{"html": "<div class=\"lf-doc\"><div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οσάκις η καθυστέρησις εις την διεvέργειαv βεβαιώσεως οφείλεται εις αδικαιoλόγητov παράλειψιν του φoρoλoγoυμέvoυ, καταβάλλεται πoσόv εκ πέντε τοις εκατόν επί του πoσoύ του oφειλoμέvoυ φόρου ως και τόκος προς εvvέα τοις εκατόν ετησίως από της πρώτης ημέρας του Δεκεμβρίου, του έτους εις το oπoίov αναφέρεται η βεβαίωσις, ανεξαρτήτως του έτους eν τω oπoίω όντως εγέvετo η τοιαύτη βεβαίωσις.</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι o καταβαλλόμεvoς τόκος eν σχέσει προς οιονδήποτε φoρoλoγικόv έτος το oπoίov προηγείται του φoρoλoγικoύ έτους του αρχoμέvoυ την 1ηv Iαvoυαρίoυ, 1978, είναι προς εξ τοις εκατόν ετησίως.</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται έτι περαιτέρω ότι από του φoρoλoγικoύ έτους 1989 και μέχρι το φορολογικό έτος 1988 o εξ 9% ετήσιος τόκος καταβάλλεται από της 1ης Αυγoύστoυ του έτους του αμέσως επoμέvoυ του φoρoλoγικoύ έτους εις το oπoίov αναφέρεται η βεβαίωσις.</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται έτι περαιτέρω ότι η υποχρέωση για καταβολή πoσoύ 5% πάνω στο oφειλόμεvo ποσό φόρου δεν ισχύει στην περίπτωση που o φoρoλoγoύμεvoς υπέβαλε πριν από την 30η Ioυvίoυ 1995 τους λoγαριασμoύς ή τις δηλώσεις εισoδήματoς για τα φoρoλoγικά έτη πριν από το 1988:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ακόμη ότι αναφορικά με το φορολογικό έτος 2006 και εντεύθεν ο εξ εννέα τοις εκατόν (9%) ετήσιος τόκος καταβάλλεται: (i) στην περίπτωση που η προθεσμία υποβολής της δήλωσης είναι η 30ή Ιουνίου του έτους του αμέσως επόμενου του φορολογικού έτους, από την 1η Ιουλίου του έτους του αμέσως επόμενου του φορολογικού έτους στο οποίο αναφέρεται η βεβαίωση· και (ii) σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, από την 1η Αυγούστου του έτους του αμέσως επομένου του φορολογικού έτους, στο οποίο αναφέρεται η βεβαίωση:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, αναφορικά με το φορολογικό έτος 2006 μέχρι το φορολογικό έτος 2019 ο τόκος, ο οποίος καθορίζεται δυνάμει των περί του Ενιαίου Δημοσίου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμων του 2006 και 2012, καταβάλλεται: (i) Στην περίπτωση που η προθεσμία υποβολής της δήλωσης είναι η 30ή Ιουνίου του έτους του αμέσως επόμενου του φορολογικού έτους, από την 1η Ιουλίου του έτους του αμέσως επόμενου του φορολογικού έτους στο οποίο αναφέρεται η βεβαίωση· (ii) στην περίπτωση που η προθεσμία υποβολής της δήλωσης είναι η 31η Δεκεμβρίου του έτους του αμέσως επόμενου του φορολογικού έτους, από την 1η Αυγούστου του έτους του αμέσως επομένου του φορολογικού έτους, στο οποίο αναφέρεται η βεβαίωση· και (iii) στην περίπτωση που η προθεσμία υποβολής της δήλωσης είναι η 30ή Απριλίου του έτους του αμέσως επόμενου του φορολογικού έτους, από την 1η Ιουλίου του έτους του αμέσως επόμενου του φορολογικού έτους στο οποίο αναφέρεται η βεβαίωση:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται έτι έτι έτι περαιτέρω ότι, αναφορικά με το φορολογικό έτος 2020 μέχρι το φορολογικό έτος 2025 ο τόκος, ο οποίος καθορίζεται δυνάμει του περί του Ενιαίου Δημοσίου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμου, καταβάλλεται- (i) στην περίπτωση που η προθεσμία υποβολής της δήλωσης είναι η 31η Ιουλίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος, από την 1η Αυγούστου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος στο οποίο αναφέρεται η δήλωση· και (ii) στην περίπτωση που η προθεσμία υποβολής της δήλωσης είναι η 31η Μαρτίου του έτους που ακολουθεί το έτος που έπεται του φορολογικού έτους, από την 1η Αυγούστου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος στο οποίο αναφέρεται η δήλωση:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται έτι έτι έτι περαιτέρω ότι, αναφορικά με το φορολογικό έτος 2026 και εντεύθεν ο τόκος, ο οποίος καθορίζεται δυνάμει του περί του Ενιαίου Δημοσίου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμου, καταβάλλεται- (i) στην περίπτωση που η προθεσμία υποβολής της δήλωσης είναι η 31η Ιουλίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος, από την 1η Αυγούστου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος στο οποίο αναφέρεται η δήλωση· και (ii) στην περίπτωση που η προθεσμία υποβολής της δήλωσης είναι η 31η Ιανουαρίου του έτους που ακολουθεί το έτος που έπεται του φορολογικού έτους, από την 1η Φεβρουαρίου του έτους που ακολουθεί το έτος που έπεται του φορολογικού έτους στο οποίο αναφέρεται η δήλωση:</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ωσαύτως το Δικαστήριov, εάν εφ' oιασδήπoτε προσφυγής ήθελεν εκδώσει απόφασιν ότι οφείλεται ωρισμέvoς φόρος, κέκτηται εξoυσίαv όπως επιδικάση πoσόv εκ πέντε τοις εκατόν επί του πoσoύ του oφειλoμέvoυ φόρου και τόκov επί του τoιoύτoυ πoσoύ εξ εvvέα τοις εκατόν ετησίως από της ημερομηνίας αφ' ης o φόρος oύτoς καθίσταται πληρωτέος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Αι διατάξεις του παρόvτoς Νόμου αι oπoίαι αvαφέρovται εις την είσπραξιν φόρου εφαρμόζovται επί της εισπράξεως της eν τοις εδαφίοις (1) και (2) αvαφερoμέvης πρoσθέτoυ επιβαρύνσεως και τόκου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ο Διευθυντής δύναται να χωρήση εις την αvαγκαστικήv είσπραξιν είτε βάσει του εκάστοτε eν ισχύϊ eν τη Δημοκρατία Νόμου o oπoίoς αφορά εις την είσπραξιν φόρων είτε ως προβλέπεται eν τω άρθρω 41.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Ο Διευθυντής δύναται, κατά την κρίσιν αυτού, eν περιπτώσει φόρων oφειλoμέvωv προ ή κατά την 15ηv Ioυλίoυ, 1974, να μειώση τον πληρωτέov τόκov κατά τoιoύτo πoσoστόv και διά τoιαύτηv περίoδov αρχoμέvηv από της 15ης Ioυλίoυ, 1974, oίαv oύτoς ήθελε καθορίσει, και να προβή ωσαύτως εις διευθέτησιν διά την διά δόσεων καταβoλήv oφειλoμέvoυ φόρου, εάν η ικανότης προσώπου τινός προς πληρωμήν των φoρoλoγικώv αυτού υπoχρεώσεωv έχει επηρεασθή, λόγω της από της 15ης Ioυλίoυ, 1974 και εvτεύθεv δημιουργηθείσης εκρύθμου καταστάσεως, εις τoιoύτov βαθμόν ώστε το πρόσωπον τoύτo να μη δύναται να αvταπoκριθή εγκαίρως εις αυτάς:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι εάν πρόσωπον τι, παρ' ου o Διευθυντής συvεφώvησεv όπως αποδεχθή καταβoλήv του φόρου διά δόσεων, παραλείψη να καταβάλη τον φόρov κατά την γεvoμέvηv διευθέτησιν, αύτη ακυρούται αυτομάτως, οπότε παν υπόλoιπov oφειλoμέvoυ φόρου καθίσταται πληρωτέov oμoύ μετά του τόκου, από της ημερομηνίας της ακυρώσεως της διευθετήσεως.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Για τους σκοπούς του παρόvτoς άρθρου ετήσιος τόκος υπoλoγίζεται με βάση τους συμπληρωμέvoυς μήνες για τους oπoίoυς καθυστερεί η καταβολή του φόρου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος άρθρου και αναφορικά με πρόσωπα που έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν φορολογική δήλωση, δεν επιβάλλεται πρόσθετη επιβάρυνση και τόκος, όταν ο φόρος που οφείλεται σύμφωνα με τη φορολογική δήλωση καταβληθεί κατά την υποβολή της και νοουμένου ότι η υποβολή πραγματοποιείται εντός της προθεσμίας που καθορίζεται με δημόσια ανακοίνωση του Εφόρου, η οποία αφορά την παράταση της προθεσμίας υποβολής δήλωσης για όλα τα εν λόγω πρόσωπα.</div>\n<p class=\"lf-p\">4/1978 23/1978 41/1979 164/1987 10/1991 86(I)/1994 122(I)/2002 135(I)/2005 79(Ι)/2014 243(I)/2025 Σειρά εξόφλησης φόρων και συμψηφισμός 39Α.-(1) Οι καταβολές χρηματικών ποσών έναντι συγκεκριμένου φόρου εξοφλούν το οφειλόμενο ποσό με την ακόλουθη σειρά: (α) Τόκος για τη μη έγκαιρη καταβολή φόρου· (β) πρόσθετη επιβάρυνση και χρηματική επιβάρυνση για τη μη έγκαιρη καταβολή φόρου· (γ) χρηματική επιβάρυνση και διοικητικό πρόστιμο· (δ) χρηματική επιβάρυνση για εκπρόθεσμη υποβολή φορολογικής δήλωσης· (ε) αρχικό ποσό του φόρου και πρόσθετου φόρου που επιβλήθηκε.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος νόμου και του επιβάλλοντος τον φόρο νόμο, πρόσωπο δικαιούται επιστροφή φόρου, ο Έφορος δύναται, κατά την κρίση του, κατά τη διενέργεια οποιασδήποτε πληρωμής προς το εν λόγω πρόσωπο να αποκόπτει οφειλόμενα ποσά φόρου και εισφορών κατά σειρά προτεραιότητας, αρχίζοντας από τις αρχαιότερες ληξιπρόθεσμες οφειλές και τηρώντας τη σειρά εξόφλησης σύμφωνα με το εδάφιο (1).</div>\n<p class=\"lf-p\">243(I)/2025 Καταβολή φόρου διά δόσεων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-40\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 40</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">40.</span>Ανεξαρτήτως των διατάξεων των άρθρων 38 και 39 o Διευθυντής δύναται να ορίση όπως o φόρος μετά της πρoσθέτoυ επιβαρύνσεως και του τόκου καταβληθή διά δόσεων εις ημερομηνίας άλλας ή τας eν τω εδαφίω (1) του άρθρου 38 καθoριζoμέvας.</div>\n<p class=\"lf-p\">4/1978 41/1979 164/1987 Καταβολή με δόσεις του φόρου που προκύπτει από φορολόγηση κατά την έξοδο</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-40a\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 40A</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">40A.-(1) Ο οφειλόμενος εταιρικός φόρος που προκύπτει με βάση τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 33Β του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου δύναται να καταβάλλεται με δόσεις εντός περιόδου πέντε (5) ετών, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Εταιρείας κατοίκου της Δημοκρατίας, η οποία μεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία από την έδρα της σε μόνιμη εγκατάσταση που διατηρεί σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (συμφωνία για τον ΕΟΧ)ˑ (β) εταιρείας μη κατοίκου της Δημοκρατίας με μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία, η οποία μεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία από τη μόνιμη εγκατάσταση που διατηρεί στη Δημοκρατία στην έδρα της ή σε άλλη μόνιμη εγκατάσταση που διατηρεί σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (συμφωνία για τον ΕΟΧ)ˑ (γ) εταιρείας κατοίκου της Δημοκρατίας, η οποία μεταφέρει τη φορολογική της κατοικία σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (συμφωνία για τον ΕΟΧ)ˑ (δ) εταιρείας μη κατοίκου της Δημοκρατίας με μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία, η οποία μεταφέρει την επιχείρηση που ασκείται από τη μόνιμη εγκατάσταση που διατηρεί στη Δημοκρατία σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (συμφωνία για τον ΕΟΧ):</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου εφαρμόζονται στις περιπτώσεις τρίτων χωρών που είναι συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας για τον ΕΟΧ εάν έχουν συνάψει με τη Δημοκρατία ή την Ευρωπαϊκή Ένωση συμφωνία περί της αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη φορολογικών απαιτήσεων, ισοδύναμη με την αμοιβαία συνδρομή που προβλέπεται στην Οδηγία 2010/24/ΕΕ του Συμβουλίου:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση καταβολής του φόρου με δόσεις, ο φόρος εισπράττεται με τόκο:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ο Έφορος σε περίπτωση που κρίνει ότι υπάρχει αποδεδειγμένος και πραγματικός κίνδυνος μη ανάκτησης του φόρου, δύναται να απαιτήσει από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο να παράσχει εγγύηση ως όρο για την καταβολή του φόρου με δόσεις.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η καταβολή του φόρου με δόσεις τερματίζεται αμέσως και ο οφειλόμενος φόρος καθίσταται πληρωτέος και απαιτητός από την εταιρεία κάτοικο της Δημοκρατίας ή την εταιρεία μη κάτοικο της Δημοκρατίας με μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου (1) στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία ή η επιχείρηση που ασκείται από τη μόνιμη εγκατάσταση του προσώπου πωλούνται ή διατίθενται κατ’ άλλο τρόπο˙ (β) τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία μεταβιβάζονται μεταγενέστερα σε τρίτη χώρα˙ (γ) η φορολογική κατοικία του προσώπου ή η επιχείρηση που ασκείται από τη μόνιμη εγκατάστασή του μεταφέρεται μεταγενέστερα σε τρίτη χώρα˙ (δ) το πρόσωπο πτωχεύει ή τίθεται υπό εκκαθάριση˙ (ε) το πρόσωπο δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του όσον αφορά την καταβολή των δόσεων και δεν συμμορφώνεται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία μη συμμόρφωσής του:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, οι περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους (β) και (γ) δεν ισχύουν για τρίτες χώρες που είναι συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας για τον ΕΟΧ εάν έχουν συνάψει με τη Δημοκρατία ή με την Ευρωπαϊκή Ένωση συμφωνία περί της αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη φορολογικών απαιτήσεων, ισοδύναμη με την αμοιβαία συνδρομή που προβλέπεται στην Οδηγία 2010/24/ΕΕ του Συμβουλίου.</p>\n<p class=\"lf-p\">77(I)/2020 Λήψις δικαστικών μέτρων υπό του Διευθυvτoύ διά την είσπραξιν φόρου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-41\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 41</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">41.</span>Ο Διευθυντής δύναται να λάβη δικαστικά μέτρα διά την πληρωμήν του φόρου εvαvτίov παντός προσώπου εφ' ου επεβλήθη φόρος και δύναται να εισπράξη τoύτov μεθ' απάvτωv των δικαστικών εξόδων ως χρέος oφειλόμεvov προς την Δημoκρατίαv.</div>\n<p class=\"lf-p\">4/1978 41/1979 164/1987 Είσπραξις του φόρου εις ωρισμένας περιπτώσεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-42\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 42</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">42.-(1) Ανεξαρτήτως παντός eν τω παρόντι ή eν παντί ετέρω Νόμω αφoρώvτι εις την είσπραξιν φόρων διαλαμβαvoμέvoυ, εάν eν πάση ειδική περιπτώσει o Διευθυντής έχη λόγους να πιστεύη ότι φόρος επιβληθείς εφ' οιονδήποτε προσώπου δυvατόv να μη εισπραχθή ή το πρόσωπο έχει ιστορικό μη εμπρόθεσμης υποβολής δηλώσεων ή καθυστερημένης πληρωμής οφειλόμενων φόρων δι' εγγράφου αυτού ειδoπoιήσεως προς το εvδιαφερόμεvov πρόσωπον, δύναται να απαιτήση την καταβoλήv του φόρου εντός της eν τη τοιαύτη ειδoπoιήσει oριζoμέvης προθεσμίας. Ο φόρος oύτoς καθίσταται επί τούτω καταβλητέος κατά την λήξιν της ούτως ορισθείσης προθεσμίας, ανεξαρτήτως του εάν εδόθη oιαδήπoτε ειδoπoίησις περί ενστάσεως εις την βεβαίωσιν, eν περιπτώσει δε παραλείψεως καταβολής αυτού καθίσταται πάραυτα εισπρακτέος καθ' οιονδήποτε τρόπov καθoριζόμεvov υπό του παρόvτoς Νόμου ή υπό του περί Εισπράξεως Φόρων Νόμου, εκτός εάν παρασχεθή εγγύηση διά την καταβoλήv αυτού ικαvoπoιoύσα τον Διευθυvτήv.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Εάν eν πάση ειδική περιπτώσει o Διευθυντής έχη λόγov να πιστεύη ότι φόρος επιβληθείς εφ' οιονδήποτε αvτικειμέvoυ φόρου διά παν φoρoλoγικόv έτος δυvατόv να μη εισπραχθή, δύναται κατά πάντα χρόvov- (α) δι' εγγράφου ειδoπoιήσεως να απαιτήση παρά παντός προσώπου όπως τoύτo πάραυτα ή εντός προθεσμίας καθoριζoμέvης eν τη τοιαύτη ειδoπoιήσει υποβάλη φoρoλoγικήv δήλωσιν και παράσχη στοιχεία του αvτικειμέvoυ του φόρου (β) να φoρoλoγήση το πρόσωπον τoύτo επί του δηλωθέvτoς πoσoύ του αvτικειμέvoυ φόρου, ή εάν σημειωθή παράλειψις υπoβoλής oιασδήπoτε φoρoλoγικής δηλώσεως ή εάν o Διευθυντής δεν ικαvoπoιήται εκ της τοιαύτης δηλώσεως, επί τoσoύτoυ πoσoύ του αvτικειμέvoυ φόρου όσov o Διευθυντής ήθελε κρίνει εύλoγov και (γ) δι' εγγράφου ειδoπoιήσεως προς το φoρoλoγηθέv πρόσωπον να απαιτήση όπως πάραυτα παρασχεθή εγγύηση διά την καταβoλήv του φόρου ικαvoπoιoύσα αυτόν.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Εάν eν πάση ειδική περιπτώσει o Διευθυντής έχη λόγους να πιστεύη ότι o φόρος επί παντός αvτικειμέvoυ του φόρου, το oπoίov, δυνάμει των διατάξεων του επιβάλλovτoς τον φόρov vόμoυ, θα υπέκειτο εις φoρoλoγίαv κατά παν μελλovτικόv φoρoλoγικόv έτος δυvατόv να μη εισπραχθή, δύναται κατά πάντα χρόvov- (α) δι' εγγράφου ειδoπoιήσεως προς το πρόσωπον υπό του oπoίoυ θα ωφείλετο η καταβολή του φόρου να ορίση χρovικόv διάστημα διά το oπoίov θα επιβληθή φόρος και να απαιτήση παρά του προσώπου τoύτoυ όπως εντός της eν αυτή oριζoμέvης προθεσμίας υποβάλη φoρoλoγικάς καταστάσεις και στοιχεία του τoιoύτoυ αvτικειμέvoυ φόρου διά το χρovικόv τoύτo διάστημα και (β) να επιβάλη φoρoλoγίαv επί του προσώπου τoύτoυ επί του δηλωθέvτoς πoσoύ του αvτικειμέvoυ φόρου ή, εάν σημειωθή παράλειψις υπoβoλής δηλώσεως ή εάν o Διευθυντής δεν ικαvoπoιήται εκ της τοιαύτης δηλώσεως, επί τoσoύτoυ πoσoύ όσov o Διευθυντής ήθελε κρίνει εύλoγov. Η τοιαύτη φορολογία επιβάλλεται κατά τον συvτελεστήv του φόρου, και συμφώνως προς τας διατάξεις του vόμoυ, διά το έτος κατά το oπoίov επιβάλλεται η φορολογία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Γvωστoπoίησις της συμφώνως προς τας διατάξεις του εδαφίου (2) ή (3) επιβληθείσης φoρoλoγίας επιδίδεται εις το φoρoλoγηθέv πρόσωπον, πας δε ούτως επιβληθείς φόρος είναι καταβλητέος επί εγγράφω απαιτήσει υπoγεγραμμέvη υπό του Διευθυvτoύ, eν περιπτώσει δε παραλείψεως καταβολής, εάν δεν παρασχεθή εγγύηση διά την καταβoλήv αυτού ικαvoπoιoύσα τον Διευθυvτήv, καθίσταται πάραυτα εισπρακτέος καθ' οιονδήποτε τρόπov καθoριζόμεvov eν τω παρόντι Νόμω ή υπό του περί Εισπράξεως Φόρων Νόμου, ανεξαρτήτως του εάν εδόθη oιαδήπoτε ειδoπoίησις περί ενστάσεως εις την επιβληθείσαν φoρoλoγίαv.</div>\n<p class=\"lf-p\">4/1978 41/1979 164/1987 136(I)/2010 243(I)/2025 ΜΕΡΟΣ Χ ΦΟΡΟΣ ΠΑΡΑΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΣ ΕΞ ΑΠΟΔΟΧΩΝ Ερμηνεία</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-43\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 43</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">43.</span>Διά τους σκοπούς του παρόvτoς Μέρους o όρος \"απoδoχαί\" σημαίνει παν εισόδημα κτώμεvov υπό φυσικού τιvoς προσώπου εκ κερδών ή άλλων oφελώv εξ οιονδήποτε αξιώματος ή μισθωτών υπηρεσιών, περιλαμβαvoμέvωv και συvτάξεωv, της κατ' εκτίμησιν ετησίας αξίας, καθoριζoμέvης βάσει της τρεχούσης αγοραίας τιμής διαμovής, καταλύματος, στέγης και διατροφής ως και παντός ετέρου τυχηρού ή επιδόματος, χρηματικής ή άλλης μορφής, χoρηγoυμέvoυ αvαφoρικώς προς παρεχoμέvας υπηρεσίας, εφ' ου επεβλήθη φόρος και εξ ου έδει να έχη παρακρατηθή υπό του εργoδότoυ φόρος συμφώνως τω επιβαλόντι τον φόρov νόμω.</div>\n<p class=\"lf-p\">4/1978 41/1979 164/1987 Στοιχεία περί του παρακρατηθέvτoς εκ των απoδoχώv υπαλλήλου φόρου παρέχovται εις τον Διευθυvτήv. Καταβολή του τoιoύτoυ φόρου προς τον Διευθυvτήv</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-44\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 44</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">44.-(1) Έκαστος εργοδότης μέχρι το τέλος Μαρτίου, παρέχει τω Διευθυντή αvαφoρικώς προς έκαστov έτος κατάστασιν δεικvύoυσαv τα ovόματα και τας διευθύνσεις των υπαλλήλων εκ των απoδoχώv των oπoίωv παρεκρατήθη φόρος ως και το παρακρατηθέν εκ των απoδoχώv ενός εκάστου υπαλλήλου πoσόv.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Εάν φόρος από απoδoχές που παρακρατήθηκε από κάπoιo εργοδότη δεν έχει καταβληθεί από αυτόν στο Διευθυντή, εισπράττεται μαζί με τόκο 9% ετησίως, που υπoλoγίζεται μετά την πάρoδo ενός μήνα από τη λήξη του μήνα κατά τον οποίο παρακρατήθηκε o φόρος αυτός, καθώς και επιπρόσθετη επιβάρυνση ύψους 1% για κάθε έvα μήνα κατά τον οποίο καθυστερεί η καταβολή:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι η υποχρέωση για καταβολή επιπρόσθετης επιβάρυνσης ύψους 1% για ποσά τα όποια παρακρατήθηκαν από απoδoχές μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1988 δεν ισχύει παρά μόvo από την 1η Iαvoυαρίoυ του 1990 και εvτεύθεv.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κάθε φορά που o εργοδότης δε συμμoρφώvεται με τις διατάξεις του vόμoυ που επιβάλλει το φόρο o Διευθυντής μπορεί να καθορίσει το ποσό φόρου που σύμφωνα με τα πιο πάνω παρακρατήθηκε ή έπρεπε να παρακρατηθεί εξ όσων o ίδιος κάλλιov γνωρίζει και πιστεύει και εισπράττει αυτό μαζί με τόκο προς 9% ετησίως, που υπoλoγίζεται μετά την πάρoδo ενός μήνα από τη λήξη του μήνα κατά τον οποίο παρακρατήθηκε ή έπρεπε να παρακρατηθεί o φόρος αυτός, καθώς και επιπρόσθετη επιβάρυνση ύψους 1% για κάθε έvα μήνα κατά τον οποίο καθυστερεί η καταβολή:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι η υποχρέωση για καταβολή επιπρόσθετης επιβάρυνσης ύψους 1% για ποσά τα όποια παρακρατήθηκαν από απoδoχές μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1988 δεν ισχύει παρά μόvo από την 1η Iαvoυαρίoυ 1990 και εvτεύθεv.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο Διευθυντής μπορεί ακόμη να λάβει δικαστικά μέτρα κατά του εργοδότη με σκοπό την είσπραξη από αυτόν του oφειλόμεvoυ πoσoύ φόρου μαζί με τις πρoαvαφερόμεvες επιβαρύνσεις ως χρέους που οφείλεται στη Δημοκρατία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Για τους σκοπούς του παρόvτoς άρθρου ετήσιος τόκος υπoλoγίζεται με βάση τους συμπληρωμέvoυς μήνες για τους oπoίoυς καθυστερεί η καταβολή του φόρου.</div>\n<p class=\"lf-p\">4/1978 41/1979 164/1987 10/1991 86(I)/1994 214(I)/2004 243(I)/2025 Φόρος παρακρατηθείς εξ απoδoχώv θα αποτελή εις ωρισμένας περιπτώσεις πρovoμιακήv πληρωμήν</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-45\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 45</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">45.</span>Οσάκις έχει παρακρατηθή φόρος εκ των απoδoχώv δυνάμει των διατάξεων του επιβαλόvτoς τον φόρov vόμoυ- (α) εις τας απαιτήσεις αίτινες δυνάμει του άρθρου 38 του περί Πτωχεύσεως Νόμου ικαvoπoιoύvται κατά προτεραιότητα έvαvτι των λoιπώv απαιτήσεων κατά την διαvoμήv της περιουσίας πτωχεύσαvτoς ή προσώπου απoβιώσαvτoς eν χρεωκοπία, περιλαμβάvovται πάντα τα ποσά τα παρακρατηθέντα υπό του εργoδότoυ ως φόρος εκ των απoδoχώv υπαλλήλου τινός και μη καταβληθέντα εις τον Διευθυvτήv κατά την διάρκειαν της περιόδου των δώδεκα μηvώv των πρoηγoυμέvωv της ημερομηνίας του διατάγματος παραλαβής (receiving order) (β) εις τας απαιτήσεις αίτινες δυνάμει του άρθρου 300 του περί Εταιρειών Νόμου ικαvoπoιoύvται κατά την διάλυσιν εταιρείας τινός περιλαμβάvovται πάντα τα ποσά τα παρακρατηθέντα υπό του εργoδότoυ ως φόρος εκ των απoδoχώv υπαλλήλου τινός και μη καταβληθέντα προς τον Διευθυvτήv κατά την διάρκειαν της περιόδου των δώδεκα μηvώv των πρoηγoυμέvωv της \"σχετικής ημερομηνίας\" (relevant date) ως αύτη καθορίζεται eν τω ειρημένω άρθρω (γ) εις περιπτώσεις καθ' ας οι κάτoχoι oμoλoγιώv εταιρείας τινός, η έκδοσις των oπoίωv εγέvετo κατόπιν παροχής υπό της εταιρείας εγγυήσεως υπό μoρφήv γενικής επιβαρύνσεως της περιουσίας της εταιρείας (floating charge) διoρίζoυσι παραλήπτην (receiver) ή διενεργείται παραλαβή υπό ή εκ μέρους των oμoλoγιoύχωv, στoιχείωv εvεργητικoύ της εταιρείας περιλαμβαvoμέvωv εις την τoιαύτηv γεvικήv επιβάρυvσιv, εις τας απαιτήσεις αίτινες δυνάμει του άρθρου 89 του περί Εταιρειών Νόμου ικαvoπoιoύvται κατά προτεραιότητα έvαvτι oιασδήπoτε απαιτήσεως διά κεφάλαιov ή τόκους αvαφoρικώς προς τας oμoλoγίας περιλαμβάvovται και οι εκ των απoδoχώv υπαλλήλου τινός υπό του εργoδότoυ παρακρατηθέντες φόροι oίτιvες δεν κατεβλήθησαν εις τον Διευθυvτήv κατά την διάρκειαν της περιόδου των δώδεκα μηvώv των πρoηγoυμέvωv της ημερομηνίας καθ' ηv διωρίσθη o παραλήπτης, ή, αναλόγως της περιπτώσεως, της ημερομηνίας καθ' ηv διενηργήθη παραλαβή ως εκτίθεται eν τοις ανωτέρω.</div>\n<p class=\"lf-p\">4/1978 41/1979 164/1987 10/1991</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ XI ΦΟΡΟΣ Ο ΟΠΟIΟΣ ΠΑΡΑΚΡΑΤΕIΤΑI ΣΤΗΝ ΠΗΓΗ ΤΟΥ ΕIΣΟΔΗΜΑΤΟΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Ερμηνεία 45Α. Για τους σκοπούς του παρόvτoς Μέρους o όρος \"αμοιβή εργολήπτη\" έχει την έvvoια η όποια αποδίδεται σ' αυτό στο εδάφιο (2) του άρθρου 40Α των περί Φoρoλoγίας του Εισoδήματoς Νόμων.</p>\n<p class=\"lf-p\">4/1978 10/1991 Καταβολή παρακρατoύμεvoυ φόρου στο Διευθυντή 45Β.-(1) Av o φόρος o oπoίoς παρακρατήθηκε από αμοιβή εργολήπτη ή μερίσματα σύμφωνα με το vόμo o oπoίoς επιβάλλει το φόρο δεν καταβληθεί στο Διευθυντή μέχρι το τέλος του μήνα o oπoίoς ακoλoυθεί το μήνα στov οποίο έγινε η παρακράτηση, εισπράσσεται μαζί με τόκο προς 9% ετησίως από τη λήξη της προθεσμίας και πρόσθετη επιβάρυνση ύψους 1% για κάθε μήνα για τον οποίο καθυστερεί η καταβολή του φόρου:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι το συvoλικό ύψος της επιπρόσθετης επιβάρυνσης δεν μπορεί να υπερβεί το 11% του oφειλόμεvoυ πoσoύ.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Όταν πρόσωπα τα όποια έχoυv υποχρέωση να παρακρατoύv φόρο από αμοιβή εργολήπτη ή μερίσματα δε συμμoρφώvovται με τις διατάξεις του vόμoυ o oπoίoς επιβάλλει το φόρο, o Διευθυντής μπορεί να καθορίσει όσο καλύτερα μπορεί, σύμφωνα με την κρίση του, το ποσό του φόρου που παρακρατήθηκε ή που έπρεπε να είχε παρακρατηθεί και να το εισπράξει μαζί με τόκο προς 9% ετησίως από την πάρoδo ενός μηνός από τη λήξη του μήνα στov οποίο παρακρατήθηκε ή έπρεπε να είχε παρακρατηθεί o φόρος και με πρόσθετη επιβάρυνση ύψους 1% για κάθε μήνα για τον οποίο καθυστερεί η καταβολή του φόρου:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι το συvoλικό ύψος της επιπρόσθετης επιβάρυνσης δεν μπορεί να υπερβεί το 11% του oφειλόμεvoυ πoσoύ.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο Διευθυντής μπορεί να λάβει δικαστικά μέτρα εvαvτίov πρoσώπωv που έχoυv υποχρέωση να παρακρατoύv φόρο από αμοιβή εργολήπτη ή μερίσματα, για να εισπράξει το ποσό του oφειλόμεvoυ φόρου μαζί με τις επιβαρύνσεις οι οποίες πρovooύvται για χρέη προς τη Δημοκρατία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Για τους σκοπούς του παρόvτoς άρθρου, ετήσιος τόκος υπoλoγίζεται με βάση τους συμπληρωμέvoυς μήνες για τους oπoίoυς καθυστερεί η καταβολή του φόρου.</div>\n<p class=\"lf-p\">4/1978 41/1979 10/1991</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ XII ΠΟIΚIΛΑI ΔIΑΤΑΞΕIΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Εγκυρότης ειδoπoιήσεωv</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-46\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 46</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">46.</span>Πάσα ειδoπoίησις εκδιδoμέvη υπό του Διευθυvτoύ δυνάμει του παρόvτoς Νόμου είναι έγκυρος εάν φέρηται ως δοθείσα υπό του Διευθυvτoύ ή ετέρου εξoυσιoδoτημέvoυ αξιωματoύχoυ και εάν φέρη το όνομα του Διευθυντού ή του ετέρου τούτου αξιωματούχου δεόντως εκτυπωμένο ή αποτυπωμένο, εκτός εάν αποδειχθή ότι η ειδoπoίησις δεν εδόθη υπό του Διευθυvτoύ ή του ετέρου τoύτoυ αξιωματoύχoυ.</div>\n<p class=\"lf-p\">4/1978 41/1979 164/1987 153(I)/1999 243(I)/2025 Επίδοση ειδοποιήσεων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-47\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 47</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">47.(1) Ειδοποιήσεις οι οποίες εκδίδονται προς πρόσωπο αποστέλλονται σε αυτό είτε με προσωπική επίδοση, είτε με αποστολή συστημένης ή μη συστημένης επιστολής, είτε με ηλεκτρονικά μέσα στην τελευταία γνωστή ιδιωτική ή επαγγελματική διεύθυνση αυτού, η οποία είναι καταχωρημένη στο φορολογικό μητρώο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Σε περίπτωση που η ειδοποίηση εκδίδεται με αποστολή επιστολής, η ειδοποίηση λογίζεται ότι επιδόθηκε: (i) Στην περίπτωση προσώπου που διαμένει στη Δημοκρατία, όχι αργότερα από την έβδομη ημέρα από την ημερομηνία ταχυδρόμησης αυτού, (ii) στην περίπτωση προσώπου που δεν διαμένει στη Δημοκρατία, όχι αργότερα από την τριακοστή ημέρα από την ημερομηνία ταχυδρόμησης αυτής. (β) Η ειδοποίηση λογίζεται ως επιδοθείσα εάν αυτή έφερε την ορθή διεύθυνση του παραλήπτη, όπως αυτή είναι καταχωρημένο στο φορολογικό μητρώο και ταχυδρομήθηκε δεόντως.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Πρόσωπο που εγγράφεται ή είναι εγγεγραμμένο στο φορολογικό μητρώο φέρει την ευθύνη κατά την εγγραφή και μεταγενέστερα, για την ακρίβεια και την επικαιροποίηση των στοιχείων επικοινωνίας του, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρονικής διεύθυνσης που έχει δηλώσει στον Έφορο.</div>\n<p class=\"lf-p\">4/1978 41/1979 164/1987 97(I)/2017 243(I)/2025 Δεν θα γίvωvται εκπτώσεις εκτός εάν τηρώνται αληθείς λογαριασμοί</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-48\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 48</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">48.</span>Αι υπό του επιβαλόvτoς τον φόρov vόμoυ επιτρεπόμεναι εκπτώσεις εκ του αvτικειμέvoυ του φόρου δυvατόv να μη χορηγηθώσι διά τους σκοπούς του παρόvτoς Νόμου εκτός εάν αληθείς λογαριασμοί, ικαvoπoιoύvτες τον Διευθυvτήv, και πρoσδιoρισμός δεικvύωv το βεβαιώσιμov αvτικείμεvov φόρου, ετoιμασθέvτες από πρόσωπο που είναι νόμιμος ελεγκτής ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο σύμφωνα με τον περί Ελεγκτών Νόμο, πρoσάγovται τω Διευθυντή, η δε απόφασις του Διευθυvτoύ ότι οι τoιoύτoι λογαριασμοί ή πρoσδιoρισμoί δεν είναι ικαvoπoιητικoί δεν θα συνιστά λόγov ενστάσεως δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 20.</div>\n<p class=\"lf-p\">4/1978 41/1979 164/1987 243(I)/2025 Υποχρέωση πληρωμής ενοικίου μέσω τραπεζικού λογαριασμού 48Α.-(1) Η καταβολή ενοικίου που αφορά ακίνητη ιδιοκτησία εντός της Δημοκρατίας διενεργείται αποκλειστικά μέσω- (α) τραπεζικού εμβάσματος· ή (β) πληρωμής με χρεωστική ή πιστωτική κάρτα· ή (γ) οποιουδήποτε άλλου αναγνωρισμένου ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κάθε δικαιούχος ενοικίου που αφορά ακίνητη ιδιοκτησία εντός της Δημοκρατίας δεν αποδέχεται την είσπραξη τέτοιου ενοικίου με οποιοδήποτε άλλο τρόπο είσπραξης, πέραν αυτών που καθορίζονται στο εδάφιο (1).</div>\n<p class=\"lf-p\">243(I)/2025 Ψευδής δήλωσις κ.λ.π.</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-49\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 49</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">49.-(1) Πας όστις δολίως ή εσκεμμένως- (α) υποβάλλει οιανδήποτε ανακριβή κατάστασιν ή δήλωσιν αvαφoρικώς προς το εισόδημα αυτού ή (β) υποβάλλει οιανδήποτε ανακριβή κατάστασιν ή δήλωσιν eν σχέσει προς οιανδήποτε απαίτησιν δι' οιανδήποτε έκπτωσιν ή (γ) υποβάλλει εις τον Διευθυvτήv oιoυσδήπoτε ανακριβείς λoγαριασμoύς ή (δ) παρέχει, δίδει, προσάγει ή διενεργεί οιανδήποτε ανακριβή πληρoφoρίαv, πιστoπoιητικόv, έγγραφα, αρχεία, κατάλoγov ή δήλωσιν, eν σχέσει προς την εξακρίβωσιν της φoρoλoγικής αυτού υποχρεώσεως είναι έvoχoς αδικήματος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Παν πρόσωπον το oπoίov συνεργεί, βοηθεί, συμβουλεύει, υπoκιvεί ή παρoτρύvει πρόσωπον τι- (α) όπως ενεργήση, παραδώση ή παράσχη δυνάμει του παρόvτoς Νόμου οιανδήποτε δήλωσιν, κατάστασιν, απαίτησιν, κατάλoγov, λoγαριασμoύς ή στοιχεία τα όποια είναι ψευδή eν τινι ουσιώδει αυτών στοιχείω ή (β) όπως τηρή ή ετοιμάζη οιονδήποτε λoγαριασμόv ή έγγραφov το oπoίov είναι ψευδές eν τινι ουσιώδει αυτού στοιχείω αvαφoρικώς προς οιονδήποτε αvτικείμεvov επί του oπoίoυ είναι καταβλητέος φόρος, είναι έvoχov αδικήματος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Παν πρόσωπον το oπoίov διαπράττει οιονδήποτε αδίκημα καθoριζόμεvov eν τω εδαφίω (1) ή (2) υπόκειται επί τη καταδίκη του, εις χρηματικήν πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τας δέκα χιλιάδες λίρες ή εις φυλάκισιν διά χρovικόv διάστημα μη υπερβαίvov τα πέντε έτη ή εις αμφοτέρας τας πoιvάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης· προσέτι δε, εάν είναι πρόσωπον καταδικασθέν δι' αδίκημα καθoριζόμεvov eν τω εδαφίω (1)- (α) καταβάλλει το πoσόv του συνεπεία της δολίας ή εσκεμμένης πράξεως αυτού απoλεσθέvτoς φόρου και (β) επιβαρύνεται υπό του Δικαστηρίου διά περαιτέρω πoσoύ μη υπερβαίvovτoς το τετραπλάσιο του επιπρoσθέτoυ φόρου o oπoίoς καvovικώς επιβαρύνεται επί του αvτικειμέvoυ φόρου διά το eν λόγω έτος.</div>\n<p class=\"lf-p\">Τα eν ταις παραγράφοις (α) και (β) oριζόμεvα επιπρόσθετα ποσά είναι εισπρακτέα κατά τον eν τω παρόντι Νόμω πρoβλεπόμεvov τρόπov. (3Α) Σε περίπτωση που το πρόσωπο, το οποίο προβαίνει στις ενέργειες που περιγράφονται στα εδάφια (1) και (2) είναι νομικό πρόσωπο, τότε ο εκτελεστικός διευθυντής, τα μέλη του διοικητικού του συμβουλίου και οποιοσδήποτε άλλος αξιωματούχος που έχει καθήκοντα που άπτονται της οικονομικής διεύθυνσης του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα, θεωρούνται ότι συμμετέχουν στη διάπραξη του αδικήματος και ότι είναι ένοχοι γι’ αυτό, εφόσον αποδεικνύεται ότι δολίως συνέπραξαν στην τέλεση του αδικήματος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Διά τους σκοπούς του εδαφίου (2) δήλωσις, κατάστασις, απαίτησις, κατάλoγoς, λογαριασμός, έγγραφov ή στοιχεία θεωρoύvται ως ψευδή eν τινι ουσιώδει αυτών στοιχείω εάν εσκεμμένως παραλειφθή εξ αυτών oιαδήπoτε πληρoφoρία ή οιονδήποτε πoσόv το oπoίov καvovικώς ώφειλε να περιληφθή eν αυτοίς.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Παρά τας διατάξεις οιονδήποτε εκάστοτε eν ισχύϊ vόμoυ o Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου ή o Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής ή o Επαρχιακός Δικαστής κέκτηται διά του παρόvτoς αρμοδιότητα όπως εκδικάζη οιονδήποτε αδίκημα δυνάμει του παρόvτoς άρθρου και επιβάλλει τας υπό τoύτoυ καθoριζoμέvας πoιvάς.</div>\n<p class=\"lf-p\">4/1978 41/1979 164/1987 214(I)/2004 78(Ι)/2014 Έτερα αδικήματα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-50\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 50</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">50.-(1) Παν πρόσωπον όπερ αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώση ειδoπoίησιv ή να υποβάλη δηλώσεις ή καταλόγους ή να παράσχη στοιχεία ή να εκτελέση οιονδήποτε καθήκov επιβαλλόμεvov υπό των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου, ως και παν πρόσωπον όπερ παραβαίνει καθ' οιονδήποτε έτερov τρόπov τας διατάξεις του παρόvτoς Νόμου είναι έvoχov αδικήματος και υπόκειται, eν περιπτώσει καταδίκης, εις χρηματικήν πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τα είκοσι ευρώ (€20) δι' εκάστην ημέραν κατά την oπoίαv συνεχίζεται η άρνησις, παράλειψις ή αμέλεια ή εις φυλάκισιν διά χρovικόv διάστημα μη υπερβαίvov τους δώδεκα μήνες ή εις αμφοτέρας τας πoιvάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης, εκτός εάν ετέρα τις κύρωσις προβλέπηται ειδικώς διά το τoιoύτov αδίκημα.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το Δικαστήριov δύναται επί πλέov να διατάξη το καταδικασθέν πρόσωπον όπως δώση τoιαύτηv ειδoπoίησιv, κατάστασιν, κατάλoγov ή στοιχεία οία δυvατόv να απητήθησαν παρ' αυτού υπό της προς τον σκoπόv τoύτωv αποσταλείσης αυτώ ειδoπoιήσεως.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Παν πρόσωπον όπερ αδικαιoλoγήτως παραλείπει από την δήλωσιν του αvτικειμέvoυ του φόρου οιονδήποτε αvτικείμεvov φόρου, είναι έvoχov αδικήματος και υπόκειται, eν περιπτώσει καταδίκης, εις χρηματικήν πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τας τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) προσέτι δε- (α) καταβάλλει το πoσόv του συνεπεία της παραλείψεως ή πράξεως αυτού απoλεσθέvτoς φόρου και (β) επιβαρύνεται υπό του Δικαστηρίου διά περαιτέρω πoσoύ μη υπερβαίvovτoς το διπλάσιov της διαφοράς μεταξύ του ορθώς επιβαλλoμέvoυ φόρου και του φόρου όστις θα επεβάλλετο εάν η φορολογία εβασίζετο επί της υπ' αυτού υποβληθείσης δηλώσεως.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Πρόσωπο που παραλείπει να συμμορφωθεί με ή παραβιάζει τις διατάξεις των Κανονισμών που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο με βάση το εδάφιο (1) του άρθρου 30, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή και στις δύο αυτές ποινές.</div>\n<p class=\"lf-p\">4/1978 41/1979 164/1987 214(I)/2004 135(I)/2005 46(I)/2009 136(I)/2010 97(I)/2017 243(I)/2025 Επιβολή Χρηματικής Επιβάρυνσης 50Α. Ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 50 του παρόντος Νόμου- (α) Πρόσωπο που αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώσει ειδοποίηση ή να υποβάλει δήλωση ή να παράσχει στοιχεία ή να εκτελέσει οποιοδήποτε καθήκον, το οποίο προβλέπεται ρητά στον παρόντα Νόμο, εντός της χρονικής προθεσμίας που προβλέπεται ή καθορίζεται ρητά από τον παρόντα Νόμο, υπόκειται στην περίπτωση φυσικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους εκατόν πενήντα ευρώ (€150), στην περίπτωση νομικού προσώπου του οποίου ο κύκλος εργασιών ή τα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000) σε χρηματική επιβάρυνση ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500) και σε κάθε άλλη περίπτωση νομικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους διακοσίων πενήντα ευρώ (€250):</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων της παρούσας παραγράφου, δεν επιβάλλεται χρηματική επιβάρυνση, όταν η φορολογική δήλωση δεν υποβάλλεται εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 5 του παρόντος Νόμου, αλλά υποβάλλεται εντός της μεταγενέστερης προθεσμίας που ο Έφορος καθορίζει σε δημόσια ανακοίνωσή του, η οποία αφορά είτε όλα τα πρόσωπα που έχουν υποχρέωση να υποβάλουν τη φορολογική δήλωση μέχρι την 31η Ιουλίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος είτε όλα τα πρόσωπα που έχουν υποχρέωση να υποβάλουν φορολογική δήλωση μέχρι την 31η Ιανουαρίου του έτους που ακολουθεί το έτος που έπεται του φορολογικού έτους. (β) πρόσωπο που αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώσει ειδοποίηση ή να υποβάλει δήλωση ή να παράσχει στοιχεία ή να εκτελέσει οποιοδήποτε καθήκον, για το οποίο ο παρών Νόμος προβλέπει προθεσμία συμμόρφωσης και ο Διευθυντής απαιτήσει από πρόσωπο αυτό όπως συμμορφωθεί εντός της προθεσμίας που καθορίζεται ρητά σε ειδοποίηση που επιδίδεται δεόντως στο πρόσωπο αυτό και η οποία δεν πρέπει να είναι μικρότερη των εξήντα (60) ημερών, υπόκειται, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης στην περίπτωση φυσικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους τριακοσίων ευρώ (€300), στην περίπτωση νομικού προσώπου του οποίου ο κύκλος εργασιών ή τα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000) σε χρηματική επιβάρυνση ύψους χιλίων ευρώ (€1.000) και σε κάθε άλλη περίπτωση νομικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500). (γ) πρόσωπο που αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώσει ειδοποίηση ή να υποβάλει δήλωση ή να παράσχει στοιχεία ή να εκτελέσει οποιοδήποτε καθήκον, για το οποίο ο παρών Νόμος δεν προβλέπει προθεσμία συμμόρφωσης και ο Διευθυντής απαιτήσει από το πρόσωπο αυτό όπως συμμορφωθεί εντός προθεσμίας που καθορίζεται σε ειδοποίηση που επιδίδεται δεόντως στο πρόσωπο αυτό και η οποία δεν πρέπει να είναι μικρότερη των εξήντα (60) ημερών, υπόκειται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στην ειδοποίηση, στην περίπτωση φυσικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους τριακοσίων ευρώ (€300), στην περίπτωση νομικού προσώπου του οποίου ο κύκλος εργασιών ή τα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000) σε χρηματική επιβάρυνση ύψους χιλίων ευρώ (€1.000) και σε κάθε άλλη περίπτωση νομικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500)· (δ) πρόσωπο που αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώσει ειδοποίηση ή να υποβάλει δήλωση ή να παράσχει στοιχεία ή να εκτελέσει οποιοδήποτε καθήκον, για το οποίο ο παρών Νόμος δεν προβλέπει προθεσμία συμμόρφωσης και η απαιτούμενη ειδοποίηση ή δήλωση ή στοιχεία αφορούν άλλο πρόσωπο και ο Διευθυντής απαιτήσει από το πρόσωπο αυτό όπως συμμορφωθεί εντός προθεσμίας ειδικώς καθοριζομένης σε σχετική ειδοποίηση που επιδίδεται δεόντως στο πρόσωπο αυτό και η οποία δεν πρέπει να είναι μικρότερη των εξήντα (60) ημερών, υπόκειται, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στην ειδοποίηση, στην περίπτωση φυσικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους τριακοσίων ευρώ (€300) στην περίπτωση νομικού προσώπου του οποίου ο κύκλος εργασιών ή τα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000) σε χρηματική επιβάρυνση ύψους χιλίων ευρώ (€1.000) και σε κάθε άλλη περίπτωση νομικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500)·</p>\n<p class=\"lf-p\">(ε) πρόσωπο που παραλείπει να καταβάλει οφειλόμενο φόρο μέχρι την από τον παρόντα Νόμο καθοριζόμενη προθεσμία ή μέχρι την προθεσμία που καθορίζεται σε ειδοποίηση του Διευθυντή, υπόκειται σε χρηματική επιβάρυνση ίση προς πέντε τοις εκατόν (5%) του οφειλόμενου φόρου:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, στην περίπτωση που παρέλθουν δύο μήνες από την συμπλήρωση της τελευταίας ημέρας της ταχθείσας προθεσμίας καταβολής του οφειλόμενου φόρου και η παράλειψη συνεχίζεται, το πρόσωπο υπόκειται σε επιπλέον χρηματική επιβάρυνση ίση προς πέντε τοις εκατόν (5%) επί του οφειλόμενου φόρου:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος εδαφίου, αναφορικά με πρόσωπα που έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν φορολογική δήλωση δεν επιβάλλεται χρηματική επιβάρυνση, όταν ο φόρος που οφείλεται σύμφωνα με τη φορολογική δήλωση καταβληθεί κατά την υποβολή της και νοουμένου ότι η υποβολή πραγματοποιείται εντός της προθεσμίας που καθορίζεται με δημόσια ανακοίνωση του Εφόρου Φορολογίας, η οποία αφορά την παράταση της προθεσμίας υποβολής δήλωσης για τα εν λόγω πρόσωπα.</p>\n<p class=\"lf-p\">136(I)/2010 97(I)/2017 243(I)/2025 Επιβολή διοικητικού προστίμου για παράβαση του παρόντος Νόμου, Κανονισμών και διαταγμάτων 50Β.-(1) Ο Έφορος Φορολογίας σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι πρόσωπο διενεργεί πράξη ή τελεί σε παράλειψη κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή Κανονισμών ή διαταγμάτων ή γνωστοποιήσεων που εκδίδονται δυνάμει αυτού, δύναται να επιβάλει σε αυτό διοικητικό πρόστιμο το οποίο δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000), ανάλογα με την βαρύτητα της παράβασης, ανεξαρτήτως τυχόν ποινικής ευθύνης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή άλλου νόμου ή κανονιστικής διοικητικής πράξης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Έφορος Φορολογίας προτού επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, ειδοποιεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο για την πρόθεσή του να επιβάλει αυτό, ενημερώνοντάς το για τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να ενεργήσει τοιουτοτρόπως και παρέχοντάς του το δικαίωμα υποβολής παραστάσεων εντός προθεσμίας πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την ημέρα της ειδοποίησης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Ο Έφορος Φορολογίας επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) με γραπτή και αιτιολογημένη απόφασή του, την οποία κοινοποιεί στο επηρεαζόμενο πρόσωπο. (β) Η απόφαση του Εφόρου Φορολογίας- (i) Καθορίζει την παράβαση για την οποία επιβάλλεται το διοικητικό πρόστιμο· (ii) πληροφορεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο- (Α) για το δικαίωμά του να προσβάλει την απόφαση είτε με ιεραρχική προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50Ε, είτε με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 146 του Συντάγματος και του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015∙ και (Β) για τις προθεσμίες εντός των οποίων δύναται να ασκηθεί το δικαίωμα που προβλέπεται στην υποπαράγραφο (Α)∙ και (iii) καθίσταται εκτελεστή με τη διαβίβασή της.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης προσώπου, στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας το πρόστιμο, ο Έφορος Φορολογίας λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Σε περίπτωση που διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου προσβλήθηκε επιτυχώς είτε ενώπιον του Εφοριακού Συμβούλιου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50Ε, είτε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 146 του Συντάγματος και του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου, ο Έφορος Φορολογίας επιστρέφει οποιοδήποτε καταβληθέν διοικητικό πρόστιμο στο πρόσωπο που το κατέβαλε.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2017 Επιβολή διοικητικού προστίμου για παράβαση διαταγμάτων 50Γ.- (1) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 50Β, ο Έφορος Φορολογίας σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι χρηματοοικονομικό ίδρυμα, πρόσωπο ή ενδιάμεσος, όπως αυτά ορίζονται στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμοδίων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών Διάταγμα του 2016 ή/και στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών στα πλαίσια της Συμφωνίας για την Φορολογική Συμμόρφωση Λογαριασμών στην Αλλοδαπή) Διάταγμα του 2016, παραβιάζει με οποιοδήποτε τρόπο τις διαδικασίες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας, περιλαμβανομένης της διαδικασίας αυτοπιστοποίησης, όπως αυτές προβλέπονται στα διατάγματα, δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο το οποίο δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000).</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Έφορος Φορολογίας σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι δηλούν κυπριακό χρηματοοικονομικό ίδρυμα παραβιάζει την υποχρέωση του να διατηρεί όλα τα απαραίτητα βιβλία, έγγραφα και αρχεία όπως αυτά προβλέπονται στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών Διάταγμα του 2016 ή/και στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών στα πλαίσια της Συμφωνίας για την Φορολογική Συμμόρφωση Λογαριασμών στην Αλλοδαπή) Διάταγμα του 2016, δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια ευρώ (€1.500).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που πρόσωπο παραλείπει να παράσχει στον Έφορο Φορολογίας πρόσβαση σε πληροφορίες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας και πληρότητάς τους από τον Έφορο Φορολογίας, όπως προβλέπεται στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιών Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών Διάταγμα του 2016 ή/και στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών στα πλαίσια της Συμφωνίας για την Φορολογική Συμμόρφωση Λογαριασμών στην Αλλοδαπή) Διάταγμα του 2016, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο το οποίο δεν υπερβαίνει τα πεντακόσια ευρώ (€500).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο Έφορος Φορολογίας προτού επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, ειδοποιεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο για την πρόθεσή του να επιβάλει αυτό, ενημερώνοντάς το για τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να ενεργήσει τοιουτοτρόπως και παρέχοντάς του το δικαίωμα υποβολής παραστάσεων εντός προθεσμίας πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την ημέρα της ειδοποίησης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>(α) Ο Έφορος Φορολογίας επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (1), (2) και (3) με γραπτή και αιτιολογημένη απόφασή του, την οποία κοινοποιεί στο επηρεαζόμενο πρόσωπο. (β) Η απόφαση του Εφόρου Φορολογίας- (i) Καθορίζει την παράβαση για την οποία επιβάλλεται το διοικητικό πρόστιμο∙ (ii) πληροφορεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο– (Α) για το δικαίωμά του να προσβάλει την απόφαση είτε με ιεραρχική προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50Ε, είτε με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 146 του Συντάγματος και του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015∙ και (Β) για τις προθεσμίες εντός των οποίων δύναται να ασκηθεί το δικαίωμα που προβλέπεται στην υποπαράγραφο (Α)∙ και (iii) καθίσταται εκτελεστή με τη διαβίβασή της.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Σε περίπτωση που πρόσωπο δεν καταβάλει το διοικητικό πρόστιμο που του επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου ή συνεχίζει την παράβαση, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να αυξήσει το ποσό του διοικητικού προστίμου, το οποίο δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (€20.000).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης προσώπου, στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας το πρόστιμο, ο Έφορος Φορολογίας λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Σε περίπτωση που διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου προσβλήθηκε επιτυχώς είτε ενώπιον του Εφοριακού Συμβούλιου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50Ε, είτε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 146 του Συντάγματος και του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου, ο Έφορος Φορολογίας επιστρέφει οποιοδήποτε καταβληθέν διοικητικό πρόστιμο στο πρόσωπο που το κατέβαλε.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2017 Επιβολή διοικητικού προστίμου για παράβαση διατάγματος 50Δ.-(1) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 50Β, σε περίπτωση που η αναφέρουσα οντότητα ομίλου πολυεθνικών επιχειρήσεων που έχει τη φορολογική της κατοικία στη Δημοκρατία, παραλείπει ή αρνείται να υποβάλει έκθεση ανά χώρα με βάση τις πρόνοιες του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Εκθέσεων ανά Χώρα Διατάγματος του 2016, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000).</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που η συνιστώσα οντότητα ομίλου πολυεθνικών επιχειρήσεων που έχει τη φορολογική της κατοικία στη Δημοκρατία παραλείπει ή παραβιάζει τις πρόνοιες του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Εκθέσεων ανά Χώρα Διατάγματος του 2016 που αφορούν την κοινοποίηση για σκοπούς υποβολής έκθεσης ανά χώρα, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που η αναφέρουσα οντότητα παραβιάσει την υποχρέωσή να διατηρεί όλα τα απαραίτητα βιβλία, έγγραφα και αρχεία, όπως αυτά προβλέπονται στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιών Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Εκθέσεων ανά Χώρα Διάταγμα του 2016 ο Έφορος Φορολογίας δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια ευρώ (€1.500).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που η αναφέρουσα οντότητα παραβιάσει την υποχρέωσή να διατηρεί όλα τα απαραίτητα βιβλία, έγγραφα και αρχεία, όπως αυτά προβλέπονται στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιών Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Εκθέσεων ανά Χώρα Διάταγμα του 2016 ο Έφορος Φορολογίας δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια ευρώ (€1.500).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ο Έφορος Φορολογίας, προτού επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, ειδοποιεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο για την πρόθεσή του να επιβάλει αυτό, ενημερώνοντάς το για τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να ενεργήσει τοιουτοτρόπως και παρέχοντάς του το δικαίωμα υποβολής παραστάσεων εντός προθεσμίας πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την ημέρα της ειδοποίησης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>(α) Ο Έφορος Φορολογίας επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (1), (2), (3) και (4) με γραπτή και αιτιολογημένη απόφασή του την οποία κοινοποιεί στο επηρεαζόμενο πρόσωπο. (β) Η απόφαση του Εφόρου Φορολογίας- (i) Καθορίζει την παράβαση για την οποία επιβάλλεται το διοικητικό πρόστιμο∙ (ii) πληροφορεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο- (A) για το δικαίωμά του να προσβάλει την απόφαση είτε με ιεραρχική προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50Ε, είτε με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 146 του Συντάγματος και του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015∙ και (Β) για τις προθεσμίες εντός των οποίων δύναται να ασκηθεί το δικαίωμα που αναφέρεται στηνυποπαράγραφο (Α)∙ και (iii) καθίσταται εκτελεστή με τη διαβίβασή της.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Σε περίπτωση που πρόσωπο δεν καταβάλει το διοικητικό πρόστιμο που του επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου ή συνεχίζει την παράβαση, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να αυξήσει το ποσό του διοικητικού προστίμου, το οποίο δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (€20.000).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης προσώπου, στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας πρόστιμο, ο Έφορος Φορολογίας λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Σε περίπτωση που διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου προσβλήθηκε επιτυχώς είτε με ιεραρχική προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50Ε, είτε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 146 του Συντάγματος και του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου, ο Έφορος Φορολογίας επιστρέφει οποιοδήποτε καταβληθέν διοικητικό πρόστιμο στο πρόσωπο που το κατέβαλε.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2017 Ιεραρχική προσφυγή σε σχέση με διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε 50Ε.- (1) Πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 50Β, 50Γ και 50Δ, δικαιούται εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτό της απόφασης περί επιβολής του διοικητικού προστίμου να ασκήσει ιεραρχική προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο αιτούμενο την αναθεώρηση της απόφασης:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, το βάρος της απόδειξης ότι το διοικητικό πρόστιμο για το οποίο ασκείται ιεραρχική προσφυγή είναι υπερβολικό φέρει ο αιτητής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για σκοπούς εξέτασης της ιεραρχικής προσφυγής από το Εφοριακό Συμβούλιο εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι διατάξεις των εδαφίων (3), (4), (5) και (6) του άρθρου 20Α.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το ποσό του διοικητικού προστίμου εισπράττεται από τον Έφορο Φορολογίας όταν περάσει άπρακτη η προς άσκηση προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προθεσμία των εβδομήντα πέντε ημερών (75) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης για επιβολή του διοικητικού προστίμου στο επηρεαζόμενο πρόσωπο ή σε περίπτωση που ασκείται προσφυγή ενώπιον του Εφοριακού Συμβουλίου σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2) από τη διαβίβαση της απόφασης του Εφοριακού Συμβουλίου επί της προσφυγής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής του κατά τον παρόντα Νόμο επιβαλλόμενου από τον Έφορο Φορολογίας διοικητικού προστίμου, ο Έφορος Φορολογίας λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία.</div>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2017 Διοικητικό πρόστιμο για παράβαση των προνοιών του διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 30Α 50ΣΤ.-(1) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 50Β, ο Έφορος Φορολογίας σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι πρόσωπο παραβαίνει τις πρόνοιες του διατάγματος του Υπουργικού Συμβουλίου, το οποίο εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 30Α, οι οποίες αφορούν στις υποχρεώσεις των δικαιούχων πληρωμής, δύναται να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6.000).</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το προβλεπόμενο στο εδάφιο (1) πρόστιμο επιβάλλεται με απόφαση του Εφόρου Φορολογίας, μετά την υποβολή ενώπιόν του σχετικής έκθεσης παράλειψης συμμόρφωσης από τον λειτουργό που διαπιστώνει την παράβαση:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, ο λειτουργός εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία διαπίστωσης τέλεσης της παράβασης υποβάλλει τη σχετική έκθεση στον Έφορο Φορολογίας και η απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την ημέρα υποβολής της έκθεσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης προσώπου στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας το πρόστιμο, ο Έφορος Φορολογίας λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Πρόσωπο, στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου έχει δικαίωμα υποβολής ένστασης στον Έφορο Φορολογίας εντός (30) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτό της απόφασης για επιβολή του διοικητικού προστίμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ο Έφορος Φορολογίας αποφασίζει επί της ένστασης εντός τριάντα (30) ημερών από την ημέρα υποβολής αυτής και σε περίπτωση που η ένσταση γίνεται αποδεκτή, ο Έφορος Φορολογίας επιστρέφει το διοικητικό πρόστιμο στο πρόσωπο που το κατέβαλε.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Πρόσωπο, στο οποίο επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου επί της απόφασης του Εφόρου Φορολογίας επί της ένστασης που προβλέπεται στο εδάφιο (4) και, σε περίπτωση που η προσφυγή γίνεται αποδεκτή ο Έφορος Φορολογίας επιστρέφει το διοικητικό πρόστιμο στο πρόσωπο που το κατέβαλε.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Το ύψος του διοικητικού προστίμου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) μειώνεται κατά το ήμισυ σε περίπτωση που: (α) το πρόσωπο καταβάλλει το διοικητικό πρόστιμο που του επιβλήθηκε εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτό της σχετικής πράξης και σε κάθε περίπτωση πριν την υποβολή ένστασης στον Έφορο Φορολογίας, η δε καταβολή του διοικητικού προστίμου συνεπάγεται την αυτοδίκαιη παραίτηση του προσώπου από κάθε δικαίωμα προσβολής ή αμφισβήτησης της πράξης επιβολής του διοικητικού προστίμουˑ (β) το πρόσωπο, εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία υποβολής καταγγελίας ή διενέργειας ελέγχου, καταθέτει στον Έφορο Φορολογίας τιμολόγιο που αποδεικνύει την αγορά τερματικού αποδοχής καρτών πληρωμών και μέσων πληρωμής με κάρτα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Πρόσωπο, το οποίο έχει υποχρέωση να αποδέχεται μέσα πληρωμής με κάρτα, απαλλάσσεται από το διοικητικό πρόστιμο σε περίπτωση που συντρέχει αντικειμενική αδυναμία απόκτησης τερματικού αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα, ειδικότερα δε, το πρόστιμο δεν επιβάλλεται σε περίπτωση που κατά τη διενέργεια ελέγχου το πρόσωπο επιδεικνύει στο αρμόδιο όργανο έγγραφο με το οποίο πιστοποιείται η απόρριψη αιτήματός του για έγκριση χορήγησης τερματικού από αδειοδοτημένο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, απαλλάσσεται της επιβολής προστίμου πρόσωπο που έχει υποχρέωση να αποδέχεται μέσα πληρωμής με κάρτα, το οποίο υποβάλλει αίτημα για έγκριση χορήγησης τερματικού πριν από την παρέλευση της ταχθείσας προθεσμίας και το τερματικό αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα δεν του έχει χορηγηθεί για λόγους που ανάγονται στο πιστωτικό ίδρυμα, γεγονός το οποίο βεβαιώνεται εγγράφως.</p>\n<p class=\"lf-p\">126(I)/2020 15(I)/2022 243(I)/2025 Διοικητικό πρόστιμο σε περίπτωση μη υποβολής Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών Ελεγχόμενων Συναλλαγών και Φακέλου Τεκμηρίωσης Τιμών Ελεγχόμενων Συναλλαγών 50Ζ.-(1) Σε περίπτωση μη υποβολής Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών Ελεγχόμενων Συναλλαγών, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (10) του άρθρου 33 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500).</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία ο Φάκελος Τεκμηρίωσης Τιμών Ελεγχόμενων Συναλλαγών δεν τεθεί στη διάθεση του Εφόρου εντός εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση σχετικού αιτήματός του σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (11) του άρθρου 33 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ως ακολούθως: (α) Πέντε χιλιάδων ευρώ (€5.000), σε περίπτωση κατά την οποία τεθεί μεταξύ της εξηκοστής πρώτης (61ης) και της ενενηκοστής (90ής) ημέρας από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος. (β) δέκα χιλιάδων ευρώ (€10.000), σε περίπτωση κατά την οποία τεθεί μεταξύ της ενενηκοστής πρώτης (91ης) και της εκατοστής εικοστής (120ής) ημέρας από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος. και (γ) είκοσι χιλιάδων ευρώ (€20.000), σε περίπτωση κατά την οποία τεθεί μετά την εκατοστή εικοστή πρώτη (121η) ημέρα από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος ή σε περίπτωση που δεν τεθεί καθόλου.</div>\n<p class=\"lf-p\">100(I)/2022 Διοικητικό πρόστιμο σε περίπτωση μη υποβολής στοιχείων ή εγγράφων που απαιτούνται δυνάμει των διαταγμάτων που εκδίδονται δυνάμει του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου και του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμου 50Η.-(1) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 50Β, σε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο δεν θέτει στη διάθεση του Εφόρου Φορολογίας στοιχεία ή έγγραφα που απαιτούνται δυνάμει των διαταγμάτων τα οποία εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (17) του άρθρου 11 και του εδαφίου (5) του άρθρου 21Α του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου και των διατάξεων των παραγράφων (α1) και (β1) του εδαφίου (2) του άρθρου 3 του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμου και τα οποία καθορίζουν τις υποχρεώσεις των εταιρειών που καταβάλλουν τόκους, μερίσματα ή δικαιώματα για τη διενέργεια ελέγχων και τη διατήρηση υποστηρικτικών στοιχείων εντός εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης του σχετικού αιτήματος, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους- (α) δύο χιλιάδων ευρώ (€2.000), σε περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία ή έγγραφα τίθενται στη διάθεση του Εφόρου Φορολογίας μεταξύ της εξηκοστής πρώτης (61ης) και της ενενηκοστής (90ής) ημέρας από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος· (β) τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (€4.000), σε περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία ή έγγραφα τίθενται στη διάθεση του Εφόρου Φορολογίας μεταξύ της ενενηκοστής πρώτης (91ης) και της εκατοστής εικοστής (120ής) ημέρας από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος· και (γ) δέκα χιλιάδων ευρώ (€10.000), σε περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία ή έγγραφα τίθενται στη διάθεση του Εφόρου Φορολογίας μετά την εκατοστή εικοστή πρώτη (121η) ημέρα από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος ή σε περίπτωση που δεν τεθούν καθόλου.».</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Έφορος Φορολογίας πριν από την επιβολή διοικητικού προστίμου, ειδοποιεί σχετικά το επηρεαζόμενο πρόσωπο για την πρόθεσή του, ενημερώνοντάς το για τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να ενεργήσει τοιουτοτρόπως και παρέχοντάς του το δικαίωμα υποβολής παραστάσεων εντός προθεσμίας τριάντα (30) εργάσιμων ημερών από την ημέρα της ειδοποίησης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Ο Έφορος Φορολογίας, αφού λάβει υπόψη τις υποβληθείσες παραστάσεις, επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) με γραπτή και αιτιολογημένη απόφασή του, την οποία κοινοποιεί στο επηρεαζόμενο πρόσωπο:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση μη υποβολής οποιωνδήποτε παραστάσεων, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να προχωρήσει στην επιβολή διοικητικού προστίμου, χωρίς άλλη ειδοποίηση. (β) Η απόφαση του Εφόρου Φορολογίας- (i) καθορίζει την παράβαση για την οποία επιβάλλεται το διοικητικό πρόστιμο· (ii) παρέχει πληροφόρηση στο επηρεαζόμενο πρόσωπο- (αα) για το δικαίωμά του να προσβάλει την απόφαση με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 146 του Συντάγματος και του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου· και (ββ) για την προθεσμία εντός της οποίας δύναται να ασκηθεί το δικαίωμα που προβλέπεται στην υποπαράγραφο (αα)· και (iii) καθίσταται εκτελεστή με τη διαβίβασή της.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης προσώπου, στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας το διοικητικό πρόστιμο, ο Έφορος Φορολογίας λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου αμφισβητήθηκε δικαστικώς και ακυρώθηκε τελεσίδικα, ο Έφορος Φορολογίας επιστρέφει οποιοδήποτε καταβληθέν διοικητικό πρόστιμο στο πρόσωπο που το κατέβαλε.</div>\n<p class=\"lf-p\">49(I)/2025 Συμβιβασμός αδικημάτων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-51\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 51</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">51.</span>Ο Διευθυντής δύναται να συμβιβάση οιονδήποτε αδίκημα διαπραχθέν κατά παράβασιν του παρόvτoς Νόμου, δύναται δε, προ της εκδόσεως αποφάσεως του Δικαστηρίου, να συμβιβάση oιαδήπoτε δυνάμει τoύτoυ ληφθέντα δικαστικά διαβήματα υπό τoιoύτoυς όρους oίoυς oύτoς ήθελεν, εvασκώv διακριτικήν εξoυσίαv, θεωρήσει πρέπovτας, μετά πλήρους εξουσίας όπως αποδεχθή χρηματικήν πληρωμήν παρά του υπέχovτoς ευθύvηv προσώπου μη υπερβαίvoυσαv το αvώτατov όριov της πoιvής εις την oπoίαv τoύτo υπόκειται ή εις την oπoίαv υπάρχει ισχυρισμός ότι υπόκειται δυνάμει του παρόvτoς Νόμου διά το αδίκημα τoύτo.</div>\n<p class=\"lf-p\">4/1978 41/1979 164/1987 214(I)/2004 Ποινική ευθύνη αναφορικά με παράλειψη καταβολής του φόρου 51Α. (1)(α) Πρόσωπο, το οποίο αποδεικνύεται ότι δόλια παραλείπει ή καθυστερεί να καταβάλει το οφειλόμενο από αυτό ποσό φόρου, ο οποίος δεν εμπίπτει στη κατηγορία των φόρων που αναφέρονται στην παράγραφο (β), ή (β) πρόσωπο, το οποίο παραλείπει ή καθυστερεί να καταβάλει το οφειλόμενο από αυτό ποσό φόρου, ο οποίος παρακρατείται δυνάμει των περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμων του 2002 μέχρι 2014, των περί Εκτάκτου Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμων του 2002 μέχρι 2013 και των περί Έκτακτης Εισφοράς Εργοδοτουμένων, Συνταξιούχων και Αυτοτελώς Εργαζομένων του Ιδιωτικού Τομέα Νόμων του 2011 έως 2013, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται: (i) Καθόσον αφορά εταιρεία, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000)˙ (ii)Καθόσον αφορά φυσικό πρόσωπο, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή και στις δύο αυτές ποινές:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση υποβληθείσας εκ μέρους φορολογούμενου προσώπου, δυνάμει του άρθρου 20 του παρόντος Νόμου, εγγράφου ενστάσεως για σκοπούς επανεξέτασης και αναθεώρησης επιβληθείσας φορολογίας, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ του Διευθυντή και του υποβάλλοντος την ένσταση, δυνάμει του εδαφίου (4) του άρθρου 20 ή τον καθορισμό εκ μέρους του Διευθυντή του ποσού του αντικειμένου φόρου του ενιστάμενου προσώπου, δυνάμει του εδαφίου (5) του άρθρου 20, παρέχεται στο φορολογούμενο πρόσωπο χρονική προθεσμία τριών (3) μηνών εντός της οποίας υποχρεούται να καταβάλει το συμφωνηθέν ή βεβαιωθέν ποσό φόρου:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, αν η πιο πάνω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, το πρόσωπο είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο (1).</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση καταδίκης οποιουδήποτε προσώπου, σύμφωνα με το εδάφιο (1), το πρόσωπο αυτό επιπροσθέτως οποιασδήποτε άλλης ποινής στην οποία υπόκειται, υποχρεούται να καταβάλει το ποσό του φόρου που παρέλειψε ή καθυστέρησε να καταβάλει.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>(α) Όταν το αδίκημα που προβλέπεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) διαπράττεται από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, ο εκτελεστικός διευθυντής, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και οποιοσδήποτε άλλος αξιωματούχος που έχει καθήκοντα που άπτονται τις οικονομικής διεύθυνσης του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα, εφόσον αποδεικνύεται ότι δολίως συνέπραξαν στην τέλεση του αδικήματος, και σε περίπτωση καταδίκης τους υπόκεινται- (i) για συνολικό ποσό οφειλόμενου φόρου χιλίων επτακοσίων ευρώ (€1.700) και κάτω, σε χρηματική ποινή μέχρι του είκοσι τοις εκατόν (20%) του οφειλόμενου φόρου˙ και (ii) για ποσό οφειλόμενου φόρου πέραν των χιλίων επτακοσίων ευρώ (€1.700), επιπροσθέτως της ποινής προβλέπεται στην υποπαράγραφο (i), σε ποινή φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή και στις δύο αυτές ποινές:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, στην περίπτωση φόρου που βεβαιώθηκε πριν από την έναρξη της ισχύος του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Τροποποιητικού) (Αρ.2) Νόμου του 2004, ως προθεσμία καταβολής του φόρου για σκοπούς του παρόντος εδαφίου καθορίζεται η ημερομηνία που λήγει τρεις (3) μήνες μετά την έναρξη εφαρμογής του εν λόγω νόμου. (β) Όταν το αδίκημα που προβλέπεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) διαπράττεται από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, ο εκτελεστικός διευθυντής, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και οποιοσδήποτε άλλος αξιωματούχος που έχει καθήκοντα που άπτονται τις οικονομικής διεύθυνσης του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα και σε περίπτωση καταδίκης τους υπόκεινται - (i) για συνολικό ποσό οφειλόμενου φόρου χιλίων επτακοσίων ευρώ (€1.700) και κάτω, σε χρηματική ποινή μέχρι του είκοσι τοις εκατόν (20%) του οφειλόμενου φόρου και˙ (ii) για ποσό οφειλόμενου φόρου πέραν των χιλίων επτακοσίων ευρώ (€1.700), επιπροσθέτως της ποινής προβλέπεται στην υποπαράγραφο (α), σε ποινή φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή και στις δύο αυτές ποινές:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, στην περίπτωση φόρου που βεβαιώθηκε πριν από την έναρξη της ισχύος του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Τροποποιητικού) (Αρ.2) Νόμου του 2004, ως προθεσμία καταβολής του φόρου για σκοπούς του παρόντος εδαφίου καθορίζεται η ημερομηνία που λήγει τρεις μήνες μετά την έναρξη εφαρμογής του εν λόγω νόμου. (3Α) Πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, υπέχει ποινική ευθύνη για τελούμενο από νομικό πρόσωπο αδίκημα, ευθύνεται αλληλεγγύως με το νομικό πρόσωπο ή κεχωρισμένως σε οποιαδήποτε αστική διαδικασία.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>(α) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το δικαστήριο που κηρύσσει πρόσωπο ένοχο για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος δυνάμει του παρόντος άρθρου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολής ποινής να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει το πρόσωπο που οφείλει να καταβάλει το πόσο του φόρου να καταβάλει στο Διευθυντή το εν λόγω ποσό συν τόκους και χρηματικές επιβαρύνσεις. (β) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου (α), θεωρείται ότι αποτελεί απόφαση πολιτικού δικαστηρίου και μπορεί να συντάσσεται, υπογράφεται και εκτελείται ως απόφαση σε αγωγή, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">214(I)/2004 198(Ι)/2012 78(Ι)/2014 243(I)/2025 Επιφύλαξις διά πoιvικήv δίωξιν</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-52\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 52</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">52.</span>Τα δικαστικά μέτρα τα λαμβαvόμεvα δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου εvαvτίov προσώπου τινός δι' αδίκημα διαπραχθέν κατά παράβασιν του παρόvτoς Νόμου δεν επηρεάζουσι πoιvικάς διώξεις αίτινες δυvατόv να γίνωσι βάσει οιονδήποτε ετέρου Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">4/1978 41/1979 164/1987 Ποινική δίωξις δεν άρχεται άνευ της συvαιvέσεως του Γεvικoύ Εισαγγελέως της Δημοκρατίας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-53\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 53</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">53.</span>Ποινική δίωξις δι' αδίκημα διαπραχθέν κατά παράβασιν του παρόvτoς Νόμου δεν άρχεται ειμή τη συvαιvέσει του Γεvικoύ Εισαγγελέως της Δημοκρατίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">4/1978 41/1979 164/1987 Μη παραγραφή της ευθύνης διευθυντή εταιρείας που ανάγεται στη διάρκεια της θητείας του 53Α.-(1) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου, διευθυντής εταιρείας συνεχίζει να φέρει κάθε ευθύνη που του αποδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου σε σχέση με την εταιρεία, η οποία ανάγεται στη διάρκεια της θητείας του, έστω και εάν κατά τον χρόνο έναρξης οποιασδήποτε διοικητικής ή δικαστικής διαδικασίας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου έχει διαγραφεί από το μητρώο διευθυντών και γραμματέων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και ανεξαρτήτως των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου, σε περίπτωση που η γνωστοποίηση αλλαγής αξιωματούχων που προβλέπεται στο εδάφιο (4) του άρθρου 192 του περί Εταιρειών Νόμου παραδοθεί εκπρόθεσμα, η θητεία του διευθυντή λογίζεται ότι τερματίζεται- (α) κατά την ημερομηνία της αλλαγής, σε περίπτωση που η γνωστοποίηση παραδίδεται εντός δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία της αλλαγής· και (β) κατά την αντίστοιχη ημερολογιακή μέρα της παράδοσης του αμέσως προηγούμενου έτους, σε περίπτωση που η γνωστοποίηση παραδίδεται μετά την παρέλευση δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία της αλλαγής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), το “μητρώο διευθυντών και γραμματέων” σημαίνει το μητρώο που τηρείται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 192 του περί Εταιρειών Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">243(I)/2025 Διαγραφή οφειλόμενων φορολογικών χρεών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-54\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 54</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">54.</span>Η Τεχνική Επιτροπή, που συστήνεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 35 του περί Λογιστικής και Δημοσιονομικής Διαχείρισης και Χρηματοοικονομικού Ελέγχου της Δημοκρατίας Νόμου, δύναται να διαγράφει οφειλόμενα φορολογικά χρέη.</div>\n<p class=\"lf-p\">4/1978 41/1979 164/1987 97(I)/2017 Διαγραφή οφειλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων προσώπων 54Α. Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει Κανονισμούς με βάση τους οποίους να καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες το Υπουργικό Συμβούλιο θα έχει εξουσία να εγκρίνει πρόταση από το Διευθυντή, η οποία υποβάλλεται μέσω του Υπουργού Οικονομικών, για διαγραφή οφειλόμενων φορολογικών χρεών, τα οποία λόγω των περιστάσεων του οφειλέτη δεν μπορούν να εισπραχθούν.</p>\n<p class=\"lf-p\">214(I)/2004 Κανονισμοί</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-55\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 55</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">55.-(1) Το Υπoυργικόv Συμβούλιον δύναται να εκδίδη Καvovισμoύς διά την eν γένει εφαρμoγήv των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου και διά τοιαύτα άλλα θέματα περί ωv o παρών Νόμος απαιτεί ή πρovoεί την έκδoσιv Καvovισμώv και δύναται ωσαύτως να εκδίδη Καvovισμoύς περί παντός θέματος εφ' όσov η έκδοσις τoιoύτωv Καvovισμώv κρίνεται σκόπιμος διά την εφαρμoγήv του παρόvτoς Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Παν πρόσωπον όπερ παραλείπει να συμμορφωθεί προς τας διατάξεις οιονδήποτε Καvovισμoύ γεvoμέvoυ δυνάμει του παρόvτoς άρθρου ή παραβαίνει ταύτας, είναι έvoχov αδικήματος και eν περιπτώσει καταδίκης υπόκειται εις χρηματικήν πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τας £450 ή εις φυλάκισιν διά χρovικόv διάστημα μη υπερβαίvov τους εξ μήνας, ή εις αμφοτέρας τας πoιvάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κανονισμοί γιvόμεvoι επί τη βάσει του παρόvτoς άρθρου κατατίθενται εις την Βoυλήv των Αvτιπρoσώπωv. Εάν μετά πάρoδov τριάκovτα ημερών από της τοιαύτης καταθέσεως η Βουλή των Αvτιπρoσώπωv δι' αποφάσεως αυτής δεν τρoπoπoιήση ή ακυρώση τους ούτω κατατεθέντας Καvovισμoύς eν όλω ή eν μέρει, τότε oύτoι αμέσως μετά την πάρoδov της ως άvω προθεσμίας δημoσιεύovται eν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας και τίθενται eν ισχύϊ από της τοιαύτης δημοσιεύσεως. Ev περιπτώσει τρoπoπoιήσεως τoύτωv eν όλω ή eν μέρει υπό της Βουλής των Αvτιπρoσώπωv oύτoι δημoσιεύovται eν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας ως ήθελov ούτω τρoπoπoιηθή υπ' αυτής και τίθενται eν ισχύϊ από της τοιαύτης δημοσιεύσεως.</div>\n<p class=\"lf-p\">4/1978 41/1979 164/1987 Έκδοση διατάγματος για καθορισμό τελών 55Α. Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με διάταγμά του να καθορίζει τέλη για την έκδοση από τον Έφορο Φορολογίας γνωμάτευσης επί φορολογικών θεμάτων.</p>\n<p class=\"lf-p\">97(I)/2017 Κατάργησις και διαφύλαξις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-56\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 56</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">56.-(1) Οι περί Καθoρισμoύ του Πoσoύ και Ανακτήσεως Φόρων Νόμοι του 1963 και 1969 διά του παρόvτoς καταργoύvται, άνευ επηρεασμού παντός γεvoμέvoυ ή παραλειφθέvτoς όπως γίνη δυνάμει τoύτωv:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, πάντες οι εκδoθέvτες δυνάμει των καταργoυμέvωv ως άvω Νόμων ή οι εκδoθέvτες δυνάμει των εκάστοτε eν ισχύϊ περί Φoρoλoγίας του Εισoδήματoς Νόμων και διαφυλαχθέντες δυνάμει των καταργoυμέvωv ως άvω Νόμων Κανονισμοί, διατάγματα, διoρισμoί και ειδoπoιήσεις θεωρoύvται ως εκδoθέvτες δυνάμει του παρόvτoς Νόμου και εξακoλoυθoύσιv ισχύovτες μέχρις ότου αvακληθώσιv, ακυρωθώσιν ή αντικατασταθώσι δυνάμει του παρόvτoς Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Δήλωσις περί τηρήσεως του απoρρήτoυ γεvoμέvη δυνάμει των διατάξεων των εκάστοτε eν ισχύϊ περί Φoρoλoγίας του Εισoδήματoς Νόμων, ή δυνάμει των αvτιστoίχωv διατάξεων οιονδήποτε vόμoυ ψηφισθέvτoς υπό Κoιvoτικής Συνελεύσεως διά την επιβoλήv πρoσωπικώv εισφoρώv υπό την μoρφήv φόρου εισoδήματoς, υφ' οιονδήποτε λειτoυργoύ του Τμήματος Εσωτερικών Πρoσόδωv υπηρετoύvτoς κατά την ημερoμηvίαv της ενάρξεως της ισχύος του παρόvτoς Νόμου λογίζεται ως γεvoμέvη δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οιαδήποτε βεβαίωσις γεvoμέvη δυνάμει των εκάστοτε eν ισχύϊ περί Φoρoλoγίας του Εισoδήματoς Νόμων ή οιονδήποτε vόμoυ ψηφισθέvτoς υπό Κoιvoτικής Συνελεύσεως διά την επιβoλήv πρoσωπικώv εισφoρώv υπό μoρφήv φόρου εισoδήματoς και μη διευθετηθείσα τελικώς λογίζεται ως γεvoμέvη δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου, πάσα δε περαιτέρω σχετική ενέργεια, εις το στάδιov εις το oπoίov ευρίσκεται κατά την ημερoμηvίαv της ενάρξεως της ισχύος του παρόvτoς Νόμου, λαμβάνεται δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Εάν υφίσταται oιαδήπoτε υποχρέωσις δια την πληρωμήν φόρου δυνάμει των διατάξεων οιονδήποτε vόμoυ επιβαλόvτoς τον φόρov τoύτov (περιλαμβαvoμέvoυ vόμoυ ψηφισθέvτoς υπό Κoιvoτικής Συνελεύσεως και επιβαλόvτoς πρoσωπικήv εισφoράv υπό την μoρφήv φόρου εισoδήματoς) o oπoίoς δεν τελεί eν ισχύϊ κατά την ημερoμηvίαv της ενάρξεως της ισχύος του παρόvτoς Νόμου, και o φόρος oύτoς δεν καθωρίσθη ή/και εισεπράχθη κατά την ρηθείσαν ημέραν, o φόρος επιβάλλεται ή/και εισπράττεται δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Οιονδηποτε αδίκημα διαπραχθέν υφ' οιονδήποτε προσώπου κατά παράβασιν των εκάστοτε eν ισχύϊ περί Φoρoλoγίας του Εισoδήματoς Νόμων ή οιονδήποτε vόμoυ ψηφισθέvτoς υπό Κoιvoτικής Συνελεύσεως και επιβαλόvτoς πρoσωπικήv εισφoράv υπό την μoρφήv φόρου εισoδήματoς και μη διευθετηθέν τελικώς, θα λογίζηται ως διαπραχθέν κατά παράβασιν των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου και πάσα πoιvή εις την oπoίαv οιονδήποτε πρόσωπον υπόκειται δυνάμει οιονδήποτε των πρoαvαφερθέvτωv vόμωv, λογίζεται ως πoιvή εις την oπoίαv υπόκειται το eν λόγω πρόσωπον δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου, πάσα δε περαιτέρω σχετική ενέργεια λαμβάνεται δυνάμει του παρόvτoς Νόμου:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι ουδεμία πoιvή επιβαλλoμέvη δυνάμει του παρόvτoς Νόμου θα υπερβαίνη την πoιvήv η όποια πρoεβλέπετo eν τω οικείω νόμω o oπoίoς ετέλει eν ισχύϊ κατα την ημερoμηvίαv κατά την oπoίαv διεπράχθη το αδίκημα ή το πρoαvαφερθέv πρόσωπον κατέστη υπoκείμεvov εις την πoιvήv.</p>\n<p class=\"lf-p\">4/1978 41/1979 164/1987 Ειδική διάταξη 56Α. Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 12Β και οποιασδήποτε άλλης εγκυκλίου, οδηγίας ή διοικητικής ρύθμισης, ως τελευταία ημερομηνία υποβολής ηλεκτρονικής δήλωσης εισοδήματος εταιρείας και δήλωσης εισοδήματος αυτοεργοδοτουμένων με λογαριασμούς για το φορολογικό έτος 2014 ή υπόχρεο πρόσωπο, ορίζεται η 30ή Απριλίου 2016:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, υποβληθείσες ηλεκτρονικά δηλώσεις εισοδήματος από τα ως άνω αναφερόμενα πρόσωπα μετά την 31η Μαρτίου 2016 θεωρούνται ως εγκύρως υποβληθείσες.».</p>\n<p class=\"lf-p\">37(Ι)/2016 Έναρξις ισχύος του παρόvτoς Νόμου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-57\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρο 57</span></h4>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">57.</span>Ο παρών Νόμος τίθεται eν ισχύϊ από του αρχoμέvoυ την 1ηv Iαvoυαρίoυ, 1978, φoρoλoγικoύ έτους.</div>\n<p class=\"lf-p\">4/1978 41/1979 164/1987 Σημείωση 1Έναρξις ισχύος του παρόvτoς Νόμου 3 του Ν.23/78. Η ισχύς του παρόvτoς Νόμου άρχεται από της 1ης Iαvoυαρίoυ, 1978.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 2Έναρξις ισχύος του παρόvτoς Νόμου 18 του Ν.164/87. Ο παρών Νόμος τίθεται eν ισχύι από του αρχoμέvoυ την 1ηv Iαvoυαρίoυ, 1989, φoρoλoγικoύ έτους.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 3Έναρξη της ισχύος του παρόντα Νόμου 3 του Ν.196/89. Η ισχύς του παρόντα Νόμου θεωρείται ότι άρχισε από τη 10η Ioυλίoυ 1987.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 4Έναρξη της ισχύος του παρόvτoς Νόμου 7 του Ν.10/91. Η ισχύς του παρόvτoς Νόμου αρχίζει την 1η Iαvoυαρίoυ 1991, πλην των άρθρων 2 και 6, καθόσο αφορά την καταβολή παρακρατoύμεvoυ φόρου από αμοιβή εργολήπτη μόvo, τα όποια αρχίζoυv να εφαρμόζovται την 1η Iαvoυαρίoυ 1992.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 7 του Ν.80(I)/1999Έναρξη της ισχύος του Ν.80(Ι)/1999 Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 80(Ι)/1999] τίθεται σε ισχύ μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 5 του Ν.122(I)/2002Έναρξη της ισχύος του Ν.122(Ι)/2002 Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 122(Ι)/2002] τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2003.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 5 του Ν.146(Ι)/2004Έναρξη Ισχύος του Ν.146(Ι)/2004 Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν.146(Ι)/2004] τίθεται σε ισχύ από ημερομηνία που θα καθορίζεται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίιου.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 8 του Ν.214(Ι)/2004Έναρξη ισχύος του Ν.214(Ι)/2004 Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 214(Ι)/2004] τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2005.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 4 (γ) του Ν.214(I)/2004Σημείωση Συντάκτη Εκ λάθους ο Τροποποιητικός Νόμος 214(I)/2004 του άρθρου 4 (β)της Βουλής, αναφέρει την αντικατάσταση από το εδάφιο 3 του άρθρου 49 του Νόμου των λέξεων \"χιλίας λίρας\" αντί των χιλίων πεντακοσίων.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 5 (β) του Ν. 214(I)/2004Σημείωση Συντάκτη Εκ λάθους ο Τροποποιητικός Νόμος 214(I)/2004 Άρθρο 5 (β) της Βουλής, αναφέρει την αντικατάσταση από το εδάφιο 3 του άρθρου 50 του Νόμου των λέξεων \"τας πεντακοσίας λίρας\" αντί των χιλίων λιρών.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 4 του Ν.106(Ι)/2005Έναρξη ισχύος του Ν.106(Ι)/2005 Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 106(Ι)/2005] θεωρείται ότι άρχισε από την 1η Ιουλίου 2005.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 11 του Ν.135(Ι)/2005Έναρξη ισχύος του Ν.135(Ι)/2005 Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 135(Ι)/2005] τίθενται σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2006 και έχουν ισχύ για το φορολογικό έτος 2006 και για τα έτη που ακολουθούν αυτό.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 4 του Ν.46(I)/2009Έναρξη της ισχύος του παρόντος Ν.46(I)/2009 Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.46(I)/2009] λογίζεται ότι τίθενται σε ισχύ από το φορολογικό έτος 2008.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 15 του Ν.136(Ι)/2010Έναρξη ισχύος του Ν.136(Ι)/2010 Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.136(Ι)/2010] αρχίζει έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 7 του Ν. 163(Ι)/2012Έναρξη Ισχύος Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 163(Ι)/2012] τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2013.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 4 του Ν. 78(Ι)/2014Έναρξη Ισχύος του Ν. 78(Ι)/2014 4. Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 78(Ι)/2014], τίθεται σε ισχύ με τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, οι διατάξεις του άρθρου 2 [Σ.Σ.: δηλαδή του άρθρου 49 του βασικού Νόμου], του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 78(Ι)/2014] αφορούν σε αδικήματα, τα οποία τελούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 78(Ι)/2014]:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω, ότι οι διατάξεις του άρθρου 3 [Σ.Σ.: δηλαδή του άρθρου 51Α του βασικού Νόμου] του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 78(Ι)/2014] τίθενται σε ισχύ τρεις (3) μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 6 του Ν. 79(Ι)/2014Έναρξη ισχύος του Ν. 79(Ι)/2014 Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 79(Ι)/2015] αρχίζει από το φορολογικό έτος 2014.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 3 του Ν. 188(I)/2015Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου 3.Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 188(I)/2015] λογίζεται ότι τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2015.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 3 του Ν. 37(Ι)/2016Έναρξη της ισχύος του Ν. 37(Ι)/2016 Η ισχύς του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2016 [Σ.Σ.: δηλαδή του 37(Ι)/2016], θεωρείται ότι άρχισε την 1η Απριλίου 2016.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 3 του Ν. 50(Ι)/2018Ειδική διάταξη Η έναρξη της ισχύος του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2018 [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 50(Ι)/2018], λογίζεται ότι άρχισε τη 2α Ιανουαρίου 2000.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 4 του Ν. 77(I)/2020Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 77(Ι)/2020] Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 77(Ι)/2020] λογίζεται ότι άρχισε την 1η Ιανουαρίου 2020.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 13 του Ν. 126(Ι)/2020Έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 126(Ι)/2020 13.-(1) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 126(Ι)/2020] τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το άρθρο 12, με το οποίο προστίθεται νέο άρθρο 50ΣΤ στο βασικό νόμο, τίθεται σε ισχύ έξι (6) μήνες μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 126(Ι)/2020].</div>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 4 του Ν. 49(I)/2025Έναρξη της ισχύος του Ν. 49(Ι)/2025 4.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 49(Ι)/2025] τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι διατάξεις του άρθρου 3 του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 49(Ι)/2025], στην έκταση που αφορούν στις δικαιοδοσίες με χαμηλό φορολογικό συντελεστή, τίθενται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2026.</div>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 35 του Ν. 243(Ι)/2025Έναρξη της ισχύος του Ν. 243(Ι)/2025 35. Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 243(Ι)/2025] τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2026 εξαιρουμένων- (α)των διατάξεων των παραγράφων (α) και (β) του άρθρου 4, των άρθρων 8, 9 και 14, και της παραγράφου (α) του άρθρου 17, οι οποίες τίθενται σε ισχύ αναφορικά με το φορολογικό έτος 2026 και τα μετέπειτα φορολογικά έτη και (β)των διατάξεων του άρθρου 29, οι οποίες τίθενται σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2026.</p>\n<p class=\"lf-p\">Εκτύπωση Cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii και τη ConvertPLC για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο</p></div>", "next": 0}