O πρόεδρος και οι λοιποί δικασταί του Ανωτάτου Δικαστηρίου διορίζονται από κοινού υπό του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">Εν περιπτώσει κενώσεως μιας μόνης θέσεως Ελλήνος τίνος ή Τούρκου δικαστού, υπερισχύει η πρότασις του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, εις την κοινότητα του οποίου ανήκει ο διορισθησόμενος δικαστής, εάν ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δεν συμφωνήσουν επί του διορισμού τούτου εντός μίας εβδομάδας από της προτάσεως ταύτης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Έδρα του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι η πρωτεύουσα της Δημοκρατίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>O ουδέτερος δικαστής δεν δύναται να είναι υπήκοος ή πολίτης της Δημοκρατίας ή του Βασιλείου της Ελλάδος ή της Τουρκικής Δημοκρατίας ή του Ηνωμένου Βασιλείου και των αποικιών αυτού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>Οι έλληνες δικασταί και ο τούρκος δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου δέον να είναι πολίται της Δημοκρατίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">5.</span>O πρόεδρος και οι λοιποί δικασταί του Ανωτάτου Δικαστηρίου διορίζονται επιλεγόμενοι μεταξύ νομομαθών ανωτάτου επαγγελματικού και ηθικού επιπέδου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">6.</span>(1) O πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου διορίζεται δια χρονικήν περίοδον εξ ετών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>H αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου δέον ν’ αναφέρωνται εν τω εγγράφω του διορισμού αυτού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι όροι υπηρεσίας του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι αναφερόμενοι εν τω εγγράφω του διορισμού αυτού κατά το εδάφιον (β) της παρούσης παραγράφου, δέον να περιλαμβάνωσι: (α) όρον περί αποχωρήσεως αυτού εκ της υπηρεσίας δια τους αυτούς λόγους, δι’ ούς αποχωρεί Έλλην ή ο Τούρκος δικαστής, κατά το εδάφιον (γ) της εβδόμης παραγράφου του παρόντος άρθρου, και (β) όρον περί απολύσεως αυτού δια τον αυτόν λόγον, δι’ ον δύναται να απολυθή Έλλην ή ο Τούρκος δικαστής κατά το εδάφιον (δ) της εβδόμης παραγράφου του παρόντος άρθρου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">7.</span>(1) Οι Έλληνες δικασταί και ο Τούρκος δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι μόνιμα μέλη της δικαστικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας και παραμένουσιν εν τη υπηρεσία μέχρι του εξηκοστού ογδόου έτους συμπεπληρωμένου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι Έλληνες δικασταί ή ο Τούρκος δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δύνανται να υποβάλωσι ιδιογράφως την παραίτησιν αυτών προς τον Πρόεδρον και τον Αντιπρόεδρον της Δημοκρατίας, διατηρουμένων των δικαιωμάτων αυτών επί οιουδήποτε επί τη αποχωρήσει αυτών χορηγουμένου επιδόματος, συντάξεως, προσθέτου χορηγήματος ή άλλου παρομοίου ωφελήματος, το οποίον τυχόν απέκτησε βάσει οιουδήποτε νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι Έλληνες ή ο Τούρκος δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποχωρούσιν εκ της υπηρεσίας λόγω πνευματικής ή σωματικής ανικανότητος ή αναπηρίας, καθιστώσης αυτούς ανικάνους θα εκπληρώσωσι τα καθήκοντα αυτών είτε μονίμως είτε επί τοσούτον χρόνον, ώστε να καθίσταται ανέφικτος η συνέχισις της υπηρεσίας αυτών. O ούτως αποχωρών δικαστής δικαιούται πάντα των ωφελημάτων και αμοιβών των προβλεπομένων υπό του κατά τον χρόνον της αποχωρήσεως αυτού ισχύοντος νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Έλλην ή ο Τούρκος δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου απολύεται λόγω αναρμόστου συμπεριφοράς.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">8.</span>(1) Καθιδρύεται συμβούλιον συγκείμενον εκ του προέδρου του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ως προέδρου και του Έλληνος και του Τούρκου δικαστού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ως μελών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το συμβούλιον τούτο κέκτηται αποκλειστικήν αρμοδιότητα να αποφασίζη επί παντός θέματος αναφερομένου: (α) εις την αποχώρησιν, την απόλυσιν ή τον καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον τερματισμόν του διορισμού του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου συμφώνως προς τούς όρους υπηρεσίας τους περιλαμβανομένους εν τω εγγράφω του διορισμού αυτού. (β) εις την αποχώρησιν ή την απόλυσιν των Ελλήνων δικαστών ή Τούρκου δικαστού του Ανωτάτου Δικαστηρίου δια τους εν εδαφίοις (3) και (4) της εβδόμης παραγράφου του παρόντος άρθρου προβλεπομένους λόγους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>H κατά το εδάφιον (2) της παρούσης παραγράφου διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου είναι δικαστικής φύσεως, ο δε υπό κρίσιν δικαστής δικαιούται να ακουσθή και να υποστηρίξη την υπόθεσιν αυτού ενώπιον του συμβουλίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>H απόφασις του συμβουλίου λαμβανομένη κατά πλειοψηφίαν είναι δεσμευτική δια τον Πρόεδρον και τον Αντιπροέδρον της Δημοκρατίας, οίτινες προβαίνουν από κοινού εις τα δεούσας ενεργείας συμφώνως προς την απόφασιν ταύτην.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">9.</span>Εν περιπτώσει προσωρινής απουσίας ή ανικανότητος του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή τινος εκ των Ελλήνων δικαστών ή του Τούρκου δικαστού αυτού ο πρόεδρος του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή ο Έλλην δικαστής ή ο Τούρκος δικαστής αυτού αντιστοίχως αναπληρούσιν αυτούς κατά την διάρκειαν της τοιαύτης προσωρινής απουσίας ή ανικανότητος· εν η περιπτώσει όμως είναι ανέφικτος ή δυσχερής η υπό του Έλληνος ή του Τούρκου δικαστού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου αναπλήρωσις, ο εν ενεργεία ανώτερος κατά βαθμόν Έλλην ή Τούρκος δικαστής της δικαστικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας αντιστοίχως αναπληροί αυτόν.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">10.</span>Αποκλείεται οιαδήποτε αγωγή κατά του προέδρου ή οιουδήποτε δικαστού του Ανωτάτου Δικαστηρίου δια πάσαν πράξιν γενομένην ή πάσαν γνώμην εκφρασθείσαν κατά την ενάσκησιν των δικαστικών αυτού καθηκόντων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">11.</span>H αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας των ελλήνων δικαστών και του Τούρκου δικαστού του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθορίζονται δια νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">12.</span>H αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας οιουδήποτε δικαστού του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν δύναται να μεταβληθώσι δυσμενώς δι’ αυτόν μετά τον διορισμόν αυτού.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 154 Αι συνεδριάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι δημόσιαι, το Δικαστήριον όμως δύναται να αποφασίση να συνεδρίαση παρουσία μόνον των διαδίκων, αν υπάρχωσι τοιούτοι, και των υπαλλήλων του Δικαστηρίου, εάν θεωρή ότι τούτο επιβάλλει το συμφέρον της ομαλής διεξαγωγής της διαδικασίας ή η ασφάλεια της Δημοκρατίας ή τα δημόσια ήθη.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 155 1. Επιφυλασσομένης της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146, το Ανώτατο Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσία να αποφασίζει, σε διά νόμου προβλεπομένη περίπτωση και, ως νόμος ήθελε ορίσει, επί αποφάσεως εκδιδομένης υπό του Εφετείου και επί εφέσεως παραπεμπομένης ενώπιόν του υπό το Εφετείο κατά αποφάσεως οιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, πλην του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, του Διοικητικού Εφετείου και του Διοικητικού Δικαστηρίου, όπως και επί άλλων θεμάτων ως νόμος ήθελε ορίσει.</p>\n<p class=\"lf-p\">1Α. Επιφυλασσομένης της δικαιοδοσίας του Διοικητικού Εφετείου δυνάμει του Άρθρου 146, το Εφετείο κέκτηται δικαιοδοσία να αποφασίζει επί εφέσεως κατά απόφασης δικαστηρίου ιδρυθέντος δυνάμει νόμου το οποίο έχει δικαιοδοσία να αποφασίζει σε πρώτο βαθμό.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>[Καταργήθηκε].</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Το Ανωτάτον Δικαστήριον κατ’ αποκλεισμόν παντός άλλου δικαστηρίου καθορίζει την σύνθεσιν του δικαστηρίου, όπερ κρίνει πάσαν αστικήν υπόθεσιν, εις ην ενάγων και εναγόμενος ανήκουσιν εις διαφορετικάς κοινότητας και του δικαστηρίου, όπερ κρίνει πάσαν ποινικήν υπόθεσιν, εις ην κατηγορούμενος και βλαβέν πρόσωπον ανήκουσιν εις διαφόρους κοινότητας. Το δικαστήριον τούτο θα απαρτίζηται εκ δικαστών ανηκόντων εις αμφοτέρας, την ελληνικήν και την τουρκικήν, κοινότητας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>Το Ανωτάτον Δικαστήριον έχει αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν να εκδίδη εντάλματα της φύσεως του habeas corpus, mandamus, prohibition, quo warranto και certiorari.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">5.</span>Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, νόμος ήθελε ορίσει περί της ίδρυσης, της δικαιοδοσίας και των εξουσιών του Εφετείου.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ 103(I)/2022 130(I)/2025 ΑΡΘΡΟΝ 156 Τα κατωτέρω αδικήματα εκδικάζονται κατά πρώτον βαθμόν υπό δικαστηρίου προεδρευομένου υπό του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου και συντεθειμένου εκ δικαστών ανηκόντων εις αμφοτέρας τας κοινότητας, ως θέλει ορίσει το Ανώτατον Δικαστήριον: (α) εσχάτη προδοσία και άλλα αδικήματα κατά της ασφαλείας της Δημοκρατίας, (β) αδικήματα κατά του Συντάγματος και της συνταγματικής τάξεως. H έφεσις κατά των εκδιδομένων κατά τα ανωτέρω αποφάσεων εκδικάζεται υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου προεδρευομένου όμως, αντί του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπό του προέδρου του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, ασκούντος εν τοιαύτη περιπτώσει πάσαν εξουσίαν ανήκουσαν εις τον πρόεδρον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 157 1. Επιφυλασσόμενων των περί του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου διατάξεων του Συντάγματος, το Ανώτατον Δικαστήριον αποτελεί το Ανώτατον Δικαστικόν Συμβούλιον, ο δε πρόεδρος αυτού έχει δύο ψήφους.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Εις την αποκλειστικήν αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου υπάγονται ο διορισμός, η προαγωγή, η μετάθεσις, ο τερματισμός της υπηρεσίας και η απόλυσις των δικαστών, ως και η πειθαρχική εξουσία επί τούτων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Ουδενός δικαστού αποφασίζεται η αποχώρησις ή η απόλυσις, ειμή υφ’ ούς όρους και καθ’ ον τρόπον προβλέπεται εν των Συντάγματι δια τους δικαστάς του Ανωτάτου Δικαστηρίου.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 158 1. Τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος, νόμος θέλει ορίσει περί της ιδρύσεως, της δικαιοδοσίας και των εξουσιών των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, πλην των δικαστηρίων, περί ων θέλει ορίση κατά το άρθρον 160 κοινοτικός νόμος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Πάς τοιούτος νόμος θέλει προβλέψει δια την ίδρυσιν αποχρώντων δικαστηρίων εις επαρκή αριθμόν δια την πρόσφορον και άνευ καθυστερήσεων απονομήν της δικαιοσύνης και δια την διασφάλισιν, εντός των ορίων της δικαιοδοσίας αυτών, της πιστής εφαρμογής των διασφαλιζουσών τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίας διατάξεων του Συντάγματος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Νόμος θέλει προβλέψει περί της αντιμισθίας και των άλλων όρων υπηρεσίας των δικαστών των κατά την πρώτην παράγραφον του παρόντος άρθρου ιδρυθησομένων δικαστηρίων. H αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας οιουδήποτε δικαστού δεν δύναται να μεταβληθώσι δυσμενώς δι’ αυτόν μετά τον διορισμόν αυτού.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 159 1. Οσάκις έν τινι υποθέσει ο ενάγων και ο εναγόμενος ανήκουσιν εις την αυτήν κοινότητα, το επί της υποθέσεως ταύτης ασκούν πολιτικής φύσεως δικαιοδοσίαν δικαστήριον απαρτίζεται εκ δικαστού ή δικαστών ανηκόντων εις την κοινότητα ταύτην.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Οσάκις έν τινι υποθέσει ο κατηγορούμενος και το βλαβέν πρόσωπον ανήκουσιν εις την αυτήν κοινότητα, η οσάκις δεν υφίσταται βλαβέν πρόσωπον, απαρτίζεται το επί της υποθέσεως ταύτης ασκούν ποινικής φύσεως δικαιοδοσίαν δικαστήριον εκ δικαστού ή δικαστών ανηκόντων εις την κοινότητα ταύτην.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Οσάκις έν τινι αστική υποθέσει, ο ενάγων και ο εναγόμενος ανήκουσιν εις διαφόρους κοινότητας, το δικαστήριον απαρτίζεται εκ δικαστών ανηκόντων εις αμφοτέρας τας κοινότητας, ως θέλει ορίσει το Ανώτατον Δικαστήριον.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>Οσάκις έν τινι ποινική υποθέσει ο κατηγορούμενος και το βλαβέν πρόσωπον ανήκουσιν εις διαφορετικάς κοινότητας, το δικαστήριον απαρτίζεται εκ δικαστών ανηκόντων εις αμφοτέρας τας κοινότητας, ως θέλει ορίσει το Ανώτατον Δικαστήριον.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">5.</span>Επί θανατικής ανακρίσεως, εάν μεν ο αποθανών ανήκεν εις την ελληνικήν κοινότητα, η ανάκρισις διεξάγεται υπό Έλληνος θανατικού ανακριτού, εάν δε ο αποθανών ανήκεν εις την τουρκικήν κοινότητα, η ανάκρισις διεξάγεται υπό Τούρκου θανατικού ανακριτού. Οσάκις οι αποθανόντες είναι πλείονες του ενός και ανήκουσιν εις διαφόρους κοινότητας, η ανάκρισις διεξάγεται υπό θανατικού ανακριτού οριζομένου υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">6.</span>H εκτέλεσις πάσης αποφάσεως ή διαταγής δικαστηρίου ασκούντος αστικήν ή ποινικήν δικαιοδοσίαν ενεργείται υπό ελλήνων δικαστικών υπαλλήλων, εάν το εκδόν ταύτην δικαστήριον απαρτίζηται εξ Έλληνος ή Ελλήνων δικαστών, υπό τούρκων δε δικαστικών υπαλλήλων, εάν το εκδόν ταύτην δικαστήριον απαρτίζηται εκ Τούρκου ή Τούρκων δικαστών, εις πάσαν δε άλλην περίπτωσιν η εκτέλεσις ενεργείται υπό δικαστικών υπαλλήλων, τους οποίους ορίζει το εκδόν την απόφασιν δικαστήριον.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 160 1. Τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος, κοινοτικός νόμος, ψηφιζόμενος υπό Κοινοτικής Συνελεύσεως, θέλει προβλέψει περί της ιδρύσεως, της συνθέσεως και της δικαιοδοσίας δικαστηρίων, άτινα θα δικάζωσι τας αστικάς διαφοράς, τας αφορώσας εις τον προσωπικόν θεσμόν και εις θρησκευτικά ζητήματα, τα οποία υπάγονται κατά τας διατάξεις του Συντάγματος εις την αρμοδιότητα των Κοινοτικών Συνελεύσεων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Τοιούτος νόμος θέλει προβλέψει περί της εφέσεως κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων τούτων, περί της συνθέσεως των δικαστηρίων, των δικαζόντων και αποφασιζόντων επί των συνθέσεως των δικαστηρίων, των δικαζόντων και αποφασιζόντων επί των εφέσεων τούτων, ως και περί της δικαιοδοσίας και της εξουσίας των δευτεροβαθμίων τούτων δικαστηρίων. Κοινοτικός νόμος συμφώνως ταις διατάξεσι της παρούσης παραγράφου δύναται να ορίση ότι το δευτεροβάθμιον δικαστήριον δύναται να απαρτίζηται εξ ενός ή πλειόνων δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συνεδριαζόντων μόνων ή μετ’ άλλου ή άλλων δικαστών της δικαστικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας ως ο νόμος θέλει ορίσει.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Εν τη ενασκήσει της δικαιοδοσίας αυτών τα ανωτέρω δικαστήρια εφαρμόζουσι τούς υπέρ της οικείας Κοινοτικής Συνελεύσεως ψηφιζομένους νόμους’ αι διατάξεις όμως της παραγράφου ταύτης δεν αποκλείουσι το δικαίωμα δικαστηρίου της Δημοκρατίας να εφαρμόση τον σχετικόν κοινοτικόν νόμον επί υποθέσεως, καθ’ ην παρεμπιπτόντως εγείρεται ζήτημα προσωπικού θεσμού ή θρησκευτικόν ζήτημα.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 161 Τηρουμένων των διατάξεων της τρίτης παραγράφου του άρθρου 160 τα δικαστήρια της Δημοκρατίας έχουσιν εξουσίαν να εφαρμόζωσι και τους οικείους κοινοτικούς νόμους πλην των περί προσωπικού θεσμού και των θρησκευτικών θεμάτων νόμων.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 162 Το Ανώτατον Δικαστήριον κέκτηται δικαιοδοσίαν να επιβάλλη ποινάς ένεκεν περιφρονήσεως του Δικαστηρίου τούτου και πάν έτερον δικαστήριον της Δημοκρατίας, περιλαμβανομένων και των κατά το άρθρον 160 ιδρυομένων υπό κοινοτικού νόμου τοιούτων, έχει εξουσίαν να διατάσση την φυλάκισιν οιουδήποτε προσώπου μη υπακούοντος εις απόφασιν ή διαταγήν αυτού μέχρι της συμμορφώσεως αυτού προς την απόφασιν ή διαταγήν ταύτην, εν πάση όμως περιπτώσει η φυλάκισις δεν δύναται να υπερβή τους δώδεκα μήνας.</p>\n<p class=\"lf-p\">Παρά τας διατάξεις του άρθρου 90 νόμος ή κοινοτικός νόμος, αναλόγως της περιπτώσεως, δύναται να χορηγήση δικαιοδοσίαν επιβολής ποινής δια περιφρόνησιν του δικαστηρίου.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 163 1. Το Ανώτατον Δικαστήριον εκδίδει διαδικαστικόν κανονισμόν επί σκοπώ ρυθμίσεως της διαδικασίας ενώπιον αυτού ως και ενώπιον παντός άλλου δικαστηρίου ιδρυομένου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος μέρους του Συντάγματος, πλην των εν άρθρω 160 προβλεπομένου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Μη θιγομένης της γενικής διατάξεως της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου το Ανώτατον Δικαστήριον δύναται να εκδίδη διαδικαστικόν κανονισμόν δια τούς κατωτέρω αναφερομένους σκοπούς: (α) την ρύθμισιν των συνεδριάσεων των δικαστηρίων και την δι ’οιονδήποτε σκοπόν επιλογήν δικαστών, (β) την συνοπτικήν εκδίκασιν οιασδήποτε εφέσεως, ήτις θεωρείται υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου αυτή είναι εκκρεμή, ως προδήλως αβάσιμος ή προπετής ή ως ασκηθείσα προς τον σκοπόν παρελκύσεως της απονομής της δικαιοσύνης ωσαύτως δε την συνοπτικήν διεξαγωγήν πάσης ετέρας διαδικασίας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή ετέρου δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί ένδικον μέσον προδήλως αβάσιμον ή προπετές ή ασκηθέν προς τον σκοπόν της παρελκύσεως της απονομής της δικαιοσύνης. (γ) τον καθορισμόν των τύπων των δικογράφων και των δικαστικών τελών και δαπανημάτων της ενώπιον των δικαστηρίων διαδικασίας. (δ) τον καθορισμόν και την ρύθμισιν της συνθέσεως της γραμματείας των δικαστηρίων και των εξουσιών και καθηκόντων και εξουσιών των δικαστικών υπαλλήλων, (ε) τον καθορισμόν των προθεσμιών, εντός των οποίων αξιούται συμμόρφωσις προς τας διατάξεις του διαδικαστικού κανονισμού. (στ) τον καθορισμόν της διαδικασίας, ήτις δέον να τηρήται ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου κατά την ενάσκησιν της πειθαρχικής αρμοδιότητος αυτού επί των δικαστικών λειτουργών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>O κατά το παρόν άρθρον διαδικαστικός κανονισμός δύναται να ορίση τον αριθμόν των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οίτινες θα δικάζωσι συγκεκριμένον θέμα εν τη ενασκήσει όμως της δυνάμει του Συντάγματος αναγνωριζομένης εις το Ανώτατον Δικαστήριον δικαιοδοσίας ουδεμία υπόθεσις δύναται να κριθή, ειμή συμφώνως ταις διατάξεσι του άρθρου 159, εν τη εκδικάσει δε οιασδήποτε εφέσεως συμπεριλαμβανομένης και τοιαύτης συμφώνως τω άρθρω 156, το Ανώτατον Δικαστήριον δέον να απαρτίζηται εκ πάντων των μελών αυτού, τηρουμένων των διατάξεων της δευτέρας παραγράφου του άρθρου 160.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 164 1. Τα κατά την δευτέραν παράγραφον του άρθρου 160 συνιστώμενα δευτεροβάθμια δικαστήρια εκδίδουσι διαδικαστικόν κανονισμόν επί σκοπώ ρυθμίσεως της ενώπιον αυτών διαδικασίας, ως και της διαδικασίας ενώπιον των δικαστηρίων ων αι αποφάσεις εκκαλούνται ενώπιον αυτών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Μη θιγομένης της γενικής διατάξεως της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου τα ανωτέρω δευτεροβάθμια δικαστήρια δύνανται ιδία να εκδίδωσι δι’ εαυτά ή δια τα δικαστήρια, ων αι αποφάσεις εκκαλούνται ενώπιον αυτών, διαδικαστικόν κανονισμόν δια τους κατωτέρω αναφερομένους σκοπούς: (α) την ρύθμισιν των συνεδριάσεων των δικαστηρίων τούτων, (β) τον καθορισμόν των τύπων των δικογράφων και των δικαστικών τελών και δαπανημάτων της ενώπιον αυτών διαδικασίας, (γ) τον καθορισμόν και ρύθμισιν της συνθέσεως της γραμματείας των δικαστηρίων τούτων και των εξουσιών και καθηκόντων των δικαστικών υπαλλήλων, και (δ) τον καθορισμόν των προθεσμιών, εντός των οποίων αξιούται συμμόρφωσις προς τας διατάξεις του κανονισμού του δικαστηρίου.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ 11 Δημοσιονομικαί Διατάξεις</h3>\n<p class=\"lf-p\">ΑΡΘΡΟΝ 165 1. Πάν έσοδον και πάν χρηματικόν ποσόν καθ’ οιονδήποτε τρόπον συλλεγόμενον ή εισπραττόμενον υπό της Δημοκρατίας κατατίθεται, τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος και των νόμων, εις λογαριασμόν του Δημοσίου καλούμενον \"λογαριασμός παγίου ταμείου της Δημοκρατίας\".</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Πάν έσοδον και πάν χρηματικόν ποσόν καθ’ οιονδήποτε τρόπον συλλεγόμενον ή εισπραττόμενον υπό εκατέρας Κοινοτικής Συνελεύσεως κατατίθεται, τηρουμένων των κοινοτικών νόμων, εις λογαριασμόν καλούμενον \"λογαριασμός παγίου ταμείου Κοινοτικής Συνελεύσεως\".</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Πάσα εν των Συντάγματι μνεία του όρου \"λογαριασμός παγίου ταμείου\" δέον να ερμηνεύηται ως αναφερομένη εις τον λογαριασμόν παγίου ταμείου της Δημοκρατίας, περί ου η πρώτη παράγραφος του παρόντος άρθρου, εκτός εάν ο όρος χρησιμοποιήται εν τοιαύτη αλληλουχία, ώστε να προκύπτη άλλο τι.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 166 1. Επιπροσθέτως των χορηγημάτων, αντιμισθιών και άλλων χρηματικών ποσών, ων η χρέωσις ρυθμίζεται υπό οιαδήποτε ετέρας διατάξεως του Συντάγματος ή νόμου, ο λογαριασμός παγίου ταμείου χρεούται δια των κάτωθι δαπανών: (α) πάσης συντάξεως και παντός χορηγήματος, δια την καταβολήν των οποίων είναι υπόχρεως η Δημοκρατία, (β) των χορηγιών του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας και της αντιμισθίας των δικαστών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Ανωτάτου Δικαστηρίου, του γενικού εισαγγελέως και του βοηθού γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας, του γενικού ελεγκτού και του βοηθού γενικού ελεγκτού, του διοικητού και του υποδιοικητού της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας και των μελών της επιτροπής δημοσίας υπηρεσίας, (γ) πάσης οφειλής εκ χρεών, δι ά είναι υπόχρεως η Δημοκρατία, και (δ) παντός χρηματικού ποσού καταβλητέου εις εκτέλεσιν δικαστικής αποφάσεως ή διαταγής εκδοθείσης κατά της Δημοκρατίας υπό οιουδήποτε δικαστηρίου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Εν τω παρόντι άρθρω ο όρος \"οφειλαί εκ χρεών\" περιλαμβάνει τόκους, κρατήσεις προς δημιουργίαν εξοφλητικού αποθέματος, την εξόφλησιν των χρεωλυσίων του δημοσίου χρέους και απάσας τας δαπάνας τας σχετικάς προς την σύναψιν δανείων τη εγγυήσει του λογαριασμού παγίου ταμείου ως και την εξυπηρέτησιν και εξόφλησιν του εκ της συνάψεως του δανείου δημιουργουμένου χρέους.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 167 1. O υπουργός των οικονομικών ευθύς ως λάβη τας προβλέψεις εκάστου υπουργείου και εκάστης ανεξαρτήτου υπηρεσίας της Δημοκρατίας, μεριμνά δια την σύνταξιν εν σχέσει προς έκαστον οικονομικόν έτος πλήρους προϋπολογισμού της Δημοκρατίας δια το εν λόγω έτος, όστις μετ’ έγκρισιν αυτού υπό του Υπουργικού Συμβουλίου κατατίθεται εις την Βουλή των Αντιπροσώπων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Αι προβλέψεις των δαπανών εν τω προϋπολογισμώ απεικονίζουσι κεχωρισμένως: (α) τα συνολικά κονδύλια τα απαιτούμενα δια την αντιμετώπισιν των δαπανών, δι’ ων χρεούται ο λογαριασμός παγίου ταμείου, και (β) τα ποσά, άτινα απαιτούνται αντιστοίχως δια την αντιμετώπισιν ετέρων δαπανών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Ο προϋπολογισμός απεικονίζει, καθ’ ο μέτρον είναι πρακτικώς δυνατόν, το ενεργητικόν και το παθητικόν της Δημοκρατίας κατά την λήξιν του συμπληρωθέντος προηγουμένου οικονομικού έτους, τον τρόπον, καθ’ ον το ενεργητικόν είναι επενδεδυμένον ή τηρείται, και λεπτομερείας όσον αφορά εις τας εκκρεμείς υποχρεώσεις.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>Αι δαπάναι αίτινες αντιμετωπίζονται εκ του λογαριασμού παγίου ταμείου, αι μη χρεούμεναι εις βάρος αυτού, υποβάλλονται προς ψήφισιν εις την Βουλήν των Αντιπροσώπων και εφ’ όσον ψηφισθώσιν υπό της Βουλής των Αντιπροσώπων συμπεριλαμβάνονται εις τον προϋπολογισμόν του οικονομικού έτους, εις ο αναφέρονται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">5.</span>Εάν κατά τι οικονομικόν έτος διαπιστωθή ότι το ψηφισθέν υπό της Βουλής των Αντιπροσώπων δι’ οιονδήποτε σκοπόν κονδύλιον είναι ανεπαρκές ή ότι παρίσταται ανάγκη διαθέσεως κονδυλίου δια σκοπόν, δι’ ον ουδέν κονδύλιον έχει ψηφισθή, κατατίθεται εις την Βουλήν των Αντιπροσώπων προς ψήφισιν συμπληρωματικός προϋπολογισμός εμφαίνων τα απαιτούμενα χρηματικά ποσά και εφ’ όσον ούτος ψηφισθή υπό της Βουλής των Αντιπροσώπων, συμπεριλαμβάνεται το κονδύλιον εις τον προϋπολογισμόν του οικονομικού έτους, εις ο αναφέρεται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">6.</span>Η Βουλή ων Αντιπροσώπων δύναται να ψηφίση ή να αρνηθή την ψήφισιν οιασδήποτε δαπάνης περιλαμβανομένης εις συμπληρωματικόν προϋπολογισμόν, δεν δύναται όμως να ψηφίση αύξηση δαπάνης ή μεταβολήν του σκοπού, δι’ ον αύτη προορίζεται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">7.</span>Ο προϋπολογισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων, συντασσόμενος υπό του Προέδρου της Βουλής συμφώνως των ευρύτερων δημοσιονομικών συνθηκών και τηρουμένων των εκάστοτε καθοριζομένων από την Εκτελεστική Εξουσία ανωτάτων ορίων δαπανών, συνιστά διακριτό μέρος του προϋπολογισμού της Δημοκρατίας, υποβάλλεται στη Βουλή προς έγκρισιν δι’ αποφάσεως λαμβανομένης κατά τη συνήθη διαδικασία υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που αναφέρονται στη σύνταξή του, ακολούθως δε καταχωρίζεται αυτούσιος στον προϋπολογισμό της Δημοκρατίας για το οικονομικό έτος στο οποίο ούτος αφορά και με τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας καθίσταται κατά πάντα εκτελεστός.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">8.</span>Νόμος θέλει προβλέψει τα περί της εκτελέσεως του προϋπολογισμού της Βουλής των Αντιπροσώπων και περί της καθιδρύσεως αποτελεσματικών μηχανισμών ελέγχου, ως και περί οποιουδήποτε άλλου συναφούς ζητήματος επί τω σκοπώ διασφαλίσεως της πλήρους οικονομικής αυτονομίας της Βουλής των Αντιπροσώπων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">9.</span>Ο προϋπολογισμός της Ελεγτικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, συντασσόμενος υπό του γενικού ελεγκτή συμφώνως των ευρύτερων δημοσιονομικών συνθηκών και τηρουμένων των εκάστοτε καθοριζομένων από την Ελεγκτική Εξουσία ανωτάτων ορίων δαπανών, συνιστά διακριτό μέρος του προϋπολογισμού της Δημοκρατίας για το οικονομικό έτος στο οποιο αυτός αφορά και με τη δημοσίευση του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας καθίσταται κατά πάντα εκτελεστός.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">10.</span>Νόμος ήθελε ορίσει τα περί της εκτελέσεως του προϋπολογισμού της Ελεγκτικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας και περί της καθιδρύσεως αποτελεσματικών μηχανισμών ελέγχου, ως και περί οποιουδήποτε άλλου συναφούς ζητήματος επί τω σκοπώ διασφαλίσεως της πλήρους οικονομικής αυτονομίας της Ελεγκτικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ 100(I)/2019 186(I)/2025 ΑΡΘΡΟΝ 168 1. Ουδεμία δαπάνη ενεργείται εκ του λογαριασμού παγίου ταμείου ή ετέρου λογαριασμού του Δημοσίου, ειμή βάσει εντάλματος πληρωμής υπογεγραμμένου υπό του υπουργού των οικονομικών ο υπουργός των οικονομικών όμως δεν δύναται να αρνηθή την υπογραφήν εντάλματος πληρωμής δαπάνης προβλεπόμενης εν τω προϋπολογισμώ.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Τηρουμένων των διατάξεων της τρίτης παραγράφου του παρόντος άρθρου ουδέν ένταλμα πληρωμής εκδίδεται, εάν η σχετική δαπάνη δεν έχη περιληφθή εις τον προϋπολογισμόν του οικονομικού έτους, εις ο αναφέρεται το ένταλμα πληρωμής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Εάν ο προϋπολογισμός δεν έχη ψηφισθή υπό της Βουλής των Αντιπροσώπων μέχρι της ημέρας ενάρξεως του οικονομικού έτους, εις ο ούτος αφορά, η Βουλή των Αντιπροσώπων δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος, δι’ αποφάσεως αυτής να παράσχη εξουσιοδότησιν ενεργείας οιασδήποτε απαιτουμένης δαπάνης επί χρονικόν διάστημα μη υπερβαίνον τον ένα μήνα εκάστοτε και εν πάση περιπτώσει τους δύο μήνας εν συνόλω εκ του λογαριασμού παγίου ταμείου ή οιουδήποτε ετέρου λογαριασμού του Δημοσίου, εφ’ όσον ήθελε θεωρήσει τούτο αναγκαίον δια την συνέχισιν των εν τω προϋπολογισμώ προβλεπομένων δημοσίων υπηρεσιών και δη μέχρις εκπνοής του ειρημένου χρονικού διαστήματος αλλ’ η κατά τα ανωτέρω εγκρινομένη δαπάνη δι’ οιανδήποτε υπηρεσίαν δεν δύναται να υπερβαίνη το αναλογούν εις το ειρημένον χρονικόν διάστημα τμήμα του συνολικώς διά την εν λόγω υπηρεσίαν ψηφισθέντος δια του προϋπολογισμού του προηγουμένου οικονομικού έτους ποσού.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ 12 Διαφόροι Διατάξεις</h3>\n<p class=\"lf-p\">ΑΡΘΡΟΝ 169 Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 50 και της τρίτης παραγράφου του άρθρου 57 1. Πάσα διεθνής συμφωνία μετ’ άλλων κρατών ή οιουδήποτε διεθνούς οργανισμού αφορώσα εις εμπορικά θέματα, οικονομικήν συνεργασίαν, περιλαμβανομένων πληρωμών και πιστώσεων και modus vivendi, συνολομολογούνται κατόπιν αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Η διαπραγμάτευσις πάσης ετέρας συνθήκης, συμβάσεως ή διεθνούς συμφωνίας ως και η υπογραφή αυτών γίνεται κατόπιν αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου, δεν τίθεται όμως εν ισχύϊ και δεν δεσμεύουσι την Δημοκρατίαν, ειμή μόνον εφ’ όσον κυρωθώσι δια νόμου ψηφιζομένου υπό της Βουλής των Αντιπροσώπων, ότε και συνομολογούνται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Συνθήκαι, συμβάσεις και συμφωνίαι συνομολογούμεναι συμφώνως ταις ειρημέναις διατάξεσι του παρόντος άρθρου έχουσιν από της δημοσιεύσεως αυτών εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας ηυξημένην ισχύν έναντι οιουδήποτε ημεδαπού νόμου, υπό τον όρον ότι αι τοιαύται συνθήκαι, συμβάσεις και συμφωνίαι εφαρμόζονται αντιστοίχως και υπό του αντισυμβαλλομένου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>Η Δημοκρατία δύναται να ασκεί κάθε της επιλογή και διακριτική ευχέρεια που προβλέπεται στις Συνθήκες περί Ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και σε οποιεσδήποτε συνθήκες τροποποιούν ή αντικαθιστούν αυτές και η Δημοκρατία συνομολογεί.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ 127(I)/2006 ΑΡΘΡΟΝ 170 1. Η Δημοκρατία θέλει παραχωρήσει κατόπιν συμφωνίας υπό καταλλήλους όρους την ρήτραν του μάλλον ευνοουμένου Κράτους εις το Βασίλειον της Ελλάδος, την Τουρκικήν Δημοκρατίαν και το Ηνωμένον Βασίλειον ης Μεγάλης Βρεταννίας και Βορείου Ιρλανδίας εις πάσαν συμφωνίαν οιασδήποτε φύσεως.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Αι διατάξεις της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται ως προς την συνθήκην την αναφερομένην εις την εγκαθίδρυσιν της Δημοκρατίας της Κύπρου και συναφθείσαν μεταξύ της Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ελλάδος, της Δημοκρατίας της Τουρκίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεταννίας και Βορείου Ιρλανδίας, τας αφορώσας εις τας βάσεις και τας στρατιωτικάς διευκολύνσεις τας παραχωρηθείσας εις το Ηνωμένον Βασίλειον.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 171 1. Εις τας ραδιοφωνικάς και τηλεοπτικάς εκπομπάς μεταδίδονται προγράμματα δι’ αμφοτέρας τας κοινότητας, την ελληνικήν και την τουρκικήν.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Η διάρκεια των ραδιοφωνικών προγραμμάτων δια την τουρκικήν κοινότητα δεν θα είναι βραχυτέρα των εβδομήκοντα πέντε ωρών εβδομαδιαίως, κατανεμημένων εις κανονικάς ημερησίας εκπομπάς καθ’ απάσας τας ημέρας της εβδομάδος’ εάν όμως επιβληθή μείωσις της συνολικής διαρκείας των εκπομπών ούτως ώστε η διάρκεια των προγραμμάτων δια την ελληνικήν κοινότητα να καταστή βραχυτέρα των εβδομήκοντα πέντε ωρών εβδομαδιαίως, τότε η καθ’ οιανδήποτε εβδομάδα διάρκεια των προγραμμάτων δια την τουρκικήν κοινότητα μειούται κατά τον αυτόν αριθμόν ωρών, κατά τον οποίον εμειώθη η διάρκεια των προγραμμάτων δια την ελληνικήν κοινότητα’ εάν αντιθέτως η διάρκεια των προγραμμάτων δια την ελληνικήν κοινότητα αυξηθή πέραν των εκατόν τεσσαράκοντα ωρών εβδομαδιαίως, τότε η διάρκεια των προγραμμάτων δια την τουρκικήν κοινότητα θ’ αυξάνηται κατ’ αναλογίαν τριών ωρών δια την τουρκικήν κοινότητα έναντι επτά ωρών δια την ελληνικήν κοινότητα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Εις την τηλεόρασιν θα διατίθενται εκπομπαί τριών ημερών καθ’ εκάστην περίοδον δέκα συνεχών ημερών εις προγράμματα δια την τουρκική κοινότητα και η συνολική διάρκεια των προγραμμάτων τούτων καθ’ εκάστην τοιαύτην δεκαήμερον περίοδον ορίζεται κατ’ αναλογίαν τριών ωρών προγράμματος δια την τουρκικήν κοινότητα έναντι επτά ωρών προγράμματος δια την ελληνικήν κοινότητα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>Όλαι αι επίσημοι ραδιοφωνικαί και τηλεοπτικαί εκπομπαί γίνονται εις αμφοτέρας τας γλώσσας την ελληνικήν και την τουρκικήν και δεν συνυπολογίζονται εις την διάρκειαν των εκπομπών περί ων το παρόν άρθρον.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 172 Η Δημοκρατία ευθύνεται δια πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ’ επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 173 1. Χωριστοί δήμοι θα δημιουργηθώσιν εις τας πέντε μεγαλυτέρας πόλεις της Δημοκρατίας, ήτοι την Λευκωσίαν, Λεμεσόν, Αμμόχωστον, Λάρνακα και Πάφον υπό των τούρκων κατοίκων αυτών, υπό τον όρον ότι ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας θέλουσιν εντός τεσσάρων ετών από της ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος εξετάσει το ζήτημα, αν ο χωρισμός ούτος των δήμων των ειρημένων πόλεων θα συνεχισθή ή όχι.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Εις οιανδήποτε των ως άνω πόλεων το συμβούλιον του ελληνικού δήμου εκλέγεται υπό των ελλήνων εκλογέων της πόλεως, το δε συμβούλιον του τουρκικού δήμου εκλέγεται υπό των τούρκων εκλογέων της πόλεως.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Εις εκάστην των ως άνω πόλεων συνιστάται οργανισμός συντονισμού αποτελούμενος εκ δύο μελών εκλεγομένων υπό του συμβουλίου του ελληνικού δήμου, δύο μελών εκλεγομένων υπό του συμβουλίου του τουρκικού δήμου και ενός πρόεδρου εκλεγομένου κοινή συμφωνία υπό των δύο συμβουλίων των εν λόγω δήμων της πόλεως. Ο οργανισμός συντονισμού προνοεί περί πάσης εργασίας, ήτις απαιτείται να ενεργήται από κοινού, παρέχει εντός της πόλεως εις τους δημότας αμφοτέρων των δήμων υπηρεσίας ανατεθειμένας αυτώ κατόπιν συμφωνίας των συμβουλίων των δύο δήμων, και μεριμνά περί των θεμάτων, άτινα καθιστώσιν εις ωρισμένον βαθμόν αναγκαίαν την συνεργασίαν.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 174 Εντός των ορίων οιασδήποτε εκ των ως άνω πόλεων ουδείς δημοτικός φόρος, φόρος ακινήτου ιδιοκτησίας, τέλος ή οιονδήποτε έτερον έσοδον επιβάλλεται, βεβαιούται ή εισπράττεται παρ’ οιουδήποτε προσώπου υπό οιουδήποτε εκ των ως άνω δήμων, εάν το πρόσωπον τούτο δεν ανήκη εις την αυτήν προς την του ενδιαφερομένου δήμου κοινότητα, εξαιρουμένων: (α) των τελών των καταβαλλομένων δια την χρήσιν δημοτικών αγορών, σφαγείων και ετέρων δημοτικών χώρων, απάντων κειμένων εντός της περιοχής, εν τη οποία το συμβούλιον ενός εκ των ως άνω δήμων οιασδήποτε των ειρημένων πόλεων ασκεί την αρμοδιότητα αυτού, (β) των τελών δημοσίων θεαμάτων, των καταβλητέων εντός ακινήτων ή χώρων κειμένων εντός της περιοχής, εν τη οποία το συμβούλιον ενός εκ των ως άνω δήμων οιασδήποτε των ειρημένων πόλεων ασκεί την αρμοδιότητα αυτού, και (γ) των τελών, άτινα κατόπιν συμφωνίας των δύο συμβουλίων των ως άνω δήμων οιασδήποτε των ειρημένων πόλεων καταβάλλονται δι’ οιανδήποτε υπηρεσίαν παρεχομένη εις πρόσωπον μη ανήκον εις την κοινότητα του δήμου καθ’ υπέρβασιν του μέτρου της συνήθως παρεχομένης υπό δήμου υπηρεσίας, άτινα πάντα καταβάλλονται εις το συμβούλιον του περί ου πρόκειται δήμου? εις την περίπτωσιν όμως καθ’ ην οιαδήποτε υπηρεσία υπό μορφήν ελέγχου ή επιθεωρήσεως ως και υπηρεσία παρομοίας φύσεων παρέχεται υπό δήμου εις οιανδήποτε εκ των ειρημένων πόλεων εις πρόσωπον ανήκον εις την κοινότητα του ετέρου δήμου παν σχετικόν τέλος καταβάλλεται εις τον παρέχονται την υπηρεσίαν δήμον.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 175 Ουδεμία άδεια χορηγείται υπό δήμου οιασδήποτε εκ των ειρημένων πόλεων εις πρόσωπον μη ανήκον εις την κοινότητα του δήμου τούτου, άδειαι όμως σχετικαί προς ακίνητα, χώρους ή οικοδομικάς εργασίας εντός της περιοχής, εν τη οποία δήμος οιασδήποτε των ειρημένων πόλεων ασκεί την αρμοδιότητα αυτού, εκδίδονται υπό του δήμου τούτου, εν σχέσει δε προς την εκδιδομένην άδειαν ο αυτός δήμος, ο οποίος εισπράττει τα καταβλητέα σχετικά τέλη, παρέχει πάσαν υπηρεσίαν ενεργεί πάσαν επίβλεψιν και πάντα έλεγχον.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 176 Ουδέν εν τοις άρθροις 173 έως 178 συμπεριλαμβανομένοις δύναται να ερμηνευθή ως αποκλείον την έκδοσιν νόμου περί σχεδίου πόλεων εφαρμοζομένου εις οιονδήποτε εκ των ως άνω δήμων τηρουμένων των κάτωθι όρων: (α) η καταρτίζουσα τα πολεοδομικά σχέδια αρχή δι’ οιανδήποτε εκ των ειρημένων πόλεων αποτελείται εκ δεκαμελούς επιτροπής συντεθειμένης εξ επτά Ελλήνων και τριών Τούρκων, (β) αι αποφάσεις της αρχής ταύτης λαμβάνονται δι’ απολύτου πλειοψηφίας ουδεμία όμως απόφασις αφορώσα εις ελληνικόν δήμον λαμβάνεται, εάν η ως άνω πλειοψηφία δεν περιλαμβάνη τας ψήφους τουλάχιστον τεσσάρων Ελλήνων και ουδεμία απόφασις αφορώσα τουρκικόν δήμον λαμβάνεται εάν η ανωτέρω ειρημένη πλειοψηφία δεν περιλαμβάνει τας ψήφους τουλάχιστον δύο Τούρκων. (γ) παν θέμα πολεοδομικής φύσεως οιασδήποτε των προμνησθεισών πόλεων ως και πας πολεοδομικός διακανονισμός ανήκουσιν εις την αποκλειστικήν αρμοδιότητα της εν λόγω αρχής.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 177 Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 173 έως 178 συμπεριλαμβανομένων, έκαστος δήμος οιασδήποτε των ειρημένων πόλεων ασκεί την αρμοδιότητα και απάσας τας λειτουργίας αυτού εντός περιοχής, της οποίας τα όρια θα καθορισθώσι δι’ έκαστον δήμον δια συμφωνίας του Προέδρου και του Αντιπροέδρου τα Δημοκρατίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 178 Δια τας λοιπάς περιοχάς δέον να ληφθή ειδική πρόνοια δια την συγκρότησιν των οργάνων των δήμων επί τη βάσει του κανόνος της εν τω μέτρω του δυνατού αναλογικής εκπροσωπήσεως των δύο κοινοτήτων.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ 13 Τελικαί Διατάξεις</h3>\n<p class=\"lf-p\">ΑΡΘΡΟΝ 179 1. Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 1Α, το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος της Δημοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Ουδείς νόμος ή απόφασις της Βουλής των Αντιπροσώπων ή εκατέρας Κοινοτικής Συνελεύσεων ως και ουδεμία πράξις ή απόφασις ιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου εν τη Δημοκρατία ασκούντος εκτελεστικήν εξουσίαν ή οιονδήποτε διοικητικόν λειτούργημα δύναται να είναι καθ’ οιονδήποτε τρόπον αντίθετος ή ασύμφωνος προς οιανδήποτε των διατάξεων του Συντάγματος ή προς οποιαδήποτε υποχρέωση επιβάλλεται στη Δημοκρατία ως αποτέλεσμα της συμμετοχής της ως κράτους μέλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ 127(I)/2006 ΑΡΘΡΟΝ 180 1. Αμφότερα, το ελληνικόν και το τουρκικόν κείμενον του Συντάγματος, είναι πρωτότυπα και έχουσι το αυτό κύρος και την αυτήν νομική ισχύν.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Οιαδήποτε αντίφασις μεταξύ των δύο κειμένων του Συντάγματος επιλύεται υπό του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου δι’ αναφοράς εις το κείμενον του σχεδίου Συντάγματος το υπογραφέν εν τη Μικτή Συνταγματική Επιτροπή εν Λευκωσία την 6ην Απριλίου, 1960, ως και εν τω παραρτήματι τροποποιήσεων αυτού, το υπογραφέν την 6ην Ιουλίου, 1960, υπό αντιπροσώπων του Βασιλείου της Ελλάδος, της Τουρκικής Δημοκρατίας και της Ελληνικής και Τουρκικής κοινότητος, λαμβανομένου υπ’ όψιν και του κειμένου των συμφωνιών Ζυρίχης της 11ης Φεβρουαρίου, 1959, και Λονδίνου της 19ης Φεβρουαρίου, 1959, κατά τε το γράμμα και πνεύμα αυτών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Εν περιπτώσει ασαφείας, το Σύνταγμα ερμηνεύεται υπό του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου λαμβανομένου υπόψη και του κειμένου των συμφωνιών Ζυρίχης της 11ης Φεβρουαρίου, 1959, και Λονδίνου της 19ης Φεβρουαρίου, 1959, κατά τε το γράμμα και το πνεύμα αυτών.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 181 Η συνθήκη εγγυήσεως της ανεξαρτησίας, της εδαφικής ακεραιότητος και του Συντάγματος της Δημοκρατίας, ή συνομολογηθείσα μεταξύ της Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ελλάδος, της Τουρκικής Δημοκρατίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεταννίας και Βορείου Ιρλανδίας ως και η συνθήκη στρατιωτικής συμμαχίας ή συνομολογηθείσα μεταξύ της Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ελλάδος και της Τουρκικής Δημοκρατίας, τα κείμενα των οποίων είναι προσηρτημένα τω παρόντι Συντάγματι ως παραρτήματα Ι και ΙΙ κέκτηνται συνταγματική ισχύν.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 182 1. Τα άρθρα ή τα μέρη των άρθρων του Συντάγματος τα περιλαμβανόμενα εν των συνημμένω τω παρόντι παραρτήματα ΙΙΙ, ενσωματωθέντα εις το Σύνταγμα εκ της συμφωνίας Ζυρίχης της 11ης Φεβρουαρίου, 1959, αποτελούσι θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος και δεν δύνανται, καθ’ οιονδήποτε τρόπον, να τροποποιηθώσι δια μεταβολής, προσθήκης ή καταργήσεως.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Τηρουμένων των διατάξεων της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου πάσα διάταξις του Συντάγματος δύναται να τροποποιηθή δια μεταβολής, προσθήκης ή καταργήσεως ως εν τη Τρίτη παραγράφω του παρόντος άρθρου ορίζεται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Δια την ψήφισιν οιουδήποτε νόμου περί τροποποιήσεως απαιτείται πλειοψηφία περιλαμβάνουσα τουλάχιστον τα δύο τρίτα του όλου αριθμού των εις την ελληνικήν κοινότητα ανηκόντων βουλευτών και τουλάχιστον τα δύο τρίτα του όλου αριθμού των εις την τουρκική κοινότητα ανηκόντων βουλευτών.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 183 1. Εν περιπτώσει πολέμου ή ετέρου δημοσίου κινδύνου απειλούντος την ύπαρξιν της Δημοκρατίας ή οιονδήποτε τμήμα αυτής το Υπουργικόν Συμβούλιον κέκτηται την εξουσίαν να προκηρύσση δι’ αποφάσεως αυτού την κήρυξιν καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης’ ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, όμως, ιδία εκάτερος ή από κοινού έχουσι δικαίωμα αρνησικυρίας οιασδήποτε τοιαύτης αποφάσεως ασκούμενον εντός τεσσαράκοντα οκτώ ωρών από της ημέρας, καθ’ ην η απόφασις εκοινοποιήθη εις το γραφείον εκατέρου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Πάσα τοιαύτη προκήρυξις καθορίζει τα άρθρα του Συντάγματος, άτινα αναστέλλονται, καθ’ όλην την διάρκειαν της καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης’ μόνον όμως τα κάτωθι αναφερόμενα άρθρα του Συντάγματος δύνανται να ανασταλώσι δια της προκηρύξεως: το άρθρον 7, μόνον καθ’ όσον αφορά εις θάνατον προκληθέντα εκ θεμιτής πολεμικής ενεργείας, η δευτέρα και τρίτη παράγραφος του άρθρου 10, τα άρθρα 11, 13, 16, 17, 19, 21, το εδάφιον (δ) της ογδόης παραγράφου του άρθρου 23 και τα άρθρα 25 και 27.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδουσι παραχρήμα δια δημοσιεύσεως εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας την προκήρυξιν, εκτός εάν ιδία εκάτερος ή από κοινού έχωσιν ασκήσει το δικαίωμα της αρνησικυρίας, ως εν τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου ορίζεται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>Προκήρυξις εκδοθείσα συμφώνως ταις ανωτέρω διατάξεσι του παρόντος άρθρου κατατίθεται αμέσως ενώπιον της Βουλής των Αντιπροσώπων. Εάν η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν διατελή εν συνόδω, συγκαλείται αύτη ίνα αποφασισθή όσον οιόν τε ταχύτερον περί τούτου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">5.</span>Η Βουλή των Αντιπροσώπων δικαιούται να απορρίψη ή εγκρίνη την προκήρυξιν περί κηρύξεως καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης. Εν περιπτώσει απορρίψεως ή προκήρυξις περί κηρύξεως καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης δεν έχει ουδεμίαν νομική ισχύν. Εν περιπτώσει εγκρίσεως ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδουσι παραχρήμα δια δημοσιεύσεως εις την επίσημον εφημερίδα ης Δημοκρατίας την απόφασιν της Βουλής των Αντιπροσώπων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">6.</span>Η προκήρυξις περί κηρύξεως καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης παύει να ισχύη άμα τη παρελεύσει δύο μηνών από της εγκρίσεως αυτής υπό της Βουλής των Αντιπροσώπων, εκτός εάν η Βουλή των Αντιπροσώπων τη αιτήσει του Υπουργικού Συμβουλίου αποφασίση να παρατείνη την διάρκειαν της καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης, οπότε ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας ιδία εκάτερος ή από κοινού έχουσι δικαίωμα αρνησικυρίας της αποφάσεως περί παρατάσεως της διαρκείας τα καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης ασκούμενον συμφώνως τω άρθρω 50.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">7.</span>(1) Παρά τας διατάξεις του Συντάγματος, εφ’ όσον χρόνον ισχύει προκήρυξις περί κηρύξεως καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης, το Υπουργικόν Συμβούλιον κρίνον ότι απαιτείται άμεσος ενέργεια εκδίδει διατάγματα αυστηρώς συναρτώμενα προς την κατάστασιν εκτάκτου ανάγκης έχοντα ισχύν νόμου και υποκείμενα εις το δικαίωμα αρνησικυρίας του Προέδρου και του Αντιπροέδρου ενεργούντων εκατέρου ιδία ή από κοινού, συμφώνως τω άρθρω 57.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Εάν δεν ασκηθή συμφώνως τω πρώτω εδαφίω της παρούσης παραγράφου δικαίωμα αρνησικυρίας, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδουσι παραχρήμα δια δημοσιεύσεως εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας τα ειρημένα διατάγματα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Τα ανωτέρω διατάγματα αποβάλλουσι την ισχύν αυτών άμα τη λήξει της καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης, εφ’ όσον δεν θα έχωσιν ανακληθή ενωρίτερον.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 184 1. Οσάκις διάταγμα εκδοθέν συμφώνως τω εδαφίω (2) της εβδόμης παραγράφου του άρθρου 183 επιτρέπει την επιβολήν προληπτικής προσωπικής κρατήσεως (α) η αρχή, τη διαταγή της οποίας κρατείται οιονδήποτε πρόσωπον κατ’ εφαρμογήν του διατάγματος, δέον όσον οιόν τε ταχύτερον να πληροφορήση τον κρατούμενον περί των λόγων της κρατήσεως αυτού και, τηρουμένων των διατάξεων της τρίτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, περί των ισχυρισμών ως προς α πραγματικά γεγονότα εφ’ ων βασίζεται η διαταγή και να παράσχη αυτώ την ευχέρειαν υποβολής, όσον οιόν τε ταχύτερον, αντιρρήσεων κατά της διαταγής κρατήσεως, και (β) ουδείς πολίτης κρατείται ες εκτέλεσιν διατάγματος επί χρόνον υπερβαίνοντα τον ένα μήνα, εκτός εάν γνωμοδοτικόν συμβούλιον συντεθειμένον, ως εν τη Δευτέρα παραγράφω του παρόντος άρθρου ορίζεται, μετ’ εξέτασιν των υποβληθεισών συμφώνως τω εδαφίω (α) της παρούσης παραγράφου υπό του κρατουμένου αντιρρήσεων γνωμοδοτή προ της παρελεύσεως του μηνός ότι θεωρεί υφιστάμενον ικανόν λόγον δικαιολογούντα την κράτησιν.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Γνωμοδοτικόν συμβούλιον καθιστάμενον δια την εφαρμογήν του παρόντος 3. άρθρου συντίθεται εξ ενός προέδρου διοριζομένου από κοινού υπό του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας και επιλεγομένου εκ προσώπων τελούντων ή διατελεσάντων δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή κεκτημένων τα προσόντα προς διορισμόν αυτών ως δικαστών του Δικαστηρίου τούτου και εκ δύο ετέρων μελών διοριζομένων από κοινού υπό του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, αφού προηγουμένως συμβουλευθώσι τον πρόεδρον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>Το παρόν άρθρον δεν επιβάλλει εις οιανδήποτε αρχήν να αποκαλύψη γεγονότα, ων η αποκάλυψις κατά την κρίσιν αυτής θα ήτο αντίθετος προς το εθνικόν συμφέρον.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 185 1. Το έδαφος της Δημοκρατίας είναι ενιαίον και αδιαίρετον.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Η καθολική ή μερική ένωσις της Κύπρου μεθ’ οιουδήποτε άλλου κράτους ή η χωριστική ανεξαρτησία αποκλείονται.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 186 1. Εν τω Συντάγματι, πλην εάν ορίζηται ρητώς άλλως ή εάν εκ της εν δεδομένη αλληλουχία χρήσεως όρου τινός προκύπτει άλλο τι – (α) \"Κοινότης\" σημαίνει την ελληνικήν ή την τουρκική κοινότητα, το \"δικαστήριον\" συμπεριλαμβάνει και πάντα δικαστήν αυτού, \"Έλλην\" είναι ο ανήκων εις την ελληνικήν κοινότητα, ως εν άρθρω 2 ορίζεται, \"νόμος\" σημαίνει νόμον της Δημοκρατίας, οσάκις ο όρος χρησιμοποιείται εν σχέσει προς περίοδον χρόνου επομένην της ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, το \"πρόσωπον\" συμπεριλαμβάνει πάσαν εταιρείαν, συνεταιρισμόν, ένωσιν, σωματείον, ίδρυμα ή οργάνωσιν προσώπων, μετά ή άνευ νομικής προσωπικότητος, \"Δημοκρατία\" σημαίνει την Δημοκρατίαν της Κύπρου· \"Τούρκος\" ή \"τουρκικός\" είναι ο ανήκων εις την τουρκικήν κοινότητα, ως εν άρθρω 2 ορίζεται, (β) λέξεις δηλούσαι το αρσενικόν γένος συμπεριλαμβάνουσι το θηλυκόν γένος και λέξεις εις τον ενικόν αριθμόν συμπεριλαμβάνουσι τον πληθυντικόν και τανάπαλιν.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Εις ας περιπτώσεις το Σύνταγμα παρέχει εξουσίαν προς έκδοσιν πάσης φύσεως διαταγμάτων, κανονισμών διοικήσεως ή διαχειρίσεως και οιωνδήποτε οδηγιών, η εξουσία αύτη δέον να ερμηνεύηται ως περιλαμβάνουσα και εξουσίαν καθ’ όμοιον τρόπον ασκουμένην, προς τροποποίησιν ή ανάκλησιν οιουδήποτε των ειρημένων διαταγμάτων, κανονισμών ή οδηγιών.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ Μεταβατικαί Διατάξεις ΑΡΘΡΟΝ 187 1. Οι εκλεγέντες - (α) ως πρώτος Πρόεδρος ή Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, (β) ως βουλευταί ή ως μέλη εκατέρας Κοινοτικής Συνελεύσεως, συμφώνως προς τας διατάξεις οιουδήποτε νόμου ισχύοντος αμέσως προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος θεωρούνται ότι είναι οι νομίμως κατά την έννοιαν των διατάξεων του Συντάγματος εκλεγέντες αντιστοίχως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, βουλευταί και μέλη των Κοινοτικών Συνελεύσεων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Πάντες οι εκλογικοί νόμοι και κανονισμοί, ων η ισχύς έληξεν αυτοδικαίως κατά την ημερομηνίαν ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, θέλουσιν εξακολουθήσει να ισχύωσι, μέχρις ου ψηφισθή νέος εκλογικός νόμος υπό της Βουλής των Αντιπροσώπων ή υφ’ οιασδήποτε Κοινοτικής Συνελεύσεως αναλόγως της περιπτώσεως, εν πάση περιπτώσει όμως ουχί πέραν των δέκα οκτώ μηνών από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος. Η παράτασις αύτη της ισχύος αφορά εις πάσαν αναπληρωματική εκλογήν διενεργουμένην προς πλήρωσιν διαρκούσης της ειρημένης χρονικής περιόδου, κενουμένου λειτουργήματος του Προέδρου της Δημοκρατίας ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας ή αξιώματος βουλευτού ή θέσεως μέλους Κοινοτικής Συνελεύσεως.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 188 1. Τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος και των ακολουθουσών διατάξεων του παρόντος άρθρου, πας κατά την ημερομηνίαν της ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος ισχύων νόμος θέλει εξακολουθήσει να ισχύη κατά την ρηθείσαν ημερομηνίαν και μετ’ αυτήν, μέχρις ου τροποποιηθή, δια μεταβολής, προσθήκης ή καταργήσεως δι’ οιουδήποτε νόμου ή κοινοτικού τοιούτου ψηφιζομένου κατά το Σύνταγμα, από δε της ημερομηνίας ταύτης θα ερμηνεύηται και θα εφαρμόζηται προσαρμοζόμενος, καθ’ ο μέτρον είναι αναγκαίον, προς το Σύνταγμα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Επιφυλασσομένης πάσης διαφόρου ρυθμίσεως εν ταις μεταβατικαίς διατάξεσιν ουδεμία διάταξις τοιούτου νόμου αντικειμενική ή ασύμφωνος προς οιανδήποτε διάταξιν του Συντάγματος και ουδείς νόμος, δι’ ον απαιτείται κατά το άρθρον 78 χωριστή πλειοψηφία, θα εξακολουθήση να ισχύη· οι νόμοι όμως οι αφορώντες εις τους δήμους θα εξακολουθήσωσιν ισχύοντες επί χρονικόν διάστημα εξ μηνών από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, οιοσδήποτε δε νόμος επιβάλλων φόρους ή τέλη θα εξακολουθήση ισχύων μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου, 1960.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Δι’ οιονδήποτε τοιούτον νόμον διατηρούμενος εν ισχύϊ συμφώνως τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου, ισχύουσι τα ακόλουθα, εκτός εάν εκ της χρήσεως όρου εν δεδομένη τινί αλληλουχία προκύπτει διάφορον τι: (α) οιαδήποτε μνεία της αποικίας της Κύπρου ή του «Στέμματος» ερμηνεύεται εν σχέσει προς οιανδήποτε χρονικήν περίοδον αρχομένην από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος και εφεξής ως σημαίνουσα την Δημοκρατίαν, (β) οιαδήποτε μνεία του Κυβερνήτου ή του Κυβερνήτου εν Συμβουλίω ερμηνεύεται, εν σχέσει προς οιανδήποτε τοιαύτην χρονική περίοδον, ως σημαίνουσα τον Πρόεδρον και τον Αντιπρόεδρον της Δημοκρατίας συμφώνως ταις ρηταίς διατάξεσι του Συντάγματος ιδία εκάτερον ή από κοινού, την Βουλήν των Αντιπροσώπων προκειμένου περί θεμάτων σχετικών προς άσκησιν νομοθετικής εξουσίας, εξαιρουμένων των θεμάτων των ρητώς υπαχθέντων εις τας Κοινοτικάς Συνελεύσεις, τας Κοινοτικάς Συνελεύσεις προκειμένου περί παντός θέματος υπαγομένου συμφώνως τω Συντάγματι εις την αρμοδιότητα αυτών και το Υπουργικόν Συμβούλιον προκειμένου περί θεμάτων σχετικών προς άσκησιν της εκτελεστικής εξουσίας, (γ) οιαδήποτε μνεία του διοικητικού γραμματέως ή του δημοσιονομικού γραμματέως ερμηνεύεται, εν σχέσει προς οιανδήποτε τοιαύτην χρονική περίοδον, ως σημαίνουσα το υπουργείον ή την ανεξάρτητον υπηρεσίαν της Δημοκρατίας εις ην το γε νυν έχον έχουσιν ανατεθή τα θέματα, εφ ων ήσαν αρμόδιοι οι ως άνω γραμματείς, (δ) οιαδήποτε μνεία του γενικού εισαγγελέως ή του αντιεισαγγελέως ερμηνεύεται εν σχέσει προς οιανδήποτε τοιαύτην χρονική περίοδον ως σημαίνουσα αντιστοίχως τον γενικόν εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή τον βοηθόν γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας, και (ε) οιαδήποτε μνεία οιουδήποτε ετέρου προσώπου κατέχοντες δημόσιον αξίωμα ή θέσιν ή οιασδήποτε αρχής ή οιουδήποτε οργανισμού ερμηνεύεται εν σχέσει προς οιανδήποτε τοιαύτην χρονικήν περίοδον ως σημαίνουσα τον αντίστοιχον δημόσιον υπάλληλον ή την αντίστοιχον αρχήν ή υπηρεσίαν ή τον αντίστοιχον οργανισμόν της Δημοκρατίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>Οιονδήποτε δικαστήριον της Δημοκρατίας εφαρμόζον τας διατάξεις οιουδήποτε νόμου, διατηρουμένου εν ισχύϊ συμφώνως τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου, εξακολουθεί να εφαρμόζη αυτόν εν σχέσει προς οιανδήποτε τοιαύτην χρονική περίοδον μετά των αναγκαίων προσαρμογών προς συμμόρφωσιν αυτού προς τας διατάξεις του Συντάγματος περιλαμβανομένων και των μεταβατικών διατάξεων αυτού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">5.</span>Εν τω παρόντι άρθρω- (α) ο όρος «νόμος» περιλαμβάνει πάσαν διοικητικήν πράξιν καταρτισθείσαν δυνάμει του νόμου τούτου προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος. (β) ο όρος «προσαρμογή» περιλαμβάνει τροποποίησιν, ευθυγράμμισιν και κατάργησιν.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 189 Παρά τας διατάξεις του άρθρου 3 και δια χρονική περίοδον πέντε ετών από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος- (α) άπαντες οι κατά το άρθρον 188 διατηρούμενοι εν ισχύϊ νόμοι δύνανται να παραμείνωσιν εις την αγγλική γλώσσαν, και (β) η αγγλική γλώσσα δύναται να είναι εν χρήσει εις πάσαν διαδικασίαν ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου της Δημοκρατίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 190 1. Τηρουμένων των επομένων διατάξεων του παρόντος άρθρου παν δικαστήριον υφιστάμενον αμέσως προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, θα εξακολουθή παρά τας διατάξεις του Συντάγματος να λειτουργή ως μέχρι τούδε, αλλ’ υπό συγκρότησιν, συνάδουσαν κατά το δυνατόν προς τας διατάξεις του Συντάγματος από της ειρημένης ημερομηνίας και μέχρις ου ψηφισθή νέος νόμος περί συγκροτήσεως των δικαστηρίων της Δημοκρατίας, πάντως όμως ουχί πέραν των τεσσάρων μηνών από της ημερομηνίας ταύτης. Εκκρεμείς όμως ακροαματικαί διαδικασίαι, πολιτικαί ή ποινικαί, αίτινες κατά την ημερομηνίαν ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος είχον μερικώς συμπληρωθή, συνεχίζονται και περαιούνται ενώπιον του παρ’ ω εκκρεμούσι δικαστηρίου συγκεκροτημένου ως πρότερον ανεξαρτήτως οιασδήποτε διατάξεως του Συντάγματος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Παρά τας διατάξεις του Συντάγματος και μέχρις ου οργανωθή το δι’ αυτού καθιδρυόμενον Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον και επί χρονικήν περίοδον μη υπερβαίνουσαν τους τρεις μήνας από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, το πρωτόκολλον του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα λειτουργή και ως πρωτόκολλον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Το πρωτόκολλον του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα λειτουργή ως πρωτόκολλον και του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου εν σχέσει προς παν θέμα, περιλαμβανομένης και της προσφυγής, μέχρις ου συγκροτηθή το Δικαστήριον τούτο’ η συγκρότησις του Δικαστηρίου θα πραγματοποιηθή ουχί βραδύτερον των τριών μηνών από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>Δια τον υπολογισμόν οιασδήποτε προθεσμίας εν σχέσει προς προσφυγήν τινα ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου κατά τας διατάξεις του Συντάγματος, δεν συνυπολογίζεται ο χρόνος από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος μέχρι της κατά τα ανωτέρω συγκροτήσεως του Δικαστηρίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">5.</span>Το υφιστάμενον αμέσως προς της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος Ανώτατον Δικαστήριον θεωρείται, μέχρι της συγκροτήσεως του Ανωτάτου Δικαστηρίου συμφώνως ταις διατάξεσι του Συντάγματος, ότι αποτελεί το κατά το Σύνταγμα καθιδρυόμενον Ανώτατον Δικαστήριον. Η συγκρότησις του κατά το Σύνταγμα Ανωτάτου Δικαστηρίου θα γίνη ουχί βραδύτερον των τριών μηνών από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος? η μνεία όμως του αρχιδικαστού θα σημαίνη το αρχαιότερον μέλος του Δικαστηρίου και το υφιστάμενον Ανώτατον Δικαστήριον θα θεωρήται ως εγκύρως συγκεκροτημένον διαρκούσης της ειρημένης χρονικής περιόδου ανεξαρτήτως της ελαττώσεως των μελών αυτού κάτω του αριθμού των τεσσάρων.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 191 Οιαδήποτε διαδικασία εκκρεμούσα κατά την ημερομηνίαν ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος εν τη οποία ο γενικός εισαγγελεύς εν ονόματι της Κυβερνήσεως της αποικίας της Κύπρου ή οιουδήποτε τμήματος ή υπαλλήλου αυτής είναι διάδικος θα συνεχίζηται κατά την ημερομηνίαν ταύτην και εφεξής, υποκαθισταμένης ως διαδίκου της Δημοκρατίας ή της αντιστοίχου υπηρεσίας ή του υπαλλήλου αυτής.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 192 1. Επιφυλασσομένης πάσης ετέρας διατάξεως του Συντάγματος, παν πρόσωπον, όπερ αμέσως προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος κατέχει θέσιν ή αξίωμα εν τη δημοσία υπηρεσία, δικαιούται να τύχη μετά την ημερομηνίαν ταύτην των αυτών όρων υπηρεσίας, των δι’ αυτό ισχυόντων προ της ημερομηνίας ταύτης. Οι τοιούτοι όροι δεν δύνανται να μεταβληθώσι δυσμενώς δι’ αυτόν διαρκούσης της συνεχίσεως της υπηρεσίας αυτού εν τη δημοσία υπηρεσία της Δημοκρατίας κατά την ειρημένην ημερομηνίαν ή εφεξής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Επιφυλασσομένων των διατάξεων της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, οι δικασταί του Ανωτάτου Δικαστηρίου πλην του αρχιδικαστού και οι δικασταί και ειρηνοδίκαι ή πταισματοδίκαι των κατωτέρων δικαστηρίων, κατέχοντες τα αξιώματα ή τας θέσεις αυτών αμέσως προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος θέλουσιν εξακολουθήσει κατέχοντες, παρά τας διατάξεις των άρθρων 153 και 157, τα αντίστοιχα αξιώματα ή θέσεις αυτών, ως εάν είχον διορισθή εις τας θέσεις ή τα αξιώματα αυτών κατά τας διατάξεις των άρθρων τούτων και δη, μέχρις ου λάβουν χώραν διορισμοί συμφώνως ταις διατάξεσι των ειρημένων άρθρων, και κατ’ ακολουθίαν εφαρμόζονται ως προς τούτους αι διατάξεις του Συντάγματος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">3.</span>Εάν ο κατέχων θέσιν ή αξίωμα τι εκ των εν τη πρώτη και Δευτέρα παραγράφω του παρόντος άρθρου αναφερομένων δεν διορισθή εν τη δημοσία υπηρεσία της Δημοκρατίας, δικαιούται, διατηρομένων των ισχυόντων περί αυτού όρων υπηρεσίας, να τύχη δικαίας αποζημιώσεως ή συντάξεως βάσει των περί συντάξεως εν περιπτώσει καταργήσεως της θέσεως ή αξιώματος διατάξεων, επιλεγομένης της επωφελεστέρας μεταξύ των δύο τοιούτων και καταβαλλομένης εκ του δημοσίου ταμείου της Δημοκρατίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">4.</span>Μη επηρεαζομένης της ισχύος της πέμπτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, πας κατέχων θέσιν εκ των εν τη πρώτη και τη Δευτέρα παραγράφω αναφερομένων, υπαγομένην κατ’ εφαρμογήν του Συντάγματος εις την αρμοδιότητα Κοινοτικής Συνελεύσεως δύναται, εάν επιθυμή τούτο, να παραιτηθή των συμφώνως τη Τρίτη παραγράφω του παρόντος άρθρου δικαιωμάτων αυτού και να επιλέξη υπηρεσίαν υπαγομένην εις Κοινοτικήν Συνέλευσιν. Εν τοιαύτη περιπτώσει ο κάτοχος της ειρημένης θέσεως ή αξιώματος δικαιούται να λάβη παρά της Δημοκρατίας οιονδήποτε επίδομα λόγω αποχωρήσεως εκ της υπηρεσίας, σύνταξιν, πρόσθετον χορήγημα ή άλλο παρόμοιον ωφέλημα, του οποίου θα εδικαιούτο συμφώνως τω ισχύοντι αμέσως προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος νόμω και δη αναφορικώς προς περίοδον χρόνου υπηρεσίας προ της ειρημένης ημερομηνίας, εάν η περίοδος αύτη καθ’ εαυτήν ή ομού μεθ’ οιασδήποτε περιόδου χρόνου υπηρεσίας υπαγομένης εις Κοινοτική Συνέλευσιν παρείχεν αυτώ το δικαίωμα, συμφώνως τω μνημονευθέντι νόμω, απολήψεως οιουδήποτε τοιούτου ωφελήματος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">5.</span>Πας εκπαιδευτικός, όστις αμέσως προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος ετέλει εν ενεργώ διδακτική υπηρεσία και ελάμβανεν αντιμισθίαν καταβαλλομένην εκ του δημοσίου ταμείου της αποικίας της Κύπρου και του οποίου η θέσις κατ’ εφαρμογήν του Συντάγματος υπάγεται εις την αρμοδιότητα Κοινοτικής Συνελεύσεως, δικαιούται να λάβη παρά της Δημοκρατίας οιονδήποτε επίδομα λόγω αποχωρήσεως εκ της υπηρεσίας, σύνταξιν, πρόσθετον χορήγημα ή έτερον παρόμοιον ωφέλημα του οποίου θα εδικαιούτο συμφώνως τω ισχύοντι προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος νόμω και δη αναφορικώς προς περίοδον χρόνου υπηρεσίας προ τα ειρημένης ημερομηνίας, εάν η περίοδος αύτη καθ’ εαυτήν ή ομού μεθ’ οιασδήποτε περιόδου υπηρεσίας υπαγομένης εις Κοινοτικήν Συνέλευσιν παρείχεν αυτώ το δικαίωμα, συμφώνως τω μνημονευθέντι νόμω, απολήψεως οιουδήποτε τοιούτου ωφελήματος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">6.</span>Πας όστις αμέσως προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος ήτο δημόσιος υπάλληλος της αποικίας της Κύπρου, και ευρίσκετο επ’ αδεία λόγω αποχωρήσεως εκ της υπηρεσίας ή υπό μετάθεσιν εκ της υπηρεσίας εις οιανδήποτε ετέραν υπηρεσίαν εκτός της τοιαύτης της Δημοκρατίας, θα δικαιούται των αυτών όρων υπηρεσίας οίτινες υπό τας αυτάς συνθήκας θα ισχύουν ως προς αυτόν προ της ειρημένης ημερομηνίας, αδιακρίτως του εάν είναι ή όχι υπήκοος της Δημοκρατίας, οι δε όροι υπηρεσίας ούτοι δεν επιτρέπεται να μεταβληθώσι δυσμενώς δι’ αυτόν.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">7.</span>Εν τω παρόντι άρθρω οι κάτωθι όροι έχουσι την έναντι αυτών σημειουμένην έννοιαν: (α) «δημόσια υπηρεσία» εν σχέσει προς τον προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος χρόνον σημαίνει υπηρεσίαν υποκειμένην εις την Κυβέρνησιν της αποικίας της Κύπρου, εν σχέσει δε προς υπηρεσίαν μετά την ημερομηνίαν ταύτην σημαίνει πολιτικήν υπηρεσίαν, υποκειμένην εις την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας και περιλαμβάνει υπηρεσίαν εν τοις σώμασιν ασφαλείας της Δημοκρατίας. (β) οι «όροι υπηρεσίας» περιλαμβάνουν επιφερομένων των αναγκαίων προσαρμογών συμφώνως ταις διατάξεσι του Συντάγματος, τα αφορώντα εις την αντιμισθίαν, άδειαν, παύσιν ή αποχώρησιν, σύνταξιν, πρόσθετα χορηγήματα ή άλλα παρόμοια επιδόματα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">8.</span>Επιφυλασσομένων των διατάξεων της έκτης παραγράφου του παρόντος άρθρου ουδέν εκ των εν τω παρόντι άρθρω διαλαμβανομένων εφαρμόζεται προκειμένου περί οιουδήποτε, όστις δεν είναι υπήκοος της Δημοκρατίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 193 Πας όστις αμέσως προ της ημερομηνίας της ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος ελάμβανεν εκ του δημοσίου ταμείου της αποικίας της Κύπρου περιλαμβανομένου του ταμείου συντάξεων χηρών και ορφανών οιανδήποτε σύνταξιν ή έτερον επίδομα λόγω αποχωρήσεως εκ της υπηρεσίας θα εξακολουθή από της ημερομηνίας της ισχύος του Συντάγματος λαμβάνων την σύνταξιν ή το επίδομα λόγω αποχωρήσεως εκ της υπηρεσίας εκ του δημοσίου ταμείου της Δημοκρατίας, υπό τας προϋποθέσεις και τους όρους τους ισχύοντας περί των συντάξεων ή των ετέρων ειρημένων επιδομάτων αμέσως προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος ή υπό προϋποθέσεις και όρους θεσπιζομένους μεταγενεστέρως, ουχί όμως ολιγώτερον ευμενείς δια τον δικαιούχον και εφαρμοζομένους εις την περίπτωσιν αυτού.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 194 Το επί συντάξεως εκ του ταμείου συντάξεων χηρών και ορφανών δικαίωμα οιουδήποτε προσώπου από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος και εφεξής θα εξακολουθή να υπόκειται εις τας προϋποθέσεις και τους όρους συνταξιοδοτήσεως τους ισχύοντας αμέσως προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, δεν δύνανται δε να μεταβληθώσιν ούτοι δυσμενώς δι’ οιονδήποτε πρόσωπον, εφ’ όσον χρόνον υφίσταται δικαίωμα αυτού επί της συντάξεως.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 195 Παρά τα οριζόμενα εν τω Συντάγματι οι εκλεγέντες ως πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ως πρώτος Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, οίτινες δυνάμει του άρθρου 187 αναγνωρίζονται ως πρώτος Πρόεδρος και ως πρώτος Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, πριν ή εγκατασταθώσιν εις το λειτούργημα αυτών ή μετά την τοιαύτην εγκατάστασιν, ως εν άρθρω 42 ορίζεται, έχουσι και θεωρούνται ότι έσχον, από κοινού, το αποκλειστικόν δικαίωμα και την εξουσίαν να υπογράψωσι και συνομολογήσωσιν εν ονόματι της Δημοκρατίας την συνθήκην εγκαθιδρύσεως της Δημοκρατίας της Κύπρου, μεταξύ της Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ελλάδος, της Δημοκρατίας της Τουρκίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεταννίας και Βορείου Ιρλανδίας, ομού μετά των ανταλλαγών διακοινώσεων των συνταχθεισών προς υπογραφήν μετά της συνθήκης ταύτης και την συνθήκην εγγυήσεως της ανεξαρτησίας, εδαφικής ακεραιότητας και του Συντάγματος της Δημοκρατίας, μεταξύ της Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ελλάδος, της Δημοκρατίας της Τουρκίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεταννίας και Βορείου Ιρλανδίας, την συνθήκην στρατιωτικής συμμαχίας μεταξύ της Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ελλάδος και της Δημοκρατίας της Τουρκίας και την συμφωνίαν μεταξύ της Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ελλάδος και της Δημοκρατίας της Τουρκίας περί εφαρμογής της μεταξύ των Κρατών τούτων συναφθείσης συνθήκης συμμαχίας και αι συνθήκαι, αι συμφωνίαι και αι ανταλλαγείσαι διακοινώσεις αύται θα συνομολογηθώσιν ούτω εγκύρως εν ονόματι της Δημοκρατίας, και τιθέμεναι εν ισχύϊ καθίστανται δεσμευτικαί από της ημερομηνίας της κατά τα ανωτέρω υπογραφής αυτών.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 196 Η θητεία των πρώτων Κοινοτικών Συνελεύσεων άρχεται από της ημερομηνίας της ενάρξεως ισχύος του Συντάγματος.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 197 1. Πάσα αμέσως προ της ημερομηνίας της ισχύος του Συντάγματος υπέρ οιουδήποτε σχολείου ή οργανισμού ή ιδρύματος, υπαγομένου δυνάμει των διατάξεων του Συντάγματος εις την αρμοδιότητα Κοινοτικής Συνελεύσεως ή δια λογαριασμόν αυτού ή ως καταπίστευμα υπέρ αυτού κατεχομένη κινητή ή ακίνητος ιδιοκτησία ή οιονδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον επ’ αυτής, είτε ανήκουσα εις την Κυβέρνησιν της αποικίας της Κύπρου ή εις οιονδήποτε οργανισμόν ή έτερον πρόσωπον, είτε εγγεγραμμένη επ’ ονόματι αυτών, από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος το Συντάγματος μεταβιβάζεται και παραδίδεται εις την κατοχήν των προσώπων, αρχών ή οργανισμών ους ο νόμος της οικείας Κοινοτικής Συνελεύσεως θέλει ορίσει, τηρουμένων των προϋποθέσεων και των όρων ους θέλει θεσπίσει ο νόμος ούτος. Ο τοιούτος νόμος όμως δεν δύναται να ορίση ότι οιαδήποτε τοιαύτη ιδιοκτησία θα μεταβιβασθή εις αυτήν ταύτην την Κοινοτικήν Συνέλευσιν ή θα παραδοθή εις την κατοχήν αυτής ταύτης της Κοινοτικής Συνελεύσεως.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Ουδέν εκ των εν τω παρόντι άρθρω διαλαμβανομένων δύναται να ισχύση προκειμένου περί κληροδοτημάτων ή άλλων δωρεών διοικουμένων υπό διαχειριστών ή προκειμένου περί οιουδήποτε βακουφίου, και αφορώντων εις εκπαιδευτικούς σκοπούς.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 198 1. Αι επόμεναι διατάξεις ισχύουσι, μέχρις ου ψηφισθή νόμος περί ιθαγενείας περιλαμβάνων τας διατάξεις ταύτας: (α) παν θέμα αναφερόμενον εις την ιθαγένειαν διέπεται υπό των διατάξεων του παραρτήματος Δ της συνθήκης εγκαθιδρύσεως, και (β) ο γεννώμενος εν Κύπρω κατά την ημερομηνίαν ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος ή μετ’ αυτήν αποκτά δια της γεννήσεως την ιθαγένειαν της Δημοκρατίας, εάν ο πατήρ αυτού είχεν αποκτήσει την ιθαγένειαν της Δημοκρατίας, κατά την ημερομηνίαν ταύτην ή θα απέκτα τοιαύτην ιθαγένειαν δυνάμει των διατάξεων του παραρτήματος Δ της συνθήκης εγκαθιδρύσεως, εάν δεν είχεν αποθάνει.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Εν τω παρόντι άρθρω «συνθήκη εγκαθιδρύσεως» σημαίνει την συνθήκην μεταξύ της Δημοκρατίας της Κύπρου, του Βασιλείου της Ελλάδος, της Δημοκρατίας της Τουρκίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεταννίας και Βορείου Ιρλανδίας, την αναφερομένην εις την εγκαθίδρυσιν της Δημοκρατίας της Κύπρου.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟΝ 199 1. Η Τουρκική Κοινοτική Συνέλευσις δικαιούται όπως εισπράξη παρά της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεταννίας και Βορείου Ιρλανδίας τα εν ταις ανταλλαγείσαις διακοινώσεσι μεταξύ του Κυβερνήτου της αποικίας της Κύπρου εκ μέρους της κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και αντιπροσώπων της Τουρκικής κοινότητος της Κύπρου αίτινες συνετάχθησαν προς υπογραφήν κατά την 6ην Ιουλίου 1960 αναφερόμενα ποσά.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Ουδεμία των προβλέψεων του παρόντος άρθρου δύναται να ερμηνευθή ως περιορίζουσα το δικαίωμα εκατέρας των δύο κοινοτήτων επί τη βάσει του Συντάγματος.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι (Άρθρον 181) ΣΥΝΘΗΚΗ ΕΓΓΥΗΣΕΩΣ (Εν μεταφράσει εκ του αυθεντικού αγγλικού και γαλλικού κειμένου)</p></div>", "next": 239501}