{"html": "<div class=\"lf-doc\"><div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Κάθε νόμιμος ελεγκτής και κάθε νόμιμο ελεγκτικό γραφείο οφείλει να κλείνει τον φάκελο του υποχρεωτικού ελέγχου εντός εξήντα ημερών το αργότερο από την ημερομηνία υπογραφής της έκθεσης ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 69 του παρόντος Νόμου και, κατά περίπτωση, στο Άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014. (10Α)(α) Κάθε νόμιμος ελεγκτής και κάθε νόμιμο ελεγκτικό γραφείο καταρτίζει φάκελο διασφάλισης για κάθε δέσμευση παροχής διασφάλισης όσον αφορά την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας. (β) Κάθε νόμιμος ελεγκτής και κάθε νόμιμο ελεγκτικό γραφείο τεκμηριώνει τουλάχιστον τα δεδομένα που καταγράφονται σύμφωνα με το άρθρο 60 όσον αφορά τη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας. (γ) Κάθε νόμιμος ελεγκτής και κάθε νόμιμο ελεγκτικό γραφείο διατηρεί οποιαδήποτε άλλα δεδομένα και έγγραφα που έχουν σημασία για την υποστήριξη της έκθεσης διασφάλισης για την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας η οποία αναφέρεται στο άρθρο 69Α και για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και άλλες ισχύουσες νομικές απαιτήσεις όσον αφορά τη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας. (δ) Ο φάκελος διασφάλισης κλείνει εντός εξήντα (60) ημερών το αργότερο από την ημερομηνία υπογραφής της έκθεσης διασφάλισης για την υποβολή εκθέσεων δημοσιότητας που αναφέρεται στο άρθρο 69Α. (ε) Σε περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος νόμιμος ελεγκτής διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων και τη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, ο φάκελος διασφάλισης δύναται να περιλαμβάνεται στον φάκελο ελέγχου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(11)</span>Κάθε νόμιμος ελεγκτής και κάθε νόμιμο ελεγκτικό γραφείο τηρεί αρχείο καταγγελιών που υποβλήθηκαν γραπτώς σχετικά με την εκτέλεση των υποχρεωτικών ελέγχων που έχουν διενεργηθεί και σχετικά με την εκτέλεση των δεσμεύσεων παροχής διασφάλισης όσον αφορά την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας που έχει διενεργηθεί.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(12)</span>Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να ορίζει απλουστευμένες απαιτήσεις σε ό,τι αφορά τα εδάφια (5), (6) και (11), για τους ελέγχους που αναφέρονται στις παραγράφους (β) και (γ) του ορισμού του όρου «υποχρεωτικός έλεγχος» στο εδάφιο (1) του άρθρου 2.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 160(I)/2025 Έκδοση δεσμευτικών οδηγιών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-65\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 65</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">65.</span>Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου (8) του άρθρου 18, η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να εκδίδει δεσμευτικές οδηγίες με σκοπό να κατοχυρώνει ότι η αμοιβή για τον υποχρεωτικό έλεγχο και για τη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας- (α) δεν επηρεάζεται, ούτε προσδιορίζεται από την παροχή συμπληρωματικών υπηρεσιών στην οντότητα που υπόκειται στον υποχρεωτικό έλεγχο ή στη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας· και (β) δεν δύναται να βασίζεται σε κανενός είδους αίρεση.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 160(I)/2025 Αντικείμενο του υποχρεωτικού ελέγχου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-66\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 66</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">66.</span>Χωρίς επηρεασμό των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 69 του παρόντος Νόμου και, κατά περίπτωση, στα Άρθρα 10 και 11 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, το αντικείμενο του υποχρεωτικού ελέγχου δεν περιλαμβάνει εγγυήσεις σχετικά με τη μελλοντική βιωσιμότητα της ελεγχόμενης οντότητας ή την αποδοτικότητα ή αποτελεσματικότητα με την οποία το διαχειριστικό ή διοικητικό όργανο έχει χειριστεί ή θα χειρίζεται τις υποθέσεις της οντότητας.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 Απαιτήσεις για τη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας 66Α. Οι απαιτήσεις των άρθρων 57 έως 63 όσον αφορά τον υποχρεωτικό έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, για τη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας.</p>\n<p class=\"lf-p\">160(I)/2025 Απαγορευμένες μη ελεγκτικές υπηρεσίες 66Β.-(1) Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο που διενεργεί τη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας μιας οντότητας δημοσίου συμφέροντος ή οποιοδήποτε μέλος του δικτύου στο οποίο ανήκει ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο, δεν δύναται να παρέχει άμεσα ή έμμεσα στην οντότητα δημοσίου συμφέροντος που υπόκειται στη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, στη μητρική της επιχείρηση ή στις ελεγχόμενες από εκείνη επιχειρήσεις της εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις απαγορευμένες μη ελεγκτικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο Άρθρο 5, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχεία β και γ) και στοιχεία ε) έως ια) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 κατά- (α) το διάστημα ανάμεσα στην έναρξη της περιόδου που υπόκειται στη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας και την έκδοση της έκθεσης διασφάλισης για την υποβολή εκθέσεων δημοσιότητας· και (β) το αμέσως προηγούμενο οικονομικό έτος από την περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο (α) σε σχέση με τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο Άρθρο 5, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο ε) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο που διενεργεί τη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος και, σε περίπτωση που ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο ανήκουν σε δίκτυο, κάθε μέλος αυτού του δικτύου δύναται να παράσχει στην οντότητα δημοσίου συμφέροντος που αποτελεί το αντικείμενο της διασφάλισης της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, στη μητρική της επιχείρηση ή στις ελεγχόμενες από εκείνη επιχειρήσεις της μη ελεγκτικές υπηρεσίες πλην των απαγορευμένων μη ελεγκτικών υπηρεσιών που αναφέρονται στο εδάφιο (1) ή, κατά περίπτωση, τις απαγορευμένες μη ελεγκτικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο Άρθρο 5, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 ή τις υπηρεσίες που θεωρούνται από την ΑΔΕΕλΕπ ότι συνιστούν απειλή για την ανεξαρτησία, που αναφέρονται στο Άρθρο 5, παράγραφος 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, με την επιφύλαξη της έγκρισης της επιτροπής ελέγχου, αφού αυτή αξιολογήσει δεόντως τις απειλές για την ανεξαρτησία και τις διασφαλίσεις που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 60.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία μέλος δικτύου στο οποίο ανήκει ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο που διενεργεί τη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας οντότητας δημοσίου συμφέροντος παρέχει τις αναφερόμενες στο εδάφιο (1) απαγορευμένες μη ελεγκτικές υπηρεσίες σε επιχείρηση συσταθείσα σε τρίτη χώρα, η οποία ελέγχεται από την οντότητα δημοσίου συμφέροντος που υποβάλλεται σε διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, ο οικείος νόμιμος ελεγκτής ή το οικείο ελεγκτικό γραφείο αξιολογεί κατά πόσο η ανεξαρτησία του δύναται να υπονομευθεί από την εν λόγω παροχή υπηρεσιών από το μέλος του δικτύου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>(α) Σε περίπτωση που θίγεται η ανεξαρτησία του, ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο εφαρμόζει διασφαλίσεις, ώστε να περιορίσει τις απειλές που δημιουργούνται από την παροχή απαγορευμένων μη ελεγκτικών υπηρεσιών που αναφέρονται στο εδάφιο (1) σε τρίτη χώρα. (β) Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο δύναται να συνεχίσει να διενεργεί τη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας της οντότητας δημοσίου συμφέροντος μόνο εάν μπορεί να αιτιολογήσει, σύμφωνα με το άρθρο 60, ότι η παροχή τέτοιων υπηρεσιών δεν επηρεάζει την επαγγελματική κρίση του και την έκθεση διασφάλισης για την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας.</div>\n<p class=\"lf-p\">160(I)/2025 Εφαρμογή του Άρθρου 7 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 66Γ. Το Άρθρο 7 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, σε νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο που διενεργεί τη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας από οντότητα δημοσίου συμφέροντος.</p>\n<p class=\"lf-p\">160(I)/2025</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ XI ΕΛΕΓΚΤΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΑΙ ΕΛΕΓΚΤΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Πρότυπα ελέγχου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-67\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 67</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">67.-(1) Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο σύμφωνα με τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα που υιοθετεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά το Άρθρο 26, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Εφόσον η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει υιοθετήσει διεθνές ελεγκτικό πρότυπο που να καλύπτει το ίδιο αντικείμενο, εφαρμόζονται από τους νόμιμους ελεγκτές και νόμιμα ελεγκτικά γραφεία τα ελεγκτικά πρότυπα τα οποία εφάρμοζαν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), «διεθνή ελεγκτικά πρότυπα» σημαίνει τα Διεθνή Πρότυπα Ελέγχου (ΔΠΕ), το Διεθνές Πρότυπο Ελέγχου Ποιότητας 1 και άλλα σχετικά πρότυπα που έχουν εκδοθεί από τη Διεθνή Ομοσπονδία Λογιστών (IFAC) μέσω του Διεθνούς Συμβουλίου Προτύπων Ελέγχου και Διασφάλισης (IAASB), εφόσον έχουν συνάφεια με τον υποχρεωτικό έλεγχο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Κατά τον υποχρεωτικό έλεγχο των εταιρειών μικρού μεγέθους, η εφαρμογή των ελεγκτικών προτύπων που αναφέρονται στα εδάφια (1) και (2) είναι ανάλογη προς την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των εταιρειών αυτών. Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να λαμβάνει μέτρα ώστε να διασφαλίζει την αναλογική εφαρμογή των ελεγκτικών προτύπων στους υποχρεωτικούς ελέγχους των εταιρειών αυτών.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 Πρότυπα διασφάλισης για την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας 67Α.-(1) Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία διενεργούν τη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας σύμφωνα με τα πρότυπα διασφάλισης που υιοθετεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τη διαδικασία του Άρθρου 26α, παράγραφος 3 της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ, όπως έχει τροποποιηθεί από την Οδηγία 2022/2464/ΕΕ.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Εφόσον η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει υιοθετήσει συγκεκριμένο πρότυπο διασφάλισης που να καλύπτει το ίδιο αντικείμενο, η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να εφαρμόζει εθνικά πρότυπα, διαδικασίες ή απαιτήσεις διασφάλισης και σε τέτοια περίπτωση, η ΑΔΕΕλΕπ κοινοποιεί στην Επιτροπή τα εθνικά πρότυπα, διαδικασίες ή απαιτήσεις διασφάλισης τουλάχιστον τρεις (3) μήνες πριν από την έναρξη της ισχύος τους.</div>\n<p class=\"lf-p\">160(I)/2025 Υποχρεωτικοί έλεγχοι ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-68\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 68</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">68.-(1) Κάθε ελεγκτής ομίλου, κατά τον υποχρεωτικό έλεγχο των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων ομίλου επιχειρήσεων - (α) Φέρει, αναφορικά με τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, την πλήρη ευθύνη για την έκθεση ελέγχου που αναφέρεται άρθρο 69 του παρόντος Νόμου και, κατά περίπτωση, στο Άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 και, ενδεχομένως, για την πρόσθετη έκθεση προς την επιτροπή ελέγχου σύμφωνα με το Άρθρο 11 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014∙ (β) οφείλει να αξιολογήσει τον έλεγχο που διενήργησαν τυχόν ελεγκτές τρίτης χώρας ή νόμιμοι ελεγκτές και ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας ή νόμιμα ελεγκτικά γραφεία για τους σκοπούς του ελέγχου του ομίλου και καταγράφει το είδος, τη χρονική στιγμή και την έκταση της εργασίας που επιτέλεσαν οι εν λόγω ελεγκτές, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της ανασκόπησης από τον ελεγκτή του ομίλου σχετικών τμημάτων των αποδεικτικών εγγράφων του ελέγχου που διενήργησαν οι εν λόγω ελεγκτές˙ (γ) οφείλει να προβαίνει σε ανασκόπηση του ελεγκτικού έργου που επιτέλεσαν ελεγκτές τρίτης χώρας ή νόμιμοι ελεγκτές και ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας ή νόμιμα ελεγκτικά γραφεία για τους σκοπούς του ελέγχου του ομίλου και καταγράφει την ανασκόπηση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο ελεγκτής ομίλου διατηρεί όλα τα αποδεικτικά έγγραφα για σκοπούς ανασκόπησης του έργου του από την ΑΔΕΕλΕπ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Για τους σκοπούς της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1), ο ελεγκτής του ομίλου ζητεί τη συμφωνία των ενδιαφερομένων νόμιμων ελεγκτών, των ελεγκτών τρίτης χώρας, των ελεγκτικών οντοτήτων τρίτης χώρας ή των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων, για τη διαβίβαση των σχετικών αποδεικτικών εγγράφων κατά τη διενέργεια του ελέγχου των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, ως προϋπόθεση για να μπορεί ο ελεγκτής του ομίλου να βασίζεται στην εργασία των εν λόγω νόμιμων ελεγκτών, των ελεγκτών τρίτης χώρας, των ελεγκτικών οντοτήτων τρίτης χώρας ή νόμιμων ελεγκτικών γραφείων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Όταν ο ελεγκτής του ομίλου δεν είναι σε θέση να συμμορφωθεί με την παράγραφο (γ) του εδαφίου (1), λαμβάνει κατάλληλα μέτρα και ενημερώνει την ΑΔΕΕλΕπ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Τα αναφερόμενα στο εδάφιο (4) μέτρα κατά περίπτωση περιλαμβάνουν τη διενέργεια συμπληρωματικού υποχρεωτικού ελέγχου στη συναφή θυγατρική εταιρεία, είτε άμεσα είτε με ανάθεση των εν λόγω εργασιών σε τρίτους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Στην περίπτωση που ο ελεγκτής του ομίλου υπόκειται σε επιθεώρηση διασφάλισης της ποιότητας ή σε έρευνα σχετικά με τον υποχρεωτικό έλεγχο των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων ενός ομίλου επιχειρήσεων, ο ελεγκτής του ομίλου, εφόσον του ζητηθεί, καθιστά διαθέσιμη στην αρμόδια αρχή τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα που διατηρεί όσον αφορά το ελεγκτικό έργο που έχουν εκτελέσει οι αντίστοιχοι νόμιμοι ελεγκτές, ελεγκτές τρίτης χώρας, νόμιμα ελεγκτικά γραφεία ή ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας για τον σκοπό του ελέγχου του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε εγγράφων εργασίας που αφορούν τον έλεγχο του ομίλου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να ζητήσει την υποβολή συμπληρωματικών αποδεικτικών εγγράφων του ελεγκτικού έργου που επιτελείται από τυχόν νόμιμους ελεγκτές ή νόμιμα ελεγκτικά γραφεία για τον σκοπό του ελέγχου του ομίλου από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 28.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Εάν μητρική ή θυγατρική εταιρεία ομίλου επιχειρήσεων ελέγχεται από ελεγκτή τρίτης χώρας ή ελεγκτική οντότητα, η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να ζητεί συμπληρωματικά αποδεικτικά έγγραφα της ελεγκτικής εργασίας που διενεργήθηκε από τυχόν ελεγκτή τρίτης χώρας ή ελεγκτική οντότητα τρίτης χώρας, από τις σχετικές αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών μέσω των συμφωνιών συνεργασίας που αναφέρονται στο άρθρο 29.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Κατά παρέκκλιση από το εδάφιο (8), εάν μητρική ή θυγατρική εταιρεία ομίλου επιχειρήσεων ελέγχεται από ελεγκτή τρίτης χώρας ή ελεγκτική οντότητα τρίτης χώρας που δεν έχουν συνάψει συμφωνία συνεργασίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 29, ο ελεγκτής του ομίλου είναι υπεύθυνος να διασφαλίσει, εφόσον του ζητηθεί, την κατάλληλη παράδοση των αποδεικτικών εγγράφων της ελεγκτικής εργασίας που επιτελέστηκε από αυτό τον ελεγκτή τρίτης χώρας ή την ελεγκτική οντότητα τρίτης χώρας, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων εργασίας που είναι απαραίτητα για τον έλεγχο του ομίλου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Για να διασφαλίσει την παράδοση που αναφέρεται στο εδάφιο (9), ο ελεγκτής του ομίλου διατηρεί αντίγραφα αυτών των αποδεικτικών εγγράφων ή, εναλλακτικά, συμφωνεί με τους ελεγκτές τρίτης χώρας ή τις ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας ότι πρόκειται να έχει επιτρεπόμενη και απεριόριστη πρόσβαση στα έγγραφα αυτά κατόπιν αιτήσεως, ή λαμβάνει οποιοδήποτε άλλο ενδεδειγμένο μέτρο. Στην περίπτωση που τα φύλλα εργασίας του ελέγχου δεν μπορούν να διαβιβασθούν, για νομικούς ή άλλους λόγους, από μια τρίτη χώρα στον ελεγκτή του ομίλου, τα αποδεικτικά έγγραφα που διατηρεί ο ελεγκτής του ομίλου περιλαμβάνουν απόδειξη ότι αυτός προέβη σε κατάλληλες ενέργειες προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση στα αποδεικτικά έγγραφα του ελέγχου και, σε περίπτωση εμποδίων πέραν των νομικών βάσει της νομοθεσίας της εν λόγω τρίτης χώρας, αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη αυτών των εμποδίων.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 160(I)/2025 Διασφάλιση της ενοποιημένης υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας 68Α.-(1) Κάθε ελεγκτής ομίλου, σε περίπτωση δεσμεύσεων παροχής διασφάλισης της ενοποιημένης υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας ενός ομίλου επιχειρήσεων- (α) όσον αφορά την ενοποιημένη υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας, φέρει την πλήρη ευθύνη για την έκθεση διασφάλισης για την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας που αναφέρεται στο άρθρο 69Α· (β) αξιολογεί το έργο διασφάλισης που επιτέλεσε τυχόν ανεξάρτητος πάροχος υπηρεσιών διασφάλισης, ελεγκτής ή νόμιμος ελεγκτής τρίτης χώρας, ελεγκτική οντότητα ή ελεγκτικό γραφείο τρίτης χώρας, για τους σκοπούς της διασφάλισης της ενοποιημένης υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας και καταγράφει το είδος, τη χρονική στιγμή και την έκταση του έργου που επιτέλεσαν οι εν λόγω ελεγκτές, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της ανασκόπησης από τον ελεγκτή του ομίλου σχετικών τμημάτων των εγγράφων της διασφάλισης των εν λόγω ελεγκτών· και (γ) προβαίνει σε ανασκόπηση του έργου διασφάλισης που επιτέλεσε ανεξάρτητος πάροχος υπηρεσιών διασφάλισης, ελεγκτής ή νόμιμος ελεγκτής, νόμιμοι ελεγκτές τρίτης χώρας, ελεγκτική οντότητα ή ελεγκτικό γραφείο τρίτης χώρας για τους σκοπούς της διασφάλισης της ενοποιημένης υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας του ομίλου και καταγράφει το εν λόγω έργο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο ελεγκτής ομίλου διατηρεί όλα τα αποδεικτικά έγγραφα για σκοπούς ανασκόπησης του έργου του από την ΑΔΕΕλΕπ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Για τους σκοπούς της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1), ο ελεγκτής του ομίλου ζητεί τη συμφωνία του ανεξάρτητου παρόχου υπηρεσιών διασφάλισης, του ελεγκτή ή του νόμιμου ελεγκτή τρίτης χώρας, της ελεγκτικής οντότητας ή του ελεγκτικού γραφείου τρίτης χώρας για τη διαβίβαση των σχετικών αποδεικτικών εγγράφων κατά την εκτέλεση της δέσμευσης παροχής διασφάλισης της ενοποιημένης υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, ως προϋπόθεση για να δύναται ο ελεγκτής του ομίλου να βασίζεται στο έργο του εν λόγω ανεξάρτητου παρόχου υπηρεσιών διασφάλισης, ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτή τρίτης χώρας, ελεγκτικής οντότητας ή ελεγκτικού γραφείου τρίτης χώρας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία ο ελεγκτής του ομίλου δεν είναι σε θέση να συμμορφωθεί με την παράγραφο (γ) του εδαφίου (1), λαμβάνει κατάλληλα μέτρα και ενημερώνει την ΑΔΕΕλΕπ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Τα αναφερόμενα στο εδάφιο (4) μέτρα, κατά περίπτωση, περιλαμβάνουν την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών διασφάλισης στη συναφή θυγατρική, είτε άμεσα είτε με ανάθεση των εν λόγω εργασιών σε τρίτους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία ο ελεγκτής ομίλου υπόκειται σε επιθεώρηση διασφάλισης της ποιότητας ή σε έρευνα σχετικά με τη διασφάλιση της ενοποιημένης υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας ενός ομίλου επιχειρήσεων, ο ελεγκτής του ομίλου, εφόσον του ζητηθεί, καθιστά διαθέσιμα στην ΑΔΕΕλΕπ τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα που διατηρεί όσον αφορά το έργο διασφάλισης που έχει επιτελέσει ο αντίστοιχος ελεγκτής ή νόμιμος ελεγκτής τρίτης χώρας, ελεγκτική οντότητα ή ελεγκτικό γραφείο τρίτης χώρας για τον σκοπό της διασφάλισης της ενοποιημένης υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, συμπερι-λαμβανομένων οποιωνδήποτε εγγράφων εργασίας αφορούν τη διασφάλιση της ενοποιημένης υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να ζητήσει πρόσθετα αποδεικτικά έγγραφα σχετικά με το έργο διασφάλισης που επιτέλεσε τυχόν νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο για τον σκοπό της διασφάλισης της ενοποιημένης υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας από τις σχετικές αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 28.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία η διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας μητρικής επιχείρησης ή θυγατρικής επιχείρησης ομίλου επιχειρήσεων επιτελείται από ελεγκτή ή ελεγκτική οντότητα τρίτης χώρας, η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, μέσω συμφωνιών συνεργασίας, πρόσθετα αποδεικτικά έγγραφα για το έργο διασφάλισης που επιτέλεσε οιοσδήποτε ελεγκτής τρίτης χώρας ή ελεγκτική οντότητα τρίτης χώρας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις των εδαφίων (6), (7) και (8), σε περίπτωση κατά την οποία η διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας μητρικής επιχείρησης ή θυγατρικής επιχείρησης ομίλου επιχειρήσεων επιτελείται από ελεγκτή ή ελεγκτική οντότητα τρίτης χώρας που δεν έχει συνάψει συμφωνίες συνεργασίας, ο ελεγκτής του ομίλου είναι επίσης υπεύθυνος, εφόσον του ζητηθεί, να διασφαλίσει την ορθή παράδοση των πρόσθετων αποδεικτικών εγγράφων σχετικά με το έργο διασφάλισης που επιτέλεσε ο ελεγκτής ή ελεγκτική οντότητα τρίτης χώρας, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων εργασίας που αφορούν τη διασφάλιση της ενοποιημένης υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>(α) Ο ελεγκτής του ομίλου, για να διασφαλίσει την παράδοση που αναφέρεται στο εδάφιο (9), διατηρεί αντίγραφα των αποδεικτικών εγγράφων ή, εναλλακτικά, συμφωνεί με τον ελεγκτή ή την ελεγκτική οντότητα τρίτης χώρας ότι πρέπει να έχει απεριόριστη πρόσβαση στα έγγραφα αυτά κατόπιν αιτήσεως, ή λαμβάνει οποιοδήποτε άλλο ενδεδειγμένο μέτρο. (β) Σε περίπτωση κατά την οποία τα έγγραφα εργασίας της διασφάλισης δεν δύναται να διαβιβαστούν, για νομικούς ή άλλους λόγους, από μια τρίτη χώρα στον ελεγκτή του ομίλου, τα αποδεικτικά έγγραφα που διατηρεί ο ελεγκτής του ομίλου περιλαμβάνουν απόδειξη ότι αυτός προέβη σε κατάλληλες ενέργειες προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση στα αποδεικτικά έγγραφα της διασφάλισης και, σε περίπτωση κωλυμάτων πέραν των νομικών κωλυμάτων που ανακύπτουν από τη νομοθεσία της εν λόγω τρίτης χώρας, αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη αυτών των κωλυμάτων.</div>\n<p class=\"lf-p\">160(I)/2025 Έκθεση ελέγχου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-69\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 69</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">69.-(1) Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία παρουσιάζουν τα αποτελέσματα του υποχρεωτικού ελέγχου σε έκθεση ελέγχου απευθυνόμενη στην ελεγχόμενη οντότητα. Η έκθεση καταρτίζεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις των ελεγκτικών προτύπων που αναφέρονται στο εδάφιο (1) ή (2) του άρθρου 67.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η έκθεση ελέγχου που αναφέρεται στο εδάφιο (1) καταρτίζεται γραπτώς και σε αυτήν - (α) (i) Προσδιορίζεται η οντότητα της οποίας οι ετήσιες ή ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις αποτελούν το αντικείμενο του υποχρεωτικού ελέγχου, και (ii) προσδιορίζονται οι ετήσιες ή ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και η ημερομηνία και η περίοδος που καλύπτουν, και (iii) προσδιορίζεται το πλαίσιο χρηματοοικονομικής πληροφόρησης που εφαρμόσθηκε κατά την κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων∙ (β) περιλαμβάνεται περιγραφή του εύρους του υποχρεωτικού ελέγχου, με αναφορά τουλάχιστον των ελεγκτικών προτύπων βάσει των οποίων διενεργήθηκε ο υποχρεωτικός έλεγχος· (γ) περιλαμβάνεται ελεγκτική γνώμη, η οποία διατυπώνεται ως γνώμη χωρίς επιφύλαξη, γνώμη υπό επιφύλαξη ή αντίθετη γνώμη, και στην οποία οι νόμιμοι ελεγκτές ή τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία διατυπώνουν με σαφήνεια τη γνώμη τους - (i) για το κατά πόσον οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις παρέχουν αληθινή και δίκαια εικόνα σύμφωνα με το αντίστοιχο πλαίσιο χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, και (ii) κατά περίπτωση, εάν οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις συνάδουν με τις νομικές απαιτήσεις:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, εάν οι νόμιμοι ελεγκτές ή τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία αδυνατούν να εκφέρουν ελεγκτική γνώμη, στην έκθεση ελέγχου περιλαμβάνεται άρνηση γνώμης· (δ) αναφέρονται οποιαδήποτε άλλα ζητήματα στα οποία οι νόμιμοι ελεγκτές ή τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία εφιστούν την προσοχή υπογραμμίζοντάς τα χωρίς να διατυπώνουν γνώμη υπό επιφύλαξη˙ (ε) περιλαμβάνεται γνώμη και δήλωση, αμφότερες των οποίων βασίζονται στο έργο το οποίο επιτελέσθηκε κατά τη διάρκεια του ελέγχου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 152Α του περί Εταιρειών Νόμου· (στ) περιλαμβάνεται δήλωση για οποιαδήποτε ουσιώδη αβεβαιότητα όσον αφορά γεγονότα ή συνθήκες τα οποία ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντικές αμφιβολίες σχετικά με την ικανότητα της οντότητας να συνεχίσει τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες˙ (ζ) αναφέρεται η έδρα των νόμιμων ελεγκτών ή των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όταν ο υποχρεωτικός έλεγχος διενεργήθηκε από περισσότερους/α του ενός νόμιμους ελεγκτές ή νόμιμα ελεγκτικά γραφεία, οι νόμιμοι ελεγκτές ή τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία συμφωνούν ως προς τα αποτελέσματα του υποχρεωτικού ελέγχου και υποβάλλουν κοινή έκθεση και γνώμη. Σε περίπτωση διαφωνίας, κάθε νόμιμος ελεγκτής ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο υποβάλλει τη γνώμη του σε χωριστή παράγραφο της έκθεσης ελέγχου και αιτιολογεί τη διαφωνία του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η έκθεση ελέγχου φέρει ημερομηνία και την υπογραφή του νόμιμου ελεγκτή. Εάν ο υποχρεωτικός έλεγχος διενεργείται από νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, η έκθεση ελέγχου φέρει την υπογραφή τουλάχιστον των νόμιμων ελεγκτών που διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο για λογαριασμό του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου. Όταν περισσότεροι/α του ενός νόμιμοι ελεγκτές ή νόμιμα ελεγκτικά γραφεία έχουν προσληφθεί ταυτοχρόνως, η έκθεση ελέγχου υπογράφεται από όλους τους νόμιμους ελεγκτές ή τουλάχιστον τους νόμιμους ελεγκτές που διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο εκ μέρους κάθε ελεγκτικού γραφείου. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, και αφού υποβληθεί από τον νόμιμο ελεγκτή/νόμιμους ελεγκτές σχετικό αίτημα, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΔΕΕλΕπ εγκρίνει τη μη γνωστοποίηση στο κοινό της υπογραφής ή των υπογραφών αυτών, εφόσον η γνωστοποίηση αυτή μπορεί να προκαλέσει άμεση και σημαντική απειλή για την προσωπική ασφάλεια οποιουδήποτε προσώπου∙ το προαναφερόμενο αίτημα γνωστοποιεί στην ΑΔΕΕλΕπ τα ονόματα των συμμετεχόντων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η έκθεση του νόμιμου ελεγκτή ή του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου για τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις των εδαφίων (1) έως (4). Κατά τη διατύπωση γνώμης σχετικά με την αντιστοιχία της έκθεσης διαχείρισης με τις οικονομικές καταστάσεις, σύμφωνα με την παράγραφο (ε) του εδαφίου (2), ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο εξετάζει τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και την ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης. Σε περίπτωση που οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της μητρικής επιχείρησης επισυνάπτονται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, οι εκθέσεις των νόμιμων ελεγκτών ή των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων που απαιτούνται βάσει του παρόντος άρθρου μπορούν να συνδυάζονται μεταξύ τους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Η έκθεση των νόμιμων ελεγκτών διαβάζεται ενώπιον της ελεγχόμενης οντότητας σε γενική συνέλευση, εκτός εάν συμφωνηθεί διαφορετικά από τη γενική συνέλευση, και η έκθεση είναι ανοικτή για επιθεώρηση από οποιοδήποτε μέλος.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 160(I)/2025 Έκθεση διασφάλισης σχετικά με την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας 69Α.-(1)(α) Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο παρουσιάζει τα αποτελέσματα της διασφάλισης της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας σε έκθεση διασφάλισης σχετικά με την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας. (β) Η προβλεπόμενη στην παράγραφο (α) έκθεση συντάσσεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις των προτύπων διασφάλισης που αναφέρονται στα εδάφια (1) ή (2) του άρθρου 67.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η έκθεση διασφάλισης σχετικά με την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας συντάσσεται γραπτώς και- (α) προσδιορίζει την οντότητα της οποίας η ετήσια ή ενοποιημένη υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας αποτελεί αντικείμενο της δέσμευσης παροχής διασφάλισης, την ετήσια ή την ενοποιημένη υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας και την ημερομηνία και την περίοδο που καλύπτει, καθώς και το πλαίσιο υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας που εφαρμόστηκε κατά την κατάρτισή της· (β) περιλαμβάνει περιγραφή του πεδίου εφαρμογής της διασφάλισης της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, με αναφορά τουλάχιστον των προτύπων διασφάλισης βάσει των οποίων διενεργήθηκε η διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας· (γ) περιλαμβάνει τη γνώμη που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (ii) της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 152Α του περί Εταιρειών Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία η διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας διενεργήθηκε από περισσότερους του ενός νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία, ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο συμφωνεί ως προς τα αποτελέσματα του έργου της διασφάλισης της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας και υποβάλλει κοινή έκθεση και γνώμη και, σε περίπτωση διαφωνίας, κάθε νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο υποβάλλει τη γνώμη του σε χωριστή παράγραφο της έκθεσης διασφάλισης σχετικά με την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας και αιτιολογεί τη διαφωνία του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>(α) Η έκθεση διασφάλισης σχετικά με την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας φέρει ημερομηνία και την υπογραφή του νόμιμου ελεγκτή που διενεργεί τη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας. (β) Σε περίπτωση κατά την οποία η διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας διενεργείται από ελεγκτικό γραφείο, η έκθεση διασφάλισης σχετικά με την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας φέρει την υπογραφή τουλάχιστον του νόμιμου ελεγκτή που διενεργεί τη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας για λογαριασμό του ελεγκτικού γραφείου. (γ) Σε περίπτωση κατά την οποια περισσότεροι του ενός νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου έχουν προσληφθεί ταυτοχρόνως, η έκθεση διασφάλισης σχετικά με την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας υπογράφεται από όλους τους νόμιμους ελεγκτές ή τουλάχιστον από τους νόμιμους ελεγκτές που διενεργούν τη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας για λογαριασμό κάθε ελεγκτικού γραφείου. (δ) Σε εξαιρετικές περιστάσεις και αφού υποβληθεί από τον νόμιμο ελεγκτή/νόμιμους ελεγκτές σχετικό αίτημα, η ΑΔΕΕλΕπ διά του Διοικητικού Συμβουλίου εγκρίνει τη μη γνωστοποίηση στο κοινό της υπογραφής ή των υπογραφών αυτών, εφόσον η γνωστοποίηση αυτή δύναται να προκαλέσει άμεση και σημαντική απειλή για την προσωπική ασφάλεια οποιουδήποτε προσώπου. (ε) Σε κάθε περίπτωση τα ονόματα των συμμετεχόντων γνωστοποιούνται στην ΑΔΕΕλΕπ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος νόμιμος ελεγκτής διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων και τη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, υποχρεούται στην υποβολή δύο ξεχωριστών εκθέσεων και δεν είναι δυνατή η συμπερίληψη της έκθεσης διασφάλισης για την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας στην έκθεση ελέγχου των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Η έκθεση του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου για την ενοποιημένη υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις των εδαφίων (1) έως (5).</div>\n<p class=\"lf-p\">160(I)/2025</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ XII ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Συστήματα διασφάλισης ποιότητας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-70\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 70</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">70.-(1) Όλοι οι νόμιμοι ελεγκτές και όλα τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία της Δημοκρατίας υπόκεινται σε σύστημα επιθεώρησης διασφάλισης της ποιότητας του ελέγχου που πληροί τουλάχιστο τα ακόλουθα κριτήρια - (α) Είναι οργανωμένο ώστε να είναι ανεξάρτητο από τους επιθεωρούμενους νόμιμους ελεγκτές και νόμιμα ελεγκτικά γραφεία και υπόκειται σε δημόσια εποπτεία˙ (β) η χρηματοδότησή του είναι εξασφαλισμένη και δεν δύναται να επηρεαστεί με αθέμιτο τρόπο από νόμιμους ελεγκτές ή νόμιμα ελεγκτικά γραφεία· (γ) διαθέτει επαρκείς πόρους· (δ) τα πρόσωπα που είναι επιφορτισμένα με τις επιθεωρήσεις διασφάλισης της ποιότητας έχουν κατάλληλη επαγγελματική εκπαίδευση και σχετική πείρα στον τομέα του υποχρεωτικού ελέγχου και της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης και, κατά περίπτωση, στους τομείς της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας και της διασφάλισης της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας ή άλλων υπηρεσιών που αφορούν τη βιωσιμότητα, σε συνδυασμό με ειδική κατάρτιση στον τομέα της επιθεώρησης διασφάλισης της ποιότητας· (ε) έχει εφαρμοστεί, για την επιλογή των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί συγκεκριμένη αποστολή επιθεώρησης διασφάλισης ποιότητας του ελέγχου, αντικειμενική διαδικασία που να αποβλέπει στην αποφυγή κάθε σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ των προσώπων αυτών και του επιθεωρούμενου νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου· (στ) η επιθεώρηση διασφάλισης της ποιότητας, βασιζόμενη σε κατάλληλη δοκιμασία επιλεγμένων φακέλων ελέγχου και κατά περίπτωση, φακέλων διασφάλισης, περιλαμβάνει εκτίμηση της συμμόρφωσης με τα εφαρμοστέα πρότυπα ελέγχου και τις απαιτήσεις ανεξαρτησίας και κατά περίπτωση, με τα πρότυπα διασφάλισης, καθώς και εκτίμηση της ποσότητας και της ποιότητας των δαπανηθέντων πόρων, των αμοιβών ελέγχου και των αμοιβών που χρεώθηκαν για τη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, καθώς και του εσωτερικού συστήματος διασφάλισης ποιότητας του ελεγκτικού γραφείου· (ζ) για την επιθεώρηση διασφάλισης ποιότητας του ελέγχου συντάσσεται έκθεση με τα κυριότερα ευρήματα, συμπεράσματα και συστάσεις της επιθεώρησης διασφάλισης ποιότητας˙ (η) οι επιθεωρήσεις διασφάλισης της ποιότητας λαμβάνουν χώρα βάσει ανάλυσης του κινδύνου και στην περίπτωση νόμιμων ελεγκτών και ελεγκτικών γραφείων που διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους και κατά περίπτωση, διενεργούν τη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, τουλάχιστον ανά έξι (6) έτη· (θ) ο νόμιμος ελεγκτής και το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο εντός εύλογου χρονικού διαστήματος υλοποιεί τις συστάσεις που διατυπώνονται κατά την επιθεώρηση διασφάλισης ποιότητας του ελέγχου˙</p>\n<p class=\"lf-p\">(ι) οι επιθεωρήσεις διασφάλισης της ποιότητας είναι ενδεδειγμένες και αναλογικές σε σχέση με την κλίμακα και τον πολύπλοκο χαρακτήρα της διάστασης της δραστηριότητας του επιθεωρούμενου νόμιμου ελεγκτικού γραφείου ή του νόμιμου ελεγκτή˙ (ια) τα συνολικά αποτελέσματα των επιθεωρήσεων του συστήματος διασφάλισης ποιότητας του ελέγχου δημοσιεύονται στην ετήσια έκθεση˙</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η επιθεώρηση διασφάλισης ποιότητας του ελέγχου των νόμιμων ελεγκτών και των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων που δεν διενεργούν υποχρεωτικό έλεγχο σε οντότητες δημοσίου συμφέροντος, λαμβάνει χώρα βάσει αναλύσεως κινδύνου τουλάχιστο ανά έξι (6) έτη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Εάν δεν εφαρμοστούν οι συστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (θ) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο υπόκεινται, εφόσον ενδείκνυται, σε πειθαρχικά μέτρα ή κυρώσεις κατά το Μέρος XVI.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Για τους σκοπούς της παραγράφου (ι) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, λαμβάνεται υπόψη κατά τις επιθεωρήσεις διασφάλισης της ποιότητας των υποχρεωτικών ελέγχων των ετήσιων ή ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, το γεγονός ότι τα ελεγκτικά πρότυπα που αναφέρονται στο άρθρο 67 είναι σχεδιασμένα ώστε να εφαρμόζονται κατά τρόπο αναλογικό προς την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εργασιών της ελεγχόμενης οντότητας.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 160(I)/2025</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ XIII ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΟΝΤΟΤΗΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Αμοιβές ελέγχου για τη διενέργεια υποχρεωτικού ελέγχου σε οντότητες δημοσίου συμφέροντος</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-71\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 71</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">71.</span>Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΔΕΕλΕπ, δύναται, κατόπιν αίτησης νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, κατ’ εξαίρεση, να επιτρέπει σε αυτόν το νόμιμο ελεγκτή ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο να απαλλάσσεται από τις απαιτήσεις του Άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 όσον αφορά την ελεγχόμενη οντότητα, για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο οικονομικά έτη.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 Παροχή μη ελεγκτικών υπηρεσιών από νόμιμο ελεγκτή ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο που διενεργεί υποχρεωτικό έλεγχο σε οντότητα δημοσίου συμφέροντος</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-72\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 72</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">72.</span>Κατά παρέκκλιση του Άρθρου 5, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, επιτρέπεται η παροχή των υπηρεσιών που αναφέρονται στο Άρθρο 5, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο α) σημείο i) και σημεία iv) έως vii) και στοιχείο στ) αυτού του Κανονισμού, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Δεν έχουν άμεση επίπτωση ή έχουν επουσιώδη επίπτωση, ξεχωριστά ή συνολικά στις ελεγχόμενες οικονομικές καταστάσεις˙ (β) η εκτίμηση της επίπτωσης στις ελεγχόμενες οικονομικές καταστάσεις τεκμηριώνεται και εξηγείται λεπτομερώς στην επιπρόσθετη έκθεση προς την επιτροπή ελέγχου που αναφέρεται στο Άρθρο 11 αυτού του Κανονισμού˙ (γ) οι αρχές της ανεξαρτησίας όπως αυτές αναφέρονται στο Μέρος Χ του παρόντος Νόμου, τηρούνται από τον νόμιμο ελεγκτή ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 Αναφορά στην ΑΔΕΕλΕπ θεμάτων που αφορούν οντότητες δημοσίου συμφέροντος</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-73\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 73</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">73.</span>Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες, έναντι αυτών που αναφέρονται στο Άρθρο 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, από τον νόμιμο ελεγκτή ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, εφόσον είναι αναγκαίο για την αποτελεσματική εποπτεία της χρηματοοικονομικής αγοράς.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 Τήρηση αρχείων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-74\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 74</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">74.</span>Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να απαιτεί από τους νόμιμους ελεγκτές και τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία να τηρούν τα έγγραφα και τις πληροφορίες, που αναφέρονται στο Άρθρο 15, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σύμφωνα με τους κανόνες για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τις αντίστοιχες διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 Διάρκεια της ελεγκτικής εργασίας σε οντότητα δημοσίου συμφέροντος</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-75\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 75</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">75.-(1) Κατά παρέκκλιση από το Άρθρο 17, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 537/2014, η μέγιστη διάρκεια που αναφέρεται στο Άρθρο 17, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, αυτού του Κανονισμού μπορεί να παραταθεί μέχρι μέγιστη διάρκεια - (α) Είκοσι ετών, στην περίπτωση διενέργειας δημόσιας διαδικασίας υποβολής προσφορών για τον υποχρεωτικό έλεγχο σύμφωνα με το Άρθρο 16, παράγραφοι 2 έως 5, αυτού του Κανονισμού και αρχίζει να ισχύει με τη λήξη της μέγιστης διάρκειας που αναφέρεται στο Άρθρο 17, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, αυτού του Κανονισμού˙ ή (β) είκοσι τεσσάρων ετών, όταν, μετά τη λήξη της μέγιστης διάρκειας που αναφέρεται στο Άρθρο 17, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, αυτού του Κανονισμού, χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα περισσότεροι του ενός νόμιμοι ελεγκτές ή νόμιμα ελεγκτικά γραφεία, υπό τον όρο ότι ο υποχρεωτικός έλεγχος καταλήγει στην υποβολή της κοινής έκθεσης ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 69 του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το εδάφιο (1) εφαρμόζεται τηρουμένου του Άρθρου 17, παράγραφος 5, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 27Η του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, στην περίπτωση που η οντότητα δημοσίου συμφέροντος είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δεν εγκρίνει- (α) Το διορισμό εγκεκριμένου ελεγκτή για σκοπούς διενέργειας των υποχρεωτικών ελέγχων στο αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα για διάρκεια ελεγκτικής εργασίας που υπερβαίνει τα εννέα συναπτά (9) έτη και (β) τον επαναδιορισμό του προσώπου αυτού για τους ίδιους σκοπούς στην ίδια οντότητα, προτού παρέλθουν τουλάχιστον τέσσερα (4) έτη από την τελευταία ημερομηνία κατά την οποία αυτό ασκούσε ελεγκτική εργασία στο εν λόγω αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 160(I)/2025 ΜΕΡΟΣ ΧΙV ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΥΣΗ ΝΟΜΙΜΟΥ ΕΛΕΓΚΤΗ Ή ΝΟΜΙΜΟΥ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ Διορισμός του νόμιμου ελεγκτή ή του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-76\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 76</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">76.-(1) Ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο διορίζονται για τους σκοπούς του υποχρεωτικού ελέγχου και της διασφάλισης της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας- (α) Από τη γενική συνέλευση των μετόχων ή μελών της ελεγχόμενης οντότητας, ή (β) σε περίπτωση που η ελεγχόμενη οντότητα είναι συνεταιρισμός, από την πλειοψηφία των ομόρρυθμων συνεταίρων, ή (γ) σε περίπτωση που η ελεγχόμενη οντότητα είναι οντότητα που δε διαθέτει μετόχους ή μέλη, από την πλειοψηφία των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή τέτοιου άλλου οργάνου, όπως προβλέπεται στο νόμο που διέπει τη σύσταση της ελεγχόμενης οντότητας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κανένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται ακολούθως δεν δύναται να διοριστεί ως νόμιμος ελεγκτής: (α) Αξιωματούχος, μέτοχος ή υπάλληλος της ελεγχόμενης οντότητας˙ (β) πρόσωπο το οποίο υπήρξε αξιωματούχος ή υπάλληλος της ελεγχόμενης οντότητας κατά τη διάρκεια περιόδου σε σχέση με την οποία οι οικονομικές καταστάσεις της εν λόγω οντότητας θα ετύγχαναν ελέγχου από το εν λόγω πρόσωπο, εάν διοριζόταν ως ελεγκτής της ελεγχόμενης οντότητας˙ (γ) γονέας, σύζυγος, αδελφός, αδελφή ή τέκνο αξιωματούχου της ελεγχόμενης οντότητας˙ (δ) συνέταιρος ή εργοδοτούμενος αξιωματούχου ή υπαλλήλου της ελεγχόμενης οντότητας˙ (ε) πρόσωπο το οποίο δεν δύναται δυνάμει του παρόντος εδαφίου να διοριστεί ως ελεγκτής θυγατρικής ή μητρικής επιχείρησης της ελεγχόμενης οντότητας ή θυγατρικής της μητρικής επιχείρησης της εν λόγω οντότητας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Απαγορεύεται οποιαδήποτε συμβατική ρήτρα η οποία περιορίζει την επιλογή από τη γενική συνέλευση των μετόχων ή μελών της ελεγχόμενης οντότητας, σύμφωνα με το εδάφιο (1) σε ορισμένες κατηγορίες ή καταλόγους νόμιμων ελεγκτών ή νόμιμων ελεγκτικών γραφείων σε σχέση με το διορισμό ή τον περιορισμό της επιλογής συγκεκριμένου νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου για τη διεξαγωγή του υποχρεωτικού ελέγχου της εν λόγω οντότητας και, κατά περίπτωση, της διασφάλισης της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας της εν λόγω οντότητας. Οποιεσδήποτε υφιστάμενες ρήτρες ως ανωτέρω είναι άκυρες. (3Α) Οι μέτοχοι ή τα μέλη των μεγάλων επιχειρήσεων που υπόκεινται στις διατάξεις των άρθρων 151Α και 151Β του περί Εταιρειών Νόμου, με εξαίρεση τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του ορισμού του όρου “οντότητες δημόσιου συμφέροντος” σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 2 του παρόντος Νόμου, και αντιπροσωπεύουν πάνω από το πέντε τοις εκατό (5%) των δικαιωμάτων ψήφου ή το πέντε τοις εκατό (5%) του κεφαλαίου της επιχείρησης, ενεργώντας μεμονωμένα ή συλλογικά, έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν σχέδιο ψηφίσματος προς έγκριση από τη γενική συνέλευση των μετόχων ή των μελών, απαιτώντας από διαπιστευμένο τρίτο μέρος που δεν ανήκει στο ίδιο ελεγκτικό γραφείο ή δίκτυο με τον νόμιμο ελεγκτή ή το ελεγκτικό γραφείο που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο, να συντάσσει έκθεση σχετικά με ορισμένα στοιχεία της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας και η έκθεση αυτή να τίθεται στη διάθεση της γενικής συνέλευσης των μετόχων ή των μελών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Το παρόν άρθρο πρέπει να διαβάζεται μαζί με το άρθρο 153 του περί Εταιρειών Νόμου ως διορθώθηκε.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 160(I)/2025 Παύση και παραίτηση του νόμιμου ελεγκτή και του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-77\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 77</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">77.-(1)(α) Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία δύναται να παυθούν από το υπεύθυνο για τον διορισμό τους όργανο μόνο για βάσιμους λόγους. (β) Η διάσταση απόψεων σχετικά με λογιστικούς χειρισμούς, ελεγκτικές διαδικασίες ή, κατά περίπτωση, σχετικά με τις διαδικασίες υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας ή τις διαδικασίες διασφάλισης δεν αποτελεί βάσιμο λόγο παύσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Η ελεγχόμενη οντότητα και ο νόμιμος ελεγκτής και το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο οφείλουν να ενημερώνουν την ΑΔΕΕλΕπ σχετικά με την παύση ή την παραίτηση του νόμιμου ελεγκτή ή του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου κατά τη διάρκεια της θητείας τους και την αιτιολογούν δεόντως. (β) Η υποχρέωση ενημέρωσης ισχύει επίσης για τη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση υποχρεωτικού ελέγχου οντότητας δημόσιου συμφέροντος και για τη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, οποιοσδήποτε από τους ακόλουθους επιτρέπεται να καταθέσει αγωγή ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου για την απόλυση των νόμιμων ελεγκτών ή των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων, εφόσον υπάρχουν βάσιμοι προς τούτο λόγοι: (α) Οι μέτοχοι οι οποίοι αντιστοιχούν στο 5% τουλάχιστον των δικαιωμάτων ψήφου ή των μετοχών˙ (β) τα άλλα όργανα των ελεγχόμενων οντοτήτων κατά το κυπριακό δίκαιο˙ ή (γ) η ΑΔΕΕλΕπ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Το παρόν άρθρο πρέπει να διαβάζεται μαζί με το άρθρο 154 του περί Εταιρειών Νόμου ως διορθώθηκε.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 160(I)/2025</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ XV ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΛΕΓΧΟΥ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Επιτροπή ελέγχου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-78\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 78</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">78.-(1) Κάθε οντότητα δημόσιου συμφέροντος οφείλει να διαθέτει επιτροπή ελέγχου η οποία πρέπει να - (α) Αποτελεί είτε ανεξάρτητη επιτροπή είτε επιτροπή του διοικητικού ή του εποπτικού οργάνου της ελεγχόμενης οντότητας˙ και (β) αποτελείται από μη εκτελεστικά μέλη του διοικητικού οργάνου και/ή μέλη του εποπτικού οργάνου της ελεγχόμενης οντότητας ή/και μέλη διορισμένα από τη γενική συνέλευση των μετόχων της ελεγχόμενης οντότητας ή, στην περίπτωση οντοτήτων χωρίς μετόχους, από ισοδύναμο όργανο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τουλάχιστον ο πρόεδρος της επιτροπής ελέγχου πρέπει να διαθέτει επάρκεια γνώσεων στον τομέα της λογιστικής και/ ή του ελέγχου και, στο σύνολό τους, τα μέλη της πρέπει να διαθέτουν επάρκεια γνώσεων στον τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται η ελεγχόμενη οντότητα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Τα μέλη της επιτροπής ελέγχου πρέπει να είναι στην πλειονότητά τους ανεξάρτητα από την ελεγχόμενη οντότητα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο πρόεδρος της επιτροπής ελέγχου πρέπει να διορίζεται από τα μέλη της ή από το εποπτικό όργανο της ελεγχόμενης οντότητας και οφείλει να είναι ανεξάρτητος από την ελεγχόμενη οντότητα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Χωρίς επηρεασμό της ευθύνης των μελών του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου ή άλλων μελών που έχουν διορισθεί από τη γενική συνέλευση των μετόχων της ελεγχόμενης οντότητας, η επιτροπή ελέγχου, μεταξύ άλλων - (α) Ενημερώνει το διοικητικό ή το εποπτικό όργανο της ελεγχόμενης οντότητας για το αποτέλεσμα του υποχρεωτικού ελέγχου και, κατά περίπτωση, για το αποτέλεσμα της διασφάλισης της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας και επεξηγεί τον τρόπο με τον οποίο συνέβαλε ο υποχρεωτικός έλεγχος και η διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας στην ακεραιότητα της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης και της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας αντίστοιχα, καθώς και τον ρόλο της επιτροπής ελέγχου στην εν λόγω διαδικασία· (β) παρακολουθεί τη διαδικασία χρηματοοικονομικής πληροφόρησης και κατά περίπτωση, τη διαδικασία υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας ηλεκτρονικής υποβολής εκθέσεων όπως αναφέρεται στο άρθρο 151Γ του περί Εταιρειών Νόμου και της διαδικασίας που διενεργεί η επιχείρηση για τον προσδιορισμό των πληροφοριών που υποβάλλονται σύμφωνα με τα πρότυπα υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας που έχουν εγκριθεί δυνάμει του Άρθρου 29β της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ, και υποβάλλει συστάσεις ή προτάσεις για την εξασφάλιση της ακεραιότητάς τους· (γ) παρακολουθεί την αποτελεσματικότητα των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου διασφάλισης της ποιότητας και διαχείρισης κινδύνων της επιχείρησης και, κατά περίπτωση, του τμήματος εσωτερικού ελέγχου της όσον αφορά τη χρηματοοικονομική πληροφόρηση και, κατά περίπτωση, την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένης της οικείας διαδικασίας ηλεκτρονικής υποβολής εκθέσεων που αναφέρεται στο άρθρο 151Γ του περί Εταιρειών Νόμου, χωρίς να παραβιάζει την ανεξαρτησία της οντότητας αυτής· (δ) παρακολουθεί τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων και των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων και κατά περίπτωση, της διασφάλισης της ετήσιας και της ενοποιημένης υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας και ιδίως την απόδοσή της, λαμβάνοντας υπόψη οποιαδήποτε πορίσματα και συμπεράσματα της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το Άρθρο 26, παράγραφος 6 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014· (ε) ανασκοπεί και παρακολουθεί την ανεξαρτησία των νόμιμων ελεγκτών ή των ελεγκτικών γραφείων σύμφωνα με τα άρθρα 58, 59, 60, 61, 63, 64, 66Β και 66Γ, καθώς και σύμφωνα με το Άρθρο 6 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 και ιδίως την καταλληλότητα της παροχής συμπληρωματικών μη ελεγκτικών υπηρεσιών στην ελεγχόμενη οντότητα σύμφωνα με το Άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού·</div>\n<p class=\"lf-p\">(στ) είναι υπεύθυνη για τη διαδικασία επιλογής νόμιμων ελεγκτών ή ελεγκτικών γραφείων και προτείνει τους νόμιμους ελεγκτές ή τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία που διορίζονται κατά το Άρθρο 16 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, εκτός εάν εφαρμόζεται το Άρθρο 16, παράγραφος 8, αυτού του Κανονισμού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Για σκοπούς του παρόντος άρθρου, αρμόδια αρχή για τον έλεγχο της συμμόρφωσης και την επιβολή διοικητικών κυρώσεων είναι – (α) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για οντότητες που διέπονται από το κυπριακό δίκαιο των οποίων οι μεταβιβάσιμοι τίτλοι είναι εισηγμένοι προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη ή ρυθμιζόμενη αγορά οποιουδήποτε κράτους μέλους, εξαιρουμένων πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, (β) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για οντότητες οι οποίες είναι πιστωτικά ιδρύματα, (γ) ο Έφορος Ασφαλίσεων για οντότητες οι οποίες είναι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, για την επίτευξη των αρμοδιοτήτων των πιο πάνω αρχών εφαρμόζονται οι εξουσίες και αρμοδιότητες που τους παρέχονται από τις οικίες νομοθεσίες που διέπουν τη σύσταση και λειτουργία τους.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Σε κάθε περίπτωση, εφόσον διαπιστωθεί παράβαση που δικαιολογεί την επιβολή διοικητικών κυρώσεων από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή τον Έφορο Ασφαλίσεων, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία τα άρθρα 102, 109 (1) (στ), 109 (1) (ζ), 109 (1) (η) σημείο (ι) και 109 (3) του Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 160(I)/2025</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ XVI ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ</h3>\n<h3 class=\"lf-part\">ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1-ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Αρμοδιότητα Διοικητικού Συμβουλίου ΑΔΕΕλΕπ για διεξαγωγή πειθαρχικής διαδικασίας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-79\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 79</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">79.</span>Η ΑΔΕΕλΕπ, για την διαπίστωση παραβάσεων του παρόντος Νόμου, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 ή/και του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις εργασίες των νόμιμων ελεγκτών και των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων και ιδίως για τον εντοπισμό, τη διόρθωση και την πρόληψη της πλημμελούς εκτέλεσης του υποχρεωτικού ελέγχου και της διασφάλισης της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, δύναται, είτε κατόπιν σχετικής καταγγελίας είτε αυτεπαγγέλτως, κατόπιν σχετικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της, να διατάσσει την διεξαγωγή πειθαρχικής έρευνας σε σχέση με νόμιμο ελεγκτή ή/ και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 160(I)/2025 Παράπονα και καταγγελίες</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-80\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 80</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">80.-(1) Όταν- (α) Σταλεί γραπτή και επώνυμη καταγγελία ή πληροφορία στο Συμβούλιο, από οποιοδήποτε μέλος του ή από οποιοδήποτε πρόσωπο, σχετικά με πράξεις ή παραλείψεις ή συμπεριφορά νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, ή (β) σταλεί γραπτή και επώνυμη καταγγελία ή πληροφορία στο Συμβούλιο, από οποιοδήποτε μέλος του ή από οποιοδήποτε πρόσωπο, περί του ότι νόμιμος ελεγκτής ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο είναι ακατάλληλος/ο ή ανίκανος/ο, για συγκεκριμένο λόγο, να συνεχίσει να ασκεί το επάγγελμα του, ο Γενικός Διευθυντής της ΑΔΕΕλΕπ ή ο εκάστοτε ασκών καθήκοντα Γενικού Διευθυντή σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος ή κενής θέσης του Γενικού Διευθυντή, θέτει χωρίς καθυστέρηση την καταγγελία ή την πληροφορία υπόψη του Προέδρου του Συμβουλίου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία καθορίζουν κατάλληλες εσωτερικές διαδικασίες ώστε να μπορούν οι υπάλληλοί τους να αναφέρουν πιθανές ή πραγματικές περιπτώσεις παράβασης του παρόντος Νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 εσωτερικά, μέσω συγκεκριμένου διαύλου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, σχετικά τόσο με πρόσωπο που αναφέρει πιθανολογούμενες ή πραγματικές περιπτώσεις παράβασης όσο και με πρόσωπο για το οποίο υπάρχουν υπόνοιες ή εικάζεται ότι έχει διαπράξει παράβαση του παρόντος Νόμου ή/και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, προστατεύονται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στους περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου παραπέμπει κατ’ ευθείαν την καταγγελία ή την πληροφορία στο Συμβούλιο το οποίο - (α) Αποφασίζει κατά πόσον δε χρειάζεται να συνεχίσει περαιτέρω τη διαδικασία διότι εκ πρώτης όψεως κρίνει ότι, εάν δικάζετο από την Πειθαρχική Επιτροπή ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο δεν θα βρισκόταν ένοχος για οποιαδήποτε από τις πράξεις ή παραλείψεις του άρθρου 103 ή ότι δεν έχει επαρκείς πληροφορίες για να κρίνει κατά πόσον ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο θα πρέπει να τεθούν κάτω από πειθαρχική έρευνα, ή (β) αποφασίζει να δώσει οδηγίες στο Γενικό Διευθυντή, κατά το άρθρο 82, για διεξαγωγή πειθαρχικής έρευνας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>(α) Το Συμβούλιο σε κάθε περίπτωση δύναται να δίνει οδηγίες για την διεξαγωγή προκαταρκτικής έρευνας πριν αποφασίσει κατά πόσο ένα θέμα θα πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για σκοπούς πειθαρχικής έρευνας. (β) Το Συμβούλιο δύναται να ρυθμίζει με οδηγίες τον τρόπο υλοποίησης της προκαταρκτικής έρευνας λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του θέματος που θα διερευνηθεί.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 153(I)/2022 160(I)/2025 Παραπομπή σε πειθαρχική έρευνα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-81\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 81</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">81.-(1) Νόμιμος ελεγκτής και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο υπόκειται σε πειθαρχική έρευνα, κατά το παρόν Μέρος, μόνο εάν, κατά τη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΔΕΕλΕπ – (α) Το θέμα για το οποίο πρόκειται να διεξαχθεί πειθαρχική έρευνα εγείρει ή πιθανώς να εγείρει σημαντικά θέματα που επηρεάζουν το δημόσιο συμφέρον στη Δημοκρατία˙ ή (β) υπάρχουν βάσιμοι λόγοι υποψίας για παράβαση του παρόντος Νόμου, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 ή/και του σχετικού θεσμικού πλαισίου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Το Συμβούλιο, εξετάζοντας εάν ικανοποιείται το κριτήριο της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), λαμβάνει οπωσδήποτε υπόψη εάν το θέμα εγείρει σοβαρή ανησυχία στο κοινό ή επηρεάζει την εμπιστοσύνη του κοινού στο ελεγκτικό επάγγελμα στη Δημοκρατία˙ (β) Πρόσθετα με τα πιο πάνω, το Συμβούλιο πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν το θέμα περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, τη φύση του θέματος, την έκταση, την κλίμακα και τη βαρύτητά του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Εξετάζοντας το Συμβούλιο εάν ικανοποιούνται τα κριτήρια της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), πρέπει να λάβει υπόψη τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου και οποιωνδήποτε κανονισμών εκδίδονται δυνάμει αυτού, καθώς επίσης τις πρόνοιες του σχετικού θεσμικού πλαισίου.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 Πειθαρχική έρευνα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-82\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 82</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">82.-(1)(α) Το Συμβούλιο, εάν αποφασίσει ότι οι καταγγελίες ή οι πληροφορίες είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε καταδίκη του νόμιμου ελεγκτή ή του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου για οποιοδήποτε από τα αδικήματα του άρθρου 103, εξουσιοδοτεί τον Γενικό Διευθυντή της ΑΔΕΕλΕπ να εκδώσει ειδοποίηση με την οποία να καλεί σε μαρτυρική κατάθεση τον νόμιμο ελεγκτή ή/και το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, το πρόσωπο που έδωσε την καταγγελία ή την πληροφορία, και κάθε πρόσωπο που στην πορεία της έρευνας θα φανεί χρήσιμη ή αναγκαία η λήψη μαρτυρικής κατάθεσης εκ μέρους του. (β) Πρόσθετα, το Συμβούλιο ορίζει επιθεωρητές ή εμπειρογνώμονες ή εντεταλμένους επιθεωρητές κατά το άρθρο 85, οι οποίου θα διεξάγουν πειθαρχική έρευνα και οι οποίοι έχουν τις προβλεπόμενες στο άρθρο 15 εξουσίες.</p>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 153(I)/2022 160(I)/2025 Ειδοποίηση για κατάθεση μαρτυρική</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-83\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 83</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">83.</span>Όταν το Συμβούλιο αποφασίσει κατά την παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 82 – (α) Καταγράφεται ο σκοπός της πειθαρχικής έρευνας στην ειδοποίηση που εκδίδει ο Γενικός Διευθυντής της ΑΔΕΕλΕπ και επιδίδει στα πρόσωπα που αναφέρεται στο άρθρο 82˙ (β) ο σκοπός της πειθαρχικής έρευνας που στην παράγραφο (α) αναφέρεται δεν περιορίζεται στα θέματα που αναφέρθηκαν στην καταγγελία ή πληροφορία αλλά δύνανται, με απόφαση του Συμβουλίου, να συμπεριληφθούν ή να αφαιρεθούν θέματα που κατά την κρίση του χρήζουν ή δεν χρήζουν πειθαρχικής έρευνας, με την προϋπόθεση ότι τέτοια δυνατότητα παρέχεται με βάση τα στοιχεία και πληροφορίες που έχει ενώπιόν του το Συμβούλιο˙ (γ) το πρόσωπο που καταγγέλλει ή δίνει τις πληροφορίες οφείλει να δώσει στο Συμβούλιο τα έγγραφα και άλλες πληροφορίες που κατέχει για το θέμα, με την προϋπόθεση ότι τα κατέχει νόμιμα.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 153(I)/2022 Επίδοση ειδοποίησης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-84\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 84</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">84.-(1) Ο Γενικός Διευθυντής της ΑΔΕΕλΕπ, αφού λάβει από το Συμβούλιο όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του και αφορούν την πειθαρχική έρευνα, προχωρεί στην επίδοση της ειδοποίησης προς τα πρόσωπα που καλούνται σε μαρτυρική κατάθεση, μαζί με τις σχετικές πληροφορίες για τον σκοπό της πειθαρχικής έρευνας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η σειρά λήψης καταθέσεων αποφασίζεται από τον ερευνώντα λειτουργό με βάση την διεξαγωγή της έρευνας με τον πλέον πρόσφορο τρόπο.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 153(I)/2022 Παραχώρηση από το Συμβούλιο, επιθεωρητών/ εμπειρογνωμόνων/εντεταλμένων επιθεωρητών για διεξαγωγή πειθαρχικής έρευνας ή προκαταρκτικής έρευνας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-85\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 85</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">85.-(1) Το Συμβούλιο ορίζει και παραχωρεί στον Γενικό Διευθυντή της ΑΔΕΕλΕπ επιθεωρητές ή/και εμπειρογνώμονες ή/και εντεταλμένους επιθεωρητές που έχουν σχετική με το ερευνώμενο θέμα εμπειρογνωμοσύνη, των οποίων οι υπηρεσίες δυνατόν να απαιτούνται για την πραγματοποίηση οποιασδήποτε προκαταρκτικής έρευνας ή πειθαρχικής έρευνας ήθελε διαταχθεί από το Συμβούλιο και της συνεπαγόμενης με την εν λόγω έρευνα πειθαρχικής διαδικασίας ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Όσον αφορά τους εντεταλμένους επιθεωρητές και τους εμπειρογνώμονες, το Συμβούλιο δύναται να εξειδικεύει τα αναγκαία προσόντα και τις απαιτούμενες ειδικότητες τους καθώς και τη διαδικασία επιλογής και αποζημίωσής τους, λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις των εδαφίων (4) και (5) του άρθρου 14.</div>\n<p class=\"lf-p\">Οι εντεταλμένοι επιθεωρητές και οι εμπειρογνώμονες οφείλουν να υποβάλλουν στο Συμβούλιο, πριν την έναρξη έκαστης έρευνας που τους ανατίθεται, υπεύθυνη δήλωση περί του ότι συμμορφώνονται με τους περιορισμούς και τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα εδάφια (4) και (5) του άρθρου 14.</p>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 153(I)/2022 Δυνατότητα τροποποίησης του σκοπού της έρευνας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-86\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 86</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">86.</span>Εάν, κατά τη διαδικασία της πειθαρχικής έρευνας, αποκαλυφθούν γεγονότα ή περιστατικά ή πληροφορίες ή στοιχεία τα οποία απαιτούν περαιτέρω έρευνα η οποία είναι εκτός του σκοπού της διεξαγόμενης πειθαρχικής έρευνας, τότε - (α) Ο ερευνών λειτουργός που διεξάγει την έρευνα αυτή ετοιμάζει σχετική έκθεση και την διαβιβάζει μέσω του Γενικού Διευθυντή της ΑΔΕΕλΕπ στο Συμβούλιο∙ (β) το Συμβούλιο δύναται, αφού μελετήσει την έκθεση και ακούσει, εάν το κρίνει αναγκαίο, τον ερευνώντα λειτουργό, να συμπεριλάβει στον σκοπό της έρευνας και τα νέα γεγονότα, περιστατικά, πληροφορίες ή στοιχεία που αποκαλύφθηκαν και πληροφορεί σχετικά τον καταγγέλλοντα και τον καταγγελλόμενο. (γ) εάν με έκθεση του ερευνώντα λειτουργού και με ανάλογη ως προς τις παραγράφους (α) και (β) διαδικασία διαπιστωθεί ότι ο σκοπός της έρευνας θα πρέπει να περιοριστεί, το Συμβούλιο περιορίζει ανάλογα την πειθαρχική έρευνα.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 153(I)/2022 Δυνατότητα επέκτασης πειθαρχικής έρευνας και σε άλλους νόμιμους ελεγκτές ή νόμιμα ελεγκτικά γραφεία</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-87\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 87</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">87.</span>Εάν, κατά την πορεία της πειθαρχικής έρευνας με βάση την σχετική έκθεση του ερευνώντα λειτουργού, φανεί στο Συμβούλιο ότι ο σκοπός της θα πρέπει να τροποποιηθεί με επέκτασή της, με συμπερίληψη στους καταγγελλόμενους και άλλου νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, τότε, με βάση τα γεγονότα και στοιχεία που περιέχονται στην έκθεση του ερευνώντα λειτουργού που κατατίθεται στο Συμβούλιο από τον Γενικό Διευθυντή της ΑΔΕΕλΕπ, το Συμβούλιο δύναται με απόφαση του να επεκτείνει ως ανωτέρω την έρευνα.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 153(I)/2022 Διαδικασία λήψης μαρτυρικών καταθέσεων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-88\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 88</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">88.-(1) Η πειθαρχική έρευνα διεξάγεται από τον ερευνώντα λειτουργό και συμπληρώνεται μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημερομηνία της εντολής για έρευνα, με δικαίωμα παράτασης μέχρι τριάντα μέρες που παρέχεται από το Συμβούλιο μετά από αίτημα του ερευνώντα λειτουργού αν παραστεί ανάγκη.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κατά τη διεξαγωγή της πειθαρχικής έρευνας, εφαρμόζονται οι διαδικασίες που προβλέπονται στα ακόλουθα εδάφια.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Αναφορικά με την λήψη εγγράφων, βιβλίων, στοιχείων, ή αντιγράφων τους, κατά την παράγραφο (α) του άρθρου 15, ο ερευνών λειτουργός συντάσσει σε δύο αντίγραφα σχετική έκθεση, τα οποία υπογράφονται τόσο από τον ίδιο όσο και από το ερευνώμενο πρόσωπο, ή τον νόμιμο εκπρόσωπό του σε περίπτωση νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, και έκαστος εκ των υπογραφόντων διατηρεί ένα αντίγραφο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η έκθεση περιλαμβάνει τουλάχιστον σαφή περιγραφή των ληφθέντων αντικειμένων, την αιτιολογία για τη διενέργεια της λήψης, τον χρόνο και τόπο της λήψης, περιλαμβανομένων στοιχείων του καταγγελλόμενου νομικού ή φυσικού προσώπου, το ονοματεπώνυμο και την υπογραφή του ενεργούντα την κατάσχεση λειτουργού και την υπογραφή του καταγγελλόμενου προσώπου, ή του νόμιμου αντιπροσώπου του σε περίπτωση νομικού προσώπου:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, ο τύπος και τα πλήρη στοιχεία που πρέπει να περιέχει η εν λόγω έκθεση δύνανται να καθοριστούν σε έντυπο που εκδίδει για τον σκοπό αυτό το Συμβούλιο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Σε περίπτωση που καταγγελλόμενο πρόσωπο, ή νόμιμος εκπρόσωπος του προσώπου αυτού, αρνείται να υπογράψει την έκθεση κατά το εδάφιο (3), ο ερευνών λειτουργός επιδίδει στο πρόσωπο αυτό με επιδότη διπλοσυστημένο αντίγραφο αυτής της έκθεσης εντός δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία σύνταξης της έκθεσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Σε περίπτωση κατάσχεσης εγγράφων, το ερευνώμενο πρόσωπο δικαιούται να λάβει αντίγραφά τους από την ΑΔΕΕλΕπ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>(α) Η λήψη μαρτυρικών καταθέσεων πραγματοποιείται στην έδρα της ΑΔΕΕλΕπ εκτός εάν οι περιστάσεις απαιτούν την λήψη των καταθέσεων αυτών σε άλλο χώρο. (β) Το πρόσωπο που πρόκειται να καταθέσει κλητεύεται εγγράφως σε ορισμένη ημέρα και ώρα και η κλήση ετοιμάζεται από τον ερευνώντα λειτουργό και υπογράφεται από αυτόν. (γ) Η κλήση περιέχει συνοπτική περιγραφή της υπόθεσης για την οποία πρόκειται να εξεταστεί ο μάρτυρας και κάνει αναφορά της αρχής η οποία τον καλεί και του τόπου στον οποίο καλείται. (δ) Η κλήση επιδίδεται με επιδότη στο πρόσωπο που καλείται να καταθέσει τουλάχιστον τρείς εργάσιμες ημέρες πριν από την ημερομηνία που καθορίζεται στην κλήσηː Νοείται ότι, σε περίπτωση που το πρόσωπο που καλείται να καταθέσει έχει την κατοικία ή την έδρα του στην Δημοκρατία αλλά εκτός της επαρχίας Λευκωσίας, η επίδοση πρέπει να γίνεται τουλάχιστον πέντε εργάσιμες μέρες νωρίτερα από την πιο πάνω ημερομηνία και, εάν η κατοικία ή η έδρα του βρίσκεται στο εξωτερικό, τουλάχιστον δώδεκα εργάσιμες ημέρες νωρίτερα από την εν λόγω ημερομηνία: (ε) Ο ερευνών λειτουργός λαμβάνει την κατάθεση γραπτά και ο μάρτυρας καλείται, πριν καταθέσει, να δηλώσει το όνομα και το επώνυμό του, τον αριθμό του δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου του, τον τόπο γέννησής του και της κατοικίας του, καθώς και την ηλικία του. (στ) Στο έγγραφο της κατάθεσης, ο ερευνών λειτουργός οφείλει να αναφέρει τον τόπο και την ημερομηνία της κατάθεσης, την ώρα κατά την οποία άρχισε και τελείωσε η κατάθεση, το ονοματεπώνυμο του ερευνώντα λειτουργού που έλαβε και κατέγραψε την κατάθεση και το όνομα του μάρτυρα, καθώς επίσης ακριβή καταγραφή όσων κατατέθηκαν από τον μάρτυρα. (ζ) Η γραπτή κατάθεση διαβάζεται από τον ερευνώντα λειτουργό και τον μάρτυρα και υπογράφεται από αυτούς. Σε περίπτωση που ο μάρτυρας αρνείται να υπογράψει την κατάθεσή του, ο ερευνών λειτουργός καλεί μέλος του προσωπικού της ΑΔΕΕλΕπ στην παρουσία του οποίου ο μάρτυρας επαναλαμβάνει την άρνησή του αυτή και ο ερευνών λειτουργός καταγράφει το γεγονός αυτό στο έγγραφο της κατάθεσης και το βεβαιώνει το ως άνω μέλος του προσωπικού της ΑΔΕΕλΕπ το οποίο υπογράφει την βεβαίωση του αυτή και δηλώνει το πλήρες ονοματεπώνυμό του και τον αριθμό του δελτίου ταυτότητας ή του διαβατηρίου του. (η) Η έγγραφη κατάθεση είναι άκυρη εάν δεν - (i) Καταγραφεί η ημερομηνία λήψης της, εκτός εάν η ημερομηνία αυτή προκύπτει με βεβαιότητα από το περιεχόμενο της κατάθεσης αυτής ή από άλλα έγγραφα που αναφέρονται στην κατάθεση αυτή, και (ii) εάν δεν αναγραφούν τα ονοματεπώνυμα και οι αριθμοί του δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου και εάν δεν υπέγραψαν τα πρόσωπα που παρευρέθηκαν στην όλη διαδικασία όπως ανωτέρω αναφέρεται.</div>\n<p class=\"lf-p\">(θ) Η έγγραφη κατάθεση αποτελεί απόδειξη για όσα έχει καταθέσει ο μάρτυρας. (ι) Αντίγραφο της κατάθεσης δίνεται στον μάρτυρα και το πρωτότυπο κατατίθεται από τον ερευνώντα λειτουργό στον φάκελο της υπόθεσης. (ια) Σε περίπτωση που κρίνεται από τον ερευνώντα λειτουργό αναγκαία η συνδρομή του Γενικού Διευθυντή της ΑΔΕΕλΕπ για την διεκπεραίωση της διαδικασίας που προνοείται στο παρόν έγγραφο (7), επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν οι υπηρεσίες μέλους του προσωπικού της ΑΔΕΕλΕπ για το σκοπό αυτόː Νοείται ότι, σε τέτοια περίπτωση, πρέπει να τηρούνται και για το μέλος αυτό όλα όσα απαιτούνται, αναφορικά με την καταγραφή των ως άνω αναφερομένων πληροφοριών και στοιχείων, όπως και για τον ερευνώντα λειτουργό. (ιβ) Διαπράττει ποινικό αδίκημα πρόσωπο που προβαίνει σε ψευδή ή ανακριβή μαρτυρική κατάθεση και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δυο χιλιάδες ευρώ ή σε αμφότερες τις ποινές.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>(α) Οι καταθέσεις οι οποίες λαμβάνονται και τα στοιχεία τα οποία συλλέγονται, τίθενται υπόψη του ενδιαφερόμενου υπό έρευνα νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, ή του νόμιμου εκπροσώπου του τελευταίου, στον οποίο παρέχεται η ευκαιρία να προβεί, εάν το επιθυμεί, σε κατάθεση μέσα σε προθεσμία που τάσσεται από τον ερευνώντα λειτουργό. (β) Η μη προσέλευση του υπό έρευνα προσώπου ή η άρνησή του να δώσει κατάθεση δεν παρεμποδίζει την πρόοδο της έρευνας.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 153(I)/2022 160(I)/2025 Έκθεση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-89\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 89</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">89.-(1) Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, ο ερευνών λειτουργός υποβάλλει, στο Γενικό Διευθυντή της ΑΔΕΕλΕπ, έκθεση στην οποία συνοψίζεται η μαρτυρία που έχει συλλεχθεί και σχετικό πόρισμα. Η έκθεση συνοδεύεται από τις καταθέσεις που έχουν ληφθεί, περιλαμβανομένης και οποιασδήποτε συμπληρωματικής κατάθεσης του καταγγελλόμενου προσώπου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Στα πλαίσια εφαρμογής του Άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, ο Γενικός Διευθυντής της ΑΔΕΕλΕπ λαμβάνει υπόψη τη σοβαρότητα των συστάσεων, τις ενέργειες για υλοποίηση τους από τον νόμιμο ελεγκτή ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο του νόμιμου ελεγκτή και αξιολογεί κατά πόσο η ποιότητα ελέγχου του νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, δύναται να επηρεαστεί αρνητικά. Σε περίπτωση που ο Γενικός Διευθυντής της ΑΔΕΕλΕπ κρίνει ότι η ποιότητα του ελέγχου επηρεάζεται αρνητικά, ετοιμάζει σχετική έκθεση με τις συστάσεις που δεν έχουν εφαρμοστεί από τον νόμιμο ελεγκτή ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο και την υποβάλλει χωρίς καθυστέρηση στον Πρόεδρο της ΑΔΕΕλΕπ ώστε να εξεταστούν στα πλαίσια του άρθρου 90.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 153(I)/2022 Παραπομπή σε πειθαρχική διαδικασία και σύνταξη κατηγορητηρίου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-90\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 90</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">90.-(1) Εάν το Συμβούλιο, με βάση έκθεση που προνοείται στο άρθρο 89 και όλα τα στοιχεία που τις υποστηρίζουν κρίνει ότι είναι δυνατή η στοιχειοθέτηση κατηγορητηρίου εναντίον νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου για διάπραξη πειθαρχικών αδικημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 103 για τα οποία επιβάλλονται κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 109 συντάσσει σχετικό κατηγορητήριο, που υπογράφεται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Ο Πρόεδρος της Πειθαρχικής Επιτροπής παραλαμβάνει από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου το κατηγορητήριο στο οποίο εκτίθεται η κατηγορία ή οι κατηγορίες κατά περίπτωση και συνοπτικά οι λεπτομέρειες που τις στοιχειοθετούν, καθώς επίσης όλες οι μαρτυρικές καταθέσεις και άλλο υλικό που έχει συλλεχθεί ή κατασχεθεί κατά τη διάρκεια της έρευνας ή της επιθεώρησης διασφάλισης ποιότητας. (β) Παράλληλα με τα πιο πάνω, το Συμβούλιο γνωστοποιεί την απόφασή του για διατύπωση κατηγορητηρίου στον καταγγελλόμενο, και στον καταγγέλλοντα εάν η έρευνα είχε ως αφετηρία καταγγελία που υποβλήθηκε.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Εάν το Συμβούλιο κρίνει ότι η έκθεση του ερευνώντα λειτουργού ή του Γενικού Διευθυντή δεν αποκαλύπτει πειθαρχικά αδικήματα, ως αναφέρονται στο εδάφιο (1), αποφασίζει να τερματίσει τη διαδικασία.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 153(I)/2022 Ειδοποίηση κλήσης σε ακρόαση ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-91\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 91</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">91.-(1)(α) Ο Πρόεδρος της Πειθαρχικής Επιτροπής, το συντομότερο μετά την παραλαβή του κατηγορητηρίου και όλων των συναφών στοιχείων, ετοιμάζει ειδοποίηση κλήτευσης σε ακρόαση την οποίαν υπογράφει. (β) Η ειδοποίηση κλήτευσης σε ακρόαση αναγράφει την ημερομηνία, ώρα και τόπο στον οποίο θα διεξαχθεί η ακρόαση, και επισυνάπτεται σε αυτή το κατηγορητήριο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Η ειδοποίηση κλήτευσης σε ακρόαση επιδίδεται ιδιοχείρως ή με διπλοσυστημένη επιστολή της Πειθαρχικής Επιτροπής στον νόμιμο ελεγκτή ή στο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο. (β) Η ακρόαση ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής δεν μπορεί να είναι ορισμένη σε ημερομηνία που απέχει λιγότερο από δεκαπέντε ημέρες από την ημερομηνία - (i) Της παράδοσης της ειδοποίησης κλήτευσης σε ακρόαση, ή (ii) της αποστολής διπλοσυστημένης επιστολής η οποία περιέχει την ειδοποίηση κλήτευσης σε ακρόαση, στον κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτή ή στο κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Η Πειθαρχική Επιτροπή μεριμνά όπως ο κατηγορούμενος νόμιμος ελεγκτής ή το κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο λάβει την ειδοποίηση κλήτευσης σε ακρόαση. (β) Θεωρείται ότι έχει παραληφθεί η ειδοποίηση κλήτευσης σε ακρόασης εάν αυτή – (i) Παραδοθεί δια χειρός προσωπικά στον κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτή ή σταλεί με διπλοσυστημένη επιστολή στον τόπο της κατοικίας του, σε περίπτωση που η υπόθεση αφορά φυσικό πρόσωπο˙ ή (ii) παραδοθεί δια χειρός ή σταλεί με διπλοσυστημένη επιστολή στην διεύθυνση από την οποία ασκεί τις εργασίες του το κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, σύμφωνα με τα στοιχεία του Μητρώου που διατηρεί η ΑΔΕΕλΕπ, σε περίπτωση που η υπόθεση αφορά τέτοιο γραφείο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>(α) Η ειδοποίηση κλήτευσης σε ακρόαση ετοιμάζεται κατά τον Τύπο Α που παρατίθεται στο Παράρτημα. (β) Ο Υπουργός δύναται, με διάταγμά του δημοσιευόμενο στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και κατόπιν εισήγησης του Συμβουλίου, να τροποποιεί ή αντικαθιστά τον Τύπο Α του Παραρτήματος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ο Πρόεδρος της Πειθαρχικής Επιτροπής κοινοποιεί αντίγραφο έκαστης ειδοποίησης κλήτευσης σε ακρόαση, με όλα τα επισυνημμένα της, στο Γενικό Διευθυντή της ΑΔΕΕλΕπ.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 153(I)/2022 Διόρθωση τυπικού ελαττώματος κατηγορητηρίου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-92\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 92</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">92.-(1) Πριν από την έναρξη ακρόασης ή σε οποιοδήποτε στάδιο της ακρόασης το Συμβούλιο, μέσω του Γενικού Διευθυντή του ή του δικηγόρου που το αντιπροσωπεύει στην πειθαρχική διαδικασία, δύναται σε περίπτωση που διαπιστωθεί τυπικό ελάττωμα στο κατηγορητήριο, να ζητήσει από την Πειθαρχική Επιτροπή άδεια για διόρθωση των τυπικών ελαττωμάτων, υπό την προϋπόθεση ότι οι τροποποιήσεις δεν θα οδηγήσουν σε τροποποίηση της ουσίας του κατηγορητηρίου και σε αδικία για τον κατηγορούμενο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Εάν για την άσκηση της εξουσίας που προβλέπεται στο εδάφιο (1) απαιτείται αναβολή της ακροαματικής διαδικασίας, ο Πρόεδρος της Πειθαρχικής Επιτροπής δύναται να δίνει τέτοιες οδηγίες για το σκοπό αυτό, όπως ήθελε κρίνει αναγκαίες.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 153(I)/2022 Αρχή αντικειμενικότητας και αμεροληψίας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-93\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 93</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">93.-(1) Τα μέλη της Πειθαρχικής Επιτροπής εξαιρούνται, ή δύναται να αμφισβητηθεί η αντικειμενικότητα και η αμεροληψία τους, για τους ίδιους λόγους που θα πρέπει να εξαιρεθεί ή να αμφισβητηθεί η αντικειμενικότητα και αμεροληψία διοικητικού οργάνου σύμφωνα με το άρθρο 44 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Αμφισβήτηση αντικειμενικότητας και αμεροληψίας μέλους της Πειθαρχικής Επιτροπής, ή αίτημα για εξαίρεσή του, πρέπει να υποβάλλεται πριν την απαγγελία του κατηγορητηρίου, από το Γενικό Διευθυντή της ΑΔΕΕλΕπ ή τον δικηγόρο του Συμβουλίου ή/και από τον κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτή ή το κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, εκτός στην περίπτωση που η αμφισβήτηση προέκυψε, ή ήρθε στην γνώση του μέρους που εγείρει αυτό το θέμα, αργότερα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Πειθαρχική Επιτροπή αποφασίζει, επί της κατά το εδάφιο (2) προβαλλόμενης ένστασης αναφορικά με την συμμετοχή στην πειθαρχική διαδικασία μέλους της, πριν από την απαγγελία του κατηγορητηρίου ή, κατά περίπτωση, μετά την απαγγελία αυτή, και η απόφαση της αυτή είναι τελική.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 153(I)/2022 Νομική και άλλη βοήθεια</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-94\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 94</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">94.-(1) Κάθε μέρος σε διαδικασία ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής δικαιούται να βοηθείται ή/και να αντιπροσωπεύεται από δικηγόρο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το κατά το εδάφιο (1) δικαίωμα αναγράφεται στην ειδοποίηση κλήτευσης σε ακρόαση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος νόμιμος ελεγκτής ή το κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο αντιπροσωπεύεται με δικηγόρο, κάθε έγγραφο που θα επιδίδετο στον κατηγορούμενο κατά το παρόν Μέρος δύναται να επιδοθεί από την Πειθαρχική Επιτροπή στον δικηγόρο του.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 160(I)/2025 Απαγγελία κατηγορητηρίου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-95\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 95</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">95.-(1) Η πειθαρχική διαδικασία αρχίζει με την απαγγελία του κατηγορητηρίου από το Γενικό Διευθυντή της ΑΔΕΕλΕπ ή τον δικηγόρο ο οποίος παρουσιάζει εκ μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου την υπόθεση, ο οποίος ερωτά τον κατηγορούμενο, στο τέλος κάθε κατηγορίας, εάν παραδέχεται αυτήν.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Εάν ο κατηγορούμενος παραδέχεται την κατηγορία ή τις κατηγορίες, η Πειθαρχική Επιτροπή προχωρεί στην έκδοση της απόφασής της κατά την ίδια ημέρα ή σε άλλη ημέρα που ορίζει για τον σκοπό αυτό.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Εάν ο κατηγορούμενος δεν παραδεχθεί την κατηγορία ή τις κατηγορίες, η Πειθαρχική Επιτροπή προχωρεί στην ακρόαση της υπόθεσης.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 153(I)/2022 Απουσία κατηγορουμένου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-96\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 96</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">96.</span>Εάν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί κατά την ημερομηνία της ακρόασης χωρίς να υπάρχει αιτιολογία για τούτο και η Πειθαρχική Επιτροπή ικανοποιηθεί ότι η ειδοποίηση κλήσης σε ακρόαση επιδόθηκε σε αυτόν κατά το παρόν Κεφάλαιο, τότε δύναται, εάν το κρίνει σκόπιμο υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την απουσία, να προχωρήσει στην ακρόαση στην απουσία του κατηγορουμένου.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 Διαδικασία ακρόασης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-97\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 97</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">97.-(1) Κατά την ημερομηνία που ορίζεται, από την Πειθαρχική Επιτροπή, η ακρόαση της υπόθεσης, τα μέρη εμφανίζονται ενώπιον της Επιτροπής και ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Ο ερευνών λειτουργός της υπόθεσης καταθέτει ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής τη μαρτυρία επί της οποίας βασίζεται το κατηγορητήριο εναντίον του κατηγορούμενου νόμιμου ελεγκτή ή του κατηγορούμενου νόμιμου ελεγκτικού γραφείου. (β) Η κατά την παράγραφο (α) μαρτυρία κατατίθεται σε γραπτή μορφή και περιλαμβάνει καταθέσεις και οποιοδήποτε έγγραφο ή άλλο υλικό το οποίο σχετίζεται με το περιεχόμενο της κατάθεσης ή άλλο υλικό το οποίο εκλήφθηκε ή κατασχέθηκε κατά την διάρκεια της διεξαγωγής της έρευνας, και ο κατηγορούμενος νόμιμος ελεγκτής ή το κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο δικαιούται να ζητήσει από την Πειθαρχική Επιτροπή την κλήτευση οποιουδήποτε προσώπου του οποίου η μαρτυρία έχει, ως ανωτέρω, κατατεθεί σε γραπτή μορφή, ώστε να το αντεξετάσει σε σχέση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας αυτής. (γ) Ο Γενικός Διευθυντής της ΑΔΕΕλΕπ ή ο δικηγόρος του Συμβουλίου ο οποίος εκπροσωπεί το Συμβούλιο στην πειθαρχική διαδικασία, δικαιούται να κλητεύσει ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής οποιοδήποτε πρόσωπο για να διευκρινίσει ή να επεξηγήσει οποιοδήποτε ζήτημα προκύπτει από τη μαρτυρία που έχει ήδη καταθέσει, και το πρόσωπο αυτό δύναται να αντεξεταστεί από την πλευρά της υπεράσπισης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Ακολουθεί η αγόρευση του Γενικού Διευθυντή της ΑΔΕΕλΕπ ή του δικηγόρου του Συμβουλίου, αναφορικά με την εκ πρώτης όψεως απόδειξη του κατηγορητηρίου και η Πειθαρχική Επιτροπή εκδίδει την ενδιάμεση απόφασή της. (β) Εάν η Πειθαρχική Επιτροπή αποφασίσει ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως η υπόθεση, τότε η διαδικασία τερματίζεται∙ σε αντίθετη περίπτωση η διαδικασία συνεχίζεται ως προβλέπεται στο εδάφιο (4) του παρόντος άρθρου και στα άρθρα 98 και 99.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>(α) Μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης της μαρτυρίας εκ μέρους του Συμβουλίου, ο κατηγορούμενος νόμιμος ελεγκτής ή ο νόμιμος εκπρόσωπος του κατηγορούμενου νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, καταθέτει ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής τη μαρτυρία επί της οποίας βασίζεται η υπεράσπισή του. (β) Η κατά την παράγραφο (α) μαρτυρία κατατίθεται σε γραπτή μορφή και περιλαμβάνει μαρτυρία προσώπων, περιλαμβανομένης και της μαρτυρίας του ιδίου του καταγγελλομένου εάν το επιθυμεί και οποιοδήποτε σχετικό με την μαρτυρία αυτή έγγραφο ή άλλο υλικό, και ο Γενικός Διευθυντής οποιουδήποτε προσώπου του οποίου η μαρτυρία έχει, ως ανωτέρω, κατατεθεί σε γραπτή μορφή, ώστε να το αντεξετάσει σε σχέση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας αυτής. (γ) Ο κατηγορούμενος νόμιμος ελεγκτής ή το κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο δικαιούται να διευκρινίσει ή να επεξηγήσει οποιοδήποτε ζήτημα προκύπτει από τη μαρτυρία που έχει ήδη καταθέσει ή να κλητεύσει προς τούτο οποιοδήποτε πρόσωπο ή να ζητήσει από την Πειθαρχική Επιτροπή την κλήτευση οποιουδήποτε προσώπου, και ο ίδιος ή το εν λόγω πρόσωπο υπόκεινται σε αντεξέταση από την πλευρά του Συμβουλίου. (δ) Σε οποιοδήποτε στάδιο της πειθαρχικής διαδικασίας ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής, ο κατηγορούμενος νόμιμος ελεγκτής ή το κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο δικαιούται να παραδεχθεί οποιαδήποτε ισχυριζόμενα γεγονότα ή λεπτομέρειες γεγονότων και οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη για την οποία κατηγορείται ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής, και τέτοια παραδοχή αποτελεί επαρκή απόδειξη εναντίον του ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>(α) Σε κάθε πρόσωπο που καλείται να δώσει μαρτυρία ή να παρουσιάσει έγγραφα ή οποιοδήποτε άλλο μαρτυρικό υλικό, επιδίδεται σχετική ειδοποίηση κατά τον Τύπο Β που παρατίθεται στο Παράρτημα. (β) Ο Υπουργός δύναται, με διάταγμά του δημοσιευόμενο στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και κατόπιν εισήγησης του Διοικητικού Συμβουλίου, να τροποποιεί ή αντικαθιστά τον Τύπο Β του Παραρτήματος.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 153(I)/2022 Απόφαση Πειθαρχικής Επιτροπής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-98\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 98</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">98.-(1)(α) Με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, κατά το άρθρο 97, αγορεύει πρώτα η πλευρά του διαδίκου που κάλεσε τελευταίος μάρτυρα και στη συνέχεια η άλλη πλευρά και η Πειθαρχική Επιτροπή εκδίδει γραπτή αιτιολογημένη απόφαση με την οποία αποφασίζει κατά πόσον έχει αποδειχθεί ή όχι ότι ο κατηγορούμενος νόμιμος ελεγκτής ή το κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο είναι ένοχο για το πειθαρχικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται και, κατά περίπτωση, καταδικάζει τον κατηγορούμενο ή τον απαλλάσσει. (β) Εάν ο κατηγορούμενος νόμιμος ελεγκτής ή το κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο αντιμετωπίζει περισσότερες από μία κατηγορίες, η Πειθαρχική Επιτροπή δύναται να τον βρει ένοχο σε σχέση με κάποια ή κάποιες κατηγορίες και να τον απαλλάξει σε σχέση με άλλη ή άλλες.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που κατηγορούμενος νόμιμος ελεγκτής ή κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο κρίνεται ένοχο και καταδικάζεται, η Πειθαρχική Επιτροπή, αφού ακούσει αυτόν/ό ως προς την επιμέτρηση της ποινής, εκδίδει γραπτή αιτιολογημένη απόφαση με την οποία του επιβάλλει οποιανδήποτε από τις πειθαρχικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 109.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Οι αποφάσεις της Πειθαρχικής Επιτροπής, ενεργούσα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία και σε περίπτωση ισοψηφίας η απόφαση είναι υπέρ του κατηγορουμένου. (β) Οποιαδήποτε άλλη απόφαση της Επιτροπής λαμβάνεται με απλή πλειοψηφία και σε περίπτωση ισοψηφίας ο Πρόεδρός της έχει νικώσα ψήφο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Κάθε απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής υπογράφεται από τον Πρόεδρό της και απαγγέλλεται σε δημόσια ακρόαση, εκτός εάν η ακροαματική διαδικασία που προηγήθηκε είχε διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών κατόπιν σχετικής απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>(α) Το πρωτότυπο της απόφασης της Επιτροπής επιδίδεται χωρίς καθυστέρηση στο Συμβούλιο μαζί με πλήρες πρακτικό της πειθαρχικής δίκης. (β) Αντίγραφο της απόφασης και πλήρες πρακτικό της πειθαρχικής δίκης επιδίδεται χωρίς καθυστέρηση στον κατηγορηθέντα νόμιμο ελεγκτή ή στο κατηγορηθέν νόμιμο ελεγκτικό γραφείο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Κάθε απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου θεωρείται ως διάταγμα δικαστηρίου συνοπτικής δικαιοδοσίας και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο όπως το διάταγμα του εν λόγω δικαστηρίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Κάθε απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου, αφορούσα την ενοχή και καταδίκη ή μη κατηγορούμενου νόμιμου ελεγκτή ή κατηγορούμενου ελεγκτικού γραφείου και την τυχόν επιβολή πειθαρχικής κύρωσης, υπόκειται σε προσφυγή σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 Τήρηση πρακτικών και τύποι ειδοποιήσεων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-99\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 99</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">99.-(1) Κατά την ακροαματική διαδικασία, ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής, τηρούνται πρακτικά.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ειδοποίηση κλήσης σε οποιοδήποτε πρόσωπο, για να εμφανιστεί ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής για να δώσει μαρτυρία ή για να καταθέσει έγγραφα ή άλλο υλικό, ετοιμάζεται κατά τον Τύπο Β που παρατίθεται στο Παράρτημα και υπογράφεται από τον Πρόεδρο της Πειθαρχικής Επιτροπής.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 Υποχρέωση Πειθαρχικής Επιτροπής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-100\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 100</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">100.</span>Αποτελεί υποχρέωση της Πειθαρχικής Επιτροπής, κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, να τηρεί την τάξη και να ρυθμίζει την διαδικασία.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 Δυνατότητα περαιτέρω ρύθμισης διαδικασιών Πειθαρχικής Επιτροπής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-101\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 101</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">101.</span>Τηρουμένων των λοιπών διατάξεων του παρόντος Μέρους, η Πειθαρχική Επιτροπή δύναται να ρυθμίζει περαιτέρω την διαδικασία που αφορά την αρμοδιότητά της με την ετοιμασία κανονιστικών διοικητικών πράξεων, προσχέδιο των οποίων προωθεί μέσω του Συμβουλίου στον Υπουργό για έκδοσή τους από το Υπουργικό Συμβούλιο.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 Δημοσιοποίηση κυρώσεων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-102\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 102</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">102.-(1) Το Συμβούλιο, χωρίς καθυστέρηση, μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας προσβολής της απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής βάσει αναφερόμενης στο εδάφιο (7) του άρθρου 98 προσφυγής, δημοσιοποιεί στην επίσημη ιστοσελίδα της τουλάχιστον την ουσία κάθε πειθαρχικής απόφασης και των κυρώσεων που επιβλήθηκαν για παράβαση του παρόντος Νόμου, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 ή/και του θεσμικού πλαισίου που διέπει την διεξαγωγή των εργασιών των νόμιμων ελεγκτών και των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Στις πληροφορίες που δημοσιοποιούνται κατά το εδάφιο (1), περιλαμβάνονται το είδος, η φύση της παράβασης καθώς επίσης αναφορά στο όνομα ή την επωνυμία του τυχόν καταδικασθέντος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όταν το Συμβούλιο δημοσιοποιεί απόφαση και κυρώσεις για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί, τελεσίδικη δικαστική απόφαση στα πλαίσια αναφερόμενης στο εδάφιο (7) του άρθρου 98 προσφυγής, καταγράφει το γεγονός αυτό στην επίσημη ιστοσελίδα της, την οποία φροντίζει να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση για τα αποτελέσματα τέτοιας δικαστικής απόφασης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Το Συμβούλιο δημοσιοποιεί ανώνυμα τις κυρώσεις και με τρόπο που δεν αντίκειται, κατά περίπτωση, σε οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη, όταν – (α) Με βάση την αρχή της αναλογικότητας, εκτιμά ως δυσανάλογη τη δημοσιοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του φυσικού προσώπου στο οποίο επιβλήθηκαν κυρώσεις˙ (β) όταν η δημοσιοποίηση θα έθετε σε κίνδυνο την σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών˙ (γ) όταν η δημοσιοποίηση θα έθετε σε κίνδυνο μία διεξαγόμενη ποινική έρευνα, εάν βέβαια το Συμβούλιο έχει γνώση της διεξαγωγής της˙ (δ) όταν η δημοσιοποίηση θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημιά στα σχετικά νομικά ή φυσικά πρόσωπα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η ελάχιστη διάρκεια της δημοσιοποίησης στην επίσημη ιστοσελίδα του Συμβουλίου είναι πέντε έτη από την άπρακτη εκπνοή της προθεσμίας καταχώρησης αναφερόμενης στο εδάφιο (7) του άρθρου 98 προσφυγής εναντίον της πειθαρχικής απόφασης και των τυχόν σχετικών κυρώσεων, και οποιαδήποτε περαιτέρω χρονική διάρκεια είναι ανάλογη με την φύση, την έκταση, τον βαθμό και την βαρύτητα του πειθαρχικού αδικήματος για το οποίο επιβλήθηκαν οι κυρώσεις καθώς επίσης οι περιστάσεις οι οποίες περιβάλλουν την τέλεσή του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Η δημοσιοποίηση των κυρώσεων και μέτρων καθώς και οποιαδήποτε δημόσια δήλωση του Συμβουλίου γίνονται με τήρηση και σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναφέρονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως το δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Το Συμβούλιο εκπληρώνει τις υποχρεώσεις τις οποίες επιβάλλει το Άρθρο 30στ της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2-ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Πειθαρχικά αδικήματα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-103\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 103</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">103.</span>Κάθε νόμιμος ελεγκτής και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο υπόκεινται σε πειθαρχική δίωξη, κατά το Κεφάλαιο 1 του παρόντος Μέρους, εάν - (α) Καταδικαστεί με τελεσίδικη απόφαση δικαστηρίου σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, εκβιασμό, πλαστογραφία, δωροδοκία καθώς επίσης για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα που κατά τη γνώμη της Πειθαρχικής Επιτροπής ενέχει ηθική αισχρότητα˙ ή (β) επέδειξε, κατά την γνώμη του Συμβουλίου, στα πλαίσια των εργασιών του, επονείδιστη, δόλια, ή ασυμβίβαστη προς το επάγγελμα διαγωγή ή διαγωγή που θέτει σε σοβαρή αμφισβήτηση την εντιμότητά του˙ ή (γ) έχει ενεργήσει ή παραλείψει κάτι ή έχει συμπεριφερθεί με τρόπο που ισοδυναμεί με παράβαση οποιουδήποτε καθήκοντος ή υποχρέωσης που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 ή/και γενικά του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις εργασίες των νόμιμων ελεγκτών και ελεγκτικών γραφείων˙ ή (δ) συντρέχει διάπραξη πειθαρχικού αδικήματος ως προβλέπεται στον παρόντα Νόμο.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 Απαγόρευση δίωξης δύο φορές για το ίδιο αδίκημα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-104\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 104</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">104.</span>Πειθαρχική δίωξη δεν μπορεί να ασκηθεί εναντίον νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου για το ίδιο πειθαρχικό αδίκημα για το οποίο ήδη βρέθηκε ένοχος/ο ή για το οποίο αθωώθηκε, στη βάση των ίδιων γεγονότων.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 Μόνο μία πειθαρχική ποινή για κάθε πειθαρχικό αδίκημα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-105\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 105</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">105.</span>Για το ίδιο πειθαρχικό αδίκημα δεν επιβάλλονται περισσότερες από μια πειθαρχική ποινή.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 Λήξη πειθαρχικής ευθύνης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-106\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 106</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">106.</span>Νόμιμος ελεγκτής ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, το οποίο απέβαλε την ιδιότητα αυτή με οποιοδήποτε τρόπο, δε διώκεται πειθαρχικά, η πειθαρχική όμως διαδικασία η οποία τυχόν έχει αρχίσει συνεχίζεται και μετά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης, με εξαίρεση την περίπτωση του θανάτου του νόμιμου ελεγκτή.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 Ποινική δίωξη</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-107\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 107</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">107.</span>Εάν ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, δεν επιτρέπεται να ασκηθεί ή να συνεχιστεί πειθαρχική δίωξη εναντίον του για λόγους που σχετίζονται με την ποινική δίωξη, μέχρις ότου αυτή πάρει οριστικό τέλος.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 Πειθαρχική δίωξη ύστερα από ποινική δίωξη</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-108\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 108</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">108.</span>Νόμιμος ελεγκτής ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο που διώχθηκε για ποινικό αδίκημα και δεν βρέθηκε ένοχος/ο δεν μπορεί να διωχθεί πειθαρχικά για την ίδια κατηγορία, επιτρέπεται όμως να διωχθεί για πειθαρχικό αδίκημα που προκύπτει από πράξη ή παράλειψη ή διαγωγή του, η οποία σχετίζεται με την ποινική υπόθεση, αλλά δεν εγείρει το ίδιο επίδικο θέμα όπως εκείνο της κατηγορίας στην ποινική υπόθεση.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 Πειθαρχικές κυρώσεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-109\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 109</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">109.-(1) Σε νόμιμο ελεγκτή ή σε νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, δύναται να επιβληθεί από την Πειθαρχική Επιτροπή οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πειθαρχικές κυρώσεις: (α) Οριστική ανάκληση της άδειας νόμιμου ελεγκτή ή κατά περίπτωση, νόμιμου ελεγκτικού γραφείου και, κατά συνέπεια, μόνιμη απαγόρευση διενέργειας υποχρεωτικών ελέγχων και διαγραφή από το δημόσιο μητρώο, από την ημερομηνία επιβολής της πειθαρχικής κύρωσης∙ (β) προσωρινή απαγόρευση διάρκειας έως και τριών ετών, σε μέλος νόμιμου ελεγκτικού γραφείου ή σε μέλος διοικητικού ή διαχειριστικού οργάνου οντότητας δημοσίου συμφέροντος να ασκεί καθήκοντα σε νόμιμο ελεγκτικό γραφείο ή σε οντότητα δημοσίου συμφέροντος∙ (γ) προσωρινή απαγόρευση διάρκειας έως και τριών ετών, στον νόμιμο ελεγκτή, το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο ή τον κύριο εταίρο ελέγχου, να διενεργεί υποχρεωτικούς ελέγχους ή να υπογράφει εκθέσεις ελέγχου∙ (γα) προσωρινή απαγόρευση, διάρκειας έως τριών (3) ετών, με την οποία απαγορεύεται στον νόμιμο ελεγκτή, το ελεγκτικό γραφείο ή τον κύριο εταίρο βιωσιμότητας να διενεργεί τη διασφάλιση της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας ή να υπογράφει εκθέσεις διασφάλισης για την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας· (δ) διατήρηση της επαγγελματικής άδειας με τέτοιους όρους και για τόσο χρονικό διάστημα όσο το Πειθαρχικό Συμβούλιο ήθελε θεωρήσει σκόπιμο∙ (ε) δήλωση ότι η έκθεση ελέγχου δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 69 του παρόντος Νόμου ή, κατά περίπτωση, του Άρθρου 10 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014∙ (εα) δήλωση ότι η έκθεση διασφάλισης για την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 69Α· (στ) διαταγή προς τον νόμιμο ελεγκτή ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο που είναι υπαίτιος/ο για την παράβαση, να απέχει από τη συγκεκριμένη πράξη και να μην την επαναλάβει∙ (ζ) δημόσια δήλωση που αναφέρει το υπαίτιο πρόσωπο και τη φύση της παράβασης και δημοσιοποίηση της στον διαδικτυακό τόπο της ΑΔΕΕλΕπ∙ (η) χρηματικό πρόστιμο - (i) σε νόμιμο ελεγκτή ύψους έως και εκατόν χιλιάδων ευρών και σε περίπτωση υποτροπής ύψους έως και διακοσίων χιλιάδων ευρώ, (ii) σε νόμιμο ελεγκτικό γραφείο ύψους έως και ενός εκατομμυρίου ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής ύψους έως και δύο εκατομμυρίων ευρώ.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ανεξάρτητα από την επιβολή οποιασδήποτε από τις ποινές που αναφέρονται στο εδάφιο (1), η Πειθαρχική Επιτροπή δύναται να επιβάλει στο πρόσωπο που βρέθηκε ένοχο, την πληρωμή όλων ή μέρους των εξόδων της πειθαρχικής διαδικασίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η Πειθαρχική Επιτροπή, για την επιμέτρηση της πειθαρχικής κύρωσης που θα επιβάλει, λαμβάνει, μεταξύ άλλων, υπόψη - (α) Την σοβαρότητα και την διάρκεια της παράβασης˙ (β) τον βαθμό ευθύνης του παραβάτη˙ (γ) την σοβαρότητα και την διάρκεια της παράβασης και την έκταση και σοβαρότητα του αντίκτυπου στο κοινό˙ (δ) τον κίνδυνο για την αξιοπιστία και την ορθή λειτουργία του ελεγκτικού θεσμού˙ (ε) την οικονομική δύναμη του παραβάτη όπως φαίνεται από τον κύκλο εργασιών του εάν είναι νόμιμο ελεγκτικό γραφείο ή από το ετήσιο εισόδημα του εάν είναι νόμιμος ελεγκτής˙ (στ) το ύψος των κερδών που αποκομίσθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από τον παραβάτη, εφόσον αυτά μπορούν να προσδιορισθούν, και γενικά τον τυχόν προσπορισμό οφέλους από τον παραβάτη˙ (ζ) την τυχόν συνδρομή, στο πρόσωπο του παραβάτη, της ιδιότητας του κυρίου εταίρου. (η) το βαθμό συνεργασίας του υπαίτιου προσώπου με την αρμόδια αρχή˙ (θ) τις προηγούμενες παραβάσεις του παραβάτη.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 160(I)/2025 Πρόσωπα που υπόκεινται σε πειθαρχική έρευνα ή πειθαρχική διαδικασία</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-110\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 110</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">110.</span>Νόμιμος ελεγκτής ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο έχει πειθαρχική ευθύνη και υπόκειται σε έρευνα ή σε πειθαρχική διαδικασία κατά το παρόν Μέρος, εάν το ισχυριζόμενο πειθαρχικό αδίκημα τελέσθηκε από – (α) Πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας˙ ή (β) φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή άλλη οντότητα που δραστηριοποιείται στη Δημοκρατία˙ ή (γ) πρόσωπο φυσικό ή νομικό ή άλλη οντότητα που δραστηριοποιείται ή παρέχει υπηρεσίες σε εταιρεία που συνδέεται με την Δημοκρατία με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο ως διορθώθηκε ή παρέχει υπηρεσίες σε επιχείρηση που συνδέεται με την Δημοκρατία.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 Ειδική αυτοτελής ευθύνη και συναφή πειθαρχικά αδικήματα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-111\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 111</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">111.-(1) Πράξη ή παράλειψη νόμιμου ελεγκτή που είναι υπάλληλος νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, η οποία πράξη ή παράλειψη έλαβε χώρα στο όνομα και για λογαριασμό του γραφείου αυτού και στα πλαίσια της άσκησης της εργασίας του νόμιμου ελεγκτή ή ως αντιπρόσωπος του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου στα πλαίσια της εξουσιοδότησής του, θεωρείται ότι έχει διενεργηθεί από το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο και σε περίπτωση που η πράξη ή η παράλειψη αυτή στοιχειοθετούν πειθαρχικό αδίκημα κατά τον παρόντα Νόμο, η ατομική ευθύνη του νόμιμου ελεγκτή δεν αίρει την σωρευτική πειθαρχική ευθύνη του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου το οποίο υπόκειται σε έρευνα ή πειθαρχική διαδικασία.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου (1)- (α) Η αμελής ή η πλημμελής άσκηση εποπτείας εκ μέρους εταίρου ή ιδιοκτήτη ή μέλους διοίκησης ή μέλους εποπτικού οργάνου, νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, επί του κυρίου εταίρου και των νόμιμων ελεγκτών, καθώς και κάθε άλλου προσώπου που συμμετέχει εν γένει στην ελεγκτική διαδικασία για λογαριασμό του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου συνιστά πειθαρχικό αδίκημα το οποίο καταλογίζεται αυτοτελώς στο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο ή/και στα μέλη των οργάνων διοίκησης του που εμπλέκονται στην αμελή ή πλημμελή άσκηση εποπτείας και για το οποίο επιβάλλονται κυρώσεις˙ (β) συνιστά επίσης πειθαρχικό αδίκημα το οποίο καταλογίζεται αυτοτελώς στο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο ή/και στα μέλη των οργάνων διοίκησης του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, κάθε πράξη ή παράλειψη εταίρου ή ιδιοκτήτη ή μέλους της διοίκησης ή μέλους του εποπτικού οργάνου ή κυρίου εταίρου νόμιμου ελεγκτικού γραφείου η οποία θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα νόμιμου ελεγκτή όπως αυτή προσδιορίζεται στον παρόντα Νόμο, στο θεσμικό πλαίσιο που διέπει τις εργασίες νόμιμου ελεγκτή και νόμιμου ελεγκτικού γραφείου περιλαμβανομένων των Διεθνών Ελεγκτικών Προτύπων και του εκάστοτε σε ισχύ Κώδικα Δεοντολογίας της Διεθνούς Ομοσπονδίας Λογιστών˙ (γ) σε περίπτωση καταδίκης για πειθαρχικό αδίκημα κατά την παράγραφο (α), πέραν των λοιπών κυρώσεων που δυνατόν να επιβληθούν για αδικήματα που διαπράχθηκαν λόγω της αμελούς ή/και πλημμελούς πράξης ή/και παράλειψης, δύναται να επιβληθεί, σε βάρος του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου και στα μέλη των οργάνων διοίκησης του που εμπλέκονται στην διάπραξη του αδικήματος, η κύρωση της επιβολής χρηματικού προστίμου μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ σε έκαστο εξ’ αυτών˙ (δ) σε περίπτωση καταδίκης για πειθαρχικό αδίκημα κατά την παράγραφο (β), πέραν των λοιπών κυρώσεων που δυνατόν να επιβληθούν για αδικήματα που διαπράχθηκαν λόγω της αμελούς ή/και πλημμελούς πράξης ή/και παράλειψης, δύναται να επιβληθεί, σε βάρος του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου και στα μέλη των οργάνων διοίκησης του που εμπλέκονται στην διάπραξη αδικήματος, η κύρωση της επιβολής της προσωρινής ανάκλησης της άδειας για χρονικό διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 ΜΕΡΟΣ XVΙII ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Αποφάσεις Υπουργικού Συμβουλίου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-112\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 112</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">112.</span>Οι αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο για συγκεκριμένη απόφαση, δημοσιεύονται με γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 Μεταβατικές διατάξεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-113\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 113</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">113.-(1)(α) Οι νόμιμοι ελεγκτές ή τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία που έχουν λάβει άδεια από τις αρχές της Δημοκρατίας πριν την 29η Ιουνίου 2008 βάσει του περί Εταιρειών Νόμου ως διορθώθηκε, θεωρούνται ότι έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο και μέχρι τη 31η Δεκεμβρίου 2018 υποχρεούνται να εγγραφούν ως μέλη σε αναγνωρισμένα σώματα ελεγκτών της Δημοκρατίας. (β) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του άρθρου 10 του περί Ερμηνείας Νόμου, η εγκυρότητα και η ισχύς άδειας που χορηγήθηκε δυνάμει των περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμων δεν επηρεάζεται από την κατάργηση των εν λόγω Νόμων διά του άρθρου 115.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Σύνδεσμος Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου ο οποίος κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου είναι αναγνωρισμένος από το Υπουργικό Συμβούλιο, δυνάμει των διατάξεων του περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμου, θεωρείται ότι έχει αναγνωριστεί κατά τον παρόντα Νόμο, ως αναγνωρισμένο σώμα ελεγκτών και ασκεί αρμοδιότητες που διέπονται από τον παρόντα Νόμο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο Έφορος Εταιρειών και Επίσημος Παραλήπτης καταργεί το Μητρώο Ελεγκτών που τηρούσε δυνάμει των διατάξεων του περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του άρθρου 10 του περί Ερμηνείας Νόμου, οι πράξεις, αποφάσεις και εσωτερικοί κανονισμοί της Επιτροπής Δημόσιας Εποπτείας, που εκδόθηκαν δυνάμει των περί των Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμων, συνεχίζουν να ισχύουν έως να είχαν εκδοθεί από την ΑΔΕΕλΕπ, εκτός εάν τροποποιηθούν ή ανακληθούν από την τελευταία.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 171(I)/2017 7(I)/2018 Έκδοση Κανονισμών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-114\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 114</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">114.(1) Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται, ύστερα από διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη να εκδίδει, με την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, Κανονισμούς, για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου και για τον καθορισμό κάθε θέματος το οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις ή για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου χρήζει ή είναι επιδεκτικό καθορισμού ή προνοείται από τον παρόντα Νόμο ότι δύναται να καθορίζεται με Κανονισμούς.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κανονισμοί που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων και αν μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή τους η Βουλή των Αντιπροσώπων με απόφασή της δεν τους τροποποιήσει ή τους ακυρώσει, στο σύνολό τους ή μερικώς, τότε αυτοί, αμέσως μετά από την πάροδο της πιο πάνω προθεσμίας, δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και τίθενται σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσής τους.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 69(I)/2019 12(I)/2020 Κατάργηση Νόμου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-115\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 115</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">115.</span>Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, ο περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμος καταργείται.</div>\n<p class=\"lf-p\">53(I)/2017 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Πατήστε εδώ για το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ.</p>\n<p class=\"lf-p\">Εκτύπωση Cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii και τη ConvertPLC για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο</p></div>", "next": 0}