{"html": "<div class=\"lf-doc\"><div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Οι αιτήσεις υποβάλλονται στον Υπουργό και συνοδεύονται από όλες τις χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τη φύση και την έκταση του προβλήματος και τις προσπάθειες που καταβάλλονται από την επιχείρηση φυσικού αερίου για την επίλυση του προβλήματος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ο Υπουργός, αφού διαβουλευθεί με τη ΡΑΕΚ μπορεί να χορηγήσει παρέκκλιση, εάν δεν υπάρχουν εύλογες εναλλακτικές λύσεις και αφού λάβει υπόψη τις διατάξεις του εδαφίου (6).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Ο Υπουργός διαβιβάζει το ταχύτερο δυνατό στην Επιτροπή την απόφαση χορήγησης παρέκκλισης και όλες τις χρήσιμες πληροφορίες αναφορικά με την παρέκκλιση αυτή, έτσι ώστε η Επιτροπή να λάβει τελεσίδικη απόφαση έχοντας ενώπιον της τεκμηριωμένα στοιχεία.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Για την παραχώρηση παρέκκλισης κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο (1), ο Υπουργός λαμβάνει ειδικότερα υπόψη - (α) Την ανάγκη εκπλήρωσης Υποχρεώσεων Δημόσιας Ωφελείας και εγγύησης της ασφάλειας του εφοδιασμού, (β) τη θέση της επιχείρησης φυσικού αερίου στην αγορά φυσικού αερίου και την πραγματική κατάσταση του ανταγωνισμού στην ίδια αγορά, (γ) τη σοβαρότητα των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών δυσχερειών, που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις φυσικού αερίου και οι επιχειρήσεις μεταφοράς ή οι επιλέγοντας πελάτες, (δ) τις ημερομηνίες υπογραφής και τους όρους της εν λόγω σύμβαση ή συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον προβλέπουν το ενδεχόμενο αλλαγής της αγοράς, (ε) τις προσπάθειες που καταβάλλονται για την επίλυση του προβλήματος, (στ) το κατά πόσον, αποδεχόμενη τις εν λόγω δεσμεύσεις υποχρεωτικής αγοράς ανεξαρτήτως παραλαβής, η επιχείρηση θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ότι ήταν πιθανόν να ανακύψουν σοβαρές δυσχέρειες, (ζ) το επίπεδο διασύνδεσης του δικτύου με άλλα δίκτυα, και το βαθμό λειτουργικότητάς τους, (η) τις επιπτώσεις που θα έχει η χορήγηση παρέκκλισης στην εφαρμογή του παρόντος Νόμου, όσον αφορά την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς φυσικού αερίου, και (θ) την επιδιωκόμενη επίτευξη ανταγωνιστικής αγοράς φυσικού αερίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Οι επιχειρήσεις φυσικού αερίου, στις οποίες δεν έχει χορηγηθεί η παρέκκλιση που αναφέρεται στο εδάφιο (1), ανάλογα με την εκάστοτε ισχύουσα περίπτωση, δεν αρνούνται ή παύουν να αρνούνται την πρόσβαση στο δίκτυο λόγω δεσμεύσεων υποχρεωτικής αγοράς ανεξαρτήτως παραλαβής, τις οποίες έχουν αναλάβει με σύμβαση αγοράς φυσικού αερίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Οι τυχόν παρεκκλίσεις που χορηγούνται δυνάμει των πιο πάνω διατάξεων, πρέπει να αιτιολογούνται δεόντως.</div>\n<p class=\"lf-p\">183(I)/2004 219(I)/2012 Παρεκκλίσεις σε αναδυόμενη και απομονωμένη αγορά 44.-(1)(α) Στην περίπτωση που η Κύπρος δεν είναι άμεσα συνδεδεμένη με το διασυνδεδεμένο δίκτυο κάποιου άλλου κράτους μέλους και έχει μόνο έναν κύριο εξωτερικό προμηθευτή, η Κύπρος χαρακτηρίζεται απομονωμένη αγορά και το Υπουργικό Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα να αποφασίσει την παρέκκλιση από τα άρθρα 8 έως 14, 18, 33, 34 ή/και 35. (β) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, κύριος προμηθευτής είναι ο προμηθευτής που καλύπτει μερίδιο της αγοράς μεγαλύτερο του 75 %. (γ) Η παρέκκλιση που προνοείται στην παράγραφο (α) λήγει αυτόματα από τη στιγμή που παύει να ισχύει τουλάχιστον μία από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή και παύσει η Κύπρος να χαρακτηρίζεται απομονωμένη αγορά. (δ) Οποιαδήποτε τέτοια παρέκκλιση κοινοποιείται στην Επιτροπή. (ε) Με βάση το ονομαστικό δικαίωμα που παρέχεται στη Δημοκρατία από το άρθρο 49(1) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2009/73/ΕΚ, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου να αποφασίσει την παρέκκλιση από τα άρθρα 8 έως 14, 18, 33, 34 ή/και 35:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, μέχρις ότου η αγορά φυσικού αερίου στη Δημοκρατία χαρακτηριστεί ως απομονωμένη, η ΡΑΕΚ δύναται να ενεργεί κατά παρέκκλιση των πιο πάνω άρθρων, ιδίως απέχοντας, όπου το κρίνει απαραίτητο, από την έκδοση αδειών, ώστε να διασφαλίσει ότι δεν θα τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η επίτευξη του σκοπού και των προνοιών του παρόντος εδαφίου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Σε περίπτωση που η κυπριακή αγορά αποτελεί αναδυόμενη αγορά και λόγω των διατάξεων του παρόντος Νόμου θα αντιμετώπιζε ουσιαστικά προβλήματα, μη συνδεόμενα με τις συμβατικές δεσμεύσεις υποχρεωτικής αγοράς ανεξαρτήτως παραλαβής που αναφέρονται στο άρθρο 43, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται ν’ αποφασίσει την παρέκκλιση από τα άρθρα 8 έως 14, 16(1) - μόνο ως προς το διορισμό διαχειριστή συστήματος μεταφοράς, 16(2), (3) και (4), 18, 21, 22(5) και (6), 24, 29, 30, 33 και 35. (β) Η παρέκκλιση αυτή λήγει αυτόματα μόλις η κυπριακή αγορά παύσει να χαρακτηρίζεται ως αναδυόμενη αγορά. (γ) Οποιαδήποτε τέτοια παρέκκλιση κοινοποιείται στην Επιτροπή. (δ) Για σκοπούς του παρόντος εδαφίου, η κυπριακή αγορά αποτελεί αναδυόμενη αγορά σε περίπτωση που η πρώτη εμπορική προμήθεια φυσικού αερίου στα πλαίσια της πρώτης μακρόχρονης σχετικής σύμβασης πραγματοποιήθηκε εντός των τελευταίων δέκα ετών. (ε) Κατά την ημερομηνία λήξης της αναφερόμενης στο εδάφιο (2) παρέκκλισης, ο ορισμός των επιλεγόντων πελατών συνεπάγεται άνοιγμα της αγοράς που ισούται με το 33% τουλάχιστον της συνολικής ετήσιας κατανάλωσης φυσικού αερίου στην εθνική αγορά φυσικού αερίου και καταργείται αυτόματα η παρέκκλιση από τα εδάφια (β) και (γ) του άρθρου 8. Δύο έτη μετά την ημερομηνία αυτή, επιλέγοντες πελάτες είναι όλοι οι μη οικιακοί πελάτες και τρία έτη μετά την ημερομηνία αυτή, επιλέγοντες πελάτες είναι όλοι οι πελάτες. Έως την ημερομηνία καθορισμού των επιλεγόντων πελατών ως μη οικιακών πελατών, η Κύπρος δύναται να αποφασίσει τη μη εφαρμογή του άρθρου 30, όσον αφορά τις βοηθητικές υπηρεσίες και την προσωρινή αποθήκευση για τη διαδικασία εκ νέου αεριοποίησης και στη συνέχεια την τροφοδότηση του συστήματος μεταφοράς. (στ) Με βάση το ονομαστικό δικαίωμα που παρέχεται στην Δημοκρατία από το εδάφιο (2) του άρθρου 49 της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου να αποφασίσει την παρέκκλιση από τα άρθρα 8 έως 14, 16(1) (μόνο ως προς το διορισμό διαχειριστή συστήματος μεταφοράς), 16(2), (3) και (4), 18, 21, 22(5) και (6), 24, 29, 30, 33και 35:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, μέχρις ότου η αγορά φυσικού αερίου στη Δημοκρατία χαρακτηριστεί ως αναδυόμενη, η ΡΑΕΚ δύναται να ενεργεί κατά παρέκκλιση των πιο πάνω άρθρων, ιδίως απέχοντας, όπου το κρίνει απαραίτητο, από την έκδοση αδειών, ώστε να διασφαλίσει ότι δεν θα τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η επίτευξη του σκοπού και των προνοιών του παρόντος εδαφίου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Σε περίπτωση που η εφαρμογή του παρόντος Νόμου θα δημιουργούσε ουσιαστικά προβλήματα σε μια γεωγραφικά περιορισμένη περιοχή της Δημοκρατίας, ιδιαίτερα όσον αφορά την ανάπτυξη της υποδομής μεταφοράς και κύριας υποδομής διανομής και με σκοπό την ενθάρρυνση των επενδύσεων, το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να υποβάλει στην Επιτροπή αίτηση προσωρινής παρέκκλισης από τα άρθρα 8 έως 14, 16(1), μόνο ως προς το διορισμό διαχειριστή συστήματος μεταφοράς, 16(2), (3) και (4), 18, 21, 22(5) και (6), 24, 29, 30, 33 και 35, για αναπτυξιακές ενέργειες εντός της περιοχής αυτής.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>(α) Το Υπουργικό Συμβούλιο, κατά τη λήψη της απόφασης για υποβολή αίτησης για παρέκκλιση στην Επιτροπή σύμφωνα με το εδάφιο (3), λαμβάνει υπόψη κυρίως- (i) την ανάγκη επενδύσεων σε υποδομές, οι οποίες θα ήταν οικονομικά ασύμφορες σε συνθήκες ανταγωνιστικής αγοράς, (ii) το επίπεδο και τις προοπτικές απόσβεσης των απαιτούμενων επενδύσεων, (iii) το μέγεθος και την ωριμότητα του δικτύου φυσικού αερίου στην εν λόγω περιοχή, (iv) τις προοπτικές της οικείας αγοράς φυσικού αερίου, (v) το γεωγραφικό μέγεθος και τα χαρακτηριστικά της οικείας περιοχής ή περιφέρειας, και (vi) τους κοινωνικοοικονομικούς και δημογραφικούς παράγοντες. (β) Για τις υποδομές φυσικού αερίου, πλην των υποδομών διανομής, παρέκκλιση μπορεί να χορηγείται μόνον εφόσον δεν υπάρχει υποδομή φυσικού αερίου ή εάν αυτή έχει δημιουργηθεί εντός των τελευταίων δέκα ετών από την πρώτη εμπορική προμήθεια φυσικού αερίου στην εν λόγω γεωγραφική περιοχή. (γ) Η προσωρινή παρέκκλιση δεν μπορεί να υπερβεί τα δέκα έτη μετά την πρώτη προμήθεια φυσικού αερίου στην εν λόγω γεωγραφική περιοχή. (δ) Για τις υποδομές διανομής, μπορεί να χορηγείται παρέκκλιση για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη μετά την έναρξη εφοδιασμού της περιοχής με φυσικό αέριο μέσω της συγκεκριμένης υποδομής στην περιοχή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Στην περίπτωση που το Υπουργικό Συμβούλιο αποφασίσει παρέκκλιση, είτε δυνάμει των εδαφίων (1) και (2), είτε η Επιτροπή παραχωρήσει παρέκκλιση δυνάμει του εδαφίου (3), εκδίδει Κανονισμούς, που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, οι οποίοι διέπουν τη λειτουργία της αγοράς του φυσικού αερίου, για όσο χρόνο ισχύουν οι εν λόγω παρεκκλίσεις.</div>\n<p class=\"lf-p\">183(I)/2004 199(I)/2007 219(I)/2012 Διαδικασία Εξουσιοδότησης 44Α.-(1) Τηρουμένης της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ της ΕΕ και των κρατών μελών η οποία αναφέρεται στο άρθρο 4 της ΣΛΕΕ, σε περίπτωση πουη Δημοκρατία σκοπεύει να εισέλθει σε διαπραγματεύσεις με τρίτη χώραπροκειμένου να τροποποιήσει, να παρατείνει, να προσαρμόσει να ανανεώσει, ή να συνάψει συμφωνία για την εκμετάλλευση αγωγού μεταφοράς με τρίτη χώρα σχετικά με θέματα που εμπίπτουν πλήρως ή μερικώς στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου, κοινοποιεί εγγράφως την πρόθεσή της στην Επιτροπή.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η κοινοποίηση που αναφέρεται στις διατάξεις του εδαφίου (1) περιλαμβάνει τα σχετικά έγγραφα και υποδεικνύει τις διατάξεις που πρέπει να συζητηθούν κατά τις διαπραγματεύσεις ή να αποτελέσουν αντικείμενο επανα- διαπραγμάτευσης, τους στόχους των διαπραγματεύσεων και όποιες άλλες σχετικές πληροφορίες.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η πιο πάνω κοινοποίηση διαβιβάζεται στην Επιτροπή τουλάχιστον πέντε (5) μήνες πριν από την προβλεπόμενη έναρξη των διαπραγματεύσεων.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Η έναρξη σχετικών διαπραγματεύσεων με την τρίτη χώρα δύναται να γίνει αφού εκδοθεί η σχετική απόφαση της Επιτροπής που επιτρέπει την έναρξη των διαπραγματεύσεων κατόπιν της σχετικής αξιολόγησης η οποία αναφέρεται στις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 49(β) της Οδηγίας(ΕΕ) 2019/692.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων και πριν από την υπογραφή συμφωνίας με την τρίτη χώρα, η Δημοκρατία ενημερώνει την Επιτροπή για την έκβαση των διαπραγματεύσεων και διαβιβάζει το κείμενο της συμφωνίας που προέκυψε από τις διαπραγματεύσεις στην Επιτροπή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Σε περίπτωση που η Επιτροπή εκδίδει απόφαση δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου 12 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/692, με την οποία επιτρέπει στη Δημοκρατία να υπογράψει και να συνάψει τη συμφωνία με την τρίτη χώρα, η Δημοκρατία αφού ολοκληρώσει τη διαδικασία κύρωσης δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 169 του Συντάγματος, κοινοποιεί στην Επιτροπή τη σύναψη και την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της συμφωνίας, καθώς και οποιεσδήποτε αλλαγές στο καθεστώς της εν λόγω συμφωνίας.</div>\n<p class=\"lf-p\">103(I)/2020 Νέες υποδομές 45.-(1) Η κύρια νέα υποδομή φυσικού αερίου, δηλαδή οι διασυνδέσεις, το ΥΦΑ και οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης, μπορεί, κατόπιν αιτήματος, να απαλλάσσεται, για καθορισμένο χρονικό διάστημα, από τις διατάξεις των άρθρων 7(2)(α), 7(2)(γ), 7(2)(ε), 16(1) – μόνο ως προς το διορισμό διαχειριστή συστήματος μεταφοράς, 18, 30, 31, 36 και 38, υπό τους ακόλουθους όρους: (α) η επένδυση πρέπει να ενισχύει, αφενός, τον ανταγωνισμό για την προμήθεια αερίου και, αφετέρου, την ασφάλεια του εφοδιασμού· (β) το ύψος του επενδυτικού κινδύνου είναι τέτοιο ώστε η επένδυση δεν θα πραγματοποιηθεί εάν δεν χορηγηθεί απαλλαγή· (γ) η υποδομή πρέπει να ανήκει σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο διακριτό, τουλάχιστον από την άποψη της νομικής του προσωπικότητας, από τους διαχειριστές δικτύου στα δίκτυα των οποίων θα κατασκευασθεί η εν λόγω υποδομή· (δ) επιβάλλονται τέλη στους χρήστες της εν λόγω υποδομής· (ε) η εξαίρεση δεν πρέπει να αποβαίνει σε βάρος του ανταγωνισμού στις σχετικές αγορές, οι οποίες είναι πιθανό να επηρεαστούν από την επένδυση της αποτελεσματικής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς φυσικού αερίου, της αποδοτικής λειτουργίας των συστημάτων που διέπονται από ρυθμιστικές διατάξεις ή της ασφάλειας εφοδιασμού με φυσικό αέριο εντός της Ένωσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το εδάφιο (1) ισχύει επίσης και σε περίπτωση σημαντικής αύξησης του δυναμικού ήδη υπάρχουσας υποδομής ή σε περίπτωση τροποποίησης ήδη υπάρχουσας υποδομής που έχουν ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη νέων πηγών προμήθειας φυσικού αερίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η ΡΑΕΚ αποφασίζει κατά περίπτωση, σχετικά με την εξαίρεση που αναφέρεται στις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2) και πριν από την έκδοση της απόφασης επί της εξαίρεσης διαβουλεύεται: (α) Με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές των κρατών μελών των οποίων οι αγορές είναι πιθανό να επηρεαστούν από τη νέα υποδομή, και (β) με τις οικείες αρχές των τρίτων χωρών όπου η εν λόγω υποδομή είναι συνδεδεμένη με το δίκτυο της Ένωσης υπό τη δικαιοδοσία κράτους μέλους και προέρχεται από ή καταλήγει σε μια ή περισσότερες τρίτες χώρες. Όταν οι αρχές τρίτων χωρών από τις οποίες ζητήθηκε διαβούλευση δεν απαντούν στο αίτημα διαβούλευσης εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος, η ΡΑΕΚ δύναται να λάβει την αναγκαία απόφαση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Εάν η εν λόγω υποδομή χωροθετείται στο έδαφος της Κύπρου και ενός άλλου ή και περισσοτέρων κρατών μελών, η ΡΑΕΚ μπορεί να λαμβάνει συμβουλευτική γνώμη από τον Οργανισμό, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για την απόφασή της, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε η εξαίρεση από την τελευταία από τις ρυθμιστικές αυτές αρχές. Εφόσον όλες οι οικείες ρυθμιστικές αρχές καταλήξουν σε συμφωνία για την απόφαση εξαίρεσης, εντός έξι (6) μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη από την τελευταία εκ των ρυθμιστικών αρχών, ενημερώνεται ο Οργανισμός για την απόφαση αυτή, εφόσον δε η εν λόγω υποδομή είναι αγωγός μεταφοράς μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας και το πρώτο σημείο διασύνδεσης με το δίκτυο των κρατών μελών ευρίσκεται στη Δημοκρατία, προτού εκδοθεί απόφαση επί της εξαίρεσης, η ΡΑΕΚ δύναται να διαβουλευθεί με την οικεία αρχή της εν λόγω τρίτης χώρας, με σκοπό να διασφαλιστεί ότι, όσον αφορά την εν λόγω υποδομή, οι διατάξεις της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ εφαρμόζονται με συνέπεια στο έδαφος και, κατά περίπτωση, στα χωρικά ύδατα της Δημοκρατίας:</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, όταν η οικεία αρχή της τρίτης χώρας από την οποία ζητήθηκε διαβούλευση δεν απαντά στο αίτημα διαβούλευσης εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος, η ΡΑΕΚ δύναται να εκδώσει την αναγκαία απόφαση</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Η ΡΑΕΚ δύναται να ζητά από κοινού με τις υπόλοιπες σχετικές ρυθμιστικές αρχές την παράταση της περιόδου των έξι μηνών για την απόφαση εξαίρεσης, για μέγιστο διάστημα τριών μηνών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Η εξαίρεση επιτρέπεται να καλύπτει το σύνολο ή μέρος του δυναμικού της νέας υποδομής ή της υφιστάμενης υποδομής με σημαντικά αυξημένο δυναμικό.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Κατά τη λήψη απόφασης για τη χορήγηση εξαίρεσης, λαμβάνεται υπόψη, για κάθε περίπτωση χωριστά, η ανάγκη να επιβληθούν όροι όσον αφορά τη διάρκεια της εξαίρεσης και τη χωρίς διακρίσεις πρόσβαση στην υποδομή. Κατά τη λήψη της απόφασης σχετικά με τους εν λόγω όρους λαμβάνονται υπόψη κυρίως το πρόσθετο δυναμικό που πρόκειται να κατασκευασθεί ή η τροποποίηση του υπάρχοντος δυναμικού, ο χρονικός ορίζοντας του έργου και οι εθνικές περιστάσεις.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Πριν από τη χορήγηση εξαίρεσης, η ΡΑΕΚ αποφασίζει τους κανόνες και τους μηχανισμούς για τη διαχείριση και την κατανομή δυναμικού. Σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς πρέπει να απαιτείται να καλούνται όλοι οι δυνητικοί χρήστες της υποδομής να εκδηλώσουν ενδιαφέρον για μίσθωση δυναμικού, προτού γίνει η κατανομή δυναμικού στη νέα υποδομή, ακόμη και για ιδία χρήση. Η ΡΑΕΚ απαιτεί οι κανόνες διαχείρισης της συμφόρησης να περιλαμβάνουν την υποχρέωση προσφοράς του αχρησιμοποίητου δυναμικού στην αγορά και οι χρήστες της υποδομής να έχουν το δικαίωμα να διαπραγματεύονται το δυναμικό που διαθέτουν βάσει συμβάσεων στη δευτερογενή αγορά. Κατά την αξιολόγηση των κριτηρίων που αναφέρονται στο εδάφιο (1) στις παραγράφους (α), (β) και (ε), η ΡΑΕΚ λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα της εν λόγω διαδικασίας κατανομής δυναμικού.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Η απόφαση εξαίρεσης, συμπεριλαμβανομένων των όρων που αναφέρονται στο εδάφιο (7), αιτιολογείται δεόντως και δημοσιεύεται.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Η απόφαση απαλλαγής κοινοποιείται αμελλητί από τη ΡΑΕΚ στην Επιτροπή μαζί με όλες τις σχετικές με την εν λόγω απόφαση πληροφορίες. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να υποβάλλονται στην Επιτροπή συνολικά, ώστε να της επιτρέπουν να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση. Ειδικότερα, οι πληροφορίες περιλαμβάνουν: (α) τους λεπτομερείς λόγους βάσει των οποίων η ΡΑΕΚ χορήγησε ή απέρριψε την απαλλαγή, μαζί με την παραπομπή στο εδάφιο (1), συμπεριλαμβανομένου και του σχετικού σημείου ή σημείων του προαναφερθέντος εδαφίου επί των οποίων βασίστηκε η απόφαση αυτή, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών πληροφοριών που αιτιολογούν την ανάγκη απαλλαγής· (β) την ανάλυση η οποία διεξήχθη για τις επιπτώσεις της απαλλαγής στον ανταγωνισμό και στην αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς φυσικού αερίου· (γ) τους λόγους για τη χρονική περίοδο και το μερίδιο του συνολικού δυναμικού της υποδομής φυσικού αερίου για το οποίο χορηγείται η απαλλαγή· (δ) σε περίπτωση που η εξαίρεση αφορά διασύνδεση, το αποτέλεσμα της διαβούλευσης της ΡΑΕΚ με τις ενδιαφερόμενες ρυθμιστικές αρχές· (ε) τη συμβολή της υποδομής στη διαφοροποίηση της προμήθειας φυσικού αερίου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(11)</span>Η ΡΑΕΚ συμμορφώνεται εντός μηνός με την απόφαση της Επιτροπής να τροποποιήσει ή να ανακαλέσει την απόφαση εξαίρεσης και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(12)</span>Η έγκριση μιας απόφασης εξαίρεσης από την Επιτροπή παύει να ισχύει δύο έτη μετά την έκδοση της απόφασης, εάν έως τότε δεν έχει αρχίσει ακόμη η κατασκευή της υποδομής, και πέντε έτη μετά την έκδοση της απόφασης, εάν η υποδομή δεν έχει τεθεί σε λειτουργία, εκτός εάν η Επιτροπή αποφασίσει ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε μείζονα εμπόδια που βρίσκονται πέρα από τον έλεγχο του προσώπου στο οποίο χορηγήθηκε η εξαίρεση.</div>\n<p class=\"lf-p\">219(I)/2012 103(I)/2020 Αγορές λιανικής 46.-(1) Για να διευκολυνθεί η δημιουργία εύρυθμων και διαφανών αγορών λιανικής στην Ένωση, η ΡΑΕΚ μεριμνά ώστε οι ρόλοι και οι αρμοδιότητες του διαχειριστή συστήματος μεταφοράς, των διαχειριστών συστημάτων διανομής, των επιχειρήσεων προμήθειας και των πελατών και, εφόσον είναι αναγκαίο, άλλων συντελεστών της αγοράς, να είναι καθορισμένοι όσον αφορά τις συμβατικές ρυθμίσεις, τις δεσμεύσεις προς πελάτες, τους κανόνες ανταλλαγής δεδομένων και εκκαθάρισης, την κυριότητα δεδομένων και την ευθύνη των μετρήσεων.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Οι εν λόγω κανόνες δημοσιοποιούνται, στοχεύουν στη διευκόλυνση της πρόσβασης των πελατών και των προμηθευτών στα δίκτυα και υπόκεινται στην εξέταση και έγκριση της ΡΑΕΚ.</div>\n<p class=\"lf-p\">219(I)/2012</p>\n<h3 class=\"lf-part\">ΜΕΡΟΣ X ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ</h3>\n<p class=\"lf-p\">Έκδοση Κανονισμών 47.-(1) Για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, η ΡΑΕΚ, με την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, δύναται να εκδίδει Κανονισμούς δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου (1), Κανονισμοί που εκδίδονται από τη ΡΑΕΚ σύμφωνα με το εδάφιο (1) ρυθμίζουν, μεταξύ άλλων - (α) Τη διαδικασία αναφορικά με: (i) την υποβολή αίτησης για χορήγηση άδειας σύμφωνα με το άρθρο 9· (ii)την εξέταση αίτησης και χορήγησης άδειας σύμφωνα με το άρθρο 10· (iii)την επιβολή όρων, προϋποθέσεων και περιορισμών σε άδεια σύμφωνα με το άρθρου 11· (iv)την τροποποίηση, αναστολή και ανάκληση άδειας σύμφωνα με το του άρθρο 12· και (v)την άρνηση χορήγησης άδειας σύμφωνα με το άρθρο 14, (β) τη διαδικασία υπολογισμού διοικητικών προστίμων που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 13(4), (γ) τη διαδικασία ρυθμιζόμενης πρόσβασης, σύμφωνα με τα άρθρα 31 και 32, (δ) τη διαδικασία επιβολής και ελέγχου των Υποχρεώσεων Δημόσιας Ωφέλειας, σύμφωνα με το άρθρο 39, (ε) την προστασία πελατών κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 40, (ζ) τα τέλη υποβολής αίτησης, τέλη παροχής εξαίρεσης από άδεια, τέλη μεταβίβασης και τέλη τροποποίησης άδειας, (η) τις εξουσίες έρευνας της ΡΑΕΚ, και (θ) οποιοδήποτε άλλο θέμα, το οποίο χρήζει ή είναι δεκτικό καθορισμού ή σε σχέση με το οποίο ο παρών Νόμος προβλέπει για έκδοση Κανονισμών.</div>\n<p class=\"lf-p\">183(I)/2004 103(I)/2006 219(I)/2012 Υποχρέωση προς εχεμύθεια 48.-(1) Η ΡΑΕΚ, το Γραφείο της ΡΑΕΚ, οι διαχειριστές συστήματος διανομής, ο διαχειριστής συστήματος μεταφοράς, αποθήκευσης, εγκαταστάσεων ΥΦΑ, οι ιδιοκτήτες των δικτύων διανομής και μεταφοράς, εγκαταστάσεων αποθήκευσης και εγκαταστάσεων ΥΦΑ ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ασκεί οποιαδήποτε αρμοδιότητα με βάση τον παρόντα Νόμο ή Κανονισμούς που δυνατό να εκδοθούν, απαγορεύεται να ανακοινώνει ή να χορηγεί σε τρίτους με οποιοδήποτε τρόπο εμπιστευτικά στοιχεία ή πληροφορίες, που έχουν περιέλθει σε γνώση του ή του έχουν γνωστοποιηθεί κατά την άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας και έχει καθήκον να προστατεύει οποιαδήποτε δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που σχετίζεται με τα εν λόγω στοιχεία ή πληροφορίες:</p>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, η υποχρέωση προς εχεμύθεια δεν ισχύει - (α)Όταν παρέχεται η έγγραφη συγκατάθεση του προσώπου για το οποίο υπάρχει υποχρέωση προς εχεμύθεια, (β)έναντι Δικαστηρίου της Δημοκρατίας, (γ)έναντι Ερευνητικής Επιτροπής που διορίσθηκε και ενεργεί δυνάμει του περί Ερευνητικών Επιτροπών Νόμου, (δ)έναντι ποινικού ανακριτή, ο οποίος διεξάγει ανάκρισης με βάση το άρθρο 4 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, (ε)έναντι της Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης, δυνάμει των περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμων του 1996 έως 2000, (στ) έναντι της ΡΑΕΚ όσον αφορά οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο ασκεί οποιαδήποτε αρμοδιότητα με βάση τον παρόντα Νόμο ή Κανονισμούς που δυνατό να εκδοθούν.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Πρόσωπο, το οποίο, κατά παράβαση του εδαφίου (1), αποκαλύπτει οποιαδήποτε εμπιστευτικά στοιχεία ή πληροφορίες, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη (2) ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πενήντα μία χιλιάδες ευρώ (€51.000,00) ή και στις δύο αυτές ποινές.</div>\n<p class=\"lf-p\">183(I)/2004 219(I)/2012 Επιπτώσεις παράλειψης καταβολής τέλους 48Α.-(1) Σε περίπτωση παράλειψης καταβολής του καθορισμένου ετήσιου τέλους εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία αυτό καθίσταται πληρωτέο, η ΡΑΕΚ δύναται να ανακαλέσει άδεια, καθώς επίσης και την άσκηση δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν με βάση άδεια που παραχωρήθηκε με απόφασή της.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που ολόκληρο ή μέρος οποιουδήποτε τέλους δεν πληρωθεί μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στους Κανονισμούς για τα τέλη που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 47(2)(α), ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη κύρωση που η ΡΑΕΚ δύναται να επιβάλει, το οφειλόμενο ποσό επιβαρύνεται με τόκο σύμφωνα με το ισχύον τραπεζικό επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας στο οποίο προστίθεται τρία (3) τοις εκατόν, για τη διάρκεια της περιόδου για την οποία το οφειλόμενο τέλος, μέρος ή όλο, δεν έχει πληρωθεί.</div>\n<p class=\"lf-p\">103(I)/2006 219(I)/2012 Ποινικά αδικήματα κατά παράβαση του άρθρου 8 49. Πρόσωπο, το οποίο αυτοπροσώπως ή δια υπαλλήλου του ή αντιπροσώπου του, κατά παράβαση του άρθρου 8 - (α) Κατασκευάζει ή/και εκμεταλλεύεται εγκαταστάσεις φυσικού αερίου, ή/και αποθήκευσης, ή/και δικτύων αγωγών, αγωγών και συναφών εξοπλισμών· (β) διεξάγει τη δραστηριότητα του διαχειριστή συστήματος· (γ) εκτελεί οποιαδήποτε από τις αρμοδιότητες του ιδιοκτήτη εγκατάστασης φυσικού αερίου, ή/και εγκατάστασης αποθήκευσης, ή/και δικτύων αγωγών, αγωγών και συναφών εξοπλισμών· (δ) προμηθεύει φυσικό αέριο, μεταξύ άλλων και σε πελάτες χονδρικής. είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη (5), ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ποσό των ογδόντα πέντε χιλιάδων ευρώ (€85.000,00) ή και στις δύο αυτές ποινές.</p>\n<p class=\"lf-p\">183(I)/2004 219(I)/2012 Ποινικά αδικήματα 50.-(1) Πρόσωπο, το οποίο αυτοπροσώπως ή δια υπαλλήλου του ή δια αντιπροσώπου του - (α) Παραβιάζει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιοδήποτε όρο, προϋπόθεση ή/και περιορισμό άδειας, (β) προβαίνει σε δυσμενή διάκριση μεταξύ προσώπων, κατηγοριών προσώπων ή μεταξύ χρηστών του δικτύου, (γ) παραλείπει να συμμορφωθεί ή παραβιάζει τις διατάξεις του άρθρου 29 που αφορούν την τήρηση λογαριασμών, (δ) παραβαίνει η παραλείπει να συμμορφωθεί με τις απαγορευτικές ή επιτακτικές διατάξεις οποιωνδήποτε Κανονισμών ή Διατάγματος, τα οποία εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει πέντε έτη (5) ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ποσό των ογδόντα πέντε χιλιάδων ευρώ (€85.000,00) ή και στις δύο αυτές ποινές.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>(α) Πρόσωπο, το οποίο αυτοπροσώπως ή διά υπαλλήλου του ή διά αντιπροσώπου του παραβιάζει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του άρθρου 7Α(1)(β)(i) είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ποσό των τριακόσιων πενήντα χιλιάδων ευρώ (€350.000) ή και στις δύο αυτές ποινές. (β) Πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα σύμφωνα με την παράγραφο (α) στερείται, αυτόματα, του δικαιώματος να συναλλάσσεται, άμεσα ή έμμεσα, ενεργειακά προϊόντα χονδρικής ή να πραγματοποιεί συναλλαγές συμπεριλαμβανομένης της εντολής πραγματοποίησης διαπραγματεύσεων σε μια ή περισσότερες χονδρικές αγορές ενέργειας, για διάστημα πέντε (5) ετών από την καταδίκη του, εξαιρουμένης της ολοκλήρωσης προγενέστερων της καταδίκης του νόμιμων πράξεων. (γ) Παράβαση των διατάξεων της παραγράφου (β) συνιστά ποινικό αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων ευρώ (€50.000) ή και στις δύο αυτές ποινές. (δ) Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει τις διατάξεις της παραγράφου (γ) στερείται, αυτόματα, του δικαιώματος να συναλλάσσεται, άμεσα ή έμμεσα, ενεργειακά προϊόντα χονδρικής ή να πραγματοποιεί συναλλαγές συμπεριλαμβανομένης της εντολής πραγματοποίησης διαπραγματεύσεων σε μια ή περισσότερες χονδρικές αγορές ενέργειας, για περαιτέρω διάστημα πέντε (5) ετών από την καταδίκη του δυνάμει της παραγράφου (γ).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Πρόσωπο, το οποίο αυτοπροσώπως ή διά υπαλλήλου του ή διά αντιπροσώπου του παραβιάζει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του άρθρου 7Α(1)(β)(iι) είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ποσό των ογδόντα πέντε χιλιάδων ευρώ (€85.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>(α) Πρόσωπο, το οποίο αυτοπροσώπως ή διά υπαλλήλου του ή διά αντιπροσώπου του παραβιάζει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του άρθρου 7Α(1)(β)(iv) είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ποσό των τριακόσιων πενήντα χιλιάδων ευρώ (€350.000) ή και στις δύο αυτές ποινές. (β) Πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα σύμφωνα με την παράγραφο (α) στερείται, αυτόματα, του δικαιώματος να συναλλάσσεται, άμεσα ή έμμεσα, ενεργειακά προϊόντα χονδρικής ή να πραγματοποιεί συναλλαγές συμπεριλαμβανομένης της εντολής πραγματοποίησης διαπραγματεύσεων σε μια ή περισσότερες χονδρικές αγορές ενέργειας, για διάστημα πέντε (5) ετών από την καταδίκη του, εξαιρουμένης της ολοκλήρωσης προγενέστερων της καταδίκης του νόμιμων πράξεων. (γ) Παράβαση των διατάξεων της παραγράφου (β) συνιστά ποινικό αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων ευρώ (€50.000) ή και στις δύο αυτές ποινές. (δ) Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει τις διατάξεις της παραγράφου (γ) στερείται, αυτόματα, του δικαιώματος να συναλλάσσεται, άμεσα ή έμμεσα, ενεργειακά προϊόντα χονδρικής ή να πραγματοποιεί συναλλαγές συμπεριλαμβανομένης της εντολής πραγματοποίησης διαπραγματεύσεων σε μια ή περισσότερες χονδρικές αγορές ενέργειας, για περαιτέρω διάστημα πέντε (5) ετών από την καταδίκη του δυνάμει της παραγράφου (γ).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Πρόσωπο το οποίο αποπειράται να διαπράξει αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα 7Α(1)(β)(i) και 7Α(1)(β)(iv), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες ευρώ (€150.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Νομικό πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος που προβλέπεται στα άρθρα 7Α(1)(β)(i) και 7Α(1)(β)(iv), υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000) και το δικαστήριο δύναται να διατάξει- (i) Αποκλεισμό από παροχές ή ενισχύσεις του δημοσίου· (ii) μέτρα προσωρινής ή οριστικής απαγόρευσης της άσκησης εμπορικής δραστηριότητας· (iii) δικαστική εκκαθάριση· (iv) προσωρινή ή οριστική διακοπή λειτουργιάς των εγκαταστάσεων που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη του αδικήματος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 5 του Ποινικού Κώδικα και παρά τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ποινικού Κώδικα, τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας έχουν δικαιοδοσία να εκδικάζουν τα αδικήματα των άρθρων 7Α(1)(β)(i) και 7Α(1)(β)(iv), εφόσον τα αδικήματα έχουν διαπραχθεί- (α) Εξ’ ολοκλήρου ή εν μέρει στη Δημοκρατία· (β) προς όφελος νομικού προσώπου εγκατεστημένου στη Δημοκρατία.</div>\n<p class=\"lf-p\">183(I)/2004 103(I)/2006 219(I)/2012 148(I)/2018 Ποινική και αστική ευθύνη νομικών προσώπων και αξιωματούχων τους 51.-(1) Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου από νομικό πρόσωπο και αποδεικνύεται ότι το αδίκημα αυτό έχει διαπραχθεί με τη συναίνεση ή τη συμπαιγνία ή αποδίδεται σε παράλειψη προσώπου που είναι διευθύνων σύμβουλος, διευθυντής, γραμματέας ή άλλος αξιωματούχος ή άλλο όργανο της διοίκησης του νομικού αυτού προσώπου, ή πρόσωπο που εμφανίζεται ότι ενεργεί με τέτοια ιδιότητα, το πρόσωπο αυτό, καθώς επίσης και το νομικό πρόσωπο, είναι ένοχοι αδικήματος και υπόκεινται σε ποινική δίωξη σε σχέση με το αδίκημα αυτό.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Όταν μέλος νομικού προσώπου, χωρίς να είναι διευθύνων σύμβουλος ή διευθυντής, ασκεί αρμοδιότητες διευθύνοντος συμβούλου ή του διευθυντή, τότε εφαρμόζεται, σε σχέση με τις πράξεις ή παραλήψεις του, το εδάφιο (1), ως εάν το πρόσωπο αυτό ήταν διευθύνων σύμβουλος ή διευθυντής του νομικού προσώπου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Πρόσωπα που, κατά τα οριζόμενα στα εδάφια (2), (3) και (4) του άρθρου 50 υπέχουν ποινική ευθύνη για τα τελούμενα από νομικό πρόσωπο αδικήματα, ευθύνονται αλληλεγγύως με το νομικό πρόσωπο ή/και κεχωρισμένως για κάθε ζημιά που προκαλείται σε τρίτους ένεκα της πράξεως ή της παραλήψεως που στοιχειοθετεί το αδίκημα.</div>\n<p class=\"lf-p\">183(I)/2004 219(I)/2012 148(I)/2018 Εξουσίες επιθεώρησης, ελέγχου και έρευνας 52. Για σκοπούς ελέγχου εφαρμογής του παρόντος Νόμου, η ΡΑΕΚ έχει τις εξουσίες επιθεώρησης και ελέγχου που καθορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 13, 14 και 20 του περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμου του 2021 καθώς επίσης τις εξουσίες έρευνας που καθορίζονται σε Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 47(2).</p>\n<p class=\"lf-p\">183(I)/2004 103(I)/2006 219(I)/2012 148(I)/2018 128(I)/2021 Επίδοση ειδοποιήσεων 53.-(1) Όπου απαιτείται σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο επίδοση ειδοποίησης, ακολουθούνται κατ’ αναλογία οι διατάξεις της διαταγής 51 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Εταιρεία που συστάθηκε σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, θεωρείται ότι έχει τη συνήθη διαμονή της στο εγγεγραμμένο γραφείο της και κάθε άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο θεωρείται ότι έχει τη συνήθη διαμονή του στα κεντρικά γραφεία ή στο μέρος διεξαγωγής της επιχείρησής του.</div>\n<p class=\"lf-p\">183(I)/2004 219(I)/2012 Επιβολή διοικητικού προστίμου 54.-(1) Η απόφαση της ΡΑΕΚ, για επιβολή διοικητικού προστίμου δυνάμει του άρθρου 13(4), είναι αιτιολογημένη και επιδίδεται στο πρόσωπο το οποίο κρίθηκε ότι ευθύνεται για την παραβίαση ή την παράλειψη.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Το επηρεαζόμενο πρόσωπο, δύναται μέσα σε διάστημα 30 ημερών από τη λήψη της προαναφερόμενης απόφασης, να υποβάλει γραπτές παραστάσεις στη ΡΑΕΚ.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Το ποσό του διοικητικού προστίμου εισπράττεται από τη ΡΑΕΚ. Η άσκηση προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εναντίον της απόφασης της ΡΑΕΚ για επιβολή του διοικητικού προστίμου δεν αναστέλλει την υποχρέωση άμεσης καταβολής του διοικητικού προστίμου.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Σε περίπτωση παράλειψης καταβολής του προστίμου που επιβάλλεται δυνάμει του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, η ΡΑΕΚ λαμβάνει δικαστικά μέτρα για είσπραξη του οφειλόμενου ποσού ως αστικό χρέος που οφείλεται στη Δημοκρατία και τα ποσά που εισπράττονται από τη ΡΑΕΚ, καταβάλλονται στο Υπουργείο Οικονομικών.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Άνευ επηρεασμού οποιωνδήποτε ποινικών διαδικασιών που υφίστανται ή έχουν ολοκληρωθεί, η ΡΑΕΚ έχει την εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις και να επιβάλλει κατάλληλες διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα για τις παραβάσεις των άρθρων 7Α(β)(i), 7Α(β)(ii), 7Α(β)(iii) και 7Α(β)(iv):</div>\n<p class=\"lf-p\">Νοείται ότι, οι εξουσίες της ΡΑΕΚ δεν επηρεάζουν τις εξουσίες της κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (3) του άρθρου 7.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(6)</span>Η ΡΑΕΚ έχει την εξουσία να λαμβάνει και/ή να επιβάλλει τα κατωτέρω διοικητικά μέτρα και κυρώσεις, στην περίπτωση των παραβάσεων που προβλέπονται στο εδάφιο (5) - (α) Εντολή που υποχρεώνει το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση να τερματίσει τη συμπεριφορά του και να μην την επαναλάβει· (β) αποστέρηση των αποκτηθέντων κερδών ή των αποφευχθεισών ζημιών λόγω της παράβασης, στο βαθμό που αυτά δύνανται να προσδιοριστούν· (γ) δημόσια προειδοποίηση που αναφέρει το πρόσωπο που ευθύνεται και τη φύση της παράβασης· (δ) ανάκληση ή αναστολή της άδειας λειτουργίας επιχείρησης· (ε) προσωρινή απαγόρευση σε πρόσωπο το οποίο ασκεί διευθυντικά καθήκοντα εντός επιχείρησης ή σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο το οποίο φέρει ευθύνη για την παράβαση, να ασκεί διευθυντικές λειτουργίες εντός επιχείρησης· (στ) μόνιμη απαγόρευση, σε περίπτωση επανειλημμένης παράβασης των άρθρων 7Α(β)(i) και 7Α(β)(iv), σε πρόσωπο το οποίο ασκεί διευθυντικά καθήκοντα εντός επιχείρησης ή σε κάθε άλλο φυσικό πρόσωπο, το οποίο φέρει ευθύνη για την παράβαση, να ασκεί διευθυντικές λειτουργίες εντός επιχείρησης· (ζ) προσωρινή απαγόρευση σε πρόσωπο το οποίο ασκεί διευθυντικά καθήκοντα εντός επιχείρησης ή σε κάθε άλλο φυσικό πρόσωπο, το οποίο φέρει ευθύνη για την παράβαση, να διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό· (η) διοικητικές χρηματικές κυρώσεις που ανέρχονται έως και το τριπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, εάν το εν λόγω ποσό μπορεί να προσδιοριστεί· (θ) στην περίπτωση φυσικών προσώπων, διοικητικές χρηματικές κυρώσεις που ανέρχονται- (i) για παραβάσεις των άρθρων 7Α(β)(i) και 7Α(β)(iv), στα πέντε εκατομμύρια ευρώ (€5.000.000)· (ii) για παραβάσεις του άρθρου 7Α(β)(ii), στο ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000)· και (iii) για παραβάσεις του άρθρου 7Α(β)(iii), στις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000)· και· (ι) στην περίπτωση νομικών προσώπων, διοικητικές χρηματικές κυρώσεις που ανέρχονται - (i) για παραβάσεις των άρθρων 7Α(β)(i) και 7Α(β)(iv), στα δεκαπέντε εκατομμύρια ευρώ (€15.000.000)· (ii) για παραβάσεις του άρθρου 7Α(β)(ii), στα δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€2.500.000)· και (iii) για παραβάσεις του άρθρου 7Α(β)(iii), στο ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(7)</span>Ανεξάρτητα και επιπρόσθετα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1227/2011, σε περίπτωση που διαπιστώνεται παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου και/ή του Κανονισμού από νομικό πρόσωπο, η ΡΑΕΚ δύναται να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο- (α) Σε νομικό πρόσωπο· ή/και (β) σε διοικητικό σύμβουλο, διευθυντή ή αξιωματούχο ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η παράβαση οφειλόταν σε δική του υπαιτιότητα, εσκεμμένη παράλειψη ή αμέλεια.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(8)</span>Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1227/2011, από οποιοδήποτε πρόσωπο και για την οποία παράβαση δεν προβλέπεται στον παρόντα Νόμο ή στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1227/2011, ειδικό διοικητικό πρόστιμο, ή σε περίπτωση που πρόσωπο δεν συμμορφώνεται με οποιαδήποτε εντολή ή απαγόρευση της ΡΑΕΚ δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (6), η ΡΑΕΚ δύναται να επιβάλει στον παραβάτη διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000) και σε περίπτωση επανάληψης της παράβασης διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις επτακόσιες χιλιάδες ευρώ (€700.000).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(9)</span>Σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (8) ο υπαίτιος παράβασης προσπορίστηκε όφελος από την παράβαση αυτή, το οποίο υπερβαίνει τα ποσά των διοικητικών προστίμων που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο ή στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1227/2011, ανάλογα με την περίπτωση, η ΡΑΕΚ έχει εξουσία να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο ύψους μέχρι το διπλάσιο ποσό του οφέλους που ο υπαίτιος αποδεδειγμένα προσπορίστηκε από την παράβαση.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(10)</span>Η ΡΑΕΚ, κατά τον καθορισμό του είδους και του ύψους των διοικητικών κυρώσεων, λαμβάνει υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των ακόλουθων στοιχείων, όπου εφαρμόζεται - (α) Τη σοβαρότητα και διάρκεια της παράβασης· (β) το βαθμό ευθύνης του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου· (γ) τη χρηματοοικονομική ευρωστία του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου, όπως υποδηλώνεται, ιδίως, από το συνολικό κύκλο εργασιών ενός νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα ενός φυσικού προσώπου· (δ) τη σημασία των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο, στο βαθμό που αυτό μπορεί να προσδιοριστεί· (ε) το επίπεδο συνεργασίας του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου με την ΡΑΕΚ, με την επιφύλαξη της ανάγκης αποστέρησης των αποκτηθέντων κερδών ή αποφευχθεισών ζημιών από το εν λόγω πρόσωπο· (στ) τις οποιεσδήποτε προηγούμενες παραβάσεις του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου· και (ζ) τα μέτρα που έχουν ληφθεί από το υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο για να αποτραπεί τυχόν επανάληψη της παράβασης.</div>\n<p class=\"lf-p\">183(I)/2004 219(I)/2012 148(I)/2018 Ψευδείς δηλώσεις και απόκρυψη στοιχείων 54Α.-(1) Οποιοδήποτε πρόσωπο έχει υποχρέωση, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή/και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1227/2011, να υποβάλλει ή να γνωστοποιεί στην ΡΑΕΚ ή να δημοσιοποιεί ή να ανακοινώνει δημόσια οποιεσδήποτε πληροφορίες, στοιχεία, έγγραφα ή έντυπα, οφείλει να μεριμνά και να εξασφαλίζει την ορθότητα, την πληρότητα και την ακρίβειά τους.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Η παροχή ψευδών ή παραπλανητικών ή ανακριβών πληροφοριών ή στοιχείων ή εγγράφων ή εντύπων ή η απόκρυψη ουσιώδους πληροφορίας από οποιαδήποτε γνωστοποίηση που υποβάλλεται στην ΡΑΕΚ ή εντός οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο ή και στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1227/2011, συνιστά, εκτός από παράβαση η οποία υπόκειται σε διοικητική κύρωση κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 54, και ποινικό αδίκημα το οποίο τιμωρείται κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (3).</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του εδαφίου (1) είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εφτακόσιες χιλιάδες ευρώ (€700.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(4)</span>Ποινική ευθύνη για το προβλεπόμενο στο παρόν άρθρο αδίκημα που διαπράττεται από νομικό πρόσωπο υπέχει, εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, και οποιοδήποτε από τα μέλη των διοικητικών, διευθυντικών, εποπτικών ή ελεγκτικών του οργάνων που αποδεικνύεται ότι συναίνεσε ή συνέπραξε στη διάπραξη του αδικήματος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(5)</span>Πρόσωπα που, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (4), υπέχουν ποινική ευθύνη για τα τελούμενα από νομικό πρόσωπο αδικήματα, ευθύνονται αλληλεγγύως με το νομικό πρόσωπο ή/και κεχωρισμένως για κάθε ζημιά που προκαλείται σε τρίτους ένεκα της πράξεως ή της παραλείψεως που στοιχειοθετεί το αδίκημα.</div>\n<p class=\"lf-p\">148(I)/2018 Δημοσίευση αποφάσεων επιβολής διοικητικών μέτρων και κυρώσεων 54Β.-(1)(α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων (β) και (γ), η ΡΑΕΚ δημοσιεύει στο διαδικτυακό της τόπο, κάθε απόφαση με την οποία επιβάλλεται διοικητική κύρωση ή άλλο μέτρο για παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1227/2011, αμέσως μετά την κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης στο πρόσωπο στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση ή το μέτρο· η δημοσίευση περιλαμβάνει τουλάχιστον πληροφορίες σχετικά με το είδος και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα του προσώπου στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση ή το μέτρο. (β) Οι διατάξεις της παραγράφου (α) δεν ισχύουν για αποφάσεις επιβολής μέτρων διερευνητικού χαρακτήρα. (γ) Σε περίπτωση που η ΡΑΕΚ κρίνει ότι η δημοσίευση της επωνυμίας του νομικού προσώπου, το οποίο αφορά η απόφαση ή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα φυσικών προσώπων θα ήταν δυσανάλογη, κατόπιν, κατά περίπτωση αξιολόγησης, που διενεργείται τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας και λαμβανομένου υπόψη του ενδεχόμενου να τεθεί σε κίνδυνο η σταθερότητα της χονδρικής αγοράς ενέργειας ή μια διεξαγόμενη έρευνα, η ΡΑΕΚ- (i) αναβάλλει τη δημοσίευση της απόφασης μέχρι να παύσουν να υφίστανται οι λόγοι της εν λόγω αναβολής· ή (ii) δημοσιεύει την απόφαση με τρόπο που δεν αποκαλύπτει την επωνυμία του νομικού προσώπου ή την ταυτότητα του φυσικού προσώπου και νοουμένου ότι η δημοσίευση εξασφαλίζει αποτελεσματική προστασία των σχετικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· ή (iii) δεν δημοσιεύει την απόφαση. (δ) Η ΡΑΕΚ, σε περίπτωση που αποφασίσει να δημοσιεύσει μία απόφαση κατά τα διαλαμβανόμενα στην υποπαράγραφο (ii) της παραγράφου (γ), δύναται να αναβάλει τη δημοσίευση των οικείων δεδομένων για εύλογο χρονικό διάστημα, όταν προβλέπεται ότι οι λόγοι της ανώνυμης δημοσίευσης θα παύσουν κατά την περίοδο αυτή.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Σε περίπτωση που η απόφαση της ΡΑΕΚ προσβάλλεται με προσφυγή δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών αρχών, η ΡΑΕΚ δημοσιεύει αμέσως στο διαδικτυακό της τόπο τις πληροφορίες αυτές και κάθε μεταγενέστερη πληροφορία σχετική με τα αποτελέσματα της προσφυγής· η ΡΑΕΚ, δημοσιεύει και κάθε απόφαση Δικαστηρίου που ακυρώνει απόφαση της ΡΑΕΚ, η οποία προσεβλήθη δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος.</div>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(3)</span>Η ΡΑΕΚ εξασφαλίζει ότι κάθε απόφαση που δημοσιεύεται, κατά τα προβλεπόμενα στο παρόν άρθρο, παραμένει στο διαδικτυακό της τόπο για διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ετών μετά τη δημοσίευσή της· τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στην εν λόγω δημοσίευση διατηρούνται στο διαδικτυακό τόπο της ΡΑΕΚ για το χρονικό διάστημα που απαιτείται, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.</div>\n<p class=\"lf-p\">148(I)/2018 Ισότιμοι όροι ανταγωνισμού 55.-(1) Τα μέτρα τα οποία δύναται να λαμβάνει η ΡΑΕΚ σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο προκειμένου να εξασφαλίσει ισότιμους όρους ανταγωνισμού συνάδουν προς τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως δε το άρθρο 30, και προς τη νομοθεσία της Ένωσης.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Τα μέτρα που αναφέρονται στο εδάφιο (1) είναι αναλογικά, διαφανή και δεν δημιουργούν διακρίσεις. Τα εν λόγω μέτρα μπορούν να τεθούν σε εφαρμογή μόνον κατόπιν κοινοποίησης στην Επιτροπή και έγκρισης από αυτήν.</div>\n<p class=\"lf-p\">219(I)/2012 Αίτημα υποβολής εξαίρεσης στην Επιτροπή 56.-(1) Εάν δεδομένης της ουσιαστικής πρακτικής εφαρμογής της πρόσβασης στο δίκτυο της Κύπρου (που συνεπάγεται πλήρως αποτελεσματική, χωρίς διακρίσεις και εμπόδια πρόσβαση στο δίκτυο) ορισμένες υποχρεώσεις που επιβάλλει ο παρών Νόμος σε επιχειρήσεις (μεταξύ άλλων, τις υποχρεώσεις νομικού διαχωρισμού των διαχειριστών συστημάτων διανομής) δεν είναι ανάλογες προς τον επιδιωκόμενο στόχο, ο Υπουργός δύναται να υποβάλλει αίτημα στην Επιτροπή για να εξαιρεθεί από τη συγκεκριμένη απαίτηση.</p>\n<div class=\"lf-abs\"><span class=\"lf-abs-num\">(2)</span>Ο Υπουργός κοινοποιεί αμελλητί στην Επιτροπή το αίτημα, μαζί με όλα τα σχετικά απαραίτητα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι θα εξακολουθήσει να ισχύει το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η έκθεση ότι, δηλαδή, εξασφαλίζεται η ουσιαστική πρόσβαση στο δίκτυο.</div>\n<p class=\"lf-p\">219(I)/2012 Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου 57. Ο παρών Νόμος τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">183(I)/2004 219(I)/2012 Σημείωση 42(α) του Ν.219(Ι)/2012Σημείωση Συντάκτη Εκ παραδρομής η Βουλή αναφέρει στο άρθρο 42(α) του τροποποιητικού νόμου 219(Ι)/2012 όπως αναριθμηστεί το άρθρο 37 του βασικού νόμου σε άρθρο 38 αντί σε άρθρο 39.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 43(α) του Ν.219(Ι)/2012Σημείωση Συντάκτη Εκ παραδρομής η Βουλή αναφέρει στο άρθρο 43(α) του τροποποιητικού νόμου 219(Ι)/2012 όπως αναριθμηστεί το άρθρο 38 του βασικού νόμου σε άρθρο 39 αντί σε άρθρο 40.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σημείωση 60 του Ν.219(Ι)/2012Άρση της αναστολής άρθρων του βασικού νόμου Η αναστολή των άρθρων του βασικού νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 183(Ι)/2004] που προβλέπεται στον περί Ρύθμισης της Αγοράς Φυσικού Αερίου (Τροποποιητικό) Νόμο [Σ.Σ.: δηλαδή τον Ν.199(Ι)/2007], αίρεται.</p>\n<p class=\"lf-p\">Εκτύπωση Cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii και τη ConvertPLC για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο</p></div>", "next": 0}