{"html": "<div class=\"lf-doc\"><div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Όταν το πρόσωπο που προβαίνει στην κατάσχεση ή κατακράτηση εμπορεύματος, ως υποκείμενου εις δήμευση, είναι αστυνομικός και το εμπόρευμα αυτό είναι δυνατό να χρησιμεύσει σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, που αρχίζει δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου, το εμπόρευμα που κατασχέθηκε ή κατακρατήθηκε μπορεί να παραμείνει στη φύλαξη της αστυνομίας, μέχρις ότου περατωθεί η διαδικασία αυτή ή ληφθεί απόφαση για τη μη έναρξή της:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι - (α) παρέχεται στο πλησιέστερο τελωνείο, γραπτή δηλοποίηση της κατάσχεσης ή κατακράτησης του εμπορεύματος και της απόφασης για την κατακράτησή του στη φύλαξη της αστυνομίας, με πλήρη στοιχεία για το κατασχεθέν εμπόρευμα· (β) επιτρέπεται σε κάθε εξουσιοδοτημένο λειτουργό να εξετάσει το κατακρατηθέν ή κατασχεθέν και να το ελέγξει σε οποιοδήποτε χρόνο ενόσω αυτό βρίσκεται στη φύλαξη της αστυνομίας· (γ) οι διατάξεις του άρθρου 170 της Ποινικής Δικονομίας δεν εφαρμόζονται σχετικά με το εμπόρευμα που κατασχέθηκε, σύμφωνα με το όπως αναφέρεται στο άρθρο αυτό.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Τα εδάφια (2) έως (3) εφαρμόζονται σε κάθε εμπόρευμα το οποίο υπόκειται σε δασμό ή και φόρο, το οποίο ήθελε κατασχεθεί ως υποκείμενο εις δήμευση ή κατακρατηθεί από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εκτός από κάποιο εξουσιοδοτημένο λειτουργό, έστω και αν αυτό δεν κατασχέθηκε ως υποκείμενο εις δήμευση δυνάμει της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας. (4Α) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 70, σε περίπτωση κατακράτησης ή κατάσχεσης εμπορευμάτων, αυτά μεταφέρονται σε αποθήκη Δημοσίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η διαδικασία για την κατάσχεση και δήμευση εμπορευμάτων καθορίζεται στο Παράρτημα του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 18(I)/2022 Κατακράτηση ή κατάσχεση εμπορευμάτων ως υποκειμένων εις δήμευση 104.-(1) Εμπορεύματα κατακρατούνται ή κατάσχονται ως υποκείμενα εις δήμευση σε περίπτωση - (α) δόλιας αποφυγής καταβολής δασμού ή και φόρου· (β) παράτυπης εισαγωγής τους στο τελωνειακό έδαφος της Δημοκρατίας· (γ) παράτυπης εξαγωγής τους από το τελωνειακό έδαφος της Δημοκρατίας· (δ) εισαγωγής ή εξαγωγής τους κατά παράβαση απαγορευτικής διάταξης ή περιορισμού που προβλέπονται από την τελωνειακή ή την άλλη νομοθεσία· (ε) μεταφοράς, απόκρυψης, φόρτωσης ή με άλλο τρόπο απομάκρυνσής τους από εγκεκριμένες αποθήκες, υποστατικά, τόπους ή χώρους υπό τελωνειακή επιτήρηση χωρίς την καταβολή των αναλογούντων δασμών ή και φόρων· (στ) χρησιμοποίησής τους για τη μεταφορά, εναπόθεση ή απόκρυψη, ανάμειξη, συσκευασία εμπορευμάτων που υπόκεινται εις δήμευση, είτε κατά το χρόνο που αυτά υπόκειντο εις δήμευση είτε με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος· (ζ) παράβασης όρων ή περιορισμών που επιβλήθηκαν από άδεια ή έγκριση του Διευθυντή που χορηγήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας· (η) χρησιμοποίησης εγγράφου για τους σκοπούς της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας που είναι αναληθές σε οποιοδήποτε στοιχείο ή αναληθούς δηλώσεως που αφορούν τα εν λόγω εμπορεύματα· (θ) εξεύρεσης κρυμμένου εμπορεύματος που υπόκειται σε δασμό ή και φόρο στις αποσκευές επιβάτη ή μεταφοράς του κατά παράβαση οποιασδήποτε απαγορευτικής διάταξης ή περιορισμό που προβλέπεται από την άλλη νομοθεσία· (ι) κατοχής, μεταγωγής, μεταφοράς, αποθήκευσης, στέγασης, φύλαξης, απόκρυψης, εμπορίας τους, όταν έχει ή πρόκειται να αποφευχθεί η καταβολή του δασμού ή και φόρου ή όταν αυτά παραβιάζουν απαγορευτική διάταξη ή περιορισμό που προβλέπεται από την άλλη νομοθεσία· (ια) οποιασδήποτε παράβασης των διατάξεων της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, οι περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους (α) έως (ια) περιλαμβάνουν και την απόπειρα διάπραξης της πράξης που αναφέρεται:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, όπου εισαγωγή ή εξαγωγή για τους σκοπούς του άρθρου αυτού περιλαμβάνει είσοδο ή έξοδο ανάλογα με την περίπτωση:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, όταν πλοίο, αεροσκάφος, όχημα ή ζώο υπόκειται εις δήμευση δυνάμει της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας, είτε σύμφωνα με την παράγραφο αυτή το άρθρο αυτό είτε με οποιοδήποτε άλλο άρθρο αυτήςτρόπο, όλα τα σύνεργα, εξαρτήματα ή έπιπλα του υπόκεινται επίσης εις δήμευση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Εμπορεύματα που κατακρατούνται ή κατάσχονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) δυνατόν να εγκαταλειφθούν υπέρ του Δημοσίου από τον κάτοχο ή διασαφιστή ή άλλο πρόσωπο που φέρεται να έχει νόμιμο συμφέρον επί αυτών, με έξοδα του εν λόγω προσώπου:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, με την εγκατάλειψη των εμπορευμάτων, αυτά περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου.</p>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 18(I)/2022 Γενική διάταξη για τη δήμευση εμπορευμάτων 105. Σε περίπτωση δήμευσης εμπορευμάτων, αυτά μεταφέρονται σε αποθήκη Δημοσίου και εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 72(2).</p>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 Δήμευση εμπορευμάτων σε περίπτωση αναληθούς δήλωσης για τον τελικό προορισμό τους 106. Σε περίπτωση που τελεί σε ισχύ απαγορευτική διάταξη ή περιορισμός δυνάμει της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας, όσον αφορά στην εξαγωγή ή επανεξαγωγή εμπορευμάτων ή εμπορευμάτων κάποιας ειδικής κλάσης ή κατηγορίας ή εμπορευμάτων με ειδικό προορισμό, τότε, αν κάποιο πρόσωπο πρόκειται να φορτώσει για εξαγωγή ή επανεξαγωγή οποιαδήποτε εμπορεύματα ή ανάλογα με την περίπτωση εμπορεύματα της εν λόγω κλάσης ή κατηγορίας και κατά τη διενέργεια της διασάφησης για τα εμπορεύματα αυτά πριν τη φόρτωση ή εξαγωγή ή επανεξαγωγή τους, προβαίνει σε δήλωση για τον τελικό προορισμό των εμπορευμάτων αυτών και ο Διευθυντής έχει υπόνοιες ότι η δήλωση είναι αναληθής σε κάποιο ουσιώδες σημείο της, τα εμπορεύματα δυνατό να κατακρατηθούν, μέχρις ότου ο Διευθυντής ικανοποιηθεί ότι η δήλωση είναι αληθής, σε αντίθετη δε περίπτωση, τα εμπορεύματα υπόκεινται εις δήμευση.</p>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 Ειδική διάταξη για τη δήμευση μεγαλύτερων πλοίων 107.-(1) Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη διάταξη του παρόντος Νόμου, πλοίο καθαρής χωρητικότητας διακόσιων πενήντα τόνων και άνω, δεν υπόκειται εις δήμευση σύμφωνα με οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος Νόμου, παρά μόνο σύμφωνα με το άρθρο 110, εκτός αν το ποινικό αδίκημα για το οποίο ζητείται η δήμευση του πλοίου - (α) ήταν ουσιαστικά ο αντικειμενικός σκοπός του πλου, κατά τη διάρκεια του οποίου διαπράχθηκε το ποινικό αδίκημα· ή (β) διαπράχθηκε κατά τη διάρκεια της δίωξης του πλοίου από σκάφος που βρίσκεται στην υπηρεσία της Δημοκρατίας, αφού παράλειψε να σταματήσει, όταν κλήθηκε για το σκοπό αυτό από το υπό αναφορά σκάφος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού κάποιο πλοίο λογίζεται ότι κλήθηκε κανονικά να σταματήσει - (α) αν κληθεί για το σκοπό αυτό με διεθνή κώδικα σηματοδότησης ή άλλο αναγνωρισμένο μέσο από το υπό αναφορά σκάφος το οποίο είχε υψωμένη τη νόμιμη σημαία του· ή (β) αν, όταν έγινε η κλήση, το πλοίο βρισκόταν εντός ακτίνας δώδεκα ναυτικών μιλίων από τις ακτές της Δημοκρατίας.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η διάταξη για εξαίρεση από τη δήμευση πλοίων σύμφωνα με το άρθρο αυτό, δεν επηρεάζει τη δυνατότητα δήμευσης των μεταφερόμενων από αυτό εμπορευμάτων.</div>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 Δήμευση πλοίου ή αεροσκάφους ή οχήματος κατασκευασμένου για την απόκρυψη εισαγομένων εμπορευμάτων 108. Σε Στην περίπτωση κατά την οποία - (α) κάποιο πλοίο είναι ή ήταν εντός των ορίων οποιουδήποτε λιμένα ή εντός ακτίνας δώδεκα ναυτικών μιλίων από τις ακτές της Δημοκρατίας· ή (β) αεροσκάφος είναι ή ήταν σε οποιοδήποτε μέρος εντός της Δημοκρατίας, σε ξηρά ή σε ύδατα, ή (γ) όχημα είναι ή ήταν σε οποιοδήποτε μέρος εντός της Δημοκρατίας και είναι κατασκευασμένο, προσαρμοσμένο, διασκευασμένο ή με οποιοδήποτε τρόπο συναρμολογημένο για απόκρυψη εισαγομένων εμπορευμάτων, το εν λόγω πλοίο ή αεροσκάφος ή όχημα αυτό υπόκειται εις δήμευση.</p>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 Δήμευση πλοίου που εκρίπτει φορτίο 109.-(1) Αν οποιοδήποτε μέρος φορτίου πλοίου εκριφθεί από αυτό ή καταστραφεί με σκοπό την αποφυγή της κατάσχεσής του - (α) ενόσω το πλοίο είναι σε ακτίνα δώδεκα ναυτικών μιλίων από τις ακτές της Δημοκρατίας· ή (β) σε οποιοδήποτε χρόνο κατά τη διάρκεια της καταδίωξης πλοίου, που έχει κληθεί προσηκόντως από σκάφος που βρίσκεται στην υπηρεσία της Δημοκρατίας να σταματήσει τον πλουν του και δεν συμμορφωθεί, το πλοίο υπόκειται εις δήμευση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, κάποιο πλοίο λογίζεται ότι έχει κληθεί προσηκόντως να σταματήσει τον πλουν του - (α) αν το πλοίο που το καλεί χρησιμοποιεί διεθνή κώδικα σημάτων ή άλλα αναγνωρισμένα μέσα και εφόσον φέρει ανυψωμένη τη νόμιμη σημαία του· (β) αν κατά το χρόνο που έχει κληθεί το πλοίο βρισκόταν εντός ακτίνας δώδεκα μιλίων από τις ακτές της Δημοκρατίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 Δήμευση πλοίου ή αεροσκάφους που δεν είναι δυνατόν να δοθούν εξηγήσεις για την απώλεια φορτίου 110. Σε περίπτωση κατά την οποία πλοίο βρίσκεται στα όρια οποιουδήποτε λιμένα ή αεροσκάφος που βρίσκεται στη Δημοκρατία μεταφέρει πάνω σε αυτό φορτίο, και σημαντικό μέρος του φορτίου διαπιστώνεται μεταγενέστερα ότι ελλείπει, τότε αν ο πλοίαρχος ή ο κυβερνήτης του αεροσκάφους δεν δύναται να δώσει εξηγήσεις για τις απώλειες κατά τρόπο που να ικανοποιεί το Διευθυντή, το πλοίο ή αεροσκάφος υπόκειται εις δήμευση.</p>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 Δήμευση εμπορευμάτων σε περίπτωση αμέλειας ή άρνησης καταβολής οφειλόμενου ποσού σε δασμούς ή φόρους 111. Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε άλλες διατάξεις της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας, σε περίπτωση κατά την οποία οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στη Δημοκρατία οποιοδήποτε ποσό δασμών ή φόρων και η άρνηση ή παράλειψη εξακολουθεί για διάστημα μεγαλύτερο των εξήντα ημερών από την ημέρα που τα ποσά καθίστανται πληρωτέα, τότε αγαθά αξίας μέχρι το τριπλάσιο του οφειλόμενου ποσού, που βρίσκονται στην κατοχή ή υπό τη φύλαξη του προσώπου αυτού ή οποιουδήποτε αντιπροσώπου του ή άλλου προσώπου το οποίο ενεργεί για λογαριασμό του υπόκεινται εις δήμευση.</p>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 Δέσμευση και κατάσχεση ποσών που βρίσκονται σε τραπεζικούς λογαριασμούς 111Α.-(1) Σε περίπτωση που πρόσωπο αρνείται ή παραλείπει ή καθυστερεί ή αμελεί να καταβάλει στον Διευθυντή το οφειλόμενο από αυτό ποσό δασμού ή και φόρων, το οποίο υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000), εξαιρουμένων δασμού ή και φόρων για τους οποίους- (α) δεν έχουν παρέλθει οι προθεσμίες ή δεν έχουν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 112 του παρόντος Νόμου και στο άρθρο 146 του Συντάγματος· ή (β) έχει παρασχεθεί εγγύηση για την καταβολή των οφειλόμενων δασμού ή και φόρων ικανοποιούσα τον Διευθυντή, ο Διευθυντής, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διάταξης οποιουδήποτε Νόμου, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης σε σχέση με την τήρηση τραπεζικού απορρήτου και κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δύναται να απευθύνεται σε πιστωτικά ιδρύματα με γραπτή, μηχανογραφημένη, ηλεκτρονική ή άλλως πως ειδοποίησή του και να ζητά την άμεση δέσμευση οποιουδήποτε ελεύθερου και διαθέσιμου ποσού που ανήκει στο εν υπερημερία πρόσωπο και που είναι κατατεθειμένο σε τραπεζικούς λογαριασμούς σε ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα, το οποίο δεν υπερβαίνει το ποσό των οφειλόμενων δασμού ή και φόρων, πλέον τόκους και επιβαρύνσεις.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Απαγορεύεται η δέσμευση από τον Διευθυντή ελεύθερου και διαθέσιμου χρηματικού ποσού που ανήκει στο εν υπερημερία πρόσωπο, η οποία αφήνει στο σύνολο των τραπεζικών λογαριασμών του εν λόγω προσώπου ποσό λιγότερο από δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που δεσμευμένο ποσό είναι κατατεθειμένο σε λογαριασμό του εν υπερημερία προσώπου, ο οποίος είναι κοινός με άλλο ή άλλα πρόσωπα, το πιστωτικό ίδρυμα ενημερώνει τα πρόσωπα αυτά για τη δέσμευση του ποσού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση που- (α) πρόσωπο κριθεί ένοχο για το ποινικό αδίκημα που προβλέπεται στο άρθρο 102Α του παρόντος Νόμου, ή (β) δεν καταστεί δυνατή η είσπραξη των οφειλόμενων δασμού ή και φόρων λόγω της μη δέσμευσης των οφειλόμενων ποσών, το πιστωτικό ίδρυμα καταβάλλει στον Διευθυντή τα οφειλόμενα ποσά που, συνεπεία των πράξεων των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 102Α, δεν κατέστη δυνατόν να εισπραχθούν.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Σε περίπτωση δέσμευσης ποσού δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, το εν υπερημερία πρόσωπο έχει δικαίωμα εντός δεκαπέντε (15) ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία της ενημέρωσής του για τη δέσμευση του ποσού- (α) είτε να αποταθεί στο Διευθυντή με έγγραφη ειδοποίηση ένστασης προς επανεξέταση της δέσμευσης του ποσού και ο Διευθυντής αποφασίζει επί της ενστάσεως εντός δεκαπέντε (15) ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία υποβολής της ένστασης. (β) είτε να ζητήσει απευθείας από το Δικαστήριο με αίτησή του την έκδοση απόφασης για άρση της δέσμευσης του συνόλου ή μέρους του δεσμευμένου ποσού, υπό την προϋπόθεση ότι το εν υπερημερία πρόσωπο έχει αποδείξει ότι- (i) κατέβαλε προηγουμένως τα οφειλόμενα ποσά δασμού ή και φόρων και δεν υφίσταται πλέον οφειλή· ή (ii) δεν αποτελεί ελεύθερο και διαθέσιμο ποσό σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου· ή (iii) η επιλογή της δήμευσης εμπορευμάτων που προβλέπεται στο άρθρο 111 ή της εγγραφής εμπράγματου βάρους σε ακίνητη ιδιοκτησία που προβλέπεται στο άρθρο 111Β, θα του επέφερε λιγότερη δυσμένεια από το μέτρο που ο Διευθυντής επέλεξε να ακολουθήσει με βάση τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, χωρίς να καταστρατηγείται ο σκοπός της είσπραξης των οφειλόμενων δασμού ή και φόρων:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση απόρριψης της προβλεπόμενης στην παράγραφο (α) ένστασης από τον Διευθυντή, το εν υπερημερία πρόσωπο έχει δικαίωμα να υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο για την έκδοση απόφασης προς άρση της δέσμευσης του συνόλου ή μέρους του δεσμευμένου ποσού.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Σε περίπτωση που- (α) η προβλεπόμενη στο εδάφιο (5) προθεσμία παρέλθει χωρίς την υποβολή ένστασης στον Διευθυντή ή την καταχώριση αίτησης στο Δικαστήριο, ή (β) έχει υποβληθεί ένσταση σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α) του εδαφίου (5) και ο Διευθυντής απορρίψει την ένσταση και το εν υπερημερία πρόσωπο δεν έχει αιτηθεί στο Δικαστήριο ζητώντας την άρση της δέσμευσης του συνόλου ή μέρους του δεσμευμένου ποσού εντός δεκαπέντε (15) ημερών, ή (γ) έχει υποβληθεί αίτηση στο Δικαστήριο για άρση της δέσμευσης του δεσμευμένου ποσού και έχει εκδοθεί απόφαση που απορρίπτει εν όλω η εν μέρει τις αξιώσεις που εγείρονται στο πλαίσιο της αίτησης, το πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν σχετικής ειδοποίησης του Διευθυντή, μεταβιβάζει το αντίστοιχο ποσό που διατηρούσε δεσμευμένο στο Πάγιο Ταμείο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Σε περίπτωση που το Δικαστήριο εκδώσει απόφαση για την άρση της δέσμευσης του συνόλου ή μέρους του δεσμευμένου ποσού, ο Διευθυντής δίδει οδηγίες στο πιστωτικό ίδρυμα για άρση της δέσμευσης του αντίστοιχου ποσού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Το Δικαστήριο δεν δύναται, κατά την εξέταση της αίτησης για άρση της δέσμευσης του συνόλου ή μέρους του δεσμευμένου ποσού, να εξετάζει τη νομιμότητα της οφειλής ή την ακρίβεια του οφειλόμενου ποσού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Το πιστωτικό ίδρυμα δεν εισπράττει οποιαδήποτε τέλη από οποιοδήποτε πρόσωπο για τη διεκπεραίωση της διαδικασίας δέσμευσης ποσού και της μεταβίβασης του δεσμευμένου ποσού στο Πάγιο Ταμείο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Το πιστωτικό ίδρυμα δεν υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη έναντι παντός προσώπου για τις ενέργειες στις οποίες προβαίνει σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(11)</span>Ο Διευθυντής δύναται να καθορίζει με γνωστοποίησή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, λεπτομέρειες για τις ενέργειες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, τον τρόπο και τη διαδικασία μεταβίβασης του δεσμευμένου ποσού στο Πάγιο Ταμείο, τον τύπο της ειδοποίησης που αποστέλλει στα πιστωτικά ιδρύματα δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), καθώς και οποιαδήποτε άλλη διαδικαστική λεπτομέρεια χρήζει καθορισμού για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(12)</span>Για σκοπούς του παρόντος άρθρου- “ελεύθερο και διαθέσιμο ποσό που ανήκει στο εν υπερημερία πρόσωπο” σημαίνει- (α) κάθε χρηματικό πιστωτικό υπόλοιπο σε οποιοδήποτε λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα και δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε ποσό, το οποίο υπόκειται σε δικαίωμα επίσχεσης ή άλλη επιβάρυνση ή ποσό επιταγής, η οποία εκκρεμεί προς εκκαθάριση ή ασφάλεια προς ικανοποίηση απαίτησης εκ δικαστικής αποφάσεως:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, ελεύθερο και διαθέσιμο ποσό θεωρείται το πιστωτικό υπόλοιπο που παραμένει, εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα ενάσκησε τα δικαιώματα ή τις εξουσίες που παρέχονται σε αυτό από Νόμο ή από οποιαδήποτε σχετική συμφωνία που έχει συνάψει με το εν υπερημερία πρόσωπο και προχώρησε σε συμψηφισμό οποιουδήποτε πιστωτικού υπολοίπου του εν λόγω προσώπου με οφειλή προς το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα, πριν τη λήψη της ειδοποίησης από τον Διευθυντή για τη δέσμευση· και (β) το ποσό το οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο σε λογαριασμό στο όνομά του εν υπερημερία προσώπου, περιλαμβανομένου λογαριασμού κοινού μετ’ άλλου ή άλλων προσώπων, στον οποίο το εν υπερημερία πρόσωπο έχει το δικαίωμα έναντι του πιστωτικού ιδρύματος για την απόδοση ολόκληρης της ποσότητας των χρημάτων χωρίς τη σύμπραξη των άλλων προσώπων, εξαιρουμένων λογαριασμών πελατών ή λογαριασμών τους οποίους το εν υπερημερία πρόσωπο δεδηλωμένα διατηρεί υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής, εμπιστευματοδόχος, κηδεμόνας, εντολοδόχος, συνέταιρος, μέλος της διοίκησης σωματείου, λέσχης, ιδρύματος ή άλλου οργανισμού με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, αντιπρόσωπος ή υπό οιανδήποτε άλλη ιδιότητα προς όφελος ή και διά λογαριασμό τρίτου προσώπου· “πιστωτικό ίδρυμα” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου.</p>\n<p class=\"lf-p\">18(I)/2022 Εγγραφή εμπράγματου βάρους σε ακίνητη ιδιοκτησία για οφειλόμενους δασμούς ή και φόρους 111Β.-(1) Σε περίπτωση που πρόσωπο αρνείται ή παραλείπει ή καθυστερεί ή αμελεί να καταβάλει στο Διευθυντή το οφειλόμενο από αυτό ποσό δασμού ή και φόρων, το οποίο υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), εξαιρουμένων δασμού ή και φόρων για τους οποίους- (α) δεν έχουν παρέλθει οι προθεσμίες ή δεν έχουν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 112 του παρόντος Νόμου και στο Άρθρο 146 του Συντάγματος· ή (β) έχει παρασχεθεί εγγύηση για την καταβολή των οφειλόμενων δασμού ή και φόρων ικανοποιούσα το Διευθυντή, ο Διευθυντής δύναται να καταστήσει οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία του προσώπου αυτού, αξίας μέχρι το διπλάσιο των οφειλόμενων δασμού ή και φόρων πλέον τόκους και επιβαρύνσεις, η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομά του στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, ως εγγύηση για την πληρωμή οφειλόμενων δασμού ή και φόρων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Η ακίνητη ιδιοκτησία καθίσταται ως εγγύηση για την πληρωμή των οφειλόμενων δασμού ή και φόρων με την κατάθεση σημειώματος, στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο της Επαρχίας όπου βρίσκεται η ιδιοκτησία που ζητείται να επιβαρυνθεί, το οποίο είναι χρονολογημένο και υπογραμμένο από τον Διευθυντή ή από τον εξουσιοδοτημένο για τον σκοπό αυτό αντιπρόσωπό του, που αξιώνει όπως το συμφέρον του εν υπερημερία προσώπου επί της ακίνητης ιδιοκτησίας παραμείνει δεσμευμένο για την πληρωμή των οφειλόμενων δασμού ή και φόρων. (β) Η κατάθεση του σημειώματος, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (2), συνιστά εγγραφή εμπράγματου βάρους επί της ακίνητης ιδιοκτησίας για σκοπούς του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Ο Διευθυντής, αμέσως μετά την εγγραφή του εμπράγματου βάρους σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2), επιδίδει έγγραφη ειδοποίηση προς το εν υπερημερία πρόσωπο για την εν λόγω εγγραφή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση που έχει εγγραφεί εμπράγματο βάρος σε ακίνητη ιδιοκτησία προσώπου δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2), το εν υπερημερία πρόσωπο έχει δικαίωμα εντός τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία της έγγραφης ειδοποίησης που λαμβάνει σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3)- (α) είτε να αποταθεί στο Διευθυντή με έγγραφη ειδοποίηση ένστασης προς επανεξέταση της εγγραφής του εμπράγματου βάρους και ο Διευθυντής αποφασίζει επί της ενστάσεως εντός τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία υποβολής της ένστασης· (β) είτε να αιτηθεί στο Δικαστήριο για έκδοση απόφασης άρσης της εγγραφής του εμπράγματου βάρους, υπό την προϋπόθεση ότι το εν υπερημερία πρόσωπο έχει αποδείξει ότι- (i) κατέβαλε προηγουμένως το οφειλόμενο ποσό δασμού ή και φόρων και δεν υφίσταται πλέον οφειλή∙ ή (ii) η επιλογή οποιουδήποτε από τα μέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 111 και 111Α θα του επέφερε λιγότερη δυσμένεια από το μέτρο που ο Διευθυντής επέλεξε να ακολουθήσει με βάση τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, χωρίς να καταστρατηγείται ο σκοπός της είσπραξης των οφειλόμενων δασμού ή και φόρων:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση απόρριψης της ένστασης από τον Διευθυντή, το εν υπερημερία πρόσωπο διατηρεί το δικαίωμα να αιτηθεί στο Δικαστήριο την έκδοση απόφασης για άρση της εγγραφής του εμπράγματου βάρους για τους προαναφερόμενους λόγους:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που ο Διευθυντής αποδεχτεί την ένσταση ή το Δικαστήριο εκδώσει απόφαση για την άρση της εγγραφής του εμπράγματου βάρους, ο Διευθυντής, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ημέρα αποδοχής της ένστασης ή της έκδοσης απόφασης του Δικαστηρίου, ενημερώνει τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για απόσυρση της εγγραφής του εμπράγματου βάρους:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχει εγγραφεί εμπράγματο βάρος με βάση τη διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο και το ποσό των οφειλόμενων δασμού ή και φόρων έχει ήδη ανακτηθεί με βάση τις διαδικασίες που προβλέπονται από τα άρθρα 111 και 111Α, ο Διευθυντής μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την ανάκτηση των οφειλόμενων δασμού ή και φόρων ζητά από τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας να αποσύρει την εγγραφή του εμπράγματου βάρους που αφορά τη συγκεκριμένη ακίνητη ιδιοκτησία.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία ακίνητο αποκτάται από το δανειστή στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης, οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος βαρύνει το εν λόγω ακίνητο δυνάμει δικαστικής απόφασης ή των διατάξεων του άρθρου 111Β, μεταφέρεται επί του συγκεκριμένου ακινήτου κατά τη μεταβίβαση από τον δανειολήπτη στον δανειστή:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, ο Διευθυντής δύναται να ζητήσει όπως το εμπράγματο βάρος μεταφερθεί επί άλλου ακινήτου το οποίο ανήκει στον δανειολήπτη, η αξία του οποίου ανέρχεται μέχρι το διπλάσιο των οφειλόμενων από τον δανειολήπτη δασμού ή και φόρων, περιλαμβανομένων τόκων και επιβαρύνσεων:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής δύναται κατά την κρίση του να προβεί σε συμφωνία με τον δανειολήπτη για τη διευθέτηση οφειλών που συνίστανται σε δασμό ή και φόρους, περιλαμβανομένων τόκων και επιβαρύνσεων, για τις οποίες έχει τεθεί το εμπράγματο βάρος, ώστε να είναι δυνατή η απαλλαγή του ακινήτου από το εμπράγματο βάρος:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται έτι περαιτέρω ότι, όσον αφορά δανειολήπτη ο οποίος αποτελεί εταιρεία, οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου εφαρμόζονται μόνο εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Η εταιρεία είναι ή κατά πάσαν πιθανότητα θα είναι ανίκανη να αποπληρώσει τα χρέη της· (β) δεν έχει εγκριθεί και δεν έχει δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας οποιοδήποτε ψήφισμα αναφορικά με εκκαθάριση της εταιρείας· και (γ) δεν έχει εκδοθεί διάταγμα για την εκκαθάριση της εταιρείας:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, εταιρεία θεωρείται ανίκανη να αποπληρώσει τα χρέη της εάν- (α) τα χρέη της έχουν καταστεί πληρωτέα και η εταιρεία αδυνατεί να τα αποπληρώσει· (β) η αξία των στοιχείων του ενεργητικού της είναι χαμηλότερη από το ποσό των υποχρεώσεών της, λαμβανομένων υπόψη ενδεχόμενων μελλοντικών υποχρεώσεών της:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται έτι έτι έτι περαιτέρω ότι, όσον αφορά δανειολήπτη ο οποίος αποτελεί φυσικό πρόσωπο, οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου εφαρμόζονται μόνο εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις αναφορικά με το εν λόγω πρόσωπο: (α) Έχει τη συνήθη διαμονή του στη Δημοκρατία· (β) είναι αφερέγγυο· (γ) δεν είναι πτωχεύσας ο οποίος δεν έχει αποκατασταθεί.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>(α) Κατά τη διάρκεια της ισχύος της εγγραφής του εμπράγματου βάρους, το συμφέρον του εν υπερημερία προσώπου επί της ιδιοκτησίας επιβαρύνεται με την πληρωμή των οφειλόμενων δασμού ή και φόρων κατά προτεραιότητα έναντι όλων των χρεών ή υποχρεώσεων του εν υπερημερία προσώπου με τα οποία δεν επιβαρύνθηκε ειδικά η ιδιοκτησία πριν από την κατάθεση του σημειώματος του Διευθυντή. (β) Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε μεταβίβαση ή υποθήκευση η οποία έγινε μετά την εγγραφή του εμπράγματου βάρους, η ιδιοκτησία ή το μέρος αυτής το οποίο θα ήταν αναγκαίο να πωληθεί προς ικανοποίηση των οφειλόμενων δασμού ή και φόρων διατάσσεται από το Δικαστήριο σε οποιονδήποτε χρόνο, ενόσω η εγγραφή παραμένει σε ισχύ, να πωληθεί προς ικανοποίηση των οφειλόμενων δασμού ή και φόρων:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, ως μέσο θεραπείας για κάθε πρόσωπο στο όνομα του οποίου έχει τυχόν μεταβιβαστεί ή στο οποίο έχει τυχόν υποθηκευτεί η ιδιοκτησία, παραμένει μόνο η αξίωση αποζημίωσης κατά του προσώπου που μεταβίβασε ή που υποθήκευσε την ιδιοκτησία σε αυτό.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Οι διατάξεις των άρθρων 58 έως 72 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου αναφορικά με την εγγραφή δικαστικής απόφασης, εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, για την εγγραφή του εμπράγματου βάρους από τον Διευθυντή δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) και η εγγραφή του εμπράγματου βάρους λογίζεται ότι έχει το ίδιο αποτέλεσμα ως η εγγραφή δικαστικής απόφασης.</div>\n<p class=\"lf-p\">18(I)/2022 ΜΕΡΟΣ ΧΧΙ ΑΙΤΗΜΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ Αίτημα αναθεώρησης 112.-(1) Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να υποβάλει στο Διευθυντή εντός προθεσμίας εξήντα ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης δυνάμει της παραγράφου (α) ή της υποβολής αίτησης δυνάμει της παραγράφου (β) αίτημα αναθεώρησης που αφορά - (α) τις αποφάσεις του Τμήματος Τελωνείων αναφορικά με την εφαρμογή των διατάξεων της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας, εφόσον τον αφορούν άμεσα και ατομικά· (β) αίτημα σε περίπτωση που έχει υποβάλει σχετική αίτηση στο Τμήμα Τελωνείων και δεν εκδόθηκε οποιαδήποτε απόφαση από αυτό, εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης εκτός στην περίπτωση που προβλέπεται ρητά άλλη προθεσμία από τη συναφή νομοθεσία:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, η υποχρέωση για απάντηση εντός της πιο πάνω προθεσμίας υπάρχει, όταν η λήψη της απόφασης εντός της προθεσμίας αυτής είναι εφικτή, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών κάθε υπόθεσης:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, η εξέταση του αιτήματος αναθεώρησης είναι δυνατό να ανατεθεί από το Διευθυντή σε εξουσιοδοτημένο λειτουργό ή λειτουργούς ρητά οριζόμενους από αυτόν.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η υποβολή αιτήματος σύμφωνα με το εδάφιο (1) δεν επιφέρει την αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, ο Διευθυντής δύναται να αναβάλει ολικά ή μερικά την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, αν έχει βάσιμους λόγους να αμφιβάλλει για τη συμφωνία της απόφασης αυτής με την τελωνειακή ή την άλλη νομοθεσία ή όταν υπάρχει κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημιάς για το πρόσωπο που αφορά.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή δασμού ή και φόρου, η αναστολή της εκτέλεσής της εξαρτάται από τη σύσταση εγγύησης σύμφωνα με το άρθρο 47:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, η εγγύηση αυτή είναι δυνατόν να μην απαιτηθεί όταν ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρές δυσκολίες οικονομικού και κοινωνικού χαρακτήρα, λόγω της κατάστασης του οφειλέτη.</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση απόφασης του Διευθυντή στο πλαίσιο διερεύνησης και/ή συμβιβασμού πράξης ή αδικήματος, δεν εξετάζεται αίτημα αναθεώρησης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο Διευθυντής με γΓνωστοποίηση του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, καθορίζει κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την καλύτερη εφαρμογή του άρθρου αυτού.</div>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 18(I)/2022 ΜΕΡΟΣ ΧΧΙΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Διεκδίκηση οφειλόμενου ποσού με αγωγή και παραγραφή αγώγιμου δικαιώματος του Διευθυντή 113.-(1) Οποιοδήποτε ποσό το οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας, οφείλεται στη Δημοκρατία, μπορεί να διεκδικηθεί με αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το αγώγιμο δικαίωμα του Διευθυντή για τη διεκδίκηση οποιουδήποτε ποσού, το οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας οφείλεται στη Δημοκρατία, παραγράφεται μετά την πάροδο έξι ετών από την ημερομηνία που το οφειλόμενο ποσό γνωστοποιείται στον οφειλέτη:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση έκδοσης εκ των υστέρων βεβαίωσης τελωνειακής οφειλής και/ή άλλης τελωνειακής οφειλής, το αγώγιμο δικαίωμα του Διευθυντή παραγράφεται μετά την πάροδο έξι ετών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της εκ των υστέρων βεβαίωσης στον οφειλέτη:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση άσκησης προσφυγής σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 146 του Συντάγματος, το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κοινοποίησης της εκ των υστέρων βεβαίωσης τελωνειακής ή και άλλης τελωνειακής οφειλής και της έκδοσης τελεσίδικης απόφασης, δε συνυπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του Διευθυντή.</p>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 9(I)/2011 18(I)/2022 Καθορισμός ποινής ανάλογα με την αξία του εμπορεύματος 114. Όταν η προβλεπόμενη στην τελωνειακή ή την άλλη νομοθεσία ποινή καθορίζεται ανάλογα με την αξία οποιουδήποτε εμπορεύματος, η αξία αυτή υπολογίζεται με βάση την τιμή, την οποία εύλογα δύναται κάποιος να αναμένει ότι τα εμπορεύματα αυτά θα αποκόμιζαν, μετά την καταβολή του δασμού ή και φόρου στον οποίο αυτά τυχόν υπόκεινται, αν πωλούντο στην ελεύθερη αγορά κατά ή περί την ημερομηνία, κατά την οποία διαπράχθηκε το ποινικό αδίκημα, για το οποίο επιβάλλεται η ποινή.</p>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 Ποινική και αστική ευθύνη συμβούλων 115.-(1) Σε περίπτωση διάπραξης ποινικού αδικήματος το οποίο προβλέπεται στην τελωνειακή ή και στην άλλη νομοθεσία από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα φέρουν, εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, και οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου και υπόκεινται ωσαύτως σε ποινική δίωξη και ανάλογη ποινή.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος “διευθύνων αξιωματούχος” σε σχέση με νομικό πρόσωπο σημαίνει οποιονδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), υπέχει ποινική ευθύνη για τελούμενο από νομικό πρόσωπο αδίκημα, ευθύνεται αλληλεγγύως με το νομικό πρόσωπο ή κεχωρισμένως σε οποιαδήποτε αστική διαδικασία.</div>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 18(I)/2022 Έκδοση Διατάγματος για την καταβολή του οφειλόμενου ποσού 116.-(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οπουδήποτε άλλου νόμου, το ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολή ποινής να εκδώσει Διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στο Διευθυντή το εν λόγω ποσό.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το Διάταγμα που εκδίδεται με βάση το εδάφιο (1), θεωρείται ότι αποτελεί απόφαση πολιτικού δικαστηρίου και είναι δυνατό να συντάσσεται, υπογράφεται και εκτελείται ως απόφαση σε αγωγή σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 Επίδοση κοινοποιήσεων 117. Οποιαδήποτε κοινοποίηση, απαίτηση, απόφαση, οδηγία ή άλλη πράξη που πρέπει να επιδοθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο για τους σκοπούς της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας, γνωστοποιείται με επιστολή που απευθύνεται στο εν λόγω πρόσωπο ή στον αντιπρόσωπό του και η οποία αποστέλλεται με επιστολή ή με συστημένη επιστολή ταχυδρομικώς στην τελευταία δηλωθείσα ή συνηθισμένη διαμονή ή έδρα της επιχείρησης του προσώπου αυτού ή του αντιπροσώπου του ή παραδίδεται προσωπικά στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται ή τον αντιπρόσωπό του:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, οποιαδήποτε αναφορά στο παρόν άρθρο σε επίδοση επιστολής περιλαμβάνει και την κοινοποίησή της με μηχανογραφημένο ή με οποιοδήποτε άλλο ηλεκτρονικό μέσο.</p>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 18(I)/2022 Απόδειξη με πιστοποιητικό 118.-(1) Πιστοποιητικό του Διευθυντή που βεβαιώνει ότι - (α) κάποιο πρόσωπο ήταν ή δεν ήταν σε οποιαδήποτε ημερομηνία εγγεγραμμένο σε μητρώο δυνάμει της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας· ή (β) οποιαδήποτε δήλωση ή διασάφηση που απαιτείται με βάση την τελωνειακή ή την άλλη νομοθεσία δεν έχει υποβληθεί ή δεν έχει υποβληθεί σε οποιαδήποτε ημερομηνία· ή (γ) οποιοδήποτε ποσό δασμού ή φόρου που εμφαίνεται ως οφειλόμενο σε οποιαδήποτε δήλωση ή διασάφηση που υποβλήθηκε δεν έχει καταβληθεί· ή (δ) οποιοδήποτε ποσό δασμού ή φόρου που βεβαιώθηκε από το Διευθυντή δεν έχει καταβληθεί· ή (ε) οποιαδήποτε χρηματική επιβάρυνση που επιβλήθηκε από το Διευθυντή δυνάμει του παρόντος Νόμου, δεν έχει καταβληθεί· , (στ) οποιοσδήποτε τόκος που επιβλήθηκε από το Διευθυντή δυνάμει του παρόντος Νόμου, δεν έχει καταβληθεί, αποτελεί επαρκή απόδειξη του γεγονότος που βεβαιώνει, μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Φωτογραφία οποιουδήποτε εγγράφου που προσκομίζεται στο Διευθυντή για τους σκοπούς της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας και η οποία πιστοποιείται από τον ίδιο ότι συνιστά φωτογραφία του εγγράφου αυτού, είναι δεκτή ως απόδειξη σε οποιαδήποτε διαδικασία, είτε πολιτική είτε ποινική στην ίδια έκταση όπως το ίδιο το έγγραφο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οποιοδήποτε έγγραφο που φέρεται ως πιστοποιητικό σύμφωνα με τα εδάφια (1) ή (2), θεωρείται ότι αποτελεί τέτοιο πιστοποιητικό μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Οποιοδήποτε έγγραφο προοριζόμενο να υπογραφεί είτε από το Διευθυντή είτε από οποιοδήποτε πρόσωπο με εξουσιοδότησή του, θεωρείται μέχρι απόδειξης του αντιθέτου ότι έχει υπογραφεί και εκδοθεί προσηκόντως από το Διευθυντή και είναι δυνατό, με την προσκόμιση αντιγράφου, να αποδεικνύεται ότι υπογράφηκε με αυτό τον τρόπο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Πιστοποιητικό του Διευθυντή που βεβαιώνει ότι έγγραφο έχει υποβληθεί από πρόσωπο με χρήση του κωδικού που έχει χορηγηθεί σε αυτό από το Διευθυντή για την υποβολή εγγράφων σε μηχανογραφημένη μορφή αποτελεί επαρκή απόδειξη, σε ποινική ή πολιτική διαδικασία, του γεγονότος που βεβαιώνει μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο.</div>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 Τελωνειακό Μητρώο 119.-(1) Ο Διευθυντής τηρεί Μητρώο με την ονομασία «Τελωνειακό Μητρώο» στο οποίο εγγράφονται το όνομα και η διεύθυνση προσώπων που εμπλέκονται υπό οποιαδήποτε ιδιότητα στην είσοδο ή εισαγωγή ή θέση σε ανάλωση και έξοδο ή εξαγωγή εμπορευμάτων για τα οποία εφαρμόζονται τελωνειακές διαδικασίες καθώς και οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες τις οποίες ο Διευθυντής θεωρεί αναγκαίες για τους σκοπούς της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας. Το Μητρώο είναι δυνατό να τηρείται σε οποιοδήποτε τύπο ήθελε καθορίσει ο Διευθυντής περιλαμβανομένης και της μηχανογραφημένης μορφής.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κάθε πρόσωπο για το οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου (1) οφείλει να εγγραφεί στο Τελωνειακό Μητρώο και να γνωστοποιεί γραπτώς στο Διευθυντή τυχόν αλλαγές στο όνομα, στη διεύθυνση ή στις άλλες πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1) ή οποιοδήποτε άλλο γεγονός που μπορεί να καταστήσει αναγκαία την τροποποίηση του Τελωνειακού Μητρώου, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία που επήλθαν.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το Υπουργικό Συμβούλιο με Διάταγμά του καθορίζει τη διαδικασία, τις υποχρεώσεις των προσώπων που αφορά το εδάφιο (1) και οτιδήποτε άλλο κρίνει αναγκαίο ή σκόπιμο για την καλύτερη εκπλήρωση των σκοπών του άρθρου αυτού ή για τη ρύθμιση οποιουδήποτε ζητήματος που είναι συναφές με τις διατάξεις του.</div>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 18(I)/2022 Τήρηση βιβλίων και αρχείων 120.-(1) Ο Διευθυντής δύναται να ορίσει υποχρέωση τήρησης βιβλίων και αρχείων σε πρόσωπα που εγκρίνονται με βάση την τελωνειακή νομοθεσία για τη διενέργεια τελωνειακών πράξεων ή και την εφαρμογή τελωνειακών διαδικασιών.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τα βιβλία και αρχεία που αναφέρονται στο εδάφιο (1), καθορίζονται με Διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, στο Διάταγμα είναι δυνατόν να καθορίζονται διαφορετικές κατηγορίες βιβλίων και αρχείων ανάλογα με την ιδιότητα του προσώπου και την έγκριση που παρέχεται σε αυτό από το Διευθυντή.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Εξαιρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), ο Διευθυντής δύναται να καθορίζει σε ειδικές περιπτώσεις με σχετική οδηγία του προς ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή κατηγορία προσώπων, όπως τηρούν άλλα βιβλία και αρχεία από αυτά που καθορίζονται στο Διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου (2).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Στο Διάταγμα που εκδίδεται σύμφωνα με το εδάφιο (2) ή στη σε σχετική οδηγία του Διευθυντή που αναφέρεται στο εδάφιο (3), προς το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είναι δυνατό να καθορίζεται το είδος, ο τύπος των βιβλίων και αρχείων, ο τρόπος και ο τόπος φύλαξής τους καθώς και ο τρόπος και χρόνος ενημέρωσής τους.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>) Τα πρόσωπα που έχουν υποχρέωση τήρησης βιβλίων και αρχείων σύμφωνα με το εδάφιο (1) υποχρεούνται να τα φυλάττουν για επτά τουλάχιστον ημερολογιακά έτη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Η δυνάμει του παρόντος άρθρου υποχρέωση τήρησης αρχείων είναι δυνατόν να εκπληρωθεί με την τήρηση των πληροφοριών που περιέχονται σε αυτά με μέσα που δύναται να εγκρίνει ο Διευθυντής· και όταν οι εν λόγω πληροφορίες τηρούνται με αυτό τον τρόπο, αντίτυπο οποιουδήποτε εγγράφου που αποτελεί μέρος των αρχείων, τηρουμένου του εδαφίου (7), είναι δεκτό ως απόδειξη σε οποιαδήποτε διαδικασία, είτε πολιτική είτε ποινική, κατά την ίδια έκταση όπως τα ίδια τα αρχεία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Ο Διευθυντής δύναται να επιβάλλει ως όρο για να εγκρίνει σύμφωνα με το εδάφιο (6) οποιαδήποτε μέσα τήρησης πληροφοριών που περιέχονται σε οποιαδήποτε έγγραφα, εύλογες απαιτήσεις που κρίνει απαραίτητες για να εξασφαλίζεται ότι πληροφορίες θα καθίστανται αμέσως διαθέσιμες σε αυτόν ως να είχαν τηρηθεί τα ίδια τα αρχεία.</div>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 Απόδειξη ορισμένων ζητημάτων 121.-(1) Σε περίπτωση που προβάλλεται ισχυρισμός σε οποιοδήποτε στάδιο δικαστικής διαδικασίας η οποία άρχισε δυνάμει της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας - (α) ότι η διαδικασία αυτή άρχισε με εντολή του Διευθυντή· ή (β) ότι κάποιο πρόσωπο φέρει ή έφερε την ιδιότητα του Διευθυντή, εξουσιοδοτημένου λειτουργού ή δημόσιου υπαλλήλου· ή (γ) ότι πρόσωπο είναι ή ήταν διορισμένο ή εξουσιοδοτημένο από το Διευθυντή για άσκηση οποιουδήποτε καθήκοντος ή ότι ασχολήθηκε μετά από εντολή ή με τη συναίνεση του Διευθυντή στην άσκηση οποιουδήποτε καθήκοντος· ή (δ) ότι αποδείχθηκε ή όχι ικανοποιητικά στο Διευθυντή οποιοδήποτε ζήτημα σύμφωνα με οποιαδήποτε από τις διατάξεις της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας· ή (ε) ότι κάποιο πλοίο είναι κυπριακό· ή (στ) ότι η απόρριψη ή καταστροφή εμπορευμάτων έγινε για να αποφευχθεί η κατάσχεσή τους, ο ισχυρισμός αυτός συνιστά μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο ικανοποιητική απόδειξη του γεγονότος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Όταν σε οποιαδήποτε διαδικασία, που έχει σχέση με την τελωνειακή ή την άλλη νομοθεσία και τις αρμοδιότητές του προκύπτει αμφισβήτηση σχετικά με όσον αφορά - τον τόπο της προέλευσης εμπορευμάτων ή όσον αφορά - (α) τον τόπο της προέλευσης εμπορευμάτων· ή (β) το γεγονός της καταβολής δασμού ή και φόρου ή και άλλης επιβάρυνσης αναφορικά με οποιαδήποτε εμπορεύματα ή την παροχή εγγύησης για την καταβολή του δασμού αυτού ή και φόρου ή και άλλης επιβάρυνσης· ή (γ) αν ο χαρακτηρισμός ή η φύση εμπορευμάτων ή οποιωνδήποτε άλλων πραγμάτων είναι αυτή που καθορίζεται στο κατηγορητήριο, ένταλμα ή άλλο δικονομικό έγγραφο· ή (δ) το νόμιμο της εισαγωγής ή εκφόρτωσης εμπορευμάτων από κάποιο πλοίο ή σκάφος· ή (ε) το νόμιμο της φόρτωσης εμπορευμάτων σε οποιοδήποτε πλοίο ή αεροσκάφος ή το νόμιμο της εξαγωγής ή της μεταφοράς τους μέσω θαλάσσιας οδού· ή (στ) το νόμιμο της μεταφοράς εμπορευμάτων σε οποιοδήποτε τόπο με σκοπό τη φόρτωσή τους σε οποιοδήποτε πλοίο ή αεροσκάφος· ή (ζ) αν εμπορεύματα υπόκεινται ή υπόκειντο σε απαγορευτική διάταξη ή περιορισμό κατά την είσοδο ή εισαγωγή ή έξοδο ή εξαγωγή τους από ή προς τη Δημοκρατία, τότε, εφόσον η διαδικασία αρχίζει από ή εναντίον του Διευθυντή ή κάποιου εξουσιοδοτημένου λειτουργού ή εναντίον οποιουδήποτε άλλου προσώπου, αναφορικά με οποιαδήποτε πράξη η οποία φέρεται ότι έγινε σύμφωνα με εξουσία ή αρμοδιότητα που εκχωρήθηκε δυνάμει της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας, το βάρος της απόδειξης φέρει το άλλο μέρος της διαδικασίας αυτής.</div>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 Τρόπος υποβολής διασάφησης ή δήλωσης 122.-(1) Οποιαδήποτε διασάφηση, δήλωση ή έγγραφο το οποίο απαιτείται να κατατεθεί στο Διευθυντή για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου υποβάλλεται: (α) γραπτώς· ή (β) με χρήση μηχανογραφημένης μεθόδου εφόσον η χρήση της εγκρίνεται από το Διευθυντή, και με την επιφύλαξη του εδαφίου (2) συνοδεύεται με έγγραφα των οποίων η προσκόμιση είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Όταν η διασάφηση, δήλωση ή έγγραφο υποβάλλεται με χρήση μηχανογραφημένης μεθόδου ο Διευθυντής δυνατόν να επιτρέπει να μην υποβάλλονται μαζί με την εν λόγω διασάφηση, δήλωση ή έγγραφο τα συνοδευτικά έγγραφα ή μέρος αυτών. Στην περίπτωση αυτή τα εν λόγω έγγραφα φυλάττονται από το υπόχρεο για την κατάθεσή τους πρόσωπο ή από δεόντως εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο τους, το οποίο έχει υποχρέωση να παρέχει κάθε διευκόλυνση προς εξέταση των εγγράφων αυτών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Τα πρόσωπα που έχουν υποχρέωση υποβολής διασάφησης, δήλωσης ή εγγράφου σύμφωνα με το εδάφιο (1) υποχρεούνται να τα φυλάττουν καθώς και τα συνοδευτικά τους έγγραφα για επτά τουλάχιστον ημερολογιακά έτη.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Στις περιπτώσεις που ο Διευθυντής εγκρίνει τη χρήση μηχανογραφημένης μεθόδου για την υποβολή των εγγράφων όπως αναφέρεται στο εδάφιο (2), τότε, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και οποιασδήποτε πολιτικής ή ποινικής διαδικασίας, ο κωδικός αριθμός ο οποίος χορηγείται από το Διευθυντή στο πρόσωπο που έχει δικαίωμα να υποβάλλει τα εν λόγω έγγραφα με τη χρήση της μηχανογραφημένης μεθόδου, θεωρείται ότι υπέχει θέση της χειρόγραφης υπογραφής που θα έφεραν τα έγγραφα αν υποβάλλονταν σε μη μηχανογραφημένη μορφή και το πρόσωπο που υποβάλλει τα έγγραφα με τη χρήση κωδικού αριθμού θεωρείται ότι έχει γνώση και του περιεχομένου των εγγράφων.</div>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 Κανονισμοί και Γνωστοποιήσεις 123.-(1) Επιπρόσθετα από τις περιπτώσεις που προβλέπονται ρητά στον παρόντα Νόμο, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει και οποιουσδήποτε άλλους Κανονισμούς για τον καθορισμό ή ρύθμιση οποιουδήποτε θέματος το οποίο είναι δυνατό ή πρέπει να καθοριστεί ή ρυθμιστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου καθώς και της Ενωσιακής Νομοθεσίας και γενικότερα για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής τους.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Κανονισμοί που εκδίδονται με βάση τον παρόντα Νόμο είναι δυνατόν να περιέχουν και διατάξεις για την επιβολή ποινών στις περιπτώσεις παράβασής τους, σε καμιά όμως περίπτωση δεν είναι δυνατόν να προβλέπουν ποινή βαρύτερη από τη βαρύτερη ποινή η οποία προβλέπεται στον παρόντα Νόμο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οποιοιδήποτε Κανονισμοί που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο είναι δυνατό να περιέχουν διατάξεις για την επιβολή χρηματικής επιβάρυνσης στα πρόσωπα που παραβαίνουν τις διατάξεις των Κανονισμών αυτών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο Διευθυντής δύναται να εκδίδει Γνωστοποιήσεις για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των εκδιδόμενων υπ’ αυτού Κανονισμών και Διαταγμάτων.</div>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 18(I)/2022 ΜΕΡΟΣ ΧΧΙΙΙ ΕΠΙΦΥΛΑΞΕΙΣ – ΚΑΤΑΡΓΗΣΕΙΣ – ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Επιφυλάξεις 124.-(1) Οποιοσδήποτε Κανονισμός, Διάταγμα, γΓνωστοποίηση, οδηγία, έντυπο ή άλλη πράξη, η οποία ισχύει αμέσως πριν από την έναρξη της ισχύος της τελωνειακής νομοθεσίας, που έχει εκδοθεί δυνάμει οποιωνδήποτε Νόμων ή διατάξεων αυτών που καταργούνται από τον παρόντα Νόμο, η οποία αφορά οποιοδήποτε ζήτημα, για το οποίο το Υπουργικό Συμβούλιο ή ο Διευθυντής έχει εξουσία δυνάμει της τελωνειακής νομοθεσίας όπως εκδίδει Κανονισμούς ή Διατάγματα ή Γνωστοποιήσεις ή να παρέχει οδηγίες ή επιβάλλει όρους ή περιορισμούς, τυγχάνει εφαρμογής, στην έκταση που δεν αντίκειται στις διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας, μέχρι να ανακληθεί ή τροποποιηθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο ή τον Υπουργό ή το Διευθυντή ως αν είχε εκδοθεί, παρασχεθεί ή επιβληθεί δυνάμει των διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας και αν ακόμη δεν αναφέρεται ρητά αντίστοιχη διάταξη στην τελωνειακή νομοθεσία.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Διορισμοί που έγιναν, εντολές, εξουσιοδοτήσεις, άδειες ή εγκρίσεις οι οποίες παρασχέθηκαν από το Διευθυντή δυνάμει οποιωνδήποτε Νόμων ή διατάξεων αυτών που καταργούνται από τον παρόντα Νόμο, οι οποίοι τελούσαν σε ισχύ αμέσως πριν από την έναρξη της ισχύος της τελωνειακής νομοθεσίας, θα ισχύουν ως αν έγιναν ή παρασχέθηκαν δυνάμει της αντίστοιχης διάταξης της τελωνειακής νομοθεσίας, στην έκταση που δεν αντίκεινται στις πιο πάνω διατάξεις και εφόσον ρητά δεν ανακληθούν ή τροποποιηθούν.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Αρμοδιότητες οι οποίες αμέσως πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου ενασκούνταν για λογαριασμό κάποιου άλλου προσώπου από το Διευθυντή ή από πρόσωπα που διορίζονται από το Διευθυντή για το σκοπό αυτό, θα συνεχίσουν να ασκούνται από αυτούς, μέχρι να γίνουν άλλες διευθετήσεις, και αν ακόμη οι αρμοδιότητες αυτές δεν αναφέρονται ρητά στην τελωνειακή νομοθεσία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Έγγραφο το οποίο αναφέρεται στους Νόμους ή στις διατάξεις αυτών που καταργούνται από τον παρόντα Νόμο, ερμηνεύεται, εκτός αν προκύπτει πρόθεση για το αντίθετο στην τελωνειακή νομοθεσία, ως αναφερόμενο στην τελωνειακή νομοθεσία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Οι εγγραφές στο Τελωνειακό Μητρώο για σκοπούς χρήσης μηχανογραφημένης μεθόδου που έγιναν πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου θα ισχύουν ως αν έγιναν δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 119 του παρόντος Νόμου.</div>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 Καταργήσεις 125.-(1) Οι περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμοι του 1967 μέχρι (Αρ. 4) του 2003 καταργούνται από την ημερομηνία δημοσίευσης του περί Τελωνειακού Κώδικα (Τροποποιητικού) Νόμου του 2004.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι περί Ελευθέρων Ζωνών Τελωνειακοί Κανονισμοί του 1981 καταργούνται από την ημερομηνία δημοσίευσης του περί Τελωνειακού Κώδικα (Τροποποιητικού) Νόμου του 2004.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η συνέχεια της νομοθεσίας που σχετίζεται με τα τελωνεία δεν επηρεάζεται από την αντικατάσταση των καταργηθέντων Νόμων από την τελωνειακή νομοθεσία.</div>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 265(I)/2004 Μεταβατικές διατάξεις 126.-(1) Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν επηρεάζουν - (α) την ποινική ευθύνη, τη δίκη ή την τιμωρία για αδίκημα που διαπράχθηκε κατά παράβαση των Νόμων που καταργήθηκαν δια του παρόντος Νόμου· , (β) την ποινική ευθύνη, αναφορικά με οποιαδήποτε πράξη που διενεργήθηκε ή που άρχισε πριν από την έναρξη του παρόντος Νόμου:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, η πράξη περιλαμβάνει απόπειρα ή παράλειψη της εν λόγω πράξης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Χωρίς επηρεασμό του κύρους των ενεργειών ή των διαδικασιών οι οποίες έγιναν ή ακολουθήθηκαν με βάση το καθεστώς που ίσχυε πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκκρεμή ζητήματα ή διαδικασίες που άρχισαν, αλλά δεν ολοκληρώθηκαν κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, θα διεκπεραιωθούν, κατά το δυνατόν, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών, Διαταγμάτων ή γνωστοποιήσεων που εκδίδονται δυνάμει αυτού.</div>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 Έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου ή διατάξεων αυτού 127. Ο παρών Νόμος τίθεται σε εφαρμογή από την ημερομηνία της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">94(I)/2004 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ (Άρθρο 103) ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΗ ΔΗΜΕΥΣΗ Δηλοποίηση Κατάσχεσης 1. Ο Διευθυντής ή εξουσιοδοτημένος λειτουργός επιδίδει δηλοποίηση για κάθε κατάσχεση εμπορεύματος ως υποκειμένου εις δήμευση σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο, με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ήταν ή εύλογα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο κάτοχος του εμπορεύματος κατά το χρόνο της κατάσχεσης, γνωστοποιώντας γραπτώς τους λόγους στους οποίους εδράζεται η κατάσχεση εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, δεν απαιτείται η επίδοση δυνάμει της παραγράφου αυτής στην περίπτωση κατά την οποία η κατάσχεση έγινε στην παρουσία - (α) του προσώπου, που έχει διαπράξει το αδίκημα ή που πιθανό να έχει διαπράξει το αδίκημα το οποίο προκάλεσε την κατάσχεση· ή (β) του κατόχου ή του φερομένου ως κατόχου του εμπορεύματος που κατασχέθηκε ή κάποιου υπαλλήλου ή αντιπροσώπου του· ή (γ) του πλοιάρχου ή κυβερνήτη στην περίπτωση εμπορεύματος που κατάσχεται σε πλοίο ή αεροσκάφος ή στην περίπτωση που κατάσχεται το πλοίο ή αεροσκάφος.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">2.</span>Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 117, σε περίπτωση που η δηλοποίηση που εκδίδεται με βάση την προηγούμενη παράγραφο 1 είναι γραπτή και στον τύπο που καθορίζεται από το Διευθυντή, και λογίζεται ως προσηκόντως επιδοθείσα στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, όταν στις περιπτώσεις που αυτό δεν έχει διεύθυνση στη Δημοκρατία ή η διεύθυνσή του είναι άγνωστη ή πρόκειται για νομικό πρόσωπο.</div>\n<p class=\"lf-p\">Αμφισβήτηση Δήμευσης 3. Αν οποιοδήποτε πρόσωπο διεκδικεί οποιοδήποτε εμπόρευμα το οποίο κατασχέθηκε ως υποκείμενο εις δήμευση, πρέπει εντός ενός μηνός από την ημερομηνία της δηλοποίησης της κατάσχεσης ή, εφόσον δεν του επιδόθηκε τέτοια δηλοποίηση εντός ενός μηνός από την κατάσχεση, να υποβάλει έγγραφη αμφισβήτηση σε οποιοδήποτε τελωνείο. Σε περίπτωση που λογίζεται η δηλοποίηση προσηκόντως επιδοθείσα με τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, τότε η πιο πάνω ημερομηνία αρχίζει από την ημερομηνία της δημοσίευσης 4. Η αμφισβήτηση που υποβάλλεται δυνάμει της παραγράφου 3 πρέπει να είναι έγγραφη και ενυπόγραφη και να περιέχει οπωσδήποτε το όνομα και τη διεύθυνση του προσώπου που προβάλλει τη διεκδίκηση, καθώς και τους λόγους για τους οποίους αμφισβητεί τη νομιμότητα της κατάσχεσης:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση που το πρόσωπο που υποβάλλει την αμφισβήτηση κατοικεί ή διαμένει σε χώρα εκτός της Δημοκρατίας, στην αμφισβήτηση πρέπει να αναφέρονται, πέραν από τα στοιχεία που απαιτούνται δυνάμει της παρούσας παραγράφου, το όνομα και η διεύθυνση δικηγόρου, ο οποίος ασκεί δραστηριότητα με βάση τον περί Δικηγόρων Νόμο, Κεφ. 2, μαζί με έγγραφη, ενυπόγραφη και δεόντως πιστοποιημένη εξουσιοδότηση προς το δικηγόρο να ενεργεί ως αντίκλητός του, επίδοση δε δικονομικού εγγράφου προς τον εν λόγω δικηγόρο, λογίζεται ως δέουσα επίδοση προς το πρόσωπο που υποβάλλει την αμφισβήτηση.</p>\n<p class=\"lf-p\">Κήρυξη εις δήμευση 5. Στην περίπτωση που παρέλθει η νόμιμη προθεσμία που ορίζεται στην παράγραφο 3, και δεν επιδοθεί έγγραφη αμφισβήτηση ή σε περίπτωση που επιδόθηκε τέτοια αμφισβήτηση αλλά δεν τηρηθεί οποιαδήποτε από τις διατάξεις της παραγράφου 4, το εμπόρευμα που κατασχέθηκε λογίζεται ως κηρυχθέν εις δήμευση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">6.</span>Σε περίπτωση επίδοσης έγγραφης αμφισβήτησης αναφορικά με οποιοδήποτε εμπόρευμα, σύμφωνα με τις προηγούμενες διατάξεις του Παραρτήματος αυτού, ο Διευθυντής οφείλει να ενεργήσει σε εύλογο χρόνο για έκδοση δικαστικής απόφασης για το θέμα της δήμευσης του εμπορεύματος αυτού και αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι κατά το χρόνο της κατάσχεσης το εμπόρευμα υπόκειτο πράγματι εις δήμευση, κηρύσσεται δικαστικά η δήμευσή του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">7.</span>Αν εμπόρευμα που κατασχέθηκε, κηρυχθεί ή λογισθεί ως κηρυχθέν εις δήμευση, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 5 και 6, τότε, χωρίς να επηρεάζεται οποιαδήποτε πράξη για απόδοση ή πώληση των εμπορευμάτων από το Διευθυντή σύμφωνα με την παράγραφο 134, η δήμευση λογίζεται ότι ισχύει, στην μεν περίπτωση που επέρχεται δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου 5 από την ημερομηνία κατά την οποία έχει εκπνεύσει η προθεσμία που τίθεται δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου 3, στη δε περίπτωση που επέρχεται μετά από δικαστική κήρυξή της δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου 6, από την ημερομηνία έκδοσης της σχετικής δικαστικής απόφασης.</div>\n<p class=\"lf-p\">Διαδικασία για κήρυξη εμπορεύματος που κατασχέθηκε εις δήμευση στο Δικαστήριο 8. Η διαδικασία για δικαστική κήρυξη εις δήμευση εμπορεύματος που έχει κατασχεθεί ως υποκείμενο εις δήμευση είναι αστική, πραγματοπαγής (in rem) και εγείρεται στη Δημοκρατία.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">9.</span>Η διαδικασία για κήρυξη εμπορεύματος που κατασχέθηκε εις δήμευση στο Δικαστήριο αρχίζει - (α) σε οποιοδήποτε Δικαστήριο το οποίο έχει αρμοδιότητα στον τόπο όπου διαπράχθηκε το αδίκημα σχετικά με το εμπόρευμα που κατασχέθηκε ή όπου άρχισε ποινική δίωξη του αδικήματος αυτού· ή (β) σε οποιοδήποτε Δικαστήριο το οποίο έχει αρμοδιότητα στον τόπο της κατοικίας του απαιτητή, ή, αν ο απαιτητής διόρισε αντίκλητο κάποιο δικηγόρο σύμφωνα με την παράγραφο 4του Παραρτήματος αυτού, στον τόπο όπου ο δικηγόρος έχει το γραφείο του· ή (γ) σε οποιοδήποτε Δικαστήριο το οποίο έχει αρμοδιότητα στον τόπο όπου το εμπόρευμα που κατασχέθηκε, βρέθηκε, κατακρατήθηκε ή κατασχέθηκε ή στον τόπο όπου αρχικά μεταφέρεται μετά την εξεύρεση, κατακράτηση ή κατάσχεσή του.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">10.</span>(1) Σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία για κήρυξη της δήμευσης εμπορεύματος που έχει κατασχεθεί ως υποκείμενο εις δήμευση, η αγωγή εγείρεται εναντίον κάθε προσώπου το οποίο έχει υποβάλει αμφισβήτηση δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου 3.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε οποιαδήποτε διαδικασία που εγείρεται δυνάμει των διατάξεων της υποπαραγράφου (1), κάθε εναγόμενος ή ο δικηγόρος του οφείλει να καταθέσει, είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή, ένορκη δήλωση με την οποία να βεβαιώνεται ότι το εμπόρευμα που έχει κατασχεθεί ως υποκείμενο εις δήμευση ανήκε ή, από όσο καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει ανήκε, κατά κυριότητα στο πρόσωπο που έχει υποβάλει την αμφισβήτηση κατά το χρόνο της κατάσχεσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε οποιαδήποτε διαδικασία που εγείρεται δυνάμει των διατάξεων της υποπαραγράφου (1), κάθε εναγόμενος οφείλει να καταθέσει, είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, τα έξοδα της διαδικασίας όπως αυτά θα καθοριστούν από το Δικαστήριο μετά από σχετική αίτηση που υποβάλλεται από τον ίδιο.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση κατά την οποία δεν τηρηθεί οποιαδήποτε από τις διατάξεις της παραγράφου αυτής εντός των προθεσμιών που καθορίζονται, το Δικαστήριο, εξετάζοντας την παράλειψη αυτεπάγγελτα, εκδίδει απόφαση για κήρυξη της δήμευσης.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">11.</span>Σε περίπτωση υποβολής έφεσης, περιλαμβανομένης και έφεσης με τη μορφή υπομνήματος (case statedεναντίον πρωτόδικης απόφασης, σε οποιαδήποτε διαδικασία για την κήρυξη εμπορεύματος που κατασχέθηκε εις δήμευση, το εμπόρευμα που κατασχέθηκε για όσο χρόνο εκκρεμεί η έφεση, εξακολουθεί να φυλάττεται από το Διευθυντή ή σε οποιοδήποτε πρόσφορο για το σκοπό αυτό τελωνείο.</div>\n<p class=\"lf-p\">Διατάξεις που αφορούν στην απόδειξη 12. Σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία που αφορά δήμευση εμπορεύματος, το γεγονός της κατάσχεσης, ο τύπος και ο τρόπος διενέργειάς της, λογίζονται, μέχρις απόδειξης του αντιθέτου, ότι έχουν διενεργηθεί σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο χωρίς να χρειάζονται περαιτέρω απόδειξη.</p>\n<p class=\"lf-p\">Εξουσία για διενέργεια ορισμένων πράξεων αναφορικά με το εμπόρευμα που κατασχέθηκε πριν την κήρυξη του εις δήμευση 13. Σε περίπτωση κατάσχεσης κάποιου εμπορεύματος ως υποκείμενου εις δήμευση, ο Διευθυντής δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, εφόσον το κρίνει σκόπιμο και παρά το γεγονός ότι δεν κηρύχθηκε ακόμη εις δήμευση ή δεν λογίζεται ότι κηρύχθηκε εις δήμευση - (α) να αποδώσει το εμπόρευμα που κατασχέθηκε σε οποιοδήποτε απαιτητή ο οποίος θα καταβάλει στο Διευθυντή το καθοριζόμενο κατά την κρίση του ποσό. το οποίο Το ποσό αυτό δεν δύναται να υπερβαίνει την κατά την κρίση του Διευθυντή αξία του εμπορεύματος, περιλαμβανομένου και οποιουδήποτε δασμού ή και φόρου που βαρύνει το εμπόρευμα που κατασχέθηκε και δεν έχει ακόμα καταβληθεί· ή (β) σε περίπτωση κατάσχεσης ζώων ή ειδών τα οποία κατά την κρίση του Διευθυντή υπόκεινται σε φθορά, να τα εκποιήσει ή να τα καταστρέψει με βάση τη διαδικασία που καθορίζει ο Διευθυντής. τα δε Τα έξοδα καταστροφής βαρύνουν το Δημόσιο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">14.</span>(1) Αν οποιοδήποτε εμπόρευμα που κατασχέθηκε, αποδοθεί, πωληθεί ή καταστραφεί όπως προβλέπεται πιο πάνω και σε δικαστική διαδικασία που έγινε σύμφωνα με το Παράρτημα αυτό, αποφασίστηκε ότι το εμπόρευμα αυτό δεν υπόκειτο εις δήμευση όταν κατασχέθηκε, ο Διευθυντής οφείλει αν το ζητήσει ο απαιτητής να του προσφέρει - (α) ποσό ίσο με αυτό που καταβλήθηκε από τον απαιτητή, σύμφωνα με την υποπαράγραφο (α) την ς παράγραφο αγράφου 13 4(α)· ή (β) αφού το εμπόρευμα που κατασχέθηκε πωλήθηκε, ποσό ίσο με το προϊόν της πώλησης· ή (γ) αφού το εμπόρευμα που κατασχέθηκε καταστράφηκε, ποσό ίσο με την αγοραία αξία του εμπορεύματος κατά το χρόνο της κατάσχεσης:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, σε περίπτωση που το υπό αναφορά ποσό περιλαμβάνει και δασμό ή και φόρο που βαρύνει το εμπόρευμα που κατασχέθηκε που και ο οποίος δεν καταβλήθηκε πριν από την κατάσχεση, ο Διευθυντής δύναται να αφαιρέσει από αυτό, το ποσό που αντιστοιχεί στο δασμό ή και φόρο.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Αν ο απαιτητής αποδεχθεί το ποσό που του προσφέρεται σύμφωνα με την υποπαράγραφο (1), τότε παύει να έχει οποιοδήποτε δικαίωμα για άσκηση αγωγής για την κατάσχεση, κατακράτηση, εκποίηση ή καταστροφή του εμπορεύματος που διενεργήθηκε.</div>\n<p class=\"lf-p\">Εκτύπωση Cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii και τη ConvertPLC για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο</p></div>", "next": 0}