{"html": "<div class=\"lf-doc\"><div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">121.</span>Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 120, οι διατάξεις που αφορούν την εκτέλεση χρεών δυνάμει αποφάσεων σε αστικές διαδικασίες δυνάμει οποιουδήποτε νόμου που ισχύει εκάστοτε, εφαρμόζονται στην εκτέλεση εντάλματος που εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 120.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Αξίωση σε περιουσία που κατασχέθηκε 122. Κάθε πρόσωπο που αξιώνει, ότι δικαιούται, ή ότι έχει οποιοδήποτε συμφέρον, σε όλη ή μέρος περιουσίας που κατασχέθηκε προς εκτέλεση εντάλματος που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 120 δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την πώληση αυτής, να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφασίσει για το δικαίωμα ή συμφέρον που έχει στην περιουσία σύμφωνα με τις διατάξεις οποιουδήποτε νομοθετήματος που ισχύει εκάστοτε.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Φυλάκιση 123. Αν ο λειτουργός που εκτελεί το ένταλμα πληροφορεί το Δικαστήριο ότι δεν μπόρεσε να βρει περιουσία ή επαρκή περιουσία από την οποία να εισπράξει το ποσό που αναφέρεται στο ένταλμα και τα έξοδα εκτέλεσης, το Δικαστήριο δύναται με ένταλμα φυλάκισης να φυλακίσει το επηρεαζόμενο πρόσωπο για την περίοδο που ορίζεται στο ένταλμα εκτέλεσης και για τέτοια περαιτέρω περίοδο στην οποία το πρόσωπο δυνατό να υπόκειται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 128 σε σχέση με τα έξοδα εκτέλεσης, εκτός αν το ποσό αυτό και τα έξοδα τα οποία ορίστηκαν στο ένταλμα φυλάκισης καταβληθούν προηγουμένως.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Φυλάκιση αντί ένταλμα εκτέλεσης 124. Όταν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι η κατάσχεση της περιουσίας του προσώπου που διατάχτηκε να καταβάλει χρηματική ποινή θα ήταν καταστρεπτική για αυτό ή την οικογένεια του, ή από την παραδοχή του ή άλλως ότι αυτός δεν έχει περιουσία η οποία να δύναται να κατασχεθεί ή για οποιοδήποτε άλλο επαρκή λόγο φαίνεται στο Δικαστήριο ότι είναι προς το συμφέρον του εν λόγω προσώπου ή της οικογένειας του να προχωρήσει με τον τρόπο αυτό, το Δικαστήριο δύναται, αντί να εκδώσει ένταλμα εκτέλεσης, να φυλακίσει το πρόσωπο αυτό για περίοδο που ορίζεται στο ένταλμα φυλάκισης αλλά πάντοτε τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 128, εκτός αν το ποσό και τα έξοδα εκτέλεσης καταβληθούν προηγουμένως.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Φυλάκιση λόγω παράλειψης πληρωμής διατροφής 124Α.(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 118 έως 124 του παρόντος Μέρους, στις περιπτώσεις που πρόσωπο παραλείπει να συμμορφωθεί με διάταγμα διατροφής, που εκδίδεται δυνάμει του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου και του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου, το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα δύναται να καταχωρίσει στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση για την έκδοση εντάλματος φυλάκισης του προσώπου που παρέλειψε να συμμορφωθεί και το Δικαστήριο, αφού καλέσει το επηρεαζόμενο πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιόν του κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (2), δύναται να εκδώσει ένταλμα φυλάκισης εναντίον του επηρεαζόμενου προσώπου για την περίοδο που ορίζεται στο ένταλμα και για τέτοια περαιτέρω περίοδο στην οποία το πρόσωπο δυνατό να υπόκειται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 128 σε σχέση με τα έξοδα εκτέλεσης του εντάλματος φυλάκισης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για να καταστεί δυνατή η εμφάνιση του επηρεαζόμενου προσώπου και να εκδοθεί το ένταλμα φυλάκισης δυνάμει του παρόντος άρθρου, το Δικαστήριο καλεί γραπτώς το επηρεαζόμενο πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιόν του κατά την καθοριζόμενη στην κλήση ημερομηνία, που ορίζεται το αργότερο εντός δεκαπέντε ημερών από την καταχώριση της ένορκης δήλωσης, για να εξηγήσει τους λόγους γιατί παρέλειψε να συμμορφωθεί με το διάταγμα διατροφής και τον πληροφορεί ότι σε περίπτωση μη εμφάνισης του το ένταλμα φυλάκισης δύναται να εκδοθεί:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι η επίδοση της κλήσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο γίνεται στον καθορισμένο τύπο και δύναται να επιτευχθεί με την αποστολή της κλήσης στο επηρεαζόμενο πρόσωπο με το σύνηθες ταχυδρομείο με επιστολή που απευθύνεται σε αυτό στον τελευταίο γνωστό ή το συνήθη τόπο διαμονής του:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι αν το επηρεαζόμενο πρόσωπο δεν εμφανιστεί στο Δικαστήριο κατά την καθορισθείσα ημερομηνία το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει το ένταλμα φυλάκισης.</p>\n<p class=\"lf-p\">21(I)/2012 Πληρωμή μετά τη φυλάκιση 125. Όταν πρόσωπο φυλακίστηκε δυνάμει του Μέρους αυτού, αυτό δύναται να καταβάλει ή να μεριμνήσει ώστε να καταβληθεί στον υπεύθυνο λειτουργό της φυλακής το ποσό που ορίζεται στο ένταλμα φυλάκισης, και ο λειτουργός αυτός παραλαμβάνει αυτό και για το λόγο αυτό το απολύει, εκτός αν το εν λόγω πρόσωπο τελεί υπό κράτηση για κάποιο άλλο ζήτημα.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Διάθεση ποσού που λήφθηκε δυνάμει εντάλματος 126. Όταν κάποιο ποσό λήφθηκε προς μερική ικανοποίηση ποσού οφειλόμενου δυνάμει εντάλματος εκτέλεσης ή εντάλματος φυλάκισης, αυτό διατίθεται προς πληρωμή των πιο κάτω κατά την ακόλουθη σειρά: (α) των εξόδων εκτέλεσης (β) των δικαστικών εξόδων ως ήθελε διαταχτεί από το Δικαστήριο (γ) της αποζημίωσης ως ήθελε διαταχτεί από το Δικαστήριο (δ) της χρηματικής ποινής ή οποιουδήποτε άλλου ποσού που πρέπει να καταβληθεί στις δημόσιες προσόδους.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Μείωση περιόδου φυλάκισης με μερική πληρωμή χρηματικής ποινής 127.-(1) Όταν κάποιο ποσό λαμβάνεται προς μερική ικανοποίηση ποσού οφειλόμενου δυνάμει εντάλματος εκτέλεσης ή εντάλματος φυλάκισης, ακολουθείται η διαδικασία που εκτίθεται πιο κάτω στο παρόν εδάφιο: (α) η φυλάκιση μειώνεται κατά αριθμό ημερών που έχουν κατά το δυνατό την ίδια ποσοστιαία αναλογία προς τον ολικό αριθμό ημερών, για τον οποίο το επηρεαζόμενο πρόσωπο φυλακίστηκε την οποία έχει το ποσό που καταβλήθηκε με τον τρόπο αυτό προς το ποσό της χρηματικής ποινής στην οποία υπόκειται το πρόσωπο αυτό (β) ο λειτουργός ο υπεύθυνος της φυλακής, όπου το πρόσωπο που επηρεάζεται από αυτή τη μερική πληρωμή τελεί υπό περιορισμό, απολύει αυτό κατά την ημέρα που φαίνεται στο λειτουργό αυτό ότι είναι η ορθή ημέρα και, για το λόγο αυτό οπισθογραφεί το ένταλμα ανάλογα και, μεταγενέστερα το συντομότερο δυνατό, πληροφορεί το Δικαστήριο για όσα έχουν ενεργηθεί, και το Δικαστήριο εκδίδει τέτοιο διάταγμα ή προβαίνει σε τέτοια καταχώριση ως ήθελε κρίνει ότι απαιτείται υπό τις περιστάσεις.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κατά τον υπολογισμό του αριθμού ημερών, κατά τον οποίο περίοδος φυλάκισης θα μειωνόταν δυνάμει του άρθρου αυτού, η πρώτη ημέρα φυλάκισης δεν υπολογίζεται και κατά τον υπολογισμό του ποσού το οποίο θα εξασφαλίσει τη μείωση περιόδου φυλάκισης, κλάσματα των πέντε μιλς παραλείπονται.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Περίοδος φυλάκισης σε περίπτωση παραπομπής σε φυλάκιση 128. Όταν πρόσωπο φυλακίζεται όπως προβλέπεται στο Μέρος αυτό, η περίοδος φυλάκισης σε σχέση με οποιοδήποτε ποσό που δεν υπερβαίνει αυτό που εκτίθεται στην πρώτη στήλη του πίνακα που περιλαμβάνεται στο άρθρο αυτό δεν υπερβαίνει την αντίστοιχη περίοδο που εκτίθεται στη δεύτερη στήλη.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΠΙΝΑΚΑΣ Πρώτη Στήλη Δεύτερη Στήλη £2 5 ημέρες £5 10 ημέρες £10 20 ημέρες £15 1 μήνας £50 3 μήνες £100 6 μήνες £300 1 έτος ΚΕΦ.155 Κράτηση μετά το ένταλμα εκτέλεσης 129. Κάθε φορά που Δικαστήριο εκδίδει ένταλμα εκτέλεσης δυνάμει του Νόμου αυτού δύναται να επιτρέψει όπως το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται το ένταλμα παραμείνει ελεύθερο ή να διατάξει όπως αυτό τεθεί υπό κράτηση μέχρι να γνωστοποιηθεί το αποτέλεσμα της εκτέλεσης με επιστροφή του εντάλματος, εκτός αν αυτό παρέχει επαρκή εγγύηση με ανάληψη προσωπικής υποχρέωσης ή άλλως κατά τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι θα εμφανιστεί κατά οποιοδήποτε χρόνο ενώπιον του Δικαστηρίου, στο οποίο πρέπει να γνωστοποιηθεί το αποτέλεσμα της εκτέλεσης με επιστροφή του εντάλματος, όταν κληθεί να πράξει με αυτό τον τρόπο0 και, αν παραλείψει να εμφανιστεί με αυτό τον τρόπο η προσωπική υποχρέωση ή άλλη εγγύηση δύναται για αυτό το λόγο να καταπέσει.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Διατάγματα από Κακουργιοδικεία 130. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου νομοθετήματος κάθε διάταγμα για την πληρωμή χρηματικής ποινής που εκδίδεται από Κακουργιοδικείο εκτελείται και κάθε δικόγραφο για αυτό εκδίδεται από οποιοδήποτε μέλος του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Επαρχίας στην οποία το Κακουργιοδικείο αυτό συνεδρίασε για την εκδίκαση της υπόθεσης σε σχέση με την οποία εκδόθηκε το διάταγμα.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ V ΕΦΕΣΕΙΣ, ΝΟΜΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΥΛΑΧΤΗΚΑΝ, ΚΛΠ.</h3>\n<p class=\"lf-p\">Δεν χωρεί έφεση σε ποινικές υποθέσεις εκτός όπως προβλέπεται 131.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νομοθετήματος που ισχύει εκάστοτε δεν χωρεί έφεση από απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου που ασκεί ποινική διαδικασία εκτός όπως προβλέπεται από το Νόμο αυτό.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Δεν χωρεί έφεση από αθωωτική απόφαση παρά μόνο με τη σύσταση ή γραπτή έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, όπως προβλέπεται στο Νόμο αυτό.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Εφέσεις από αποφάσεις Κακουργιοδικείου εναντίον της καταδίκης 132.-(1) Πρόσωπο που βρέθηκε ένοχο από Κακουργιοδικείο και καταδικάστηκε σε θάνατο ή σε οποιαδήποτε περίοδο φυλάκισης ή σε χρηματική ποινή που υπερβαίνει τις είκοσι λίρες δύναται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 135 και 136, να ασκήσει έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου- (α) κατά της καταδίκης του ως δυνάμει δικαιώματος για οποιοδήποτε λόγο έφεσης ο οποίος συνεπάγεται νομικό ζήτημα μόνο (β) με την άδεια Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ο οποίος δεν προήδρευσε κατά τη δίκη) κατά της καταδίκης του για οποιοδήποτε λόγο έφεσης ο οποίος συνεπάγεται πραγματικό ζήτημα μόνο ή ζήτημα μεικτό νομικό και πραγματικό ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο ο οποίος φαίνεται στο Δικαστή που εξετάζει την αίτηση για άδεια έφεσης ότι είναι επαρκής λόγος έφεσης (γ) με την άδεια Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ο οποίος δεν προήδρευσε κατά τη δίκη) εναντίον της ποινής που του επιβλήθηκε στην καταδίκη του εκτός αν η ποινή είναι καθορισμένη από το νόμο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Όταν πρόσωπο δικαιούμενο να ασκήσει έφεση ως δυνάμει δικαιώματος επί νομικού σημείου όπως προβλέπεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου αυτού επιθυμεί να ασκήσει έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δίνει ειδοποίηση έφεσης προκαλώντας την παράδοση της στον Αρχιπρωτοκολλητή εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία απαγγέλθηκε η καταδίκη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όταν πρόσωπο επιθυμεί να ασκήσει έφεση ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου όπως προβλέπεται στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου αυτού, υποβάλλει αίτηση για άδεια έφεσης προκαλώντας παράδοση της αίτησης στον Αρχιπρωτοκολλητή εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία απαγγέλθηκε η καταδίκη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Όταν ο εφεσείοντας κρατείται σε οποιαδήποτε φυλακή ή ίδρυμα ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο τελεί υπό κράτηση, θεωρείται ότι συμμορφώνεται επαρκώς προς τις διατάξεις του εδαφίου (2) ή (3) του άρθρου αυτού, αν παραδώσει την ειδοποίηση έφεσης ή την αίτηση για άδεια έφεσης, ανάλογα με την περίπτωση, στο λειτουργό που έχει την επιτήρηση του για διαβίβαση στον Αρχιπρωτοκολλητή.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 235(I)/2025 Έφεση από απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου κατά της καταδίκης 133.-(1) Κάθε πρόσωπο που βρέθηκε ένοχο από Επαρχιακό Δικαστήριο και καταδικάστηκε σε οποιαδήποτε περίοδο φυλάκισης ή σε χρηματική ποινή που υπερβαίνει τις δέκα λίρες δύναται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 135 και 136, να ασκήσει έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου- (α) κατά της καταδίκης του, ως δυνάμει δικαιώματος για οποιοδήποτε λόγο ο οποίος συνεπάγεται νομικό ζήτημα μόνο (β) με άδεια Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου εναντίον της καταδίκης του ή της ποινής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Όταν πρόσωπο, δικαιούμενο να ασκήσει έφεση ως δυνάμει δικαιώματος όπως προβλέπεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου αυτού, επιθυμεί να ασκήσει έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου δίνει ειδοποίηση έφεσης προκαλώντας την παράδοση της στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου που καταδίκασε τον εφεσείοντα εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία απαγγέλθηκε η ποινή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όταν πρόσωπο επιθυμεί να ασκήσει έφεση όπως προβλέπεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, αυτό ζητά άδεια έφεσης προκαλώντας παράδοση της αίτησης στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου που καταδίκασε τον αιτούμενο εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία απαγγέλθηκε η ποινή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οι διατάξεις του εδαφίου (4) του άρθρου 132 εφαρμόζονται, επιφερομένων των αναγκαίων προσαρμογών, σε ειδοποιήσεις έφεσης και αιτήσεις για άδεια έφεσης δυνάμει του άρθρου αυτού.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 235(I)/2025 Παράταση του χρόνου ειδοποίησης για έφεση κλπ.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">134.</span>Εξαιρούμενης της περίπτωσης καταδίκης που συνεπάγεται τη θανατική ποινή, ο χρόνος εντός του οποίου ειδοποίηση έφεσης ή αίτηση για άδεια έφεσης δύναται να δοθεί, δύναται, κατόπι απόδειξης βάσιμου λόγου, να παραταθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε οποιοδήποτε χρόνο.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Έφεση μετά από ομολογία ενοχής 135. Πρόσωπο το οποίο βρέθηκε ένοχο και καταδικάστηκε από οποιοδήποτε Δικαστήριο βάσει ομολογίας ενοχής δικαιούται μόνο να ζητήσει άδεια για άσκηση έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου- (α) κατά της ποινής εκτός αν η ποινή είναι καθορισμένη από το νόμο (β) κατά της καταδίκης για το λόγο ότι τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στο Κατηγορητήριο ή το Κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο τα οποία αυτός παραδέχτηκε δεν αποκαλύπτουν ποινικό αδίκημα.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Δεν χωρεί έφεση εναντίον φυλάκισης σε ορισμένες περιπτώσεις 136. Δεν χωρεί έφεση ή αίτηση για άδεια έφεσης όταν πρόσωπο καταδικάστηκε να εκτίσει ποινή φυλάκισης για παράλειψη να συμμορφωθεί σε διάταγμα για την πληρωμή οποιασδήποτε χρηματικής ποινής ή άλλου χρηματικού ποσού, την εξεύρεση εγγυητών, την ανάληψη προσωπικής υποχρέωσης ή την παροχή οποιασδήποτε εγγύησης.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Έφεση από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας 137.-(1) Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δύναται- (α) να ασκήσει έφεση ή να εγκρίνει την άσκηση έφεσης από αθωωτική απόφαση Κακουργιοδικείου ή Επαρχιακού Δικαστηρίου για οποιοδήποτε από τους ακόλουθους λόγους: (ι) ότι δεν υπήρξε απόδειξη βάσει της οποίας το Δικαστήριο μπορούσε εύλογα να διαπιστώσει πραγματικό γεγονός ή γεγονότα αναγκαία για τη θεμελίωση της απόφασης αυτής (ιι) ότι απόδειξη έγινε πλημμελώς δεκτή ή αποκλείστηκε (ιιι) ότι ο νόμος εφαρμόστηκε πλημμελώς επί των πραγματικών γεγονότων (ιν) ότι υπήρξε αντικανονικότητα διαδικασίας (β) να ασκήσει έφεση ή να εγκρίνει την άσκηση έφεσης από απόφαση Κακουργιοδικείου ή Επαρχιακού Δικαστηρίου για το λόγο ότι η ποινή ήταν ανεπαρκής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Έφεση δυνάμει του άρθρου αυτού ασκείται με την πρόκληση παράδοσης ειδοποίησης έφεσης στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου εναντίον της απόφασης του οποίου ασκείται η έφεση ή στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου της επαρχίας όπου συνεδρίασε το Κακουργιοδικείο κατά της αποφάσεως του οποίου ασκείται η έφεση εντός δεκατεσσάρων ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κάθε ειδοποίηση έφεσης δυνάμει του άρθρου αυτού είναι στον καθορισμένο τύπο0 υπογράφεται από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή από τέτοιο πρόσωπο ως αυτός ήθελε εξουσιοδοτήσει για το σκοπό αυτό και εκθέτει πλήρως τους λόγους επί τους οποίους αυτή βασίζεται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση άσκησης από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας έφεσης κατά απόφασης Κακουργιοδικείου, τα έξοδα του εφεσιβλήτου, όπως θα καθοριστούν από τον Αρχιπρωτοκολλητή, καταβάλλονται από τη Δημοκρατία.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 54(I)/1998 Έφεση από διάταγμα κράτησης.</p>\n<p class=\"lf-p\">137Α. Κάθε απόφαση δικαστηρίου που εκδίδεται δυνάμει των άρθρων 17, 48 ή 92 η οποία είτε διατάσσει τη φυλάκιση του κατηγορουμένου ή διατάσσει την απόλυσή του, υπόκειται σε έφεση και εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι διατάξεις των εδαφίων (2) και (4) του άρθρου 132 και των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 137, αναλόγως της περιπτώσεως.</p>\n<p class=\"lf-p\">14(I)/2001 7(I)/2012 Τύπος ειδοποίησης και αίτηση για άδεια έφεσης 138. Κάθε ειδοποίηση έφεσης και κάθε αίτηση για άδεια έφεσης- (α) είναι στον καθορισμένο τύπο (β) υπογράφεται από τον εφεσείοντα ή το δικηγόρο του (γ) εκθέτει πλήρως τους λόγους επί τους οποίους αυτή βασίζεται (δ) κατονομάζει κάποια διεύθυνση εντός των δημοτικών ορίων της κύριας πόλης της Επαρχίας στην οποία αυτός δικάστηκε όπου όλες οι ειδοποιήσεις, κλήσεις, διατάγματα, και άλλες γραπτές κοινοποιήσεις δύναται να αφήνονται για αυτόν, και καμιά ειδοποίηση έφεσης ή αίτησης για άδεια έφεσης είναι έγκυρη εκτός αν πληρεί τις απαιτήσεις του άρθρου αυτού.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Διαδικασία για την παραλαβή ειδοποίησης, ή αίτησης για άδεια έφεσης 139.-(1) Μετά την παραλαβή ειδοποίησης έφεσης ή αίτησης για άδεια έφεσης από απόφαση Κακουργιοδικείου, ο Αρχιπρωτοκολλητής καταχωρεί αυτή και αμέσως ζητά από τον Πρόεδρο του Κακουργιοδικείου να του διαβιβάσει τα έγγραφα και τεκμήρια που καθορίζονται στο εδάφιο (3) του άρθρου αυτού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Μετά την παραλαβή ειδοποίησης έφεσης ή αίτησης για άδεια έφεσης από απόφαση μέλους Επαρχιακού Δικαστηρίου, ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου καταχωρίζει αυτή και αμέσως, διαβιβάζει στον Αρχιπρωτοκολλητή τα έγγραφα και τεκμήρια που καθορίζονται στο εδάφιο (3) του άρθρου αυτού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Τα έγγραφα και τεκμήρια που θα διαβιβαστούν όπως προβλέπεται στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου αυτού είναι τα ακόλουθα: (α) το Κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο ή το κατηγορητήριο ανάλογα με την περίπτωση (β) οι σημειώσεις αποδείξεων (γ) οποιαδήποτε κατάθεση η οποία δυνατό να δόθηκε από τον εφεσείοντα ή τον αιτούμενο ενώπιον του Δικαστηρίου (δ) όλα τα έγγραφα τα οποία δυνατόν να κατατέθηκαν ως αποδεικτικά στοιχεία την φύλαξη των οποίων έχει το Δικαστήριο ή κυρωμένα αντίγραφα οποιουδήποτε από αυτά του οποίου τη φύλαξη δεν έχει το Δικαστήριο (ε) τέτοια τεκμήρια, άλλα ή έγγραφα τα οποία δύνανται ευχερώς να αποσταλούν (στ) όταν η έφεση είναι από απόφαση μέλους Επαρχιακού Δικαστηρίου η ειδοποίηση έφεσης ή η αίτηση για άδεια έφεσης, ανάλογα με την περίπτωση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Τα έγγραφα και τεκμήρια που καθορίζονται στο εδάφιο (3) του άρθρου αυτού μαζί με την ειδοποίηση έφεσης ή την αίτηση για άδεια έφεσης δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου αυτού απαρτίζουν τον φάκελο δικογραφίας (στο παρόν Μέρος αναφέρεται ως “ο φάκελος δικογραφίας”).</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Διαδικασία μετά την παραλαβή του φακέλλου δικογραφίας 140.-(1) Στην περίπτωση αίτησης για άδεια έφεσης, ο Αρχιπρωτοκολλητής, αμέσως μόλις αυτό καταστεί ευχερές μετά την παραλαβή του φακέλου δικογραφίας, παρουσιάζει αυτόν σε δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου που συνεδριάζει όχι επί ακροατηρίου (σε περίπτωση έφεσης από απόφαση Κακουργιοδικείου, αυτός να μην είναι ο Δικαστής που προήδρευσε στη δίκη) για εξέταση της αίτησης και λήψη απόφασης επί αυτής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αφού μελετήσει τον φάκελο δικογραφίας, δύναται- (α) να αρνηθεί άδεια για έφεση (β) να ορίσει ημερομηνία για να παρουσιαστεί ενώπιον του, ο αιτούμενος ή ο δικηγόρος του και να δείξει λόγο για τον οποίο πρέπει να χορηγηθεί άδεια έφεσης. Ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατά την ημερομηνία που ορίστηκε, ακούει τον αιτούμενο ή το δικηγόρο του μονομερώς και είτε αρνείται ή χορηγεί την άδεια έφεσης (γ) να χορηγήσει άδεια έφεσης για όλους ή για οποιοδήποτε από τους λόγους που εκτίθενται στην αίτηση για άδεια έφεσης ως ήθελε οριστεί στην άδεια αυτή ή για το λόγο ότι υπήρξε ουσιωδώς πλημμελής απονομή της δικαιοσύνης, ακόμα και αν πλημμελής απονομή της δικαιοσύνης δεν εκτίθεται ως λόγος έφεσης στην αίτηση για άδεια έφεσης:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι αν χορηγηθεί άδεια έφεσης για το λόγο ότι υπήρξε ουσιωδώς πλημμελής απονομή της δικαιοσύνης και τέτοιος λόγος δεν ορίζεται μεταξύ των λόγων έφεσης, ο Δικαστής που χορηγεί την άδεια ορίζει τις αιτίες επί των οποίων βασίζεται ο λόγος αυτός.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όταν, κατά τη γνώμη του Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο οποίος αρνείται τη χορήγηση άδειας έφεσης, η αίτηση για τέτοια άδεια ήταν επιπόλαια, αυτός δύναται να διατάξει όπως η ποινή φυλάκισης, που επιβλήθηκε από το Δικαστήριο που την εξεδίκασε αρχίζει να εκτίεται από την ημερομηνία της άρνησης αυτής, ανεξάρτητα του ότι ο κατάδικος, εν τω μεταξύ, τελούσε σε φυλάκιση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Κάθε διάταγμα Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου για αίτηση άδειας έφεσης καταγράφεται από αυτόν στο φάκελο δικογραφίας και είναι οριστικό και αμετάκλητο και κοινοποιείται από τον Αρχιπρωτοκολλητή στον αιτούμενο ή το δικηγόρο του και, όταν δεν χορηγείται άδεια έφεσης και ο αιτούμενος τελεί σε φυλάκιση, στον υπεύθυνο λειτουργό της φυλακής με κοινοποίηση στο φυλακισμένο.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Ορισμός ημερομηνίας για ακρόαση έφεσης και η ειδοποίηση προς αυτό 141.-(1) Ο Αρχιπρωτοκολλητής, αμέσως όταν αυτό ήθελε είναι ευχερές μετά την παράδοση ή την παραλαβή ειδοποίησης έφεσης ή μετά τη χορήγηση άδειας έφεσης, ανάλογα με την περίπτωση- (α) ορίζει το χρόνο ακρόασης της έφεσης (β) ειδοποιεί για αυτό στην περίπτωση ιδιωτικής μήνυσης το μηνυτή ή το δικηγόρο του και σε κάθε άλλη περίπτωση το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (γ) διαβιβάζει στον υπεύθυνο της αστυνομίας της επαρχίας στην οποία βρίσκεται ο τόπος που κατονομάζεται από τον εφεσείοντα ως διεύθυνση επίδοσης ειδοποιήσεων, γραπτή ειδοποίηση για το χρόνο που έχει οριστεί για να επιδοθεί στον εφεσείοντα όπως προβλέπεται στο εδάφιο (2) του άρθρου αυτού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Επίδοση της ειδοποίησης όπως προβλέπεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου αυτού γίνεται από αστυνομικό ή από λειτουργό του Δικαστηρίου ή από τέτοιο άλλο πρόσωπο ως ήθελε διατάξει Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου με επίδοση της ειδοποίησης στον εφεσείοντα ή αφήνοντας αυτή στη διεύθυνση επίδοσης του εφεσείοντα και πιστοποιητικό της επίδοσης που φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του λειτουργού αυτού ή προσώπου αποτελεί απόδειξη ότι η ειδοποίηση επιδόθηκε κανονικά.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Αν φαίνεται στον Αρχιπρωτοκολλητή ότι οποιαδήποτε ειδοποίηση έφεσης εναντίον καταδίκης η οποία φέρεται ότι βασίζεται σε λόγο έφεσης που επάγεται νομικό ζήτημα μόνο, δεν αποδεικνύει οποιοδήποτε ουσιώδη λόγο έφεσης, ο Αρχιπρωτοκολλητής δύναται, αντί να προχωρήσει όπως προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου αυτού να παραπέμψει την έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο για συνοπτική εκδίκαση, και όταν η υπόθεση παραπέμπεται με αυτό τον τρόπο, το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται, αν θεωρεί ότι η έφεση είναι επιπόλαια ή προς παρενόχληση, και ότι δύναται να εκδικαστεί χωρίς να την αναβάλει για πλήρη ακρόαση, να απορρίψει την έφεση συνοπτικά, χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε πρόσωπο να παραστεί κατά την ακρόαση ή να εμφανιστεί εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας σε αυτή.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Εγκατάλειψη έφεσης ή αίτησης για άδεια έφεσης 142. Εφεσείοντας ή αιτούμενος δύναται να εγκαταλείψει την έφεση ή αίτηση του ειδοποιώντας για την εγκατάλειψη αυτή τον Αρχιπρωτοκολλητή και, αμέσως μετά τη λήψη της ειδοποίησης αυτής από τον Αρχιπρωτοκολλητή, η έφεση ή η αίτηση, ανάλογα με την περίπτωση, θεωρείται ότι απορρίφτηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Διαδικασία κατά την ακρόαση έφεσης 143.-(1) Κάθε εφεσείοντας, ανεξάρτητα του ότι τελεί υπό κράτηση δικαιούται να είναι παρών κατά την ακρόαση της έφεσης αν εξέφρασε τέτοια επιθυμία στην ειδοποίηση έφεσης, ή στην αίτηση για άδεια έφεσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κατά την ακρόαση της έφεσης ο εφεσείοντας ή ο δικηγόρος του ακούεται πρώτος προς υποστήριξη της έφεσης και ύστερα ο εφεσίβλητος ή ο δικηγόρος του, αν είναι παρών, ακούεται εναντίον αυτής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Αν ο εφεσείοντας ή ο δικηγόρος του δεν εμφανιστεί προς υποστήριξη της έφεσης του, το Δικαστήριο εξετάζει την έφεση και δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα επί αυτής ως ήθελε θεωρήσει σκόπιμο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Αν, κατά την ακρόαση έφεσης, ο εφεσίβλητος ή ο δικηγόρος του δεν είναι παρών, το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα που να επηρεάζει αυτόν δυσμενώς, εκτός αν είναι ικανοποιημένο ότι αυτός ειδοποιήθηκε για την ημερομηνία που ορίστηκε για την ακρόαση της έφεσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Όταν ασκείται έφεση κατά αθωωτικής απόφασης, δύναται να εκδοθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ένταλμα που να διατάσσει όπως ο κατηγορούμενος συλληφθεί και προσαχθεί ενώπιον του και δύναται να φυλακίσει αυτόν εφόσον εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης ή να τον απολύσει με εγγύηση.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν ακούει οποιοδήποτε διάδικο εκτός επί των λόγων της έφεσης 144. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακούει και κρίνει την έφεση μόνο επί των λόγων που εκτίθενται στην ειδοποίηση έφεσης ή στο διάταγμα που χορηγεί την άδεια έφεσης:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται όταν κατά την ακρόαση έφεσης, το Ανώτατο Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι υπήρξε ουσιώδης πλημμελής απονομή της δικαιοσύνης.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση εφέσεων 145.-(1) Κατά την εκδίκαση έφεσης κατά καταδίκης, το Ανώτατο Δικαστήριο, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 153 του Νόμου αυτού, δύναται- (α) να απορρίψει την έφεση (β) να επιτρέψει την έφεση και να ακυρώσει την καταδικαστική απόφαση αν θεωρεί ότι η καταδικαστική απόφαση έπρεπε να ακυρωθεί για το λόγο ότι ήταν, αφού ληφθεί υπόψη η απόδειξη που προσάχθηκε, αδικαιολόγητη ή ότι η απόφαση του Δικαστηρίου που εκδίκασε, έπρεπε να ακυρωθεί λόγω πλημμελούς απόφασης επί νομικού ζητήματος ή για το λόγο ότι υπήρξε ουσιώδης πλημμελής απονομή της δικαιοσύνης:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, ανεξάρτητα της γνώμης του ότι το ζήτημα που εγείρεται στην έφεση μπορεί να αποφασιστεί υπέρ του εφεσείοντος, δυνατό να απορρίψει την έφεση αν κρίνει ότι δεν προέκυψε πράγματι ουσιώδης πλημμελής απονομή της δικαιοσύνης (γ) να ακυρώσει την καταδικαστική απόφαση και να καταδικάσει τον εφεσείοντα για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα για το οποίο θα μπορούσε να καταδικαστεί από το Δικαστήριο που εκδίκασε βάσει της απόδειξης που προσάχθηκε και να επιβάλει σε αυτό ποινή ανάλογα (δ) να διατάξει νέα δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου που επέβαλε ποινή ή ενώπιον οποιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία επί του ζητήματος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κατά την εκδίκαση έφεσης κατά ποινής, το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται να αυξήσει, μειώσει ή μετατρέψει την ποινή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κατά την εκδίκαση έφεσης που ασκήθηκε από ή με έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας- (α) από αθωωτική απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται- (ι) να ακυρώσει την απόφαση αυτή και να καταδικάσει και επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα για το οποίο θα ηδύνατο να καταδικαστεί βάσει της απόδειξης που προσάχθηκε (ιι) να διατάξει όπως διεξαχθεί περαιτέρω έρευνα ή όπως ο κατηγορούμενος επαναδικασθεί (ιιι) να απορρίψει την έφεση (β) από απόφαση για το λόγο ότι η ποινή ήταν ανεπαρκής το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται- (ι) να αυξήσει την ποινή (ιι) να απορρίψει την έφεση.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Συμπληρωματικές εξουσίες του Ανώτατου Δικαστηρίου κατά την ακρόαση έφεσης 146. Κατά την ακρόαση έφεσης και σε οποιοδήποτε στάδιο αυτής πριν από την τελική απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 153 δύναται- (α) να καλέσει το Δικαστήριο που εκδίκασε να παράσχει οποιεσδήποτε πληροφορίες τις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο θεωρεί αναγκαίες πέρα από αυτές που παρέχονται από το φάκελο δικογραφίας (β) να ακούσει περαιτέρω μαρτυρία και να επιφυλάξει την απόφαση μέχρις ότου ακουστεί η περαιτέρω αυτή μαρτυρία (γ) να δεκτεί μαρτυρία που αποκλείστηκε πλημμελώς από το Δικαστήριο που εκδίκασε, οποτεδήποτε είναι της γνώμης ότι, αν η μαρτυρία αυτή δεν είχε αποκλειστεί, αυτή θα επηρέαζε τη διαπίστωση πραγματικού γεγονότος που έγινε από το Δικαστήριο αυτό, το οποίο ήταν ουσιώδες για την υπόθεση και, κατά τη λήψη της μαρτυρίας αυτής, να προβεί σε τέτοια διαπίστωση πραγματικού γεγονότος όπως κατά τη γνώμη του έπρεπε να γινόταν από το Δικαστήριο που εκδίκασε, αν η μαρτυρία αυτή δεν είχε αποκλειστεί (δ) όταν είναι της γνώμης ότι μαρτυρία έγινε δεκτή λανθασμένα από το Δικαστήριο που εκδίκασε, να προβεί σε τέτοια διαπίστωση πραγματικού γεγονότος όπως κατά τη γνώμη του έπρεπε να γινόταν από το Δικαστήριο αυτό, αν η μαρτυρία αυτή δεν γινόταν δεκτή (ε) όταν η έφεση είναι απόφαση μέλους του Επαρχιακού Δικαστηρίου, να διατάξει τη λήψη περαιτέρω μαρτυρίας είτε γενικά είτε επί κάποιου συγκεκριμένου σημείου ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου το οποίο επέβαλε την ποινή.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 165(I)/2011 Εξουσία του Ανώτατου Δικαστηρίου σχετικά με την έναρξη ή αναστολή της ποινής κλπ.</p>\n<p class=\"lf-p\">147.-(1) Ο χρόνος κατά τον οποίο ο καταδικασθείς τελούσε υπό κράτηση ενώ εκκρεμούσε η εκδίκαση της έφεσης, υπολογίζεται εκτός αν το Δικαστήριο ήθελε διατάξει διαφορετικά, ως μέρος του χρόνου της ποινής στην οποία αυτός υπόκειται.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Αν η έφεση επιτραπεί και ακυρωθεί η καταδίκη, ο εφεσείοντας αφήνεται αμέσως ελεύθερος και οποιαδήποτε ήδη χρηματική ποινή που καταβλήθηκε επιστρέφεται..</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου αυτού, το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα και να δώσει τέτοιες οδηγίες σε σχέση με την περαιτέρω διαδικασία και την κράτηση του εφεσείοντα ή την απόλυση του με εγγύηση ή την αναστολή της πληρωμής οποιασδήποτε χρηματικής ποινής ως αυτό ήθελε θεωρήσει σκόπιμο.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Επιφύλαξη νομικών ζητημάτων και παραπομπή ζητήματος με υπόμνημα στο Ανώτατο Δικαστήριο Νομικό ζήτημα που επιφυλάχτηκε για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο 148.-(1) Δικαστήριο το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία δύναται, και με αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας πρέπει, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιφυλάξει για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο νομικό ζήτημα που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης οποιουδήποτε προσώπου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε κάθε τέτοια περίπτωση ο Πρόεδρος του Κακουργιοδικείου ή ο Δικαστής που εκδικάζει, ανάλογα με την περίπτωση, ετοιμάζει έκθεση του νομικού ζητήματος που επιφυλάχτηκε με τα περιστατικά υπό τα οποία αυτό εγέρθηκε και διαβιβάζει αντίγραφο αυτής στον Αρχιπρωτοκολλητή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζει και αποφασίζει για το νομικό ζήτημα που επιφυλάχτηκε και δύναται- (α) αν το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο- (ι) να επικυρώσει την καταδίκη (ιι) να ακυρώσει την καταδίκη όποτε στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος αθωώνεται (ιιι) να διατάζει όπως η απόφαση του Δικαστηρίου ακυρωθεί και όπως αντί αυτής, εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο όπως έπρεπε να εκδιδόταν κατά τη δίκη (β) αν το Δικαστήριο δεν έχει εκδώσει την απόφαση του, να επαναπέμψει σε αυτό την υπόθεση μαζί με την γνωμοδότηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για το νομικό ζήτημα που επιφυλάχτηκε.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Παραπομπή από Δικαστή ζητήματος με υπόμνημα για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο 149.-(1) O Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και οποιοσδήποτε διάδικος που δεν είναι ικανοποιημένος από την απόφαση Δικαστή που ασκεί συνοπτική ποινική δικαιοδοσία λόγω του ότι είναι εσφαλμένη επί νομικού σημείου ή λόγω του ότι είναι καθ’ υπέρβαση της δικαιοδοσίας ή των εξουσιών του Δικαστή δύναται, εντός του χρόνου που προσδιορίζεται στο εδάφιο (1) του άρθρου αυτού, να ζητήσει γραπτώς από το Δικαστή που έκδωσε την απόφαση να παραπέμψει με υπόμνημα το ζήτημα εκθέτοντας τα γεγονότα και τους λόγους της απόφασης αυτής, για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Αν ο Δικαστής είναι της γνώμης ότι η αίτηση είναι επιπόλαια, αυτός δύναται να αρνηθεί να παραπέμψει το ζήτημα αλλά, σε κάθε τέτοια περίπτωση, κατόπι παράκλησης του αιτούμενου, αυτός υπογράφει και παραδίνει σε αυτόν πιστοποιητικό για την άρνηση αυτή:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι ο Δικαστής πρέπει να μην αρνηθεί να παραπέμψει ζήτημα όταν η αίτηση για το σκοπό αυτό υποβάλλεται από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Αν ο Δικαστής αρνείται να παραπέμψει ζήτημα, είναι νόμιμο για τον αιτούμενο να ζητήσει από το Ανώτατο Δικαστήριο με ένορκη δήλωση επί των γεγονότων διάταγμα που καλεί το Δικαστή ως επίσης και τον άλλο διάδικο στη διαδικασία να δείξουν λόγο γιατί το ζήτημα δεν θα έπρεπε να παραπεμφθεί με υπόμνημα και το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται να καταστήσει το διάταγμα αυτό απόλυτο ή να ακυρώσει αυτό και ο Δικαστής, αφού επιδοθεί σε αυτόν το απόλυτο αυτό διάταγμα, παραπέμπει το ζήτημα με υπόμνημα ανάλογα.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ζήτημα που παραπέμπεται με υπόμνημα πρέπει να είναι σε τέτοιο τύπο ως ήθελε καθοριστεί0 υπογράφεται από το Δικαστή και αφήνεται στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου εντός δεκατεσσάρων ημερών μετά την ημερομηνία της υποβολής της αίτησης για αυτό ή της επίδοσης απόλυτου διατάγματος όπως προβλέπεται στο εδάφιο (3) του άρθρου αυτού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ο αιτούμενος εντός δέκα ημερών από την παρέλευση της προθεσμίας που μνημονεύεται στο εδάφιο (4) του άρθρου αυτού προσέρχεται για παραλαβή του ζητήματος που παραπέμφθηκε και το διαβιβάζει στον Αρχιπρωτοκολλητή και, εντός της ίδιας προθεσμίας ειδοποιεί για αυτό γραπτώς, υπογράφοντας ο ίδιος ή ο δικηγόρος του, τον άλλο διάδικο στη διαδικασία, μαζί με αντίγραφο της αίτησης και επίσημο αντίγραφο του ζητήματος που παραπέμφθηκε.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζει και αποφασίζει επί του σημείου που εγείρεται στο ζήτημα που παραπέμφθηκε δυνάμει του άρθρου αυτού και δύναται- (α) να ακυρώσει, επικυρώσει ή τροποποιήσει την απόφαση σε σχέση με την οποία το ζήτημα παραπέμφθηκε (β) να επαναστείλει το ζήτημα στο Δικαστή μαζί με τη γνωμοδότηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί αυτού (γ) αν το ζήτημα που παραπέμφθηκε αφορά αθωωτική απόφαση, αυτό το ίδιο να καταδικάσει και επιβάλει τέτοια ποινή όπως έπρεπε να είχε επιβληθεί κατά τη δίκη (δ) να προκαλέσει την επιστροφή του ζητήματος προς τροποποίηση οπότε στην περίπτωση αυτή αυτό τροποποιείται ανάλογα και εκδίδεται απόφαση μετά την τροποποίηση αυτού (ε) να εκδώσει τέτοιο άλλο διάταγμα όπως απαιτεί η δικαιοσύνη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Όταν η αίτηση για παραπομπή ζητήματος με υπόμνημα υποβάλλεται από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αυτή πρέπει να υποβάλλεται εντός δεκατεσσάρων ημερών από την ημερομηνία της απόφασης σε σχέση με την οποία υποβάλλεται η αίτηση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Κάθε καταδικασθείς από Επαρχιακό Δικαστήριο, ο οποίος ζητά από το Δικαστήριο αυτό την παραπομπή ζητήματος με υπόμνημα, θεωρείται ότι εγκατάλειψε οποιοδήποτε δικαίωμα να ζητήσει από το Ανώτατο Δικαστήριο άδεια άσκησης έφεσης.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Γενικές Διατάξεις Ειδοποιήσεις κλπ., που αφήνονται σε κατονομαζόμενες διευθύνσεις 150. Αν ειδοποίηση, κλήση, διάταγμα ή άλλη γραπτή επικοινωνία που δίνεται ή εκδίδεται για οποιοδήποτε από τους σκοπούς του Μέρους αυτού, αφήνεται στη διεύθυνση που κατονομάζεται από οποιοδήποτε πρόσωπο σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους αυτού, θεωρείται ότι λήφθηκε από το πρόσωπο αυτό και ότι περιήλθε σε γνώση του.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Έξοδα έφεσης 151.-(1) Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει εξουσία σε κάθε διαδικασία δυνάμει του Μέρους αυτού να επιδικάζει όπως καταβληθούν από τους διαδίκους σε αυτή ή στους διαδίκους σε αυτή τέτοια έξοδα ως αυτό ήθελε θεωρήσει σκόπιμο:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι δεν εκδίδεται τέτοιο διάταγμα εναντίον Νομικού Λειτουργού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οποιαδήποτε έξοδα που επιδικάστηκαν δυνάμει του άρθρου αυτού είναι εισπρακτέα κατά τον τρόπο που προβλέπεται για την είσπραξη χρηματικών ποινών δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Η δικαστική απόφαση καταχωρείται σε βιβλία κλπ.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">152.</span>Κάθε απόφαση ή διάταγμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εκδίδεται δυνάμει του Μέρους αυτού συντάσσεται και καταχωρείται σε βιβλίο που τηρείται για τον εν λόγω σκοπό0 υπογράφεται από έναν από τους Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου και αντίγραφο αυτή πιστοποιημένο από τον Αρχιπρωτοκολλητή ως γνήσιο συνάπτεται από αυτόν στο φάκελο της δικογραφίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Καμιά δικαστική απόφαση δεν ανατρέπεται κατά την έφεση λόγω παρατυπίας ή ασυμφωνίας, εκτός αν η ένσταση υποβλήθηκε κατά τη δίκη 153. Καμιά απόφαση, διαπίστωση γεγονότος, ποινή ή διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδίκασε δεν ανατρέπεται ή μεταβάλλεται κατά την έφεση λόγω οποιασδήποτε ένστασης εναντίον οποιουδήποτε κατηγορητηρίου, κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο, κλήσης ή εντάλματος για οποιοδήποτε ισχυριζόμενο ουσιαστικό ή τυπικό μειονέκτημα σε αυτό εκτός αν η ένσταση αυτή εγέρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου του οποίου η απόφαση εκκαλείται, ούτε λόγω οποιασδήποτε ασυμφωνίας μεταξύ του κατηγορητηρίου αυτού, του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε κακουργιοδικείο, κλήσης, ή εντάλματος και της μαρτυρίας που προσάχθηκε προς υποστήριξη αυτών εκτός αν η ένσταση αυτή εγέρθηκε παρόμοια και το Δικαστήριο που εκδίκασε αρνήθηκε να αναβάλει την ακρόαση της υπόθεσης ανκαι αποδείχτηκε ότι με την ασυμφωνία αυτή ο εφεσείοντας εξαπατήθηκε ή παραπλανήθηκε:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι αν ο εφεσείοντας δεν αντιπροσωπεύετο από δικηγόρο κατά την ακρόαση ενώπιον του εκδικάσαντος Δικαστηρίου, το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει όπως εγερθεί οποιαδήποτε τέτοια ένσταση.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 MEΡΟΣ VI ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Γενικές εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας σε ποινικές διαδικασίες Αναστολή δίωξης σε ποινικές υποθέσεις 154.-(1) Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία και σε οποιοδήποτε στάδιο αυτής πριν από την απόφαση ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δύναται να καταχωρήσει αναστολή δίωξης, είτε ανακοινώνοντας αυτό στο Δικαστήριο είτε πληροφορώντας το Δικαστήριο γραπτώς ότι η Δημοκρατία προτίθεται να διακόψει τη διαδικασία και για αυτό ο κατηγορούμενος αμέσως απαλλάσσεται ως προς το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο για το οποίο καταχωρείται η αναστολή δίωξης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Όταν καταχωρείται αναστολή δίωξης, αν ο κατηγορούμενος φυλακίστηκε, αυτός απολύεται ή αν τελεί υπό εγγύηση το γραμμάτιο απόλυσης με εγγύηση ακυρώνεται, και, αν ο κατηγορούμενος δεν βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου όταν καταχωρείται η αναστολή δίωξης, ο Πρωτοκολλητής ή άλλος αρμόδιος λειτουργός του Δικαστηρίου, αν ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, προκαλεί την επίδοση αμέσως γραπτής ειδοποίησης σχετικά με την καταχώριση της αναστολής δίωξης στο πρόσωπο που έχει τη φύλαξη του κατηγορούμενου και η ειδοποίηση αυτή είναι επαρκής εξουσιοδότηση για να απολύσει τον κατηγορούμενο σε σχέση με το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο για το οποίο καταχωρείται η αναστολή δίωξης, ή, αν ο κατηγορούμενος δεν τελεί υπό κράτηση, προκαλεί την επίδοση αμέσως τέτοιας γραπτής ειδοποίησης στον κατηγορούμενο και τους εγγυητές του, αν υπάρχουν, και πρέπει όπως, σε κάθε περίπτωση, να προκαλέσει επίδοση παρόμοιας ειδοποίησης σε κάθε μάρτυρα που δεσμεύτηκε να εμφανιστεί.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όταν καταχωρείται αναστολή δίωξης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, η απαλλαγή του κατηγορούμενου δεν συνιστά κώλυμα για οποιαδήποτε μεταγενέστερη διαδικασία εναντίον αυτού για το ίδιο ποινικό αδίκημα ή λόγω των ίδιων πραγματικών γεγονότων.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να παραπέμπει υπόθεση σε κατώτερο Δικαστήριο 155. Όταν πρόσωπο έχει παραπεμφθεί σε δίκη βάσει κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δύναται, αν έχει τη γνώμη ότι η υπόθεση δύναται κατάλληλα να εκδικαστεί συνοπτικά δυνάμει των εξουσιών τις οποίες έχει το Δικαστήριο συνοπτικής διαδικασίας, να δώσει οδηγίες όπως η υπόθεση αυτή εκδικαστεί και αποφασιστεί από τέτοιο Δικαστήριο, ανεξάρτητα από το ότι το ποινικό αυτό αδίκημα δεν μπορούσε άλλως να είναι δικάσιμο από τέτοιο Δικαστήριο.</p>\n<p class=\"lf-p\">160(I)/2012 Εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να παραπέμπει υπόθεση σε κατώτερο Δικαστήριο 155. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων ΚΕΦ.155 165(I)/2011 Μεταβίβαση εξουσιών από Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας 156. Εξαιρούμενης της εξουσίας άσκησης έφεσης από απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 137, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δύναται με έγγραφο που έχει την υπογραφή του ή με ειδοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας να μεταβιβάσει όλες ή οποιαδήποτε από τις υπόλοιπες εξουσίες που χορηγούνται σε αυτόν δυνάμει του Νόμου αυτού στο Γενικό Αντιεισαγγελέα ή σε Δικηγόρο της Δημοκρατίας, και η άσκηση οποιασδήποτε τέτοιας εξουσίας από το Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα ή Δικηγόρο της Δημοκρατίας ισχύει ωσάν η εξουσία αυτή να ασκήθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Εγγύηση και προσωπική υποχρέωση Απόλυση με εγγύηση 157.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου αυτού, Δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία δύναται, αν θεωρεί ότι είναι σωστό, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να απολύσει με εγγύηση οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατηγορήθηκε ή καταδικάστηκε για ποινικό αδίκημα, με την εκτέλεση από το πρόσωπο αυτό γραμματίου απόλυσης με εγγύηση όπως προβλέπεται στο Νόμο αυτό.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε καμιά περίπτωση δεν απολύεται με εγγύηση πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε η θανατική ποινή0 και κανένα πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με τη θανατική ποινή δεν απολύεται με εγγύηση, εκτός κατόπι διατάγματος Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Γραμμάτιο απόλυσης με εγγύηση 158.-(1) Κάθε γραμμάτιο απόλυσης με εγγύηση πρέπει να είναι στον καθορισμένο τύπο και να περιλαμβάνει αναγνώριση εκ μέρους του προσώπου που το εκτελεί ότι αυτό οφείλει στη Δημοκρατία το χρηματικό ποσό που ορίζεται σε αυτό, υπό τον όρο ότι το γραμμάτιο απόλυσης με εγγύηση ακυρώνεται αν το πρόσωπο αυτό παραστεί κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στο γραμμάτιο απόλυσης με εγγύηση και αν συνεχίσει να παρίσταται με τον τρόπο αυτό μέχρις ότου διαταχτεί άλλως από το Δικαστήριο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το Δικαστήριο δύναται να απαιτήσει όπως γραμμάτιο απόλυσης με εγγύηση εκτελεστεί με ή χωρίς εγγυητές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όταν πρόσωπο υποχρεώνεται να εκτελέσει γραμμάτιο απόλυσης με ή χωρίς εγγυητές, δύναται να επιτραπεί σε αυτό να καταθέσει στο Γενικό Λογιστή τέτοιο χρηματικό ποσό ως ήθελε οριστεί από το Δικαστήριο αντί της εκτέλεσης γραμματίου απόλυσης με εγγύηση.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Εξουσία αύξησης εγγύησης και διαταγής επαρκών εγγυητών 159. Αν το Δικαστήριο το οποίο απέλυσε πρόσωπο με εγγύηση είναι ικανοποιημένο ότι για οποιοδήποτε λόγο το ποσό έπρεπε να αυξηθεί ή ότι οι εγγυητές είναι ή κατέστησαν ανεπαρκείς, αυτό δύναται να εκδώσει ένταλμα σύλληψης που να διατάσσει όπως το πρόσωπο που απολύθηκε με εγγύηση προσαχθεί ενώπιον αυτού και δύναται να το διατάξει να βρει επαρκείς εγγυητές και αν το πρόσωπο παραλείψει να ενεργήσει με τον τρόπο αυτό, δύναται να φυλακίσει αυτό.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Επικείμενη αναχώρηση από τη Δημοκρατία προσώπου που απολύθηκε με εγγύηση 160. Αν καταστεί φανερό στο Δικαστήριο με ένορκη καταγγελία ότι οποιοδήποτε πρόσωπο που απολύθηκε με εγγύηση πρόκειται να εγκαταλείψει τη Δημοκρατία, το Δικαστήριο δύναται να προκαλέσει τη σύλληψη του και να αποστείλει αυτό στη φύλακη μέχρι τη δίκη εκτός αν το Δικαστήριο θεωρήσει σκόπιμο να απολύσει πάλι αυτό με περαιτέρω εγγύηση.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 165(I)/2011 Απόλυση του προσώπου που βρίσκεται υπό κράτηση και ένταλμα ελευθέρωσης 161. Μόλις εκτελεστεί το εγγυητικό γραμμάτιο για απόλυση το πρόσωπο που θα απολυθεί με εγγύηση απολύεται και, αν βρίσκεται στη φυλακή, το Δικαστήριο που τον απολύει με εγγύηση εκδίδει ένταλμα ελευθέρωσης που διατάσσει τον υπεύθυνο λειτουργό της φυλακής να απολύσει το πρόσωπο που θα απολυθεί με εγγύηση και ο λειτουργός αυτός μόλις λάβει το ένταλμα ελευθέρωσης απολύει αυτό αμέσως:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι καμιά διάταξη του άρθρου αυτού ή του άρθρου 157 δεν λογίζεται ότι επιβάλλει την απόλυση οποιουδήποτε προσώπου που υπόκειται σε περιορισμό για ζήτημα άλλο από εκείνο σε σχέση με το οποίο εκτελέστηκε η εγγύηση.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Απαλλαγή εγγυητών 162.-(1) Ο εγγυητής ή οι εγγυητές σε ένα γραμμάτιο απόλυσης με εγγύηση δύνανται, σε οποιοδήποτε χρόνο, να ζητήσουν από το Δικαστήριο να ακυρώσει αυτό είτε εξ ολοκλήρου είτε κατά το μέρος που αφορά τον αιτούμενο ή αιτούμενους.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κατόπι υποβολής τέτοιας αίτησης, εκτός αν το πρόσωπο που απολύθηκε παραδίδεται νωρίτερα, το Δικαστήριο εκδίδει ένταλμα σύλληψης το οποίο διατάσσει όπως αυτό προσαχθεί ενώπιον του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κατόπι εμφάνισης του προσώπου αυτού με την εκούσια παράδοση του εαυτού του ή δυνάμει του εντάλματος, το Δικαστήριο διατάσσει την ακύρωση του γραμματίου απόλυσης με εγγύηση είτε εξολοκλήρου είτε κατά το μέρος που αφορά όλους τους εγγυητές ή οποιοδήποτε από αυτούς και καλεί το πρόσωπο αυτό να βρει άλλους επαρκείς εγγυητές, και αν το πρόσωπο αυτό παραλείψει να ενεργήσει με τον τρόπο αυτό, δύναται να φυλακίσει αυτό.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Θάνατος εγγυητών 163. Αν εγγυητής σε γραμμάτιο απόλυσης με εγγύηση πεθάνει πριν από την κατάπτωση της εγγύησης, η περιουσία του απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση σε σχέση με το γραμμάτιο απόλυσης με εγγύηση, αλλά το Δικαστήριο με διαταγή του οποίου το γραμμάτιο απόλυσης με εγγύηση εκτελέστηκε δύναται να ζητήσει από αυτό που απολύθηκε βάσει του τέτοιου εγγυητικού γραμματίου να βρει νέο εγγυητή ή να φυλακίσει το πρόσωπο αυτό.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Κατάπτωση γραμματίου απόλυσης με εγγύηση και η διαδικασία μετά από αυτή 164.-(1) Αν δεν υπάρξει συμμόρφωση σε όρο γραμματίου απόλυσης με εγγύηση το Δικαστήριο στο οποίο ή ενώπιον του οποίου ο όρος αυτός έπρεπε να εκτελείτο δύναται να οπισθογραφήσει επί αυτού πιστοποιητικό που να εκθέτει ότι ο όρος δεν εκτελέστηκε και, για αυτό, αν το ποσό του γραμματίου απόλυσης με εγγύηση δεν καταβληθεί εντός έξι ημερών μετά την επίδοση στο επηρεαζόμενο πρόσωπο διαταγής και ειδοποίησης όπως πράξει με αυτό τον τρόπο και δεν αποδεικνύεται επαρκής λόγος για την παράλειψη αυτή εντός του χρόνου που αναφέρθηκε, το ποσό της εγγύησης καθίσταται εισπρακτέο από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που δεσμεύτηκαν με το γραμμάτιο απόλυσης με εγγύηση κατά τον τρόπο με τον οποίο εισπράττονται χρηματικές ποινές δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το Δικαστήριο στο οποίο ή ενώπιον του οποίου ο όρος του γραμματίου απόλυσης με εγγύηση έπρεπε να εκτελείτο δύναται να μειώσει μερικώς το ποσό σε αυτό και να επιβάλει μερική μόνο πληρωμή.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Ορισμένες διατάξεις που ισχύουν για τις προσωπικές υποχρεώσεις 165. Οι διατάξεις των άρθρων 158 έως 164, και των δύο περιλαμβανομένων, εφαρμόζονται αφού γίνουν οι αναγκαίες προσαρμογές σε οποιαδήποτε προσωπική υποχρέωση που αναλήφθηκε από οποιοδήποτε πρόσωπο, δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού για την τήρηση της τάξης ή για την επίδειξη καλής διαγωγής ή υπό τον όρο ότι θα παρουσιαστεί και δεχτεί απόφαση σε κάποια μελλοντική συνεδρίαση του Δικαστηρίου ή όταν κληθεί για οποιοδήποτε άλλο ζήτημα δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμου:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση κατάπτωσης προσωπικής υποχρέωσης που τελεί υπό όρον όπως προβλέπεται πιο πάνω, οι διατάξεις του άρθρου 164 δεν εμποδίζουν το Δικαστήριο να επιβάλει οποιαδήποτε άλλη ποινή ως αυτό ήθελε θεωρήσει σκόπιμο προς αντιμετώπιση των περιστατικών της υπόθεσης και την οποία αυτό έχει την εξουσία να επιβάλει.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Έξοδα και απόδοση περιουσίας Τρόπος καταβολής εξόδων..</p>\n<p class=\"lf-p\">166.-(1) Τα έξοδα κάθε δημόσιας δίωξης, κατ’ αρχή, καταβάλλονται από τις δημόσιες προσόδους.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κάθε διάταγμα για την καταβολή εξόδων καταρτίζεται από λειτουργό του Δικαστηρίου και παραδίνεται στο πρόσωπο που δικαιούται αυτά.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Κάθε διάταγμα για την καταβολή εξόδων από τις δημόσιες προσόδους απευθύνεται προς το Διοικητή της Επαρχίας στην οποία διεξάγεται η δίκη και κάθε διάταγμα που απευθύνεται με αυτό τον τρόπο είναι επαρκής εξουσιοδότηση για κάθε Διοικητή και για κάθε πρόσωπο που ενεργεί υπό τις διαταγές του Διοικητή ως ταμίας για την επαρχία, ή άλλως για να πληρώσει το χρηματικό ποσό που αναφέρεται στο διάταγμα. Και κάθε Διοικητής όπως και άλλο πρόσωπο όπως έχει λεχθεί, κατά την προσαγωγή του διατάγματος, καταβάλλει τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται σε αυτό στο πρόσωπο που κατονομάζεται στο διάταγμα ή σε οποιοδήποτε άλλο που είναι εξουσιοδοτημένος δεόντως να παραλάβει αυτά για λογαριασμό αυτού.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Έξοδα μαρτύρων υπεράσπισης 167. Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο δύναται να διατάξει όπως τα έξοδα μαρτύρων που κλήθηκαν για την υπεράσπιση και δεσμεύτηκαν με προσωπική υποχρέωση να δώσουν μαρτυρία για τον κατηγορούμενο καταβληθούν από τις δημόσιες προσόδους.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Καταβολή εξόδων από κατηγορούμενο 168. Όταν πρόσωπο καταδικάζεται για ποινικό αδίκημα, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει αυτό να καταβάλει τα έξοδα της κατηγορίας επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή η οποία δύναται να επιβληθεί σε αυτό και σε περίπτωση δημοσίων διώξεων τα έξοδα αυτά, όταν εισπραχθούν, καταβάλλονται στις δημόσιες προσόδους.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Επιδίκαση εξόδων στον κατηγορούμενο 169. Αν σε συνοπτική δίκη ο κατηγορούμενος αθωωθεί το Δικαστήριο δύναται να διατάξει οποιοδήποτε πρόσωπο από το οποίο κατά τη γνώμη του προσάχθηκε κατηγορία ή οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει υπεύθυνο για την πρόκληση της πρόσαψης κατηγορίας, να καταβάλει στον κατηγορούμενο τα έξοδα αυτού.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Διάθεση περιουσίας που τελεί υπό την κατοχή της αστυνομίας 170.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου αυτού, όταν περιουσία περιέλθει στην κατοχή της αστυνομίας σε σχέση με οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, το Δικαστήριο δύναται, με αίτηση είτε αστυνομικού είτε προσώπου που διεκδικεί την περιουσία, να εκδώσει διάταγμα για την παράδοση της περιουσίας στο πρόσωπο το οποίο φαίνεται στο Δικαστήριο ότι είναι ο κύριος αυτής ή, αν ο κύριος δεν δύναται να εξακριβωθεί, να εκδώσει τέτοιο διάταγμα σε σχέση με την περιουσία ως το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει σκόπιμο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Διάταγμα δυνάμει του άρθρου αυτού δεν επηρεάζει το δικαίωμα οποιουδήποτε προσώπου να εγείρει εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της έκδοσης του διατάγματος αγωγή για ανάκτηση της περιουσίας εναντίον οποιουδήποτε προσώπου που κατέχει περιουσία η οποία παραδόθηκε δυνάμει του διατάγματος, αλλά μετά την παρέλευση των εν λόγω έξι μηνών το δικαίωμα αποσβέννεται.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Απόδοση περιουσίας 171. Όταν πρόσωπο καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα με το οποίο άλλο πρόσωπο αποστερήθηκε οποιασδήποτε περιουσίας, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως η περιουσία αυτή ή οποιοδήποτε μέρος της αποδοθεί στο πρόσωπο το οποίο φαίνεται στο Δικαστήριο ότι είναι ο κύριος αυτής, είτε χωρίς πληρωμή ή με πληρωμή από τον κύριο αυτό στο πρόσωπο στην κατοχή του οποίου βρίσκεται η περιουσία αυτή ή μέρος αυτής, οποιουδήποτε ποσού που ορίζεται στο διάταγμα:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται σε- (α) αξιόγραφο το οποίο καλή τη πίστει πληρώθηκε ή ξοφλήθηκε από οποιοδήποτε πρόσωπο που υποχρεώνεται στην πληρωμή ή εξόφληση αυτού0 (β) διαπραγματεύσιμο έγγραφο το οποίο λήφθηκε καλή τη πίστει με μεταβίβαση ή παράδοση από οποιοδήποτε πρόσωπο αντί δίκαιης και αξιόλογης αντιπαροχής χωρίς γνώση ή χωρίς εύλογη αιτία για υπόνοια ότι αυτό κλάπηκε ή άλλως λήφθηκε για κακούργημα (γ) αγαθά ή έγγραφα τίτλου εμπιστευμένα ή υπό τον έλεγχο, με έγγραφα τίτλου ή άλλως, οποιουδήποτε επιτρόπου εμπιστεύματος, τραπεζίτη, εμπόρου, πληρεξούσιου αντιπροσώπου, πράκτορα, μεσίτη ή άλλου αντιπροσώπου που καταδικάστηκε υπό την ιδιότητα αυτή για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα σε σχέση με αυτά (δ) κινητή περιουσία που αγοράστηκε καλή τη πίστει σε ελεύθερη αγορά από πρόσωπο που συναλλάσσεται στην αγορά αυτή με αυτό το είδος περιουσίας, ή σε οποιοδήποτε εμπορικό κατάστημα όπου πωλείται περιουσία του είδους αυτού και από πρόσωπο συνήθως υπεύθυνο αυτού.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Απόδοση κατοχής ακίνητης περιουσίας 172.-(1) Όταν πρόσωπο καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα που συνοδεύεται από εγκληματική βία και φαίνεται στο Δικαστήριο ότι με βία αυτή πρόσωπο αποστερήθηκε της κατοχής ακίνητης περιουσίας το Δικαστήριο δύναται, αν θεωρεί σκόπιμο, να διατάξει όπως αποδοθεί η κατοχή της στο εν λόγω πρόσωπο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κανένα τέτοιο διάταγμα δεν βλάπτει δικαίωμα ή συμφέρον επί της ακίνητης αυτής περιουσίας ή στην ακίνητη αυτή περιουσία το οποίο δύναται οποιοδήποτε πρόσωπο συμπεριλαμβανόμενου και του καταδικασθέντος να αποδείξει σε πολιτική αγωγή.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Ποικίλες Διατάξεις Σημειώσεις αποδείξεων 173.-(1) Σε ποινική διαδικασία, ο Δικαστής ή, όταν το Δικαστήριο απαρτίζεται από περισσότερους από ένα Δικαστές, ο Δικαστής που προεδρεύει ή με διαταγή αυτού οποιοσδήποτε άλλος Δικαστής από αυτούς που απαρτίζουν το Δικαστήριο αυτό, τηρεί γραπτώς τα πρακτικά της διαδικασίας και τις σημειώσεις αποδείξεων τα οποία υπογράφονται από αυτόν και φυλάγονται ως πρακτικά του Δικαστηρίου:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 96 και 97, αν το Δικαστήριο διατάξει με αυτό τον τρόπο, τα πρακτικά και οι σημειώσεις δύνανται να τηρούνται σε στενογραφία και η μετάφραση των στενογραφημένων σημειώσεων θεωρείται ότι αποτελεί τα πρακτικά του Δικαστηρίου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οποιαδήποτε πρακτικά διαδικασίας ή σημειώσεις αποδείξεων που συνιστούν τα πρακτικά του Δικαστηρίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο αυτό ή αντίγραφο αυτών που φαίνεται ότι είναι υπογραμμένο και κυρωμένο ως γνήσιο αντίγραφο από τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου είναι, χωρίς περαιτέρω απόδειξη, δεκτό ως απόδειξη της διαδικασίας αυτών και των καταθέσεων που δόθηκαν από τους μάρτυρες.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Αλλαγή του τόπου εκδίκασης 174.-(1) Όταν κατόπι αίτησης όπως προβλέπεται πιο κάτω καθίσταται φανερό στο Ανώτατο Δικαστήριο- (α) ότι δεν δύναται να διεξαχθεί σε οποιοδήποτε Δικαστήριο δίκαιη και αμερόληπτη δίκη (β) ότι ενδέχεται να εγερθεί νομικό ζήτημα ασυνήθιστης δυσκολίας (γ) ότι δυνατό να απαιτηθεί αυτοψία του τόπου στο οποίο ή πλησίον του οποίου διαπράχτηκε οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα για ικανοποιητική εξέταση ή εκδίκαση αυτού (δ) ότι διάταγμα δυνάμει του άρθρου αυτού θα τείνει προς γενική διευκόλυνση των διαδίκων ή των μαρτύρων (ε) ότι τέτοιο διάταγμα εξυπηρετά τους σκοπούς της δικαιοσύνης,το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως η δίκη διεξαχθεί από ή ενώπιον Δικαστηρίου άλλου από το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου, θα διεξαγόταν, ελλείψει του διατάγματος αυτού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κάθε αίτηση για την άσκηση των εξουσιών που χορηγούνται από το άρθρο αυτό υποβάλλεται με εισήγηση η οποία, εξαιρούμενης της περίπτωσης κατά την οποία η αίτηση υποβάλλεται υπό ή εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, πρέπει να υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όταν κατηγορούμενος υποβάλλει αίτηση δυνάμει του άρθρου αυτού, το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται, αν θεωρεί αυτό σκόπιμο, να τον διατάξει να εκτελέσει γραμμάτιο απόλυσης με εγγύηση με ή χωρίς εγγυητές υπό τον όρο ότι αυτός, αν καταδικαστεί, θα καταβάλει τα έξοδα της κατηγορίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Κάθε κατηγορούμενος που υποβάλλει οποιαδήποτε τέτοια αίτηση δίνει στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας γραπτή ειδοποίηση για την αίτηση, μαζί με αντίγραφο ένορκης δήλωσης και δεν εκδίδεται τελικό διάταγμα για την αίτηση, εκτός αν η ειδοποίηση αυτή και ένορκος δήλωση επιδοθούν τουλάχιστον εικοσιτέσσερις ώρες πριν από την ακρόαση της αίτησης.</div>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 165(I)/2011 Γενικές εξουσίες των Δικαστηρίων προς ρύθμιση διαδικασίας 175. Σε κάθε δίκη, το Δικαστήριο έχει εξουσία να ρυθμίζει κατά την ελεύθερη του κρίση την πορεία της διαδικασίας με οποιοδήποτε τρόπο ο οποίος ήθελε φανεί επιθυμητός και ο οποίος δεν είναι ασυμβίβαστος με τις διατάξεις του Νόμου αυτού.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 165(I)/2011 Διαδικαστικοί Κανονισμοί 176. Ο Κυβερνήτης, με τη συμβουλή και βοήθεια του Αρχιδικαστή, δύναται να εκδώσει Διαδικαστικούς Κανονισμούς που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας για την καλύτερη εφαρμογή του Νόμου αυτού και συγκεκριμένα και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας των εξουσιών που χορηγούνται με τον τρόπο αυτό, οι Κανονισμοί αυτοί δύναται να εκδοθούν σε σχέση με όλα ή με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα θέματα: (α) όλα τα θέματα που αναφέρονται ή απαιτούνται στο Νόμο αυτό όπως καθοριστούν (β) τους τύπους που θα χρησιμοποιηθούν για οποιοδήποτε ζήτημα ή διαδικασία που εγέρθηκε ή ασκήθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού και τα τέλη που καταβλήθηκαν σε σχέση με οποιοδήποτε τέτοιο ζήτημα ή διαδικασία:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, μέχρις ότου εκδοθούν τέτοιοι κανονισμοί- (α) οποιοδήποτε ζήτημα ή διαδικασία που εγέρθηκε ή ασκήθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού ρυθμίζεται από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς που αφορούν τέτοιο ζήτημα ή διαδικασία (περιλαμβανομένων οποιωνδήποτε Κανονισμών που καθορίζουν τα τέλη σε σχέση με οποιοδήποτε τέτοιο ζήτημα ή διαδικασία) οι οποίοι εκδόθηκαν δυνάμει οποιουδήποτε νόμου που καταργείται από το Νόμο αυτό και ο οποίος ισχύει την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου αυτού (β) οποιοιδήποτε τύποι που εκτίθενται σε οποιοδήποτε Νόμο που καταργείται από το Νόμο αυτό θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούνται για οποιοδήποτε ζήτημα ή διαδικασία που εγέρθηκε ή ασκήθηκε δυνάμει του Νόμου αυτού,και οι Κανονισμοί αυτοί και τύποι δύνανται να εφαρμόζονται ή να χρησιμοποιούνται με τέτοιες παρεκκλίσεις, μεταβολές ή προσαρμογές ως ήθελαν είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου αυτού.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦ.155 Σημείωση 3 του Ν. 58(Ι)/2023Έναρξη του Ν. 58(Ι)/2023 Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 58(Ι)/2023] τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία η οποία καθορίζεται στην προβλεπόμενη στις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 22 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου Γνωστοποίηση.</p>\n<p class=\"lf-p\">Εκτύπωση Cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii και τη ConvertPLC για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο</p></div>", "next": 0}