{"html": "<div class=\"lf-doc\"><p class=\"lf-p\">Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου ή συνταξιούχου στην Ευρώπη ή στην Αμερική, όπου είχε μεταβεί για λόγους υγείας χωρίς την έγκριση του Ταμείου καθώς και για λόγους τουριστικούς, οικογενειακούς, πολιτικούς, καταβάλλονται τα έξοδα μεταφοράς σωρού, ταρίχευσης και αγοράς φερέτρου, το ύψος των οποίων δεν μπορεί να υπερβαίνει το μισό των πσοών που αναφέρονται, ανάλογα με την περίπτωση στα παραπάνω εδάφια. 2.Σε περίπτωση θανάτου μέλους οικογενείας από τα αναφερόμενα στο άρθρ. 15 παρ. 1,το βοήθημα κηδείας που καταβάλλεται ανέρχεται στο 75% του επιδόματος που ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο. 3.Το ποσό που καταβάλλεται στα πρόσωπα των προηγουμένων παραγράφων του παρόντος δεν μπορεί να είναι κατώτερο από την ανώτατη σύνταξη που χορηγείται από το Ταμείο κάθε φορά.</p>\n<p class=\"lf-p\">Τα έξοδα κηδείας καταβάλλονται σε μέλος της οικογενείας του αποβιώσαντος ή σε εκείνον που κατά την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου φρόντισε για την κηδεία». Η μέσα σε « » παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. μόνο της με αριθμ. 48/915/17 Ιουλ. / 2 Αυγ. 1995, (ΦΕΚ Β΄ 680), απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόν. και Κοιν. Ασφαλίσεων. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ Κλάδος Συντάξεων Χρόνος ασφάλισης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-40\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.40</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Ι.Ο χρόνος ασφάλισης με βάση τον οποίο θεμελιώνεται το συνταξιοδοτικό δικαίωμα που προσδιορίζεται το ποσό της σύνταξης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος καταστατικού, διακρίνεται σε χρόνο πραγματικό και σε χρόνο από αναγνώριση. 2.Χρόνος ασφάλισης είναι: α)Ο χρόνος υπαγωγής στην ασφάλιση του Ταμείου από την Ίδρυσή του και στο εξής. β)Ο χρόνος υπαγωγής στην ασφάλιση των Ταμείων Ασφαλίσεων Προσωπικού πρώην Ιονικής και πρώην Λαϊκής Τράπεζας (Τ.Α.Π.Ι.Τ. και Τ.Σ.Υ.Λ.Τ.) τα οποία συγχωνεύτηκαν. γ)Ο χρόνος συντάξιμης προϋπηρεσίας, που αναγνωρίστηκε και εξαγοράστηκε από τους ασφαλισμένους κατά τη δημιουργία του Ταμείου στα Ταμεία που συγχωνεύτηκαν, σε εφαρμογή των διατάξεων που κάθε φορά ίσχυσαν γι’ αυτά για την αναγνώριση και εξαγορά προϋπηρεσίας. δ)Ο χρόνος υπαγωγής στην ασφάλιση άλλων οργανισμών κύριας ασφάλισης που προσμετράται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 4202/61 όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. ε)Ο χρόνος υπηρεσίας στο Δημόσιο και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου που αναγνωρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμ. 1405/83 όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. στ)Ο χρόνος υπηρεσίας σε ενώσεις Γεωργικών Συνεταιρισμών και αναγνωρισμένες Τράπεζες. ζ)Ο χρόνος της στρατιωτικής υπηρεσίας που αναγνωρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμ. 1358/83 όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. η)Ο χρόνος φυλάκισης, αιχμαλωσίας, ομηρίας ή εγκλεισμού σε στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ελλήνων πολιτών από τις δυνάμεις Κατοχής και ο χρόνος συμμετοχής στην Εθνική Αντίσταση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 34 του Νόμ. 1543/85,όπως ισχύουν κάθε φορά (Αντί για τη σελ. 755(α) Σελ. 755(β) Τεύχος 1324 Σελ. 29 Ταμείο Ασφαλ.Προσ/κού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας(ΤΑΠ-ΙΛΤ) 39.Θ.δ.15 126 θ)Ο χρόνος της άδειας χωρίς αποδοχές, καθώς και ο χρόνος διάρκειας της προσωρινής παύσης μετά στερήσεως των αποδοχών. Ο χρόνος αυτός δεν μπορεί να υπερβεί το ένα έτος για κάθε μία από τις δύο παρακάτω περιπτώσεις. ι)Ο χρόνος της υπηρεσίας που έχει ήδη αναγνωρισθεί σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν κάθε φορά. ια)ο χρόνος σπουδών πριν από την πρόσληψη στην υπηρεσία της Τράπεζας, για την απόκτηση ενός μόνο τίτλου σπουδών Ανώτερης ή Ανώτατης Εκπαίδευσης και ενός μόνο τίτλου μεταπτυχιακών σπουδών. Ο χρόνος αυτός είναι ίσος με τα κατά το χρόνο της αποφοίτησης επίσημα ακέραια χρόνια σπουδών της Ανώτερης ή Ανώτατης Σχολής της οποίας έχει προσκομίσει πτυχίο ή σχετική βεβαίωση σπουδών εκείνος που ζητεί την αναγνώριση.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σε περίπτωση αντικειμενικής αδυναμίας προσκόμισης ή έλλειψης πληρότητας της βεβαίωσης αυτης αποφασίζει το Δ.Σ. του Ταμείου. Ο χρόνος που αναγνωρίζεται για μεταπτυχιακές σπουδές δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 2 ακέραια χρόνια, εκτός αν πρόκειται για διδακτορικό τίτλο, για το οποίο αναγνωρίζεται χρόνος μέχρι 3 ακέραια χρόνια. Δικαίωμα αναγνώρισης του χρόνου σπουδών έχουν μόνο οι εν ενεργεία ασφαλισμένοι, εφόσον συμπληρώνουν 3 χρόνια μόνιμης υπηρεσίας στην Ιονική-Λαϊκή Τράπεζα Ελλάδας, είτε για το σύνολο είτε για τμήμα μόνο του χρόνου σπουδών. Με τον χρόνο σπουδών που αναγνωρίζεται σύμφωνα με τα παραπάνω εδάφια της περίπτωσης αυτής, δεν θεμελιώνεται συνταξιοδοτικό δικαίωμα, αλλά δικαίωμα προσαύξησης του ποσού της σύνταξης, κατά τα ποσοστά που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρ. 45 του Καταστατικού, εφόσον έχει εξοφληθεί προηγούμενα ολόκληρο το ποσό της οφειλής για την εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου σπουδών και ο χρόνος αυτός δεν συμπίπτει με άλλο χρόνο ασφάλισης. 3.Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις των περιπτ. α, β της παρ. 2 είναι χρόνος πραγματικός.</p>\n<p class=\"lf-p\">Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις της περιπτ. δ της παρ. 2 είναι χρόνος πραγματικός και προσμετράται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 4202/61 όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά και κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις του νόμου τούτου. Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις της περιπτ. ε της παρ. 2 είναι χρόνος πραγματικός και αναγνωρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμ. 1405-1983 όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά και κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις του νόμου τούτου. Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις των περιπτ. ζ και η είναι χρόνος είτε πραγματικός, είτε χρόνος ασφάλισης από αναγνώριση κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις των Νόμ. 1358/1983 και 1543/1985 όπως ισχύουν κάθε φορά. Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις των περιπτ. γ, στ, θ και ια της παρ. 2 είναι χρόνος ασφάλισης από αναγώριση.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σελ. 756(β) Τεύχος 1324 Σελ. 30 Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις της περίπτ. ι της παρ. 2 είναι χρόνος είτε πραγματικός είτε χρόνος από αναγνώριση, σύμφωνα με τις διατάξεις που προέβλεπαν την αναγνώρισή του. 4.Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις των περιπτ. γ ως και ια της παρ. 2 υπολογίζεται ως χρόνος ασφάλισης εφόσον δεν υπολογίζεται για την απονομή σύνταξης από το δημόσιο ή από άλλο οργανισμό κύριας ασφάλισης. Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις των περιπτ. γ, στ, θ, ι και ια δεν μπορεί να υπερβεί τα δέκα έτη. 5.Κατά την άθροιση του συνολικού χρόνου ασφάλισης κλάσμα του έτους μικρότερο των έξι μηνών παραλείπεται, ίσο δε ή μεγαλύτερο του εξάμηνου υπολογίζεται ως πλήρες έτος. 6.Δεν υπολογίζεται ως χρόνος ασφάλισης: α)Ο χρόνος της αυθαίρετης απουσίας εφόσον έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή. β)Ο χρόνος για τον οποίο ο ασφαλισμένος έχει καταδικασθεί από οποιοδήποτε Δικαστήριο με την ποινή στέρησης της ελευθερίας του, καθώς και ο χρόνος προφυλάκισης εκτός αν επακολούθησε αθώωση ή απαλλαγή για κάθε άλλο λόγο, εκτός από την παραγραφή ή την έμπρακτη μετάνοια. 39.Θ.δ.15 Ταμείο Ασφαλ.Προσ/κού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας(ΤΑΠ-ΙΛΤ) 127 Αναγνώριση και εξαγορά του χρόνου ασφάλισης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-41\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.41</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Για την αναγνώριση του χρόνου που ορίζεται από τις διατάξεις των περιπτ .ε, θ και ια της παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου ο ασφαλισμένος πρέπει να υποβάλει αίτηση στο Ταμείο μαζί με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. 2.Ο χρόνος στον οποίο αναφέρονται οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου αναγνωρίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την αναγνώριση του χρόνου σύμφωνα με τα παραπάνω, η διαδικασία του ελέγχου αυτών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας, θα καθορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τις εγκυκλίους της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων που αφορούν αναγνώριση χρόνου. Το Διοικητικό Συμβούλιο, έχει την υποχρέωση, μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την υποβολή της αίτησης που συνοδεύεται με τα πλήρη δικαιολογητικά, να εκδώσει την απόφασή του για την αίτηση αυτή, γνωρίζοντας εγγράφως την απόφαση στον ενδιαφερόμενο και στην Τράπεζα. 3.Η αναγνώριση του χρόνου γίνεται με εξαγορά ως εξής: α)Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις των περιπτ. στ΄ και θ΄ της παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου εξαγοράζεται με την καταβολή για κάθε μήνα του αθροίσματος της μηνιαίας εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη που ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης Το ποσό της μηνιαίας εισφοράς θα υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές που παίρνει ο ασφαλισμένους κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για αναγνώριση, για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές για την ασφάλισή του στο Ταμείο. «Για τους ασφαλισμένους του άρθρ. 3 παρ. 1γ ο χρόνος υπηρεσίας σε Τράπεζα Ελληνική ή αλλοδαπή που λειτουργεί στην Ελλάδα, ανεξάρτητα εάν είναι χρόνος υπαγωγής στην ασφάλιση άλλων οργανισμών κύριας ασφάλισης, για την θεμελίωση δικαιώματος συνταξιοδότησης, εξαγοράζεται με την καταβολή μηνιαίας εισφοράς αφαλισμένου και εργοδότη, υπολογιζομένης στις αποδοχές του 20ου κλιμακίου, όπως έχουν διαμορφωθεί κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης. Στις αποδοχές αυτές περιλαμβάνονται η ΑΤΑ κλιμακίου, τα πάσης φύσεως ποσοστιαία επιδόματα κατά περίπτωση, που αναλογούν στο κλιμάκιο αυτό και τα δραχμικά επιδόματα αυτούσια όπως τα λαμβάνει ο ασφαλισμένος από την Τράπεζα.</p>\n<p class=\"lf-p\">Η εξόφληση του ποσού εξαγοράς της παρούσας περίπτωσης των ασφαλισμένων του άρθρ. 3 παρ. 1γ γίνεται έντοκα σε μηνιαίες δόσεις οριζόμενες από το Δ.Σ. του Ταμείου, που δεν μπορεί να είναι περισσότερες από εξήντα». Τα μέσα στα «» τελευταία εδάφια προστέθηκαν από την περίπτ. α΄ παρ. 4 της Φ.48/1201/17 Απρ. – 27 Μαΐου 1988 (ΦΕΚ Β΄ 318) απ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. β)Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις της περίπτ. ε της παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου εξαγοράζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμ. 1405/83 όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά και των υπουργικών αποφάσεων που εκδίδονται σε εκτέλεση των διατάξεων του νόμου αυτού. γ)Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις των περιπτ. ζ και η της παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου, εξαγοράζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Νόμ. 1358/83 και 1543/85 όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά.</p>\n<p class=\"lf-p\">Η εξόφληση του ποσού εξαγοράς του χρόνου που ορίζεται από τις διατάξεις των περιπτ. στ και θ της παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου γίνεται έντοκα σε μηνιαίες δόσεις οριζόμενες από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου που δεν μπορεί να είναι περισσότερες από εξήντα. Οι οφειλόμενες δόσεις παρακρατούνται υποχρεωτικά από την Τράπεζα από τις αποδοχές τους ασφαλισμένου με αίτηση του Ταμείου. Η πρώτη δόση πρέπει να καταβληθεί μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που θα κοινοποιηθεί η Τράπεζα η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. δ)Κατ’ εξαίρεση για την εξαγορά του χρόνου σπουδών, ως βάση υπολογισμού του ποσού εξαγοράς λαμβάνεται το 52% του μηνιαίου βασικού μισθού του κλιμακίου του εκάστοτε μισθολογίου των τραπεζών στο οποίο ανήκει ο ασφαλισμένος κατά την ημέρα υποβολής της σχετικής αίτησης με πλήρη δικαιολογητικά.</p>\n<p class=\"lf-p\">Η εξόφληση του ποσού της εξαγοράς του χρόνου σπουδών ενεργείται με μηνιαίες άτοκες δόσεις οριζόμενες κατά τη κρίση του Δ.Σ. του Ταμείου, οι οποίες δεν μπορεί να υπερβούν τις 60. 4.Ο ασφαλισμένος έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει την αίτησή του για αναγνώριση του χρόνου και να ζητήσει την ανάκληση της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου για την αναγνώριση του χρόνου και μόνο για τα χρονικά διαστήματα για τα οποία δεν έχει καταβάλει τις αντίστοιχες εισφορές. 5.Στην περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου πριν από την ολοσχερή εξόφληση του οφειλόμενου ποσού για την εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου που ορίζεται από τις διατάξεις των περιπτ. στ και θ της παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου. το υπόλοιπο ποσό εξοφλείται είτε εφάπαξ ή σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, που παρακρατούνται από το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης. (Αντί για τη σελ. 757) Σελ. 757(α) Τεύχος ΙΑ-4-Ι Σελ. 87 Ταμείο Ασφαλ.Προσ/κού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας(ΤΑΠ-ΙΛΤ) 39.Θ.δ.15 39.Θ.δ.15 Ταμείο Ασφαλ.Προσ/κού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας(ΤΑΠ-ΙΛΤ) Ταμείο Ασφαλ.Προσ/κού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας(ΤΑΠ-ΙΛΤ) 39.Θ.δ.15 128 Το ποσό της κάθε δόσης ορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το 1/4 ούτε μικρότερο από το 1/12 της καταβαλλόμενης μηνιαίας σύνταξης. «Κατ’ εξαίρεση των ανωτέρω, για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην περιπτ. γ της παρ. 1 του άρθρ. 3, εφόσον κατά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου οι δόσεις που εναπομένουν ξεπερνούν τις 36, το υπόλοιπο του οφειλόμενου ποσού επανακαθορίζεται από το Δ.Σ. του Ταμείου σε δόσεις, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να υπερβεί τις 36».</p>\n<p class=\"lf-p\">Το μέσα στα « » τελευταίο εδάφιο προστέθηκε από την περίπτ. β΄ παρ. 4 της Φ.48/1201/17 Απρ.-27 Μαΐου 1988 (ΦΕΚ Β΄ 318) απ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 6.Αν ο ασφαλισμένος πεθάνει και δεν έχει υποβάλει αίτηση για αναγνώριση του χρόνου που ορίζεται από τις διατάξεις της παρ. 2 του προηγούμενου</p>\n<h4 class=\"lf-art\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.7</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.α)Μέσα στο μήνα Μάϊο κάθε έτους, συντάσσεται ο απολογισμός του προηγούμενου οικονομικού έτους στον οποίο αναγράφονται κατά την ίδια τάξη με τον Προϋπολογισμό οι εισπράξεις και οι πληρωμές του Ταμείου που έχουν προβλεφθεί και πραγματοποιηθεί κατά το έτος στο οποίο αναφέρεται ο απολογισμός. β)Με τον απολογισμό κάθε έτους, συντάσσεται και ο ισολογισμός που απεικονίζει τη γενική οικονομική κατάσταση του Ταμείου στις 31 Δεκεμβρίου του έτους στο οποίο αναφέρεται. 2.Τα ποσοστά αποσβέσεων των πάγιων περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου καθορίζονται από τις διατάξεις που ισχύουν. Επίσης για την απόσβεση οποιουδήποτε άλλου ενεργητικού στοιχείου, απαιτείται απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου που εγκρίνεται από το Υπουργείο Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 3.Ο Ισολογισμός συντάσσεται σύμφωνα με τις παραδεδειγμένες αρχές της Λογιστικής Επιστήμης και περιλαμβάνει τα περιουσιακά στοιχεία του Ταμείου που κατατάσσονται ως εξής: α)Πάγιο ενεργητικό και επενδύσεις. β)Απαιτήσεις γ)Καταθέσεις δ)Διαθέσιμα ε)Υποχρώσεις στ)Αποθεματικά ζ)Λογαριασμοί τάξεως 4.Ο Απολογισμός και Ισολογισμός εισάγονται προς ψήφιση στο Διοικητικό Συμβούλιο και υποβάλλονται για έγκριση στο Υπουργείο Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μέχρις τις 31 Μαΐου του ίδιου έτους Αρχεία Διαχειρίσεως άρθρου, η αίτηση μπορεί να υποβληθεί από τα μέλη της οικογένειάς του που δικαιούνται σύνταξη λόγω του θανάτου του σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος καταστατικού. Η εισφορά για την εξαγορά του χρόνου που ορίζεται από τις διατάξεις των περιπτ. στ και θ της παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου, υπολογίζεται στις αποδοχές που έπαιρνε ο ασφαλισμένος την ημέρα του θανάτου του. Η εξόφληση του ποσού εξαγοράς γίνεται σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις των προηγουμένων παραγράφων του παρόντος άρθρου. Η εισφορά για την εξαγορά του χρόνου που ορίζεται από τις διατάξεις των περιπτ. ε, ζ, η της παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου, είναι αυτή που καθορίζεται από τις διατάξεις που προβλέπουν την αναγνώριση των χρόνων αυτών όπως ισχύουν κάθε φορά.</p>\n<p class=\"lf-p\">Δικαιούμενοι σύνταξη λόγω γήρατος</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-42\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.42</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Ι.Οι ασφαλισμένοι στο Ταμείο δικαιούνται σύνταξη λόγω γήρατος: α)Αν αποχωρήσουν με οποιοδήποτε τρόπο από την Υπηρεσία της Τράπεζας, μετά την συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους οι άνδρες και του 57ου οι γυναίκες και έχουν χρόνο ασφάλισης 20 ετών, από τον οποίο 15 έτη πραγματικό. β)Οι άνδρες αν αποχωρήσουν με οποιοδήποτε τρόπο από την Υπηρεσία της Τράπεζας μετά τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους και έχουν χρόνο ασφάλισης 25 ετών από τον οποίο 20 έτη πραγματικό. Σελ. 758(α) Τεύχος ΙΑ-4-Ι Σελ. 88 γ)Οι γυναίκες αν αποχωρήσουν με οποιοδήποτε τρόπο από την υπηρεσία της Τράπεζας και έχουν χρόνο πραγματικής ασφάλισης 25 ετών. Οι έγγαμες ή οι χήρες με ανήλικα τέκνα, ή οι διαζευγμένες με ανήλικα τέκνα, αν αποχωρήσουν με οποιοδήποτε τρόπο από την Υπηρεσία της Τράπεζας μετά τη συμπλήρωση του 45ου έτους της ηλικίας τους και έχουν χρόνο πραγματικής ασφάλισης 20 ετών. δ)Αν απολυθούν από την Υπηρεσία της Τράπεζας, λόγω κατάργησης θέσεως, ή από άλλους λόγους και έχουν χρόνο πραγματικής ασφάλισης 20 ετών Η παραίτηση λόγω υποβιβασμού κατά βαθμό, επειδή έγινε μεταβολή στην οργανική θέση του προσωπικού, εξομοιώνεται με την απόλυση λόγω κατάργησης θέσεως. Αν η απόλυση οφείλεται σε καταδίκη για αξιόποινη πράξη σε βαθμό κακουργήματος, ή κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη ή πλαστογραφία, απιστία σε βαθμό πλημμελήματος σε βάρος του Ταμείου ή της Τράπεζας, ο απολυόμενος γι αυτούς τους λόγους δεν δικαιούται σύνταξη. Στην περίπτωση αυτή αν ο ασφαλισμένος έχει 25 έτη πραγματικής ασφάλισης και ηλικία 55 ετών απονέμεται σύνταξη στα δικαιούχα, σύμφωνα με το παρόν μέλη της οικογένειάς του κατά τα ποσοστά τα οποία αυτά δικαιούνται. ε)Οι άνδρες αν αποχωρήσουν με οποιοδήποτε τρόπο από την Υπηρεσία της Τράπεζας και έχουν χρόνο ασφάλισης 30 ετών από τον οποίο 25 έτη πραγματικό. 39.Θ.δ.15 Ταμείο Ασφαλ.Προσ/κού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας(ΤΑΠ-ΙΛΤ) 129 2.Σε περίπτωση αποχώρησης από την Υπηρεσία της Τράπεζας ασφαλισμένου, που έχει όλες τις προβλεπόμενες από την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεις, για την απόκτηση δικαιώματος σύνταξης, εκτός από εκείνη του ορίου ηλικίας, η σύνταξη απονέμεται μετά τη συμπλήρωση του απαιτούμενου ορίου ηλικίας, υπό τη προϋπόθεση ότι ο χρόνος αυτός δεν υπολογίσθηκε ή δεν θα υπολογισθεί για την απονομή σύνταξης από το Δημόσιο ή άλλο οργανισμό κύριας ασφάλισης. 3.Ως χρόνος ασφάλισης νοείται ο χρόνος που ορίζεται στο άρθρ. 40 του Καταστατικού. «4.Οι ασφαλισμένοι του άρθρ. 3 παρ. 1γ, σε περίπτωση μη επανεκλογής μη επαναδιορισμού ή παραίτησής τους δικαιούνται σύνταξη εφ’ όσον έχουν συμπληρωμένη υπηρεσία 15 ετών σε Ελληνική ή αλλοδαπή Τράπεζα που λειτουργεί στην Ελλάδα, από την οποία, υπηρεσία τουλάχιστον 10 ετών να έχει παρασχεθεί στην Ελλάδα και να περιλαμβάνεται σ’ αυτήν (την 10ετή) τουλάχιστον 4ετής στην ΙονικήΛαϊκή Τράπεζα με την παραπάνω ιδιότητα, με αντίστοιχη πραγματική ασφάλιση στο ΤΑΠΙΛΤ. Να έχουν δε 10ετή χρόνο συνολικής ασφάλισης στο ΤΑΠΙΛΤ. Ως χρόνος ασφάλισης αποκλειστικά και μόνον νοείται ο χρόνος που ορίζεται στο άρθρ. 40 παρ. 2 περιπτ. α΄ και στ΄». Η μέσα σε «» παρ. 4 προστέθηκε από την παρ. 5 της Φ. 48/1201/17 Απρ.-27 Μαΐου 1988 (ΦΕΚ Β΄ 318) απ.</p>\n<p class=\"lf-p\">Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «5.Για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης των οδηγών αυτοκινήτων της Τράπεζας απαιτείται και η κατάθεση στην Υπηρεσία της επαγγελματικής άδειας ικανότητας οδηγού αυτοκινήτου. Σε περίπτωση αφαίρεσης της άδειας απαιτείται η υποβολή αντιγράφου της σχετικής απόφασης της αρμόδιας αρχής και σε περίπτωση απώλειας, βεβαίωση της αρμόδιας αρχής ότι δηλώθηκε η απώλεια και δεν υποβλήθηκε αίτηση για έκδοση νέας άδειας». Η παρ. 5 προστέθηκε από την παρ. 1 της Φ.48/272/9-22 Απρ. 1993 (ΦΕΚ Β΄ 276) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Δικαιούμενοι σύνταξη λόγω αναπηρίας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-43\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.43</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου δικαιούνται σύνταξη λόγω αναπηρίας: α)Αν απομακρυνθούν από την Υπηρεσία της Τράπεζας διότι έγιναν ανάπηροι κατά την έννοια της επόμενης παραγράφου και έχουν χρόνο πραγματικής ασφάλισης 10 ετών. β)Αν απομακρυνθούν από την Υπηρεσία της Τράπεζας, ανεξάρτητα με το χρόνο ασφάλισής τους, εφόσον έγιναν ανίκανοι για εργασία από βίαιο συμβάν που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξαιτίας της εργασίας (εργατικό ατύχημα). Αν η αναπηρία οφείλεται σε βίαιο συμβάν που δεν επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξαιτίας της εργασίας (εκτός εργασίας ατύχημα),ο ασφαλισμένος δικαιούται σύνταξη εφόσον έχει χρόνο πραγματικής ασφάλισης 3 ετών. 2.Ο ασφαλισμένος θεωρείται ανάπηρος για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου αν λόγω πάθησης ή βλάβης ή εξασθένησης σωματικής ή πνευματικής είναι ανίκανος για την εκτέλεση της εργασίας του. 3.Η διαπίστωση της αναπηρίας γίνεται από τις αρμόδιες Υγειονομικές Επιτροπές σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 17 του Καταστατικού Η σύνταξη λόγω αναπηρίας χορηγείται για όσο χρόνο καθορίζεται από τις Υγειονομικές Επιτροπές και πάντως για διάστημα που δεν πρέπει να είναι μικρότερο των έξι μηνών. 4.Η αναπηρία θεωρείται οριστική και ο ανάπηρος δεν υπόκειται σε επανεξέταση όταν συμπληρώσει το 50ο έτος της ηλικίας του. «5.Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρ. 42 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξη λόγω αναπηρίας». Η παρ. 5 προστέθηκε από την παρ. 2 της Φ.48/272/9-22 Απρ. 1993 (ΦΕΚ Β΄ 276) απ. Υπ. Υγείας Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Δικαιούμενοι σύνταξη λόγω θανάτου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-44\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.44</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Ι.Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου του Ταμείου λόγω αναπηρίας ή γήρατος, καθώς και στην περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου του Ταμείου, ο οποίος έχει χρόνο πραγματικής ασφάλισης δέκα ετών, ή χρόνο πραγματικής ασφάλισης τριών ετών, αν ο θάνατος προήλθε από βίαιο συμβάν, το οποίο όμως δεν επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξαιτίας της εργασίας (εκτός υπηρεσίας ατύχημα) ή ανεξάρτητα από το χρόνο ασφάλισης αν ο θάνατος προήλθε από βίαιο συμβάν που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξαιτίας της εργασίας (εργατικό ατύχημα), δικαιούνται σύνταξη σύμφωνα με τις παρακάτω διατάξεις: α)Η χήρα ή ο άπορος και ανάπηρος χήρος του οποίου η συντήρηση βάρυνε κυρίως τη θανούσα. Τυχόν οφειλόμενα ποσά από την (Αντί για τη σελ. 758,01) Σελ. 758,01(α) Τεύχος 1204-Σελ. 7 Ταμείο Ασφαλ.Προσ/κού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας(ΤΑΠ-ΙΛΤ) 39.Θ.δ.15 130 αναγνώριση γάμου παρακρατούνται από τη σύνταξη που θα απονεμηθεί Στις περιπτώσεις που η αναγνώριση δεν έγινε πριν από το θάνατο μπορεί να γίνει μετά από αυτόν, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και το ποσό της αναγνώρισης καθορίζεται με βάση τον τελευταίο μισθό του θανόντος. β)Τα νόμιμα τέκνα, αυτά που νομιμοποιήθηκαν, αυτά που αναγνωρίσθηκαν και υιοθετήθηκαν, εφόσον, η υιοθεσία πραγματοποιήθηκε πριν από τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας και ένα τουλάχιστον έτος πριν από το θάνατο, ή τη χορήγηση της σύνταξης στο θετό πατέρα και τα οποία δεν λαμβάνουν για οποιοδήποτε λόγω σύνταξη από το Ταμείο, σε περίπτωση δε θανάτου ασφαλισμένης ή συνταξιούχου γυναίκας και τα φυσικά τέκνα αυτής εφόσον δεν έχουν συμπληρώσει τα όρια ηλικίας που ορίζονται στο άρθρ. 52. «γ)Τα ορφανά από πατέρα και μητέρα, κατά τον χρόνο του θανάτου του ασφαλισμένου ή του συνταξιούχου, εγγόνια, προγόνοι και αδέλφια, εφόσον η συντήρηση όλων αυτών βάρυνε κυρίως τον θανόντα (ή τη θανούσα) και έχουν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρ. 52 παρ. 2 περίπτ. γ». Η περίπτ. γ΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Φ.48/2531/19 Σεπτ.-4 Οκτ. 1988 (ΦΕΚ Β΄ 722) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 826/11-11-88). δ)Οι γονείς, αν η συντήρησή τους βάρυνε κυρίως το θανόντα (ή τη θανούσα). «ε)Οι κόρες αποβιώσαντος ασφαλισμένου ή συνταξιούχου οι οποίες έχουν διαζευχθεί με υπαιτιότητα του συζύγου ή με κοινή υπαιτιότητα καθώς και εκείνες για τις οποίες η δίκη του διαζυγίου διακόπηκε βίαια επειδή πέθανε ο σύζυγος, με την προϋπόθεση ότι η διάζευξη αφορά λύση πρώτου γάμου όχι όμως και επομένων και έχουν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο αριθ. 52 παρ. 2 περίπτ. γ΄.</p>\n<p class=\"lf-p\">Η πληρωμή της σύνταξης που αναγνωρίζεται σύμφωνα με τα ανωτέρω, αρχίζει από την πρώτη του μήνα κατά τον οποίο εκδόθηκε η σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου για τη συνταξιοδότηση». Η περιπτ. ε΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Φ.48/2531/19 Σεπτ.-4 Οκτ. 1988 (ΦΕΚ Β΄ 722) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 826/11-11-88). Σελ. 758,02(α) Τεύχος 1204-Σελ. 8 2.Η χήρα (χήρος) δε δικαιούνται σύνταξη: α)Αν ο θάνατος του συζύγου (της συζύγου) επήλθε πριν από τη συμπλήρωση έξι μηνών από την τέλεση του γάμου, εκτός: αα)Αν ο θάνατος οφείλεται σε ατύχημα εργατικό ή μη εργατικό ή σε οξεία λοιμώδη νόσο. ββ)Αν υφισταμένου του γάμου γεννήθηκε ή με το γάμο νομιμοποιήθηκε τέκνο. γγ)Αν η χήρα κατά το χρόνο του θανάτου τελεί σε κατάσταση εγκυμοσύνης. β)Αν ο θανών (θανούσα) ελάμβανε κατά την τέλεση του γάμου σύνταξη αναπηρίας ή γήρατος και ο θάνατος επήλθε πριν από τη συμπλήρωση 24 μηνών από την τέλεση του γάμου, εκτός αν και στην περίπτωση αυτή συντρέχει κάποιος λόγος από τους αναφερόμενους παραπάνω με τα στοιχ.αα,ββ και γγ. 39.Θ.δ.15 Ταμείο Ασφαλ.Προσ/κού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας(ΤΑΠ-ΙΛΤ) 131 Συντάξιμος μισθός-Καθορισμός του ποσού της συντάξεως λόγω αναπηρίας και γήρατος</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-45\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.45</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">«1.Το ποσό της μηνιαίας σύνταξης για χρόνο ασφάλισης 35 ετών δεν μπορεί να υπερβαίνει το 80% των συνταξίμων αποδοχών που ελάμβανε ο ασφαλισμένος κατά την έξοδό του από την υπηρεσία. Ως συντάξιμες αποδοχές νοούνται αποκλειστικά και μόνο: α)Ο βασικός μισθός. Ως βασικός μισθός νοείται το ποσό στο οποίο υπολογίζονται κάθε μήνα τα ποσοστιαία επιδόματα του σφαλισμένου. Σε καμιά όμως περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί βασικός μισθός ανώτερος κατά ποσό του αντίστοιχου βασικού μισθού του Διευθυντή, που καθορίζεται κάθε φορά από τη σχετική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας». Οι μέσα στα «» διατάξεις αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 1 της Φ.48/968/30 Ιουν.-8 Ιουλ. 1993 (ΦΕΚ Β΄ 503) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 628/18-8-1993) απ Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. β.Το επίδομα εθνικής αντίστασης. γ.Η προσαύξηση της συλλογικής σύμβασης εργασίας (ΦΕΚ 633/14-10.81 τεύχ. Β΄ παρ. 5 εδάφ. γ΄). δ.Το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας. ε.Το επιστημονικό επίδομα. στ.Το επίδομα βαθμού. ζ.Η χορηγούμενη κάθε φορά ειδικά στους νυκτοφύλακες νόμιμη προσαύξηση (επί του βασικού μισθού τους, πλέον προεξοφλήσεως προσαυξήσεωςπριμ- και προσαυξήσεως λόγω ευδόκιμης παραμονής στον ίδιο βαθμό) λόγω νυκτερινής εργασίας, εφόσον ο ασφαλισμένος την ελάμβανε οπωσδήποτε ολόκληρη την τελευταία 5ετία πριν την αποχώρησή του από την υπηρεσία. η.αα.Ειδικά για την καθαρίστρια, η οποία τον τελευταίο μήνα πριν από την έξοδό της από την υπηρεσία, μισθοδοτείται με αποδοχές μειωμένης απασχόλησης, σαν βασικός μισθός για τον υπολογισμό της σύνταξης, λαμβάνεται ο βασικός μισθός του αμέσως μεγαλύτερου μισθολογικού κλιμακίου του προσωπικού καθαριότητας πλήρους απασχόλησης, ο οποίος προσεγγίζει στο βασικό μισθό του τελευταίου μισθολογικού μήνα πριν από την έξοδό της από την υπηρεσία. ββ.Για την καθαρίστρια, η οποία, τον τελευταίο μήνα πριν από την έξοδό της από την υπηρεσία, έλαβε αποδοχές πλήρους απασχόλησης αλλά κατά την τελευταία 3ετία της ασφάλισής της στο Ταμείο, υπήρξε χρονική περίοδος κατά την οποία αμοιβόταν με αποδοχές μειωμένης απασχόλησης, τότε, σαν βασικός μισθός για τον υπολογισμό της σύνταξης, λαμβάνεται ο βασικός μισθός του αμέσως μεγαλύτερου μισθολογικού κλιμακίου στον οποίο προσεγγίζει ο μέσος όρος των βασικών μισθών της τελευταίας 3ετίας, αναπροσαρμοσμένων όπως ισχύουν κατά το χρόνο απονομής της σύνταξης.</p>\n<p class=\"lf-p\">Τα πιο πάνω δεν ισχύουν για τις περιπτώσεις συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας και θανάτου για τις οποίες λαμβάνεται υπόψη ο βασικός του τελευταίου μισθολογικού μήνα. γγ.Ο βασικός μισθός που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της σύνταξης των καθαριστριών σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος από τον βασικό μισθό του πρώτου μισθολογικού κλιμακίου του προσωπικού καθαριότητας. Όλα τα παραπάνω ποσά και ποσοστά προσαυξήσεων και επιδομάτων, υπολογίζονται σύμφωνα με αυτά που ισχύουν κάθε φορά και που προβλέπονται από τον Οργανισμό Προσωπικού και καταβάλλονται από την Τράπεζα. Δεν νοούνται και σε καμιά περίπτωση δεν είναι δυνατό να συμπεριληφθούν στις συντάξιμες αποδοχές σύμφωνα με τα παραπάνω, τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, τα επιδόματα αδείας και Ισολογισμού, καθώς και όλες οι άλλες παροχές που χορηγούνται ή θα χορηγηθούν από την Τράπεζα στους ασφαλισμένους που βρίσκονται σε ενεργό υπηρεσία».</p>\n<p class=\"lf-p\">Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 3 της Φ.48/1870/5-15 Νοεμ. 1990 (ΦΕΚ Β΄ 720), (Διόρθ. Σφάλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 786/13 Δεκ. 1990) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.Το ποσοστό για τον καθορισμό της συντάξεως υπολογίζονται σε 2,2857% των παραπάνω συντάξιμων αποδοχών για κάθε έτος ασφάλισης μέχρι και του 35ου έτους συμπεριλαμβανομένου, οπότε συμπληρώνεται ποσοστό 80% των συνταξίμων αποδοχών, πέραν του οποίου δεν γίνεται καμμία προσαύξηση στο παραπάνω ποσοστό. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης από την ισχύ του Νόμ. 1232/1982 και εφεξής. Κατ’ εξαίρεση στους ασφαλισμένους του άρθρ. 3 παρ. 1γ που θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με βάση τις διατάξεις του άρθρ. 42, παρ.4 περίπτ. α, απονέμεται σύνταξη με βάση το μισθολόγιο διευθυντή (παρ. 1α του παρόντος) και το ανώτατο χορηγούμενο ποσοστό σύνταξης και επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας, όπως ισχύουν κάθε φορά.</p>\n<p class=\"lf-p\">Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται όσα αναφέρονται παραπάνω». Οι παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 6 της Φ./48/1201/17 Απρ.-27 Μαΐου 1988 (ΦΕΚ Β΄ 318) απ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «3.α)Το ποσό της σύνταξης όπως προκύπτει από τις παρ. 1 και 2 του παρόντος και όπως αυτό διαμορφώνεται με τις χορηγούμενες κάθε φορά αυξήσεις, αυξάνεται με τα οικογενειακά επιδόματα συζύγου και τέκνων ως εξής: (Αντί για τη σελ. 759(β) Σελ. 759(γ) Τεύχος 1204-Σελ. 9 Ταμείο Ασφαλ.Προσ/κού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας(ΤΑΠ-ΙΛΤ) 39.Θ.δ.15 132 Στον καθένα από ίδιο δικαίωμα έγγαμο συνταξιούχο χορηγείται οικογενειακό επίδομα συζύγου που καθορίζεται σε ποσοστό 10%. Το επίδομα συζύγου διακόπτεται σε περίπτωση λύσεως του γάμου ή θανάτου του συζύγου.</p>\n<p class=\"lf-p\">Στον καθένα από ίδιο δικαίωμα συνταξιούχο που έχει άγαμο τέκνο χορηγείται οικογενειακό επίδομα τέκνου που ορίζεται σε ποσοστό 5% για κάθε τέκνο. Το επίδομα τέκνου διακόπτεται σε περίπτωση θανάτου ή ενηλικίωσης του τέκνου ή σε περίπτωση άσκησης οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος. Αν τα τέκνα σπουδάζουν σε ανώτατες ή ανώτερες αναγνωρισμένες από το Κράτος σχολές του εσωτερικού ή αντίστοιχες σχολές του εξωτερικού το επίδομα τέκνων παύει να χορηγείται με τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους. Όταν πρόκειται για τέκνα που κρίνονται ανίκανα για κάθε εργασία με απόφαση της οικείας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ το δικαίωμα λήψεως οικογενειακού επιδόματος παρατείνεται και μετά την ενηλικίωση του τέκνου εφόσον διαρκεί η ανικανότητα και εφόσον δεν δικαιούται σύνταξη από τη δική τους εργασία. «β.Ειδικά στους χήρους, άγαμους ή διαζευγμένους γονείς χορηγείται επί πλέον 10% επίδομα τέκνου (για ένα ή περισσότερα παιδιά) με τους ίδιους πιο πάνω όρους και προϋποθέσεις, εφόσον τα τέκνα δεν δικαιούνται σύνταξη ή διατροφή από τον άλλο γονέα και προκειμένου για διαζευγμένους συνταξιούχους εφόσον έχουν την επιμέλεια των τέκνων τους με δικαστική απόφαση». Το πρώτο εδάφιο τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Φ.48/990/6-26 Μαΐου 1992 (ΦΕΚ Β΄ 341) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 405/22-6-1992) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Το επίδομα τούτο δεν χορηγείται για ανάπηρα παιδιά που λαμβάνουν από το Ταμείο μηνιαίο βοήθημα τύπου σύνταξης λόγω της αναπηρίας τους, εξαιρουμένου του μηνιαίου βοηθήματος της παρ. 8 του άρθρ. 37 του παρόντος Καταστατικού. γ)Το ποσό των οικογενειακών επιδομάτων της παρ. α, που χορηγεί το Ταμείο στους συνταξιούχους για σύζυγο και κάθε παιδί δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το γινόμενο του ποσοστού καθορισμού σύνταξης επί του ελαχίστου ποσού που καταβάλλει κάθε φορά η Τράπεζα για την ίδια αιτία στους εν ενεργεία υπαλλήλους. 4.Το άθροισμα του ποσού της σύνταξης και των οικογενειακών επιδομάτων αυξάνεται με τη χορηγούμενη κάθε φορά Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (ΑΤΑ) και μέχρι 31.12.90.</p>\n<p class=\"lf-p\">Το ποσό της εκάστοτε καταβαλλόμενης σύνταξης μετά των οικογενειακών επιδομάτων και της ΑΤΑ δεν μπορεί να είναι ανώτερο από το ποσό της Σελ. 760(γ) Τεύχος 1204-Σελ. 10 ανώτατης σύνταξης που ορίζεται από τις διατάξεις της παρ. 6 του παρόντος άρθρου, όπως ισχύει κάθε φορά». Οι παρ. 3 και 4 προστέθηκαν από το τελευταίο εδάφιο παρ. 2 άρθρ. 3 της Φ.48/1870/5-15 Νοεμ. 1990 (ΦΕΚ Β΄ 720), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 786/13 Δεκ. 1990) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «5.Η σύνταξη προσδιορίζεται βάσει των συνταξίμων αποδοχών, όπως αυτές καθορίζονται από τις διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων του τελευταίου μισθοδοτικού μήνα προ της εξόδου του ασφαλισμένου από την υπηρεσία. Στην περίπτωση που ασφαλισμένος προαχθεί με δικαστική απόφαση μετά την έξοδό του από την υπηρεσία η αρχική σύνταξή του υπολογίζεται με βάση τις συντάξιμες αποδοχές του νέου βασικού μισθού ο οποίος προκύπτει από τη δικαστική απόφαση.</p>\n<p class=\"lf-p\">Η καταβολή των αναδρομικών από την αιτία αυτή στο δικαιούχο υπόκειται στον περιορισμό του άρθρ. 54 παρ. 3 του καταστατικού και εφόσον αποδοθεί από τον εργοδότη το σύνολο των εισφορών από τη μισθολογική διαφορά του ασφαλισμένου». Η παρ. 5 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Φ.48/968/30 Ιουν.-8 Ιουλ. 1993 (ΦΕΚ Β΄ 503) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 628/18-8-1993) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 6(4).Το ποσό της σύνταξης που καταβάλλεται από το Ταμείο δεν μπορεί να είναι ανώτερο του ποσού των 105.000 δρχ. από 1.5.1985 μέχρι 31.12. 1985 και των 110.000δρχ. από 1.1.1986 μέχρι 31. 12.1986. Το ποσό της ανώτατης σύνταξης μπορεί να αυξάνεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ύστερα από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου.</p>\n<p class=\"lf-p\">Επίσης το ποσό της σύνταξης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το μισό του ποσού του κλιμακίου ΙΙ χωρίς κανένα επίδομα, ούτε και μικρότερο του κατώτατου ορίου συντάξεως του ΙΚΑ όπως αυτό ισχύει κάθε φορά. 7(5).Το ποσό των συντάξεων που καταβάλλονται από το Ταμείο στους συνταξιούχους λόγω αναπηρίας, προσαυξάνεται κατά 50%, εφόσον ο ανάπηρος βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση που απαιτεί συνεχή επίβλεψη περιποίηση και συμπαράσταση άλλου προσώπου (απόλυτη αναπηρία). Με το προτελευταίο εδάφιο παρ. 2 άρθρ. 3 της Φ. 48/1870/5-15 Νοεμ. 1990 (ΦΕΚ Β΄ 720), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 786/13 Δεκ. 1990) απόφ. Υπ. Υγείας Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων οι παρ. 3, 4 και 5 αναριθμήθηκαν σε παρ. 5, 6 και 7. 39.Θ.δ.15 Ταμείο Ασφαλ.Προσ/κού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας(ΤΑΠ-ΙΛΤ) 133 Ποσό συντάξεων Μελών Οικογενείας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-46\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.46</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Το ποσό της συντάξεως που δικαιούται η χήρα( χήρος), ισούται με το 60% του ποσού της συντάξεως θανόντος (θανούσης) που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρ. 45,το οποίο δεν μπορεί σε καμμία περίπτωση να υπερβεί μαζί με τα τέκνα το ανώτατο όριο συντάξεως του θανόντος (θανούσης) που ισχύει κάθε φορά. «2.Το ποσό της σύνταξης που δικαιούται κάθε τέκνο, ισούται με το 20% του ποσού της σύνταξης του θανόντος (θανούσης). Όταν πρόκειται για ανήλικο τέκνο ορφανό και από τους δύο γονείς με το 60%. Σε περίπτωση που το ορφανό και από τους δύο γονείς τέκνο σπουδάζει σε ανώτερη ή ανώτατη μεταλυκειακή σχολή ανεγνωρισμένη από το Κράτος εξακολουθεί να λαμβάνει το ποσοστό 60% και μετά την ενηλικίωσή του και μέχρι τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας του Τα ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία, ορφανά και από τους δύο γονείς τέκνα, λαμβάνουν το ποσοστό 60% για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η ανικανότητά τους. Όταν πρόκειται για ανήλικο τέκνο, ορφανό από τον ένα γονέα και ο εν ζωή γονέας δεν δικαιούται ή δεν λαμβάνει τη σύνταξη του θανόντος (θανούσης) το ποσό της σύνταξης που δικαιούται, ισούται με το 40% της σύνταξης του θανόντος (θανούσης). Εφόσον δεν σπουδάζει σε ανώτερη ή ανώτατη μεταλυκειακή σχολή αναγνωρισμένη από το Κράτος, εξακολουθεί να λαμβάνει το ποσοστό 40% μέχρι τη συμπλήρωση του 24 έτους της ηλικίας. Τα ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία τέκνα, ορφανά από τον ένα γονέα για όσο χρόνο ο εν ζωή γονέας δεν δικαιούται ή δεν λαμβάνει τη σύνταξη του θανόντος (θανούσης), λαμβάνουν ποσοστό 50% της σύνταξης του θανόντος (θανούσης), για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η ανικανότητά τους με την προϋπόθεση ότι η ανικανότητα επήλθε προν την ενηλικίωση.</p>\n<p class=\"lf-p\">Το σύνολο πάντως των συντάξεων χήρας (χήρου) και τέκνων, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της σύνταξης του θανόντος (θανούσης) και όταν δεν υπάρχει χήρα (χήρος) δικαιούμενη σύνταξης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το 80% του αναφερομένου ποσού. Αν το σύνολο των συντάξεων υπερβαίνει τα όρια του προηγούμενου εδαφίου, η σύνταξη του κάθε δικαιούχου μειώνεται ανάλογα». Η μέσα σε « » παρ. 2 τροποποιήθηκε ως άνω από την με αριθμ. Φ.48/2405/12-19 Ιαν. 1996, (ΦΕΚ Β΄ 35) απόφ. Υπ. Εργ. και Κοιν. Ασφαλίσεων (Διορθ. σφαλμ. στα ΦΕΚ Β 118 της 28 Φεβρ. 1996 και ΦΕΚ Β΄ 251 της 11 Απρ. 1996). 3.Τα πρόσωπα που ορίζονται από τις διατάξεις των περιπτ. γ και δ της παρ. 1 του άρθρου 44 δικαιούνται σύνταξη αν δεν υπάρχουν χήρα (χήρος) ή τέκνα που να τη δικαιούνται, ή αν υπάρχουν, με την ικανοποίηση των δικαιωμάτων τους για σύνταξη, δεν εξαντλείται το ποσό της συντάξεως του θανόντος (θανούσης).</p>\n<p class=\"lf-p\">Το ποσόν της συντάξεως για το καθένα από τα πρόσωπα αυτά ισούται με το 20% της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) της δε χήρας μητέρας ισούται με το 40% της ίδιας συντάξεως χωρίς όμως το σύνολο των συντάξεων των παραπάνω προσώπων να μπορεί να υπερβαίνει στη μεν πρώτη περίπτωση το ποσό της συντάξεως του θανόντος (θανούσης), στη δε δεύτερη το ποσό που απομένει από την αναφερόμενη σύνταξη μετά την ικανοποίηση του δικαιώματος συντάξεως της χήρας (χήρου) ή των τέκνων. Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ανάλογα και για τις περιπτώσεις της παραγράφου αυτής. Κάθε μεταβολή του αριθμού των δικαιούχων που προέρχεται από γάμο, ενηλικίωση των αδελφών, ή ορφανών ή από θάνατο, επιφέρει αναπροσαρμογή της συντάξεως των υπόλοιπων δικαιούχων μέσα στα καθοριζόμενα ποσοστά συντάξεως του καθένα από αυτούς. 4.Ως σύνταξη του θανόντος (θανούσης) για τον υπολογισμό των ποσοστών των συντάξεων των μελών οικογένειας που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, λογίζεται το ποσό της συντάξεως, που λαμβάνει ο θανών (θανούσα) συνταξιούχος λόγω αναπηρίας ή γήρατος ή το ποσό που θα ελάμβανε ο θανών ασφαλισμένος αν κατά την ημέρα του θανάτου του γινόταν συνταξιούχος λόγω αναπηρίας ή γήρατος χωρίς να συνυπολογίζονται τα επιδόματα οικογενειακών βαρών και απόλυτης αναπηρίας.</p>\n<p class=\"lf-p\">Συρροή Συντάξεων ΄Αρθρ.47.-Ο συνταξιούχος που δικαιούται περισσότερες από μία συντάξεις του Ταμείου είτε ως άμεσα ασφαλισμένος είτε ως δικαιοδόχος, λαμβάνει την προσωπική σύνταξη και ποσοστό της άλλης σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του προηγούμενου άρθρου, με τον περιορισμό ότι το σύνολό τους δεν θα υπερβαίνει το ανώτατο όριο συντάξεως που χορηγείται κάθε φορά σύμφωνα με το άρθρ. 45 του παρόντος Καταστατικού. Αν όμως σύμφωνα με το παραπάνω συνταξιούχος είναι χήρα με ανήλικα τέκνα, το σύνολο των συντάξεων που λαμβάνονται δεν θα υπερβαίνει το χορηγούμενο κάθε φορά ανώτατο όριο συντάξεως, αυξημένο κατά 15%. (Αντί για τη σελ. 760,001) Σελ. 760,001(α) Τεύχος 1324 Σελ. 31 Ταμείο Ασφαλ.Προσ/κού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας(ΤΑΠ-ΙΛΤ) 39.Θ.δ.15 134 39.Θ.δ.15 Ταμείο Ασφαλ.Προσ/κού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας(ΤΑΠ-ΙΛΤ) 135 Αναπροσαρμογή συντάξεων-Αναστολή αναπροσαρμογής</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-48\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.48</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Μετά από κάθε μεταβολή του μισθολογίου των εν ενεργεία υπαλλήλων της Τράπεζας το οποίο αποτελεί τη βάση υπολογισμού των συντάξεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 45 γίνεται αναπροσαρμογή όλων των συντάξεων από την ίδια ημερομηνία που μεταβλήθηκε το μισθολόγιο των εν ενεργεία υπαλλήλων, εφόσον αυτή συμπίπτει με την πρώτη του μήνα, διαφορετικά από την πρώτη του επόμενου μήνα. 2.Στην περίπτωση κατά την οποία το Διοικητικό Συμβούλιο κρίνει ότι δεν υπάρχει οικονομική δυνατότητα για την αναπροσαρμογή των συντάξεων σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, μπορεί να αναστείλει την αναπροσαρμογή τους μέχρις ότου κρίνει ότι έχουν επιτευχθεί οι οικονομικές προϋποθέσεις για την παροχή αυξημένων συντάξεων, οπότε προβαίνει στην αναπροσαρμογή τους, καθορίζοντας και το χρόνο από τον οποίο θα ισχύει η αναπροσαρμογή «Για τη λήψη της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου για την αναστολή της αναπροσαρμογής των συντάξεων απαιτείται πλειοψηφία τουλάχιστον των 5/9 των μελών του Δ.Σ.». Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 4 της Φ.48/1870/5-15 Νοεμ. 1990 (ΦΕΚ Β΄ 720), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 786/13 Δεκ. 1990) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Ασφαλισμένοι που εξέρχονται από την υπηρεσία πριν την αναπροσαρμογή των συντάξεων σύμφωνα με τα παραπάνω, λαμβάνουν σύνταξη όχι με βάση μισθολόγιο που ισχύει κατά το χρόνο της εξόδου τους, αλλά με βάση το μισθολόγιο που αποτελεί τη βάση υπολογισμού των συντάξεων για τους ασφαλισμένους που έχουν εξέλθει από την υπηρεσία πριν από αυτούς.</p>\n<p class=\"lf-p\">Διαπίστωση αναπηρίας</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-49\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.49</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η διαπίστωση της αναπηρίας και γενικά της ανικανότητας προς εργασία για την απόκτηση δικαιώματος σε σύνταξη, ενεργείται από την Υγειονομική Επιτροπή του Ταμείου η οποία αποτελείται: α)Από τον Επόπτη γιατρό του Ταμείου ή το νομικό αναπληρωτή του και β)Από δύο γιατρούς κύρους, που ορίζονται από το Δ.Σ. και από τους οποίους ο ένας πρέπει να έχει την ειδικότητα της παθήσεως αυτού που ζητάει τη σύνταξη. «Σε περίπτωση που η συγκρότηση ή η λειτουργία της παραπάνω Υγειονομικής Επιτροπής δεν είναι δυνατή, το Δ.Σ. του ταμείου μπορεί ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Διοικητή του ΙΚΑ, να αναθέτει την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής αυτής στις κατά τόπους Α/θμιες Υγειονομικές Επιτροπές και σε περίπτωση προσφυγής στις Β/θμιες Επιτροπές του ΙΚΑ»</p>\n<p class=\"lf-p\">Το μέσα στα « » άνω εδάφιο προστέθηκε από την Φ.48/3217/24 Δεκ. 1992-22 Ιαν. 1993 (ΦΕΚ Β΄ 16) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.Κατά της γνωμοδοτήσεως της Υγειονομικής Επιτροπής του Ταμείου, επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής από αυτόν που ζητάει την απονομή της συντάξεως και από το Ταμείο ενώπιον της δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ, εφαρμοζομένων ανάλογα των σχετικών διατάξεων της νομοθεσίας του ΙΚΑ ως προς τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί, την προθεσμία υποβολής των προσφυγών κ.λπ. Η σχετική δαπάνη βαρύνει το Ταμείο το οποίο καταβάλλει στο ΙΚΑ και τις δαπάνες εξετάσεων των ασφαλισμένων. Διαδικασία απονομής συντάξεως</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-50\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.50</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Οι συντάξεις απονέμονται από το Δ.Σ. του Ταμείου, μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων ή των νομίμων πληρεξουσίων τους. Με απόφαση του Δ.Σ. καθορίζονται τα πιστοποιητικά και τα υπόλοιπα δικαιολογητικά τα οποία έχει υποχρέωση να υποβάλλει ο ασφαλισμένος στο Ταμείο για την απονομή συντάξεως. 2.Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου, εφόσον τα δικαιολογητικά που επισυνάπτονται στην αίτηση είναι πλήρη έχει την υποχρέωση μέσα σε 2 μήνες το αργότερο από την υποβολή της αιτήσεως, να εκδόσει την απόφασή του. Σε περίπτωση κατά την οποία η υποβολή των απαιτούμενων δικαιολογητικών πραγματοποιηθεί σε χρόνο μεταγενέστερο από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως περί απονομής συντάξεως, ή σύμφωνα με τα παραπάνω προθεσμία αρχίζει από την υποβολή του τελευταίου πιστοποιητικού Τρόπος και χρόνος καταβολής της συντάξεως</p>\n<h4 class=\"lf-art\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.8</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Ως προς το χρόνο διατηρήσεως στο Ταμείο, του διοικητικού, διαχειριστικού και ασφαλιστικού αρχείου, εφαρμόζονται οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας. Προληπτικός και κατασταλτικός έλεγχος</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-51\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.51</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Οι συντάξεις καταβάλλονται στην αρχή κάθε μήνα με βάση τα συνταξιοδοτικά βιβλιάρια του Ταμείου, ο τύπος των οποίων ορίζεται από το Δ.Σ. Έναρξη και λήξη δικαιώματος στη σύνταξη</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-52\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.52</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Το δικαίωμα στη σύνταξη αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον κατά το οποίο επήλθε η αναπηρία ή ο θάνατος ή κατά τον οποίο αποχώρησε ο ασφαλισμένος από την υπηρεσία και εφόσον παύσουν να καταβάλλονται από την Τράπεζα στον αποχωρήσαντα, ή στους κληρονόμους του θανόντος, οι αποδοχές εν ενεργεία υπαλλήλου. 2.Το δικαίωμα στη σύνταξη λήγει: α)Για σύνταξη λόγω αναπηρίας, εφόσον πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις του άρθρ. 43 του παρόντος καταστατικού (ανικανότητα για την εκτέλεση των καθηκόντων του από τον συνταξιούχο). β)Για σύνταξη λόγω γήρατος, με το θάνατο του συνταξιούχου. (Αντί για τη σελ. 760,01(β) Σελ. 760,01(γ) Τεύχος 1204-Σελ. 11 Ταμείο Ασφαλ.Προσ/κού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας(ΤΑΠ-ΙΛΤ) 39.Θ.δ.15 136 «γ.Για σύνταξη τέκνων, εγγονών, αδελφών και προγόνων, με τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους ή αν σπουδάζουν σε ανώτερες ή ανώτατες μεταλυκειακές σχολές ανεγνωρισμένες από το Κράτος, με τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους και πριν από τα όρια αυτά με την τέλεση γάμου ή με το θάνατό τους Τα παραπάνω όρια ηλικίας: «αα)Δεν ισχύουν για τέκνα, εγγονούς ή προγονούς, ανίκανα, λόγω πάθησης, για κάθε βιοποριστική εργασία, εφόσον η ανικανότητα επήλθε πριν από την συμπλήρωση των πιο πάνω ορίων ηλικίας. Ο περιορισμός της μη τέλεσης γάμου δεν ισχύει γι’ αυτή την κατηγορία συνταξιούχων». Η υποπεριπτ. αα΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Φ.48/990/6-26 Μαΐου 1992 (ΦΕΚ Β΄ 341) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 405/22-6-1992) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. ββ)Εφόσον όμως από τη διακοπή της συνταξιοδότησής τους μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους, εξακολουθούν να παραμένουν οι μεν αδελφές άγαμες, οι δε θυγατέρες άγαμες ή διαζευγμένες, η συνταξιοδότηση που είχε διακοπεί ξαναρχίζει με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους, εφόσον δεν εργάζονται ή δε λαμβάνουν σύνταξη από άλλη πηγή, που να υπερβαίνει το κατώτατο όριο σύνταξης που χορηγεί το ταμείο στην κατηγορία αυτή προσώπων.</p>\n<p class=\"lf-p\">Το αυτό εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις που τα παραπάνω πρόσωπα δεν είχαν δικαίωμα σύνταξης επειδή ο θάνατος του δικαιούχου είχε επέλθει μετά από τη συμπλήρωση του 18ου ή του 24ου έτους της ηλικίας τους». Η περίπτ. γ΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 4 της Φ.48/2531/19 Σεπτ.-4 Οκτ. 1988 (ΦΕΚ Β΄ 722) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 826/11-11-88). δ)Για τη σύνταξη χήρας, ή με την τέλεση νέου γάμου ή με το θάνατό της. ε)Για σύνταξη γονέων με το θάνατό τους. Σε περίπτωση που ασφαλισμένος ή συνταξιούχος κηρυχθεί σε αφάνεια με δικαστική απόφαση, το δικαίωμα των οικογενειών τους για την απόληψη περιοδικής συντάξεως και πληρωμή της αρχίζει από την πρώτη του μήνα που ακολουθεί, την τελευταία στιγμή του κινδύνου του αφάντου, ή την τελευταία είδηση για τον άφαντο, σύμφωνα με τα όσα ειδικότερα ορίζονται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα σχετικά με την αφάνεια.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σελ. 760,02(γ) Τεύχος 1204-Σελ. 12 Εκπτώσεις-Στερήσεις-Αναστολές</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-53\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.53</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Εκπίπτει από το δικαίωμα προς απόληψη σύνταξης όποιος καταστεί ανάπηρος από πρόσθετη ή από πλημμέλημα ή κακούργημα που διαπράχθηκε από αυτόν, εφόσον διαπιστωθεί η ενοχή του με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, για αδικήματα που ορίζονται από τις διατάξεις της περίπτ. δ της παρ. 1 του άρθρ .42 του παρόντος. Αν όμως υπάρχουν πρόσωπα από τα αναφερόμενα στο άρθρ.44, αυτά δικαιούνται σύνταξη την οποία θα εδικαιούντο σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου, από τον οποίο έλκουν το δικαίωμα. 2.Το δικαίωμα στη σύνταξη μελών οικογενέιας χάνεται: α)Αν αυτά καταδικασθούν με απόφαση ποινικού δικαστηρίου για πράξη συνέπεια της οποίας υπήρξε ο θάνατος του ασφαλισμένου, από τον οποίο έλκουν το δικαίωμα. 2.Το δικαίωμα στη σύνταξη μελών οικογένειας χάνεται: α)Αν αυτά καταδικασθούν με απόφαση ποινικού δικαστηρίου για πράξη συνέπεια της οποίας υπήρξε ο θάνατος του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου. β)Όσο αφορά στη χήρα, σύζυγο ή μητέρα, αν αυτή εκπέσει της επιτροπείας των τέκνων της για αισχρή διαγωγή. 3.Η καταβολή των συντάξεων που χορηγεί το Ταμείο αναστέλλεται: α)Εφόσον ο συνταξιούχος εκτίει ποινή στερητική της ελευθερίας του μεγαλύτερη της πενταετίας Αν όμως υπάρχουν πρόσωπα, τα οποία σε περίπτωση θανάτου του συνταξιούχου θα είχαν το δικαίωμα στη σύνταξη, καταβάλλεται στα πρόσωπα αυτό το ποσό της σύνταξης το οποίο θα έπρεπε να τους απονεμηθεί στην περίπτωση του θανάτου του συνταξιούχου. β)Εφόσον ο συνταξιούχος αναλάβει και πάλι η εργασία ή υπηρεσία που θεμελιώνει υποχρέωση ασφάλισης του στο Ταμείου. Επίσης αναστέλλεται το δικαίωμα για απόληψη σύνταξης των μελών της οικογένειας του θανόντος συνταξιούχου (δικαιοδόχων) τα οποία αναφέρονται στο άρθρ. 44 παρ. Ι, περπτ. β, γ, δ και ε του παρόντος, εφόσον αυτά αναλάβουν εργασία ή υπηρεσία, που θεμελιώνει υποχρέωση ασφάλισής τους στο Ταμείο. 39.Θ.δ.15 Ταμείο Ασφαλ.Προσ/κού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας(ΤΑΠ-ΙΛΤ) 137 «γ.Εφόσον οι συνταξιούχοι που εξήλθαν πριν από τη συμπλήρωση 35 ετών ασφάλισης και τα μέλη οικογενείας που αναφέρονται στο εδάφ. α΄ της παρ. 1 του άρθρ. 44, αναλάβουν μισθωτή εργασία ή ασκήσουν ελεύθερο επάγγελμα και τα έσοδά τους από την πιο πάνω απασχόληση υπερβαίνουν το 50% του ανωτάτου ορίου σύνταξης που ισχύει κάθε φορά.</p>\n<p class=\"lf-p\">Εξαιρούνται όσοι απολύθηκαν λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας. Στις περιπτώσεις αυτές περικόπτεται από τη σύνταξη του συνταξιούχου ή των μελών της οικογενείας το ποσό κατά το οποίο τα έσοδά τους υπερβαίνουν το 50% της ανώτατης σύνταξης. Πλέον των ανωτέρω ειδικά όταν πρόκειται για δικηγόρους, γιατρούς και μηχανικούς που εξήλθαν με οποιαδήποτε αιτία πριν από τη συμπλήρωση 35 ετών διαδοχικής ασφάλισης και συνταξιοδοτήθηκαν από το Ταμείο χρησιμοποιώντας συντάξιμο χρόνο ασφάλισης και από άλλο ασφαλιστικό φορέα και συνεχίζουν μετά τη συνταξιοδότησή τους από το Ταμείο να ασφαλίζονται στο φορέα αυτό, τότε αναστέλλεται η καταβολή της σύνταξής τους για όσο χρόνο θα διαρκεί η ασφάλισή τους». Η περίπτ. γ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 5 της Φ.48/1870/5-15 Νοεμ. 1990 (ΦΕΚ Β΄ 720), (Διορθ.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 786/13 Δεκ. 1990) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. δ.Εφόσον τα μέλη οικογένειας, τα οποία αναφέρονται στα εδάφ. β, γ, δ και με της παρ. 1 του άρθρ. 44, αναλάβουν εργασία σε άλλον εργοδότη ή ασκήσουν ελεύθερο επάγγελμα ή έχουν εισόδημα από οποιαδήποτε άλλη πηγή και κερδίζουν ή εισοδεύουν από αυτά, κατά μέσο όρο τον μήνα, ποσό μεγαλύτερο από την κατώτατη σύνταξη που χορηγεί το ταμείο στην κατηγορία τους. Στις περιπτώσεις αυτές αναστέλλεται η καταβολή των συντάξεων που χορηγεί το ταμείο στα μέλη της οικογένειας. Η αναστολή αυτή διαρκεί όσο χρόνο τα μέλη της οικογένειας κερδίζουν ή εισοδεύουν το προαναφερόμενο ποσό. Οι διατάξεις της παραπάνω περίπτωσης εφαρμόζονται και για τους συνταξιούχους στους οποίους το ταμείο χορηγεί σύνταξη λόγω καταγγελίας της σύμβασης από την εργοδότιδα τράπεζα, για σπουδαίο λόγο».</p>\n<p class=\"lf-p\">Οι περιπτ. γ΄ και δ΄ τροποποιήθηκαν ως άνω από την παρ. 5 της Φ.48/2531/19 Σεπτ.-4 Οκτ. 1988 (ΦΕΚ Β΄ 722) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 826/11-11-88). 4.Τα δικαιολογητικά τα οποία απαιτούνται για εξακρίβωση των αποδοχών των εργαζομένων συνταξιούχων, που ορίζονται από τις διατάξεις των περιπτ. γ΄ και δ΄ της προηγούμενης παραγράφου, καθορίζονται κάθε έτος από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου. Παραγραφή</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-54\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.54</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Το δικαίωμα στη σύνταξη είναι απαράγραπτο. 2.Απαιτητές δόσεις σύνταξης που δεν έχουν εισπραχθεί μέσα σε ένα έτος από την ημέρα από την οποία έγιναν απαιτητές, παραγράφονται. 3.Σε καμμία περίπτωση δεν χορηγείται σύνταξη αναδρομικά για χρόνο μεγαλύτερο των έξι μηνών από τη χρονολογία κατά την οποία υποβλήθηκε στο Ταμείο η αίτηση για την απονομή σύνταξης. 4.Οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, περί αναστολής και διακοπής βραχυπρόθεσμων παραγραφών, εφαρμόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις αυτές. Εκχώρηση-Κατάσχεση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-55\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.55</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Οι συντάξεις που χορηγεί το Ταμείο δεν εκχωρούνται, ούτε κατάσχονται. 2.Εξαιρετικά επιτρέπεται η κατάσχεση μέχρι Ι/4 του ποσού της σύνταξης λόγω διατροφής συζύγου κατιόντων ή ανιόντων. 3.Συμψηφισμός με τις συντάξεις που χορηγούνται από το Ταμείο επιτρέπεται μόνο για απόσβεση οφειλών των δικαιούχων προς το Ταμείο. Ο συμψηφισμός παρόμοιων απαιτήσεων του Ταμείου με τη σύνταξη ενεργείται σε δόσεις που ορίζονται από το Δ.Σ. και οι οποίες δεν είναι δυνατό να υπερβούν το 1/3 της σύνταξης. Υποχρεώσεις Συνταξιούχων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-56\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.56</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Κάθε συνταξιούχος έχει την υποχρέωση να γνωστοποιεί στο Ταμείο, το αργότερο μέσα σε ένα τρίμηνο, κάθε μεταβολή που επέρχεται στην προσωπική οικογενειακή του κατάσταση η οποία επιφέρει μείωση ή διακοπή της συντάξεως. 2.Όποιος δε γνωστοποιεί έγκαιρα τη μεταβολή αυτή είναι δυνατό να στερηθεί τη σύνταξη, για ένα τρίμηνο, με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου και είναι υποχρεωμένος να επιστρέφει τα ποσά που έλαβε επιπλέον αχρεωστήτως. Περίθαλψη σε Άσυλο ΄Αρθρ.57.-1.Το Ταμείο μπορεί να παρέχει στους συνταξιούχους του περίθαλψη σε κατάστημα περιθάλψεως αναπήρων ή γερόντων, ορφανοτροφεία ή άλλα ευαγή ιδρύματα: α)Με αίτηση των ίδιων των συνταξιούχων ή του επιτρόπου, του κηδεμόνα ή τού αντιλήπτορα αυτών. β)Με αίτηση της Αστυνομικής Αρχής του τόπου διαμονής των συνταξιούχων εφόσον πρόκειται για τοξικομανείς ή συνηθισμένους σε μέθη ή γιαυτούς που πάσχουν από ακίνδυνες ψυχικές ή λοιμώδεις παθήσεις (Αντί για τη σελ. 760,03(α) Σελ. 760,03(β) Τεύχος 1085-Σελ. 65 Ταμείο Ασφαλ.Προσ/κού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας(ΤΑΠ-ΙΛΤ) 39.Θ.δ.15 138 2.Το ποσό της σύνταξης των συνταξιούχων που περιθάλπονται ή θεραπεύονται σύμφωνα με τα παραπάνω μειώνεται στο ένα τέταρτο μεν εάν αυτοί βαρύνονται με τη συντήρηση μελών οικογενείας, όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρ. 44 και τα υπόλοιπα τρία τέταρτα καταβάλλονται στα ίδια τα μέλη της οικογενείας στο μισό δε σε αντίθετη περίπτωση. 3.Αν με υπαιτιότητα του συνταξιούχου ή του επιτρόπου ή του κηδεμόνα ή του αντιλήπτορα αυτού, δεν είναι δυνατή η χορήγηση ή η συνέχιση της περιθάλψεως από την οποία πιθανόν να γινόταν άρση της αναπηρίας, μπορεί το Ταμείο να του στερήσει ολόκληρη τη σύνταξη ή τη μισή για χρόνο όχι μικρότερο του έτους. 4.Με γενική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου ορίζονται τα σχετικά με την εκτέλεση του παρόντος άρθρου.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ Κλάδος Πρόνοιας ΄Αρθρ.58.-Σκοπός του Κλάδου Πρόνοιας είναι η χορήγηση, των αναφερομένων στα άρθρ. 59-69 του παρόντος, χρηματικών παροχών, στους ασφαλισμένους στον Κλάδο αυτό και στα κατά το άρθρ. 50, μέλη οικογενείας των ασφαλισμένων, που πεθαίνουν, σύμφωνα με αυτά που ειδικότερα ορίζονται παρακάτω. Ασφαλιζόμενα Πρόσωπα</p>\n<h4 class=\"lf-art\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.9</span><span class=\"lf-art-t\">Ο προληπτικός και κατασταλτικός έλεγχος της διαχειρίσεως του Ταμείου ασκούνται σύμφωνα με τα όσα ορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία. Εισπράξεις</span></h4>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-59\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.59</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Στην ασφάλιση του Κλάδου Πρόνοιας υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια τα πρόσωπα που ασφαλίζονται στο Ταμείο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 3 του παρόντος καταστατικού. «Από την ασφάλιση του κλάδου Πρόνοιας εξαιρούνται τα μέλη της Διοίκησης του άρθρ. 3 παρ. 1γ». Το μέσα στα « » τελευταίο εδάφιο προστέθηκε από την παρ. Α(1) της Φ.48/118/20 Φεβρ. – 8 Μαρτ. 1989 (ΦΕΚ Β΄ 168) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων και Εμπορίου, (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 228/30-3-89). Μητρώο</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-60\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.60</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Για κάθε ασφαλισμένο τηρείται ιδιαίτερη μερίδα σε ειδικό βιβλίο Μητρώου Κλάδου Πρόνοιας, στην οποία καταχωρείται κάθε στοιχείο που αφορά τον ασφαλισμένο σε σχέση με τον Κλάδο Πρόνοιας. Ο τύπος του βιβλίου Μητρώου και τα στοιχεία που υποβάλλονται από τους ασφαλισμένους και τη Τράπεζα για την τήρηση και ενημέρωσή του, ορίζονται με απόφαση του Δ.Σ. Για ουσιώδεις τροποποιήσεις, ή διορθώσεις στοιχείων που ήδη έχουν καταχωρηθεί στο βιβλίο Μητρώου, απαιτείται προηγούμενη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Σελ. 760,04(β) Τεύχος 1085-Σελ. 66 Όλα τα σχετικά με τον ασφαλισμένο έγγραφα, φυλάσσονται στον ειδικό φάκελλο του ασφαλισμένου. Πόροι</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-61\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.61</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Πόροι του Κλάδου Πρόνοιας είναι: α)Τακτική μηνιαία εισφορά των ασφαλισμένων ίση με ποσοστό 3% του συνόλου των πάσης φύσεως μηνιαίων αποδοχών τους. β)Τακτική συνεισφορά της Ιονικής-Λαϊκής Τράπεζας Ελλάδος ίση με ποσοστό 3% του συνόλου των πάσης φύσεως μηνιαίων αποδοχών κάθε ασφαλισμένου. γ)Οι εισφορές των ασφαλισμένων που αποχωρούν από την υπηρεσία της Τράπεζας για τις οποίες δεν υπάρχει δικαίωμα για επιστροφή. δ)Οι τόκοι και γενικά οι πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλης περιουσίας του Κλάδου Πρόνοιας. ε)Οι κτήσεις του Κλάδου Πρόνοιας από δωρεές, κληροδοτήματα και κάθε άλλη χαριστική αιτία. 2.Ως αποδοχές για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου νοούνται οι τακτικές αποδοχές που καταβάλλονται κάθε μήνα, ανεξάρτητα από το ύψος τους, έστω και αν είναι ανώτερες από αυτές που ορίζονται από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις και Υπουργικές αποφάσεις Επίσης ως αποδοχές, νοούνται, τα προβλεπόμενα από τον Εσωτερικό Οργανισμό της Τράπεζας, ή μεταγενέστερα θεσπιζόμενα, πάσης φύσεως επιδόματα και οι υπόλοιπες παροχές περιλαμβανομένων δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, επιδομάτων άδειας, υπερωριών, επιδόματος θέσεως, βαθμού, ισολογισμού, επιστημονικού επιδόματος, μηχανών κ.λπ. με εξαίρεση μόνο, τα ενοίκια που τυχόν καταβάλλονται από την Τράπεζα, τα οδοιπορικά έξοδα καθώς και το Ταμειακό επίδομα. 3.Για τον τρόπο και το χρόνο καταβολής των εισφορών και συνεισφορών, που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, τις συνέπειες από τη μη έγκαιρη καταβολή αυτών, την αναγκαστική είσπραξή τους κλπ. εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρ. 12 του παρόντος. 4.Οι πάσης φύσεως πόροι του Κλάδου Πρόνοιας κατατίθενται σε ειδικό έντοκο λογαριασμό του Κλάδου αυτού στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα Ελλάδας. 39.Θ.δ.15 Ταμείο Ασφαλ.Προσ/κού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας(ΤΑΠ-ΙΛΤ) 139 Προϋποθέσεις Παροχής Βοηθήματος</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-62\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.62</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">«1.Όποιος αποχωρεί για οποιοδήποτε λόγο από την υπηρεσία της Τράπεζας μετά τη συμπλήρωση 10 ετών ασφάλισης στον Κλάδο Πρόνοιας και μέχρι τη συμπλήρωση 25 ετών, δικαιούται βοήθημα ίσο με το 80% του μηνιαίου μισθού, για κάθε έτος ασφάλισης. Μετά τα 25 έτη ασφάλισης και μέχρι τη συμπλήρωση 35 ετών, το βοήθημα είναι ίσο με ένα(Ι)μηνιαίο μισθό για κάθε έτος, μη δυνάμενο να υπερβεί στο σύνολό του το βοήθημα αυτό, τους 30 μηνιαίους μισθούς». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 της Φ48/204Ι/24-28 Δεκ. 1990 (ΦΕΚ Β΄ 835) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.Όποιος αποχωρεί για οποιοδήποτε λόγο από την Υπηρεσία της Τράπεζας μετά τη συμπλήρωση πέντε ετών ασφάλιση στον Κλάδο Πρόνοιας, δικαιούται να αναλάβει την ατομική του εισφορά χωρίς τόκο. 3.Όποιοι αποχωρούν ή απολύονται από την Υπηρεσία και δεν έχουν συμπληρώσει πέντε ετών ασφάλισης στον Κλάδο Πρόνοιας δε δικαιούνται καμμία παροχή, εκτός από την ανάληψη των ποσών που τυχόν έχουν καταβληθεί για αναγνώριση υπηρεσίας. 4.Όποιος απολυθεί μετά τριετία από την υπαγωγή του στην ασφάλιση του Ταμείου, για λόγους ανικανότητας, σωματικής ή πνευματικής, που διαπιστώνεται σύμφωνα με αυτά που ορίζουν οι οικείες καταστατικές διατάξεις του Κλάδου Συντάξεως και έχει συμπληρώσει δέκα ετών ασφάλιση στον Κλάδο Πρόνοιας, δικαιούται ποσό ίσο με τόσους πλήρεις μισθούς, όσα είναι τα έτη της ασφάλισής τους στον Κλάδο Πρόνοιας. 5.Σε αυτόν που αποχωρεί ή απολύεται από την Υπηρεσία, επειδή έχει καταστεί ανίκανος για εκτέλεση των καθηκόντων του λόγω ατυχήματος που επήλθε από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας ή εξαιτίας αυτής, η παροχή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από δέκα μηνιαίους μισθούς Την παροχή αυτή δικαιούται αυτός που αποχωρεί ή απολύεται έστω και αν δεν έχει συμπληρώσει πέντε έτη στην ασφάλιση του Κλάδου Πρόνοιας. «6.Ως βάση για τον υπολογισμό των βοηθημάτων που χορηγούνται σύμφωνα με τα παραπάνω, λαμβάνεται ο μέσος όρος αποκλειστικά και μόνο των παρακάτω αποδοχών των 2 τελευταίων μηνών, πριν την αποχώρηση του ασφαλισμένου από την υπηρεσία της Τράπεζας: «α)Ο βασικός μισθός. Ως βασικός μισθός νοείται το ποσό στο οποίο υπολογίζονται κάθε μήνα τα ποσοστιαία επιδόματα του ασφαλισμένου. Σε καμιά όμως περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί βασικός μισθός ανώτερος κατά ποσό του αντίστοιχου βασικού μισθού του Διευθυντή της ΙΛΤΕ που καθορίζεται κάθε φορά από τη σχετική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας».</p>\n<p class=\"lf-p\">Η περίπτ. α΄, όπως είχε αντικατασταθεί από την παρ. 1 της Φ.48/1890/11-12-92 (ΦΕΚ Β΄ 740) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ. 3 της Φ.48/968/30 Ιουν.-8 Ιουλ. 1993 (ΦΕΚ Β΄ 503) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 628/18-8-1993) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. β)η προσαύξηση 5% που χορηγήθηκε στις 14.10. 1981. γ)το οικογενειακό επίδομα(συζύγου-τέκνων) δ)το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας ε)το επίδομα ξένης γλώσσας στ)το επιστημονικό επίδομα ζ)το επίδομα βαθμού η)το επίδομα Εθνικής Αντίστασης θ)το επίδομα ισολογισμού που αναλογεί στους δύο παραπάνω τελευταίους μήνες, καθώς και αναλογία των Δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας. ι)η χορηγούμενη κάθε φορά Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή(ΑΤΑ).</p>\n<p class=\"lf-p\">Όταν πρόκειται για καθαρίστρια η οποία αμειβόταν με αποδοχές μειωμένης απασχόλησης, τότε σαν βασικός μισθός για τον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος δεν λαμβάνεται ο βασικός μισθός του κλιμακίου, αλλά το κλάσμα αυτού, όπως το έλαβε από την Τράπεζα. Επίσης όταν πρόκειται για καθαρίστρια η οποία τον τελευταίο μήνα πριν την έξοδό της από την υπηρεσία έλαβε αποδοχές πλήρους απασχόλησης, αλλά κατά την τελευταία 3ετία της ασφάλισής της στο Ταμείο, υπήρξε χρονική περίοδος κατά την οποία αμειβόταν με αποδοχές μειωμένης απασχόλησης, τότε, σαν βασικός μισθός για τον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος, λαμβάνεται ο βασικός μισθός του αμέσως μεγαλυτέρου μισθολογικού κλιμακίου στον οποίο προσεγγίζει ο μέσος όρος των βασικών μισθών που έλαβε η καθαρίστρια την τελευταία 3ετία, αναπροσαρμοσμένων όπως ισχύουν κατά τον χρόνο απονομής του εφάπαξ βοηθήματος.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σε περιπτώσεις αποχώρησης ή απόλυσης από την υπηρεσία πριν τη συμπλήρωση 3ετούς ασφάλισης στον Κλάδο Πρόνοιας, κατά την οποία είναι δυνατή η παροχή εφάπαξ βοηθήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του παρόντος άρθρου, τότε σαν βασικός μισθός κλιμακίου για τον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνεται ο βασικός μισθός του κλιμακίου που έλαβε η καθαρίστρια τους 2 τελευταίους μήνες πριν από την αποχώρησή της από την υπηρεσία, ήτοι, αν ελάμβανε αποδοχές μειωμένης απασχόλησης, θα ληφθεί υπόψη το κλάσμα του βασικού μισθού του κλιμακίου που έλαβε και αν ελάμβανε αποδοχές πλήρους απασχόλησης, θα ληφθεί υπόψη ο βασικός μισθός του κλιμακίου που έλαβε. (Αντί για τη σελ. 760,041(α) Σελ. 760,041(β) Τεύχος 1204-Σελ. 13 Ταμείο Ασφαλ.Προσ/κού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας(ΤΑΠ-ΙΛΤ) 39.Θ.δ.15 140 «Στην περίπτωση κατά την οποία ο ασφαλισμένος την ημέρα της αποχώρησής του κατέχει βαθμό τον οποίο έχει λάβει κατ’ εκλογήν, σαν βάση για τον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνονται οι παραπάνω αποδοχές του βαθμού τον οποίο κατέχει, μόνο εφόσον έχει συμπληρώσει σ’ αυτόν 12 μήνες, διαφορετικά σαν βάση λαμβάνονται οι παραπάνω αποδοχές τις οποίες θα ελάμβανε εάν δεν είχε προαχθεί».</p>\n<p class=\"lf-p\">Το μέσα στα « » τελευταίο εδάφιο τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Φ.48/1890/1124 Δεκ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 740) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «Στην περίπτωση κατά την οποία ασφαλισμένος μετά την έξοδό του από την υπηρεσία προαχθεί με δικαστική απόφαση, η οποία γίνει δεκτή και εφαρμοστεί από την εργοδότρια Ιονική Τράπεζα, το βοήθημα του Κλάδου Πρόνοιας που του χορηγήθηκε, επανυπολογίζεται με βάση τις αποδοχές που προέκυψαν από το νέο βαθμό ή το κλιμάκιο που έλαβε και καταβάλλεται στον ασφαλισμένο τυχόν διαφορά, με την προϋπόθεση ότι η περίπτωση του δεν εμπίπτει στον περιορισμό του προηγούμενου εδαφίου». Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 προστέθηκε από την παρ. 3 της Φ.48/1890/11-24 Δεκ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 740) απ.</p>\n<p class=\"lf-p\">Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Η παρ. 6 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Φ48/2041/24-28 Δεκ. 1990 (ΦΕΚ Β΄ 835) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Σελ. 760,042(β) Τεύχος 1204-Σελ. 14 39.Θ.δ.15 Ταμείο Ασφαλ.Προσ/κού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας(ΤΑΠ-ΙΛΤ) 141 Δικαιοδόχοι</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-63\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.63</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου, δικαιούνται τα βοηθήματα που καθορίζονται στο άρθρ. 62,οι παρακάτω δικαιοδόχοι: α)Η χήρα σύζυγος, ή ο χήρος σύζυγος. β)Τα νόμιμα τέκνα, που αναγνωρίστηκαν, υιοθετήθηκαν (των οποίων η υιοθεσία έγινε δύο τουλάχιστον χρόνια πριν από το θάνατο του ασφαλισμένου) και για ασφαλισμένη τα φυσικά της τέκνα, εφόσον είναι άγαμα και τα μεν αγόρια δεν έχουν υπερβεί το 28ο έτος της ηλικίας τους, τα δε κορίτσια ανεξάρτητα από ηλικία. γ)Οι γονείς, οι εγγονοί και προγονοί του θανόντος εφόσον συγκατοικούσαν και η συντήρησή τους βάρυνε κυρίως τον ασφαλισμένο που πέθανε. Για τους εγγονούς και προγονούς ισχύουν τα όρια ηλικίας που ορίζονται για τα τέκνα σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης περίπτ. β΄ Ο πατέρας, εφόσον είναι ανίκανος να ασκήσει οποιοδήποτε βιοποριστικό επάγγελμα και άπορος ή άπορος και έχει συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του. δ)Οι ανήλικοι και άγαμοι αδερφοί ή αδερφές ανεξάρτητα από ηλικία εφόσον είναι ανίκανοι για άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος και συγκατοικούσαν και η συντήρησή τους βάρυνε κυρίως τον ασφαλισμένο. 2.Το βοήθημα που προβλέπεται με τις διατάξεις του παρόντος όταν πρόκειται για αυτούς που έγιναν ανίκανοι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στην Τράπεζα ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 62 παρ. 4. 3.Βοήθημα δικαιούχων: α)Στη χήρα χωρίς τέκνα το 100%. β)Στο σύζυγο ασφαλισμένης που πέθανε, το ίδιο ποσοστό, εφόσον είναι ανίκανος προς άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος ανεξάρτητα από την ηλικία, ή πέρασε το 65ο έτος της ηλικίας του, διαφορετικά το 75%. γ)Στη χήρα με ένα τέκνο ή και περισσότερα το 100%,το οποίο κατανέμεται μεταξύ της χήρας και των τέκνων σε δύο ίσα μέρη, από τα οποία το ένα ανήκει στη χήρα και το άλλο στα τέκνα που κατανέμεται μεταξύ τους κατά ισομοιρία. δ)Σε τέκνο ορφανό και από τους δύο γονείς το 100% του βοηθήματος, και όταν πρόκειται για περισσότερα κατανέμεται κατά ισομοιρία. ε)Στη χήρα μητέρα συντρέχουσα με χήρα συζύγου και τέκνων το 20% σε περίπτωση δε κατά την οποία εξαντλείται το ανώτερο όριο του βοηθήματος, αυτό μειώνεται ανάλογα. στ)Στη χήρα μητέρα χωρίς χήρα σύζυγο και τέκνα ορφανά το 75% του βοηθήματος του θανόντος. ζ)Στο γονέα, έγγονο, ή προγονό, καθώς και στους αδερφούς και αδερφές, αν δεν υπάρχει χήρα ή χήρος και τέκνα που δικαιούνται βοήθημα, το 70% αυτού και σε περίπτωση περισσότερων μέχρι το 100%, το οποίο κατανέμεται κατά ισομοιρία.</p>\n<p class=\"lf-p\">Αν υπάρχουν, χήρα, χήρος, τέκνα ή χήρα μητέρα που δικαιούνται βοήθημα, τότε οι γονείς, οι εγγονοί ή προγονοί δικαιούνται βοήθημα μόνο εφόσον το βοήθημα των παραπάνω δεν εξαντλεί το 100% του βοηθήματος του ασφαλισμένου και μέχρι τη συμπλήρωση του 100% αυτού. Η χήρα ή ο χήρος δε δικαιούνται βοήθημα αν ο γάμος έλαβε χώρα κατά το τελευταίο έτος, πριν από το θάνατο του ασφαλισμένου, εκτός αν ο θάνατος οφείλεται σε ατύχημα, ή αν υπάρχοντος του γάμου γεννήθηκε, ή με το γάμο νομιμοποιήθηκε τέκνο ή η χήρα κατά το χρόνο του θανάτου τελούσε σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Χρόνος Ασφαλίσεως</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-64\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.64</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Χρόνος ασφαλίσεως με βάση το οποίο θεμελιώνεται το δικαίωμα για τη λήψη των παροχών του Κλάδου Πρόνοιας και προσδιορίζεται το ποσό αυτών είναι: α)Ο χρόνος υπαγωγής στην ασφάλιση του Ταμείου απότ ην ίδρυσή του και εφεξής. β)Ο χρόνος υπαγωγής στην ασφάλιση των Ταμείων που συγχωνεύτηκαν. γ)Ο χρόνος προϋπηρεσίας στην πρώην Ιονική και πρώην Λαϊκή Τράπεζα, που αναγνωρίστηκε από τα συγχωνευόμενα Ταμεία. δ)Ο χρόνος της εφεδρικής στρατιωτικής υπηρεσίας και ο χρόνος της θητείας ως κληρωτού, εφόσον ο δικαιούχος κατά την πρόσκλησή του υπό τα όπλα ήταν ασφαλισμένος στο Ταμείο. ε)Ο χρόνος της άδειας χωρίς αποδοχές σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρ. 40. 2.Ο χρόνος που ορίζεται από τις διατάξεις των περιπτ .δ και ε της προηγούμενης παραγράφου αναγνωρίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου με αίτηση του ασφαλισμένου που υποβάλλεται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από την υπαγωγή στην ασφάλιση ή από την απόλυση από τις τάξεις του στρατού ή από τη λήξη της άδειας Σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου κατά το χρόνο της εφεδρικής θητείας του ή της θητείας του ως κληρωτού ή της άδειας χωρίς αποδοχές, ή μέσα στην προθεσμία για εξαγορά που τάσσεται για την κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές, χωρίς να έχει υποβληθεί σχετική αίτηση τούτου, αυτή μπορεί να υποβληθεί από τους σύμφωνα με το παρόν καταστατικό δικαιοδόχους, μέσα σε έξι μήνες από το θάνατο του ασφαλισμένου. Ως βάση υπολογισμού του ποσού της εξαγοράς λαμβάνεται ο μισθός, τον οποίο λάμβανε ο ασφαλισμένος κατά την ημέρα του θανάτου του, αφού τηρηθούν κατά τα υπόλοιπα οι διατάξεις του παρόντος καταστατικού. Αναγνώριση χρόνου Ασφαλίσεως</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-65\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.65</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου με απόφασή του καθορίζει τα σχετικά δικαιολογητικά καθώς και την προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να υποβληθούν, εφόσον δεν υπάρχουν αυτά στους ατομικούς φακέλλους του Τ.Α.Π.Ι.Λ.Τ (Αντί για τη σελ. 760,05) Σελ. 760,05(α) Τεύχος 1085-Σελ. 69 Ταμείο Ασφαλ.Προσ/κού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας(ΤΑΠ-ΙΛΤ) 39.Θ.δ.15 142 2.Κατά τον υπολογισμό του συνολικού χρόνου ασφάλισης κλάσμα του έτους που είναι ίσο ή υπερβαίνει τις 180 ημέρες λογίζεται ως πλήρες έτος, το δε μικρότερο των 180 ημερών παραλείπεται. Εξαγορά αναγνωριζόμενου χρόνου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-66\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.66</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Ο χρόνος ασφαλίσεως που ορίζεται από τις διατάξεις των περπτ. δ΄ και ε΄ του άρθρ. 64, αναγνωρίζεται με την καταβολή στο Ταμείο, από τον ασφαλισμένο, των εισφορών που αναλογούν στο χρόνο αυτό του ασφαλισμένου και του εργοδότη, που ισχύουν κατά το χρόνο της λήψεως της αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου για την αναγνώρισή του. 2.Ως βάση υπολογισμού για την εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου λαμβάνονται οι αποδοχές του ασφαλισμένου κατά τον χρόνο που αποφασίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο η αναγνώριση και εξαγορά του. 3.Η εξόφληση των εισφορών που οφείλονται γίνεται με μηνιαίες δόσεις των οποίων ο αριθμός δεν μπορεί να υπερβεί τις 60. 4.Η έναρξη της καταβολής των δόσεων για τις οφειλόμενες εισφορές για εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου, καθορίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου, παρακρατούνται δε υποχρεωτικά από την Τράπεζα, με αίτηση του Ταμείου, από τις αποδοχές του ασφαλισμένου και αποδίδονται αμέσως στο Ταμείο. 5.Σε περίπτωση αποχωρήσεως από την υπηρεσία της Τράπεζας, για οποιαδήποτε αιτία, ή θανάτου, του ασφαλισμένου, οι οφειλόμενες εισφορές για αναγνώριση χρόνου ασφαλίσεως καθίστανται ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, συμψηφιζόμενες στο βοήθημα που θα χορηγηθεί από το Ταμείο Εκπτώσεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-67\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.67</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Εκπίπτει από το δικαίωμα προς απόληψη βοηθήματος ο ασφαλισμένος που απολύεται από την υπηρεσία, λόγω κλοπής ή καταχρήσεως σε βάρος της Τράπεζας αφού διαπιστωθεί με τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση. Αν όμως υπάρχουν μέλη οικογένειας από αυτά που αναφέρονται στο άρθρ. 63,τα οποία δικαιούνται το βοήθημα σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου το βοήθημα καταβάλλεται σε αυτά. «Στις περιπτώσεις αυτές η άσκηση της ποινικής αγωγής αναστέλλει την καταβολή του βοηθήματος στον ασφαλισμένο κατά του οποίου στρέφεται οι ποινική αγωγή, αλλά και στα μέλη της οικογενείας του μέχρι την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης». Το μέσα στα « » τρίτο εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 1 της Φ48/204Ι/24-28 Δεκ. 1990 (ΦΕΚ Β΄ 835) απόφ Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Σελ. 760,06(α) Τεύχος 1085-Σελ. 70 2.Εκπίπτουν από το δικαίωμα προς απόληψη βοηθήματος μέλη οικογένειας του ασφαλισμένου που αναφέρονται στο άρθρ. 63, τα οποία καταδικάσθηκαν με απόφαση Ποινικού Δικαστηρίου για πράξη που είχε ως συνέπεια το θάνατο του ασφαλισμένου. Στις περιπτώσεις αυτές, η άσκηση της ποινικής αγωγής αναστέλλει την καταβολή του βοηθήματος που αναλογεί στα μέλη της οικογένειας, κατά των οποίων στρέφεται η ποινική αγωγή, μέχρι την έκδοση της αποφάσεως.</p></div>", "next": 0}