- ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 391 της 25 Απρ./4 Ιουν. 1968 (ΦΕΚ Α΄ 125) Περί κυρώσεως της Διεθνούς Συμβάσεως «περί γραμμών φορτώσεως, 1966». Άρθρ.1.-1.Κυρούνται και έχει ισχύν Νόμου η προσηρτημένη εις την τελικήν πράξιν της συνελθούσης εν Λονδίνω από 3 Μαρτίου μέχρι 5 Απρ. 1966 Διεθνούς Διασκέψεως δια τας γραμμάς φορτώσεως, Διεθνής Σύμβασις «περί γραμμών φορτώσεως 1966», υπογραφείσα την 5 Απρ. 1966 μετά των συνημμένων αυτή Κανονισμών, ων τα κείμενα εις την αγγλικήν και εν μεταφράσει εις την ελληνικήν είναι προσηρτημένα τω παρόντι. Εν περιπτώσει αντιθέσεως μεταξύ των δύο κειμένων υπερισχύει το αγγλικόν. 2.Η έναρξις ισχύος της κυρουμένης Διεθνούς Συμβάσεως και των συνημμένων αυτή Κανονισμών ορισθήσεται δια Β.Δ/των. Η ως άνω Διεθνής Σύμβασις μετά των συνημμένων αυτή Κανονισμών ετέθη εν ισχύϊ από 21 Ιουλ. 1968 δια του Β.Δ. 443 της 3/11 Ιουλ. 1968 (ΦΕΚ Α΄ 150) 3.Επιτρέπεται όπως, δια των κατ’ εξουσιοδότησιν του παρόντος Νόμου, εκδιδομένων Κανονισμών, ορίζωνται δια τα ελληνικά πλοία όρια ασφαλείας ανώτερα των προβλεπομένων υπό των κυρουμένων κειμένων. Άρθρ.7.-1.Από της ενάρξεως ισχύος της Διευθνούς Συμβάσεως «περί γραμμών φορτώσεως 1966», τα αφορώντα εις τον τρόπον εφαρμογής των κατά το προηγούμενον άρθρον ισχυουσών διατάξεων της Διεθνούς Συμβάσεως «περί γραμμών φορτώσεως 1930», ρυθμίζονται κατά τας διατάζεις του παρόντος Νόμου, καταργουμένων των διατάξεων του Νόμ. 5942/1933 «περί διεθνούς γραμμής φορτώσεως πλοίων». 2.Μέχρις εκδόσεως των περί ων ο παρών Νόμος Β.Δ/των εξακολουθούν να ισχύουν αι μέχρι τούδε κείμεναι διατάξεις δι’ έκαστον των δια Β.Δ/των ρυθμιστέων θεμάτων, εφ’ όσον δεν αντιβαίνουν εις τον παρόντα Νόμον. 3.Αι παραβάσεις των κατά την προηγουμένην παράγραφον ισχυουσών διατάξεων τιμωρούνται από της ισχύος του παρόντος Νόμου συμφώνως προς τους υπό τούτου καθοριζομένους όρους και διαδικασίαν. Άρθρ.8.-Άπαντα τα υπό των διατάξεων του παρόντος Νόμου προβλεπόμενα Β.Δ/τα εκδίδονται τη προτάσει του επί της Εμπορικής Ναυτιλίας Υπουργού. ΤΕΛΙΚΗ ΠΡΑΞΙΣ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΑΣΚΕΨΕΩΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ ΦΟΡΤΩΣΕΩΣ 1966 1.Τη προσκλήσει του Διακυβερνητικού Ναυτιλιακού Συμβουλευτικού Οργανισμού συνεκλήθη Διάσκεψις εν Λονδίνω από της 3ης Μαρτίου μέχρι της 5ης Απρ. 1966, προς τον σκοπόν της σχεδιάσεως μιας Διεθνούς Συμβάσεως επί των Γραμμών Φορτώσεως, μετ’ αναγνώρισιν ότι η καθιέρωσις δια διεθνούς συμφωνίας των κατωτάτων ορίων του ύψους εξάλων των ασχολουμένων εις διεθνείς πλόας πλοίων, συνιστά σπουδαιοτάτην προσφοράν εις την ασφάλειαν της ζωής και περιουσίας εν θαλάσση. 2.Αι Κυβερνήσεις των κάτωθι Κρατών αντεπροσωπεύθησαν εν τη Διασκέψει υπό αντιπροσωπειών: Αργεντινή, Αυστραλία, Βέλγιον, Βραζιλία, Βουλγαρία, Καναδάς, Κίνα, Κολομβία, Τσεχοσλοβακία, Δανία, Δομινικανή Δημοκρατία, Ομοσπονδιακή Δημ. της Γερμανίας, Φινλανδία, Γαλλία, Γκάνα, Ελλάς, Ονδούρας, Περού, Φιλιππίναι, Λαϊκή Δημοκρατία της Πολωνίας, Δημοκρατία της Κορέας, Ρουμανία, Άγιος Μαρίνος, Νότιος Αφρική, Ισπανία, Σουηδία, Ελβετία. Ισλανδία, Ινδία, Ιρλανδία, Ισραήλ, Ιταλία, Ακτή Ελεφαντοστού, Ιαπωνία, Κουβέϊτ, Λιβερία, Μαλαισιανή Δημοκρατία, Μάλτα, Κάτω Χώραι, Νέα Ζηλανδία, Νικαράγουα. Νορβηγία, Πακιστάν, Παναμάς, Τρίνινταντ και Τομπόκο, Τυνησία, Ε.Σ.Σ.Δ., Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία, Ηνωμένον Βασίλειον της Μεγάλης Βρεττανίας και Β. Ιρλανδίας, Ηνωμέναι Πολιτείαι Αμερικής, Βενεζουέλα, Γιουγκοσλαβία. 3.Αι Κυβερνήσεις των κάτωθι κρατών αντεπροσωπεύθησαν εν τη Διασκέψει υπό παρατηρητών: Καμερούν, Κογκό, Κούβα, Βατικανόν, Ουγγαρία, Ιράν, Τουρκία, Ουραγουάη. 4.Οι ακόλουθοι διακυβερνητικοί οργανισμοί αντεπροσωπεύθησαν εν τη Διασκέψει υπό παρατηρητών: Ηνωμένα έθνη Οργανισμός τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών. 5.Ο ακόλουθος διεθνής μη κυβερνητικός οργανισμός αντεπροσωπεύθη εν τη Διασκέψει υφ’ ενός παρατηρητού: Διεθνές Ναυτικόν Επιμελητήριον. 6-9.(Αφορώσιν εκλογήν Προεδρείου και Επιτροπών). 10.Η Διάσκεψις είχε υπ’ όψιν της και εχρησιμοποίησεν ως βάσιν δια τας συζητήσεις δύο σχέδια κειμένων μιας Διεθνούς Συμβάσεως Γραμμών Φορτώσεως και των παραρτημάτων της, υποβληθείσα υπό της Κυβερνήσεως των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και της Κυβερνήσεως της Ενώσεως των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, ομού μετά προτάσεων πολλών Κυβερνήσεων δια την αναθεώρησιν των κειμένων τούτων. 11.Ως αποτέλεσμα των συσκέψεών της, η Διάσκεψις, ως αναγράφεται εις τα πρακτικά των επιτροπών και εις τα πρακτικά της ολομελείας των συνόδων, προητοίμασε και υπέβαλε προς υπογραφήν και αποδοχήν την Διεθνή Σύμβασιν περί Γραμμών Φορτώσεως του
- 12.Η Διάσκεψις υιοθέτησε πέντε συστάσεις, αίτινες προέκυψαν κατά τας συνεδριάσεις της. 13.Το κείμενον της παρούσης Τελικής Πράξεως, συντεταγμένον εις έν μόνον πρωτότυπον εις την Αγγλικήν, Γαλλικήν, Ρωσσικήν και Ισπανικήν Γλώσσαν ομού μετά των συνημμένων κειμένων της Διεθνούς Συμβάσεως περί Γραμμών Φορτώσεως του 1966 και των Συστάσεων της Διασκέψεως, αίτινες είναι συντεταγμέναι εις την Αγγλικήν και Γαλλικήν Γλώσσαν, θα κατατεθή εις τον Διακυβερνητικόν Ναυτιλιακόν Συμβουλευτικόν Οργανισμόν. Επίσημοι μεταφράσεις της συνημμένης Συμβάσεως και των Συστάσεων θα ετοιμασθούν εις την Ρωσσικήν και Ισπανικήν γλώσσαν και θα κατατεθώσιν ομού μετά της παρούσης Τελικής Πράξεως. Ο Γενικός Γραμματεύς του Οργανισμού θα αποστείλη επικεκυρωμένον αντίγραφον της τελικής πράξεως ως και επικεκυρωμένα αντίγραφα των επισήμων μεταφράσεων της Συμβάσεως και των Συστάσεων, ευθύς ως ετοιμασθώσι, εις μίαν εκάστην των Κυβερνήσεων, αίτινες εκλήθησαν να μετάσχωσι της Διασκέψεως. Εφ’ ω οι Αντιπρόσωποι των διαφόρων χωρών έθεσαν τας υπογραφάς των εν τη παρούση Τελική Πράξει. (Αντί για τη σελ. 282,17) Σελ. 282,17(α) Τεύχος 1277-Σελ. 99 Κανονισμοί φορτώσεων 19.Γ.γ.15 Εγένετο εν Λονδίνω τη Πέμπτη Απριλίου του έτους χίλια εννεακόσια εξήκοντα έξ. ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΜΒΑΣΙΣ ΓΡΑΜΜΩΝ ΦΟΡΤΩΣΕΩΣ 1966 Αι συμβαλλόμεναι Κυβερνήσεις: ΕΠΙΘΥΜΟΥΣΑΙ να προαγάγωσι την ασφάλειαν της ανθρωπίνης ζωής και περιουσίας εν θαλάσση, δια του καθορισμού, ομοιομόρφων αρχών και κανονισμών αναφορικώς με τα όρια μέχρι τα οποία πλοία εκτελούντα διεθνείς πλόας, δύνανται να φορτώνωνται. ΦΡΟΝΟΥΣΑΙ δε, ότι ο σκοπός ούτος θέλει καλύτερον επιτευχθή δια της συνάψεως μιας Συμβάσεως. ΣΥΝΕΦΩΝΗΘΗΣΑΝ τα ακόλουθα: ΓΕΝΙΚΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΙΣ ΕΚ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ Άρθρ.1.-1)Τα συμβαλλόμενα κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωσιν να εφαρμόζουν τας διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως και των προσηρτημένων αυτή Παραρτημάτων, οίτινες θέλουν θεωρηθή ότι αποτελούν αναπόσπαστον μέρος της παρούσης Συμβάσεως. Όπου γίνεται μνεία της παρούσης Συμβάσεως, νοούνται και τα προσηρτημένα αυτή Παραρτήματα. 2)Τα συμβαλλόμενα Κράτη θα αναλάβουν την υποχρέωσιν της λήψεως απάντων των μέτρων, άτινα ήθελον θεωρηθή αναγκαία προς εφαρμογήν της παρούσης Συμβάσεως. ΟΡΙΣΜΟΙ Άρθρ.2.-Κατά την εφαρμογήν της παρούσης Συμβάσεως, εκτός εάν άλλως ρητώς προβλέπεται. 1)«Κανονισμοί» σημαίνει τους Κανονισμούς τους προσηρτημένους εις την παρούσαν Σύμβασιν. 2)«Αρχή» σημαίνει την Κυβέρνησιν του Κράτους, την σημαίαν του οποίου φέρει το πλοίον. 3)«Εγκεκριμένος» σημαίνει εγκεκριμένος υπό της Αρχής. 4)«Διεθνής πλους» σημαίνει τον πλουν από χώραν εις ην εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβασις, είς τινα λιμένα εκτός της χώρας ταύτης ή και αντιστρόφως. Υπό την έννοιαν ταύτην ως ιδιαιτέρα χώρα θεωρείται και παν έδαφος, δια τας διεθνείς σχέσεις του οποίου είναι επιφορτισμένον Συμβαλλόμενόν τι Κράτος ή το έδαφος το ευρισκόμενον υπό την Διοίκησιν του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Σελ. 282,18(α) Τεύχος 1277-Σελ. 100 5)«Αλιευτικόν πλοίον» είναι το πλοίον όπερ χρησιμοποιείται δια την αλιείαν ιχθύων, φαλαινών, φωκών, θαλασσίων ίππων ή άλλων υπάρξεων του ζωϊκού βασιλείου της θαλάσσης. 6)«Νέον πλοίον» σημαίνει πλοίον του οποίου η τρόπις ετέθη ή το οποίον ευρίσκεται εις ανάλογον στάδιον κατασκευής, κατά ή μετά την ημερομηνίαν ενάρξεως της ισχύος της παρούσης Συμβάσεως δι’ έκαστον Συμβαλλόμενον Κράτος. 7)«Υπάρχον πλοίον» σημαίνει παν πλοίον, το οποίον δεν είναι νέον. «
(8)«Μήκος» είναι το 96% του ολικού μήκους σε μια ίσαλο γραμμή που αντιστοιχεί στο 85% του ελάχιστου ύψους μετρούμενου από το ανώτατο σημείο της τρόπιδας ή το μήκος από το ακροπρωραίο σημείο της στείρας, μέχρι τον άξονα του κορμού του πηδαλίου σε αυτή την ίσαλο γραμμή εάν αυτό είναι μεγαλύτερο. Όπου η πρώρα είναι καμπυλωτή πάνω από την ίσαλο γραμμή στο 85% του ελαχίστου ύψους, τότε και το πρωραίο όριο του ολικού μήκους και το ακροπρωραίο σημείο της στείρας αντίστοιχα θα λαμβάνονται στην κάθετη προέκταση, σε αυτή την ίσαλο γραμμή, του πρυμναίου σημείου της στείρας (πάνω από αυτή την ίσαλο γραμμή). Σε πλοία με κεκλιμένη τρόπιδα, η ίσαλος γραμμή στην οποία μετράται αυτό το μήκος πρέπει να είναι παράλληλος της ίσαλου γραμμής υπολογισμών». Η μέσα σε « » παρ. 8 αντικαταστάθηκε ως άνω από το προσάρτημα Α άρθρου πρώτου του Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ. 29. «
(9)«Ημερομηνία επετείου» σημαίνει η ημέρα και ο μήνας κάθε έτους που αντιστοιχούν στην ημερομηνία λήξεως του σχετικού πιστοποιητικού». Η μέσα σε « » παρ. 9 προστέθηκε ως άνω από το προσάρτημα Α άρθρου πρώτου του Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ. 29. 19.Γ.γ.15 Κανονισμοί φορτώσεων ΓΕΝΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρ.3.-1)Από της θέσεως εν ισχύϊ της παρούσης Συμβάσεως, ουδέν πλοίον, εφ’ ου εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβασις, θα ανάγεται εις το πέλαγος προς εκτέλεσιν διεθνούς πλου, εκτός εάν έχη επιθεωρηθή σημανθή και εφοδιασθή δια πιστοποιητικού Διεθνούς Γραμμής Φορτώσεως [
(1966)], ή εάν χρειάζεται, δια Πιστοποιητικού Απαλλαγής Διεθνούς Γραμμής Φορτώσεως συμφώνως προς τας διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως. Το μέσα σε [( )] έτος 1966 διεγράφη από το Προσάρτημα Α άρθρου πρώτου Νόμ. 2209/911 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ. 29, σε σχέση με τα πιστοποιητικά της παρούσας Διεθνούς Σύμβασης. 2)Ουδέν εκ των εν τη Συμβάσει περιεχομένων ήθελεν εμποδίσει μίαν Αρχήν από του να χαράξη μεγαλύτερον ύψος εξάλων του κατωτάτου τοιούτου του οριζομένου συμφώνως προς το Παράρτημα Ι. Εφαρμογή Άρθρ.4.-1)Η παρούσα Σύμβασις θα εφαρμόζεται επί: α)Πλοίων νηολογημένων εις χώρας αι Κυβερνήσεις των οποίων είναι Συμβαλλόμεναι Κυβερνήσεις. β)Πλοίων νηολογημένων εις εδάφη εις τα οποία, κατά τας διατάξεις του αρθρ. 32, επεκτείνεται η παρούσα Σύμβασις, και γ)Μη νηολογημένων πλοίων φερόντων την σημαίαν ενός Κράτους, η Κυβέρνησις του οποίου είναι συμβαλλομένη Κυβέρνησις. 2)Η παρούσα Σύμβασις θα εφαρμόζεται επί πλοίων εκτελούντων διεθνείς πλόας. «
(3)Οι κανονισμοί που περιέχονται, στο προσάρτημα Ι, εκτός αν διαφορετικά ρητά αναφέρεται, εφαρμόζονται στα νέα πλοία». Η μέσα σε « » παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από το Προσάρτημα Α άρθρου πρώτου του Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ. 29. 4)Υπάρχοντα πλοία μη συμμορφούμενα πλήρως προς τας απαιτήσεις των Κανονισμών των περιεχομένων εν Παραρτήματι Ι ή εν παντί εφεξής μέρει οφείλουν να συμμορφούνται τουλάχιστον προς τας ήσσονος σημασίας σχετικάς απαιτήσεις τας οποίας εφήρμοζεν η Αρχή εις πλοία εκτελούντα διεθνείς πλόας προ της θέσεως εν ισχύϊ της παρούσης Συμβάσεως. Εν ουδεμιά περιπτώσει θα απαιτηθή από τοιαύτα πλοία να αυξήσουν το ύψος εξάλων των. Προς τον σκοπόν της εκμεταλλεύσεως του πλεονεκτήματος οιασδήποτε μειώσεως του ύψους εξάλων εν σχέσει προς το πρότερον χαραχθέν, τα υπάρχοντα πλοία θα εφαρμόζουν απάσας τας απαιτήσεις της παρούσης Συμβάσεως. 5)Οι Κανονισμοί οι περιεχόμενοι εν τω Παραρτήματι II δέον να εφαρμόζωνται επί των νέων και υπαρχόντων πλοίων, επί των οποίων εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβασις. Εξαιρέσεις Άρθρ.5.-1)Η παρούσα Σύμβασις δεν θα εφαρμόζηται επί: α)των πολεμικών πλοίων, β)των νέων πλοίων κάτω των 24 μέτρων (79 ποδών) μήκους, γ)των υπαρχόντων πλοίων κάτω των 150 κ.ο.χ., δ)των πλοίων ψυχαγωγίας, μη χρησιμοποιουμένων δι’ εμπορικάς μεταφοράς, ε)των αλιευτικών πλοίων. 2)Ουδέν των αναφερομένων εν τη παρούση Συμβάσει θα εφαρμόζηται επί πλοίων αποκλειστικώς ναυσιπλοούντων: α)Εντός των Μεγάλων Λιμνών της Βορείου Αμερικής και του ποταμού του Αγίου Λαυρεντίου, εντός ορίων, οριζομένων ανατολικώς υπό λοξοδρομικής καμπύλης χαρασσομένης εκ του Ακρωτηρίου DES ROSIERS μέχρι του δυτικού άκρου (WEST POINT) της νήσου ANTICOSTI και εις την βορείαν πλευράν της νήσου ANTICOΝTI δια του 63 μεσημβρινού. β)Εντός της Κασπίας θαλάσσης. γ)Εντός των ποταμών Πλέϊτ (ΡLΑΤΕ), Παρανά (ΡΑRΑΝΑ) και Ουρουγουάη (URUGUAY), εντός ορίων οριζομένων ανατολικώς υπό λοξοδρομικής καμπύλης χαρασσομένης μεταξύ του Ακρωτηρίου Ράσα (CABO SAN ANTONIO) της Αργεντινής και του Ανατολικού Ακρωτηρίου (PONTA DEL ESTE), της Ουραγουάη. Με το προσάρτημα Α του Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ. 29, στην παρ.
(2)(γ) οι λέξεις «Πούντα Νόρτε» αντικαταστάθηκαν με τις λέξεις «Πούντα Ράζα» (Ακρωτήριο Σαν Αντόνιο). Απαλλαγαί Άρθρ.6.-1)Πλοία απασχολούμενα εις διεθνείς πλόας μεταξύ πλησίον γειτονικών λιμένων δύο ή περισσοτέρων Κρατών δύνανται να απαλλαγώσιν υπό της Αρχής των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως, καθ’ όσον χρόνον θα παραμένουν απασχολούμενα εις τοιούτους πλόας, εάν αι Κυβερνήσεις των Κρατών, εις τα εδάφη των οποίων κείνται οι τοιούτοι λιμένες, ήθελον ικανοποιηθή εκ της φύσεως και των συνθηκών ασφαλείας των πλόων μεταξύ τοιούτων λιμένων, ως ποιούντων μη εύλογον ή μη πρακτικήν την εφαρμογήν των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως επί των πλοίων των ασχολουμένων εις τοιούτους πλόας. 2)Η Αρχή δύναται να απαλλάξη των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως παν πλοίον φέρον χαρακτη-ριστικά νεοφανούς τινός τύπου, εάν εκ της εφαρμογής τούτων σοβαρώς ήθελε παρακωλυθή οιαδήποτε μελέτη εις την ανάπτυξιν των τοιούτων χαρακτηριστικών και εις την εφαρμογήν των επί πλοίων ασχολουμένων εις διεθνείς πλόας. Εν πάση όμως περιπτώσει, παν τοιούτον πλοίον δέον να συμμορφούται με τας απαιτήσεις ασφαλείας, αι οποίαι, κατά την γνώμην της Αρχής, είναι επαρκείς δια την υπηρεσίαν την οποίαν προ-τίθεται να εκτελέση, είναι φύσεως εξασφαλι(Αντί για τη σελ. 282,19) Σελ. 282,19(α) Τεύχος 1277-Σελ. 101 Κανονισμοί φορτώσεων 19.Γ.γ.15 ζούσης πλήρη ασφάλειαν και θα γίνουν δεκταί από τας Κυβερνήσεις των Κρατών, τα οποία τα πλοία ταύτα θα επισκεφθώσι. 3)Η Αρχή, η οποία ήθελε χορηγήσει οιανδήποτε απαλλαγήν, συμφώνως προς τας παρ.1 και 2 του παρόντος άρθρου, οφείλει να γνωστοποιή εις τον Διακυβερνητικόν Ναυτιλιακόν Οργανισμόν (εφεξής καλούμενον Οργανισμόν), τα χαρακτηριστικά στοιχεία της χορηγηθείσης απαλλαγής και να αναφέρη τους δικαιολογητικούς της τοιαύτης απαλλαγής λόγους, τους οποίους ο Οργανισμός θα διανείμη εις τα Συμβαλλόμενα Κράτη προς ενημέρωσίν των. 4)Πλοίον, το οποίον δεν ασχολείται συνήθως εις διεθνείς πλόας, αλλά το οποίον, εις εξαιρετικάς περιπτώσεις, καλείται να αναλάβη την εκτέλεσιν μεμονωμένου διεθνούς πλου, δύναται να απαλλαγή οιασδήποτε των απαιτήσεων της παρούσης Συμβάσεως, εφ’ όσον συμμορφούται με τας απαιτήσεις ασφαλείας αι οποίαι, κατά την γνώμην της Αρχής, είναι επαρκείς δια το ταξείδιον το οποίον θα αναλάβη το πλοίον τούτο. Ανωτέρα βία Άρθρ.7.-1)Εάν κατά τον απόπλουν πλοίον τι δεν υπόκειται εις τας διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως, δεν δύναται να υποβληθή εις ταύτας και κατά την εκτέλεσιν πλου εξ αιτίας παρεκκλίσεως εκ της προδιαγεγραμμένης πορείας λόγω κακοκαιρίας ή άλλης τίνος αιτίας ανωτέρας βίας. 2)Δια την εφαρμογήν των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως, τα Συμβαλλόμενα Κράτη δέον να λαμβάνουν υπ’ όψιν των πάσαν παρέκκλισιν ή καθυστέρησιν οφειλομένην εις κακοκαιρίαν ή άλλην τινά αιτίαν ανωτέρας βίας. Ισοδύναμα Άρθρ.8.-1)Η Αρχή δύναται να επιτρέψη όπως εφαρμόζηται ή φέρηται επί ενός πλοίου παν ειδικόν τι εξάρτημα, υλικόν, όργανον ή συσκευή ή ανάλογος τύπος τούτων ή όπως ειδική τις διάταξις δέον να ακολουθήται αντί εκείνων τα οποία απαιτούνται υπό της παρούσης Συμβάσεως, υπό τον όρον ότι η Αρχή θα πεισθή δια καταλλήλου δοκιμής ή άλλως πως ότι το αντικαθιστών εξάρτημα, υλικόν, όργανον ή συσκευή ή ανάλογος τύπος ή η ειδική διάταξις είναι τουλάχιστον της αυτής αποδόσεως με την υπό της συμβάσεως απαιτουμένην. 2)Η Αρχή, η οποία κατά τ’ ανωτέρω, αποδέχεται εξάρτημα, υλικόν, όργανον ή συσκευήν ή ειδικήν τινα διάταξιν διάφορον της απαιτουμένης υπό της παρούσης Συμβάσεως, δέον να γνωστοποιή εις τον Οργανισμόν προς κοινοποίησιν εις τα συμβαλλόμενα Κράτη τα χαρακτηριστικά τούτων, ομού μετ’ εκθέσεως επί των γενομένων δοκιμών. Σελ. 282,20(α) Τεύχος 1277-Σελ. 102 Εγκρίσεις δια πειραματικούς σκοπούς Άρθρ.2.-Από της ισχύος της κυρουμένης δια του παρόντος Συμβάσεως, απαγορεύεται ο απόπλους των εις αυτήν υπαγομένων πλοίων, υπό ελληνικήν ή υπό σημαίας των συμβαλλομένων Κρατών, εφ’ όσον ταύτα δεν συμμορφούνται προς τας διατάξεις της Συμβάσεως και των συνημμένων αυτή Κανονισμών. Άρθρ.9.-1)Ουδέν, εκ των περιεχομένων εν τη παρούση Συμβάσει, ήθελεν εμποδίσει μίαν Αρχήν από του να χορηγήση ειδικάς εγκρίσεις δια πειραματικούς σκοπούς εις πλοίον, εφ’ ου εφαρμόζονται αι διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως. 2)Αρχή χορηγούσα οιανδήποτε τοιαύτην έγκρισιν οφείλει να γνωστοποιή εις τον Οργανισμόν προς κοινοποίησιν εις τα συμβαλλόμενα Κράτη λεπτομερειακά στοιχεία περί της χορηγηθείσης εγκρίσεως. Επισκευαί, Μετασκευαί και Τροποποιήσεις Άρθρ.10.-1)Πλοίον, επί του οποίου εκτελούνται εργασίαι επισκευών, μετασκευών, τροποποιήσεων και σχετικού εξοπλισμού, δέον να συνέχιση συμμορφούμενον τουλάχιστον προς τας απαιτήσεις, αίτινες έδει προηγουμένως να εφαρμοσθώσιν επ’ αυτού. Εν τοιαύτη περιπτώσει έν υπάρχον πλοίον δεν θα συμμορφούται, κατά κανόνα, προς κατώτερα, από προηγουμένως, όρια απαιτήσεων εφαρμοζομένων επί νέου πλοίου. 2)Επισκευαί, μετασκευαί και τροποποιήσεις μείζονος χαρακτήρος ως και ο σχετικός προς αυτάς εξοπλισμός, δέον να είναι σύμφωνοι προς τας απαιτήσεις, αίτινες, εφαρμόζονται επί νέου πλοίου, καθ’ όσον η Αρχή κρίνει εύλογον και πρακτικόν. Ζώναι και περιοχαί Άρθρ.11.-1)Παν πλοίον, επί του οποίου εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβασις, οφείλει να συμμορφούται προς τας απαιτήσεις αίτινες εφαρμόζονται επ’ αυτού εις τας ζώνας και περιοχάς, αι οποίαι περιγράφονται εις το Παράρτημα ΙΙ. 2)Πας λιμήν κείμενος επί της παραμεθορίου γραμμής μεταξύ δύο ζωνών ή περιοχών, θα θεωρήται ότι κείται εντός της αυτής ζώνης ή περιοχής από ή δια την οποίαν το πλοίον καταπλέει ή αναχωρεί. 19.Γ.γ.15 Κανονισμοί φορτώσεων Καταβύθισις Άρθρ.12.-1)Εντός των προβλεπομένων εις τας παρ. 2 και 3 του παρόντος Άρθρου, αι επί των πλευρών του πλοίου κανονικαί γραμμαί φορτώσεως, αι αντιστοιχούσαι προς την εποχήν του έτους και την ζώνην ή περιοχήν ένθα ευρίσκεται το πλοίον, δεν θα βυθίζωνται υπό το ύδωρ κατά τον χρόνον καθ’ ον το πλοίον ανάγεται προς το πέλαγος, διαρκούντος του πλου ή κατά τον κατάπλουν. 2)Όταν έν πλοίον ευρίσκεται εντός γλυκέος ύδατος μοναδικής πυκνότητας, η κανονική γραμμή φορτώσεως δύναται να βυθισθή υπό το ύδωρ κατά το επιτρεπόμενον δια γλυκύ ύδωρ ποσόν το αναγραφόμενον επί του πιστοποιητικού Διεθνούς Γραμμής Φορτώσεως [
(1966)]. Οπουδήποτε η πυκνότης είναι διάφορος της μονάδος, το επιτρεπόμενον ποσόν θα είναι ανάλογον της διαφοράς μεταξύ 1.025 και της πραγματικής πυκνότητος. Το μέσα σε [( )] έτος 1966 διεγράφη από το Προσάρτημα Α άρθρου πρώτου του Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. άριθ. 29, σε σχέση με τα πιστοποιητικά της παρούσης Διεθνούς Σύμβασης. 3)Όταν έν πλοίον αναχωρή από λιμένα κείμενον επί τινος ποταμού ή εντός εσωτερικών υδάτων, θα επιτρέπηται μεγαλύτερα φόρτωσις, η οποία θα είναι ανάλογος προς το βάρος των καυσίμων και λοιπών υλικών άτινα θα καταναλωθώσι κατά τον πλουν μεταξύ του σημείου αναχωρήσεως και της θαλάσσης. «Επιθεωρήσεις και Σήμανση» Η μέσα σε « » επικεφαλίδα αντικαταστάθηκε ως άνω και στις γραμμές 1, 4 και 7 οι λέξεις «Επιθεώρηση έλεγχος και σήμανση» αυτικαταστάθηκαν με τις λέξεις «Επιθεωρήσεις και Σήμανση» από το Προσάρτημα Α άρθρου πρώτου του Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ. 29. Άρθρ.13.-Η επιθεώρησις, εξέτασις και χάραξις των πλοίων, εις ότι αφορά την εφαρμογήν των παρόντων Κανονισμών και η χορήγησις των απαλλαγών, θα ενεργώνται υπό οργάνων του Κράτους. Εν πάση όμως περιπτώσει, δύναται η Αρχή να εμπιστευθή την επιθεώρησιν, εξέτασιν και χάραξιν είτε εις εντεταλμένους προς τούτο Επιθεωρητάς, είτε εις Οργανισμούς, δεόντως εξουσιοδοτούμενους παρ’ αυτής. Εις πάσας τας περιπτώσεις η ενδιαφερομένη Αρχή εγγυάται την πληρότητα και αρτιότητα της επιθεωρήσεως, εξετάσεως και χαράξεως. «Αρχική, ανανέωσης και ετήσιες επιθεωρήσεις» «Άρθρ.14.-
(1)Ένα πλοίο πρέπει θα υπόκειται στις επιθεωρήσεις που προδιαγράφονται παρακάτω: (α)Αρχική επιθεώρηση πριν το πλοίο τεθεί σε Υπηρεσία, η οποία θα περιλαμβάνει πλήρη έλεγχο της κατασκευής και του εξοπλισμού του στο βαθμό που το πλοίο καλύπτεται από την παρούσα Σύμβαση. Η επιθεώρηση θα είναι τέτοια έτσι ώστε να διαπιστώνεται ότι οι διατάξεις τα υλικά και οι διαστάσεις τους είναι σε πλήρη συμφωνία με τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης. (β)Επιθεωρήσεις ανανέωσης σε διαστήματα οριζόμενα από την Αρχή, τα οποία δεν θα υπερβαίνουν τα 5 χρόνια, εκτός όταν οι παρ.
(2),
(5),
(6)και
(7)του άρθρ. 19 εφαρμόζονται, οι οποίες θα είναι τέτοιες έτσι ώστε να διαπιστώνεται ότι η κατασκευή, ο εξοπλισμός, οι διατάξεις, τα υλικά και οι διαστάσεις είναι σε πλήρη συμφωνία με τις απαιτήσεις της παρούσας Σύμβασης. (γ)Ετήσιες επιθεωρήσεις εντός 3 μηνών πριν ή μετά από κάθε ημερομηνία επετείου του πιστοποιητικού για να διαπιστώνεται ότι: (ι)δεν έχουν γίνει μετατροπές στην γάστρα ή στις υπερκατασκευές, οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν τους υπολογισμούς που καθορίζουν την θέση της γραμμής φόρτωσης, (ιι)οι εξοπλισμοί και οι συσκευές για την προστασία των ανοιγμάτων, των προστατευτικών κιγκλιδωμάτων, των ευδιαίων και μέσων εισόδου στα διαμερίσματα του πληρώματος διατηρούνται σε ικανοποιητική κατάσταση, (ιιι)η σήμανση του ύψους εξάλων είναι μόνιμη και στη σωστή θέση (ιν)οι πληροφορίες που απαιτούνται από τον κανονισμό 10 είναι διαθέσιμες. 2.Οι ετήσιες επιθεωρήσεις που αναφέρονται στην παρ.
(1)(γ) του παρόντος άρθρου θα οπισθογραφούνται στο πιστοποιητικό Διεθνών Γραμμών Φορτώσεως ή στο πιστοποιητικό Απαλλαγής Διεθνών Γραμμών Φορτώσεως που εκδίδεται για ένα πλοίο που απαλλάσσεται σύμφωνα με την Παρ.
(2)του άρθρ. 6 της παρούσας Σύμβασης». Οι μέσα σε « » επικεφαλίδα και το κείμενο του άρθρ. 14 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το Προσάρτημα Α άρθρου πρώτου του Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ. 29. Τήρησις των όρων μετά την Επιθεώρησιν Άρθρ.15.-Μετά την συμπλήρωσιν μιας επιθεωρήσεως κατά το άρθρ. 14, ουδεμία μεταβολή επιτρέπεται εις την κατασκευήν, εξοπλισμόν, διατάξεις, ποιόν και διαστάσεις υλικού των οποίων εγένετο Επιθεώρησις, άνευ εγκρίσεως της Αρχής. (Αντί για τη σελ. 282,21) Σελ. 282,21(α) Τεύχος 1277-Σελ. 103 Κανονισμοί φορτώσεων 19.Γ.γ.15 Έκδοσις Πιστοποιητικών Άρθρ.16.-1)Πιστοποιητικόν καλούμενον Πιστοποιητικόν Διεθνούς Γραμμής Φορτώσεως [
(1966)], θα εκδίδεται δια παν πλοίον κατόπιν Επιθεωρήσεως και Χαράξεως συμφώνως προς την παρούσαν Σύμβασιν. Το μέσα σε [( )] έτος 1966 διεγράφη από το Προσάρτημα Α άρθρου πρώτου του Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ. 29, σε σχέση με τα πιστοποιητικά της παρούσης Διεθνούς Σύμβασης. 2)Πιστοποιητικόν καλούμενον Πιστοποιητικόν Απαλλαγής Διεθνούς Γραμμής Φορτώσεως, θα εκδίδεται δια παν πλοίον, εις το οποίον εχορηγήθη απαλλαγή συμφώνως προς την παρ. 2 ή 4 του ΄Αρθρ. 6. 3)Τοιαύτα πιστοποιητικά θα εκδίδωνται υπό της Αρχής ή υπό παντός προσώπου ή οργανισμού δεόντως υπ’ αυτής εξουσιοδοτουμένων. Εις πάσαν περίπτωσιν ή Αρχή αναλαμβάνει πλήρη ευθύνην δια το πιστοποιητικόν. 4.(Καταργήθηκε από το Προσάρτημα Α άρθρου πρώτου του Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994, ΦΕΚ Α΄ 72, κατωτ. αριθ. 29). «Έκδοση ή οπισθογράφηση πιστοποιητικού από άλλη Κυβέρνηση» Άρθρ.17.-«
(1)Μία συμβαλλόμενη Κυβέρνηση δύναται, μετά από αίτηση άλλης συμβαλλόμενης Κυβέρνησης, να επιθεωρήσει ένα πλοίο και αν βεβαιωθεί ότι πληρούνται οι διατάξεις της παρούσας Σύμβασης να εκδόσει ή εξουσιοδήσει για την έκδοση πιστοποιητικού Διεθνών Γραμμών Φορτώσεως για το πλοίο και όταν αυτό κριθεί κατάλληλο να οπισθογραφήσει ή να εξουσιοδοτήσει για την οπισθογράφηση του πιστοποιητικού του πλοίου σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση». Η επικεφαλίδα και η παρ. 1 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το Προσάρτημα Α άρθρου πρώτου του Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ.
- 2)Αντίγραφον του Πιστοποιητικού, αντίγραφον της καταρτισθείσης κατά τον υπολογισμόν του ύψους εξάλων εκθέσεων επιθεωρήσεως ως και αντίγραφον των υπολογισμών δέον να διαβιβασθούν το ταχύτερον δυνατόν εις την αιτούσαν Κυβέρνησιν. Σελ. 282,22(α) Τεύχος 1277-Σελ. 104 3)Πιστοποιητικόν ούτως εκδιδόμενον δέον να περιέχη δήλωσιν εμφαίνουσαν ότι εξεδόθη αιτήσει της Κυβερνήσεως του Κράτους την σημαίαν του οποίου φέρει ή θα φέρη το πλοίον και θα έχη την αυτήν ισχύν και απολαύη της αυτής αναγνωρίσεως ως και πιστοποιητικόν εκδιδόμενον κατά το ΄Αρθρ.
- 4)Ουδέν πιστοποιητικόν Διεθνούς Γραμμής φορτώσεως [
(1966)] θα εκδίδεται δια πλοίον το οποίον φέρει την σημαίαν ενός Κράτους, η Κυβέρνησις του οποίου δεν είναι Συμβαλλομένη Κυβέρνησις. Το μέσα σε [( )] έτος 1966 διαγράφηκε από το προσάρτημα του άρθρου πρώτου Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ. 29 Τύπος πιστοποιητικών «Άρθρ.18.-Τα πιστοποιητικά θα είναι σύμφωνα με τον τύπο που αντιστοιχεί στα πρότυπα που δίδονται στο προσάρτημα III της παρούσας Σύμβασης. Εάν η γλώσσα που χρησιμοποιείται δεν είναι η Αγγλική, ούτε η Γαλλική, το κείμενο θα περιλαμβάνει μετάφραση σε μία από αυτές τις γλώσσες». Το άρθρ. 18 αντικαταστάθηκε ως άνω από το Προσάρτημα Α άρθρου πρώτου του Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ. 29. 19.Γ.γ.15 Κανονισμοί φορτώσεων «Διάρκεια και ισχύς των πιστοποιητικών» «Άρθρ.19.-
(1)Ένα πιστοποιητικό διεθνών Γραμμών Φορτώσεως θα εκδίδεται για χρονική περίοδο που καθορίζεται από την Αρχή, η οποία δεν θα υπερβαίνει τα 5 έτη.
(2)(α)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παρ.
(1), όταν η επιθεώρηση ανανέωσης ολοκληρώνεται μέσα σε τρεις μήνες πριν την ημερομηνία λήξης του υπάρχοντος πιστοποιητικού, το νέο πιστοποιητικό θα ισχύει από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της επιθεώρησης ανανέωσης μέχρι μία ημερομηνία η οποία δεν θα υπερβαίνει τα 5 έτη από την ημερομηνία λήξης του υπάρχοντος πιστοποιητικού. (β)Όταν η επιθεώρηση ανανέωσης ολοκληρώνεται μετά την ημερομηνία λήξης του υπάρχοντος πιστοποιητικού, το νέο πιστοποιητικό θα ισχύει από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της επιθεώρησης ανανέωσης μέχρι μια ημερομηνία που δεν θα υπερβαίνει τα 5 έτη από την ημερομηνία λήξης του υπάρχοντος πιστοποιητικού. (γ)Όταν η επιθεώρηση ανανέωσης ολοκληρώνεται σε χρόνο μεγαλύτερο από 3 μήνες πριν από την ημερομηνία λήξης του υπάρχοντος πιστοποιητικού, το νέο πιστοποιητικό θα ισχύει από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της επιθεώρησης ανανέωσης μέχρι μία ημερομηνία που δεν θα υπερβαίνει τα 5 έτη από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της επιθεώρησης ανανέωσης.
(3)Εάν ένα πιστοποιητικό εκδίδεται για περίοδο μικρότερη από 5 χρόνια, η Αρχή μπορεί να παρατείνει την ισχύ του πέρα από την ημερομηνία λήξης του και μέχρι μία μέγιστη περίοδο που προδιαγράφεται στην παρ.
(1), με την προϋπόθεση ότι οι ετήσιες επιθεωρήσεις, που αναφέρονται στο άρθρ. 14 και εφαρμόζονται όταν ένα πιστοποιητικό εκδίδεται για μία περίοδο 5 ετών, έχουν γίνει όπως απαιτείται.
(4)Εάν, μετά την επιθεώρηση ανανέωσης που αναφέρεται στην παρ.
(1)(β) του άρθρ. 14, ένα νέο πιστοποιητικό δεν μπορεί να εκδοθεί για ένα πλοίο πριν την ημερομηνία λήξης του υπάρχοντος πιστοποιητικού, το πρόσωπο ή ο Οργανισμός που εκτελεί την επιθεώρηση μπορεί να παρατείνει την ισχύ του υπάρχοντος πιστοποιητικού για μία περίοδο που δεν θα υπερβαίνει τους 5 μήνες. Αυτή η παράταση θα οπισθογραφείται στο πιστοποιητικό και θα εκδίδεται μόνο όταν δεν έχουν γίνει μεταβολές στην κατασκευή, στον εξοπλισμό, στις διατάξεις, στα υλικά ή στις διαστάσεις οι οποίες επηρεάζουν το ύψος εξάλων του πλοίου.
(5)Εάν κατά το χρόνο λήξεως ενός πιστοποιητικού το πλοίο δεν ευρίσκεται σε λιμάνι που μπορεί να επιθεωρηθεί, η Αρχή μπορεί να παρατείνει την ισχύ του πιστοποιητικού, αλλά αυτή η παράταση θα δίδεται μόνο για να μπορέσει το πλοίο να ολοκληρώσει τον πλου του σε λιμάνι που μπορεί να επιθεωρηθεί και αυτό όταν θεωρείται πρέπον και λογικό. Κανένα πιστοποιητικό δεν θα παρατείνεται για περίοδο πέραν των 3 μηνών και το πλοίο για το οποίο δίδεται μια τέτοια παράταση όταν φθάσει στο λιμάνι που πρόκειται να επιθεωρηθεί, δεν θα έχει το δικαίωμα, λόγω μίας τέτοιας παράτασης, να αναχωρήσει από το λιμάνι χωρίς να έχει εφοδιαστεί με νέο πιστοποιητικό. Όταν η επιθεώρηση ανανέωσης ολοκληρωθεί, το νέο πιστοποιητικό θα ισχύει μέχρι μία ημερομηνία που δεν θα εκτείνεται περισσότερο από 5 έτη από την ημερομηνία λήξης του υπάρχοντος πιστοποιητικού πριν την χορήγηση της παράτασης.
(6)Ένα πιστοποιητικό που εκδίδεται για πλοίο που εκτελεί βραχείς πλόες, και το οποίο δεν έχει παραταθεί σύμφωνα με τις προηγούμενες διατάξεις αυτού του άρθρου, μπορεί να παραταθεί από την Αρχή για μια περίοδο χάριτος μέχρι για ένα μήνα από την ημερομηνία λήξης που αναφέρεται σε αυτό. Όταν η επιθεώρηση ανανέωσης ολοκληρωθεί, το νέο πιστοποιητικό θα ισχύει μέχρι μία ημερομηνία που δεν θα εκτείνεται περισσότερο από 5 έτη από την ημερομηνία λήξης του υπάρχοντος πιστοποιητικού πριν τη χορήγηση της παράτασης.
(7)Σε ειδικές περιπτώσεις, όπως καθορίζεται από την Αρχή, ένα νέο πιστοποιητικό δύναται να μην χρονολογηθεί από την ημερομηνία λήξεως του υπάρχοντος πιστοποιητικού, όπως προβλέπεται από τις παρ.
(2),
(5)και
(6). Σε αυτές τις ειδικές περιπτώσεις το νέο πιστοποιητικό θα ισχύει μέχρι μία ημερομηνία, η οποία δεν θα υπερβαίνει τα 5 έτη από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της επιθεώρησης ανανέωσης.
(8)Εάν μία ετήσια επιθεώρηση ολοκληρώνεται πριν την περίοδο που προδιαγράφεται στο άρθρ. 14 τότε: (α)Η επέτειος ημερομηνία που αναγράφεται στο πιστοποιητικό θα διορθώνεται με την οπισθογράφηση της ημερομηνίας, η οποία δεν θα υπερβαίνει τους 3 μήνες πέρα από την ημερομηνία κατά την οποία ολοκληρώθηκε η επιθεώρηση, (β)Η επόμενη ετήσια επιθεώρηση που απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρ. 14 θα ολοκληρώνεται μέσα στα διαστήματα που προδιαγράφονται από αυτό το Άρθρ.3.-1.Αρμόδιαι Αρχαί δια την εφαρμογήν του παρόντος Νόμου είναι, εν τη ημεδαπή μεν ως προς τα υπό ελληνικήν και ξένας σημαίας πλοία, η Επιθεώρησις των Εμπορικών Πλοίων (Ε.Ε.Π.) και αι Λιμενικαί Αρχαί, εν τη αλλοδαπή δε, ως προς τα υπό ελληνικήν σημαίαν πλοία, οι εις το εξωτερικόν τοποθετημένοι αξιωματικοί Λιμενικού Σώματος, οι ασκούντες διοικητικά καθήκοντα ναυτιλίας και ελλείψει τοιούτων αι Ελληνικαί Προξενικαί Αρχαί. 2.Η Επιθεώρησις Εμπορικών Πλοίων καθίσταται ωσαύτως αρμοδία όπως εφαρμόζη τας επιτρεπομένας υπό της κυρουμένης Συμβάσεως απαλλαγάς. άρθρο χρησιμοποιώντας την νέα επέτειο ημερομηνία, (γ)Η ημερομηνία λήξης μπορεί να μην μεταβληθεί με την προϋπόθεση ότι μία ή περισσότερες ετήσιες επιθεωρήσεις εκτελούνται χωρίς υπέρβαση, των μέγιστων διαστημάτων, μεταξύ των επιθεωρήσεων, που προδιαγράφονται από το άρθρ. 14.
(9)Ένα πιστοποιητικό Διεθνών Γραμμών Φορτώσεως θα παύει να είναι σε ισχύ εάν διαπιστωθεί οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α)Έχουν γίνει μεταβολές στα υλικά της γάστρας ή των υπερκατασκευών του πλοίου, τέτοιες που να καθιστούν αναγκαίο τον καθορισμό νέου ύψους εξάλων, (β)Δεν συντηρείται σε ικανοποιητική κατάσταση ο εξοπλισμός και οι συσκευές που αναφέρονται στην παρ.
(1)(γ) του άρθρ. 14, (Μετά τη σελ. 282,22(α) Σελ. 282,221 Τεύχος 1277-Σελ. 105 Κανονισμοί φορτώσεων 19.Γ.γ.15 (γ)Δεν έχει γίνει οπισθογράφηση του πιστοποιητικού από την οποία να φαίνεται ότι το πλοίο έχει επιθεωρηθεί όπως προβλέπεται από την παρ.
(1)(γ) του άρθρ. 14, (δ)Η κατασκευαστική αντοχή του πλοίου έχει ελαττωθεί σε τέτοια έκταση που να καθιστά το πλοίο ανασφαλές,
(10)(α)Η διάρκεια του Πιστοποιητικού Απαλλαγής Διεθνών Γραμμών Φορτώσεως, που εκδίδεται από την Αρχή για ένα πλοίο που έχει εξαιρεθεί σύμφωνα με την παρ.
(2)του άρθρ. 6, δεν θα υπερβαίνει τα 5 έτη. Ένα τέτοιο πιστοποιητικό θα υπόκειται σε ανανέωση, οπισθογράφηση, παράταση και ακύρωση με διαδικασίες όμοιες με εκείνες που προβλέπονται για ένα πιστοποιητικό Διεθνών Γραμμών Φορτώσεως σύμφωνα με το παρόν άρθρο. (β)Η διάρκεια του πιστοποιητικού Απαλλαγής Διεθνών Γραμμών Φορτώσεως, που εκδίδεται για ένα πλοίο που έχει εξαιρεθεί σύμφωνα με την παρ.
(4)του άρθρ. 6 θα περιορίζεται μόνο για το ταξίδι για το οποίο εκδίδεται.
(11)Πιστοποιητικό που εκδίδεται από την Αρχή μιας χώρας για ένα πλοίο θα παύει να ισχύει σε περίπτωση αλλαγής σημαίας του πλοίου άλλης Χώρας». Η μέσα σε « » επικεφαλίδα και το άρθρ. 19 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το Προσάρτημα Α άρθρου πρώτου Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ. 29. Παραδοχή Πιστοποιητικών Άρθρ.20.-Πιστοποιητικά εκδιδόμενα υπό τινος των Συμβαλλομένων Κρατών, συμφώνως προς την παρούσαν Σύμβασιν θα αναγνωρίζωνται υπό των λοιπών Συμβαλλομένων Κρατών και θα θεωρώνται, δι’ άπαντας τους υπό της παρούσης Συμβάσεως καλυπτομένους, σκοπούς, ως έχοντα την αυτήν ισχύν, ην και τα πιστοποιητικά τα εκδιδόμενα παρ’ αυτών. Έλεγχος Άρθρ.21.-1)Πλοία εφωδιασμένα δια πιστοποιητικού εκδοθέντος συμφώνως προς το ΄Αρθρ. 16 ή το Άρθρ. 17, υπόκεινται εις έλεγχον, εις τους λιμένας των λοιπών Συμβαλλομένων Κρατών υπό εξουσιοδοτημένων προς τούτο υπαλλήλων των Κρατών τούτων. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη θα διαπιστώνουν ότι ο τοιούτος έλεγχος ασκείται καθ’ όσον κρίνεται εύλογον και πρακτικόν, αποβλέπων εις την εξακρίβωσιν υπάρξεως επί του πλοίου πιστοποιητικού εν ισχύϊ κατά την παρούσαν Σύμβασιν. Εάν δεν υπάρχη εν ισχύϊ πιστοποιητικόν Διεθνούς Γραμμής Φορτώσεως [
(1966)], ο τοιούτος έλεγχος θα περιορίζηται εις την εξακρίβωσιν ότι: Σελ. 282,222 Τεύχος 1277-Σελ. 106 α)Το πλοίον δεν είναι φορτωμένον πέραν των υπό του πιστοποιητικού επιτρεπομένων ορίων. β)Η θέσις της γραμμής φορτώσεως του πλοίου ανταποκρίνεται προς το πιστοποιητικόν, και γ)Το πλοίον δεν έχει υποστή υλικάς μετασκευάς, αναφορικώς με τα αναγραφόμενα εις τας υποπαρ. α και β της παρ. 3 του Άρθρ. 19 τοιαύτας ώστε να είναι εκδήλως ακατάλληλον να αναχθή εις το πέλαγος χωρίς κίνδυνον δια την ανθρώπινην ζωήν. Με το Προσάρτημα Α άρθρου πρώτου Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ. 29, η παραπομπή στην παρ.
(3)αντικαταστάθηκε με την παραπομπή στην παρ. 9. Εαν υπάρχη επί του πλοίου εν ισχύϊ πιστοποιητικόν Απαλλαγής Διεθνούς Γραμμής φορτώσεως, ο τοιούτος έλεγχος θα περιορίζηται εις την εξακρίβωσιν ότι το πλοίον συμμορφούται προς τας εν τω πιστοποιητικώ τούτω συνομολογηθείσας διατάξεις. Το μέσα σε [( )] έτος 1966 διεγράφη από το Προσάρτημα Α άρθρου πρώτου του Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ. 29, σε σχέση με τα πιστοποιητικά της παρούσης Διεθνούς Σύμβασης. 2)Εάν ο τοιούτος έλεγχος ασκήται κατά την υποπαρ. γ της παρ. 1 του παρόντος Άρθρου, θα ασκήται μόνον καθ’ όσον ήθελε κριθή αναγκαίον προς διαπίστωσιν ότι το πλοίον δεν θα αποπλεύση μέχρις ότου δυνηθή να αναχθή εις το πέλαγος χωρίς κίνδυνον δια τους επιβάτας ή το πλήρωμα. 3)Εαν κατά την ενέργειαν του προβλεπομένου εν τω παρόντι Άρθρω ελέγχου, γεννηθή ζήτημα οιασδήποτε παρεμβάσεως, ο ενεργών τον έλεγχον υπάλληλος υποχρεούται να ειδοποιή το ταχύτερον εγγράφως τον Πρόξενον ή τον διπλωματικόν αντιπρόσωπον του Κράτους, την σημαίαν του οποίου φέρει το πλοίον περί της αποφάσεως ταύτης ως και όλων των συνθηκών, υφ’ ας η τοιαύτη παρέμβασις κατέστη αναγκαία. 19.Γ.γ.15 Κανονισμοί φορτώσεων Προνόμια Άρθρ.22.-Τα εκ της παρούσης Συμβάσεως προνόμια δεν δύνανται να είναι απαιτητά υπέρ τινος πλοίου, εκτός εάν τούτο κέκτηται εν ισχύϊ πιστοποιητικόν εκδοθέν κατά τας διατάξεις της Συμβάσεως. Ατυχήματα Άρθρ.23.-1)Εκάστη Αρχή αναλαμβάνει την υποχρέωσιν να επιλαμβάνεται ανακρίσεως επί παντός σοβαρού ναυτικού ατυχήματος επισυμβαίνοντος εις πλοία δια τα οποία είναι υπεύθυνος και τα οποία υπόκεινται εις τας διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως, όταν αύτη κρίνη ότι τοιαύτη ανάκρισις δύναται να συμβάλη εις τον καθορισμόν μεταβολών εις την Σύμβασιν, αίτινες θα ήτο επιθυμητόν να επενεχθούν. 2)Έκαστον συμβαλλόμενον Κράτος αναλαμβάνει την υποχρέωσιν να μεταβιβάζη εις τον Οργανισμόν πάσαν κατάλληλον πληροφορίαν σχετικήν προς τα συμπεράσματα των ανακρίσεων τούτων. Ουδεμία έκθεσις ή σύστασις του Οργανισμού βασιζομένη εις τας πληροφορίας ταύτας θα αποκαλύπτη την ταυτότητα ή την εθνικότητα των περί ων πρόκειται πλοίων ουδέ θα καταλογίζη ή θα επιρρίπτη καθ’ οιονδήποτε τρόπον την ευθύνην του ατυχήματος εις πλοίον ή πρόσωπόν τι. Προϋφιστάμεναι Συνθήκαι και Συμβάσεις Άρθρ.24.-1)Πάσα άλλη συνθήκη, σύμβασις ή συμφωνία αφορώσα θέματα σχετικά με την γραμμήν φορτώσεως, ευρισκομένη εν ισχύϊ σήμερον μεταξύ των Κυβερνήσεων-μελών της παρούσης Συμβάσεως θέλει εξακολουθήσει να έχη πλήρη ισχύν καθ’ όλην αυτής την διάρκειαν, όσον αφορά εις: α)Τα πλοία, εφ’ ων δεν εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβασις, και β)Τα πλοία, εφ’ ων εφαρμόζεται μεν η παρούσα Σύμβασις, αλλά επί των ζητημάτων μόνον εκείνων δια τα οποία δεν προβλέπει αύτη ρητώς. 2)Εις περίπτωσιν καθ’ ην αι τοιαύται συνθήκαι, συμβάσεις ή συμφωνίαι συγκρούονται προς τας διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως, αι διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως υπερισχύουν. Ειδικοί Κανόνες θεσπιζόμενοι κατόπιν Συμφωνίας Άρθρ.25.-Οσάκις, κατά την παρούσαν Σύμβασιν, θεσπίζονται ειδικοί Κανόνες δια συμφωνίας μεταξύ όλων των Συμβαλλομένων Κρατών ή μερικών εξ αυτών, οι Κανόνες ούτοι δέον να γνωστοποιώνται εις τον Οργανισμόν, ίνα ανακοινώνται εις όλα τα Συμβαλλόμενα Κράτη. Ανακοίνωσις Πληροφοριών Άρθρ.26.-1)Τα Συμβαλλόμενα Κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωσιν να ανακοινώνουν και καταθέτουν εις τον Οργανισμόν: α)Επαρκή αριθμόν υποδειγμάτων των υπ’ αυτών εκδιδομένων, κατά τας διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως, πιστοποιητικών προς διανομήν εις τα Συμβαλλόμενα Κράτη. β)Το κείμενον των Νόμων και Δ/των, Διαταγών, Κανονισμών και λοιπών επί διαφόρων θεμάτων εγγράφων, άτινα εδημοσιεύθησαν εντός των πλαισίων των σκοπών της παρούσης Συμβάσεως, και γ)Κατάλογον των μη Κυβερνητικών Οργανισμών, οίτινες έχουν εξουσιοδοτηθή να ενεργούν δια λογαριασμόν των, κατά τον χειρισμόν θεμάτων αφορώντων εις την γραμμήν φορτώσεως, ίνα κοινοποιηθή εις τα Συμβαλλόμενα Κράτη. 2)Έκαστον Συμβαλλόμενον Κράτος συμφωνεί όπως διαθέτη εις οιονδήποτε Συμβαλλόμενον Κράτος, τη αιτήσει του, πάσαν σχετικήν προς τας υπ’ αυτού θεσπισθείσας διατάξεις πληροφορίαν. Υπογραφή, Αποδοχή και Προσχώρησις Άρθρ.4.-1.Αι παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος Νόμου, της κυρουμένης δι’ αυτού (Αντί της σελ. 282,15) Σελ. 282,15(α) 341-057 Κανονισμοί φορτώσεων 19.Γ.γ.15 Διεθνούς Συμβάσεως και των εις εκτέλεσιν αυτών εκδιδομένων κατ’ εξουσιοδότησιν του παρόντος Β.Δ/των και Κανονισμών κολάζονται, ανεξαρτήτως πάσης άλλης απορρεούσης εξ ετέρας διατάξεως ποινικής ή πειθαρχικής διώξεως, δια προστίμου μέχρι διακοσίων πεντήκοντα χιλιάδων μεταλλικών δραχμών, μετατρεπομένων επί τη οριζόμενη εκάστοτε ισοτιμία της μεταλλικής δραχμής δια τας χρηματικάς ποινάς. 2.Το πρόστιμον επιβάλλεται δι’ αποφάσεως της διαπιστούσης την παράβασιν Αρχής περί ης το Άρθρ.27.-1)Η παρούσα Σύμβασις θέλει παραμείνει ανοικτή προς υπογραφήν επί τρεις μήνας από της 5ης Απρ. 1966 και εν συνεχεία ανοικτή προς προσχώρησιν. Αι Κυβερνήσεις των Κρατών μελών των Ηνωμένων Εθνών, ή οιουδήποτε εκ των εξειδικευμένων Οργανισμών ή του Διεθνούς Οργανισμού Απονομής Ενεργείας ή μέλη του Διεθνούς Δικαστηρίου δύνανται να προσχωρήσουν εις την Σύμβασιν, δια α)Της υπογραφής άνευ επιφυλάξεως, όσον αφορά εις την αποδοχήν. β)Της υπογραφής μετ’ επιφυλάξεως της αποδοχής, ακολουθούσης της αποδοχής, ή γ)Της προσχωρήσεως. 2)Η αποδοχή ή η προσχώρησις γίνεται δια καταθέσεως εγγράφου δηλώσεως αποδοχής ή προσχωρήσεως παρά τω Οργανισμώ, όστις οφείλει να ειδοποιή πάντα τα Κράτη, άτινα ήδη απεδέχθησαν την Σύμβασιν ή προσεχώρησαν εις αυτήν περί πάσης νέας αποδοχής ή προσχωρήσεως ως και της ημερομηνίας της λήψεώς της. Έναρξις Ισχύος Άρθρ.28.-1)Η παρούσα Σύμβασις θέλει τεθή εν ισχύϊ δώδεκα μήνας μετά την ημερομηνίαν κατά την οποίαν θα έχουν, συμφώνως προς το άρθρ. 27, υπογράψει άνευ επιφυλάξεως ως προς την αποδοχήν ή καταθέσει έγγραφα αποδοχής ή προσχωρήσεως τουλάχιστον δέκα πέντε Κυβερνήσεις Κρατών, εις τα οποία θα περιλαμβάνωνται επτά Κράτη κατέχοντα έκαστον ολικήν χωρητικότητα ουχί μικροτέραν του ενός εκατομμυρίου κόρων. Ο Οργανισμός θέλει ει(Αντί για τη σελ. 282,23) Σελ. 282,23(α) Τεύχος 1277-Σελ. 107 Κανονισμοί φορτώσεων 19.Γ.γ.15 δοποιήσει πάντα τα υπογράψαντα ή προσχωρήσαντα εις την παρούσαν Σύμβασιν Κράτη περί της ημερομηνίας, καθ’ ην αύτη θέλει τεθή εν ισχύϊ. 2)Η αποδοχή ή η προσχώρησις, δια τα Κράτη, τα οποία κατέθεσαν έγγραφον αποδοχής ή προσχωρήσεως εις την παρούσαν Σύμβασιν κατά την διάρκειαν των εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου μνημονευομένων δώδεκα μηνών, θα πραγματοποιηθή κατά την έναρξιν ισχύος της παρούσης Συμβάσεως ή τρεις μήνας, μετά την ημερομηνίαν της καταθέσεως του εγγράφου της αποδοχής ή προσχωρήσεως, οποιαδήποτε είναι η βραδυτέρα ημερομηνία. 3)Προκειμένου περί Κρατών, τα οποία μετά την έναρξιν ισχύος της παρούσης Συμβάσεως, κατέθεσαν έγγραφον αποδοχής ή προσχωρήσεως εις αυτήν, ή Σύμβασις θα τεθή εν ισχύϊ τρεις μήνας μετά την ημερομηνίαν της καταθέσεως του εγγράφου τούτου. 4)Μετά την ημερομηνίαν καθ’ ην θα έχουν τηρηθή άπασαι αι απαιτούμεναι προϋποθέσες ίνα επιτευχθή τροποποίησίς τις εις την εν ισχύϊ παρούσαν Σύμβασιν ή θα έχουν κατατεθή άπασαι αι κατά την υποπαρ. β της παρ. 2 του άρθρ. 29 αποδοχαί εν περιπτώσει τροποποιήσεως δι’ ομοθύμου αποδοχής, παν κατατιθέμενον έγγραφον αποδοχής ή προσχωρήσεως θα θεωρήται ότι απευθύνεται προς την Σύμβασιν ουτωσί τροποποιημένην. Σελ. 282,24(α) Τεύχος 1277-Σελ. 108 19.Γ.γ.15 Κανονισμοί φορτώσεων Τροποποιήσεις Άρθρ.29.-1)Η παρούσα Σύμβασις δύναται να τροποποιηθή τη προτάσει Συμβαλλομένου τινός Κράτους, ακολουθουμένης οιασδήποτε των εν τω παρόντι άρθρω καθοριζομένων διαδικασιών. 2)Τροποποίησις δι’ ομοθύμου αποδοχής: α)Επί τη αιτήσει οιουδήποτε των Συμβαλλομένων Κρατών, πάσα πρότασις τροποποιήσεως της παρούσης Συμβάσεως δέον να ανακοινωθή υπό του Οργανισμού εις πάντα τα Συμβαλλόμενα Κράτη προς εξέτασιν με τον σκοπόν της ομόθυμου αποδοχής. β)Οιαδήποτε τοιαύτη τροποποίησις θέλει τεθή εν ισχύϊ δώδεκα μήνας μετά την ημερομηνίαν της αποδοχής της υφ’ όλων των Συμβαλλομένων Κρατών, εκτός εάν συμφωνηθή όπως τούτο συμβή ενωρίτερον. Συμβαλλόμενον Κράτος, το οποίον δεν ανακοινοί εις τον Οργανισμόν απόφασίν του, περί αποδοχής ή απορρίψεως της τροποποιήσεως εντός τριετίας από της πρώτης περί ταύτης ανακοινώσεως του τελευταίου, θα θεωρήται ότι απεδέχθη την τροποποίησιν. γ)Πάσα προτεινομένη τροποποίησις θα θεωρήται απορριφθείσα, εάν δεν εγένετο αποδεκτή κατά την υποπαρ. β της παρούσης παραγράφου εντός τριετίας, αφ’ ης το πρώτον ανεκοινώθη υπό του Οργανισμού εις πάντα τα Συμβαλλόμενα Κράτη. 3)Τροποποίησις κατόπιν εξετάσεως εις τον Οργανισμόν: α)Τη αιτήσει Συμβαλλομένου τινός Κράτους, πάσα υπ’ αυτού προτεινομένη τροποποίησις εις την παρούσαν Σύμβασιν θα εξετάζηται εις τον Οργανισμόν. Εάν υιοθετηθή από την πλειοψηφίαν των δύο τρίτων των παρόντων και ψηφιζόντων μελών εις την Επιτροπήν Ναυτικής Ασφαλείας του Οργανισμού, η τροποποίησις δέον να γνωστοποιηθή προς άπαντα τα μέλη του Οργανισμού και άπαντα τα Συμβαλλόμενα Κράτη τουλάχιστον έξ μήνας πριν ή εξετασθή υπό της Συνελεύσεως του Οργανισμού. β)Εάν υιοθετηθή από την πλειοψηφίαν των παρόντων και ψηφιζόντων μελών της Συνελεύσεως, η τροποποίησις, δέον να γνωστοποιηθή υπό του Οργανισμού εις πάντα τα Συμβαλλόμενα Κράτη προς αποδοχήν. γ)Η τοιαύτη τροποποίησις θέλει ισχύσει δώδεκα μήνας μετά την ημερομηνίαν καθ’ ην εγένετο αποδεκτή υπό των δύο τρίτων των συμβαλλομένων Κρατών. Η τροποποίησις θέλει ισχύσει δι’ άπαντα τα Συμβαλλόμενα Κράτη, εξαιρέσει εκείνων τα οποία, προ της ενάρξεως της ισχύος της, εδήλωσαν ότι δεν αποδέχονται την τροποποίησιν. δ)Η Συνέλευσις δια πλειοψηφίας των δύο τρίτων των παρόντων και ψηφιζόντων μελών, συμπεριλαμβανομένων των δύο τρίτων των παρόντων και ψηφιζόντων και εν τη Επιτροπή Ναυτικής Ασφαλείας αντιπροσωπευομένων Κρατών δύναται να καθορίση, κατά τον χρόνον αποδοχής της τροποποιήσεως, ότι αύτη είναι τοιαύτης σπουδαιότητος, ώστε οιονδήποτε Συμβαλλόμενον Κράτος, όπερ ήθελεν υποβάλει δήλωσιν, κατά την υποπαρ. γ και δεν ήθελεν αποδεχθή την τροποποίησιν εντός περιόδου δώδεκα μηνών μετά την έναρξιν ισχύος της, θέλει παύσει να συμμετέχη εις την παρούσαν Σύμβασιν, κατά την λήξιν της ρηθείσης προθεσμίας. Ο τοιούτος καθορισμός θα υπόκειται εις προηγουμένην αποδοχήν εκ μέρους των δύο τρίτων των Συμβαλλομένων εις την παρούσαν Σύμβασιν Κρατών. ε)Ουδέν των εν τη παραγράφω ταύτη καθοριζομένων ήθελεν εμποδίσει Συμβαλλόμενόν τι Κράτος, όπερ πρώτον προέτεινε την επιβολήν τροποποιήσεως τινός εις την παρούσαν Σύμβασιν, κατά την παρούσαν παράγραφον, από της χωρήσεως εν παντί χρόνω εις τοιαύτην εναλλακτικήν ενέργειαν, ην ήθελε κρίνει επιθυμητήν κατά τας διατάξεις των παραγράφων 2 ή 4 του παρόντος Άρθρου. 4)Τροποποίησις κατόπιν διασκέψεως: α)τη αιτήσει Συμβαλλομένου τινός Κράτους, έχοντος την συγκατάθεσιν τουλάχιστον του ενός τρίτου των Συμβαλλομένων Κρατών, θα συγκαλείται υπό του Οργανισμού διάσκεψις των Κρατών, προς τον σκόπον της εξετάσεως τροποποιήσεων εις την παρούσαν Σύμβασιν. β)Πάσα τροποποίησις γενομένη αποδεκτή κατά μίαν τοιαύτην διάσκεψιν υπό της πλειοψηφίας των δύο τρίτων των εκ των Συμβαλλομένων Κρατών παρόντων και ψηφιζόντων, δέον να γνωστοποιηθή υπό του Οργανισμού εις πάντα τα Συμβαλλόμενα Κράτη προς αποδοχήν. γ)Η τοιαύτη τροποποίησις θέλει ισχύσει δώδεκα μήνας μετά την ημερομηνίαν καθ’ ην εγένετο αποδεκτή υπό των δύο τρίτων των Συμβαλλομένων Κρατών. Η τροποποίησις θέλει ισχύει δι’ άπαντα τα Συμβαλλόμενα Κράτη, εξαιρέσει εκείνων τα οποία, προ της ενάρξεως της ισχύος της, εδήλωσαν ότι δεν αποδέχονται την τροποποίησιν. δ)Δια πλειοψηφίας των δύο τρίτων των παρόντων και ψηφιζόντων μέλων, η συγκληθείσα κατά τας διατάξεις της υποπαρ. α διάσκεψις δύναται να καθορίση κατά τον χρόνον αποδοχής της τροποποιήσεως, ότι αύτη είναι τοιαύτης σπουδαιότητος, ώστε οιονδήποτε Συμβαλλόμενον Κράτος, όπερ ήθελεν υποβάλει δήλωσιν, κατά την υποπαρ. γ και δεν ήθελεν αποδεχθή την τροποποίησιν εντός περιόδου δώδεκα μηνών μετά την έναρξιν ισχύος της, θέλει παύσει να συμμετέχη εις την παρούσαν Σύμβασιν, κατά την λήξιν της ρηθείσης προθεσμίας. 5)Πάσα τροποποίησις της παρούσης Συμβάσεως γενομένη βάσει του παρόντος Άρθρου (Μετά την σελ. 282,24) Σελ. 282,25 341-067 Κανονισμοί φορτώσεων 19.Γ.γ.15 και αφορώσα την κατασκευήν του πλοίου δέον να εφαρμόζηται μόνον επί των πλοίων εκείνων των οποίων η τρόπις ετέθη ή ευρίσκεται εις σχετικόν στάδιον κατασκευής, κατά ή μετά την ημερομηνίαν ενάρξεως ισχύος της τροποποιήσεως ταύτης. 6)Ο Οργανισμός οφείλει να ειδοποιή πάντα τα Συμβαλλόμενα Κράτη περί όλων των τροποποιήσεων, αίτινες τίθενται εν ισχύϊ κατά το παρόν Άρθρον ως και περί της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος των. 7)Πάσα αποδοχή ή δήλωσις κατά το παρόν Άρθρον δέον να γνωστοποιήται γραπτώς εις τον Οργανισμόν, όστις θα γνωστοποιή λήψιν της αποδοχής ή δηλώσεως προς όλα τα Συμβαλλόμενα Κράτη. Καταγγελία Άρθρ.30.-1)Η παρούσα Σύμβασις δύναται να καταγγελθή παρ’ οιουδήποτε Συμβαλλομένου Κράτους εις πάντα χρόνον μετά πάροδον πέντε ετών από της ημερομηνίας καθ’ ην η Σύμβασις ήρχισεν ισχύουσα δια το Κράτος τούτο. 2)Η καταγγελία δέον να γίνη δι’ εγγράφου δηλώσεως απευθυνομένης εις τον Οργανισμόν, όστις οφείλει να γνωστοποιή εις τα λοιπά Συμβαλλόμενα Κράτη τας λαμβανομένας καταγγελίας και την ημερομηνίαν λήψεως αυτών. 3)Η καταγγελία θα λαμβάνη ισχύν έν έτος μετά την ημερομηνίαν της λήψεως της σχετικής δηλώσεως ή μετά την λήξιν πάσης άλλης μακροτέρας χρονικής περιόδου καθοριζομένης εν τη δήλωσει. Αναστολή Άρθρ.31.-1)Εν περιπτώσει εχθροπραξιών ή άλλων εξαιρετικών περιστάσεων θιγουσών τα ζωτικά συμφέροντα Κράτους τινός του οποίου η Κυβέρνησις έχει προσχωρήσει εις την παρούσαν Σύμβασιν, το Κράτος τούτο δύναται να αναστείλη την εφαρμογήν του όλου ή μέρους της παρούσης Συμβάσεως. Το αναστέλλον Κράτος οφείλει αμέσως να ειδοποιήση τον Οργανισμόν περί τοιαύτης αναστολής. 2)Η τοιαύτη αναστολή δεν στερεί τα άλλα Συμβαλλόμενα Κράτη παντός δικαιώματος ελέγχου, συμφώνως, προς την παρούσαν Σύμβασιν, επί των πλοίων του αναστείλαντος κράτους, όταν ταύτα ευρίσκωνται εις τους λιμένας των. 3)Το αναστείλαν την εφαρμογήν της Συμβάσεως Κράτος, δύναται, ανά πάσαν στιγμήν, να επαναφέρη ταύτην ειδοποιούν αμέσως περί τούτου τον Οργανισμόν. Σελ. 282,26 341-068 4)Ο Οργανισμός οφείλει να γνωστοποιή εις πάντα τα Συμβαλλόμενα Κράτη, την αποφασισθείσαν, δυνάμει του παρόντος άρθρου, αναστολήν ή επαναφοράν της εφαρμογής της Συμβάσεως. Εδάφη Άρθρ.32.-1)α)Τα Ηνωμένα Έθνη, εις ας περιπτώσεις έχουσι την Διοίκησιν εδάφους τινός ή όταν Συμβαλλόμενον Κράτος είναι υπεύθυνον δια τας διεθνείς σχέσεις εδάφους τινός, δέον όπως, όσον το δυνατόν ενωρίτερον, συσκεφθώσι μετά της διοικούσης το έδαφος τούτο Αρχής, με σκοπόν την επέκτασιν της εφαρμογής της παρούσης Συμβάσεως εις το έδαφος τούτο και δύνανται ανά πάσαν στιγμήν, δια γραπτής δηλώσεως απευθυνομένης εις τον Οργανισμόν, να δηλώσωσιν ότι η παρούσα Σύμβασις θέλει επεκταθή εις τοιούτον έδαφος. β)Η παρούσα Σύμβασις θα επεκτείνηται εις το εν τη γραπτή δηλώσει κατονομαζόμενον έδαφος, είτε από της ημερομηνίας της λήψεώς της, είτε από της ημερομηνίας της καθοριζομένης εν τη δηλώσει. 2)α)Τα Ηνωμένα Έθνη ή οιονδήποτε Συμβαλλόμενον Κράτος, άτινα υπέβαλον δήλωσιν κατά την υποπαρ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, δύναται ανά πάσαν στιγμήν μετά πάροδον πέντε ετών από της ημερομηνίας καθ’ ην επεξετάθη εις έδαφός τι η εφαρμογή της Συμβάσεως να δηλώσουν γραπτώς εις τον Οργανισμόν ότι η παρούσα σύμβασις θέλει παύσει να εφαρμόζηται εις το εν τη δηλώσει αναφερόμενον έδαφος. β)Η παρούσα Σύμβασις θα παύση να επεκτείνηται εις το εν τη δηλώσει αναφερόμενον έδαφος έν έτος από της ημερομηνίας της λήψεως της δηλώσεως υπό του Οργανισμού ή μετά την λήξιν πάσης άλλης μακροτέρας χρονικής περιόδου καθοριζομένης εν τη δηλώσει. 3)Ο Οργανισμός οφείλει να ειδοποιή πάντα τα Συμβαλλόμενα Κράτη περί της επεκτάσεως της παρούσης Συμβάσεως εις οιαδήποτε εδάφη, κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ως και περί της λήξεως της τοιαύτης επεκτάσεως κατά τας διατάξεις της παρ. 2, καθορίζων εις εκάστην περίπτωσιν, την ημερομηνίαν αφ’ ης η παρούσα Σύμβασις έπαυσεν ή θέλει παύσει ισχύουσα. 19.Γ.γ.15 Κανονισμοί φορτώσεων Κατάθεσις Άρθρ.33.-1)Η παρούσα Σύμβασις θα κατατεθή εις τον Οργανισμόν και ο Γενικός Γραμματεύς του Οργανισμού θα διαβιβάση επικυρωμένα πιστά αντίγραφα ταύτης εις όλα τα προσυπογράψαντα Κράτη και εις παν άλλο κράτος το οποίον αποδέχεται την παρούσαν Σύμβασιν. Γλώσσαι Άρθρ.34.-Η παρούσα Σύμβασις εξεδόθη εις απλούν αντίγραφαν εις την Αγγλικήν και Γαλλικήν γλώσσαν, αμφοτέρων των κειμένων όντων εξ ίσου αυθεντικών. Επίσημοι μεταφράσεις εις την Ρωσικήν και Ισπανικήν γλώσσαν θα ετοιμασθούν και κατατεθούν ομού μετά του υπογραφέντος πρωτοτύπου. Εις πίστωσιν των ανωτέρω οι κάτωθι υπογεγραμμένοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τον σκοπόν τούτον υπό των Κυβερνήσεών των, υπέγραψαν την παρούσαν Σύμβασιν. Εγένετο εν Λονδίνω την Πέμπτην Απρ. 1966 Έπονται αι υπογραφαί των αντιπροσώπων των κάτωθι χωρών υπό τον όρον της αποδοχής: Αργεντινής, Αυστραλίας, Βελγίου, Βραζιλίας, Βουλγαρίας, Καναδά, Δημοκρατίας της Κίνας, Δανίας, Γερμανίας (Δυτ.), Γαλλίας, Γκάνας, Ελλάδος, Ισλανδίας, Ινδίας, Ιρλανδίας, Ισραήλ, Ιταλίας, Ακτής Ελεφαντοστού, Ιαπωνίας, Κουβέϊτ, Λιβερίας, Μαλάγας, Κάτω Χωρών, Ν. Ζηλανδίας, Νορβηγίας, Πακιστάν, Παναμά, Περού, Φιλιππίνων, Πολωνίας, Δημοκρατίας της Κορέας, Ν. Αφρικής, Ισπανίας, Ελβετίας, Τρινιντάτ-Τομπάκο, Τύνιδος, Μ. Βρεταννίας και Ιρλανδίας, Η.Π.Α., Βενεζουέλας και Γιουσκοσλαβίας. Ο αντιπρόσωπος της Ενώσεως Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών υπέγραψεν «υπό τον όρον δηλώσεως σχετικής προς το άρθρ. 27(ι)» και ο αντιπρόσωπος της Ηνωμ. Αραβικής Δημοκρατίας υπό τον όρον επικυρώσεως με την επιφύλαξιν ότι «ουδέν εκ των καθοριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει, ήθελε, καθ’ οιονδήποτε τρόπον επηρεάσει τους Κανόνας και Κανονισμούς, οίτινες εξεδόθησαν υπό της Αρχής της Διώρυγος του Σουέζ. Εν περιπτώσει οιασδήποτε συγκρούσεως μεταξύ αυτών οι τελευταίοι θα υπερισχύσουν. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ ΠΡΟΣ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΝ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ ΦΟΡΤΩΣΕΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι. Γενικά Οι Κανονισμοί προϋποθέτουν ότι η φύσις και η στοιβασία του φορτίου, έρματος κλπ. είναι τοιαύται ώστε να εξασφαλίζηται επαρκής ευστάθεια του πλοίου και να αποφεύγηται η άσκησις υπερβολικών πιέσεων επί της κατασκευής. Οι Κανονισμοί προϋποθέτουν επίσης ότι όπου υπάρχουν διεθνείς απαιτήσεις αφορώσαι εις την ευστάθειαν ή την υποδιαίρεσιν του πλοίου, υπάρχη συμμόρφωσις προς τας απαιτήσεις αυτάς. Κανονισμός 1 Αντοχή (Σκάφους) Η Αρχή δέον να εξασφαλίση ότι η γενική κατασκευαστική αντοχή του (σκάφους) είναι επαρκής δια το αντιστοιχούν προς το σημειωθέν ύψος εξάλων βύθισμα. Πλοία ναυπηγηθέντα και συντηρούμενα κατά τας απαιτήσεις ανεγνωρισμένου υπό της Αρχής Νηογνώμονος δύνανται να θεωρηθούν ως έχοντα επαρκή αντοχήν. Με το Προσάρτημα Β άρθρου πρώτου Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ. 29, ορίστηκε ότι στις επικεφαλίδες οι λέξεις «Αντοχή της Γάστρας» αντικαθίστανται με τις λέξεις «Αντοχή του Πλοίου» και στην πρώτη πρόταση του κανονισμού η λέξη «γάστρα» αντικαθίσταται με την λέξη «πλοίο». Κανονισμός 2 Εφαρμογή 1)Τα ύψη εξάλων πλοίων μηχανικώς προωθουμένων ή φορτηγίδων, ποταμοπλοίων ή λοιπών άνευ ανεξαρτήτου μέσου προώσεως πλοίων, θα σημειούνται κατά τας διατάξεις των Κανονισμών 1-40 συμπεριλαμβανομένου, του παρόντος Παραρτήματος. 2)Εις πλοία μεταφέροντα ξυλείαν επί του καταστρώματος εκτός από το καθοριζόμενον εν παρ. 1 του παρόντος Κανονισμού ύψος εξάλων, δύναται να σημειωθή και ύψος εξάλων ξυλείας κατά τας διατάξεις των Κανονισμών 41-45 συμπεριλαμβανομένου του παρόντος Παραρτήματος. 3)Εις πλοία ιστιοφόρα, χρησιμοποιούντα τα ιστία είτε ως μοναδικόν μέσον προώσεως είτε ως συμπληρωματικόν τοιούτον ως και εις ρυμουλκά, το ύψος εξάλων δέον να σημειούται συμφώνως προς τας διατάξεις των Κανονισμών 1-40 συμπεριλαμβανομένου του παρόντος παραρτήματος. Υπό της Αρχής θα καθορίζηται απαίτησις τοιούτου προσθέτου ύψους εξάλων. 4)Εις ξύλινα πλοία ή πλοία συνθέτου κατασκευής ή υλικών, την χρήσιν των οποίων έχει εγκρίνει η Αρχή ή πλοία των οποίων τα κατασκευαστικά στοιχεία είναι τοιαύτα ώστε να καθιστούν μη εύλογον ή μη πραγματοποιήσιμον την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος Παραρτήματος, το ύψος εξάλων θα σημειούται ως ήθελε καθορίσει η Αρχή. (Αντί για τη σελ. 282,27) Σελ. 282,27(α) Τεύχος 1278-Σελ. 1 Κανονισμοί φορτώσεων 19.Γ.γ.15 5)Οι Κανονισμοί 10 έως 26 συμπεριλαμβανομένου του παρόντος Παραρτήματος θα εφαρμόζονται εις παν πλοίον εις το οποίον έχει σημειωθή κατώτατον ύψος εξάλων. Μη αυστηρά τήρησις των παρουσών απαιτήσεων δύναται να εφαρμοσθή εις έν πλοίον εις το οποίον εσημειώθη μεγαλύτερον του κατωτάτου ύψους εξάλων υπό την προϋπόθεσιν ότι η Αρχή ήθελε κρίνει ικανοποιητικήν την τήρησιν των απαιτουμένων όρων ασφαλείας. «
(6)0ι κανονισμοί 22
(2)και 27 θα εφαρμόζονται μόνο σε πλοία των οποίων η τρόπιδα έχει τεθεί ή βρίσκεται σε παρεμφερές στάδιο κατασκευής, την ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία το πρωτόκολλο 1988 που σχετίζεται με την Διεθνή Σύμβαση περί Γραμμών Φορτώσεως, 1966 τίθεται σε ισχύ.
(7)Νέα πλοία, διάφορα εκείνων που προδιαγράφονται στην παρ. (β), θα συμμορφώνονται είτε με τον κανονισμό 27 της παρούσας Σύμβασης (όπως τροποποιήθηκε) ή με τον κανονισμό 27 της Διεθνούς Σύμβασης περί Γραμμών Φορτώσεως 1966 (όπως υιοθετήθηκε την 5 Απρ. 1966), όπως αυτό ορίζεται από την Αρχή». Οι μέσα σε « » παρ. 6 και 7 προστέθηκαν από το Προσάρτημα Β άρθρου πρώτου Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ.29. Σελ. 282,28(α) Τεύχος 1278-Σελ. 2 19.Γ.γ.15 Κανονισμοί φορτώσεων Κανονισμός 3 Όροι χρησιμοποιούμενοι εις τα Παραρτήματα «
(1)Μήκος. Το μήκος (L) θα λαμβάνεται ίσο με το 95% του ολικού μήκους μίας ισάλου γραμμής στο 85% του ελαχίστου ύψους μετρούμενου από την άνω όψη της τρόπιδας, ή με το μήκος από το πρωραίο άκρο της πρώρας μέχρι τον άξονα του πηδαλίου σε αυτή την ισαλογραμμή εάν αυτό είναι μεγαλύτερο. Όπου η πρώρα είναι καμπυλωτή πάνω από την ίσαλο γραμμή στο 85% του ελαχίστου ύψους, τότε και, το πρωραίο όριο του ολικού μήκους και το ακροπρωραίο σημείο της στείρας αντίστοιχα θα λαμβάνονται στην κάθετη προέκταση, σε αυτή την ίσαλο γραμμή, της στείρας (πάνω από αυτή την ίσαλο γραμμή). Σε πλοία με κεκλιμένη τρόπιδα, η ίσαλος γραμμή στην οποία μετράται αυτό το μήκος πρέπει να είναι παράλληλος της ισάλου γραμμής υπολογισμών». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το Προσάρτημα Β άρθρου πρώτου Νόμ. 2209/911 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ.
- 2)Κάθετοι. Αι πρωραία και πρυμναία κάθεται θα λαμβάνωνται ως βάσεις δια τον καθορισμόν των πρωραίου και πρυμναίου περάτων του Μήκους (L). Η πρωραία κάθετος δέον να συμπίπτη με την προς πρώραν πλευράν της στείρας επί της ισάλου, εφ’ ης εμετρήθη το μήκος. 3)Μέσον του πλοίου. Ως μέσον του πλοίου λαμβάνεται το μέσον του μήκους (L). 4)Πλάτος. Εκτός εάν άλλως ρητώς προβλέπεται ως πλάτος (Β) λαμβάνεται το μέγιστον πλάτος του πλοίου, μετρούμενον εις το μέσον του πλοίου και επί της εσωτερικής γραμμής του νομέως προκειμένου περί πλοίου με μεταλλικόν περίβλημα ή επί της εξωτερικής επιφανείας του σκάφους προκειμένου περί πλοίου διαφόρου υλικού ΠΕΡΙΒΛΗΜΑ. 5)Πλευρικόν βάθος. α)Ως πλευρικόν βάθος λαμβάνεται η κατακόρυφος απόστασις η μετρουμένη εις την πλευράν του πλοίου από της κορυφής της τρόπιδος μέχρι της κορυφής του ζυγού του καταστρώματος εξάλων. Εις ξύλινα και συνθέτου κατασκευής πλοία η απόστασις μετρείται από του πέρατος της γλυφής της τρόπιδος. Όπου το κατώτερον μέρος του μέσου τομέως του πλοίου είναι σχήματος κοίλου ή όπου έχουν τοποθετηθή παχέα ελάσματα παρά την τρόπιδα, η απόστασις μετρείται από του σημείου όπου ευθεία τις γραμμή συνεχιζομένη προς το εσωτερικόν από του επιπέδου του πυθμένος κόπτει την πλευράν της τρόπιδος. β)Εις πλοία έχοντα εστρογγυλευμένη υδρορρόην, το πλευρικόν βάθος δέον να μετρήται εις το σημείον της τομής των εξωτερικών γραμμών του καταστρώματος και των πλευρών των γραμμών τούτων προεκτεινομένων ως εάν η υδρορρόη είχε σχεδιασθή με γωνίαν. Με το Παράρτημα Β άρθρου πρώτου Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ. 29, ορίστηκε ότι «οι γραμμές επί της άνω κόψης των ζυγών του καταστρώματος και της εξωτερικής κόψης των νομέων των πλευρών». γ)Όπου το κατάστρωμα εξάλων είναι κλιμακωτόν και το ανυψώμενον τμήμα του καταστρώματος εκτείνεται πέραν του σημείου όπου δέον να περατούται το πλευρικόν βάθος, το πλευρικόν βάθος θα μετράται μέχρις ευθείας γραμμής εκτεινομένης υπό του κατωτέρου τμήματος του καταστρώματος και βαινούσης παραλλήλως προς το ανυψώμενον τμήμα. 6)Βάθος δια το ύψος εξάλων (D). α)Ως βάθος δια το ύψος εξάλων (D) λαμβάνεται το πλευρικόν βάθος εις το μέσον του πλοίου, πλέον το πάχος του ελάσματος της υδρορρόης εις το κατάστρωμα εξάλων, όπου υπάρχει τοιούτον, (L-S) πλέον Τ L εάν το εκτεθειμένον κατάστρωμα εξάλων είναι επικεκαλυμμένον, όπου Τ είναι το μέσον πάχος της εκτεθειμένης επικαλύψεως, καθαράς από ανοίγματα καταστρώματος, και S είναι το ολικόν μήκος των υπερκατασκευών, ως αύται ορίζονται εν υποπαρ. 10(δ) του παρόντος Κανονισμού. β)Ως βάθος δια το ύψος εξάλων (D) πλοίων εχόντων εστρογγυλευμένην υδρορρόην με ακτίνα μεγαλυτέραν του 4 επί τοις εκατόν του πλάτους (Β) ή εχόντων άκρα πλευρών ασυνήθους τύπου, λαμβάνεται το βάθος δι’ ύψος εξάλων πλοίου έχοντος μέσον τομέα μετά κατακωρύφων άκρων πλευρών και μετά ζυγού καταστρώματος της αυτής κλίσεως και έκτασιν του τομέως των ακρών πλευρών ομοίαν προς την προβλεπομένην δια μέσον τομέα συνήθους τύπου. γ)Συντελεστής λεπτότητος γάστρας: Ο συντελεστής λεπτότητος γάστρας δίδεται υπό του τύπου: V Cβ = , όπου L.B.D1 είναι ο όγκος εκτοπίσματος του βυθισμένου μέρους του πλοίου, εξαιρουμένης της εξογκώσεως αγκύρας, εις πλοίον μετά μεταλλικού περιβλήματος ή ο όγκος εκτοπίσματος εις την εξωτερικήν πλευράν πλοίου μετά περιβλήματος οιουδήποτε ετέρου υλικού, αμφοτέρων λαμβανομένων εις πλευρικόν βύθισμα 1, και όπου D1 είναι 85 επί τοις εκατόν του ελαχίστου πλευρικού βάθους. 8)Ύψος εξάλων:Το σημειούμενον ύψος εξάλων είναι η κατακορύφως μετρουμένη απόστασις εις το μέσον του πλοίου από την άνω όψιν της γραμμής καταστρώματος μέχρι της άνω όψεως της αντιστοίχου γραμμής φορτώσεως. (Μετά τη σελ. 282,28(α) Σελ. 282,281 Τεύχος 1278-Σελ. 3 Κανονισμοί φορτώσεων 19.Γ.γ.15 19.Γ.γ.15 Κανονισμοί φορτώσεων 9)Κατάστρωμα εξάλων:Ως κατάστρωμα εξάλων λαμβάνεται το ανώτατον πλήρες κατάστρωμα το εκτεθειμένον εις τον καιρόν και την θάλασσαν, το οποίον έχει μόνιμα μέσα κλεισίματος των ανοιγμάτων του εκτεθειμένου εις τον καιρόν μέρους του και κάτωθεν του οποίου όλα τα εις τας πλευράς του πλοίου υπάρχοντα ανοίγματα είναι εξωπλισμένα με μόνιμα μέσα υδατοστεγούς κλεισίματος. Εις πλοίον έχον ασυνεχές κατάστρωμα εξάλων, η κατωτάτη γραμμή του εκτεθειμένου καταστρώματος και η συνέχισις της γραμμής ταύτης παραλλήλως προς το ανώτατον τμήμα του καταστρώματος λαμβάνεται ως κατάστρωμα εξάλων. Υπό τον όρον της αποδοχής εκ μέρους του πλοιοκτήτου και της εγκρίσεως εκ μέρους της Αρχής, έν κατώτερον κατάστρωμα δύναται να ληφθή ως κατάστρωμα εξάλων, εφ’ όσον πρόκειται περί πλήρους και μονίμου τοιούτου, συνεχομένου προς πρώραν και πρύμναν τουλάχιστον μεταξύ του χώρου του μηχανοστασίου και των διαφραγμάτων των στεγανών συγκρούσεως και συνεχομένου επίσης εγκαρσίως. Όταν το τοιούτον κατώτερον κατάστρωμα είναι κλιμακωτόν ως κατάστρωμα εξάλων λαμβάνεται η κατωτάτη γραμμή του καταστρώματος και η συνέχισις της γραμμής ταύτης παραλλήλως προς το ανώτατον τμήμα του καταστρώματος. Όταν έν κατώτερον κατάστρωμα λαμβάνεται ως κατάστρωμα εξάλων, το μέρος του σκάφους το οποίον εκτείνεται άνωθεν του καταστρώματος εξάλων, θεωρείται ως υπερκατασκευή καθ’ όσον αφορά εις την εφαρμογήν των όρων χαράξεως και υπολογισμού του ύψους εξάλων. Εν τοιαύτη περιπτώσει το ύψος εξάλων υπολογίζεται από του καταστρώματος τούτου. 10)Υπερκατασκευαί: α)Ως υπερκατασκευή λαμβάνεται πάσα κλειστή εκ των άνω κατασκευή επί του καταστρώματος εξάλων, εκτεινομένη από πλευράς εις πλευράν του πλοίου ή της οποίας η ελασματίνη πλευρά δεν ευρίσκεται έσωθεν της ελασματίνης πλευράς του περιβλήματος περισσότερον του 4 επί τοις εκατόν του πλάτους (Β). Ανυψωμένον τμήμα πρυμναίου καταστρώματος θεωρείται ως υπερκατασκευή. β)Κεκλεισμένη υπερκατασκευή είναι μία υπερκατασκευή με: ι)Κλειστά διαφράγματα επαρκώς ισχυράς κατασκευής, ιι)Ανοίγματα εισόδου, εάν υπάρχουν, εις τα ως άνω διαφράγματα, ενισχυμένα δια θυρών συμμορφουμένων προς τας απαιτήσεις του Κανονισμού
- ιιι)Άπαντα τα λοιπά ανοίγματα εις τας πλευράς ή τα άκρα της υπερκατασκευής ενισχυμένα δι’ επαρκώς στεγανών κατά του καιρού μέσων κλεισίματος. Η γέφυρα ή το επίστεγον δεν θα θεωρώνται ως κεκλεισμέναι υπερκατασκευαί εκτός εάν προβλέπωνται ως κάθοδοι, δια το επιθυμούν να μεταβή εις το μηχανοστάσιον ή άλλους χώρους εργασίας πλήρωμα, εσωτερικώς των τοιούτων υπερκατασκευών εναλλακτικά μέσα διαθέσιμα εις πάσαν κατάστασιν καιρού, όταν τα επί των διαφραγμάτων ανοίγματα είναι κλειστά. γ)Ως ύψος υπερκατασκευής τινός λαμβάνεται το ελάχιστον κατακόρυφον ύψος το μετρούμενον επί της πλευράς από της κορυφής των ζυγών του καταστρώματος της υπερκατασκευής μέχρι της κορυφής των ζυγών του καταστρώματος εξάλων. δ)Ως μήκος υπερκατασκευής τινός (S) λαμβάνεται το μέσον μήκος του τμήματος της υπερκατασκευής το οποίον ευρίσκεται εντός του μήκους (L). 11)Πλοίον μεθ’ ενός καταστρώματος και υπερστεγασμάτων, μη εξικνουμένων μέχρι των πλευρών του:Ως τοιούτον θεωρείται παν πλοίον το οποίον δεν έχει υπερκατασκευάς επί του καταστρώματος εξάλων. 12)Στεγανόν εις καιρικάς καταστάσεις:Ο όρος ούτος σημαίνει ότι υπό οιασδήποτε καιρικάς καταστάσεις, ύδωρ δεν θα εισχωρήση εις το πλοίον. Κανονισμός 4 Γραμμή καταστρώματος Η Γραμμή καταστρώματος είναι μία οριζοντία γραμμή μήκους 300 χιλιοστομέτρων (12 ιντσών) και πλάτους 25 χιλιοστομέτρων (1 ίντσας). Αύτη δέον να χαραχθή εφ’ εκάστης πλευράς εις το μέσον του πλοίου και κανονικώς η ανωτέρα της όψις δέον να διέρχηται από το σημείον όπου η προς τα έξω προέκτασις της ανωτέρας επιφανείας του καταστρώματος εξάλων τέμνει την εξωτερικήν πλευράν του περιβλήματος (ως απεικονίζεται εις Σχήμα 1), προβλεπομένου ότι η γραμμή καταστρώματος δύναται να τοποθετηθή κατ’ αναλογίαν εις έτερον σταθερόν σημείον επί του πλοίου, υπό τον όρον ότι το ύψος εξάλων αντιστοίχως θα διορθωθή. Η τοποθέτησις του κατ’ αναλογίαν οριζομένου τούτου σημείου ως και η ταυτότης του καταστρώματος εξάλων δέον, εις πάσαν περίπτωσιν, να καταχωρώνται
(1966). Κανονισμός 5 Σήμανση Γραμμών Φορτώσεως Το σημείον Γραμμής Φορτώσεως συνίσταται εξ ενός δακτυλίου εξωτερικής διαμέτρου 300 χιλιοστομέτρων (12 ιντσών) και πλάτους 25 χιλιοστομέτρων (1 ίντσας), ο οποίος τέμνεται υπό οριζοντίας γραμμής μήκους 450 χιλιοστο-μέτρων (18 ιντσών) και πλάτους 25 χιλιοστομέτρων (1 ίντσας), η ανωτέρα όψις της οποίας διέρχεται εκ του κέντρου του δακτυλίου. Το (Αντί για τη σελ. 282,29) Σελ. 282,29(α) Τεύχος 1278-Σελ. 5 Κανονισμοί φορτώσεων 19.Γ.γ.15 κέντρον του δακτυλίου δέον να τοποθετήται εις το μέσον του πλοίου και εις απόστασιν, κατακορύφως μετρουμένην κάτωθεν της άνω όψεως της γραμμής καταστρώματος, ίσην προς το σημειούμενον ύψος εξάλων θέρους [(ως απεικονίζεται εις Σχήμα 2)]. Η μέσα σε [( )] πρόταση διαγράφηκε από το Προσάρτημα Β άρθρου πρώτου Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ. 29. Κανονισμός 6 Γραμμαί χρησιμοποιητέαι ομού μετά του Σημείου Γραμμής Φορτώσεως 1)Αι γραμμαί αι δεικνύουσαι την σημειουμένην, συμφώνως προς τους παρόντας Κανονισμούς, γραμμήν φορτώσεως, θα είναι οριζόντιαι γραμμαί μήκους 230 χιλιοστομέτρων (9 ιντσών) και πλάτους 25 χιλιοστομέτρων (1 ίντσας) και θα εκτείνωνται προς πρώραν, εκτός εάν άλλως ρητώς ορίζεται, και κατ’ ορθάς γωνίας κατακόρυφου γραμμής πλάτους 25 χιλιοστομέτρων (1 ίντσας) χαρασσομένης εις απόστασιν 549 χιλιοστομέτρων (21 ιντσών) προς πρώραν του κέντρου του δακτυλίου (ως απεικονίζεται εις Σχήμα 2). 2)Αι ακόλουθοι γραμμαί φορτώσεως θα χρησιμοποιώνται: (Το χειρόγρ. 40(35α) εδόθη προς κατασκευήν κλισέ) α)Η Γραμμή Φορτώσεως θέρους, οριζόμενη υπό της άνω όψεως της γραμμές, ήτις διέρχεται δια του κέντρου του δακτυλίου και δια γραμμής σημειουμένης δια του γράμματος S. β)Η Γραμμή Φορτώσεως Χειμώνος, οριζομένη υπό της άνω όψεως γραμμής σημειουμένης δια του γράμματος W. γ)Η Γραμμή Φορτώσεως Χειμώνος Βορείου Ατλαντικού, οριζομένη υπό της άνω όψεως γραμμής σημειουμένης δια των γραμμάτων WNΑ. δ)Η Τροπική Γραμμή Φορτώσεως, οριζομένη υπό της άνω όψεως γραμμής σημειουμένης δια του γράμματος Τ. ε)Η Γραμμή Φορτώσεως εις γλυκύ ύδωρ κατά το θέρος, οριζομένη υπό της άνω όψεως γραμμής σημειουμένης δια του γράμματος F. Η Γραμμή Φορτώσεως εις γλυκύ ύδωρ σημειούται προς πρύμναν της κατακορύφου γραμμής. Η διαφορά μεταξύ της Γραμμής Φορτώσεως εις γλυκύ ύδωρ κατά το θέρος, και της Γραμμής Φορτώσεως Θέρους είναι το επιτρεπόμενον περιθώριον φορτώσεως και ως προς τας αλλάς γραμμάς φορτώσεως. Σελ. 282,30(α) Τεύχος 1278-Σελ. 6 ς)Η Τροπική Γραμμή Φορτώσεως εις γλυκύ ύδωρ, οριζομένη υπό της άνω όψεως γραμμής σημειουμένης δια των γραμμάτων ΤF και χαρασσομένης προς πρύμναν της κατακορύφου γραμμής. 3)Εάν σημειούνται ύψη εξάλων ξυλείας, συμφώνως προς τους παρόντας Κανονισμούς, αι γραμμαί φορτώσεως ξυλείας δέον να χαράσσωνται επιπροσθέτως των κανονικών γραμμών φορτώσεως. Αι ως άνω γραμμαί θα είναι οριζόντιαι, μήκους 230 χιλιοστομέτρων (9 ιντσών) και πλάτους 25 χιλιοστομέτρων (1 ίντσας) και θα εκτείνωνται προς πρύμναν, εκτός εάν άλλως ρητώς ορίζεται, και κατ’ ορθάς γωνίας προς μίαν κατακόρυφον γραμμήν πλάτους 25 χιλιοστομέτρων (1 ίντσας), χαρασσομένης εις απόστασιν 540 χιλιοστομέτρων (21 ιντσών) προς πρύμναν του κέντρου του δακτυλίου (ως απεικονίζεται εις Σχήμα 3). 4)Αι ακόλουθοι γραμμαί φορτώσεως ξυλείας θα χρησιμοποιώνται: α)Η Γραμμή Φορτώσεως Ξυλείας Θέρους, οριζομένη υπό της άνω όψεως γραμμής σημειουμένης δια των γραμμάτων IS. β)H Γραμμή Φορτώσεως Ξυλείας Χειμώνος, οριζομένη υπό της άνω όψεως γραμμής σημειουμένης δια των γραμμάτων LW. γ)H Γραμμή Φορτώσεως ξυλείας Χειμώνος Βορείου Ατλαντικού, οριζομένη υπό της άνω όψεως γραμμής σημειουμένης δια των γραμμάτων DWNA. δ)Η Τροπική Γραμμή Φορτώσεως Ξυλείας, οριζομένη υπό της άνω όψεως γραμμής σημειουμένης δια των γραμμάτων LT. ε)Η Γραμμή Φορτώσεως Ξυλείας εις Γλυκύ Ύδωρ κατά το θέρος, οριζομένη υπό της άνω όψεως γραμμής σημειουμένης δια των γραμμάτων LF και χαρασσομένης προς πρώραν της κατακόρυφου γραμμής. Η διαφορά μεταξύ της Γραμμής Φορτώσεως Ξυλείας εις Γλυκύ Ύδωρ κατά το θέρος, και της Γραμμής Φορτώσεως Ξυλείας θέρους, είναι το επιτρεπόμενον περιθώριον φορτώσεως και ως προς τας αλλάς γραμμάς φορτώσεως. ς)Η Γραμμή Φορτώσεως Ξυλείας εις Τροπικά Γλυκέα ύδατα, οριζομένη υπό της ως άνω όψεως Γραμμής σημειουμένης δια των γραμμάτων LTF και χαρασσομένης προς πρώραν της κατακορύφου γραμμής. 5)Όπου τα χαρακτηριστικά πλοίου τίνος ή η φύσις των υπηρεσιών του πλοίου ή τα όρια ναυσιπλοΐας ποιούν ανεφάρμοστον οιανδήποτε των εποχικών γραμμών, αι γραμμαί αύται δύνανται να παραλείπωνται. 19.Γ.γ.15 Κανονισμοί φορτώσεων 6)Εν περιπτώσει καθ’ ην εις έν πλοίον έχει σημειωθή ύψος εξάλων μεγαλύτερον του ελαχίστου τοιούτου, ούτως ώστε η γραμμή φορτώσεως είναι κεχαραγμένη εις θέσιν αντιστοιχούσαν προς την κατωτάτην ή κατωτέραν της κατωτάτης σημειωθείσης εποχιακής γραμμής φορτώσεως δια το κατώτατον ύφος εξάλων συμφώνως προς την παρούσαν Σύμβασιν, θα απαιτήται η χάραξις μόνον της Γραμμής Φορτώσεως δια Γλυκύ Ύδωρ. 7)Εις ιστιοφόρα πλοία θα απαιτήται η χάραξις μόνον της γραμμής φορτώσεως εις Γλυκύ Ύδωρ και της Γραμμής Φορτώσεως Χειμώνος Βορείου Ατλαντικού (ως απεικονίζεται εις Σχήμα 4). 8)Όπου η Γραμμή Φορτώσεως Χειμώνος Βορείου Ατλαντικού ταυτίζεται μετά της Γραμμής φορτώσεως Χειμώνος, της αντιστοιχούσης εις την αυτήν κατακόρυφον γραμμήν, η γραμμή φορτώσεως αύτη θα σημειούται δια του γράμματος W. 9)Πρόσθετοι γραμμαί φορτώσεως απαιτούμεναι υπό άλλων εν ισχύϊ διεθνών συμβάσεων, δύνανται να χαράσσωνται κατ’ ορθάς γωνίας επί και προς πρύμναν της καθοριζομένης εν παρ. 1 του παρόντος Κανονισμού κατακορύφου γραμμής. Κανονισμός 7 Χαρακτηριστικά της σημειούσης Αρχής Τα χαρακτηριστικά της Αρχής, υπό της οποίας σημειούνται αι Γραμμαί Φορτώσεως, δύνανται να χαράσσωνται κατά μήκος του δακτυλίου της γραμμής φορτώσεως υπεράνω της οριζοντίας γραμμής ήτις διέρχεται δια μέσου του κέντρου του δακτυλίου ή άνωθεν και κάτωθεν αυτής. Τα χαρακτηριστικά ταύτα δέον να συνίστανται εξ ουχί περισσοτέρων των τεσσάρων αρχικών γραμμάτων, ίνα προσδιορίζωσι το όνομα της Αρχής. Έκαστον τούτων δέον, κατά προσέγγισιν να είναι ύφους 115 χιλιοστομέτρων (4 1/2 ιντσών) και πλάτους 75 χιλιοστομέτρων (3 ιντσών). Κανονισμός 8 Λεπτομέρειαι Χαράξεως Ο δακτύλιος, αι γραμμαί και τα γράμματα θα χρωματίζωνται λευκά ή κίτρινα επί επιφανείας χρώματος σκοτεινού ή μέλανα επί επιφανείας χρώματος φωτεινού. Δέον επίσης, και εφ’ όσον η Αρχή ήθελε κρίνει ικανοποιητικόν, να χαράσσωνται επί των πλευρών των πλοίων κατά τρόπον μόνιμον. Τα σημεία δέον να είναι πλήρως ορατά και, εάν απαιτήται, δέον όπως ληφθώσιν ειδικά μέτρα προς τον σκοπόν αυτόν. Κανονισμός 9 Πιστοποίηση της σήμανσης Πιστοποιητικόν Διεθνούς Γραμμής Φορτώσεως [
(1966)] δεν θα χορηγήται εις πλοίον τι μέχρις ότου αξιωματικός ή επιθεωρητής, ενεργών συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρ. 13 της παρούσης Συμβάσεως, πιστοποιήση ότι η σήμανσις εχαράχθη ακριβώς και μονίμως εις τας πλευράς του πλοίου. Το μέσα σε [( )] έτος
(1966)διαγράφηκε από το Προσάρτημα Β άρθρου πρώτου Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ. 29, σε σχέση με το Διεθνές πιστοποιητικό Γραμμών Φορτώσεως. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ II Συνθήκαι προσδιορισμού ύψους εξάλων Κανονισμός 10 Πληροφορίαι δοτέαι εις τον Πλοίαρχον 1)Ο πλοίαρχος παντός νέου πλοίου δέον να ενημερωθή δι’ επαρκών πληροφοριών, καθ’ οιονδήποτε εγκεκριμένον τύπον, αίτινες θα καταστήσωσιν αυτόν ικανόν προς ρύθμισιν της φορτώσεως και ερματισμού του πλοίου του κατά τοιούτον τρόπον ώστε να αποφύγη την δημιουργίαν οιωνδήποτε ανεπιτρέπτων πιέσεων εις την κατασκευήν του πλοίου, προβλεπομένου ότι η απαίτησις αύτη δεν θα απαιτήται να εφαρμόζηται εις ειδικόν μήκος, σχέδιον ή κλάσιν πλοίου εφ’ όσον η Αρχή ήθελε κρίνει τούτο μη αναγκαίον. «
(2)Κάθε πλοίο, που δεν απαιτείται, σύμφωνα με την ισχύουσα Διεθνή Σύμβαση για την Ασφάλεια της Ζωής στη Θάλασσα, να υποβάλλεται σε πείραμα ευσταθείας, μετά την ολοκλήρωσή του θα: (α)ελέγχεται με κλίση έτσι ώστε να καθορίζονται το πραγματικό εκτόπισμα και η θέση του κέντρου βάρους για την άφορτη κατάσταση, (β)εφοδιάζεται, για χρήση του πλοιάρχου του, με εγκεκριμένες μελέτες, που θα τον καθιστούν ικανό με γρήγορες και απλές διαδικασίες να αποκτά τις απαραίτητες γνώσεις σχετικά με την ευστάθεια του πλοίου κάτω από όλες τις συνθήκες που είναι πιθανό να συναντήσει σε κανονική υπηρεσία, (γ)διαθέτει, ανά πάσα στιγμή, τις εγκεκριμένες μελέτες ευσταθείας, που θα έχουν εγκριθεί από την Αρχή, (δ)μπορεί να μην εκτελέσει πείραμα ευσταθείας, εάν η Αρχή το επιτρέψει, με την προϋπόθεση ότι υπάρχουν διαθέσιμες αντίστοιχες μελέτες ευσταθείας από το πείραμα ευσταθείας αδελφού πλοίου και αποδεικνύεται εφ’ όσον ικανοποιούν την Αρχή, ότι μπορούν (Αντί για τη σελ. 282,31) Σελ. 282,31(α) Τεύχος 1278-Σελ. 7 Κανονισμοί φορτώσεων 19.Γ.γ.15 να χρησιμοποιηθούν για το συγκεκριμένο πλοίο». Η μέσα σε « » παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από το Προσάρτημα Β άρθρου πρώτου Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ.
- Κανονισμός 11 Άκρα διαφραγμάτων των υπερκατασκευών Τα διαφράγματα εις τα εκτεθέμενα άκρα των κεκλεισμένων υπερκατασκευών δέον να είναι επαρκώς ισχυράς κατασκευής και να κριθώσιν ως ικανοποιούντα τας απαιτήσεις της Αρχής. Κανονισμός 12 Θύραι Άπαντα, τα επί των διαφραγμάτων ανοίγματα εισόδου εις τα άκρα των κεκλεισμένων υπερκατασκευών δέον να είναι ενισχυμένα δια θυρών εκ χάλυβος ή αλλού υλικού, μονίμως και ισχυρώς προσηρμοσμένων επί του διαφράγματος και ούτω πως πλαισιωμένων, ενισχυμένων και εξωπλισμένων ώστε η όλη κατασκευή να είναι ισοδυνάμου αντοχής προς αδιαπέραστον διάφραγμα και στεγανή κατά του καιρού, όταν είναι κεκλεισμένη. Τα μέσα προς εξασφάλισιν της στεγανότητος εις τον καιρόν των θυρών τούτων συνίστανται εις παρεμβύσματα και συσκευάς ζυγοδόκης ή αλλά ισοδύναμα μέσα και δέον να είναι μονίμως προσηρτημένα επί του διαφράγματος ή επ’ αυτών τούτων των θυρών, αι δε θύραι δέον να είναι ούτω πως κατεσκευασμέναι ώστε να δύνανται να χρησιμοποιηθούν από αμφοτέρας τας πλευράς του διαφράγματος. 2)Εκτός εάν άλλως προβλέπεται εις τους παρόντας Κανονισμούς το ύψος των δρυφράκτων των επί των διαφραγμάτων ανοιγμάτων εισόδου εις τα άκρα των κεκλεισμένων υπερκατασκευών δέον να είναι τουλάχιστον 380 χιλιοστόμετρα (15 ίντσες) υπεράνω του καταστρώματος. Κανονισμός 13 Θέσις των ανοιγμάτων κυτών, θυρών και εξαεριστήρων Προς τον σκοπόν των Κανονισμών, δύο θέσεις των ανοιγμάτων κυτών, θυρών και εξαεριστήρων καθορίζονται ως ακολούθως: Θέσις 1.Επί εκτεθειμένων καταστρώματος εξάλων και ανυψωμένου πρυμναίου τμήματος κυρίου καταστρώματος και επί εκτεθειμένων καταστρωμάτων υπερκατασκευών, κατασκευασθεισών έμπροσθεν σημείου απέχοντος από της πρωραίας καθέτου απόστασιν ίσην προς το έν τέταρτον του μήκους του πλοίου. Θέσις 2.Επί εκτεθειμένων καταστρωμάτων υπερκατασκευών κειμένων πρύμνηθεν της πρωραίας καθέτου εις απόστασιν ίσην προς το έν τέταρτον του μήκους του πλοίου. Σελ. 282,32(α) Τεύχος 1278-Σελ. 8 Κανονισμός 14 Ανοίγματα καταστρώματος δια φορτίον και λοιπούς σκοπούς 1)Η κατασκευή και τα μέσα εξασφαλίσεως της στεγανότητος κατά του καιρού των επί του καταστρώματος ανοιγμάτων δια το φορτίον και λοιπούς σκοπούς εις τας θέσεις 1 και 2 δέον να είναι ισοδύναμα τουλάχιστον προς τας απαιτήσεις των Κανονισμών 15 και 16 του παρόντος Παραρτήματος. 2)Παραπετάσματα και καλύμματα στομίων κυτών εις εκτεθειμένα ανοίγματα κείμενα επί καταστρωμάτων υπεράνω του καταστρώματος της υπερκατασκευής δέον να συμμορφούνται προς τας απαιτήσεις της Αρχής. Κανονισμός 15 Στόμια κυτών που κλείνουν με φορητά καλύμματα και ασφαλίζονται υδατοστεγανά με οθόνινα καλύμματα και ράβδους στερέωσης 1)Τα παραπετάσματα των σφραγιζομένων δια φορητών καλυμμάτων στομίων κυτών, των ασφαλιζομένων στεγανώς κατά του καιρού δι’ οθωνίνων καλυμμάτων και ραβδίνων συσκευών δέον να είναι ουσιώδους κατασκευής, το δε υπέρ το κατάστρωμα ύψος των δέον, τουλάχιστον, να είναι; 600 χιλιοστόμετρα (23 1/2 ίντσες), προκειμένου περί της θέσεως
- 450 χιλιοστόμετρα (17 1/2 ίντσες), προκειμένου περί της θέσεως
- Καλύμματα στομίων κυτών. 2)Το πλάτος εκάστης τριβομένης επιφανείας εδράνων των καλυμμάτων των στομίων των κυτών δέον να είναι τουλάχιστον 65 χιλιοστόμετρα (2 1/2 ίντσες). 3)Όπου τα καλύμματα είναι ξυλίνης κατασκευής, το πάχος των δέον να είναι τουλάχιστον 60 χιλιοστομέτρων (21 3/8 ιντσών) εν συνδυασμώ προς ράβδον ουχί μεγαλυτέραν του 1,5 μέτρου (4,9 ποδών). 4)Όπου τα καλύμματα είναι κατεσκευασμένα εξ ημισκλήρου χάλυβος, η αντοχή των δέον να υπολογίζηται με συνολικόν φορτίον ουχί ελαφρότερον των 1,75 μετρικών τόννων κατά τετραγωνικών μέτρον (358 POUNDS κατά τετραγωνικόν πόδα), προκειμένου περί στομίων κυτών εις θέσιν 1 και ουχί ελαφρότερον των 1.30 μετρικών τόννων κατά τετραγωνικών μέτρον (166 ΡΟUNDS κατά τετραγωνικόν πόδα), προκειμένου περί στομίων κυτών εις θέσιν
- Το αποτέλεσμα της μεγίστης, κατ’ αυτόν τον τρόπον, υπολογισθείσης πιέσεως και ο συντελεστής 4.25 δέον να μη υπερβαίνουν το κατώτατον όριον της ελαχίστης αντοχής του υλικού. Θα είναι ούτω πως σχεδιασμένα, ώστε να περιορίζουν, υπό το βάρος των ανωτέρω φορτίων, την επί της ράβδου κάμψιν εις όριον ουχί πέραν του 0.
- 19.Γ.γ.15 Κανονισμοί φορτώσεων (Μετά την σελ. 282,32) Σελ. 282,321 341-075 Κανονισμοί φορτώσεων 19.Γ.γ.15 19.Γ.γ.15 Κανονισμοί φορτώσεων 5)Τα συνολικά βάρη επί των στομίων των κυτών εις θέσιν 1 δύνανται, να μειωθούν εις 1 μετρικόν τόννον κατά τετραγωνικόν μέτρον (105 λίτρας κατά τετραγωνικόν πόδα) δια πλοία μήκους 24 μέτρων (79 ποδών).Ταύτα δέον να είναι ουχί ελαφρότερα των 1.75 μετρικών τόννων κατά τετραγωνικόν μέτρον (358 λίτρας) κατά τετραγωνικόν πόδα δια πλοία μήκους 100 μέτρων (328 ποδών). Τα αντίστοιχα βάρη επί των στομίων των κυτών εις θέσιν 2 δύνανται να μειωθούν εις 0,75 μετρικούς τόννους κατά τετραγωνικόν μέτρον (154 λίτρας κατά τετραγωνικόν πόδα) και 1.30 μετρικούς τόννους κατά τετραγωνικόν μέτρον (266 λίτρας κατά τετραγωνικόν πόδα) αντιστοίχως. Εις τας λοιπάς περιπτώσεις αι τιμαί δι’ ενδιάμεσα μήκη θα δίδωνται δια γραμμών «γραμμικής» παρεμβολής. Η μέσα σε « » λέξη τοποθετήθηκε από το άρθρο πρώτο Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ.
- Φορητά ζυγά 6)Όπου φορητά ζυγά, χρησιμοποιούμενα προς υποστήριξιν των καλυμμάτων των στομίων των κυτών, είναι κατασκευασμένα εξ ημισκλήρου χάλυβος, η αντοχή των δέον να υπολογίζηται με συνολικά βάρη ουχί ελαφρότερα των 1.75 μετρικών τόννων κατά τετραγωνικόν μέτρον (358 POUNDS κατά τετραγωνικόν πόδα), προκειμένου περί στομίων κυτών εις θέσιν 1 και ουχί ελαφροτέρα των 1.30 μετρικών τόννων κατά τετραγωνικόν μέτρον (266 ΡΟUNDS κατά τετραγωνικόν πόδα), προκειμένου περί στομίων κυτών εις θέσιν
- Το αποτέλεσμα της ουτωσί υπολογιζομένης μεγίστης πιέσεως και ο συντελεστής 5 δέον να μην υπερβαίνουν το κατώτατον όριον της ελαχίστης αντοχής του υλικού. Θα είναι ούτω πως σχεδιασμένα, ώστε να περιορίζουν, υπό το βάρος των ανωτέρω φορτίων, την επί της ράβδου κάμψιν εις όριον ουχί πέραν του 0.
- Δια πλοία μήκους ουχί μεγαλυτέρου των 100 μέτρων (328 ποδών), αι απαιτήσεις της παρ. 5 του παρόντος Κανονισμού είναι εφαρμόσιμοι. Μεταλλικά καλύμματα κυτών 7)Όπου μεταλλικά καλύμματα κυτών, χρησιμοποιούμενα αντί φορητών ζυγών και καλυμμάτων, είναι κατεσκευασμένα εξ ημισκλήρου χάλυβος, η αντοχή των δέον να υπολογίζηται με τα διδόμενα, εν παρ. 4 του παρόντος Κανονισμού, βάρη και το αποτέλεσμα της ουτωσί υπολογιζομένης μεγίστης αντοχής και ο συντελεστής 5 δέον να μην υπερβαίνουν το κατώτατον όριον της ελαχίστης αντοχής του υλικού. Θα είναι ούτω πως σχεδιασμένα, ώστε να περιορίζουν, την επί της ράβδου κάμψιν εις όριον ουχί πέραν του 0.
- Το πάχος των ελασμάτων εξ ημισκλήρου χάλυβος, των σχηματιζόντων τας κορυφάς των καλυμμάτων, δέον να μην είναι μικρότερον του ενός επί τοις εκατόν της αραιώσεως των ενισχυτικών γωνιών ή των 6 χιλιοστομέτρων (0,24 ιντσών), εάν αύτη είναι μεγαλυτέρα. Δια πλοία μήκους ουχί μεγαλυτέρου των 100 μέτρων (318 ποδών), αι απαιτήσεις της παρ. 5 του παρόντος Κανονισμού, είναι εφαρμόσιμοι. 8)Η αντοχή και σκληρότης των καλυμμάτων των κατασκευασμένων εξ υλικών διαφόρων του ημισκλήρου χάλυβος, δέον, κατά την κρίσιν της Αρχής, να είναι ισοδύναμοι προς τας τοιαύτας του ημισκλήρου χάλυβος. Υποδοχαί ή υπόβαθρα. 9)Υποδοχαί ή υπόβαθρα δια φορητά ζυγά δέον να είναι ουσιώδους κατασκευής. Δέον επίσης να προβλέπωνται μέσα δια την κατάλληλον εφαρμογήν και ασφάλισιν των ζυγών. Όπου χρησιμοποιούνται κυλιόμενοι τύποι ζυγών, η τοποθέτησις δέον να εξασφαλίζη ότι τα ζυγά θα παραμένουν κανονικώς εις την θέσιν των, όταν το στόμιον του κύτους είναι κλειστόν. Τύλοι 10)Τύλοι δέον να τοποθετώνται κατάλληλοι προς υποδοχήν των ακρών των σφηνών. Ούτοι δέον να είναι πλάτους τουλάχιστον 65 χιλιοστομέτρων (2 1/2 ιντσών) και τα κέντρα των να απέχωσι αλλήλων ουχί πλέον των 600 χιλιοστομέτρων (23 1/2 ιντσών). Οι κατά μήκος εκάστης πλευράς ή άκρου τύλοι δέον να μην απέχουν πλέον των 150 χιλιοστομέτρων (6 ιντσών) από τας γωνίας του στομίου. Ράβδοι και Σφήνες. 11)Αι ράβδοι και αι σφήνες δέον να ώσιν επαρκείς και εις καλήν κατάστασιν. Αι σφήνες δέον να ώσιν εκ σκληρού ξύλου ή άλλου ισοδυνάμου υλικού, και να καταλήγωσιν εις άκρα κωνικά ουχί πλέον του 1 προς 6, πάχους δε εις τας κορυφάς ουχί μικροτέρου των 13 χιλιοστομέτρων (1/2 ίντσας). Οθώνινα καλύμματα. 12)Τουλάχιστον δύο στρώματα οθωνίνων καλυμμάτων εις καλήν κατάστασιν δέον να υπάρχουν, δι’ έκαστον στόμιον κύτους εις θέσιν 1 ή
- Τα οθώνινα καλύμματα δέον να είναι υδατοστεγή και πλήρους αντοχής. Επίσης κατεσκευασμένα εξ υλικού τουλάχιστον ενός εγκεκριμένου τύπου ως προς το βάρος και την ποιότητα. Ασφάλεια των Καλυμμάτων των Στομίων Κυτών. 13)Δι’ άπαντα τα στόμια κυτών εις θέσιν 1 ή 2 δέον να υπάρχουν χαλύβδινοι ράβδοι ή ετέρα ισοδύναμα μέσα, επί τω τέλει της επαρκούς και ανεξαρτήτου ασφαλείας εκάστου τομέως των καλυμμάτων των στομίων κυτών, μετά την επικάλυψιν τούτων δια των οθωνίνων καλυμμάτων. Καλύμματα στομίων κυτών μήκους μεγαλυτέρου των 1,5 μέτρων (4,9 ποδών) δέον να ασφαλίζωνται υπό, τουλάχιστον δύο, τοιούτων ασφαλιστικών κατασκευασμάτων. (Αντί για τη σελ. 282,33) Σελ. 282,33(α) Τεύχος 1278-Σελ. 9 Κανονισμοί φορτώσεων 19.Γ.γ.15 Κανονισμός 16 Στόμια κυτών σφραγιζόμενα υπό στεγανών εις τον καιρόν καλυμμάτων (εκ χάλυβος ή άλλου ισοδυνάμου υλικού) ενισχυμένων με σχοινία και κοχλιωτάς συσκευάς. Παραπετάσματα στομίων κυτών 1)Εις τας θέσεις 1 και 2 το υπέρ το κατάστρωμα ύψος των παραπετασμάτων των στομίων κυτών, των ενισχυμένων, δια στεγανών εις τον καιρόν, καλυμμάτων στομίων εκ χάλυβος ή άλλου ισοδυνάμου υλικού και ενισχυμένων δια σχοινίων και κοχλιωτών συσκευών δέον να είναι ως προδιαγράφεται εις τον Κανονισμόν 15
(1). Το ύψος των τοιούτων παραπετασμάτων δύναται να μειωθή ή τα παραπετάσματα τελείως να παραληφθώσι, εν η περιπτώσει η Αρχή ήθελεν ικανοποιηθή ότι η ασφάλεια του πλοίου δεν θα εκτεθή εις κίνδυνον υφ’ οιανδήποτε καιρικήν κατάστασιν. Όπου προβλέπονται παραπετάσματα, ταύτα δέον να είναι ουσιώδους κατασκευής. 2)Όπου καλύμματα, στεγανά εις τον καιρόν, είναι κατεσκευασμένα εξ ημισκλήρου χάλυβος, η αντοχή των δέον να υπολογίζηται με συνολικά βάρη ουχί ελαφρότερα των 1,75 μετρικών τόννων κατά τετραγωνικόν μέτρον (358 POUNDS κατά τετραγωνικόν πόδα), προκειμένου περί στομίων κυτών εις θέσιν 1, και ουχί ελαφρότερα των 1,30 μετρικών τόννων κατά τετραγωνικόν μέτρον (266 λίτρας κατά τετραγωνικόν πόδα), προκειμένου περί στομίων κυτών εις θέσιν
- Το αποτέλεσμα της ουτωσί υπολογιζομένης μεγίστης πιέσεως και ο συντελεστής 4.25 δέον να μην υπερβαίνουν το κατώτατον όριον της ελαχίστης αντοχής του υλικού. Θα είναι ούτω πως σχεδιασμένα, ώστε να περιορίζουν, υπό το βάρος των ανωτέρω φορτίων, την επί της ράβδου κάμψιν εις όριον ουχί πέραν του 0.
- Το πάχος των εξ ημισκλήρου χάλυβος ελασμάτων, των σχηματιζόντων τας κορυφάς των καλυμμάτων δέον να μην είναι μικρότερον του ενός επί τοις εκατόν της αραιώσεως των ενισχυτικών γωνιών ή των 60 χιλιοστομέτρων (0,24 ιντσών), εάν αυτή είναι μεγαλυτέρα. Δια πλοία μήκους ουχί μεγαλυτέρου των 100 μέτρων (328 ποδών), αι διατάξεις του Κανονισμού 15
(5)είναι εφαρμόσιμοι. 3)Η αντοχή και η σκληρότης των καλυμμάτων των κατεσκευασμένων εξ υλικών διαφόρων του ημισκλήρου χάλυβος, δέον, κατά την κρίσιν της Αρχής, να είναι ισοδύναμοι προς τας τοιαύτας του ημισκλήρου χάλυβος. Σελ. 282,34(α) Τεύχος 1278-Σελ. 10 Μέσα εξασφαλίζοντα στεγανότητα εις τον καιρόν. 4)Τα προς εξασφάλισιν και διατήρησιν της στεγανότητος εις τον καιρόν μέσα, δέον να ώσιν τοιαύτα ώστε να ικανοποιώσι τας απαιτήσεις της Αρχής. Αι διατάξεις δέον να εξασφαλίζουν ότι η στεγανότης θα διατηρηθή υπ’ οιανδήποτε καιρικήν κατάστασιν και προς τον σκοπόν τούτον δέον να απαιτώνται δοκιμαί προς διαπίστωσιν της στεγανότητος κατά την αρχικήν επιθεώρησιν ως επίσης και κατά τας περιοδικάς επιθεωρήσεις και τας ετησίας τοιαύτας ή κατά συχνότερα χρονικά διαστήματα. Κανονισμός 17 Ανοίγματα εις τον χώρον Μηχανοστασίου 1)Ανοίγματα εις τον χώρον του μηχανοστασίου εις θέσιν 1 ή 2, δέον να φέρουν κατάλληλον πλαίσιον και να περικλείωνται επαρκώς δια χαλυβδίνων διαφραγμάτων πλήρους αντοχής. Όπου τα διαφράγματα δεν προστατεύονται εξ άλλων κατασκευών, η αντοχή των δέον να λαμβάνηται ειδικώς υπ’ όψιν. Ανοίγματα εισόδου εις τοιαύτα διαφράγματα δέον να ενισχύωνται δια θυρών πληρουσών τας απαιτήσεις του Κανονισμού 12
(1). Το κατώφλιον των εισόδων τούτων δέον να είναι τουλάχιστον 600 χιλιοστόμετρα (23 1/2 ίντσας) υπέρ το κατάστρωμα, προκειμένου περί θυρών εις θέσιν 1, και τουλάχιστον 380 χιλιοστόμετρα (15 ίντσες) υπέρ το κατάστρωμα, προκειμένου περί θυρών εις θέσιν 2. Λοιπά ανοίγματα επί των εν λόγω διαφραγμάτων δέον να είναι ενισχυμένα δι’ ισοδυνάμων καλυμμάτων, μονίμως προσηρτησμένων εις τας κανονικάς των θέσεις. 2)Προφυλακτήρες ανοίγματος περί την καπνοδόχον, εξαεριστήρ της καπνοδόχου ή του χώρου μηχανοστασίου εις εκτεθειμένην θέσιν επί του καταστρώματος εξάλων ή υπερκατασκευών, δέον να ώσιν τοσούτον υπέρ το κατάστρωμα υψηλοί, όσον τούτο είναι εύλογον και εφαρμόσιμον. Τα ανοίγματα των προφυλακτήρων δέον να είναι ενισχυμένα δι’ ισχυρών καλυμμάτων, εκ χάλυβος ή άλλου ισοδυνάμου υλικού, μονίμως προσηρμοσμένων εις τας κανονικάς των θέσεις και ικανών προς στεγανότητα εις τον καιρόν. 19.Γ.γ.15 Κανονισμοί φορτώσεων Κανονισμός 18 Λοιπά ανοίγματα επί των καταστρωμάτων εξάλων και υπερκατασκευών 1)Ανθρωποθυρίδες και στόμια άνευ χείλους εις θέσιν 1 ή 2 ή εις υπερκατασκευάς διαφόρους των κεκλεισμένων τοιούτων, δέον να κλείωνται δι’ ουσιωδών καλυμμάτων ικανών να καθιστούν ταύτα υδατοστεγή. Εκτός εάν ασφαλίζωνται δι’ ερμητικώς κλεισμένων συρτών, τα καλύμματα δέον να είναι μονίμως προσηρμοσμένα. 2)Ανοίγματα επί των καταστρωμάτων εξάλων διάφορα των στομίων κυτών, ανοιγμάτων χώρου μηχανοστασίου, ανθρωποθυρίδων και άνευ χείλους στομίων δέον να προστατεύωνται υπό κεκλεισμένης υπερκατασκευής ή υπερστεγάσματα ή προφυλαγμένης καθόδου ισοδυνάμου αντοχής και στεγανότητος εις τον καιρόν. Οιονδήποτε τοιούτον άνοιγμα ευρισκόμενον επί του καταστρώματος εκτεθειμένης υπερκατασκευής ή επί της οροφής υπερστεγάσματος επί του καταστρώματος εξάλων και δημιουργούν είσοδον εις χώρον κείμενον εντός κεκλεισμένης υπερκατασκευής δέον να προστατεύεται υπό ισχυρού υπερστεγάσματος ή προφυλαγμένης καθόδου. Είσοδοι εις τοιαύτα υπερστεγάσματα ή προφυλαγμένας καθόδους δέον να ενισχύωνται δια θυρών πληρουσών τας απαιτήσεις του Κανονισμού 12
(1). 3)Εις θέσιν 1 το υπέρ το κατάστρωμα ύψος των κατωφλίων των εισόδων εις τας προφυλαγμένας καθόδους δέον να είναι τουλάχιστον 600 χιλιοστομέτρων (23 1/2 ίντσες). Εις θέσιν 2 δέον να είναι τουλάχιστον 380 χιλιοστομέτρων (15 ιντσών). Κανονισμός 19 Εξαεριστήρες 1)Εξαεριστήρες εις θέσιν 1 ή 2 κείμενοι εις χώρους υπό το κατάστρωμα εξάλων ή τα καταστρώματα των κεκλεισμένων υπερκατασκευών, δέον να ενισχύωνται δια παραπετασμάτων εκ χάλυβος ή άλλου ισοδυνάμου υλικού, ουσιωδώς κατεσκευασμένων και ικανοποιητικώς προσηρμοσμένων επί του καταστρώματος. Όπου το παραπέτασμα οιουδήποτε εξαεριστήρος έχει ύψος υπέρ το κατάστρωμα άνω των 900 χιλιοστομέτρων (35 1/2 ίντσες), δέον να είναι ειδικώς ενισχυμένον. 2)Εξαεριστήρες διερχόμενοι δια μέσου υπερκατασκευών διαφόρων των κεκλεισμένων τοιούτων δέον να έχωσι ουσιωδώς κατεσκευασμένα παραπετάσματα εκ χάλυβος ή αλλού ισοδυνάμου υλικού, επί του καταστρώματος εξάλων. 3)Εξαεριστήρες εις θέσιν 1, τα παραπετάσματα των οποίων υπερβαίνουν τα 4,5 μέτρα (14,8 πόδας) υπέρ το κατάστρωμα και εξαεριστήρες εις θέσιν 2, τα παραπετάσματα των οποίων υπερβαίνουν τα 2,3 μέτρα (3,5 πόδας) υπέρ το κατάστρωμα, δεν υποχρεούνται να είναι ενισχυμένα δια κλειστών διατάξεων εκτός εάν τούτο ειδικώς απαιτήται υπό της Αρχής. 4)Εκτός των προβλεπομένων εν παρ. 3 του παρόντος Κανονισμού, τα ανοίγματα των εξαεριστήρων δέον να είναι εφωδιασμένα δια συσκευών σφραγίσεως επαρκούς στεγανότητος εις τον καιρόν. Εις πλοία μήκους ουχί μεγαλυτέρου των 100 μέτρων (328 ποδών) αι συσκευαί σφραγίσεως δέον να είναι μονίμως προσηρμοσμέναι. Όπου δεν προβλέπεται τοιούτον τι προκειμένου περί άλλων πλοίων, τα παραπετάσματα αυτά δέον να στοιβάζωνται καλώς πλησίον των εξαεριστήρων, προς ενίσχυσιν των οποίων πρόκειται να χρησιμοποιηθούν εξαεριστήρες εις θέσιν 1 δέον να έχουν παραπετάσματα ύψους τουλάχιστον 900 χιλιοστομέτρων (35 1/2 ιντσών) υπέρ το κατάστρωμα. Εις θέσιν 2 τα παραπετάσματα δέον να είναι ύψους υπέρ το κατάστρωμα τουλάχιστον 760 χιλιοστομέτρων (30 ιντσών). 5)Εις εκτεθειμένας θέσεις, το ύψος των παραπετασμάτων δύναται, προκειμένου να ικανοποιηθούν αι απαιτήσεις της Αρχής, να απαιτηθή ηυξημένον. Κανονισμός 20 Αεραγωγοί Όπου αεραγωγοί δεξαμενών έρματος ή άλλων δεξαμενών εκτείνονται υπέρ τα καταστρώματα εξάλων ή υπερκατασκευών, τα εκτεθειμένα τμήματα των αεραγωγών δέον να είναι ουσιώδους κατασκευής. Το ύψος των τμημάτων τούτων από του καταστρώματος μέχρι του σημείου δι’ ου ύδωρ δύναται να εισχωρήση εις τον αεραγωγόν, δέον να είναι τουλάχιστον 760 χιλιοστομέτρων (30 ιντσών) επί του καταστρώματος εξάλων και 450 χιλιοστομέτρων (17 1/2 ιντσών) επί του καταστρώματος υπερκατασκευών. Όπου τα τοιαύτα ύψη επιφέρουν ανωμαλίας εις την ομαλήν διεξαγωγήν της επί του πλοίου εργασίας, δύναται να εγκριθή κατώτερον ύψος, υπό την προϋπόθεσιν ότι η Αρχή ήθελεν ικανοποιηθή εκ του λόγου ότι ο τρόπος και αι λοιπαί διατάξεις κλεισίματος δικαιολογούν κατώτερον ύψος. Ικανοποιητικά μέσα μονίμως προσηρμοσμένα, δέον να προσβλέπωνται δια το κλείσιμον των ανοιγμάτων των αεραγωγών. Κανονισμός 21 Φορτοθυρίδες και λοιπά παρόμοια Ανοίγματα 1)Φορτοθυρίδες και λοιπά παρόμοια ανοίγματα επί των πλευρών των πλοίων, ευρισκόμενα κάτωθεν του καταστρώματος εξάλων, δέον να είναι ενισχυμένα δια θυρών ούτως πως σχεδιασμένων ώστε να εξασφαλίζουν στε(Αντί για τη σελ. 282,35) Σελ. 282,35(α) Τεύχος 1278-Σελ. 11 Κανονισμοί φορτώσεων 19.Γ.γ.15 γανότητα εις το ύδωρ και κατασκευαστικήν ανεξαρτησίαν της αυτής τάξεως προς τα περιβάλλοντα ελάσματα του κελύφους. Ο αριθμός των τοιούτων ανοιγμάτων δέον να είναι ο κατώτερος συμφωνών προς την σχεδίασιν και την ομαλήν διεξαγωγήν της επί του πλοίου εργασίας. 2)Εκτός εάν έχη επιτραπή υπό της Αρχής, η κατωτέρα όψις των ανοιγμάτων τούτων δέον να μην ευρίσκεται κάτωθεν γραμμής παραλλήλου προς το κατάστρωμα εξάλων εις την πλευράν και της οποίας το κατώτατον σημείον δέον να μην ευρίσκεται κάτωθεν της ανωτέρας όψεως της ανωτάτης γραμμής φορτώσεως. Κανονισμός 22 Ευδιαίοι, εισαγωγές και εξαγωγές 1)Αποχετευτικαί σωληνώσεις διαπερώσαι το κέλυφος του πλοίου είτε εις τμήμα κάτωθεν του καταστρώματος εξάλων είτε εις τμήματα των υπερκατασκευών και υπερστεγασμάτων επί του καταστρώματος εξάλων, ενισχυμένα δια θυρών πληρουσών τας απαιτήσεις του Κανονισμού 12 δέον να ενισχυθώσι δια μέσων ικανής κατασκευής και προσιτών, εμποδιζόντων την εις το εσωτερικόν του πλοίου εισροήν ύδατος. Κανονικώς εκάστη ανεξάρτητος αποχετευτική σωλήνωσις δέον να είναι εφωδιασμένη δι’ αυτομάτου ανεπιστρέπτου βαλβίδος φερούσης μέσον κλεισίματος εκ σημείου κειμένου υπεράνω του καταστρώματος εξάλων. Όπου, εν πάση περιπτώσει, η κατακόρυφος απόστασις από την ίσαλον γραμμήν φορτώσεως θέρους μέχρι του προς το εσωτερικόν του πλοίου πέρατος της αποχετευτικής σωληνώσεως υπερβαίνει το 0.01 L, η σωλήνωσις δύναται να έχη δύο αυτομάτους ανεπιστρέπτους βαλβίδας άνευ θετικού μέσου κλεισίματος, υπό την προϋπόθεσιν ότι η εσωτερική βαλβίς θα είναι πάντοτε προσιτή προς εξέτασιν υπό συνθήκας υπηρεσίας. Όπου η ως άνω απόστασις υπερβαίνει το 0.02L δύναται να γίνη αποδεκτή, υπό την προϋπόθεσιν ότι θα τύχη της εγκρίσεως της Αρχής, μία μοναδική αυτόματος ανεπίστρεπτος βαλβίς άνευ θετικού μέσου κλεισίματος. Τα μέσα χειρισμού της θετικής λειτουργίας της βαλβίδας δέον να είναι ευκόλως προσιτά και εφοδιασμένα δι’ ενδείκτου, δεικνύοντος εάν η βαλβίς είναι ανοικτή ή κλειστή. Με το Παράρτημα Β άρθρου πρώτου Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ. 29, στην πρώτη πρόταση της άνω παρ. 1 οι λέξεις «εκτός ως προβλέπεται στην παρ.
(2)» τοποθετούνται μεταξύ των λέξεων «θα» και «είναι». Σελ. 282,36(α) Τεύχος 1278-Σελ. 12 «
(2)Οι ευδιαίοι, από κλειστές υπερκατασκευές χρησιμοποιούμενες για μεταφορά φορτίου, επιτρέπεται να διαπερνούν το περίβλημα μόνο όπου το άκρο του καταστρώματος εξάλων δεν βυθίζεται όταν το πλοίο έχει εγκάρσια κλίση 5 μοίρες προς κάθε κατεύθυνση. Σε άλλες περιπτώσεις η αποχέτευση θα οδηγείται στο εσωτερικό του πλοίου σύμφωνα με τις διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης για την Ασφάλεια της Ανθρώπινης Ζωής στη θάλασσα που ισχύει». Η μέσα σε « » παρ. 2 προστέθηκε από το Παράρτημα Β άρθρου πρώτου Νόμ. 2209/911 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ. 29. 3.
(2)Εις χώρους μηχανοστασίου αι κύριαι και βοηθητικαί θυρίδες εισαγωγής θαλάσσης ως και οι αποχετευτικαί σωληνώσεις αι λειτουργούσαι εν συνδυασμώ με την λειτουργίαν των μηχανών δύνανται να ελέγχωνται τοπικώς. Τα σημεία ελέγχου δέον να είναι ευκόλως προσιτά και εφωδιασμένα δι’ ενδεικτών δεικνυόντων εάν αι βαλβίδες είναι ανοικταί ή κλεισταί. 19.Γ.γ.15 Κανονισμοί φορτώσεων 4.
(3)Ευδίαιοι και αποχετευτικαί σωληνώσεις πρωτοτυπούσαι καθ’ οιονδήποτε τρόπον και διαπερώσαι το κέλυφος του πλοίου είτε εις σημεία κείμενα περισσότερον των 450 χιλιοστομέτρων (17 1/2 ιντσών) κάτωθεν του καταστρώματος εξάλων είτε ολιγώτερων των 600 χιλιοστομέτρων (35 1/2 ιντσών) υπέρ την ίσαλον γραμμήν φορτώσεως θέρους δέον να είναι, εφοδιασμέναι δι’ ανεπιστρέπτου βαλβίδος εις το κέλυφος. Η βαλβίς αύτη δύναται εκτός εάν απαιτήται κατά την «παρ. 2,» να παραλειφθή, εάν η σωλήνωσις είναι ουσιώδους πάχους. Η λέξις «ευδίαιοι» αντιστοιχεί προς τον αγγλικόν όρον «SCUPPERS», η δε φράσις «πρωτοτυπούσα καθ’ οιονδήποτε τρόπον» προς την φράσιν «ORIGINATING AT ANY LEVEL», η οποία ίσως θα ηδύνατο να μεταφραστή ακριβέστερον «εκκινούσαι εις οιονδήποτε επίπεδον». Οι μέσα σε « » λέξεις «παρ.2» αντικαταστάθηκαν ως άνω από το Παράρτημα Β άρθρου πρώτου του Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ. 29. 5.
(4)Ευδίαιοι σωλήνες τοποθετημένοι εις υπερκατασκευάς ή υπερστεγάσματα μη ενισχυμένα δια θυρών πληρουσών τας απαιτήσεις του Κανονισμού 12 δέον να καταλήγουν εκτός πλοίου. 6.
(5)Όλαι αι απαιτούμεναι υπό του παρόντος Κανονισμού βαλβίδες και ενισχύσεις του κελύφους δέον να είναι εκ χάλυβος, χαλκού ή ετέρου εγκεκριμένου υλικού δυναμένου να επιμηκύνεται λεπτυνόμενον. Βαλβίδες εκ συνήθους χυτοσιδήρου ή παρομοίου υλικού δέον να μη γίνωνται δεκταί. Άπαντες οι σωλήνες εις ους αναφέρεται ο παρών Κανονισμός δέον να είναι εκ χάλυβος ή ετέρου ισοδυνάμου υλικού πληρούντος τας απαιτήσεις της Αρχής. Οι μέσα σε ( ) παρ. 2, 3, 4 και 5 αναριθμήθηκαν σε παρ. 3, 4, 5 και 6 αντίστοιχα και στην πρώτη πρόταση της επαναριθμημένης παρ.
(6)οι λέξεις «όλες οι βαλβίδες και ενισχύσεις του κελύφους» αντικαταστάθηκαν από τις λέξεις «όλες οι ενισχύσεις του κελύφους και οι βαλβίδες» από το Παράρτημα Β άρθρου πρώτου Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ. 29. Κανονισμός 23 Παραφωτίδες 1)Παραφωτίδες κείμεναι εις χώρους κάτωθεν του καταστρώματος εξάλων ή χώρων ευρισκομένων εντός κεκλεισμένων υπερκατασκευών δέον να είναι εφωδιασμέναι δι’ επαρκών γιγγλυμωτών εσωτερικώς καλύπτρων φωτός, ούτω πως τοποθετημένων ώστε να δύνανται να κλείωνται ικανοποιητικώς και ασφαλίζωνται υδατοστεγώς. 2)Ουδεμία παραφωτίς θα τοποθετήται εις τοιαύτην θέσιν ώστε το κατώφλιόν της να ευρίσκεται κάτωθεν γραμμής αγομένης παραλλήλου προς το κατάστρωμα εξάλων εις την πλευράν και εχούσης το κατώτατον σημείον της 2,5 επί τοις εκατόν του πλάτους (Β) υπεράνω της «έμφορτη ίσαλος γραμμή θέρους (ή έμφορτη γραμμή ξυλείας θέρους, εάν έχει σημανθεί)», ή 500 χιλιοστομέτρων (10 1/2 ίντσες), οιαδήποτε είναι η μεγαλυτέρα απόστασις. Η μέσα σε « » φράση αντικαταστάθηκε ως άνω από το Παράρτημα Β άρθρου πρώτου νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ, 29. 3)Αι παραφωτίδες ομού μετά των υαλίνων διαφραγμάτων των εάν έχουν τοποθετηθή τοιαύται, και των καλυπτρών φωτός δέον να είναι ουσιώδους και εγκεκριμένης κατασκευής. Κανονισμός 24 Υδρορρόαι 1)Όπου παραπέτα εις τμήματα των καταστρωμάτων εξάλων και υπερκατασκευών εκτεθειμένα εις τον καιρόν, σχηματίζουν χάσματα (χαβούζες), δέον όπως ληφθή πλήρης πρόνοια δια την ταχείαν διοχέτευσιν και αποστράγγισιν των καταστρωμάτων από το ύδωρ. Εκτός των εν παρ. 2 και 3 του παρόντος Κανονισμού καθοριζομένων η ελαχίστη έκτασις της υδρορρόης εις εκάστην πλευράν του πλοίου δι’ έκαστον χάσμα (χαβούζα) επί του καταστρώματος εξάλων δέον να εξάγεται υπό των κάτωθι τύπων εις ας περιπτώσεις ή προς το χάσμα αντιστοιχούσα σιμότης είναι σταθερά ή μεγαλυτέρα της σταθεράς. Η ελαχίστη έκτασις δι’ έκαστον χάσμα επί των καταστρωμάτων υπερκατασκευών δέον να είναι ίση προς το ήμισυ της υπό των τύπων διδομένης εκτάσεως: Όπου το μήκος του παραπέτου (
- e)εις το χάσμα είναι 20 μέτρων ή μικρότερον. Α=0.7+0.035e (τετρ. μέτρα) όπου e υπερβαίνει τα 20 μέτρα A=0.07e (τετρ. μέτρα). Το e εις ουδεμίαν περίπτωσιν δέον να ληφθή μεγαλύτερον του 0.7L. Εάν το παραπέτασμα έχη μέσον ύψος μεγαλύτερον των 1.2 μέτρων δέον να αυξάνεται κατά 0.004 τετρ. μέτρα κατά μέτρον μήκους χάσματος δι’ εκάστην 0.1 μέτρου διαφοράν καθ’ ύψος. Εάν το παραπέτον έχη ύψος μικρότερον των 0.9 μέτρων, η απαιτουμένη έκτασις (Αντί για τη σελ. 282,37) Σελ. 282,37(α) Τεύχος 1278-Σελ. 13 Κανονισμοί φορτώσεων 19.Γ.γ.15 δύναται να ελαττούται κατά 0.004 τετραγ. μέτρου, κατά μέτρον μήκους χάσματος δι’ εκάστην 0.1 μέτρ. διαφοράν καθ’ ύψος. Ή Όπου τα μήκος του παραπέτου (
- e)είναι 66 πόδες ή μικρότερον. Α=7.6+0.115e (τετραγ. πόδες) Όπου το Ε υπερβαίνει τους 66 πόδας Α=0.23e (τετραγ. πόδες) Το e εις ουδεμίαν περίπτωσιν δέον να ληφθή μεγαλύτερον του 0.7L. Εάν το παραπέτον έχη μέσον ύψος μεγαλύτερον των 3.9 ποδών η απαιτουμένη έκτασις δέον να αυξάνεται κατά 0,004 τετραγ. ποδός κατά πόδα μήκους χάσματος δι’ εκάστην διαφοράν ποδός καθ’ ύψος. Εάν το παραπέτον έχη το μέσον ύψος μικρότερον των 3 ποδών η απαιτουμένη έκτασις δύναται να ελαττούται κατά 0,04 τετραγ. ποδός κατά πόδα μήκους δι’ εκάστην διαφοράν ποδός καθ’ ύψος. 2)Εις πλοία άνευ σιμότητος η υπολογιζομένη συμφώνως προς την παρ. 1 του παρόντος Κανονισμού έκτασις δέον να αυξάνηται κατά 50%. Όταν η σιμότης είναι μικρότερα της κανονικής, το ποσοστόν δέον να εξευρίσκεται δια γραμμικής παρεμβολής. Με το Παράρτημα Β άρθρου πρώτου Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ. 29, ορίστηκε ότι: «Στην πρώτη πρόταση της παρ.
(2)οι λέξεις «υπολογιζόμενη έκτασις» αντικαθίστανται από τις λέξεις «υπολογιζομένη επιφάνεια» σύμφωνα με την παρ.
(1)». «Στην δεύτερη πρόταση της παρ.
(2)η λέξη «γραμμική» τοποθετείται πριν την λέξη «παρεμβολή». 3)Όταν «πλοίον φέρει πυργωτόν υπερκατασκεύασμα» δεν συμμορφούται προς τας απαιτήσεις του Κανονισμού 36(Ι) (Θ) ή όταν υφίστανται συνεχή ή βασικώς συνεχή πλευρικά τοιχώματα στομίων μεταξύ μεμονωμένων υπερκατασκευασμάτων, η ελαχίστη επιφάνεια των ανοιγμάτων θυρίδων δρυφράκτου θα υπολογίζεται από τη βάσει του κατωτέρω πίνακος. Η επιφάνεια των θυρίδων δρυφράκτου ενδιαμέσων πλατών θα λαμβάνεται δια γραμμικής παρεμβολής. Η μέσα σε « » φράση αντικαταστάθηκε ως άνω από το Παράρτημα Β άρθρου πρώτου Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72, ), κατωτ. αριθ. 29. Σελ. 282,38(α) Τεύχος 1278-Σελ. 14 Πλάτος στομίου ή Επιφάνεια θυρίδων πυργωτού υπερκατα- δρυφράκτου εν σχέσει σκευάσματος εν σχέσει προς την ολικήν επιπρος το πλάτος του φάνειαν του δρυφράπλοίου κτου …………………………………...……………… 40% ή ολιγώτερον 20% 75% ή περισσότερον 10% 4)Εις πλοία τα οποία έχουν υπερκατασκευάσματα τα οποία είναι ανοικτά είτε εις το έν ή τα δύο άκρα θα υπάρχη επαρκής πρόβλεψις δια την απελευθέρωσιν του χώρου εντός ενός τοιούτου υπερκατασκευάσματος ήτις θα ικανοποιή την Αρχήν. 5)Η κατωτέρα γραμμή των θυρίδων δρυφράκτου θα ευρίσκεται πλησιέστερον προς το κατάστρωμα όσον τούτο είναι πρακτικώς δυνατόν. Τα δύο τρίτα της απαιτουμένης επιφανείας θυρίδος δρυφράκτου θα προβλέπωνται εις το μέσον του χάσματος του πλησιεστέρου προς το χαμηλότερον σημείον της διαμήκους καμπυλότητος. Άπαντα τα επί του δρυφράκτου ανοίγματα του είδους τούτου θα προστατεύωνται εκ κιγκλιδωμάτων ή σιδηρών ράβδων απεχόντων μεταξύ των κατά προσέγγισιν 230 χιλιοστόμετρα (9 ίντσες). Εάν αι θυρίδες είναι εφωδιασμέναι δια θυροφύλλων θα προβλέπεται ικανόν άνοιγμα δια να επιτρέπη την διέλευσιν. Οι στροφείς των θυρών θα έχουν πείρους ή τριβείς εξ αδιαβρώτου υλικού. Εάν τα θυρόφυλλα φέρουν μέσα ασφαλίσεως τα τοιαύτα μέσα θα είναι εγκεκριμένης κατασκευής. 19.Γ.γ.15 Κανονισμοί φορτώσεων Κανονισμός 25 1.Η αντοχή των υπερστεγασμάτων των χρησιμοποιουμένων δι’ ενδιαίτησιν του πληρώματος θα ικανοποιή την Αρχήν. 2.Ικανά κιγκλιδώματα ή δρύφρακτα θα τοποθετώνται επί όλων των εκτεθειμένων καταστρωμάτων και καταστρωμάτων υπερκατασκευάσματος. Το ύψος των δρυφράκτων ή κιγκλιδωμάτων θα είναι τουλάχιστον 1 μέτρον (39 1/2 ίντσες) εκ του καταστρώματος προβλεπομένου ότι όπου το ύψος τούτο ήθελε παρεμβληθή εις τας συνήθεις εργασίας του πλοίου, δύναται να εγκριθή ύψος μικρότερον εάν τούτο ικανοποιή την Αρχήν και προβλέπεται επαρκής προστασία. 3.Τα ανοίγματα κάτωθι της χαμηλοτέρας σειράς των κιγκλιδωμάτων δεν θα υπερβαίνουν τα 230 χιλιοστόμετρα (9 ίντσες). Αι έτεραι σειραί δεν θα απέχουν περισσότερον των 380 χιλιοστομέτρων (15 ιντσών) μεταξύ των. Εις περίπτωσιν πλοίων με εστρογγυλευμένην πλευράν καταστρώματος τα στηρίγματα των κιγκλιδωμάτων θα τοποθετηθούν εις το επίπεδον του καταστρώματος. 4.Ικανοποιητικά μέσα (εις τον τόπον των κιγκλιδωμάτων, οδηγών σχοινιών, γεφυρών αποεπιβιβάσεως ή υπό το κατάστρωμα διαδρόμων) θα προβλέπωνται δια την προστασίαν του πληρώματος εις την είσοδον και έξοδον αυτού εκ των ενδιαιτημάτων, των χωρών μηχανοστασίου και απάντων των άλλων μερών των χρησιμοποιουμένων εις τας αναγκαίας του πλοίου εργασίας. 5.Φορτίον καταστρώματος επί οιουδήποτε πλοίου θα στοιβάζεται κατά τοιούτον τρόπον ώστε, οιοδήποτε άνοιγμα το οποίον ευρίσκεται κατά μήκος του φορτίου και το οποίον παρέχει είσοδον και έξοδον εις τα διαμερίσματα καταστρώματος, ο χώρος μηχανοστασίου, και έτερα τοιαύτα μέρη τα οποία χρησιμοποιούνται δια τας αναγκαίας εις το πλοίον εργασίας, θα δύνανται να κλείουσι κατά τον ενδεδειγμένον τρόπον και να ασφαλίζωνται δια την καθ’ οιονδήποτε τρόπον μη είσοδον του ύδατος. Αποτελεσματική προστασία δια το πλήρωμα εις την θέσιν των κιγκλιδωμάτων ή οδηγών σχοινίων θα προβλέπεται άνωθι του φορτίου καταστρώματος εάν δεν υφίσταται κατάλληλος διέλευσις επί ή υπό του καταστρώματος του πλοίου. Κανονισμός 26 Ειδικαί συνθήκαι χαρακτηρισμού δια πλοίον τύπου Α΄. Περίβλημα φωταγωγού μηχανοστασίου 1)Περιβλήματα φωταγωγού μηχανοστασίου επί πλοίων τύπου Α΄ ως καθορίζονται εις τον κανονισμόν 27 θα προστατεύονται υπό κλειστού επιστέγου ή γεφύρας τουλάχιστον κανονικού ύψους ή υπερστεγάσματος ίσου ύψους και ισοδυνάμου αντοχής, δεδομένου ότι τα περιβλήματα του φωταγωγού μηχανοστασίου δυνατόν να εκτίθενται εις τας καιρικάς συνθήκας εάν δεν υπάρχουν ανοίγματα δίδοντα απ’ ευθείας εκ του καταστρώματος εξάλων εις τον χώρον του μηχανοστασίου. Θύρα συμμορφουμένη προς τας απαιτήσεις του Κανονισμού 12 δύναται, εν τούτοις, να επιτραπή εις το περίβλημα του μηχανοστασίου, προβλεπομένου ότι αύτη οδηγεί εις χώρον ή διάδρομον ο οποίος είναι της αυτής ισχυράς κατασκευής ως και το περίβλημα του μηχανοστασίου και χωρίζεται από το χώρον της κλίμακος ανόδου-καθόδου μέχρι το μηχανοστάσιον δια δευτέρας υδατοστεγούς θύρας εκ χάλυβος ή ετέρου ισοδυνάμου υλικού. Γέφυρα και είσοδος. 2)Εις πλοία τύπου Α΄ θα τοποθετηθούν, μία γέφυρα προς πρώραν και μία προς πρύμνην μονίμου και ισχυράς κατασκευής ως και επαρκούς αντοχής εις το επίπεδον του καταστρώματος υπερκατασκευασμάτων, μεταξύ του επιστέγου και της γεφύρας εις το μεσόστεγον, ή υπερστεγάσματος, ή ισοδύναμα μέσα διελεύσεως θα προβλέπωνται να πληρούν τον σκοπόν της ανωτέρω γεφύρας, ως τοιαύτα δε θεωρούνται διάδρομοι υπό τα κατάστρωμα. Άλλως, και εις πλοία τύπου Α΄ άνευ γεφύρας διακυβερνήσεως του πλοίου εις το μεσόστεγον, θα προβλέπωνται συστήματα ικανοποιούντα την Αρχήν δια την ασφάλειαν του πληρώματος εις άπαντα τα μέρη τα οποία χρησιμοποιούνται υπ’ αυτού δια την εκτέλεσιν των αναγκαίων εργασιών του πλοίου. 3)Ασφαλής και ικανοποιητική διέλευσις εκ του επίπεδου της γεφύρας θα διατίθενται μεταξύ κεχωρισμένων ενδιαιτημάτων πληρώματος και επίσης μεταξύ ενδιαιτημάτων πληρώματος και χώρου μηχανοστασίου. 4)Στόμια κυτών. Εκτεθειμένα στόμια κυτών επί των καταστρωμάτων ύψους εξάλων και ποσστέγου ή επί των κορυφών των δεξαμενών εκτονώσεως, επί πλοίων τύπου Α΄, θα εφοδιάζωνται με ικανά υδατοστεγή καλύμματα εκ χάλυβος ή ετέρου ισοδυνάμου υλικού. 5)Συστήματα απελευθερώσεως. Πλοία τύπου Α΄ με δρύφρακτα θα τοποθετήσουν ανοικτά κιγκλιδώματα δια το ήμισυ τουλάχιστον του μήκους των εκτιθεμένων μερών του υποκειμένου εις τας καιρικάς συνθήκας καταστρώματος ή έτερα αποτελεσματικά συστήματα απελευθερώσεως. Η άνω ακμή του ζωστήρος θα κρατήται όσον είναι πρακτικώς χαμηλοτέρα. 6)Όσον υπερκατασκευάσματα συνδέωνται δια πυργωτού υπερκατασκευάσματος, ανοικτά κιγκλιδώματα θα τοποθετηθούν εις ολόκληρον το μήκος των εκτεθειμένων μερών του καταστρώματος ύψους εξάλων. (Αντί για τη σελ. 282,39) Σελ. 282,39(α) Τεύχος 1278-Σελ. 15 Κανονισμοί φορτώσεων 19.Γ.γ.15 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ. ΥΨΟΣ ΕΞΑΛΩΝ Κανονισμός 27 Τύποι πλοίων «
(1)Για τον σκοπό του υπολογισμού του ύψους εξάλων, τα πλοία διακρίνονται σε τύπου «Α» και τύπου «Β». Πλοία τύπου «Α».
(2)Πλοίο τύπου «Α» είναι εκείνο το οποίο: (α)Προορίζεται για την μεταφορά μόνο υγρών χύμα φορτίων (β)έχει πλήρως συνεχές και ενιαίο το εκτεθειμένο στον καιρό κατάστρωμα με μικρά μόνο στόμια εισόδου στους χώρους φορτίου, που κλείνουν με υδατοστεγανά, δια παρεμβυσμάτων χαλύβδινα καλύμματα ή καλύμματα από ισοδύναμο υλικό και (γ)έχει μικρή διαχωρητότητα των εμφόρτων χώρων φορτίου.
(3)Πλοίο τύπου «Α» με μήκος μεγαλύτερο από 150 m, στο οποίο έχει σημανθεί ύψος εξάλων μικρότερο από το τύπου «Β», όταν φορτώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.
(11), θα είναι ικανό να αντέξει σε κατάκλυση κάθε διαμερίσματος ή διαμερισμάτων, με υποτιθέμενη διαχωρητικότητα ίση με 0.95, τηρουμένων των υποθέσεων ευσταθείας μετά από βλάβη που καθορίζονται στην παρ. 12, και θα παραμένει εν επιπλεύσει σε ικανοποιητική θέση ισορροπίας όπως προδιαγράφεται στην παρ.
(13). Σε ένα τέτοιο πλοίο ο χώρος μηχανών, θα θεωρείται σαν ένα διαμέρισμα που δύναται να κατακλυσθεί αλλά με διαχωρητότητα ίση με 0.85.
(4)Σε ένα πλοίο τύπου «Α» θα σημαίνεται ύψος εξάλων το οποίο δεν θα είναι μικρότερο από αυτό που αναφέρεται στον πίνακα Α του κανονισμού 28. Πλοία τύπου «Β»
(5)Όλα τα πλοία τα οποία δεν υπόκεινται στις σχετικές διατάξεις των παρ.
(2)και
(3), που ισχύουν για τα πλοία τύπου «Α» θα θεωρούνται σαν πλοία τύπου «Β».
(6)Σε πλοία τύπου «Β», τα οποία στην θέση 1 έχουν στόμια κυτών εφοδιασμένα με καλύμματα, συμμορφούμενα με τις διατάξεις του κανονισμού 15, εκτός της παρ.
(7), θα σημαίνεται ύψος εξάλων σύμφωνα με τις τιμές που δίδονται στον πίνακα Β του κανονισμού 28 προσαυξημένες με τις τιμές που δίδονται στον ακόλουθο πίνακα: Πίνακας αυξήσεως του ύψους εξάλων των πινακοποιημένων τιμών ύψους εξάλων πλοίων τύπου Β με καλύμματα στομίων κυτών μη συμμορφούμενα με τους κανονισμούς 15
(7)ή 16. Σελ. 282,40(α) Τεύχος 1278-Σελ. 16 Μήκος του πλοίου (μέτρα) Αύξηση ύψους εξάλων (χιλιοστά) Μήκος του πλοίου (μέτρα) Αύξηση ύψους εξάλων (χιλιοστά) Μήκος του πλοίου (μέτρα) Αύξηση ύψους εξάλων (χιλιοστά) 108 και κάτω 50 139 175 170 290 109 52 140 181 171 292 110 55 141 186 172 294 111 57 142 191 173 297 112 59 143 196 174 299 113 62 144 201 175 301 114 64 145 206 176 304 115 68 146 210 177 306 116 70 147 215 178 308 117 73 148 219 179 311 118 76 149 224 180 313 119 80 150 228 181 315 120 84 151 232 182 318 121 87 152 236 183 320 122 91 153 240 184 322 123 95 154 244 185 325 124 99 155 247 186 327 125 103 156 251 187 329 126 108 157 254 188 332 127 112 158 258 189 334 128 116 159 261 190 336 129 121 160 264 191 339 130 126 161 267 192 341 131 131 162 270 193 343 132 136 163 273 194 346 133 142 164 275 195 348 134 147 165 278 196 350 135 153 166 280 197 353 136 159 167 283 198 355 137 164 168 285 199 357 138 170 169 287 200 358 Ύψη εξάλων για ενδιάμεσα μήκη θα λαμβάνονται με γραμμική παρεμβολή. Ύψη εξάλων για πλοία με μήκος μεγαλύτερο από 200 μέτρα θα καθορίζονται από την Αρχή. 19.Γ.γ.15 Κανονισμοί φορτώσεων
(7)Σε πλοία τύπου «Β», τα οποία έχουν στην θέση 1 στόμια κυτών που φέρουν καλύμματα συμμορφούμενα με τις διατάξεις του κανονισμού 15
(7)ή του κανονισμού 16, θα σημαίνεται ύψος εξάλων σύμφωνα με τον πίνακα Β του κανονισμού 28, εκτός εάν άλλως προβλέπεται στις παρ.
(8)έως και
(13)του παρόντος κανονισμού.
(8)Σε κάθε πλοίο, μήκος πάνω από 100 μέτρα, μπορεί να σημαίνεται ύψος εξάλων μικρότερο από το απαιτούμενο, σύμφωνα με την παρ.
(7), με την προϋπόθεση ότι, σε σχέση με την παρεχόμενη μείωση, η Αρχή θα ικανοποιείται ότι: (α)τα λαμβανόμενα μέτρα για την προστασία του πληρώματος είναι επαρκή, (β)οι διατάξεις απαγωγής των υδάτων είναι επαρκείς, (γ)τα καλύμματα στις θέσεις 1 και 2 συμμορφώνονται με τις διατάξεις του κανονισμού 16, έχουν ικανοποιητική αντοχή και έχει δοθεί ιδιαίτερη, προσοχή στα μέσα σφραγίσεως και ασφαλίσεώς τους και (δ)το έμφορτο πλοίο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.
(11), θα είναι ικανό να αντέξει σε κατάκλυση οποιουδήποτε διαμερίσματος ή διαμερισμάτων, με υποτιθέμενη διαχωρητότητα ίση με 0.95 τηρουμένων των υποθέσεων που προδιαγράφονται στην παρ.
(12)και θα παραμένει εν επιπλεύσει σε ικανοποιητική θέση ισορροπίας, όπως προδιαγράφεται στην παρ.
(13). Σε ένα τέτοιο πλοίο με μήκος πάνω από 150 μέτρα, ο χώρος μηχανών θα θεωρείται σαν ένα διαμέρισμα που δύναται να κατακλυσθεί αλλά με διαχωρητότητα ίση με 0.85.
(9)Κατά τον υπολογισμό του ύψους εξάλων για πλοία τύπου «Β», τα οποία συμμορφώνονται με τις διατάξεις των παρ.
(8),
(11),
(12)και
(13), οι τιμές του πίνακα Β του κανονισμού 28 δεν θα μειώνονται περισσότερο από το 60% της διαφοράς μεταξύ των πινακοποιημένων τιμών Β και Α για τα ανάλογα μήκη πλοίων.
(10)(α)Η μείωση στην πινακοποιημένη τιμή του ύψους εξάλων που επιτρέπεται σύμφωνα με την παρ.
(9)μπορεί να αυξηθεί μέχρι την ολική διαφορά μεταξύ των τιμών στους πίνακες Α και Β του κανονισμού 28 υπό τον όρο ότι το πλοίο συμμορφώνεται με τις διατάξεις των: (ι)κανονισμού 26, εκτός της παρ.
(4), όπως για πλοία τύπου «Α» (ιι)παρ.
(8),
(11)και
(13)του παρόντος κανονισμού και (ιιι)παρ.
(12)του παρόντος κανονισμού, υπό τον όρο ότι θα θεωρείται υποθετικά ότι έχει υποστεί βλάβη οποιαδήποτε φρακτή καθ’ όλο το μήκος του πλοίου, έτσι ώστε δύο γειτονικά διαμερίσματα να κατακλύζονται ταυτόχρονα, εκτός της περίπτωσης των οριακών φρακτών των χώρων μηχανών όπου τέτοια βλάβη δεν θα εξετάζεται. (β)Σε ένα τέτοιο πλοίο, με μήκος πάνω από 150 μέτρα, ο χώρος μηχανών θα θεωρείται σαν ένα διαμέρισμα που δύναται να κατακλυσθεί, αλλά με διαχωρητότητα ίση με 0.85. Αρχική κατάσταση φόρτωσης.
(11)Η αρχική κατάσταση φόρτωσης, πριν την κατάκλυση, θα καθορίζεται ως ακολούθως: (α)Το πλοίο φορτώνεται στην έμφορτη ίσαλο γραμμή θέρους με υποτιθέμενη μηδενική διαγωγή. (β)Όταν υπολογίζεται η κατακόρυφη θέση του κέντρου βάρους εφαρμόζονται οι ακόλουθες αρχές: (ι)το μεταφερόμενο φορτίο είναι ομοιογενές. (ιι)όλοι οι χώροι φορτίου, εκτός εκείνων που αναφέρονται στο εδάφ. (ιιι), συμπεριλαμβανομένων όμως των διαμερισμάτων που είναι μερικώς πληρωμένα, θα θεωρούνται ολικώς πληρωμένοι εκτός αν περιέχουν υγρά φορτία οπότε θα θεωρούνται κατά 98% πληρωμένοι. (ιιι)Εάν το πλοίο πρόκειται να πλεύσει στην έμφορτη ίσαλο γραμμή θέρους με κενά διαμερίσματα τα διαμερίσματα αυτά θα θεωρούνται κενά με την προϋπόθεση ότι το υπολογιζόμενο στην κατάσταση αυτή κέντρο βάρους δεν είναι μικρότερο από το υπολογιζόμενο σύμφωνα με το εδάφ. (ιι). (ιν)Το 50% της ολικής χωρητικότητας κάθε δεξαμενής και χώρου που προορίζεται να περιέχει αναλώσιμα υγρά και εφόδια θεωρείται ότι μπορεί να αναλωθεί. Υποτίθεται ότι για κάθε τύπο υγρού, τουλάχιστο ένα εγκάρσιο ζεύγος ή μία μεμονωμένη κεντρική δεξαμενή έχει μέγιστη ελεύθερη επιφάνεια και η δεξαμενή ή ο συνδυασμός δεξαμενών που πρόκειται να ληφθούν υπόψη θα είναι εκείνες όπου η επίδραση των ελευθέρων επιφανειών θα είναι η μέγιστη. Το κέντρο βάρους του περιεχομένου κάθε δεξαμενής θα λαμβάνεται στο κέντρο του όγκου της δεξαμενής. Οι υπόλοιπες δεξαμενές, θα θεωρούνται είτε κενές, ή ολικώς πληρωμένες και η κατανομή των υγρών μεταξύ αυτών των δεξαμενών θα είναι τέτοια που να δίδει το μεγαλύτερο πιθανό ύψος του κέντρου βάρους πάνω από την τρόπιδα. (ν)Για κάθε διαμέρισμα που περιέχει υγρά, όπως προδιαγράφεται στο εδάφ. (ιι), εκτός της περίπτωσης διαμερισμάτων που περιέχουν αναλώσιμα υγρά όπως προδιαγράφεται στο εδάφ, (ιν), η μέγιστη επίδραση των ελευθέρων επιφανειών θα υπολογίζεται για μία γωνία εγκάρσιας κλίσης όχι μεγαλύτερη από 5 μοίρες. Εναλλακτικώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί η πραγματική επίδραση των ελευθέρων επιφανειών, με την προϋπόθεση ότι η μέθοδος υπολογισμού είναι αποδεκτή από την Αρχή. (νι)Τα βάρη θα υπολογίζονται με βάση τις ακόλουθες τιμές για τα ειδικά βάρη: θαλασσινού ύδατος 1.025 γλυκού ύδατος 1.000 πετρελαίου καύσεως 0.950 πετρελαίου ντήζελ 0.900 λιπαντικού ελαίου 0.900 Υποθέσεις βλάβης.
(12)Εφαρμόζονται οι ακόλουθες αρχές σχετικά με τα στοιχεία της υποτιθέμενης βλάβης. (α)Η κατακόρυφη έκταση της βλάβης, σε (Αντί για τη σελ. 282,41) Σελ. 282,41(α) Τεύχος 1278-Σελ. 17 Κανονισμοί φορτώσεων 19.Γ.γ.15 όλες τις περιπτώσεις υποτίθεται ότι είναι από την βασική γραμμή προς τα πάνω χωρίς περιορισμό. (β)Η εγκάρσια έκταση της βλάβης λαμβάνεται ίση με το Β/5 ή 11.5 μέτρα, οποιοδήποτε είναι το μικρότερο και μετράται από την πλευρά του πλοίου, προς το εσωτερικό του, κάθετα προς την κεντρική γραμμή και στο επίπεδο της έμφορτης ισάλου γραμμής θέρους. (γ)Εάν βλάβη μικρότερης έκτασης από αυτή που προδιαγράφεται στις υποπαρ. (α) και (β) οδηγεί σε δυσμενέστερη κατάσταση, θα λαμβάνεται υπόψη αυτή η μικρότερη έκταση. (δ)Εκτός αν διαφορετικά προβλέπεται από την παρ.
(10)(α), η κατάκλυση θα περιορίζεται σε ένα μόνο διαμέρισμα κείμενο μεταξύ γειτονικών εγκαρσίων φρακτών με την προϋπόθεση ότι το εσωτερικό διάμηκες όριο του διαμερίσματος δε είναι σε θέση που βρίσκεται μέσα στην εγκάρσια έκταση της υποτιθέμενης βλάβης. Οι εγκάρσιες οριακές (ακραίες) φράκτες των πλευρικών δεξαμενών, οι οποίες δεν εκτείνονται καθ’ όλον το πλάτος του πλοίου θα θεωρούνται ότι δεν έχουν βλαβεί εφόσον εκτείνονται πέραν από την εγκάρσια έκταση της υποτιθέμενης βλάβης που προδιαγράφεται στην υποπαρ. (β). Εάν σε μία εγκάρσια φρακτή υπάρχουν βαθμίδες ή εσοχές σε μήκος όχι μεγαλύτερο από 3 μέτρα τοποθετημένες μέσα στα όρια της υποτιθέμενης εγκάρσιας έκτασης της βλάβης όπως αυτή ορίζεται στην υποπαρ. (β) αυτή η εγκάρσια φρακτή μπορεί να θεωρηθεί άθικτη και ότι κατακλύζεται μόνο το γειτονικό διαμέρισμα. Εάν, πάντως, μέσα στα όρια της υποτιθέμενης εγκάρσιας έκτασης βλάβης υπάρχει βαθμίδα ή εσοχή, σε μήκος μεγαλύτερο από 3 μέτρα, σε εγκάρσια φρακτή, τα δύο γειτονικά, σε αυτήν την φρακτή διαμερίσματα θα θεωρούνται ότι έχουν κατακλυσθεί. Οι βαθμίδες που σχηματίζονται από το πρωραίο και πρυμναίο στεγανό συγκρούσεως δεν θα θεωρούνται σαν βαθμίδες για το σκοπό του παρόντος κανονισμού. (ε)Όταν κύρια εγκάρσια φρακτή ευρίσκεται μέσα στα όρια της υποτιθέμενης εγκάρσιας έκτασης της βλάβης και φέρει βαθμίδα κατά μήκος των διπύθμενων ή των πλευρικών δεξαμενών, σε μήκος μεγαλύτερο από 3 μέτρα το διπύθμενο ή η πλευρική δεξαμενή που συνορεύει με μέρος της βαθμίδας της κύριας εγκάρσιας φρακτής θα θεωρείται ότι κατακλύζεται ταυτόχρονα. Εάν αυτή η πλευρική δεξαμενή έχει ανοίγματα προς ένα ή περισσότερους χώρους φορτίου, όπως ανοίγματα φόρτωσης σιτηρών, αυτό το άνοιγμα ή τα ανοίγματα θα θεωρούνται ότι κατακλύζονται ταυτόχρονα. Ομοίως για ένα πλοίο που μεταφέρει υγρά φορτία, εάν μία πλευρική δεξαμενή έχει ανοίγματα προς γειτονικά διαμερίσματα, αυτά τα γειτονικά διαμερίσματα θα θεωρούνται Σελ. 282,42(α) Τεύχος 1278-Σελ. 18 ότι είναι κενά και ότι κατακλύζονται ταυτόχρονα. Αυτή η διάταξη εφαρμόζεται και όταν αυτά τα ανοίγματα είναι εφοδιασμένα με μέσα κλεισίματος, εκτός εάν στις φρακτές μεταξύ των δεξαμενών υπάρχουν συρταρωτές βαλβίδες που χειρίζονται από το κατάστρωμα. Καλύμματα ανθρωποθυρίδων ασφαλισμένα με κοχλίες που απέχουν μεταξύ τους μικρά διαστήματα θεωρούνται σαν ισοδύναμα με φρακτές χωρίς ανοίγματα, εκτός από την περίπτωση ανοιγμάτων στις άνω πλευρικές δεξαμενές, που καθιστούν τις άνω πλευρικές δεξαμενές κοινές με τους χώρους φορτίου. (στ)Όταν εξετάζεται η κατάκλυση δύο γειτονικών, πρωραίου και πρυμναίου, διαμερισμάτων, οι κύριες εγκάρσιες φρακτές θα πρέπει να απέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον κατά 1/3 L 2/3 ή 14.5m, οποιοδήποτε είναι μικρότερο, για να μπορούν να θεωρηθούν αποτελεσματικές. Όταν εγκάρσιες φρακτές βρίσκονται σε μικρότερη απόσταση, μία ή περισσότερες από αυτές θα θεωρούνται σαν μη υπάρχουσες για να εξασφαλιστεί η ελάχιστη απόσταση μεταξύ των φρακτών. 19.Γ.γ.15 Κανονισμοί φορτώσεων Κατάσταση ισορροπίας.
(13)Η κατάσταση ισορροπίας μετά την κατάκλυση θα θεωρείται ικανοποιητική όταν: (α)Η τελική ίσαλος γραμμή μετά την κατάκλυση και αφού ληφθούν υπ’ όψη η βύθιση, η εγκάρσια κλίση και η διαγωγή είναι κάτω από το κατώτερο χείλος κάθε ανοίγματος δια του οποίου μπορεί να γίνει προοδευτική κατάκλυση. Σαν τέτοια ανοίγματα θα θεωρούνται τα εξαεριστικά, οι εξαεριστήρες, τα ανοίγματα που κλείνουν με υδατοστεγείς θύρες (ακόμη και αν συμμορφώνονται με τον κανονισμό 12) ή τα καλύμματα κυτών (ακόμη και αν συμμορφώνονται με τον κανονισμό 16 ή τον κανονισμό 19
(4)) και μπορούν να εξαιρεθούν εκείνα τα ανοίγματα που κλείνουν με καλύμματα άνθρωποθυρίδων και στόμια άνευ χείλους (που συμμορφώνονται με τον κανονισμό 18), καλύμματα στομίων κυτών του τύπου που προδιαγράφεται στον κανονισμό 27
(2), τηλεχειριζόμενες ολισθαίνουσες υδατοστεγείς θύρες και παραφωτίδες, μη ανοιγόμενου τύπου (που συμμορφώνονται με τον κανονισμό 23). Ανεξάρτητα από τα παραπάνω για την περίπτωση των θυρών μεταξύ ενός κυρίου χώρου μηχανών και του χώρου μηχανισμού πηδαλίου, οι υδατοστεγείς θύρες μπορεί να είναι γιγγλυμωτές άμεσης ενεργοποίησης, που διατηρούνται κατά την διάρκεια του πλου κλειστές όταν δεν χρησιμοποιούνται, με την προϋπόθεση ότι το κατώτερο σημείο του κατωφλίου τους κείται πάνω από την έμφορτη ίσαλο γραμμή θέρους. (β)Εάν σωληνώσεις, αγωγοί ή σήραγγες βρίσκονται μέσα στα όρια της υποτιθέμενης έκτασης της βλάβης, όπως ορίζεται στην παρ.
(12)(β), θα λαμβάνεται μέριμνα έτσι ώστε η κατάκλυση να μην επεκταθεί και σε άλλα διαμερίσματα, εκτός των υποτιθεμένων να κατακλυσθούν, κατά τον υπολογισμό κάθε περίπτωσης βλάβης. (γ)Η εγκάρσια γωνία κλίσης λόγω μη συμμετρικής κατάκλυσης δεν υπερβαίνει τις 15 μοίρες. Μπορεί να γίνει αποδεκτή και γωνία κλίσης μέχρι και 17 μοίρες, με την προϋπόθεση ότι κανένα σημείο του καταστρώματος δεν βυθίζεται. (δ)Το μετακεντρικό ύψος μετά την κατάκλυση είναι θετικό. (ε)Όταν οποιοδήποτε μέρος του καταστρώματος που βρίσκεται εκτός του υποτιθεμένου να κατακλυσθεί διαμερίσματος βυθίζεται, σε μία ειδική περίπτωση βλάβης, ή σε κάθε περίπτωση όπου το περιθώριο της ευστάθειας στην βεβλαμμένη κατάσταση μπορεί να θεωρηθεί αμφίβολο η ευστάθεια μετά από βλάβη πρέπει να εξετάζεται. Αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως ικανοποιητική εάν η καμπύλη των μοχλοβραχιόνων ανορθώσεως έχει εύρος τουλάχιστον ίσο με 20 μοίρες πέραν από τη θέση ισορροπίας και ο μέγιστος μοχλοβραχίονας ανόρθωσης είναι, τουλάχιστον 0.1 μέτρα μέσα σε αυτό το εύρος. Η επιφάνεια κάτω από την καμπύλη των μοχλοβραχιόνων ανορθώσεως θα είναι όχι μικρότερη από 0.0175 μέτρα -ακτίνα μέσα σε αυτό το εύρος. Η Αρχή θα εξετάζει τον πιθανό κίνδυνο που παρουσιάζουν προστατευμένα ή μη ανοίγματα, τα οποία μπορεί προσωρινά να βυθιστούν όταν το πλοίο λάβει κλίση που βρίσκεται μέσα στα όρια της εφεδρικής ευστάθειας, μετά από βλάβη. (στ)Η Αρχή έχει ικανοποιηθεί ότι η ευστάθεια κατά τις ενδιάμεσες φάσεις της κατάκλυσης είναι ικανοποιητική. Πλοία χωρίς μέσα πρόωσης.
(14)Σε μία φορτηγίδα, (μπάριζα) ή άλλο τύπο πλοίου χωρίς ανεξάρτητα μέσα πρόωσης θα σημαίνεται ύφος εξάλων σύμφωνα με τις διατάξεις των σχετικών κανονισμών. Σε φορτηγίδες που πληρούν τις απαιτήσεις των παρ.
(2)και
(3)μπορούν να σημαίνονται ύψη εξάλων τύπου «Α»: (α)Η Αρχή θα εξετάζει ειδικά την ευστάθεια των φορτηγίδων με φορτίο στο εκτεθειμένο κατάστρωμα. Φορτίο στο κατάστρωμα μπορεί μόνο να μεταφερθεί σε φορτηγίδες, στις οποίες έχει σημανθεί ύψος εξάλων τύπου «Β». (β)Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, για την περίπτωση μη επανδρωμένων φορτηγίδων, δεν εφαρμόζονται οι απαιτήσεις των κανονισμών 25, 26
(2), 26
(3)και
- (γ)Τέτοιες μη επανδρωμένες φορτηγίδες, οι οποίες έχουν στο κατάστρωμα εξάλων, μικρά ανοίγματα που κλείνουν υδατοστεγώς, με φέροντα παρεμβύσματα χαλύβδινα καλύμματα ή με άλλο ισοδύναμο υλικό μπορεί να σημαίνεται ύψος εξάλων κατά 25% μικρότερο από εκείνο που υπολογίζεται σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς». Ο μέσα σε « » Κανονισμός 27 αντικαταστάθηκε ως άνω από το Προσάρτημα Β άρθρου πρώτου Νόμ. 2209/9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 72), κατωτ. αριθ.
- (Μετά τη σελ. 282,42(α) Σελ. 282,421 Τεύχος 1278-Σελ. 19 Κανονισμοί φορτώσεων 19.Γ.γ