{"html": "<div class=\"lf-doc\"><h4 class=\"lf-art\" id=\"a-222\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.222</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Ως προς την προδικασία που πρέπει να τηρηθεί εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρ. 126 έως και 131. Σε περίπτωση ανακοπής κατά προγράμματος πλειστηριασμού, ο πρόεδρος του συμβουλίου ή ο δικαστής, που διευθύνει το δικαστήριο, ή ο από αυτούς οριζόμενος δικαστής, ορίζει αμέσως δικάσιμο, η οποία πρέπει να απέχει τουλάχιστον δύο (2) πλήρεις ημέρες από τη διενέργεια του πλειστηριασμού. Αντίγραφο του δικογράφου που κατατέθηκε, μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου, επιδίδεται, με τη φροντίδα του ανακόπτοντος, στους καθ’ ων η ανακοπή μέσα σε προθεσμία που ορίζεται από το δικαστήριο και η οποία πάντως δεν επιτρέπεται να απέχει λιγότερο από μία πλήρη ημέρα από τη δικάσιμο. Στην περίπτωση αυτή δεν χωρούν πρόσθετοι λόγοι. 2.Ως προς την κύρια διαδικασία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρ. 132 έως και 143 Παρέμβαση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-223\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.223</span><span class=\"lf-art-t\">Εκείνοι στους οποίους κοινοποιείται η ανακοπή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του</span></h4>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-21\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.21</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Αν ανακύψει αδυναμία συγκρότησης του δικαστηρίου προς κρίση της δήλωσης αποχής δικαστή ή της αίτησης εξαίρεσής του, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρ. 11. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ άρθρ. 219, μπορούν να ασκήσουν πρόσθετη παρέμβαση προς υποστήριξη του διαδίκου υπέρ του οποίου έχουν έννομο συμφέρον να αποβεί η δίκη. Η παρέμβαση ασκείται με προφορική δήλωση στο ακροατήριο. Εξουσία του δικαστηρίου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-224\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.224</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. 2.Κατ’ εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης πράξης χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό της, προκειμένου να διακριβωθεί: α)αν η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο, ή β)αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου. 3.Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την ανακοπή πράξεων της εκτέλεσης, δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας προηγούμενων πράξεων της εκτέλεσης. 4.Στην περίπτωση της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος, κατά το νόμο και τα πράγματα, του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ’ αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχό του κατά το νόμο και την ουσία ή δεν υφίσταται σχετικώς δεδικασμένο. 5.Ισχυρισμοί, που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, μπορούν να προβάλλονται με την ευκαιρία άσκησης ανακοπής κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης ή οποιασδήποτε πράξης της εκτέλεσης, πρέπει δε να αποδεικνύονται αμέσως (Μετά τη σελ. 104,696) Σελ. 104,697 Τεύχος 1360 Σελ. 49 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.13 Απόφαση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-225\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.225</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Το δικαστήριο, αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή στην τροποποίησή της. Σε διαφορετική περίπτωση, προβαίνει στην απόρριψη της ανακοπής. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-226\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.226</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Οι αποφάσεις που εκδίδονται κατά την παρούσα διαδικασία υπόκεινται ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, κατά τα άρθρ. 81-111 αναλόγως εφαρμοζόμενα, στα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αίτησης αναθεώρησης, της τριτανακοπής και της αίτησης διόρθωσης ή ερμηνείας. 2.Η προθεσμία για την άσκηση των ένδικων μέσων είναι τριάντα (30) ημερών, εκτός αν πρόκειται για απόφαση που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση ανακοπής κατά προγράμματος πλειστηριασμού, οπότε η προθεσμία είναι δέκα (10) ημερών. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ ΟΜΟΔΙΚΙΑ – ΣΥΝΑΦΕΙΑ - ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΣΩΡΕΥΣΗ - ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΣΗ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-227\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.227</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Ως προς την ομοδικία, τη συνάφεια και τη συνεκδίκαση εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρ. 115 έως και 125. 2.Περισσότερα ένδικα βοηθήματα κατά πράξεων που έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο της ίδιας διοικητικής εκτέλεσης, ή ένδικα μέσα κατά των σχετικών αποφάσεων, μπορούν να σωρευθούν, κυρίως ή επικουρικώς, στο ίδιο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-228\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.228</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η προθεσμία άσκησης, καθώς και η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης. Στις περ. α΄, β΄, δ΄ και ε΄ της παρ. 1 του άρθρ. 217, ενόσω εκκρεμεί η ανακοπή, μπορεί να υποβληθεί, από τον ανακόπτοντα, αίτηση αναστολής της εκτέλεσης των προσβαλλόμενων πράξεων. 2.Καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, για την εκδίκαση της αίτησης της προηγούμενης παραγράφου, είναι το κατά το άρθρ. 218 δικαστήριο, εφόσον σε αυτό εκκρεμεί η ανακοπή, το οποίο και εκδικάζει την αίτηση κατά τη διαδικασία των διατάξεων των άρθρ. 200 έως και 209, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως. Σελ. 104,698 Τεύχος 1360 Σελ. 50 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄ ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΛΗΨΗΣ ΜΕΤΡΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-229\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.229</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Το κατά το άρθρ. 218 αρμόδιο δικαστήριο, ύστερα από προηγούμενη αίτηση, αποφαίνεται για κάθε αμφισβήτηση που αφορά: α)τον ορισμό ή την αντικατάσταση μεσεγγυούχου ή φύλακα και εν γένει τη μεσεγγύηση ή τη φύλαξη κινητών ή ακινήτων, ή β)την εκκαθάριση ή τον προσδιορισμό των εξόδων και των δικαιωμάτων της εκτέλεσης. 2.Προς υποβολή της αίτησης νομιμοποιείται ο οφειλέτης, το Δημόσιο, καθώς και κάθε τρίτος που έχει έννομο προς τούτο συμφέρον. 3.Η αίτηση εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρ. 203, 204 και 214 (παρ. 4), οι οποίες και εφαρμόζονται αναλόγως. Ειδικώς, στην περίπτ. β΄ της παρ. 1, η αίτηση υποβάλλεται, μαζί με σχετικό πίνακα, τον οποίο συντάσσει ο δικαιούχος, στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ . ή του τελωνείου που επισπεύδει την εκτέλεση Ο τελευταίος διατυπώνει εγγράφως τις παρατηρήσεις του, ως προς τη νομιμότητα και την ακρίβεια των κονδυλίων, και διαβιβάζει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, το σχετικό έγγραφο στο δικαστήριο, συγχρόνως δε το κοινοποιεί, μαζί με αντίγραφο του πίνακα, στον οφειλέτη. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄ ΑΝΑΛΟΓΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-230\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.230</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται αναλόγως οι γενικές διατάξεις του ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ. 6.ΑΑ.γ.13 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΙΤΛΟΣ ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΡΑΤΗΣΗ Υποβολή-Περιεχόμενο του δικογράφου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-22\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.22</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Οι διατάξεις των άρθρ. 14-21 εφαρμόζονται αναλόγως και στους υπαλλήλους της γραμματείας οι οποίοι μετέχουν στη σύνθεση του δικαστηρίου ή στη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων. ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΔΙΚΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΔΙΑΔΙΚΟΥ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-231\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.231</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η προσωπική κράτηση, ως αναγκαστικό μέτρο προς είσπραξη των κατά τις διατάξεις του άρθρ. 216 δημόσιων εσόδων, διατάσσεται από το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του Δημοσίου. 2.Η κατά την προηγούμενη παράγραφο αίτηση απευθύνεται στο κατά το άρθρ. 232 πρωτοδικείο. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται μόνο εφόσον έχει παρέλθει τουλάχιστον ένας μήνας από την επίδοση προς τον οφειλέτη της, από τις κείμενες διατάξεις προβλεπόμενης, ατομικής ειδοποίησης, πρέπει δε να συνοδεύεται από κυρωμένο αντίγραφο της τελευταίας. 3.Η υποβολή νέας αίτησης συγχωρείται μόνο αν συντρέχουν εκ νέου οι νόμιμες προϋποθέσεις και μόνο εφόσον έχουν παρέλθει τουλάχιστον έξι μήνες από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αίτησης ή την εκτέλεση της προηγούμενης απόφασης του δικαστηρίου και την απόλυση του κρατουμένου. 4.Η κατά τις προηγούμενες παραγράφους αίτηση κατατίθεται, μαζί με τρία (3) αντίγραφα, στη γραμματεία της κύριας έδρας του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται Αρμόδιο δικαστήριο</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-232\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.232</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Αρμόδιος να διατάξει την προσωπική κράτηση είναι ο πρόεδρος πρωτοδικών ή ο από αυτόν οριζόμενος πρωτοδίκης, του πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα της η αρχή που, ως εκπρόσωπος του Δημοσίου, υποβάλλει την, κατά το προηγούμενο άρθρ., αίτηση. Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-233\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.233</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η αίτηση υποβάλλεται από το Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον αρμόδιο για την είσπραξη του οφειλόμενου εσόδου προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ . ή του τελωνείου. 2.Η αίτηση στρέφεται κατά του οφειλέτη ή του εκπροσώπου του νομικού προσώπου ή, αν πρόκειται για πρόσωπα που τελούν υπό επιμέλεια, κατά του νόμιμου αντιπροσώπου τους. Προϋποθέσεις λήψης του μέτρου-Περιορισμοί</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-234\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.234</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Προσωπική κράτηση μπορεί να διαταχθεί μόνο εφόσον: α)πρόκειται για έσοδο που εισπράττεται κατά τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 και «β) Το συνολικό ληξιπρόθεσμο χρέος προς το Δημόσιο από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων και των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων, υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ.» Η περίπτ. β΄αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 33 Ν. 3220/28-28 Ιαν. 2004 (ΦΕΚ Α΄15), Τομ. 27 σελ. 194,734.Σύμφωνα δε με την περίπτ. α΄άρθρ. 56 ίδιου Ν. 3220/2004, η ισχύς της άνω διάταξης αρχίζει από 1-1-2004. Για την εκτέλεση αποφάσεων που διατάσσουν προσωπική κράτηση για ποσό χρέους κατώτερο των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ καθώς και για την αναστολή παραγραφής χρεών, κατώτερων του παραπάνω ορίου , για τα οποία υποβλήθηκε αίτηση προσωπικής κράτησης , βλ. παρ. 2 άρθρ. 33 Ν.3220/28-28 Ιαν. 2004 (ΦΕΚ Α΄15) τομ. 27 σελ. 194,734. 2.Προσωπική κράτηση δεν διατάσσεται κατά: α)προσώπων που τελούν υπό γονική μέριμνα, επιτροπεία, δικαστική ή νόμιμη απαγόρευση, β)βουλευτών, ενόσω διαρκεί η βουλευτική περίοδος και τέσσερις (4) εβδομάδες μετά τη λήξη της, γ)κληρικών κάθε γνωστής θρησκείας, δ)στρατευμένων, ε)προσώπων που τελούν σε πτώχευση και για όσο χρόνο διαρκούν οι εργασίες της πτώχευσης, στ)κληρονόμων με το ευεργέτημα της απογραφής και ζ)πολυτέκνων που έχουν την επιμέλεια ή την υποχρέωση διατροφής των τέκνων τους. 3.Η διάρκεια της προσωπικής κράτησης δεν μπορεί να υπερβεί το ένα (1) έτος Εκδίκαση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-235\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.235</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Αμέσως μετά την, κατά την παρ. 4 του άρθρ. 231, κατάθεση της αίτησης, ο πρόεδρος του συμβουλίου, ή ο δικαστής, που διευθύνει το δικαστήριο, ή ο οριζόμενος από αυτούς δικαστής, με πράξη του πάνω στο δικόγραφο της αίτησης, ορίζει δικάσιμο, η οποία δεν μπορεί να απέχει λιγότερο των δέκα (10) ούτε περισσότερο των δεκαπέντε (15) ημερών από την κατάθεση της αίτησης. (Αντί για τη σελ. 104,699) Σελ. 104,699(α) Τεύχος Σελ. Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.13 2.Η κατά την προηγούμενη παρ. πράξη του προέδρου, μαζί με κυρωμένο αντίγραφο του δικογράφου που κατατέθηκε, επιδίδεται, με τη φροντίδα του αιτούντος, στον καθ’ ου, πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, επέχει δε θέση κλήτευσης γι’ αυτόν Προς τούτο, παραδίδονται στον αιτούντα, από τη γραμματεία του δικαστηρίου, η αίτηση με την πράξη προσδιορισμού δικασίμου, μαζί με κυρωμένο αντίγραφο τούτων. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές με τις επιδόσεις διατάξεις των άρθρ. 47-48 και 50-57. 3.Ως προς την κύρια διαδικασία, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρ. 132-139 και 142143. Η, κατά την παρ. 4 του άρθρ. 135, τυχόν οριζόμενη νέα δικάσιμος δεν πρέπει να απέχει περισσότερο των δέκα (10) ημερών από τη συζήτηση που αναβλήθηκε. Οι κατά την παρ. 1 του άρθρ. 138 προθεσμίες περιορίζονται σε μία (1) και μία (1) ημέρα, αντιστοίχως. 4.Κατά την προβολή πρόσθετων λόγων έχει ανάλογη εφαρμογή η διάταξη της παρ. 1 του άρθρ. 131, η προβλεπόμενη όμως από αυτήν προθεσμία είναι 2 ημέρες. 5.Οι διάδικοι μπορούν να διενεργούν διαδικαστικές πράξεις και να παρίστανται κατά τη συζήτηση χωρίς δικαστικό πληρεξούσιο. 6.Η άσκηση παρέμβασης δεν συγχωρείται κατά την παρούσα διαδικασία.</p>\n<p class=\"lf-p\">Εξουσία του δικαστηρίου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-236\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.236</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Το, κατά το άρθρ. 232, αρμόδιο δικαστήριο διατάζει την προσωπική κράτηση μόνο αν κρίνει ότι το αναγκαστικό αυτό μέτρο είναι αναγκαίο και πρόσφορο για την εξόφληση του χρέους, καθώς και ότι συνιστά το μόνο ικανό μέσο είσπραξης για την ικανοποίηση της σχετικής απαίτησης. Εκτέλεση της απόφασης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-237\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.237</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η απόφαση, με την οποία διατάσσεται η προσωπική κράτηση, εκτελείται μόνο αφότου επιδοθεί σε αυτόν που καταδικάστηκε. Αν πρόκειται για εκπρόσωπο νομικού προσώπου, η προσωπική κράτηση δεν εκτελείται πριν παρέλθουν 3 ημέρες από την επίδοση σε αυτόν της απόφασης. Η, κατά τις προηγούμενες περιόδους, επίδοση διενεργείται με τη φροντίδα του αιτούντος, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 47-48 και 50-57. Προς τούτο, κατά την, σύμφωνα με την πρώτη Σελ. 104,700(α) Τεύχος Σελ. περίοδο της παρ. 1 του άρθρ. 195, επίδοση προς αυτόν της απόφασης, του παραδίδεται και δεύτερο κυρωμένο αντίγραφό της. 2.Η κατά την προηγούμενη παρ. απόφαση δεν εκτελείται αν δεν έχει καταστεί τελεσίδικη η απόφαση για την ανακοπή κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης ή, σε περίπτωση που δεν έχει ασκηθεί ανακοπή κατ’ αυτής, αν δεν έχει παρέλθει άπρακτη η προς άσκηση της ανακοπής προθεσμία. 3.Ο καταδικαζόμενος σε προσωπική κράτηση συλλαμβάνεται από αστυνομικό όργανο Αν ο συλλαμβανόμενος δεν προβάλει αντιρρήσεις σύμφωνα με το άρθρ. 243, οδηγείται στη φυλακή. Το όργανο συντάσσει γι’ αυτά σχετική έκθεση. 4.Η σύλληψη δεν επιτρέπεται να γίνεται: α)μεταξύ της 7ης εσπερινής και της 7ης πρωινής ώρας, β)κατά τις εθνικές επετείους, κατά το χρονικό διάστημα από 23 Δεκεμβρίου έως και 2 Ιανουαρίου, κατά τη διενέργεια βουλευτικών εκλογών ή εκλογών για την ανάδειξη αιρετών οργάνων των οργανισμών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης και 8 ημέρες πριν, καθώς και πέντε (5) ημέρες μετά τη διενέργειά τους, επίσης, δε κατά την διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, καθώς και εκείνης της Διακαινησίμου, γ)στον τόπο όπου συνεδριάζει δικαστήριο και ενόσω διαρκεί η συνεδρίαση και δ)σε καθιερωμένο τόπο ιερουργίας γνωστής θρησκείας και ενόσω διαρκεί η ιερουργία. 6.ΑΑ.γ.13 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 5.Ο εγκλεισμός στη φυλακή εκείνου που έχει καταδικαστεί σε προσωπική κράτηση διενεργείται μόνο αφού προσαχθούν στο διευθυντή της φυλακής κυρωμένα αντίγραφα, αφ’ ενός της απόφασης του δικαστηρίου που διατάζει την προσωπική κράτηση, αφ’ ετέρου της έκθεσης της σύλληψης. 6.Η προσωπική κράτηση των μόνιμων στρατιωτικών εκτελείται από την αρμόδια στρατιωτική αρχή. 7.Η ισχύς της απόφασης παύει με τη συμπλήρωση του χρόνου για τον οποίο είχε διαταχθεί η προσωπική κράτηση και ο κρατούμενος απολύεται αυτοδικαίως.</p>\n<p class=\"lf-p\">Προς τούτο εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη από το διευθυντή της φυλακής. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟΛ ΥΣΗΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-238\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.238</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Ύ στερα από αίτηση του κρατουμένου, η οποία απευθύνεται στο πρωτοδικείο του τόπου όπου βρίσκεται η φυλακή, διατάσσεται η απόλυσή του, αν έχει καταβληθεί στην αρμόδια αρχή ή συμψηφιστεί ή κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το χρέος για το οποίο του επιβλήθηκε η προσωπική κράτηση, μαζί με τους τόκους που ήδη οφείλονται και τα έξοδα της εκτέλεσης και έχει προσαχθεί το σχετικό γραμμάτιο στη γραμματεία του δικαστηρίου. Αρμόδιος να αποφανθεί για την αίτηση είναι ο πρόεδρος πρωτοδικών ή ο από αυτόν οριζόμενος πρωτοδίκης του προαναφερόμενου δικαστηρίου. 2.Ως προς την προδικασία και την κύρια διαδικασία εκδίκασης της, κατά την προηγούμενη παρ., αίτησης, εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται στο άρθρ. 235 Ο ορισμός δικασίμου, όμως, γίνεται σε ημερομηνία που δεν μπορεί να απέχει λιγότερο των 2 ούτε περισσότερο των τεσσάρων (4) ημερών από την κατάθεση της αίτησης, ενώ η, κατά την παρ. 2 του άρθρ. 235, προθεσμία είναι μίας (1) τουλάχιστον ημέρας πριν από τη συζήτηση. (Μετά τη σελ. 104,700(α) Σελ. 104,7001 Τεύχος Σελ. Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.13 6.ΑΑ.γ.13 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΑΙΤΗΣΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΚΡΑΤΗΣΗΣ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-239\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.239</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Ύ στερα από αίτηση του κρατουμένου, η οποία απευθύνεται στο κατά το προηγούμενο άρθρ. δικαστήριο, αναστέλλεται η προσωπική κράτηση και ο αιτών απολύεται από τη φυλακή, για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών, αν έχουν επέλθει τα, κατά την πρώτη περίοδο της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρ., αποσβεστικά γεγονότα ως προς εύλογο, σε σχέση με το συνολικό ύψος, τμήμα του χρέους του. Αρμόδιος να αποφανθεί για την αίτηση είναι ο κατά την τελευταία περίοδο της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου δικαστής. 2.Ως προς την προδικασία και την κύρια διαδικασία εκδίκασής της, κατά την προηγούμενη παράγραφο αίτησης, εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται στην παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΑΙΤΗΣΗ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΣΕ ΑΛΛΟ ΧΩΡΟ Ή ΑΠΟΛ ΥΣΗΣ, ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΥΓΕΙΑΣ ΄Αρθρ.23.-Ικανότητα να είναι διάδικοι έχουν, εκτός από τα φυσικά και τα νομικά πρόσωπα, οι ενώσεις προσώπων, καθώς και οι ομάδες περιουσίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΔΙΚΑΝΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ Φυσικά πρόσωπα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-240\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.240</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Ύ στερα από αίτηση του κρατουμένου, η οποία απευθύνεται στο πρωτοδικείο του τόπου όπου έχει την έδρα της η αρχή που, ως εκπρόσωπος του Δημοσίου, νομιμοποιείται να υποβάλει την κατά το άρθρ. 231 αίτηση για προσωπική κράτηση, μπορεί, αν αυτός είναι ασθενής ή ασθενήσει κατά τη διάρκεια της κράτησης, να επιτραπεί η κράτησή του σε νοσοκομείο. 2.Το δικαστήριο μπορεί, ακόμη, να επιτρέψει την απόλυση του κρατουμένου αν η ασθένειά του είναι τέτοια ώστε να υπάρχει κίνδυνος, από την παράταση της κράτησης, για την υγεία του. 3.Αρμόδιος να αποφανθεί για τις κατά τις προηγούμενες παραγράφους αιτήσεις είναι ο κατά το άρθρ. 232 δικαστής. 4.Ως προς την προδικασία και την κύρια διαδικασία εκδίκασης των, κατά τις προηγούμενες παρ., αιτήσεων εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρ. 238 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ ΛΟΙΠΕΣ ΑΙΤΗΣΕΙΣ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-241\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.241</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, κάθε αμφισβήτηση που αφορά την εκτέλεση της προσωπικής κράτησης επιλύεται από τον πρόεδρο πρωτοδικών, ή τον από αυτόν οριζόμενο πρωτοδίκη, του πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου εκτελείται η απόφαση για την προσωπική κράτηση. Κατά την εκδίκαση του σχετικού ένδικου βοηθήματος εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται στο άρθρ. 235. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-242\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.242</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Οι αποφάσεις που εκδίδονται κατά τη διαδικασία των άρθρ. 231-241 υπόκεινται, ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, κατά τα άρθρ. 81-111 αναλόγως εφαρμοζόμενα, στα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αίτησης αναθεώρησης και της αίτησης διόρθωσης ή ερμηνείας. 2.Οι προθεσμίες για την άσκηση των κατά την προηγούμενη παρ. ένδικων μέσων είναι πέντε (5) ημερών. Ως προς την έναρξη των προθεσμιών αυτών έχουν ανάλογη εφαρμογή όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρ. 90 (παρ. 1), 94 (παρ. 1), 104 και 110 (παρ. 2), οι οποίες και εφαρμόζονται αναλόγως. 3.Η προθεσμία για την άσκηση, καθώς και η άσκηση, της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης Το, κατά το άρθρ. 232, αρμόδιο δικαστήριο, όμως, μπορεί, κατ’ αίτηση του Δημοσίου, να κηρύξει την απόφασή του προσωρινώς εκτελεστή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη της παρ. 3 του άρθρ. 80, η οποία και εφαρμόζεται αναλόγως. 4.Αρμόδιος για την εκδίκαση της έφεσης είναι ο πρόεδρος εφετών, ή ο από αυτόν οριζόμενος εφέτης, του εφετείου στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το δικαστήριο, όπου ανήκει ο κατά το άρθρ. 232 δικαστής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. 5.Ως προς την εκδίκαση των κατά την παρ. 1 ένδικων μέσων εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται στο άρθρ. 235. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄ ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥ ΛΛΗΨΗ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-243\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.243</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Ο συλλαμβανόμενος σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρ. 237, μπορεί, πριν να εγκλειστεί στη φυλακή, να προβάλει αντιρρήσεις ως προς τη νομιμότητα της σύλληψής του. Με τις αντιρρήσεις μπορεί, επίσης, να προβάλει την, μετά τη συζήτηση της αίτησης για την προσωπική κράτησή του, επέλευση των, κατά την πρώτη περίοδο της παρ. 1 του άρθρ. 238, αποσβεστικών γεγονότων του συνολικού χρέους του. Οι αντιρρήσεις πρέπει να διαλαμβάνουν συγκεκριμένους λόγους, μπορούν δε να προβληθούν και προφορικώς, οπότε συντάσσεται συναφώς, από το γραμματέα, σχετική έκθεση. 2.Στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου, το πρόσωπο που έχει συλληφθεί οδηγείται αμέσως από το αστυνομικό όργανο, στον πρόεδρο πρωτοδικών, ή στον από αυτόν οριζόμενο πρωτοδίκη, του πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου έγινε η σύλληψη (Αντί για τη σελ. 104,701) Σελ. 104,701(α) Τεύχος 1380 Σελ. 29 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.13 3.Ως προς την εκδίκασή των, κατά την παρ. 1, αντιρρήσεων εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρ. 204 και της παρ. 5 του άρθρ. 235. Οι κατά τη διαδικασία αυτή προβαλλόμενοι ισχυρισμοί πρέπει να αποδεικνύονται παραχρήμα. 4.Ο, κατά την παρ. 2, αρμόδιος δικαστής εκδίδει παραχρήμα την απόφασή του για τις αντιρρήσεις, την οποία και διατυπώνει συνοπτικώς στο τηρούμενο πρακτικό. Κυρωμένο αντίγραφο του πρακτικού αυτού παραδίδεται αμέσως στο, κατά την παρ. 2, αστυνομικό όργανο, καθώς και στον αντιλέγοντα. Αν πρόκειται για ημέρα αργίας, ο δικαστής μπορεί να χρησιμοποιήσει, ως τόπο άσκησης των κατά την προηγούμενη περίοδο καθηκόντων του, την οικία του.</p>\n<p class=\"lf-p\">Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται η παρουσία γραμματέα, τα σχετικά δε πρακτικά, καθώς και η κατά την παρ. 1 έκθεση, συντάσσονται από μόνο το δικαστή. 5.Αν γίνουν δεκτές οι αντιρρήσεις, ο αντιλέγων αφήνεται αμέσως ελεύθερος, ενώ αν οι αντιρρήσεις απορριφθούν, οδηγείται στη φυλακή. 6.Η κατά τις προηγούμενες παραγράφους απόφαση δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο. ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΛΟΓΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΠΡΩΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΥΟΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΟΥΣ ΟΡΓ ΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΟΠΙΚΗΣ Α ΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΥΠΑΓΟΜΕΝΕΣ ΣΤΙΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-244\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.244</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Στις, υπό τον ΠΡΩΤΟ ΤΙΤΛΟ, ρυθμίσεις του ΤΜΗΜΑΤΟΣ τούτου υπάγονται οι διαφορές που αναφύονται κατά την εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη των αιρετών οργάνων τοπικής αυτοδιοίκησης κάθε βαθμού. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΑΡΜΟΔΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ «Άρθρ.245.-1.Καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο προς εκδίκαση των κατά το προηγούμενο άρθρο διαφορών είναι, σε πρώτο και σε τελευταίο βαθμό, αν μεν πρόκειται για εκλογή σε νομαρχιακή αυτοδιοίκηση το εφετείο, αν, δε, πρόκειται για εκλογή σε δήμο ή κοινότητα, το τριμελές πρωτοδικείο. Σελ. 104,702(α) Τεύχος 1380 Σελ. 30 2.Κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο είναι εκείνο στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα του ο οικείος οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης». Το άρθρ. 245 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 15 Νόμ. 3051/20-20 Σεπτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄220) Τόμ. 1 σελ. 116,31062 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΕΝΣΤΑΣΗ Προσβαλλόμενες πράξεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-246\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.246</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">«1.Για την σε πρώτο και σε τελευταίο βαθμό επίλυση των διαφορών του άρθρου 244 ασκείται ένσταση. 2.Η ένσταση στρέφεται κατά των δια της προσβαλλόμενης πράξης ανακηρυχθέντων υποψηφίων, καθώς και των επιτυχόντων και επιλαχόντων των οικείων συνδυασμών, για τους οποίους αμφισβητείται με αυτήν η ανακήρυξη ή η εκλογή τους, αντιστοίχως.» Οι παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 15 Νόμ. 3051/20-20 Σεπτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄220) Τόμ. 1 σελ. 116,31062. Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-247\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.247</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Ένσταση μπορεί να ασκήσει: α)κάθε εκλογέας εγγεγραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και β)όποιος διατέλεσε υποψήφιος κατά τις εκλογές στον οικείο οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης. 6.ΑΑ.γ.13 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 2.Η ένσταση στρέφεται κατά του Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται από τον, έχοντα την εποπτεία της διενέργειας των εκλογών, Υπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. Προθεσμία ΄Αρθρ.24.-1.Ικανότητα να αποφασίζει για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων έχει το φυσικό πρόσωπο το οποίο: α)έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, ή 6.ΑΑ.γ.13 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων β)έχει περιορισμένη δικαιοπρακτική ικανότητα, αλλά μόνο ως προς τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη ρύθμιση σχέσεων για τις οποίες θεωρείται ικανό. 2.Ο αλλοδαπός έχει δικανική ικανότητα εφόσον είναι δικαιοπρακτικώς ικανός είτε κατά το δίκαιο της ιθαγένειάς του είτε κατά το ελληνικό δίκαιο. 3.Αν το πρόσωπο δεν έχει δικανική ικανότητα, για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων αποφασίζει ο νόμιμος αντιπρόσωπός του. 4.Κατ’ εξαίρεση, για να αποτραπεί τυχόν επικείμενος κίνδυνος, επιτρέπεται και σε μη ικανό πρόσωπο να αποφασίζει για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ύστερα από άδεια του προέδρου του συμβουλίου, ή του δικαστή, που διευθύνει το δικαστήριο ενώπιον του οποίου πρόκειται να εισαχθεί ή εκκρεμεί η υπόθεση Νομικά πρόσωπα-Ενώσεις προσώπων Ομάδες περιουσίας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-248\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.248</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η ένσταση ασκείται μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών, κατά περίπτωση από: α)τη λήξη του χρόνου έκθεσης, σύμφωνα με τα άρθρ. 78 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (π.δ. 410/1995) και 38 του Κώδικα Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (π.δ. 30/1996), των πρακτικών της εκλογής και του πίνακα των αποτελεσμάτων, ή β)την ανακήρυξη σε δημόσια συνεδρίαση, σύμφωνα με τα άρθρ. 57 και 24 των πιο πάνω νομοθετημάτων αντιστοίχως, των συνδυασμών των υποψηφίων που έχουν δηλωθεί, ή γ)τη λήξη του χρόνου έκθεσης, σύμφωνα με τα άρθρ. 79 και 39 των ίδιων αντιστοίχως νομοθετημάτων, της πράξης με την οποία ανακηρύσσονται οι επιτυχόντες και οι επιλαχόντες συνδυασμοί, καθώς και οι υποψήφιοι κάθε συνδυασμού που εκλέγονται ως τακτικοί ή αναπληρωματικοί. 2.Οι προθεσμίες της προηγούμενης παρ. δεν παρεκτείνονται σε καμία περίπτωση. 3.Στις περ. α΄ και γ΄ της παρ. 1, η ένσταση δεν μπορεί πάντως να ασκηθεί αν έχουν περάσει δεκαπέντε (15) ή είκοσι (20) ημέρες, αντιστοίχως, από τη διενέργεια των εκλογών. 4.Κατ’ εξαίρεση, αν πρόκειται για έλλειψη προσόντων ή κώλυμα εκλογιμότητας που υπήρχε, στο πρόσωπο του υποψηφίου, πριν από την έναρξη της εκλογικής διαδικασίας, η ένσταση μπορεί να ασκηθεί και μετά την πάροδο των, κατά τις προηγούμενες παρ., προθεσμιών Λόγοι</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-249\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.249</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Λόγους ένστασης μπορούν να θεμελιώσουν: α)οι παραβάσεις του νόμου κατά τη διεξαγωγή της εκλογής ή κατά την εξαγωγή του εκλογικού αποτελέσματος ή κατά την ανακήρυξη των υποψήφιων συνδυασμών ή κατά την ανακήρυξη των επιτυχόντων και επιλαχόντων συνδυασμών και των προσώπων που ανήκουν σε αυτούς, ή β)η έλλειψη νόμιμων προσόντων ή η συνδρομή νόμιμων κωλυμάτων σε πρόσωπα που έχουν εκλεγεί ή που είναι υποψήφια προς τούτο, ή γ)η ακυρότητα ή η εσφαλμένη αρίθμηση των ψηφοδελτίων. 2.Αν η ένσταση αναφέρεται σε επαναληπτική ψηφοφορία, οι προβαλλόμενοι λόγοι μπορούν να αφορούν και την αρχική ψηφοφορία, αλλά μόνο εφόσον δεν έχει ασκηθεί, ως προς αυτήν, ιδιαίτερη ένσταση. Άσκηση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-250\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.250</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η ένσταση ασκείται με δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται, μαζί με τρία (3) αντίγραφα, στην αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη. 2.Η προθεσμία για την άσκηση της ένστασης ή η άσκησή της δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης. Περιεχόμενο του δικογράφου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-251\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.251</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Το δικόγραφο της ένστασης, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρ. 45, πρέπει απαραιτήτως να μνημονεύει, με ακρίβεια, τον οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης στον οποίο αυτό αναφέρεται, τους εκλογικούς συνδυασμούς και τους επικεφαλής τους, καθώς και τα πρόσωπα των οποίων αμφισβητείται με αυτό η εκλογή ή η ανακήρυξη. Επίσης, το ίδιο δικόγραφο πρέπει να περιέχει σαφείς και συγκεκριμένους λόγους, καθώς και σαφώς καθορισμένο αίτημα. Διαβίβαση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-252\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.252</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Η αρχή που μνημονεύεται στην παρ. 1 του άρθρ. 250 μετά την πάροδο της, κατά το άρθρ. 248, προθεσμίας για την άσκηση των ενστάσεων, υποχρεούται, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, να διαβιβάζει τις ενστάσεις, χωριστά για κάθε οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, μαζί με όλα τα σχετικά έγγραφα και λοιπά στοιχεία, στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ Προδικασία</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-253\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.253</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Ο πρόεδρος του συμβουλίου ή ο δικαστής, που διευθύνει το δικαστήριο, με πράξη του, την οποία εκδίδει αμέσως, ορίζει δικάσιμο, η οποία δεν πρέπει να είναι συντομότερη των δέκα (10) ούτε μακρότερη των είκοσι (20) ημερών από την περιέλευση της ένστασης στο δικαστήριο, καθώς και τον εισηγητή-δικαστή της υπόθεσης. Αν το δικαστήριο διαιρείται σε περισσότερα από ένα τμήματα, τη δικάσιμο και τον εισηγητή-δικαστή ορίζει, με πράξη του, ο πρόεδρος του αρμόδιου τμήματος. Ο εισηγητής-δικαστής μπορεί να αντικατασταθεί, αν έχει κώλυμα, με νεώτερη πράξη εκείνου που τον όρισε. (Αντί για τη σελ. 104,703) Σελ. 104,703(α) Τεύχος 1380 Σελ. 31 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.13 «2. Κεκυρωμένο αντίγραφο του δικογράφου της ένστασης μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου και εισηγητή – δικαστή, επιδίδεται, με τη φροντίδα του ενισταμένου, το αργότερο επτά (7) ημέρες πριν από την πρώτη δικάσιμο, προς εκείνους των οποίων αμφισβητείται με την ένσταση η ανακήρυξη ή η εκλογή και θα επιδράσει επί του κύρους τους, αντιστοίχως, η απόφαση του δικαστηρίου Η ίδια ένσταση κοινοποιείται, εντός της ανωτέρω προθεσμίας, και προς τους επικεφαλής των οικείων εκλογικών συνδυασμών». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 άρθρ. 15 Νόμ. 3051/20-20 Σεπτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄220) Τόμ. 1 σελ. 116,31062. 3.Για κάθε δικάσιμο καταρτίζεται, ιδιαίτερο κατά οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, έκθεμα, στο οποίο μνημονεύονται:η προσβαλλόμενη πράξη , τα ονοματεπώνυμα των ενισταμένων, εκείνων τους οποίους αφορά η ένσταση, καθώς και των επικεφαλής των συνδυασμών τους. Κυρωμένο αντίγραφο του εκθέματος αναρτάται στο κατάστημα του δικαστηρίου 5 τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Προς βεβαίωση τούτου, ο γραμματέας συντάσσει ειδική έκθεση. Η ανάρτηση του εκθέματος επέχει θέση κλήτευσης των διαδίκων και ανακοίνωσης προς τα πρόσωπα που έχουν δικαίωμα να παρέμβουν. 4.Ο γραμματέας φροντίζει να περιέλθουν έγκαιρα στο δικαστήριο τα στοιχεία της εκλογής και παρέχει, στα πρόσωπα της προηγούμενης παρ., τη δυνατότητα να λάβουν γνώση του περιεχομένου τους. 5.Ο εισηγητής-δικαστής επιμελείται για τη συγκέντρωση των στοιχείων που είναι απαραίτητα για την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης.</p>\n<p class=\"lf-p\">Ο εισηγητής-δικαστής μπορεί επίσης, να καλεί προς τούτο, εγγράφως, τους διαδίκους να παράσχουν πληροφορίες, καθώς και να υποδεικνύει σε αυτούς να προσαγάγουν τυχόν ελλείποντα έγγραφα ή άλλα στοιχεία χρήσιμα για τη συμπλήρωση της δικογραφίας. Μπορεί, ακόμη, να ζητά, από οποιαδήποτε αρχή, πληροφορίες ή στοιχεία χρήσιμα για τη διάγνωση της υπόθεσης. Οι διατάξεις του άρθρ. 42 έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή. 6.Ο ενιστάμενος μπορεί, με ιδιαίτερο δικόγραφο, να προβάλλει πρόσθετους λόγους. Το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η ένσταση, με Σελ. 104,704(α) Τεύχος 1380 Σελ. 32 τη φροντίδα δε εκείνου που το ασκεί, επιδίδεται, σε κυρωμένο αντίγραφο, το αργότερο 5 ημέρες πριν από την πρώτη δικάσιμο, στους λοιπούς διαδίκους, κατά τη διαγραφόμενη στην παρ. 2 διαδικασία.</p>\n<p class=\"lf-p\">Κύρια διαδικασία</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-254\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.254</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η εκδίκαση των ενστάσεων γίνεται πάντοτε στην κύρια έδρα του δικαστηρίου. 2.Κατά την προεκφώνηση, σε περίπτωση που δεν παρίσταται κάποιος από τους διαδίκους, το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται στις παρ. 2 και 3 του προηγούμενου άρθρ. Αν η διαδικασία αυτή τηρήθηκε νομίμως, η μη παράσταση του διαδίκου δεν παρακωλύει την πρόοδο της δίκης. Σε αντίθετη περίπτωση, αναβάλλεται η συζήτηση και ορίζεται νέα δικάσιμος, σε χρόνο που δεν πρέπει να απέχει περισσότερο των 10 ημερών από τη συζήτηση που αναβλήθηκε, ώστε να τηρηθούν όσα ορίζονται από τις παραπάνω διατάξεις. 3.Για την ανάπτυξη των ισχυρισμών τους, οι διάδικοι μπορούν να καταθέτουν υπομνήματα στη γραμματεία του δικαστηρίου, το αργότερο μέσα σε 2 εργάσιμες ημέρες μετά τη συζήτηση Μέσα σε 2 εργάσιμες ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας, ο αντίδικος εκείνου που κατέθεσε το υπόμνημα μπορεί, με δικό του υπόμνημα, να αντικρούσει τους ισχυρισμούς που αναπτύχθηκαν με το υπόμνημα του αντιδίκου του. Η γραμματεία βεβαιώνει, σε κάθε περίπτωση, στο σώμα του υπομνήματος, την ημερομηνία κατάθεσής του. 6.ΑΑ.γ.13 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Παρέμβαση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-25\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.25</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Το Δημόσιο εκπροσωπείται στη δίκη από τον Υπουργό Οικονομικών. Κατ’ εξαίρεση, τούτο εκπροσωπείται κατά την εκδίκαση: α)των φορολογικών εν γένει διαφορών, από την αρχή που εξέδωσε τη σχετική πράξη ή που παρά το νόμο παρέλειψε την έκδοσή της, ενώ β)των διαφορών που αφορούν τα σήματα, από τον Υπουργό Ανάπτυξης. 2.Τα νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου εκπροσωπούνται από τους νόμιμους εκπροσώπους τους, ενώ οι ενώσεις προσώπων και οι ομάδες περιουσίας από τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών τους. 3.Η εκπροσώπηση των αλλοδαπών νομικών προσώπων, εφόσον ειδική διάταξη δεν ορίζει διαφορετικά, διέπεται από το δίκαιο της έδρας τους. 4.Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού, επιτρέπεται να ορίζονται και άλλες αρχές που θα μπορούν να εκπροσωπούν στη δίκη το Δημόσιο Για τον ορισμό των αρχών που θα μπορούν να εκπροσωπούν το Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με την άνω παρ. 4, βλέπε Π.Δ. 217/3-16 Σεπτ. 1999 (ΦΕΚ Α΄ 187) κατωτ. αριθ. 14. Νομιμοποίηση νόμιμων αντιπροσώπων και εκπροσώπων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-255\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.255</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">«1.Στη δίκη ενώπιον του πρωτοδικείου ή του εφετείου μπορεί να παρέμβει προσθέτως, υπέρ οποιουδήποτε από τους κυρίους διαδίκους, όποιος έχει έννομο, προς τούτο, συμφέρον. Η παρέμβαση ασκείται με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η ένσταση και επιδίδεται, με φροντίδα του παρεμβαίνοντος, στους λοιπούς διαδίκους, το αργότερο τρεις (3) ημέρες πριν από την πρώτη δικάσιμο. Με το δικόγραφο της παρέμβασης είναι δυνατόν να προβληθούν και πραγματικοί ισχυρισμοί». 2(3).Ο παρεμβαίνων, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να επιχειρεί όλες τις διοικητικές πράξεις που προβλέπει ο νόμος, εφόσον δεν αντιτίθενται στο συμφέρον και τις πράξεις του διαδίκου υπέρ του οποίου παρεμβαίνει, έχει δε δικαίωμα να ασκήσει όλα τα ένδικα μέσα Οι παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν ως άνω και η υπάρχουσα παρ. (3) αναριθμήθηκε σε παρ. 2 από τις περιπτ. α και β αντίστοιχα της παρ. 4 άρθρ. 15 Νόμ. 3051/20-20 Σεπτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄220) Τόμ. 1 σελ. 116,31062. Αντένσταση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-256\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.256</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">«1.Αν ασκηθεί ένσταση, τα πρόσωπα των οποίων με την ένσταση αμφισβητείται η εκλογή ή η ανακήρυξη, καθώς και εκείνοι στην εκλογή ή ανακήρυξη των οποίων μπορεί να επιδράσει η απόφαση που θα εκδοθεί μπορούν, και μετά την πάροδο της προθεσμίας της ένστασης, να ασκήσουν αντένσταση, ακόμη και αν, κατά οποιονδήποτε τρόπο, έχουν αποδεχθεί την προσβαλλόμενη πράξη ή έχουν παραιτηθεί από την άσκηση κατ’ αυτής ένστασης». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 5 άρθρ. 15 Νόμ. 3051/20-20 Σεπτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄220) Τόμ. 1 σελ. 116,31062. 2.Με την αντένσταση μπορούν να προβληθούν λόγοι αντίστοιχοι προς αυτούς που προβάλλονται με την ένσταση, οι οποίοι όμως είναι δυνατόν να στηρίζονται και σε διαφορετικά, από ότι εκείνοι, πραγματικά γεγονότα. 3.Η αντένσταση ασκείται με δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται σε 3 αντίγραφα στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η ένσταση και επιδίδεται, με τη φροντίδα αυτού που το άσκησε, στους λοιπούς διαδίκους, το αργότερο 3 ημέρες πριν από την πρώτη δικάσιμο. 4.Η συνεκδίκαση της ένστασης και της αντένστασης είναι υποχρεωτική. 5.Οι διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρ. 253 και της παρ. 3 του άρθρ. 254 έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση της αντένστασης. 6.Αν η ένσταση απορριφθεί ως απαράδεκτη ή αν εκείνος που την άσκησε παραιτηθεί από αυτήν, απορρίπτεται και η αντένσταση Στις περιπτώσεις αυτές, αν η αντένσταση έχει ασκηθεί μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρ. 248 προθεσμία για την άσκηση της ένστασης, ισχύει ως αυτοτελής ένσταση. Το παραδεκτό της αντένστασης δεν επηρεάζεται αν η ένσταση απορριφθεί για ουσιαστικούς λόγους. Αποδεικτική διαδικασία</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-257\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.257</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Εκτός από τα πρακτικά και τα άλλα στοιχεία της εκλογής, οι διάδικοι μπορούν να στηρίξουν τους ισχυρισμούς τους και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, στην περίπτωση αυτή, πρέπει να προσαγάγουν στη γραμματεία του δικαστηρίου, το αργότερο ως την προτεραία της πρώτης δικασίμου. 2.Το δικαστήριο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί, με προδικαστική απόφαση, να διατάξει τη συμπλήρωση των αποδείξεων. Στην περίπτωση αυτή, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η διεξαγωγή της συμπληρωματικής απόδειξης δεν είναι δυνατόν να διενεργηθεί στο ακροατήριο κατά την ίδια δικάσιμο, ορίζει, με την απόφασή του, νέα μετ’ απόδειξη δικάσιμο, η οποία δεν επιτρέπεται να απέχει, από τη δημοσίευση της προδικαστικής απόφασης, πέρα των 15 ημερών Ως την προτεραία της νέας αυτής δικασίμου, οι διάδικοι που έχουν το βάρος της απόδειξης οφείλουν, με την ποινή του απαραδέκτου, να προσαγάγουν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται. 3.Αν πρόκειται για εξέταση μαρτύρων, αυτή, αν δεν είναι δυνατόν να διενεργηθεί στο ακροατήριο κατά την ίδια δικάσιμο, διενεργείται, εκτός του ακροατηρίου, ενώπιον του εισηγητή-δικαστή. Προς τούτο καλούνται οι μάρτυρες, με πράξη του εισηγητή-δικαστή, η οποία επιδίδεται αμέσως, να εξεταστούν σε χρόνο που δεν πρέπει να απέχει περισσότερο των 5 ημερών από την επίδοση της πράξης αυτής. Κατά την ίδια ημέρα, καλούνται, με πράξη του εισηγητή-δικαστή, να παρασταθούν, αν το επιθυμούν, και οι διάδικοι. Η, κατά την παρ. 7 του άρθρ. 184, έκθεση κατατίθεται στο δικαστήριο ως την προτεραία της, μετ’ απόδειξη, δικασίμου.</p>\n<p class=\"lf-p\">Οι διατάξεις του άρθρ. 185 δεν έχουν εφαρμογή κατά την παρούσα διαδικασία. (Αντί για τη σελ. 104,705) Σελ. 104,705(α) Τεύχος 1380 Σελ. 33 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.13 Παρεμπίπτων έλεγχος</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-258\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.258</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Κατά την εκδίκαση της ένστασης, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει παρεμπιπτόντως ζητήματα που αφορούν τη νομιμότητα των προηγούμενων πράξεων, οι οποίες αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρ. 246, καθώς και των προπαρασκευαστικών της εκλογής πράξεων (εγγραφή, μετεγγραφή ή διαγραφή εκλογέα στους, ή από τους, εκλογικούς καταλόγους, διόρθωση στοιχείων του που περιλαμβάνονται σε αυτούς κ.τ.λ.), εφόσον, σε κάθε περίπτωση, η νομιμότητα αυτή δεν έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου. Εξουσία του δικαστηρίου-Απόφαση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-259\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.259</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Αν το δικαστήριο διαπιστώσει παράβαση του νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες:α)κατά τη διεξαγωγή της εκλογής, ή β)κατά την ανακήρυξη των συνδυασμών των υποψηφίων που έχουν δηλωθεί, ή γ)κατά την ανακήρυξη των επιτυχόντων και επιλαχόντων συνδυασμών, καθώς και των υποψηφίων κάθε συνδυασμού που εκλέγονται ως τακτικοί ή αναπληρωματικοί, ακυρώνει ή τροποποιεί, κατά περίπτωση, την πράξη με την οποία εξάγεται το αποτέλεσμα της συγκεκριμένης εκλογής ή την πράξη με την οποία γίνεται η σχετική ανακήρυξη. Στην ακύρωση της πράξης προβαίνει το δικαστήριο μόνο αν η νομική ή ουσιαστική πλημμέλεια αυτή είναι δυνατόν να ασκήσει επιρροή στο συνολικό εκλογικό αποτέλεσμα. Η ακύρωση μπορεί να αφορά ολόκληρη την εκλογή ή μόνο την αρχική ή μόνο την επαναληπτική εκλογή, στα εκλογικά τμήματα τα οποία αφορά το αντικείμενο της ένστασης. 2.Αν, ειδικότερα, το δικαστήριο, κατά την εκδίκαση της ένστασης που στρέφεται κατά της πράξης με την οποία εξάγεται το αποτέλεσμα της εκλογής, διαπιστώσει ότι οι αναφερόμενοι σε αυτήν δεν είχαν τα νόμιμα προσόντα ή ότι συνέτρεχε σε αυτούς νόμιμο κώλυμα για την εκλογή τους, ακυρώνει, ως προς τούτους, τη σχετική πράξη και ορίζει, ως εκλεγόμενους, τους επόμενους κατά τη σειρά των ψήφων προτίμησης υποψηφίους Ενώ, αν διαπιστώσει εσφαλμένη αρίθμηση των ψήφων, καθορίζει, βάσει των έγκυρων ψήφων και της ορθής αρίθμησής τους, εκείνους που εκλέγονται. 3.Μετά την έκδοση όλων των οριστικών αποφάσεων που αφορούν τον κάθε οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης και εν όψει του εκλογικού Σελ. 104,706(α) Τεύχος 1380 Σελ. 34 αποτελέσματος του συγκεκριμένου οργανισμού, όπως διαμορφώνεται με τις αποφάσεις αυτές, το δικαστήριο ανακηρύσσει τον επιτυχόντα και τους επιλαχόντες συνδυασμούς, καθώς και τους υποψηφίους που εκλέγονται ως τακτικοί ή αναπληρωματικοί, σύμφωνα με τους σταυρούς προτίμησης. 4.Στην περίπτωση της παρ. 4 του άρθρ. 248, αν κριθεί βάσιμη η ένσταση, το δικαστήριο διαπιστώνει την έλλειψη προσόντων ή το κώλυμα εκλογιμότητας στο συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο και εκπίπτει αυτοδικαίως από το σχετικό αξίωμα. 5.Οι οριστικές αποφάσεις του δικαστηρίου πρέπει να δημοσιεύονται το αργότερο μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την τελευταία συζήτηση. 6.Οι οριστικές αποφάσεις, με τις οποίες γίνεται ολικώς ή μερικώς δεκτή η ένσταση, ισχύουν έναντι όλων.</p>\n<p class=\"lf-p\">Γνωστοποίηση των αποφάσεων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-260\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.260</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Ο γραμματέας αναρτά όλες τις αποφάσεις του δικαστηρίου, έξω από την αίθουσα των συνεδριάσεων, για πέντε (5) συνεχείς ημέρες. Η παραπάνω ανάρτηση επέχει θέση επίδοσης των αποφάσεων στους διαδίκους, δημιουργεί δε τεκμήριο γνώσης του περιεχομένου τους για κάθε τρίτο. 2.Η τήρηση των διατάξεων της προηγούμενης παρ. βεβαιώνεται με σχετική έκθεση του γραμματέα. 3.Ο γραμματέας, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, διαβιβάζει αντίγραφο των οριστικών αποφάσεων στον Υπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. 6.ΑΑ.γ.13 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-261\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.261</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Οι αποφάσεις που εκδίδονται κατά την παρούσα διαδικασία υπόκεινται ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, κατά τα οριζόμενα στα άρθρ. 81-111 αναλόγως εφαρμοζόμενα, στα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, (της έφεσης), της αίτησης αναθεώρησης, της τριτανακοπής και της αίτησης διόρθωσης ή ερμηνείας. 2.Η προθεσμία για την άσκηση των ένδικων μέσων είναι πέντε (5) ημερών. Η προθεσμία αυτή αρχίζει, στην περίπτωση της ανακοπής της ερημοδικίας, της έφεσης, της τριτανακοπής και της αίτησης διόρθωσης ή ερμηνείας, από τη λήξη του, κατά την παρ. 1 του άρθρ. 260, χρόνου ανάρτησης της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ στην περίπτωση της αίτησης αναθεώρησης, από τη συντέλεση των γεγονότων του άρθρ. 104. 3.Με εξαίρεση την αίτηση αναθεώρησης, τα κατά την παρ. 1 ένδικα μέσα δεν μπορούν, σε καμία περίπτωση, να ασκηθούν όταν έχουν περάσει έξι μήνες από τη διενέργεια των εκλογών. 4.Τριτανακοπή μπορεί να ασκηθεί μόνο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρ. 255. 5.Κατά τη διάρκεια της κατά την παρ. 2, προθεσμίας για την άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας, (της έφεσης), της τριτανακοπής και της αίτησης διόρθωσης ή ερμηνείας, αναστέλλεται η εκτέλεση των, κατά την παρ. 1, αποφάσεων Η εκτέλεση των αποφάσεων τούτων αναστέλλεται, επίσης, με την άσκηση των ίδιων ένδικων μέσων, η αναστολή διαρκεί δε ως τη δημοσίευση των αποφάσεων για τα ένδικα αυτά μέσα. 6.Ως προς τα λοιπά, κατά την εκδίκαση των ένδικων μέσων της παρ. 1, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρ. 253-255 και 257-260, που αναφέρονται στην εκδίκαση της ένστασης. Οι μέσα σε () λέξεις διαγράφηκαν από την παρ. 6 άρθρ. 15 Νόμ. 3051/20-20 Σεπτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄220) Τόμ. 1 σελ. 116,31062. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄ ΟΜΟΔΙΚΙΑ – ΣΥΝΑΦΕΙΑ - ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΣΩΡΕΥΣΗ-ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΣΗ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-262\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.262</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Ως προς την ομοδικία, τη συνάφεια, την αντικειμενική σώρευση και τη συνεκδίκαση εφαρμόζονται αναλόγως οι αντίστοιχες διατάξεις των άρθρ. 115 έως και 125. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ ΄Αρθρ.2.-Η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, εκτός εκείνων που η εκδίκασή τους έχει ανατεθεί, με ειδική διάταξη νόμου, σε άλλα διοικητικά δικαστήρια. Έκταση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-26\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.26</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Τα στοιχεία νομιμοποίησης των νόμιμων αντιπροσώπων και των εκπροσώπων των διαδίκων υποβάλλονται στο δικαστήριο ως την πρώτη συζήτηση. Οι διατάξεις των παρ. 2, 3 και 4 του</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-263\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.263</span><span class=\"lf-art-t\">Οι διάδικοι μπορούν να διενεργούν διαδικαστικές πράξεις, και να παρίστανται κατά τη συζήτηση, χωρίς δικαστικό πληρεξούσιο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ</span></h4>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-264\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.264</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η δίκη καταργείται: α)αν, για οποιονδήποτε λόγο, εκλείψει το αντικείμενό της, ή β)αν, πριν από το πέρας της τελευταίας συζήτησης, αποβιώσει κάποιος από τους διαδίκους ή επέλθει στο πρόσωπό του μεταβολή που να επηρεάζει την ικανότητά του προς διενέργεια διαδικαστικών πράξεων. Η κατάργηση διαπιστώνεται με απόφαση του δικαστηρίου. 2.Παραίτηση από την ένσταση ή από άλλο ένδικο βοήθημα δεν επιτρέπεται. 3.Ως προς την παραίτηση από τα, κατά την παρ. 1 του άρθρ. 261, ένδικα μέσα έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρ. 143. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-265\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.265</span><span class=\"lf-art-t\">Κατά την παρούσα διαδικασία δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρ. 200-215. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄ ΑΝΑΛΟΓΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ</span></h4>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-266\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.266</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι γενικές διατάξεις του ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ. ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΥΟΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΑ ΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΥΠΑΓΟΜΕΝΕΣ ΣΤΙΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-267\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.267</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Στις, υπό το ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΙΤΛΟ ρυθμίσεις του ΤΜΗΜΑΤΟΣ τούτου υπάγονται οι διαφορές που αναφύονται κατά την εκλογική διαδικασία για την άμεση ανάδειξη των αιρετών οργάνων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες προβλέπονται από το νόμο ως διοικητικές διαφορές ουσίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΑΡΜΟΔΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-268\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.268</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο προς εκδίκαση των κατά το προηγούμενο άρθρ. διαφορών είναι, στον πρώτο μεν βαθμό, το τριμελές πρωτοδικείο, στο δεύτερο δε βαθμό, το τριμελές εφετείο. (Αντί για τη σελ. 104,707) Σελ. 104,707(α) Τεύχος 1380 Σελ. 35 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.13 2.Κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο είναι, στον πρώτο βαθμό, το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα του το οικείο νομικό πρόσωπο, ενώ στο δεύτερο βαθμό, το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΕΝΣΤΑΣΗ Προσβαλλόμενες πράξεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-269\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.269</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Για την, σε πρώτο βαθμό, επίλυση των διαφορών του άρθρ. 267 ασκείται ένσταση. 2.Η, κατά την προηγούμενη παρ., ένσταση ασκείται κατά των πράξεων με τις οποίες, σύμφωνα με την ισχύουσα για τα επί μέρους νομικά πρόσωπα νομοθεσία, εξάγεται το αποτέλεσμα της εκλογής και ανακηρύσσονται οι επιτυχόντες, που αποτελούν ή συγκροτούν το αιρετό όργανο, καθώς και οι τυχόν επιλαχόντες. 3.Η ένσταση ασκείται παραδεκτώς κατά των πράξεων της προηγούμενης παρ., έστω και αν κατ’ αυτών προβλέπεται, από τις κείμενες για τα επί μέρους νομικά πρόσωπα διατάξεις, η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής. Αν, όμως, ασκηθεί η ενδικοφανής προσφυγή, η ένσταση ασκείται παραδεκτώς μόνο κατά της απόφασης που εκδίδεται γι’ αυτήν ή της τεκμαιρόμενης, από την πάροδο άπρακτου 8ημέρου, απόρριψής της Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-270\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.270</span><span class=\"lf-art-t\">1.Ένσταση μπορεί να ασκήσει, ως εκλογέας, κάθε μέλος του οικείου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. 2.Η ένσταση στρέφεται κατά του νομικού προσώπου. Προθεσμία</span></h4>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-271\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.271</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η ένσταση ασκείται μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών από τη δημοσίευση, ή τη δημόσια γνωστοποίηση, της πράξης κατά της οποίας αυτή στρέφεται. Η προθεσμία αυτή δεν παρατείνεται. 2.Η ένσταση δε μπορεί πάντως να ασκηθεί αν έχουν περάσει είκοσι (20) ημέρες από τη διενέργεια των αρχαιρεσιών. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ ΑΝΑΛΟΓΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-272\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.272</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι, υπό τον ΠΡΩΤΟ ΤΙΤΛΟ, διατάξεις Σελ. 104,708(α) Τεύχος 1380 Σελ. 36 του ΤΜΗΜΑΤΟΣ τούτου και, περαιτέρω, οι γενικές διατάξεις του ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ. ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΕΞΟΔΑ Τέλη χαρτοσήμου άρθρ. 28 εφαρμόζονται αναλόγως και ως προς τους νόμιμους αντιπροσώπους και τους εκπροσώπους των διαδίκων. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΔΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ Διενέργεια διαδικαστικών πράξεων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-273\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.273</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Τα διαδικαστικά έγγραφα και γενικώς η διαδικασία ως τη δημοσίευση και την επίδοση της απόφασης υπόκεινται στα εξής τέλη χαρτοσήμου: Α)Σε τέλος δραχμών 950: 1.Η έφεση και 2.Η αντέφεση. Β)Σε τέλος δραχμών 380: 1.Η προσφυγή 2.Η αγωγή 3.Η κατά το άρθρ. 217 ανακοπή 4.Η αίτηση του άρθρ. 99 του ν.δ. 118/1973 5.Η κύρια παρέμβαση και 6.Η τριτανακοπή. Γ)Σε τέλος δραχμών 230: 1.Η αίτηση αναθεώρησης 2.Η πρόσθετη παρέμβαση και 3.Η βεβαίωση ή το πιστοποιητικό. Δ)Σε τέλος δραχμών 200: Η αίτηση αναστολής ή διόρθωσης προγράμματος πλειστηριασμού. Ε)Σε τέλος δραχμών 150: 1.Η ανακοπή ερημοδικίας 2.Η αίτηση διόρθωσης ή ερμηνείας 3.Η αίτηση αναβολής της συζήτησης 4.Η έγγραφη δήλωση παραίτησης πληρεξουσίου δικηγόρου και 5.Η έγγραφη δήλωση ανάκλησης της πληρεξουσιότητας δικηγόρου ΣΤ)Σε τέλος δραχμών 80: 1.Οι πρόσθετοι λόγοι 2.Το υπόμνημα 3.Η δήλωση παραίτησης (έγγραφη ή προφορική) 4.Η δήλωση δικαστικού συμβιβασμού του ν.δ. 4600/1966 5.Η αίτηση αναστολής διοικητικής πράξης 6.Η αίτηση αναστολής δικαστικής απόφασης 6.ΑΑ.γ.13 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 7.Η αίτηση ανάκλησης απόφασης αναστολής 8.Το αντίγραφο ή απόσπασμα απόφασης και 9.Κάθε άλλο δικόγραφο ή έγγραφο υποβαλλόμενο ή συντασσόμενο επ΄ ευκαιρία της δίκης. Ζ)Σε τέλος δραχμ. 50: Η κύρωση υπογραφής. 2.Τα συνεχόμενα φύλλα των κατά την προηγούμενη παρ. εγγράφων υπόκεινται σε τέλος 50 δραχμών, πλην των με στοιχεία Δ, ΣΤ5, ΣΤ6, ΣΤ7 και ΣΤ8, τα οποία υπόκεινται σε τέλος ογδόντα (80) δραχμών. 3.Τα τέλη των προηγούμενων παρ. προκαταβάλλονται κατά την κατάθεση του σχετικού δικογράφου και με την ποινή του απαραδέκτου τούτου, είτε με επικόλληση ανάλογου κινητού επισήματος σε αυτό, είτε με την καταβολή τους στο αρμόδιο δημόσιο ταμείο, οπότε και πρέπει να προσάγεται το αντίστοιχο αποδεικτικό καταβολής.</p>\n<p class=\"lf-p\">Αν πρόκειται για προφορική αίτηση αναβολής της συζήτησης, τα τέλη αυτά προκαταβάλλονται κατά την υποβολή της αίτησης, η επικόλληση δε του κινητού επισήματος γίνεται στο οικείο πινάκιο. 4.Η παροχή πληρεξουσιότητας προς δικηγόρο, είτε εγγράφως είτε προφορικώς με δήλωση που καταχωρείται στο πρακτικό ή στην έκθεση, υπόκειται στο τέλος που προβλέπει το άρθρ. 24 του Κώδικα Νόμων Τελών Χαρτοσήμου, όπως εκάστοτε ισχύει. 5.Οι διατάξεις που προβλέπουν ειδικά τέλη και ένσημα, όπως αυτές εκάστοτε ισχύουν, εφαρμόζονται και κατά τη διαδικασία εκδίκασης των διοικητικών διαφορών ουσίας από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. 6.Κατά την εκδίκαση των διαφορών του ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ του ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΜΕΡΟΥΣ, τα διαδικαστικά έγγραφα και γενικώς η διαδικασία έως τη δημοσίευση και τη γνωστοποίηση της απόφασης, δεν υπόκεινται σε κανένα γενικό ή ειδικό τέλος.</p>\n<p class=\"lf-p\">Τέλος δικαστικού ενσήμου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-274\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.274</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Για το παραδεκτό της καταψηφιστικής αγωγής, είτε αυτή ασκείται αυτοτελώς είτε σωρευτικώς με προσφυγή, καθώς και για το παραδεκτό της αντίστοιχης κύριας παρέμβασης, καταβάλλεται το τέλος δικαστικού ενσήμου που προβλέπεται από το Νόμ.ΓϠΟΗ/1912, όπως εκάστοτε ισχύει. 2.Στις διαφορές ανάμεσα στους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης και στους αμέσως ή εμμέσως ασφαλισμένους σε αυτούς, δεν καταβάλλεται τέλος δικαστικού ενσήμου αν το αντικείμενο της διαφοράς δεν υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές. «3.Το τέλος δικαστικού ενσήμου καταβάλλεται ως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης. Αν ως τότε δεν καταβληθεί και αφού προηγηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 139Α, το δικαστήριο, με απόφασή του, αναστέλλει την πρόοδο της δίκης, ώστε να καταβληθεί το ελλείπον τέλος δικαστικού ενσήμου, ορίζοντας συγχρόνως ημερομηνία για τη νέα συζήτηση της υπόθεσης Αν και ως τη νέα αυτή συζήτηση τούτο δεν καταβληθεί, η αγωγή ή η κύρια παρέμβαση απορρίπτεται ως απαράδεκτη». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6 άρθρ. 22 Νόμ. 3226/4-4 Φεβρ. 2004 (ΦΕΚ Α΄24) κατωτ. αριθ. 17. Καταλογισμός</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-275\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.275</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Τα δικαστικά έξοδα καταλογίζονται σε βάρος του διαδίκου που ηττάται. Αν οι ηττώμενοι είναι περισσότεροι, ο καταλογισμός γίνεται κατ’ ίσα μέρη, ενώ, αν είναι περισσότεροι αυτοί που νίκησαν, η απόδοση των δικαστικών εξόδων γίνεται συμμέτρως, προς καθένα χωριστά. Σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας, τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται ανάμεσα στους διαδίκους. Στην περίπτωση αυτή, τα τέλη που προκαταβλήθηκαν βαρύνουν όλους τους διαδίκους εξίσου, καταλογιζόμενα αναλόγως. Το δικαστήριο μπορεί, σε κάθε περίπτωση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να απαλλάξει εν όλω ή εν μέρει των ηττώμενο διάδικο από τα δικαστικά έξοδα. 2.Σε περίπτωση άσκησης κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης, εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται στη δεύτερη περίοδο της προηγούμενης παρ Κατά την εφαρμογή της διάταξης αυτής, ισχύει για τον παρεμβαίνοντα, ό,τι και για τον αρχικό διάδικο. 3.Αν η δίκη καταργηθεί για οποιονδήποτε λόγο δεν καταλογίζονται δικαστικά έξοδα. 4.Τα δικαστικά έξοδα, τα οποία αποδίδονται στο διάδικο που νίκησε, καταλογιζόμενα σ’ εκείνον που ηττήθηκε, είναι, ιδίως: α)τα κατά το άρθρ. 273 τέλη χαρτοσήμου, β)το κατά το άρθρ. 274 τέλος δικαστικού ενσήμου, (Αντί για τη σελ. 104,709) Σελ. 104,709(α) Τεύχος 1380 Σελ. 37 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.13 γ)η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου, για τη σύνταξη του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, ή του δικογράφου της παρέμβασης, και ενός μόνο δικογράφου πρόσθετων λόγων, καθώς και για την παράσταση σε κάθε συζήτηση, όπως η αμοιβή αυτή ορίζεται, για κάθε περίπτωση, από την εκάστοτε ισχύουσα διατίμηση του Κώδικα των Δικηγόρων, δ)τα ποσά που καταβλήθηκαν στους μάρτυρες για έξοδα και αποζημίωση, καθώς και στους πραγματογνώμονες για έξοδα και αμοιβή, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατιμήσεις. 5.Τα κατά την προηγούμενη παράγραφο δικαστικά έξοδα δεν αποδίδονται αν δεν ήταν απαραίτητα για τη διεξαγωγή της δίκης. 6.Για την εκκαθάριση των ποσών των αποδοτέων δικαστικών εξόδων, τα οποία και καταλογίζονται στον ηττώμενο διάδικο, απαιτείται να υποβληθεί και να επισυναφθεί στη δικογραφία, το αργότερο έως την πρώτη συζήτηση, αναλυτικός κατάλογος τούτων.</p>\n<p class=\"lf-p\">Έως το πέρας της πρώτης συζήτησης, ο αντίδικος εκείνου που υπέβαλε τον κατάλογο μπορεί να διατυπώσει τις τυχόν σχετικές παρατηρήσεις του. Κατά την εκκαθάριση των εξόδων, αρκεί η πιθανολόγηση. Υποβολή καταλόγου δεν απαιτείται για δικαστικά έξοδα της περ. γ΄ της παρ. 4. 7.Τα δικαστικά έξοδα εκκαθαρίζονται και καταλογίζονται με την οριστική απόφαση και μόνο εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Η απόφαση, ως προς το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε ένδικα μέσα, πλην της αίτησης διόρθωσης ή ερμηνείας. Αν η απόφαση δεν διαλαμβάνει διάταξη για τα δικαστικά έξοδα, ο διάδικος που είχε υποβάλει σχετικό αίτημα μπορεί να ζητήσει, από το ίδιο δικαστήριο, να αποφανθεί για το αίτημά του αυτό, υποβάλλοντας προς τούτο σχετική αίτηση, η οποία και εκδικάζεται κατά τις διατάξεις των παρ. 2 και 4 του άρθρ. 110 και της παρ. 1 του άρθρ. 111, αναλόγως εφαρμοζόμενες.</p>\n<p class=\"lf-p\">Απαλλαγή από την προκαταβολή</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-276\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.276</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Ο διάδικος μπορεί να απαλλαγεί από την προκαταβολή των τελών χαρτοσήμου και του τέλους δικαστικού ενσήμου αν αποδεικνύει ότι η προκαταβολή αυτή δημιουργεί κίνδυνο περιορισμού των απαραίτητων μέσων για τη διατροφή του ίδιου και της οικογένειάς του (ευεργέτημα πενίας). Η απαλλαγή αυτή μπορεί να χορηγηθεί και σε νομικά πρόσωπα που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό, καθώς και σε ενώσεις προσώπων που έχουν την Σελ. 104,710(α) Τεύχος 1380 Σελ. 38 ικανότητα να είναι διάδικοι, αν αποδεικνύουν ότι, με την προκαταβολή των πιο πάνω ποσών, καθίσταται πια αδύνατη ή ιδιαιτέρως προβληματική η εκπλήρωση του σκοπού τους. 2.Η κατά την προηγούμενη παράγραφο απαλλαγή χορηγείται για συγκεκριμένη δίκη, ισχύει δε χωριστά για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας. 3.Η απαλλαγή παύει να ισχύει με το θάνατο του φυσικού προσώπου ή με τη διάλυση του νομικού προσώπου ή της ένωσης προσώπων. 4.Η απαλλαγή χορηγείται ύστερα από αίτηση του διαδίκου, η οποία, αν αφορά τα τέλη χαρτοσήμου, υποβάλλεται συγχρόνως με την άσκηση του ένδικου βοηθήματος ή μέσου, το οποίο, στην περίπτωση αυτή, κατατίθεται χωρίς να προκαταβληθούν τα αντίστοιχα ποσά Αν η αίτηση απαλλαγής αφορά το τέλος δικαστικού ενσήμου, υποβάλλεται είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης. Η αίτηση απαλλαγής, σε κάθε περίπτωση, πρέπει απαραιτήτως να συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία. 5.Για την παραδοχή ή την απόρριψη της κατά την προηγούμενη παρ. αίτησης αποφαίνεται ο πρόεδρος του συμβουλίου, ή ο δικαστής, που διευθύνει το δικαστήριο ενώπιον του οποίου πρόκειται να εισαχθεί ή εκκρεμεί η υπόθεση, με πράξη του, η οποία και επιδίδεται στον αιτούντα δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από την πρώτη συζήτηση του ένδικου βοηθήματος ή μέσου. 6.ΑΑ.γ.13 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.Αν η κατά τις προηγούμενες παραγράφους αίτηση απορριφθεί, ο αιτών υποχρεούται να καταβάλει τα προβλεπόμενα ποσά ως την πρώτη συζήτηση του ένδικου βοηθήματος ή μέσου, εφαρμόζονται δε, και στην περίπτωση αυτή, αναλόγως όσα ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρ. 273.</p>\n<p class=\"lf-p\">Αν γίνει δεκτή η αίτηση, ο διάδικος απαλλάσσεται από την προκαταβολή των πιο πάνω ποσών. Τούτο δεν επηρεάζει την τυχόν υποχρέωσή του, σε περίπτωση που με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου καταλογιστούν σε αυτόν τα δικαστικά έξοδα της δίκης, προς καταβολή τους. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΠΑΡΑΒΟΛΑ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-277\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.277</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">«1.Για το παραδεκτό των ένδικων βοηθημάτων και μέσων πρέπει, ως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, να προσκομισθεί το προβλεπόμενο από τις κείμενες διατάξεις αποδεικτικό καταβολής παραβόλου. Αν δεν προσκομισθεί το αποδεικτικό αυτό ως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στο άρθρο 139 α ». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 7 άρθρ. 22 Νόμ. 3226/4-4 Φεβρ. 2004 (ΦΕΚ Α΄24) κατωτ. αριθ. 17. 2.Το παράβολο ορίζεται: α)για την προσφυγή, την κατά το άρθρ. 217 ανακοπή, την κατά τα άρθρ. 246 και 269 ένσταση, την κατά το άρθρ. 256 αντένσταση, τις αιτήσεις παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας και την αίτηση διόρθωσης ή ερμηνείας, σε χίλιες πεντακόσιες (1.500) δραχμές, ενώ β)για την ανακοπή ερημοδικίας, την έφεση, την αντέφεση, την αίτηση αναθεώρησης και την τριτανακοπή, σε τρεις χιλιάδες (3.000) δραχμές (Μετά τη σελ. 104,710(α) Σελ. 104,7101 Τεύχος 1380 Σελ. 39 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.13 3.Κατ’ εξαίρεση, στις, χρηματικού περιεχομένου, φορολογικές εν γένει διαφορές, το παράβολο για την έφεση και την αντέφεση ορίζεται σε ποσοστό ίσο προς το 2% του αντικειμένου της διαφοράς. Ως αντικείμενο της διαφοράς, όταν από το νόμο προβλέπεται η από μέρους του φορολογουμένου υποβολή δήλωσης πριν από την έκδοση της σχετικής πράξης, θεωρείται η διαφορά του κύριου φόρου που προκύπτει ανάμεσα σε εκείνον που αντιστοιχεί στη δήλωση και σε αυτόν που καθορίστηκε με την απόφαση. Στις περιπτώσεις που από το νόμο δεν προβλέπεται η υποβολή τέτοιας δήλωσης από μέρους του φορολογουμένου, ως αντικείμενο της διαφοράς θεωρείται το ποσό που καθορίστηκε με την πρωτόδικη απόφαση. 4.Το κατά την προηγούμενη παρ. παράβολο υπολογίζεται από την αρμόδια φορολογική αρχή, η οποία συντάσσει προς τούτο ειδικό σημείωμα, το οποίο και αποστέλλει στη γραμματεία του δικαστηρίου όπου εκκρεμεί η έφεση ή η αντέφεση 15 τουλάχιστον ημέρες πριν από την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης.</p>\n<p class=\"lf-p\">Αντίγραφο του σημειώματος αυτού μπορεί να λάβει ατελώς ο διάδικος που είναι υπόχρεος για την καταβολή του παραβόλου. Αν καταβληθεί παράβολο μικρότερο από εκείνο που αναφέρεται στο σημείωμα, η έφεση ή η αντέφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αν καταβληθεί το παράβολο που αναφέρεται στο σημείωμα αλλά αυτό είναι μικρότερο του κατά το νόμο οφειλομένου, το δικαστήριο προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και, αν η έφεση ή η αντέφεση απορριφθεί για άλλον λόγο, το παράβολο που ελλείπει καταλογίζεται με την απόφαση του δικαστηρίου και εισπράττεται κατά τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Και στην περίπτωση αυτή έχουν εφαρμογή όσα ορίζονται στην τελευταία περίοδο της παρ. 10. Αν η φορολογική αρχή δεν αποστείλει, μέσα στην πιο πάνω προθεσμία, σημείωμα, η συζήτηση της υπόθεσης αναβάλλεται υποχρεωτικώς. 5.Αν τα ένδικα μέσα στρέφονται κατ’ αποφάσεων μονομελών δικαστηρίων, τα αντίστοιχα ποσά ή ποσοστά των παραβόλων μειώνονται στο μισό. 6.Οι διατάξεις που προβλέπουν ειδικά παράβολα, όπως αυτές εκάστοτε ισχύουν, εφαρμόζονται και κατά τη διαδικασία εκδίκασης των διοικητικών διαφορών ουσίας από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. 7.Τα ποσά ή τα ποσοστά των παραβόλων μπορούν να αναπροσαρμόζονται με προεδρικά διατάγματα, τα οποία εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης. 8.Σε περίπτωση άσκησης κοινού ένδικου βοηθήματος ή μέσου από περισσότερους:αν, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, η απαίτηση ή η οφειλή τους είναι σε ολόκληρο, καταβάλλεται από όλους μαζί ένα μόνο παράβολο, ενώ, αν η, κατά τα παραπάνω, απαίτηση ή η οφειλή τους είναι διαιρετή, καταβάλλεται από καθέναν ολόκληρο το παράβολο της παρ. 2, ή το αναλογούν σε αυτόν παράβολο της παρ. 3, κατά περίπτωση. 9.Το παράβολο, αν το ένδικο βοήθημα ή μέσο απορριφθεί για οποιονδήποτε λόγο, καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου, ενώ, αν αυτά γίνουν δεκτά ή αν η δίκη καταργηθεί για οποιονδήποτε λόγο, αποδίδεται σε αυτόν που το κατέβαλε.</p>\n<p class=\"lf-p\">Οι έννομες αυτές συνέπειες επέρχονται ακόμη και αν δεν υπάρχει σχετική ρητή διάταξη στην απόφαση. Αν η προσφυγή ή το ένδικο μέσο γίνουν δεκτά εν μέρει, το παράβολο αποδίδεται κατά ένα μέρος του, το οποίο και καθορίζεται κατά την κρίση του δικαστηρίου. 10.Το δικαστήριο μπορεί, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να διατάξει την απόδοση του παραβόλου ακόμη και όταν απορρίπτεται το ένδικο βοήθημα ή μέσο. Επίσης, μπορεί να διατάξει το διπλασιασμό του παραβόλου αν το ένδικο βοήθημα ή μέσο είναι προδήλως απαράδεκτο ή προδήλως αβάσιμο. Στην περίπτωση αυτή, το επιπλέον ποσό που καταλογίζεται εισπράττεται κατά τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Προς τούτο, ο γραμματέας; του δικαστηρίου αποστέλλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, αντίγραφο της απόφασης στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία. 11.Αν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, καταβλήθηκε παράβολο χωρίς να υπάρχει κατά νόμο υποχρέωση προς τούτο, διατάσσεται με την απόφαση, και ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης, η επιστροφή του.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΕΚΚΡΕΜΕΙΣ ΔΙΚΕΣ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-278\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.278</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Σε δίκες εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος του Κώδικα, οι διαδικαστικές πράξεις που δεν έχουν συντελεστεί διενεργούνται κατά τις διατάξεις τούτου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΑΣΚΗΣΗ ΕΝΔΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-279\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.279</span><span class=\"lf-art-t\">Η άσκηση ένδικων μέσων κατ’ αποφάσεων που δημοσιεύονται μετά την έναρξη της ισχύος του Κώδικα διέπεται από τις διατάξεις του. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ Αφετηρία</span></h4>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-280\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.280</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Ως προς την αφετηρία των προθεσμιών εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο κατά τον οποίο συντελέστηκε το γεγονός που τις κίνησε. (Μετά τη σελ. 104,710) Σελ. 104,711 Τεύχος 1360 Σελ. 63 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.13 Διάρκεια</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-281\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.281</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Η διάρκεια των προθεσμιών που είχαν αρχίσει πριν από την έναρξη της ισχύος του Κώδικα υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του μόνο αν η προβλεπόμενη από αυτές διάρκειά τους είναι μεγαλύτερη από εκείνην που προβλεπόταν από τις προϊσχύουσες διατάξεις. Παράταση – Αναστολή - Διακοπή</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-282\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.282</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Ως προς την παράταση, την αναστολή και τη διακοπή των προθεσμιών, η οποία οφείλεται σε γεγονός που επήλθε μετά την έναρξη της ισχύος του Κώδικα, εφαρμόζονται οι διατάξεις τούτου. ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-27\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.27</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι εκπρόσωποί τους διενεργούν τις διαδικαστικές πράξεις και παρίστανται κατά τη συζήτηση με δικαστικούς πληρεξουσίους. 2.Κατ’ εξαίρεση, οι ιδιώτες διάδικοι ή οι νόμιμοι αντιπρόσωποι ή οι εκπρόσωποί τους μπορούν να διενεργούν διαδικαστικές πράξεις και να παρίστανται κατά τη συζήτηση χωρίς δικαστικό πληρεξούσιο: α)κατά την εκδίκαση χρηματικών διαφορών όταν το αντικείμενό της δεν υπερβαίνει το ποσό των 200.000 δραχμών, αν πρόκειται δε για φορολογική εν γένει διαφορά που αφορά κύριο και πρόσθετο φόρο, όταν ο κύριος φόρος δεν υπερβαίνει το ποσό αυτό, β)κατά την εκδίκαση των διαφορών που αναφύονται κατ’ εφαρμογή των νομοθεσιών στις οποίες αναφέρεται η παρ. 1 του άρθρ. 7 του Νόμ. 702/1977 και γ)κατά τη διαδικασία λήψης ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 200 έως και 215. 3.Κατά την εκδίκαση των φορολογικών εν γένει διαφορών, οι εκπρόσωποι του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου μπορούν να διενεργούν διαδικαστικές πράξεις και χωρίς δικαστικό πληρεξούσιο Βλ. παρ. 3 άρθρ. 20 Νόμ. 3144/8-8 Μαΐου 2003 (ΦΕΚ Α΄111) Τόμ. 15 σελ. 32,18, για την αναλογική εφαρμογή της άνω παρ. 3 και στο Ι.Κ.Α , για την εκδίκαση των κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών της παρ. 1 του άρθρ. 7 του Νόμ. 702/1977, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά. . Νομιμοποίηση δικαστικών πληρεξουσίων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-283\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.283</span><span class=\"lf-art-t\">Όπου στον Κώδικα αναφέρεται άρθρο χωρίς μνεία του σχετικού νομοθετήματος, νοείται ότι το άρθρο ανήκει στον Κώδικα αυτόν. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ</span></h4>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-284\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.284</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Όπου στον Κώδικα αυτόν γίνεται παραπομπή σε διατάξεις άλλων νομοθετημάτων, οι παραπομπές γίνονται στις διατάξεις αυτές όπως εκάστοτε ισχύουν. 2.Όπου από την κείμενη νομοθεσία γίνεται παραπομπή σε δικονομικές διατάξεις που καταργούνται σύμφωνα με το άρθρ. 285, η παραπομπή θεωρείται ότι γίνεται στις αντίστοιχες διατάξεις του Κώδικα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-285\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.285</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Από την έναρξη της ισχύος του Κώδικα καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη η οποία αναφέρεται σε θέμα ρυθμιζόμενο από αυτόν. 2.Κατ’ εξαίρεση, διατηρούν την ισχύ τους οι δικονομικού περιεχομένου διατάξεις: α)ως προς τις οποίες γίνεται ρητή επιφύλαξη στις επί μέρους διατάξεις του Κώδικα, β)της δημοτικής-κοινοτικής φορολογίας, οι οποίες αφορούν την είσπραξη φόρου ή τέλους μέσω της ΔΕΗ, γ)οι οποίες αναφέρονται στην εκδίκαση των διαφορών ανάμεσα στο φορολογούμενο και τον ενοικιαστή φόρων, Σελ. 104,712 Τεύχος 1360 Σελ. 64 δ)οι οποίες προβλέπουν την επιβολή, από τα δικαστήρια, αυτοτελών κυρώσεων για φορολογικές παραβάσεις, ε)του άρθρ. 99 του ν.δ. 118/1973 στ)του άρθρ. 1 του ν.δ. 4600/1966 και ζ)των παρ. 4 και 7 του άρθρ. 28 του Νόμ. 2579/1998. 6.ΑΑ.γ.13 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων (Μετά τη σελ. 104,712) Σελ. 104,713 Τεύχος 1360 Σελ. 65 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.13 Σελ. 104,714 Τεύχος 1360 Σελ. 66 6.ΑΑ.γ.13 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Άρθρο δεύτερο Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει 2 μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-28\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.28</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Για τις πράξεις της προδικασίας θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, εφόσον είτε επακολουθήσει η νομιμοποίηση δικαστικού πληρεξουσίου είτε εμφανιστεί στο ακροατήριο ο διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος ή ο εκπρόσωπός του και δηλώσει ότι εγκρίνει τη διενέργειά τους. 2.Αν, ως την πρώτη συζήτηση, δεν έχουν υποβληθεί τα στοιχεία της νομιμοποίησης ή αυτά που έχουν υποβληθεί δεν είναι πλήρη, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του εκπροσώπου ή του εμφανιζόμενου δικαστικού πληρεξουσίου του, είτε αναβάλλει τη συζήτηση είτε προχωρεί σε αυτή χορηγώντας εύλογη προθεσμία για την υποβολή τους. ( Αντί για τη σελ. 104,657) Σελ. 104,657(α) Τεύχος Σελ. Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.13 3.Αν, κατά τη διάσκεψη, διαπιστωθεί ότι τα κατά νόμο στοιχεία της νομιμοποίησης έχουν μεν υποβληθεί όλα, είτε εξαρχής είτε ύστερα από τη χορήγησή της κατά την προηγούμενη παρ. προθεσμίας, πλην αυτά παρουσιάζουν ελλείψεις, ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος, με πράξη του, καλεί τον εμφανιζόμενο ως δικαστικό πληρεξούσιο να τα συμπληρώσει, μέσα σε τασσόμενη από αυτόν ανατρεπτική προθεσμία. 4.Τα στοιχεία της νομιμοποίησης που υποβάλλονται σύμφωνα με τις προηγούμενες παρ. μπορούν να είναι και μεταγενέστερα από την ημερομηνία της συζήτησης. 5.Αν ο δικαστικός πληρεξούσιος του διαδίκου τελικώς δεν νομιμοποιηθεί, οι διαδικαστικές πράξεις που διενεργήθηκαν από αυτόν είναι αυτοδικαίως άκυρες και το σχετικό ένδικο βοήθημα ή μέσο απορρίπτεται. 6.Αν, ωσότου υποβληθούν τα στοιχεία της νομιμοποίησης, υπάρξει κίνδυνος για τα συμφέροντα διαδίκου, ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος μπορεί, με πράξη του, να επιτρέψει τη διενέργεια των διαδικαστικών πράξεων που είναι απαραίτητες για την αποτροπή του κινδύνου Δικαστικοί πληρεξούσιοι του Δημοσίου και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ.</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-29\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.29</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Οι διατάξεις που ισχύουν για τους δικαστικούς πληρεξουσίους του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου έχουν εφαρμογή και στις δίκες που διέπονται από τον παρόντα Κώδικα. 2.Ειδικώς, στις φορολογικές εν γένει διαφορές, εκτός από τους δικαστικούς πληρεξουσίους της προηγούμενης παρ., οι εκπρόσωποι του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου μπορούν να διορίζουν ως δικαστικούς πληρεξουσίους και υπαλλήλους των υπηρεσιών τους, με πράξη, στην οποία και καθορίζεται η έκταση της εξουσίας τους. Ο διορισμός αυτός μπορεί να γίνεται είτε για ορισμένες δίκες είτε για ορισμένο χρονικό διάστημα. Η σχετική πράξη του διορισμού κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου και καταχωρείται, σε ειδικό βιβλίο, κατά φορολογική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου Στο ίδιο βιβλίο καταχωρείται και η πράξη με την οποία παύει η πληρεξουσιότητα αυτή. Δικαστικοί πληρεξούσιοι των λοιπών διαδίκων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-30\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.30</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Δικαστικοί πληρεξούσιοι των λοιπών, πλην του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, διαδίκων ορίζονται Σελ. 104,658(α) Τεύχος Σελ. δικηγόροι, σύμφωνα με το Δικηγορικό Κώδικα. Κατ’ εξαίρεση, στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρ. 27, δικαστικοί πληρεξούσιοί τους μπορούν να οριστούν και ο ή η σύζυγος ή πρόσωπο που συνδέεται με αυτούς με συγγένεια αίματος ή αγχιστείας έως και του δεύτερου βαθμού ή ομόδικός τους. 2.Η, κατά την προηγούμενη παρ. δικαστική πληρεξουσιότητα παρέχεται: α)με προφορική δήλωση του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του εκπροσώπου του, στο ακροατήριο, η οποία και καταχωρείται στα πρακτικά, ή β)με συμβολαιογραφική πράξη ή με ιδιωτικό έγγραφο, οπότε όμως απαιτείται η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του εκπροσώπου του, από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή Αν, στην τελευταία περίπτωση, τα πρόσωπα αυτά δεν μπορούν να υπογράψουν το ιδιωτικό έγγραφο, τούτο υπογράφεται από 2 μάρτυρες, των οποίων βεβαιώνεται η γνησιότητα της υπογραφής κατά τον πιο πάνω τρόπο. 3.Η δικαστική πληρεξουσιότητα προς τους κατά την πρώτη περίοδο της παρ. 1 δικαστικούς πληρεξουσίους θεωρείται ότι έχει παρασχεθεί με μόνη τη συνυπογραφή, από το διάδικο ή το νόμιμο αντιπρόσωπο ή τον εκπρόσωπό του, κατά περίπτωση, του δικογράφου του ένδικου βοηθήματος ή μέσου. Στην περίπτωση αυτή η συνυπογραφή του δικηγόρου θεωρείται ως βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των πιο πάνω προσώπων. Η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις που, σύμφωνα με την παρ. 6, απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα. 4.Αν η πράξη με την οποία παρέχεται η πληρεξουσιότητα έχει καταρτιστεί από αλλοδαπή αρχή, διέπεται από το δίκαιο του τόπου της κατάρτισής της. 5.Η χρονική διάρκεια και η έκταση της εξουσίας του δικαστικού πληρεξουσίου προσδιορίζεται με το πληρεξούσιο έγγραφο.</p>\n<p class=\"lf-p\">Το γενικό πληρεξούσιο, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, παρέχει την εξουσία για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων, την άσκηση ένδικων βοηθημάτων και μέσων, καθώς και το διορισμό άλλων δικαστικών πληρεξουσίων. 6.ΑΑ.γ.13 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.Κατ’ εξαίρεση, απαιτείται ειδική δικαστική πληρεξουσιότητα: α)για το δικαστικό συμβιβασμό, β)για την παραίτηση από ένδικο βοήθημα ή μέσο που έχει ασκηθεί, γ)για την προβολή εγγράφου ως πλαστού, δ)όπου αλλού προβλέπεται τούτο ρητώς από ειδικές διατάξεις. 7.Ο δικαστικός πληρεξούσιος, αν η κατοικία του ή ο χώρος της εργασίας του βρίσκεται στην έδρα του δικαστηρίου, είναι και αντίκλητος του διαδίκου. Λήξη της δικαστικής πληρεξουσιότητας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-31\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.31</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο γενικό πληρεξούσιο, η δικαστική πληρεξουσιότητα λήγει με την πάροδο πενταετίας από τη χρονολογία κατάρτισης του σχετικού εγγράφου. Αν όμως η δίκη έχει αρχίσει πριν από τη λήξη της πενταετίας ή της προθεσμίας που τυχόν έχει οριστεί, η πληρεξουσιότητα ισχύει έως και την επίδοση της οριστικής απόφασης. Παύση της δικαστικής πληρεξουσιότητας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-32\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.32</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η δικαστική πληρεξουσιότητα παύει: α)με την κατάργηση της δίκης ή την περάτωση της διαδικαστικής πράξης, για την οποία αυτή έχει δοθεί, ή β)με το θάνατο του πληρεξουσίου ή την απώλεια της ικανότητάς του να ενεργεί ως πληρεξούσιος, ή γ)με την ανάκληση της πληρεξουσιότητας ή την παραίτηση του πληρεξουσίου από αυτήν, ή δ)με την παραίτηση, την παύση ή την έκπτωση του πληρεξούσιου δικηγόρου από το δικηγορικό λειτούργημα. 2.Η ανάκληση της πληρεξουσιότητας, καθώς και η παραίτηση του δικαστικού πληρεξουσίου από αυτήν, γίνονται είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, που καταχωρείται στα πρακτικά και ισχύει έναντι όλων, είτε με έγγραφη δήλωση, η οποία κοινοποιείται, με δικαστικό επιμελητή, στον πληρεξούσιο ή στον εντολέα, κατά περίπτωση, καθώς και σε όλους τους διαδίκους, και στη συνέχεια κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου μαζί με τα αποδεικτικά των κοινοποιήσεων, από τότε δε και ισχύει έναντι όλων. 3.Ο δικαστικός πληρεξούσιος οφείλει, και μετά την κατά την προηγούμενη παρ. παραίτησή του, εφόσον δεν διορίστηκε άλλος, να προβαίνει, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 30 ημερών, στη διενέργεια των διαδικαστικών πράξεων που είναι απαραίτητες προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου για τα συμφέροντα του εντολέα του. 4.Η πληρεξουσιότητα δεν παύει με το θάνατο ή τη μεταβολή της προσωπικής κατάστασης εκείνου που την έδωσε ή του νόμιμου αντιπροσώπου του, αλλά εξακολουθεί και παύει μόνον όταν διακοπεί η δίκη για έναν από τους λόγους αυτούς ΠΕΜΠΤΟ ΤΜΗΜΑ ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΙΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ Μέριμνα για την πρόοδο της δίκης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-33\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.33</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Το δικαστήριο μεριμνά για την πρόοδο της δίκης. Προς το σκοπό αυτόν διατάζει τη διενέργεια οποιασδήποτε απαραίτητης διαδικαστικής πράξης και λαμβάνει όλα τα κατά την κρίση του απαραίτητα μέτρα για τη διακρίβωση της αλήθειας και την ταχύτερη έκδοση της απόφασης. Απουσία του διαδίκου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-3\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.3</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Κατά την εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας, εφόσον ο νόμος που διέπει τη σχέση δεν ορίζει διαφορετικά, επιτρέπεται: 6.ΑΑ.γ.12-13 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων α)με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στο άρθρ. 5, να κριθούν παρεμπιπτόντως ζητήματα της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, αν από τα ζητήματα αυτά εξαρτάται η επίλυση της ένδικης διαφοράς, ή β)να ανασταλεί η πρόοδος της δίκης, εφόσον δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος για τα συμφέροντα των διαδίκων, αν παρεμπίπτοντα ζητήματα πρόκειται να κριθούν με δύναμη δεδικασμένου σε δίκη, η οποία εκκρεμεί στο κατά δικαιοδοσία αρμόδιο δικαστήριο. Βαθμοί</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-34\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.34</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Η απουσία διαδίκου που έχει κλητευτεί νομίμως δεν παρακωλύει την πρόοδο της διαδικασίας, ούτε δημιουργεί τεκμήριο ομολογίας. Έλεγχος των διαδικαστικών προϋποθέσεων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-35\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.35</span><span class=\"lf-art-t\">Το δικαστήριο ελέγχει και αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων. Έγγραφη και προφορική διαδικασία</span></h4>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-36\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.36</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η προδικασία και η εκτός ακροατηρίου διαδικασία διεξάγονται εγγράφως, εκτός από τις περιπτώσεις που ο Κώδικας ορίζει διαφορετικά. 2.Η διαδικασία στο ακροατήριο διεξάγεται προφορικά και στηρίζεται στην προβλεπόμενη από τις κείμενες διατάξεις προδικασία. Δημοσιότητα των συνεδριάσεων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-37\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.37</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Οι συνεδριάσεις του δικαστηρίου είναι δημόσιες. Το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει το αντίθετο, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρ. 93 του Συντάγματος. 2.Η προδικασία και η εκτός ακροατηρίου διαδικασία δεν διεξάγονται δημοσίως. Μυστικότητα των διασκέψεων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-38\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.38</span><span class=\"lf-art-t\">Η διάσκεψη για την έκδοση απόφασης είναι μυστική και το αποτέλεσμά της είναι απόρρητο ως τη δημοσίευση της απόφασης. Αιτιολογία-Δημοσίευση των αποφάσεων</span></h4>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-39\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.39</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη και να απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση. 2.Η γνώμη και τα ονόματα των τυχόν μειοψηφούντων μελών καταχωρούνται στην απόφαση. Ισότητα των διαδίκων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-40\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.40</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Οι διάδικοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων και έχουν τα ίδια δικονομικά δικαιώματα και τις ίδιες δικονομικές υποχρεώσεις. (Μετά τη σελ. 104,658) Σελ. 104,659 Τεύχος 1360 Σελ. 9 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.13 Δικαίωμα παράστασης και ακρόασης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-41\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.41</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Το δικαστήριο οφείλει να καλεί τους διαδίκους, ώστε αυτοί να παρίστανται και να ακούγονται κατά τη διενέργεια των διαδικαστικών πράξεων. Καλόπιστη διεξαγωγή της δίκης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-42\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.42</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι, οι εκπρόσωποι και οι δικαστικοί πληρεξούσιοι οφείλουν να ενεργούν σύμφωνα με τους κανόνες της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, να τηρούν το καθήκον της αλήθειας και να αποφεύγουν ενέργειες που προδήλως παρελκύουν τη δίκη. 2.Αν ο ιδιώτης διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος ή ο εκπρόσωπος ή ο δικαστικός πληρεξούσιός του υποπέσει σε παράβαση των κανόνων της προηγούμενης παρ., το δικαστήριο, με την οριστική του απόφαση, επιβάλλει σε αυτόν χρηματική ποινή έως 500.000 δραχμών. Προς τούτο, αν, κατά τη συζήτηση ή τη διάσκεψη της υπόθεσης, διαπιστωθεί ότι συντρέχει ενδεχομένως περίπτωση επιβολής της κατά την προηγούμενη περίοδο ποινής, ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος, με πράξη του, καλεί το συγκεκριμένο πρόσωπο να εκθέσει εγγράφως τις απόψεις του μέσα σε τασσόμενη από αυτόν ανατρεπτική προθεσμία. 3.Αν από τη διεξαγωγή της δίκης προκύψει ότι συντρέχει περίπτωση πειθαρχικής δίωξης διοικητικού οργάνου, επειδή αυτό, εν γνώσει του, έχει εκδηλώσει πράξη ή έχει προβεί σε υλική ενέργεια, προδήλως παράνομη, ή, εν γνώσει του, κατά πρόδηλη παράβαση του νόμου, έχει παραλείψει οφειλόμενη ενέργεια, το δικαστήριο, με ειδική απόφασή του που εκδίδει ως συμβούλιο, παραπέμπει το ζήτημα στη Διοίκηση Στην περίπτωση αυτή, η έγερση της πειθαρχικής αγωγής ενώπιον του αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου είναι υποχρεωτική και το αποτέλεσμα της πειθαρχικής δίκης ανακοινώνεται στο δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει αν συντρέχει περίπτωση πειθαρχικής δίωξης των εκπροσώπων του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου για παράβαση των κανόνων της παρ. 1. Ευπρεπής διατύπωση των δικογράφων και των υπομνημάτων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-43\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.43</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Τα δικόγραφα και τα υπομνήματα πρέπει να είναι διατυπωμένα ευπρεπώς. 2.Το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί, με την απόφασή του, να διατάξει τη διαγραφή ανάρμοστων φράσεων από δικόγραφο ή υπόμνημα. Σελ. 104,660 Τεύχος 1360 Σελ. 10 ΕΚΤΟ ΤΜΗΜΑ ΓΕΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΕΚΘΕΣΕΙΣ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-4\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.4</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η δικαιοδοσία των δικαστηρίων, αν από τον Κώδικα δεν ορίζεται διαφορετικά, ασκείται σε δύο βαθμούς. 2.Εισαγωγή υπόθεσης απευθείας στο δεύτερο βαθμό δεν επιτρέπεται. Δέσμευση από αποφάσεις άλλων δικαστηρίων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-44\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.44</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Για κάθε πράξη της διαδικασίας, που διενεργεί δικαστής, δικαστικός υπάλληλος ή άλλο αρμόδιο όργανο, μόνος ή κατά σύμπραξη, συντάσσεται έκθεση, εφόσον ο Κώδικας δεν ορίζει διαφορετικά. 2.Η έκθεση συντάσσεται αμέσως μετά τη διενέργεια της πράξης. Κατά τη σύνταξή της πρέπει να παρευρίσκονται όλοι όσοι συνέπραξαν ή παραστάθηκαν κατά τη διενέργεια της πράξης. 3.Με την επιφύλαξη όσων ορίζουν ειδικότερες διατάξεις, η έκθεση πρέπει να μνημονεύει: α)τον τόπο και το χρόνο που διενεργήθηκε η πράξη και β)το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητα του οργάνου που διενέργησε την πράξη, εκείνων που συνέπραξαν ή παραστάθηκαν κατά τη διενέργειά της, καθώς και εκείνου που συνέταξε την έκθεση. 4.Αν ο τόπος ή ο χρόνος σύνταξης της έκθεσης διαφέρει από εκείνον της διενέργειας της πράξης, γίνεται γι’ αυτό σχετική μνεία στην έκθεση. 5.Η έκθεση, αφού αναγνωστεί, υπογράφεται από αυτόν που τη συνέταξε, καθώς και από τα πρόσωπα που διενέργησαν τη διαδικαστική πράξη ή που συνέπραξαν ή παραστάθηκαν κατά τη διενέργειά της Η τυχόν άρνηση ή αδυναμία υπογραφής μνημονεύεται ρητώς. 6.ΑΑ.γ.13 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Απαραίτητα στοιχεία</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-45\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.45</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Το δικόγραφο, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούν ειδικότερες διατάξεις, πρέπει να προσδιορίζει σαφώς το είδος και το αντικείμενό του και να αναφέρει: α)το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται, β)τον τόπο και το χρόνο της σύνταξής του και γ)αν υποβάλλεται μεν από φυσικό πρόσωπο, το όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο και την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας του και του χώρου εργασίας του ίδιου, του νόμιμου αντιπροσώπου του και, αν υπάρχουν, του δικαστικού πληρεξουσίου και του αντικλήτου του, αν υποβάλλεται δε από νομικό πρόσωπο, ένωση προσώπων ή ομάδα περιουσίας, την επωνυμία και την έδρα τους, καθώς και το όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο και την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας και του χώρου εργασίας του εκπροσώπου τους και, αν υπάρχουν, του δικαστικού πληρεξουσίου και του αντικλήτου τους, ενώ, αν υποβάλλεται από το Δημόσιο, τον τίτλο της δημόσιας υπηρεσίας και το όργανο που το εκπροσωπεί. 2.Οι διευθύνσεις των κατά την προηγούμενη παρ. προσώπων πρέπει να γνωστοποιούνται στο δικαστήριο με το πρώτο δικόγραφο που απευθύνεται σε αυτό Αν η γνωστοποίηση γίνεται, το πρώτο, με άλλο δικόγραφο, υπόμνημα ή έγγραφο, αυτό πρέπει να κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο και να επιδίδεται, από τα ίδια αυτά πρόσωπα, στους λοιπούς διαδίκους. 3.Κάθε μεταβολή στη διεύθυνση ή στην ιδιότητα των κατά τις προηγούμενες παρ. προσώπων, η οποία επήλθε κατά το χρονικό διάστημα από την άσκηση του ένδικου βοηθήματος έως και τη λήξη της τελικής εκκρεμοδικίας στο δεύτερο βαθμό, πρέπει να γνωστοποιείται κατά τη διαδικασία της διάταξης της δεύτερης περιόδου της παρ. 2, η οποία και εφαρμόζεται αναλόγως. Αλλιώς, οι επιδόσεις γίνονται εγκύρως στη διεύθυνση που έχει δηλωθεί ή ωσάν να μην είχε επέλθει η μεταβολή, κατά περίπτωση. 4.Αν δεν δηλωθεί καμία διεύθυνση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2, η επίδοση γίνεται με παράδοση του επιδοτέου εγγράφου στο γραμματέα του οικείου δικαστηρίου. 5.Τα δικόγραφα και τα υπομνήματα υπογράφονται από τους δικαστικούς πληρεξουσίους των διαδίκων.</p>\n<p class=\"lf-p\">Κατ’ εξαίρεση, στις περιπτώσεις των παρ. 2 και 3 του άρθρ. 27, τα δικόγραφα και τα υπομνήματα μπορούν να υπογράφονται, κατά περίπτωση, από τους ίδιους τους διαδίκους ή τους νόμιμους αντιπροσώπους ή τους εκπροσώπους τους. Βλ. παρ. 3 άρθρ. 20 Νόμ. 3144/8-8 Μαΐου 2003 (ΦΕΚ Α΄111) Τόμ. 15 σελ. 32,18, για την αναλογική εφαρμογή του δεύτερου εδάφ. της άνω παρ. 5 και στο Ι.Κ.Α, για την εκδίκαση των κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών της παρ. 1 του άρθρ. 7 του Νόμ. 702/1977, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά. . Ελλείψεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-46\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.46</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Δικόγραφο, που δεν περιέχει τα προβλεπόμενα από τις παρ. 1 και 5 του προηγούμενου άρθρου στοιχεία, είναι άκυρο, εκτός αν αυτά προκύπτουν από την εκτίμηση του όλου περιεχομένου του. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ Γενικές διατάξεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-47\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.47</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 3, η επίδοση επιτρέπεται οπουδήποτε και οποτεδήποτε βρεθεί το πρόσωπο προς το οποίο αυτή μπορεί να γίνει. Αν η επίδοση διενεργηθεί σε τόπο ή χρόνο άλλο από εκείνον που προβλέπεται για κάθε περίπτωση, είναι άκυρη μόνο αν δεν συναινεί το πρόσωπο προς το οποίο αυτή γίνεται. Το ίδιο ισχύει και όταν η επίδοση διενεργείται σε ημέρα αργίας ή κατά τη διάρκεια της νύκτας, η οποία και θεωρείται ότι διαρκεί από τις 7 το βράδυ ως τις 7 το πρωί. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η συναίνεση πρέπει να μνημονεύεται στην έκθεση. 2.Άρνηση παραλαβής του επιδοτέου εγγράφου δεν επιτρέπεται σε κανέναν, όταν η επίδοση γίνεται στο κατάστημα της αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη ή που παρά το νόμο παρέλειψε την έκδοσή της ή στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η εκδίκαση της σχετικής υπόθεσης Σε περίπτωση άρνησης παραλαβής, το όργανο της επίδοσης βεβαιώνει την άρνηση στην έκθεση, την οποία, μαζί με το επιδοτέο έγγραφο, διαβιβάζει στη γραμματεία του οικείου δικαστηρίου. 3.Επίδοση σε χώρους λατρείας κατά τις ώρες των ιεροτελεστιών, των θρησκευτικών τελετών ή των προσευχών, καθώς και σε αίθουσα δικαστηρίου όταν συνεδριάζει, είναι άκυρη ακόμη και αν υπάρχει συναίνεση του προσώπου προς το οποίο αυτή διενεργείται. 4.Δικόγραφο που αφορά περισσότερους διαδίκους, επιδίδεται χωριστά στον καθέναν, εκτός αν η επίδοση γίνεται σε κοινό αντίκλητο ή κοινό δικαστικό πληρεξούσιο, οπότε αρκεί η επίδοση ενός μόνο αντιγράφου. Σε κοινό νόμιμο αντιπρόσωπο περισσότερων ανίκανων διαδίκων αρκεί η επίδοση ενός μόνο αντιγράφου. (Αντί για τη σελ. 104,661) Σελ. 104,661(α) Τεύχος Σελ. Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.13 5.Σε περίπτωση περισσότερων νόμιμων αντιπροσώπων, εκπροσώπων, δικαστικών πληρεξουσίων ή αντικλήτων διαδίκου, αρκεί η επίδοση προς έναν από αυτούς, ακόμη και όταν, από το νόμο, το καταστατικό ή την πράξη διορισμού τους, προβλέπεται ότι αυτοί ενεργούν από κοινού. Όργανα-Παραγγελία</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-48\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.48</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Οι επιδόσεις από μέρους των ιδιωτών διαδίκων γίνονται με δικαστικό επιμελητή. 2.Οι επιδόσεις από μέρους του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου γίνονται είτε με δικαστικό επιμελητή είτε με υπάλληλο των υπηρεσιών τους. Όργανα της αστυνομίας ή της αγροφυλακής ή υπάλληλοι των δήμων ή κοινοτήτων μπορούν, μέσα στα όρια των εδαφικών τους περιφερειών, να διενεργούν τις επιδόσεις αυτές. 3.Οι επιδόσεις από μέρους του δικαστηρίου γίνονται με δικαστικούς υπαλλήλους ή επιμελητές των δικαστηρίων ή με οποιοδήποτε από τα όργανα ή τους υπαλλήλους που αναφέρονται στη δεύτερη περίοδο της προηγούμενης παραγράφου. 4.Οι επιδόσεις γίνονται ύστερα από έγγραφη παραγγελία του διαδίκου, του νόμιμου αντιπροσώπου, του εκπροσώπου ή του δικαστικού πληρεξουσίου του Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 4 του άρθρ. 24 και της παρ. 6 του άρθρ. 28, εφαρμόζονται, και στην περίπτωση αυτή, αναλόγως οι διατάξεις αυτές. 5.Την παραγγελία για τις επιδόσεις που γίνονται από μέρους του δικαστηρίου δίνει εγγράφως ο γραμματέας του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος. Προς το Δημόσιο και τα άλλα Ν.Π.Δ.Δ.</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-49\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.49</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Οι επιδόσεις δικογράφων προς το Δημόσιο γίνονται στον Υπουργό Οικονομικών. Τα δικόγραφα αυτά παραδίδονται αν απευθύνονται ενώπιον δικαστηρίων της Αθήνας ή του Πειραιά, στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ενώ αν απευθύνονται ενώπιον άλλων δικαστηρίων της Χώρας, είτε στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους είτε στο κατά τόπο αρμόδιο Γραφείο Νομικού Συμβούλου ή Δικαστικό Γραφείο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. 2.Κατ’ εξαίρεση, στις φορολογικές εν γένει διαφορές οι επιδόσεις προς το Δημόσιο γίνονται προς την αρχή που εξέδωσε τη σχετική πράξη ή που παρά το νόμο παρέλειψε την έκδοσή της. 3.Οι επιδόσεις προς τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου γίνονται στους νόμιμους Σελ. 104,662(α) Τεύχος Σελ. εκπροσώπους τους ή σε υπαλλήλους που έχουν εξουσιοδοτηθεί από αυτούς ή στους δικαστικούς τους πληρεξουσίους. 4.Οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους επιδόσεις γίνονται στο κατάστημα που εδρεύουν οι οικείες υπηρεσίες και κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες Προς ιδιώτες</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-50\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.50</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Οι επιδόσεις προς τους ιδιώτες διενεργούνται στην κατοικία ή στο χώρο της εργασίας, κατά περίπτωση, προσωπικώς στους ίδιους ή στους νόμιμους αντιπροσώπους ή στους εκπροσώπους ή στους δικαστικούς πληρεξουσίους ή στους αντικλήτους τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ειδικότερες αντίστοιχες διατάξεις. 2.Για την εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα, νοείται, ως κατοικία, η οικία, το διαμέρισμα και γενικώς ο στεγασμένος χώρος που προορίζεται για διημέρευση και διανυκτέρευση, ενώ, ως χώρος εργασίας, ο χώρος άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητας. Η τυχόν προσωρινή μη χρησιμοποίηση των χώρων αυτών για το σκοπό που προορίζονται δεν ασκεί επιρροή. Στην κατοικία</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-51\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.51</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Αν τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρ. 50 απουσιάζουν από την κατοικία τους, το έγγραφο παραδίδεται στο σύζυγο ή σε οποιονδήποτε από τους συγγενείς ή σε μέλος του προσωπικού, εφόσον τα πρόσωπα αυτά συνοικούν μαζί τους και, σε περίπτωση μη ανεύρεσης κανενός από τα παραπάνω πρόσωπα, σε οποιονδήποτε από τους λοιπούς συνοίκους. 2.Σύνοικοι θεωρούνται και οι θυρωροί των πολυκατοικιών, καθώς και οι διευθυντές ξενοδοχείων ή οικοτροφείων. Οι ένοικοι άλλων διαμερισμάτων δεν θεωρούνται σύνοικοι. 3.Η επίδοση στα πρόσωπα που προβλέπουν οι προηγούμενες παράγραφοι επιτρέπεται εφόσον, κατά την κρίση του οργάνου που ενεργεί την επίδοση, αυτά έχουν συνείδηση των πράξεών τους. Στο χώρο εργασίας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-5\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.5</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις άλλων διοικητικών δικαστηρίων, κατά το μέρος που αυτές αποτελούν δεδικασμένο, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι σχετικές διατάξεις. 2.Τα δικαστήρια δεσμεύονται, επίσης, από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ισχύουν, έναντι όλων, καθώς και από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη. 3.Ως προς τις αποφάσεις των αλλοδαπών πολιτικών δικαστηρίων, έχουν ανάλογη εφαρμογή όσα ορίζονται στην προηγούμενη παρ., εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρ. 323 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αυτό εκάστοτε ισχύει. 4.Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και αυτεπαγγέλτως, εφόσον τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ Καθ’ ύλην</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-52\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.52</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Αν τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρ. 50 απουσιάζουν από το κατάστημα, το γραφείο ή το εργαστήριο όπου εργάζονται, το έγγραφο παραδίδεται σε συνεταίρο ή συνεργάτη ή υπάλληλο, που εργάζεται στον ίδιο χώρο. Αν τα πρόσωπα αυτά είναι δημόσιοι υπάλληλοι ή υπάλληλοι άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το έγγραφο παραδίδεται στον διευθυντή της υπηρεσίας ή στον προϊστάμενο του τμήματος στο οποίο αυτά εργάζονται. 2.Η διάταξη της παρ. 3 του άρθρ. 51 εφαρμόζεται και στις επιδόσεις του άρθρου αυτού. 6.ΑΑ.γ.13 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Ειδικές περιπτώσεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-53\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.53</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Ειδικώς, η επίδοση σε ιδιώτες: α)αν αυτοί νοσηλεύονται σε νοσοκομείο ή κρατούνται σε φυλακή, γίνεται με παράδοση του επιδοτέου εγγράφου στο διευθυντή του νοσοκομείου ή της φυλακής εφόσον, σύμφωνα με βεβαίωση του νοσοκομείου ή της φυλακής, η οποία και μνημονεύεται στην έκθεση επίδοσης, η επικοινωνία μαζί τους δεν είναι δυνατή, β)αν πρόκειται για αξιωματικούς, υπαξιωματικούς, οπλίτες ή όργανα των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας ή του λιμενικού ή πυροσβεστικού σώματος, γίνεται με παράδοση του επιδοτέου εγγράφου στο διοικητή της μονάδας ή στον προϊστάμενο της υπηρεσίας τους εφόσον, σύμφωνα με βεβαίωση της υπηρεσίας, η οποία και μνημονεύεται στην έκθεση επίδοσης, η επίδοση στους ιδίους δεν είναι δυνατή, ενώ γ)αν πρόκειται για πρόσωπα που ανήκουν στην υπηρεσία φάρων, φανών, σηματοφόρων ή υπηρετούν σε εμπορικό πλοίο που βρίσκεται σε ελληνικό λιμένα, γίνεται με παράδοση του επιδοτέου εγγράφου στον κατά τόπο αρμόδιο λιμενάρχη, εφόσον, σύμφωνα με βεβαίωση του λιμεναρχείου, η οποία και μνημονεύεται στην έκθεση επίδοσης, η επίδοση στους ίδιους δεν είναι δυνατή. 2.Οι διατάξεις των περ. β΄ και γ΄ της προηγούμενης παρ. δεν εφαρμόζονται αν τα πρόσωπα τα οποία αφορά η επίδοση τελούν σε άδεια, διαθεσιμότητα ή αργία. 3.Τα πρόσωπα στα οποία παραδίδεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προηγούμενες παρ., το έγγραφο οφείλουν να το παραδώσουν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, σε αυτόν που αφορά η επίδοση, με έγγραφη απόδειξη, την οποία και υποχρεούνται να διαβιβάσουν στη γραμματεία του οικείου δικαστηρίου Σε πρόσωπα γνωστής διεύθυνσης, στην αλλοδαπή</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-54\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.54</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Αν η διεύθυνση της κατοικίας και του χώρου εργασίας εκείνου τον οποίο αφορά η επίδοση, του νόμιμου αντιπροσώπου και του δικαστικού πληρεξουσίου του, η οποία έχει δηλωθεί, βρίσκεται στην αλλοδαπή, η επίδοση προς αυτούς, αν δεν υπάρχει αντίκλητος, γίνεται με παράδοση του επιδοτέου εγγράφου στον Υπουργό Εξωτερικών ή στον εξουσιοδοτημένο από αυτόν υπάλληλο, ο οποίος οφείλει να το παραδώσει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, σε εκείνον που αφορά η επίδοση, με έγγραφη απόδειξη, την οποία και υποχρεούται να διαβιβάσει στη γραμματεία του οικείου δικαστηρίου. Θυροκόλληση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-55\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.55</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η επίδοση γίνεται με θυροκόλληση: α)αν τα πρόσωπα, προς τα οποία προβλέπεται ότι διενεργείται η παράδοση του εγγράφου, δεν βρίσκονται ούτε στην κατοικία ούτε στο χώρο της εργασίας τους ή αρνούνται την παραλαβή του ή την υπογραφή της έκθεσης ή δεν μπορούν να υπογράψουν την έκθεση, ή β)αν τα υπηρεσιακά όργανα, στα οποία παραδίδεται το έγγραφο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρ. 49, 52, 53 και 54, αρνούνται την παραλαβή ή την υπογραφή της έκθεσης. 2.Η θυροκόλληση συνίσταται στην επικόλληση από μέρους του οργάνου της επίδοσης, με την παρουσία ενός μάρτυρα, του επιδοτέου εγγράφου στη θύρα της κατοικίας ή του χώρου εργασίας ή του υπηρεσιακού καταστήματος όπου κατοικεί ή εργάζεται, κατά περίπτωση, το πρόσωπο προς το οποίο έπρεπε να διενεργηθεί η παράδοση του εγγράφου Έκθεση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-56\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.56</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Για κάθε επίδοση, το όργανο που τη διενεργεί συντάσσει έκθεση. 2.Η έκθεση, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρ. 44, πρέπει να μνημονεύει: α)την παραγγελία προς επίδοση, β)σαφή προσδιορισμό του επιδοτέου εγγράφου και των προσώπων τα οποία αφορά, γ)την ημέρα και την ώρα της επίδοσης, δ)το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο και την ιδιότητα με την οποία το παρέλαβε, καθώς και ε)τους λόγους που προκάλεσαν τη θυροκόλληση. 3.Η έκθεση υπογράφεται από το όργανο της επίδοσης, καθώς και από το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο. Σε περίπτωση θυροκόλλησης, η έκθεση υπογράφεται από το όργανο και το μάρτυρα. 4.Το όργανο της επίδοσης οφείλει να σημειώνει, στο έγγραφο, και να βεβαιώνει την ημέρα και την ώρα της παράδοσης ή της θυροκόλλησης Σε περίπτωση διαφοράς ανάμεσα στην έκθεση και στη σημείωση, επικρατεί η ημέρα και ώρα που μνημονεύονται στην έκθεση. Συντέλεση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-57\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.57</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η επίδοση συντελείται, κατά περίπτωση, από το χρόνο της παράδοσης ή της θυροκόλλησης του επιδοτέου εγγράφου, ο οποίος και προκύπτει από την έκθεση. 2.Η επίδοση θεωρείται ότι συντελέστηκε: α)στην περίπτωση της παρ. 4 του άρθρ. 45, από το χρόνο παράδοσης του εγγράφου στο γραμματέα, β)στην περίπτωση της παρ. 2 του άρθρ. 47, από το χρόνο που, σύμφωνα με την έκθεση, εκδηλώθηκε η άρνηση παραλαβής του εγγράφου στο κατάστημα της αρχής ή του δικαστηρίου, γ)στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρ. 53, από το χρόνο της παράδοσης του εγγράφου στα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή, ενώ δ)στην περίπτωση του άρθρ. 54, από το χρόνο της παράδοσης του εγγράφου στο Υπουργείο Εξωτερικών. (Μετά τη σελ. 104,662) Σελ. 104,663 Τεύχος 1360 Σελ. 13 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.13 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ ΑΝΤΙΚΛΗΤΟΣ Διορισμός</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-58\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.58</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Ο ιδιώτης, που δεν έχει ο ίδιος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος ή ο εκπρόσωπος ή ο δικαστικός πληρεξούσιός του την κατοικία ή το χώρο της εργασίας του στην έδρα του δικαστηρίου, οφείλει να διορίζει, ως αντίκλητο, πρόσωπο που έχει την κατοικία ή το χώρο της εργασίας του στην έδρα αυτήν. Δικαίωμα να διορίσει αντίκλητο έχει ο διάδικος σε κάθε άλλη περίπτωση. 2.Ο διορισμός γίνεται με το πρώτο δικόγραφο που απευθύνεται στο δικαστήριο, μπορεί όμως να γίνει και με νεότερο έγγραφο του διαδίκου, το οποίο πρέπει να κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου και να επιδίδεται από αυτόν στους άλλους διαδίκους. Ο διορισμός ισχύει, ως προς το δικαστήριο, από την κατάθεση ενώ, ως προς τους άλλους διαδίκους, από την προς αυτούς επίδοση του σχετικού εγγράφου. 3.Η πράξη του διορισμού πρέπει να περιέχει το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο, το επάγγελμα και τις διευθύνσεις της κατοικίας και του χώρου εργασίας του αντικλήτου Σε περίπτωση μεταβολής των διευθύνσεων, εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρ. 45. 4.Όλες οι επιδόσεις μπορούν να γίνουν στον αντίκλητο του διαδίκου, ακόμη και όταν ο διάδικος κατοικεί ή εργάζεται στην έδρα του δικαστηρίου. Διάρκεια εξουσίας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-59\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.59</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Ως προς τη διάρκεια της εξουσίας του αντικλήτου, την παραίτησή του ή την ανάκληση του διορισμού του, εφαρμόζονται αναλόγως οι αντίστοιχες διατάξεις που αφορούν τους δικαστικούς πληρεξουσίους. 2.Σε κάθε περίπτωση που έπαυσε η εξουσία του αντικλήτου, ο διάδικος οφείλει να διορίσει άλλον. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ Έναρξη – Λήξη - Υπολογισμός</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-60\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.60</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή από τα δικαστήρια αρχίζουν την επόμενη ημέρα από εκείνη κατά την οποία συντελέστηκε το γεγονός που αποτέλεσε την αφετηρία τους και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας, αν δε αυτή είναι αργία, την ίδια ώρα της αμέσως επόμενης εργάσιμης ημέρας. Κατ’ εξαίρεση, για τη συμπλήρωση της ενηλικίωσης προσώπου υπολογίζεται και η ημέρα της γέννησης. 2.Προθεσμία που προσδιορίζεται σε έτη λήγει όταν περάσει η αντίστοιχη ημερομηνία του τελευταίου έτους. Σελ. 104,664 Τεύχος 1360 Σελ. 14 3.Προθεσμία που προσδιορίζεται σε μήνες λήγει όταν περάσει η ημέρα του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί αριθμητικά στην ημέρα έναρξης, αν δε δεν υπάρχει αντίστοιχη αριθμητικά ημέρα, ως τέτοια θεωρείται η τελευταία ημέρα του τελευταίου μήνα. 4.Προθεσμία που προσδιορίζεται σε εβδομάδες λήγει όταν περάσει η αντίστοιχη ομώνυμη ημέρα της τελευταίας εβδομάδας. 5.Προθεσμία μισού έτους ισχύει ως προθεσμία έξι μηνών, ενώ προθεσμία μισού μήνα ισχύει ως προθεσμία 15 ημερών. 6.Αν η προθεσμία που έχει προσδιοριστεί αποτελείται από μήνες και ημέρες, υπολογίζονται πρώτα οι μήνες και κατόπιν προστίθενται οι ημέρες. 7.Για τον υπολογισμό των προθεσμιών, ως αρχή του μήνα νοείται η πρώτη, ως μέσον η δέκατη πέμπτη και ως τέλος η τελευταία ημέρα του Διαδρομή – Παράταση – Διακοπή – Αναστολή - Εξέταση τήρησης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-6\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.6</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η, σε πρώτο βαθμό, εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στο τριμελές πρωτοδικείο. 2.Κατ’ εξαίρεση, η εκδίκαση: α)των διαφορών από διοικητικές συμβάσεις ανήκει, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, στο εφετείο, ενώ β)των χρηματικών διαφορών, των οποίων το αντικείμενο δεν υπερβαίνει το ποσό των 2.000.000 δραχμών ανήκει στο μονομελές πρωτοδικείο. Αν πρόκειται για φορολογική εν γένει διαφορά που αφορά κύριο και πρόσθετο φόρο, αντικείμενο, προσδιοριστικό της αρμοδιότητας, είναι το ποσό του κύριου φόρου. 3.Αν η, κατά την περ. β΄ της προηγούμενης παρ., χρηματική διαφορά έχει δημιουργηθεί από τον καταλογισμό ή την οποιασδήποτε άλλης φύσεως βεβαίωση, με την ίδια πράξη, διάφορων ποσών κατά του ίδιου υποχρέου, η αρμοδιότητα καθορίζεται με βάση το μεγαλύτερο από τα ποσά αυτά. 4.Στην κατά την περ. β΄ της παρ. 2 εξαίρεση δεν υπάγονται οι χρηματικές διαφορές που αναφύονται κατ’ εφαρμογή των νομοθεσιών, στις οποίες αναφέρεται η παρ. 1 του άρθρ. 7 του Νόμ. 702/1977. 5.Το ποσό που ορίζεται στην περ. β΄ της παρ. 2 είναι δυνατόν να μεταβάλλεται με προεδρικά διατάγματα, τα οποία εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης. 6.Η σε δεύτερο βαθμό εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στο τριμελές εφετείο Κατ’ εξαίρεση, στις περιπτώσεις που η πρωτόδικη απόφαση εκδίδεται από το μονομελές πρωτοδικείο, η σε δεύτερο βαθμό εκδίκαση της διαφοράς ανήκει στο τριμελές πρωτοδικείο. Κατά τόπο</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-61\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.61</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Οι προθεσμίες που αρχίζουν με την επίδοση εγγράφου τρέχουν και εναντίον εκείνου με παραγγελία του οποίου έγινε η επίδοση. 2.Σε περίπτωση παράτασης προθεσμίας που χορηγείται από το νόμο ή από το δικαστήριο, η νέα προθεσμία αρχίζει αφότου περάσει η πρώτη. 3.Η διακοπή της δίκης συνεπάγεται και διακοπή των προθεσμιών που δεν έχουν εκπνεύσει, οι οποίες αρχίζουν εκ νέου από την επανάληψη της δίκης. 6.ΑΑ.γ.13 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 4.Κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών αναστέλλονται οι προθεσμίες που έχουν ταχθεί για τη διεξαγωγή αποδείξεων. Η αναστολή δεν ισχύει όταν πρόκειται για συντηρητική απόδειξη ή για υποθέσεις που εκδικάζονται από τα τμήματα διακοπών. Οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων βοηθημάτων ή μέσων αναστέλλονται για το διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου. 5.Οι προθεσμίες της παρ. 1, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, έχουν ανατρεπτικό χαρακτήρα, η δε τήρησή τους εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. 6.Η μη τήρηση προθεσμίας, που αφορά αποκλειστικά τις σχέσεις μεταξύ των διαδίκων, εξετάζεται από το δικαστήριο μόνο αν τούτο προβληθεί από το διάδικο υπέρ του οποίου αυτή έχει ταχθεί ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΚΥΡΟΤΗΤΕΣ</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-62\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.62</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Το δικαστήριο απαγγέλλει την ακυρότητα των διαδικαστικών πράξεων οι οποίες διενεργήθηκαν, από το ίδιο ή από διάδικο, κατά παράβαση των διατάξεων που τις ρυθμίζουν. 2.Η κατά την προηγούμενη παρ. ακυρότητα απαγγέλλεται από το δικαστήριο: α)αυτεπαγγέλτως, αν τούτο προβλέπεται ρητώς από το νόμο, ή αν η διαδικαστική πράξη προέρχεται από αναρμόδιο όργανο, ή αν αυτή έγινε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, β)ύστερα από αίτηση του διαδίκου σε κάθε άλλη περίπτωση και εφόσον κριθεί ότι η παράβαση προκάλεσε σε αυτόν βλάβη, η οποία δεν είναι δυνατόν να αποκατασταθεί με άλλον τρόπο. 3.Η αίτηση του διαδίκου στην περ. β΄ της προηγούμενης παρ., είναι απαράδεκτη: α)αν δεν υποβληθεί κατά την πρώτη, μετά την παράβαση, συζήτηση, β)αν υποβληθεί από διάδικο που έχει προκαλέσει την παράβαση ή που έχει συντελέσει σε αυτήν ή που έχει παραιτηθεί ρητώς ή σιωπηρώς, μετά τη διενέργεια της διαδικαστικής πράξης, από την υποβολή της αίτησης. 4.Μετά την απαγγελία της ακυρότητας, το δικαστήριο διατάζει να επαναληφθεί η πράξη, εκτός αν έχει ήδη επέλθει απώλεια του σχετικού δικαιώματος ή η επανάληψη αποκλείεται για άλλον λόγο ΕΒΔΟΜΟ ΤΜΗΜΑ ΕΝΔΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΠΡΟΣΦΥΓΗ Προσβαλλόμενες πράξεις και παραλείψεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-63\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.63</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται σε ειδικές διατάξεις του Κώδικα, οι εκτελεστές ατομικές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις, από τις οποίες δημιουργούνται κατά νόμο διοικητικές διαφορές ουσίας, υπόκεινται σε προσφυγή. 2.Παράλειψη υπάρχει όταν η διοικητική αρχή, αν και υποχρεούται κατά νόμο, δεν εκδίδει εκτελεστή ατομική διοικητική πράξη για να ρυθμίσει ορισμένη έννομη σχέση. Η παράλειψη συντελείται με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας που τυχόν τάσσει ο νόμος για την έκδοση, είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, της πράξης αυτής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση (σιωπηρή άρνηση), αν από το νόμο δεν τάσσεται τέτοια προθεσμία, η παράλειψη συντελείται με την πάροδο άπρακτου τριμήνου από την υποβολή της σχετικής αίτησης στη Διοίκηση Η κατά τις προηγούμενες περιόδους παράλειψη συντελείται, επίσης, με την έκδοση θετικής διοικητικής πράξης από την οποία συνεπάγεται εμμέσως η βούληση της Διοίκησης να μην προβεί στη ρύθμιση ορισμένης έννομης σχέσης. 3.Στις περιπτώσεις που από το νόμο προβλέπεται, κατά της πράξης ή της παράλειψης, διοικητική προσφυγή, η οποία ασκείται, μέσα σε ορισμένη προθεσμία, ενώπιον του ίδιου ή ιεραρχικώς προϊσταμένου ή άλλου ειδικώς κατεστημένου οργάνου, και συνεπάγεται τον έλεγχο της πράξης ή της παράλειψης κατά το νόμο και την ουσία (ενδικοφανής προσφυγή), το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ασκείται παραδεκτώς μόνο κατά της πράξης που εκδίδεται για την ενδικοφανή προσφυγή. Αν κατά της πράξης ή της παράλειψης προβλέπονται από το νόμο περισσότερες από μία διαδοχικές ενδικοφανείς προσφυγές, το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ασκείται παραδεκτώς μόνο κατά της πράξης που εκδίδεται για την τελευταία ενδικοφανή προσφυγή.</p>\n<p class=\"lf-p\">Το κατά τις προηγούμενες περιόδους απαράδεκτο του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής κατά πράξης ή παράλειψης κατά της οποίας προβλέπεται από το νόμο η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής, δεν ισχύει αν η αρμόδια διοικητική αρχή παρέλειψε να ενημερώσει πλήρως, κατά οποιονδήποτε τρόπο, τον ενδιαφερόμενο, τόσο για την υποχρέωση, όσο και για τους όρους άσκησης της ενδικοφανούς προσφυγής. 4.Αν παρέλθει η προθεσμία που τάσσει τυχόν ειδικώς ο νόμος προς έκδοση απόφασης για την ενδικοφανή προσφυγή ή, σε περίπτωση που δεν τάσσεται τέτοια προθεσμία, αν παρέλθει άπρακτο τρίμηνο από την άσκησή της, το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ασκείται κατά της τεκμαιρόμενης από την πάροδο της προθεσμίας, απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής. 5.Η προσφυγή ασκείται παραδεκτώς και πριν από τη συντέλεση της παράλειψης ή της τεκμαιρόμενης απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής, εφόσον όμως η συντέλεση αυτή έχει επέλθει κατά την πρώτη συζήτηση του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής. (Μετά τη σελ. 104,664) Σελ. 104,665 Τεύχος 1360 Σελ. 15 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.13 6.Ρητή πράξη η οποία εκδόθηκε μετά τη συντέλεση της παράλειψης ή της τεκμαιρόμενης απόρριψης ενδικοφανούς προσφυγής, και ως των πρώτη συζήτηση του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής, λογίζεται ως συμπροσβαλλόμενη. Μπορεί όμως και να προσβληθεί αυτοτελώς. 7.Με ένδικο βοήθημα της προσφυγής λογίζονται ως συμπροσβαλλόμενες και όλες οι μεταγενέστερες και συναφείς προς την προσβαλλόμενη, πράξεις ή παραλείψεις, εφόσον έχουν εκδοθεί ή συντελεστεί, αντιστοίχως, ως την πρώτη συζήτηση. Στην περίπτωση αυτήν, η αναβολή της συζήτησης για την υποβολή πρόσθετων λόγων, εφόσον ζητηθεί, είναι υποχρεωτική. Οι πράξεις ή οι παραλείψεις αυτές μπορούν πάντως να προσβληθούν και αυτοτελώς. 8.Η διοικητική αρχή οφείλει, σε κάθε περίπτωση, να χορηγεί ατελώς στον ενδιαφερόμενο βεβαίωση για την ημερομηνία υποβολής της κατά την παρ. 2 αίτησης ή για την ημερομηνία άσκησης της κατά την παρ. 4 ενδικοφανούς προσφυγής.</p>\n<p class=\"lf-p\">Ενεργητική νομιμοποίηση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-64\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.64</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Προσφυγή μπορεί να ασκήσει εκείνος: α)ο οποίος έχει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον, ή β)στον οποίο αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα από ειδική διάταξη νόμου. 2.Προσφυγή μπορεί επίσης να ασκήσει: α)Ο Υπουργός Οικονομικών, καθώς και ο αρμόδιος οικονομικός επιθεωρητής, υπέρ του Δημοσίου, κατά των πράξεων των φορολογικών οργάνων του τελευταίου, οι οποίες εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας. β)Κάθε άλλη αρχή, καθώς και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, εφόσον ειδική διάταξη νόμου αναγνωρίζει ρητώς σε αυτούς τέτοιο δικαίωμα. Παθητική νομιμοποίηση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-65\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.65</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Στη δίκη που δημιουργείται ύστερα από άσκηση προσφυγής, παθητικώς νομιμοποιείται το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, στο οποίο ανήκει το όργανο που εξέδωσε την πράξη ή που παρά το νόμο παράλειψε την έκδόσή της. 2.Αν η κατά την προηγούμενη παρ. πράξη ή παράλειψη έχει ενσωματωθεί σε μεταγενέστερη πράξη ή παράλειψη του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, στη δίκη που δημιουργείται ύστερα από άσκηση προσφυγής κατά της τελευταίας αυτής πράξης ή παράλειψης νομιμοποιείται παθητικώς και το νομικό πρόσωπο, όργανο του οποίου εξέδωσε ή παράλειψε να εκδώσει την πράξη που ενσωματώθηκε. Σελ. 104,666 Τεύχος 1360 Σελ. 16 Προθεσμία</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-66\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.66</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η προσφυγή ασκείται μέσα σε προθεσμία 60 ημερών, η οποία αρχίζει: Α.Σε περίπτωση ρητής πράξης: α)Για εκείνους τους οποίους αφορά: i.από την κατά νόμο επίδοσή της σε αυτούς, ή ii.σε κάθε άλλη περίπτωση, από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένως πλήρη γνώση του περιεχομένου της. β)Για τους τρίτους: i.από τη δημοσίευσή της, αν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλος ειδικότερος τρόπος γνωστοποίησής της, ή ii.σε κάθε άλλη περίπτωση, από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένως πλήρη γνώση του περιεχομένου της. Β.Σε περίπτωση παράλειψης, από τη συντέλεσή της. 2.Ειδικώς, στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρ. 64, η προθεσμία είναι 90 ημερών από την έκδοση ή την κατά νόμο δημοσίευση της πράξης ή τη συντέλεση της παράλειψης. 3.Η προσφυγή μπορεί να ασκηθεί και πριν από την επίδοση της πράξης. 4.Αν, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας, αποβιώσει ο νομιμοποιούμενος χωρίς να έχει ασκήσει προσφυγή, αυτή είναι δυνατόν να ασκηθεί, από τους κάθε είδους γενικούς ή ειδικούς διαδόχους του, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον, μέσα σε νέα ισόχρονη προθεσμία, η οποία και αρχίζει από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένως πλήρη γνώση της πράξης ή από τότε που τυχόν αυτή τους κοινοποιήθηκε ή από τότε που αποδεδειγμένως αντιλήφθηκαν τη συντέλεση της παράλειψης Αν εκκρεμεί η αποδοχή της κληρονομίας, η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από την αποδοχή. 6.ΑΑ.γ.13 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 5.Οι διατάξεις της πρώτης περιόδου της προηγούμενης παρ. εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση που έπαυσε να υπάρχει το νομικό πρόσωπο. 6.Αν ο νομιμοποιούμενος προς άσκηση προσφυγής διαμένει στην αλλοδαπή, οι αντίστοιχες προθεσμίες ορίζονται σε 90 ημέρες. Διακοπή της προθεσμίας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-67\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.67</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής διακόπτεται, για μία μόνο φορά, με την άσκηση κάθε διοικητικής προσφυγής, πλην εκείνης που προβλέπεται από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρ. 63. Το κατά την προηγούμενη περίοδο αποτέλεσμα επέρχεται ακόμη και αν η διοικητική προσφυγή έχει απευθυνθεί σε αναρμόδιο διοικητικό όργανο. Η διάταξη της παρ. αυτής δεν έχει εφαρμογή κατά την εκδίκαση των φορολογικών εν γένει διαφορών. 2.Η προθεσμία, η οποία διακόπτεται κατά την προηγούμενη παρ., κινείται εξαρχής από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας που τυχόν τάσσει ο νόμος για απάντηση, αλλιώς από την πάροδο άπρακτων 30 ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης ή από την τυχόν επίδοση, πριν περάσουν οι προηγούμενες προθεσμίες, της απάντησης για την απλή ή την ειδική διοικητική προσφυγή Περιεχόμενο του δικογράφου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-68\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.68</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Το δικόγραφο της προσφυγής, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρ. 45, πρέπει ακόμη: α)να μνημονεύει με ακρίβεια: i.την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη, ii.την αρχή που εξέδωσε την πράξη αυτήν ή που παράλειψε την έκδοσή της, iii.τους λόγους, οι οποίοι θεμελιώνουν το αίτημα και β)να περιέχει σαφώς καθορισμένο αίτημα. 2.Αίτημα της προσφυγής μπορεί να είναι: α)η ολική ή μερική ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης ή παράλειψης, ή β)η τροποποίηση της προσβαλλόμενης πράξης. 3.Αν η προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη αφορά τρίτους, στο δικόγραφο πρέπει να μνημονεύονται σαφώς οι διευθύνσεις της κατοικίας και του χώρου εργασίας ή της έδρας των τρίτων. 4.Η αόριστη μνεία στο δικόγραφο ότι προσβάλλεται και κάθε συναφής πράξη ή παράλειψη δεν υποχρεώνει το δικαστήριο, εφόσον δεν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 7 του άρθρ. 63, να ερευνήσει και ως προς τούτο την υπόθεση Ανασταλτικό αποτέλεσμα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-7\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.7</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Αρμόδιο στον πρώτο, ή πρώτο και τελευταίο, βαθμό είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η αρχή από πράξη, παράλειψη ή υλική ενέργεια οργάνου της οποίας δημιουργήθηκε η διαφορά. Η αρμοδιότητα αυτή διατηρείται και στις περιπτώσεις, που, κατά των πράξεων ή παραλείψεων τούτων, ασκείται οποιαδήποτε διοικητική προσφυγή. 2.Κατ’ εξαίρεση, αρμόδιο δικαστήριο είναι: α)αν πρόκειται για διαφορές που αφορούν τα όρια των δήμων και κοινοτήτων, εκείνο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύουν οι διάδικοι οργανισμοί, και αν αυτοί εδρεύουν σε περιφέρειες περισσότερων δικαστηρίων, εκείνο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει ο πολυπληθέστερος, κατά την τελευταία απογραφή, οργανισμός, ενώ β)αν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα στον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ .Α.) και τους ασφαλισμένους του ή πρόσωπα που δικαιούνται παροχές από αυτόν, εκείνο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει το όργανο που, κατά τις οικείες διατάξεις, είναι αρμόδιο προς παραλαβή της σχετικής αίτησης ή δήλωσης του ενδιαφερομένου για τη χορήγηση παροχής, ή στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί αυτός σε βάρος του οποίου έγινε καταλογισμός χρηματικού ποσού. 3.Όταν η αρχή εδρεύει στην αλλοδαπή, αρμόδια είναι τα δικαστήρια της Πρωτεύουσας. 4.Αρμόδιο στο δεύτερο βαθμό είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Μετά τη σελ. 104,652(α) Σελ. 104,653 Τεύχος 1360 Σελ. 3 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.13 Διατήρηση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-69\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.69</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης. 2.Κατ’ εξαίρεση, αν με την πράξη καταλογίζονται χρηματικά ποσά που αναφέρονται σε φορολογικές εν γένει απαιτήσεις του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ή αυτοτελείς χρηματικές κυρώσεις για παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας, η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής, καθώς και η άσκησή της αναστέλλουν την εκτέλεση της πράξης. Ειδικές διατάξεις, οι οποίες αποκλείουν την αναστολή ή θεσπίζουν την κατά ορισμένο μόνο ποσοστό αναστολή των πράξεων τούτων, διατηρούνται σε ισχύ. 3.Κατά τα λοιπά, σε κάθε περίπτωση, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρ. 200 έως και 205 Απαράδεκτο άσκησης δεύτερης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-70\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.70</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής από τον ίδιο προσφεύγοντα κατά της αυτής πράξης ή παράλειψης. 2.Προσφυγή, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε ο προσφεύγων, θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΑΓΩΓΗ Ενεργητική νομιμοποίηση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-71\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.71</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Αγωγή μπορεί να ασκήσει εκείνος ο οποίος έχει, κατά του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, χρηματική αξίωση από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου. 2.Σε άσκηση της κατά την προηγούμενη παρ. αγωγής νομιμοποιούνται και οι κάθε είδους καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι. 3.Αγωγή μπορούν να ασκήσουν και οι δανειστές των, κατά τις προηγούμενες παρ., δικαιούχων εφόσον οι τελευταίοι δεν την ασκούν, εκτός αν πρόκειται για προσωποπαγείς αξιώσεις (πλαγιαστική αγωγή). 4.Η κατά τις προηγούμενες παρ. αγωγή είναι απαράδεκτη αν πρόκειται για αξίωση φορολογικού εν γένει περιεχομένου. 5.Απαράδεκτη είναι η κατά τις παρ. 1-3 αγωγή και σε κάθε άλλη περίπτωση που, επίσης, για την ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης, υπάρχει, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, αρμόδιο να αποφανθεί όργανο της Διοίκησης Στις περιπτώσεις αυτές, αν μετά την τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, ο ενδιαφερόμενος προσφύγει στη Διοίκηση προς ικανοποίηση της αξίωσής του, θεωρείται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, σαν να είχε προσφύγει κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. (Μετά τη σελ. 104,666) Σελ. 104,667 Τεύχος 1360 Σελ. 17 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.13 Παθητική νομιμοποίηση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-72\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.72</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Η αγωγή ασκείται κατά του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, που είναι υπόχρεο προς ικανοποίηση της κατά την παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου αξίωσης. Περιεχόμενο δικογράφου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-73\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.73</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπει το άρθρ. 45, πρέπει να περιέχει και: α)καθορισμό της έννομης σχέσης από την οποία απορρέει η αξίωση, β)σαφή έκθεση των πραγματικών περιστατικών, καθώς και τους λόγους που θεμελιώνουν κατά νόμο την αξίωση και γ)σαφώς καθορισμένο αίτημα. 2.Αίτημα της αγωγής μπορεί να είναι: α)η καταψήφιση της αξιούμενης παροχής, ή γ)η αναγνώριση της αντίστοιχης αξίωσης. Άσκηση υπό αίρεση-Επικουρικές βάσεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-74\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.74</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Άσκηση αγωγής υπό αίρεση δεν επιτρέπεται. 2.Η αγωγή μπορεί να έχει, εκτός από την κύρια, και μία ή περισσότερες επικουρικές πραγματικές ή νομικές βάσεις. Συνέπειες κατάθεσης και επίδοσης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-75\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.75</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η εκκρεμοδικία αρχίζει με την κατάθεση της αγωγής και λήγει με τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης ή την κατάργηση της δίκης. 2.Τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο έννομα αποτελέσματα της άσκησης της αγωγής, ως προς τον εναγόμενο, επέρχονται μόνο από την επίδοσή της σε αυτόν, η οποία μπορεί να διενεργηθεί και από τον ενάγοντα. Κατ’ εξαίρεση, η παραγραφή διακόπτεται σε κάθε περίπτωση με την κατάθεση της αγωγής και αρχίζει πάλι μόνο από την τελεσιδικία της απόφασης ή την κατάργηση της δίκης. 3.Μεταβολή του αιτήματος της αγωγής είναι απαράδεκτη. Κατ’ εξαίρεση, ο ενάγων μπορεί, ως το τέλος της πρώτης συζήτησης, να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ή να το μετατρέψει από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό ή από αναγνωριστικό σε καταψηφιστικό Απαράδεκτο άσκησης δεύτερης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-76\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.76</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης αγωγής, με το αυτό αντικείμενο, από τον ίδιο ενάγοντα. 2.Αγωγή, από το δικόγραφο της οποία παραιτήθηκε ο ενάγων, θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε. Σελ. 104,668 Τεύχος 1360 Σελ. 18 Παρεμπίπτουσα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-77\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.77</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Με παρεμπίπτουσα αγωγή είναι δυνατόν να ζητηθούν: α)τα παρεπόμενα του κύριου αντικειμένου της δίκης, ή β)συμπληρωματική της αρχικής παροχή, αν μετά την άσκηση της αγωγής, διερευνήθηκε κατά οποιονδήποτε τρόπο η αρχική αξίωση του ενάγοντος. 2.Ως προς την άσκηση της παρεμπίπτουσας αγωγής εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρ. 114. Σχέση προς άλλα ένδικα βοηθήματα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-78\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.78</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρ. 71 ή σε τυχόν άλλες ειδικές διατάξεις, αγωγή για αξίωση που θεμελιώνεται στο παράνομο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης δεν είναι απαράδεκτη αν, κατά της πράξης ή της παράλειψης αυτής, δεν ασκήθηκε το από τις κείμενες διατάξεις προβλεπόμενο ένδικο βοήθημα. Στην περίπτωση αυτήν, κατά την εκδίκαση της αγωγής έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα στην παρ. 2 του</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-8\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.8</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Το δικαστήριο που είναι αρμόδιο όταν ασκείται το ένδικο βοήθημα ή μέσο διατηρεί την αρμοδιότητά του ως την περάτωση της δίκης, ακόμη και αν στο μεταξύ μεταβληθεί η αρμοδιότητά του. Απαγόρευση παρέκτασης άρθρ. 80. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Σε περίπτωση προσφυγής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-79\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.79</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη κατά το νόμο και την ουσία, μέσα στα όρια της προσφυγής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. Κατ’ εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης πράξης ή παράλειψης, κατά περίπτωση, χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό της, προκειμένου να διακριβωθεί: 6.ΑΑ.γ.13 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων α)αν συντρέχουν οι λόγοι της περ. α΄ της παρ. 3 ή β)αν η πράξη είναι πλημμελής κατά τη νόμιμη βάση της, ή γ)αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου. 2.Αν η προσφυγή στρέφεται κατά της πράξης, το δικαστήριο, κατά την επίλυση της διαφοράς, είτε δέχεται την προσφυγή εν όλω ή εν μέρει και ακυρώνει ολικώς ή μερικώς την πράξη ή την τροποποιεί, είτε απορρίπτει την προσφυγή. 3.Το δικαστήριο ακυρώνει την πράξη και αναπέμπει την υπόθεση στην Διοίκηση για να ενεργήσει τα νόμιμα: α)αν η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο ή από συλλογικό όργανο που δεν έχει νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση, ή β)αν συντρέχει παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, που έχει ταχθεί για την έκδοση της πράξης, ή γ)αν η Διοίκηση δεν έχει ασκήσει τη διακριτική της εξουσία. 4.Αν η προσφυγή στρέφεται κατά παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, το δικαστήριο, κατά την επίλυση της διαφοράς, είτε ακυρώνει εν όλω ή εν μέρει την παράλειψη και αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για να προβεί στην οφειλόμενη ενέργεια, είτε απορρίπτει την προσφυγή. 5.Το δικαστήριο δεν μπορεί, με την απόφασή του, να καταστήσει χειρότερη τη θέση του προσφεύγοντος, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις της δεύτερης περιόδου της παρ. 1 Η χειροτέρευση της θέσης του προσφεύγοντος διαπιστώνεται από τη συνολική έκβαση της δίκης. Σε περίπτωση αγωγής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-80\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.80</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Το δικαστήριο, κατά την επίλυση της διαφοράς, είτε δέχεται την αγωγή εν όλω ή εν μέρει και, ανάλογα με το αίτημά της, επιδικάζει την παροχή ή απλώς αναγνωρίζει τη σχετική αξίωση, είτε απορρίπτει την αγωγή. 2.Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 4 του άρθρ. 71 ή σε τυχόν άλλες ειδικές διατάξεις, αν η αξίωση θεμελιώνεται στο παράνομο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης, το δικαστήριο, εφόσον δεν υπάρχει δεδικασμένο, κρίνει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της πράξης ή της παράλειψης αυτής. 3.Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση διαδίκου, να κηρύξει την απόφασή του εν όλω ή εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι που συνηγορούν προς τούτο ή αν η επιβράδυνση της εκτέλεσης θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στο διάδικο που νίκησε Στις προσωρινώς εκτελεστές αποφάσεις, η προθεσμία, καθώς και η παραδεκτή άσκηση της έφεσης δεν αναστέλλουν την εκτέλεση, εκτός αν αυτή πρόκειται να γίνει κατά τρίτου. ΟΓΔΟΟ ΤΜΗΜΑ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Τα ένδικα μέσα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-81\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.81</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Ένδικα μέσα, τα οποία ασκούνται ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι η ανακοπή ερημοδικίας, η έφεση, η αίτηση αναθεώρησης, η τριτανακοπή και η αίτηση διόρθωσης ή ερμηνείας. 2.Ως προς την αίτηση αναίρεσης έχουν εφαρμογή οι εκάστοτε ισχύουσες, σχετικές με αυτήν, διατάξεις της νομοθεσίας που αφορά το Συμβούλιο της Επικρατείας. Αρμοδιότητα εκδίκασης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-82\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.82</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της αίτησης αναθεώρησης, της τριτανακοπής, και της αίτησης διόρθωσης ή ερμηνείας εκδικάζονται από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. 2.Το ένδικο μέσο της έφεσης εκδικάζεται από το αρμόδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Προσβαλλόμενες αποφάσεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-83\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.83</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Σε ένδικα μέσα υπόκεινται μόνο οι οριστικές αποφάσεις. Με την προσβολή τους θεωρείται ότι συμπροσβάλλονται και όλες οι μη οριστικές. Κατ’ εξαίρεση, σε ανακοπή ερημοδικίας και σε αίτηση διόρθωσης ή ερμηνείας υπόκεινται και οι μη οριστικές αποφάσεις. 2.Το παραδεκτό των ένδικων μέσων κρίνεται σύμφωνα με το νόμο ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο που δημοσιεύτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Νομιμοποίηση διαδίκων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-84\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.84</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η ενεργητική νομιμοποίηση καθορίζεται από τις διατάξεις που ρυθμίζουν το κάθε ένδικο μέσο. Παθητικώς νομιμοποιούνται όσοι διατέλεσαν αντίδικοι εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. 2.Νομιμοποιούνται επίσης ενεργητικώς ή παθητικώς οι καθολικοί ή οιονεί καθολικοί διάδοχοι και όσοι έγιναν ειδικοί διάδοχοι μετά την άσκηση του ένδικου βοηθήματος για το οποίο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Επανάσκηση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-85\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.85</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρ. 102, δεν επιτρέπεται να ασκηθεί, από το αυτό πρόσωπο, για δεύτερη φορά το ίδιο ένδικο μέσο κατά της αυτής απόφασης, ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο. (Μετά τη σελ. 104,668) Σελ. 104,669 Τεύχος 1360 Σελ. 19 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.13 2.Ένδικο μέσο από το οποίο παραιτήθηκε εκείνος που το άσκησε θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε. Προθεσμίες</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-86\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.86</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Αν οι προθεσμίες, μέσα στις οποίες ασκούνται τα ένδικα μέσα σύμφωνα με τις ειδικές γι’ αυτά διατάξεις, παρεκτείνονται κατά 60 ημέρες στις περιπτώσεις που οι νομιμοποιούμενοι να τα ασκήσουν διαμένουν στην αλλοδαπή. 2.Τα ένδικα μέσα ασκούνται παραδεκτώς και πριν από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. 3.Αν ο νομιμοποιούμενος να ασκήσει το ένδικο μέσο αποβιώσει κατά τη διάρκεια της προθεσμίας χωρίς να το ασκήσει, αυτό είναι δυνατόν να ασκηθεί από τα πρόσωπα της παρ. 2 του άρθρ. 84, μέσα σε νέα ισόχρονη προθεσμία, η οποία και αρχίζει από τότε που αυτά έλαβαν αποδεδειγμένως γνώση της απόφασης ή από τότε που τυχόν αυτή τους κοινοποιήθηκε. Αν η νομιμοποίηση των τελευταίων συνδέεται με την άσκηση κληρονομικού δικαιώματος, η νέα αυτή προθεσμία αρχίζει από την αποδοχή της κληρονομίας. 4.Οι διατάξεις της πρώτης περιόδου της προηγούμενης παρ. εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση που έπαυσε να υπάρχει το νομικό πρόσωπο Δικόγραφα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-87\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.87</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Τα δικόγραφα των ένδικων μέσων, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρ. 45, πρέπει να περιέχουν και: α)μνεία της προσβαλλόμενης απόφασης, β)τους ειδικούς για κάθε ένδικο μέσο λόγους και γ)σαφώς καθορισμένο αίτημα. Αναστολή εκτέλεσης</p></div>", "next": 0}