{"html": "<div class=\"lf-doc\"><h4 class=\"lf-art\" id=\"a-44\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.44</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Ο μετατιθέμενος έχει υποχρέωση να υποβάλει αίτηση για την εγγραφή του στο μητρώο του συλλόγου, στον οποίο μετακινείται, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την ημέρα που θα του επιδοθεί το έγγραφο για τη μετάθεσή του. Η αίτηση πρέπει να έχει όλα τα στοιχεία του άρθρ. 29 του παρόντος. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η μετάθεση ανακαλείται αυτεπάγγελτα ή με αίτηση του παραπάνω συλλόγου δικαστικών επιμελητών, εκτός από την περίπτωση ανώτερης βίας, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. 2.Ο σύλλογος στο μητρώο του οποίου εγγράφεται ο μετατιθέμενος, ειδοποιεί εγγράφως μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών από την εγγραφή: α)το σύλλογο από τον οποίο μετατέθηκε ο δικαστικός επιμελητής, β)τον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών, γ)την ομοσπονδία, δικαστικών επιμελητών και δ)το Υπουργείο Δικαιοσύνης, για να προβούν στην ενημέρωση των μητρώων τους. 3.Στην περίπτωση που η μετάθεση δεν συνεπάγεται μεταβολή του συλλόγου, η κατά την παρ. 1 αίτηση υποβάλλεται στο σύλλογο, προς ενημέρωση του μητρώου για την επελθούσα μεταβολή, ο δε σύλλογος ενεργεί σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο. 4.Ο μετατιθέμενος, μόλις του επιδοθεί το έγγραφο της μεταθέσεως, έχει υποχρέωση να παραδώσει το δελτίο της ταυτότητάς του στο σύλλογο που την έχει εκδώσει Το δελτίο αυτό του επιστρέφεται σε περίπτωση που ανακληθεί η μετάθεση.</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-45\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.45</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Τίθεται αυτοδίκαια σε αργία ο δικαστικός επιμελητής, που στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία: α)λόγω προσωρινής κρατήσεως, έστω και αν αντικαταστάθηκε αυτή με περιοριστικούς όρους, β)λόγω καταδίκης του σε ποινή καθείρξεως, έστω και αν προσωρινά διακόπηκε η εκτέλεσή της και γ)λόγω καταδίκης του σε ποινή φυλακίσεως που δεν μετατράπηκε, για όσο χρόνο διαρκεί η εκτέλεσή της, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι της κατά την παρ. 1 του άρθρ. 79 του παρόντος εκπτώσεως από την υπηρεσία. Η θέση σε αργία διαπιστώνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Σελ. 464,34(β) Τεύχος 1381 Σελ. 62 2.Είναι δυνατόν, με απόφαση του οικείου πειθαρχικού συμβουλίου, να τεθεί σε αργία ο δικαστικός επιμελητής κατά του οποίου εκκρεμεί ποινική δίωξη για αδίκημα, το οποίο συνεπάγεται την έκπτωση από το λειτούργημα, εφόσον έχει εκδοθεί έστω και οριστικό παραπεμπτικό βούλευμα Σχετική πρόταση στο πειθαρχικό συμβούλιο μπορούν να απευθύνουν ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ο αρμόδιος εισαγγελέας πρωτοδικών ή ο οικείος σύλλογος δικαστικών επιμελητών. Κατά της αποφάσεως του πειθαρχικού συμβουλίου επιτρέπεται άσκηση εφέσεως κατά τις διατάξεις του άρθρ. 73 του παρόντος. Μετά τη θέση του δικαστικού επιμελητή σε αργία, το πειθαρχικό συμβούλιο συνέρχεται ανά εξάμηνο, μετά από σχετικό ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης, για να αποφασίσει τη συνέχιση ή όχι της αργίας. Αν εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, μη συνεπαγόμενη την έκπτωση του δικαστικού επιμελητή, επανέρχεται αυτός στην ενεργό υπηρεσία αυτοδίκαια. 3.Ο αρμόδιος εισαγγελέας πρωτοδικών, σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων των παρ. 1 και 2 του παρόντος για θέση σε αργία του δικαστικού επιμελητή, αναφέρει σχετικά στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και ενημερώνει τον οικείο σύλλογο δικαστικών επιμελητών. 6.Ζ.β.31 Δικαστικοί Επιμελητές 4.Ο δικαστικός επιμελητής, από τη θέση του σε αυτοδίκαιη αργία ή από την κοινοποίηση της πράξεως για τη θέση του σε αργία, υποχρεούται να παραδώσει χωρίς υπαίτια βραδύτητα το δελτίο ταυτότητάς του στον οικείο σύλλογο και να απέχει από κάθε πράξη ασκήσεως του λειτουργήματός του, μέχρι την επαναφορά του στην ενεργό υπηρεσία, διαφορετικά τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρ. 75 του Ποινικού Κώδικα. 5.Για τη θέση του δικαστικού επιμελητή σε αργία, κατά την παρ. 2, τη συνέχιση αυτής, καθώς και την επαναφορά του στην ενεργό υπηρεσία εκδίδεται απόφαση από τον Υπουργό Δικαιοσύνης. 6.Εάν εκλείψουν οι λόγοι, για τους οποίους τέθηκε σε αυτοδίκαιη αργία, ο δικαστικός επιμελητής επανέρχεται αυτοδίκαια στην ενεργό υπηρεσία με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. 7.Ο εισαγγελέας πρωτοδικών, ο οικείος δικηγορικός σύλλογος, η ομοσπονδία και ο οικείος σύλλογος δικαστικών επιμελητών ενημερώνονται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης για τη θέση σε αργία του δικαστικού επιμελητή, την παράταση αυτής και την επαναφορά του στην ενεργό υπηρεσία.</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-46\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.46</span><span class=\"lf-art-t\">Η αργία και η επαναφορά στην ενεργό υπηρεσία του δικαστικού επιμελητή καταχωρούνται στα οικεία μητρώα</span></h4>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-47\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.47</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Δικαστικός επιμελητής, που απολύθηκε για λόγους υγείας, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρ. 28 του παρόντος, μπορεί να αναδιοριστεί με αίτησή του, εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση, σε ένα από τα πρωτοδικεία που είχε υπηρετήσει, αν η κατά το προεδρικό δ/γμα 611/1977 αρμόδια δευτεροβάθμια επιτροπή γνωματεύσει ότι είναι ικανός να ασκεί τα καθήκοντά του. «Αν δεν υπάρχει κενή οργανική θέση, διορίζεται ως υπεράριθμος και καταλαμβάνει την πρώτη οργανική θέση που θα κενωθεί.» Το μέσα σε «» εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 18 άρθρ. 59 Νόμ. 3160/24-30 Ιουν. 2003 (ΦΕΚ Α΄165) κατωτ. αριθ. 36. 2.Δικαστικός επιμελητής που παραιτήθηκε, μπορεί να αναδιορισθεί με αίτησή του σε ένα από τα πρωτοδικεία που είχε υπηρετήσει, αν υπάρχει κενή οργανική θέση. 3.Ο αναδιορισμός γίνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, εφόσον δεν συντρέχουν τα κωλύματα του άρθρ. 4 του παρόντος, στην περίπτωση δε της προηγούμενης παραγράφου, εφόσον επιπλέον δεν έχουν περάσει τρία χρόνια από την παραίτηση του ενδιαφερομένου και δεν έχει υπερβεί αυτός το πεντηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του «4.Προκειμένου περί δικαστικού επιμελητή ο οποίος έχει παραιτηθεί πριν από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η κατά την προηγούμενη παράγραφο τριετία άρχεται από την ημερομηνία αυτή». Η μέσα σε « » παρ. 4 προστέθηκε από την παρ. 11 του άρθρ. 22 του Νόμ. 2521/1-1 Σεπτ. 1997, (ΦΕΚ Α΄ 174), ανωτ. Τόμ. 6 σελ. 294,747. (Μετά τη σελ. 464,34(β) Σελ. 464,341 Τεύχος 1381 Σελ. 63 Δικαστικοί Επιμελητές 6.Ζ.β.31 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄ Οργανικές θέσεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-48\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.48</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Ο αριθμός των οργανικών θέσεων των δικαστικών επιμελητών καθορίζεται για τις περιφέρειες όλων των πρωτοδικείων το Δεκέμβριο κάθε τριετίας, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μετά από γνώμη του αρμόδιου εισαγγελέα πρωτοδικών και του οικείου συλλόγου δικαστικών επιμελητών. Ο πρώτος κατά τον παρόντα καθορισμός θα γίνει το Δεκέμβριο του τρίτου έτους από την έναρξη της ισχύος του. 2.Αν στην περιφέρεια ενός πρωτοδικείου μειωθεί ο αριθμός των οργανικών θέσεων, οι επιπλέον υπηρετούντες δικαστικοί επιμελητές διατηρούνται στην υπηρεσία ως υπεράριθμοι και καταλαμβάνουν υποχρεωτικά κατά σειρά αρχαιότητας τις με οποιονδήποτε τρόπο κάθε φορά κενούμενες θέσεις, απαγορεύεται δε, μέχρι να εξαντληθεί ο αριθμός τους, να καλυφθούν οι θέσεις αυτές με άλλον τρόπο ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄ Αμοιβές</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-3\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.3</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Το Μάρτιο κάθε έτους ο Υπουργός Δικαιοσύνης με απόφασή του, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στον ημερήσιο τύπο, προκηρύσσει διαγωνισμό, ο οποίος ενεργείται το Μάιο του ίδιου έτους, για την πλήρωση των κενών κατά το χρόνο της προκηρύξεως οργανικών θέσεων της περιφερείας κάθε πρωτοδικείου. Στην απόφαση αυτή καθορίζονται αφενός η ημερομηνία, η ώρα ενάρξεως και η διάρκεια του διαγωνισμού και αφετέρου τα δικαιολογητικά που είναι απαραίτητα: α)για τη συμμετοχή των υποψηφίων στο διαγωνισμό και β)για το διορισμό των επιτυχόντων. 2.Δικαίωμα συμμετοχής στο διαγωνισμό έχει ο υποψήφιος εφόσον: α)έχει συμπληρώσει το εικοστό δεύτερο και δεν έχει υπερβεί το τριακοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του Η συμπλήρωση του ορίου ηλικίας λογίζεται ότι επέρχεται στην 1 Ιανουαρίου του έτους κατά το οποίο συμπληρώνεται το εικοστό δεύτερο και στις 31 Δεκεμβρίου του έτους κατά το οποίο συμπληρώνεται το τριακοστό πέμπτο έτος. Η ηλικία αποδεικνύεται με αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως. Δικαστικές αποφάσεις, που βεβαιώνουν την ηλικία ή διορθώνουν τη ληξιαρχική πράξη ως προς τη χρονολογία γεννήσεως, δεν λαμβάνονται υπόψη. β)έχει τουλάχιστον απολυτήριο λυκείου ή άλλης ισότιμης σχολής ή ισότιμο τίτλο της αλλοδαπής αναγνωρισμένο από το νόμο, γ)έχει συμπληρώσει ετήσια άσκηση σε δικαστικό επιμελητή ή τουλάχιστον εξάμηνη εάν είναι πτυχιούχος νομικού τμήματος ημεδαπού πανεπιστημίου ή ισότιμου αλλοδαπού, σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρ. 6 του παρόντος και δ)δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του τα κωλύματα του επόμενου άρθρου. 6.Ζ.β.31 Δικαστικοί Επιμελητές</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-4\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.4</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Δεν μπορεί να λάβει μέρος στο διαγωνισμό όποιος: α)δεν έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, εκτός αν έχει απαλλαγεί από αυτές νόμιμα ή δεν έχει σύμφωνα με το νόμο τέτοιες. β)έχει στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα με αμετάκλητη απόφαση και για όσο διάστημα διαρκεί η στέρηση. γ)καταδικάστηκε αμετάκλητα σε στερητική της ελευθερίας ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, ψευδή βεβαίωση, απιστία, παράβαση καθήκοντος, ψευδορκία, ψευδή καταμήνυση, δολία χρεωκοπία, δωροδοκία, υπεξαγωγή εγγράφων, παράβαση των νόμων για την προστασία του εθνικού νομίσματος, λαθρεμπορία, ανυποταξία, λιποταξία και παράβαση του νόμου για τα ναρκωτικά, εφόσον τα αδικήματα αυτά διεπράχθησαν μετά τη συμπλήρωση του δεκάτου ογδόου έτους της ηλικίας του. δ)έχει τεθεί αμετάκλητα σε νόμιμη ή δικαστική απαγόρευση ή δικαστική αντίληψη. ε)δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντα του δικαστικού επιμελητή για λόγους υγείας, ύστερα από γνωμάτευση των υγειονομικών επιτροπών του προεδρικού δ/τος 611/1977 και στ)έχει απολυθεί για πειθαρχικό παράπτωμα από θέση δημοσίου, στρατιωτικού και αστυνομικού υπαλλήλου ή υπαλλήλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-49\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.49</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Ο δικαστικός επιμελητής δικαιούται για κάθε ενέργεια να λάβει από τον εντολέα του τη νόμιμη αμοιβή, καθώς και κάθε δαπάνη που απαιτείται για την πραγματοποίηση της εντολής. Περισσότεροι του ενός εντολείς ευθύνονται εις ολόκληρο. Ο δικαστικός επιμελητής δικαιούται να αξιώσει πριν από κάθε ενέργεια προκαταβολή ολόκληρης ή μέρους της αμοιβής του, την απαιτούμενη δαπάνη και την αναγκαία κατά περίπτωση τεχνική συνδρομή για κάθε πράξη</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-50\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.50</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Οι αμοιβές των δικαστικών επιμελητών καθορίζονται κάθε φορά με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-51\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.51</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Για επιδόσεις και λοιπές πράξεις, οι οποίες ενεργούνται από δικαστικό επιμελητή κατόπιν παραγγελίας νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται στην παρ. 6 του άρθρ. 1 του Νόμ. 1256/1982, τραπεζών ελληνικών και ξένων και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί, μετά από πρόταση του οικείου συλλόγου και απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να ορίζεται ότι ποσοστό μέχρι 50% της δικαιούμενης από το δικαστικό επιμελητή αμοιβής παρακρατείται και αποδίδεται στον οικείο σύλλογο δικαστικών επιμελητών, για να γίνει διανομή μεταξύ των μελών του. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται ο τρόπος εισπράξεως και διανομής των παρακρατουμένων, το ποσοστό που θα λαμβάνει ο σύλλογος για την αντιμετώπιση των σχετικών δαπανών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια Η πρόταση του οικείου συλλόγου, για οποιαδήποτε από τα παραπάνω θέματα, γίνεται μετά από απόφαση της γενικής συνελεύσεως, που λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των εγγεγραμμένων μελών, μη υπολογιζομένων αυτών που τελούν σε αργία ή αναστολή. Μερίσματα, που δεν αναζητήθηκαν από τους δικαιούχους μέσα σε έξι μήνες από την έναρξη διανομής, παραγράφονται και περιέρχονται στην περιουσία του συλλόγου.</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-52\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.52</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Ο δικαστικός επιμελητής δικαιούται να προβεί σε επίσχεση των κάθε μορφής εγγράφων, που βρίσκονται στα χέρια του, μέχρι να καταβληθεί η νόμιμη αμοιβή του, καθώς και οι δαπάνες. Το δικαίωμα επισχέσεως ασκείται μόνον εφόσον και κατά την έκταση που ο πίνακας αμοιβών και δαπανών έχει εγκριθεί από τον πρόεδρο του συλλόγου ή τον αναπληρωτή του, που ενεργούν χωρίς υπαίτια βραδύτητα. Η επίσχεση αίρεται με απόφαση του προέδρου πρωτοδικών, ο οποίος μπορεί να εξαρτήσει την άρση της από κατάθεση χρηματικής εγγυήσεως στο ταμείο του οικείου συλλόγου δικαστικών επιμελητών υπέρ του δικαστικού επιμελητή. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η΄ Πειθαρχικές διατάξεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-53\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.53</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Πειθαρχικό αδίκημα του δικαστικού επιμελητή αποτελεί κάθε υπαίτια παράβαση των καθηκόντων του, που μπορεί να του καταλογιστεί. 2.Μεταξύ των πειθαρχικών αδικημάτων περιλαμβάνονται ιδίως: α)η έλλειψη πίστεως στην πατρίδα και το δημοκρατικό πολίτευμα, β)η αδικαιολόγητη άρνηση ή αποφυγή εκτελέσεως της ανατιθέμενης σε αυτόν εντολής, καθώς και η πλημμελής εκτέλεση αυτής, γ)η παράβαση της επιβαλλόμενης εχεμύθειας για γεγονότα και πληροφορίες, των οποίων έχει λάβει γνώση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, δ)η χρησιμοποίηση πληροφοριών που έχει από την εκτέλεση των καθηκόντων του, προκειμένου να αποκομίσει αυτός ή άλλος παράνομο όφελος, ε)κάθε πράξη ή παράλειψη που έγινε από δόλο ή βαρεία αμέλεια και προκάλεσε ακυρότητα, στ)η μη τήρηση των βιβλίων και του αρχείου, που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο και τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις, ζ)η μη εμπρόθεσμη υποβολή της προβλεπόμενης στο άρθρ. 29 του παρόντος δηλώσεως ή η υποβολή ψευδούς δηλώσεως, η)ο αθέμιτος επαγγελματικός ανταγωνισμός, που επιδιώκεται με την είσπραξη αμοιβών μικρότερων από τις οριζόμενες με τις αντίστοιχες υπουργικές αποφάσεις, θ)η μη καταβολή ή η αδικαιολόγητα καθυστερημένη καταβολή των πάσης φύσεως εισφορών και οφειλών προς το σύλλογό του και την ομοσπονδία, καθώς και των εισφορών του προς το ταμείο πρόνοιας δικαστικών επιμελητών, ι)η παράβαση των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρ. 41 του παρόντος, ια)η αναξιοπρεπής διαγωγή στην υπηρεσία και εκτός αυτής και ιβ)κάθε άλλο σχετικό με το λειτούργημά του παράπτωμα, που τελέσθηκε από πρόθεση και κατά τον ποινικό νόμο συνιστά τουλάχιστον πλημμέλημα (Μετά τη σελ. 464,34) Σελ. 464,35 Τεύχος 1218-Σελ. 17 Δικαστικοί Επιμελητές 6.Ζ.β.31 3.Ως ιδιαίτερο πειθαρχικό παράπτωμα τιμωρείται η χρήση βίας, δόλου, απάτης ή άλλης παράνομης πράξεως για την επίτευξη του διορισμού του ως δικαστικού επιμελητή. 4.Περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου αδικήματος, θεωρούνται ως ενιαία πράξη και η βαρύτητά τους λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της ποινής.</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-54\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.54</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Πειθαρχικές ποινές κατά σειρά βαρύτητας είναι: α)η έγγραφη επίπληξη, β)το πρόστιμο, που το ποσό του δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το αντίστοιχο της αμοιβής δέκα επιδόσεων κατά το χρόνο επιβολής της ποινής, ούτε μεγαλύτερο του αντίστοιχου εκατό επιδόσεων, γ)η προσωρινή παύση από δεκαπέντε ημέρες μέχρι πέντε μήνες και δ)η οριστική παύση. 2.Η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσεως μπορεί να επιβληθεί μόνο για τα ακόλουθα πειθαρχικά αδικήματα: α)παραβάσεις που προβλέπονται στις περιπτώσεις α΄, δ’ ι’ και ιβ΄ της παρ. 2 και στην παρ. 3 του άρθρ. 53, καθώς και στο άρθρ. 38 του παρόντος, β)χαρακτηριστικά αναξιοπρεπή ή ανάξια δημόσιου λειτουργού διαγωγή κατά την υπηρεσία ή εκτός αυτής, γ)κάθε πειθαρχικό αδίκημα που μπορεί από τη φύση του να προκαλέσει δημόσιο σκάνδαλο και δ)είσπραξη από το δικαστικό επιμελητή αμοιβών, που είναι ουσιωδώς μεγαλύτερες από τις νόμιμες, καθώς και δαπανών που δεν πραγματοποιήθηκαν ή είναι αδικαιολόγητες, εφόσον οι υπερβάσεις αυτές διαπιστώνονται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-55\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.55</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Οι πειθαρχικές ποινές επιβάλλονται: α)σε πρώτο βαθμό από το πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο που απαρτίζεται από τον πρόεδρο πρωτοδικών της έδρας του συλλόγου δικαστικών επιμελητών, του οποίου είναι μέλος ο κρινόμενος κατά το χρόνο της ασκήσεως της πειθαρχικής αγωγής, ως πρόεδρο, τον εισαγγελέα πρωτοδικών της ίδιας έδρας, νόμιμα αναπληρούμενο, και το γενικό γραμματέα του συλλόγου δικαστικών επιμελητών, ο οποίος με απόφαση του διοικητικού του συμβουλίου αναπληρούται από ένα μέλος του, πλην του προέδρου και αντιπροέδρου και β)σε δεύτερο και τελευταίο βαθμό από το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο, που απαρτιζεται από τους ως εκ της έδρας του οικείου συλλόγου δικαστικών επιμελητών αρμόδιο πρόεδρο εφετών, ως πρόεδρο, τον εισαγγελέα εφετών της ίδιας περιφέρειας, νόμιμα αναπληρούμενο και τον πρόεδρο του συλλόγου δικαστικών επιμελητών, αναπληρούμενο Σελ. 464,36 Τεύχος 1218-Σελ. 18 από τον αντιπρόεδρο Χρέη γραμματέα εκτελεί ένας από τους υπαλλήλους της γραμματείας του πρωτοδικείου ή του εφετείου, αντίστοιχα οριζόμενος από τον προϊστάμενό του.</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-56\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.56</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Η πειθαρχική δίωξη, που έχει αρχίσει, συνεχίζεται και μετά την για οποιονδήποτε λόγο αποβολή της ιδιότητας του δικαστικού επιμελητή με εξαίρεση την περίπτωση θανάτου. Οι επιβαλλόμενες ποινές καταχωρούνται στα οικεία μητρώα και η εκτέλεσή τους, πλην των προστίμων, αναστέλλεται για όσο χρόνο ο τιμωρημένος έχει αποβάλει την ιδιότητα του δικαστικού επιμελητή. Τα επιβληθέντα πρόστιμα εισπράττονται σε βάρος του τιμωρηθέντος όχι όμως και των κληρονόμων του</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-57\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.57</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Κανένας δεν διώκεται δεύτερη φορά για το αυτό πειθαρχικό αδίκημα. 2.Για κάθε πειθαρχικό αδίκημα μία μόνο πειθαρχική ποινή επιβάλλεται. 3.Εάν από τη διάπραξη του πειθαρχικού αδικήματος μέχρι την τελεσίδικη εκδίκασή του ίσχυσαν περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευνοϊκότερες για το διωκόμενο δικαστικό επιμελητή διατάξεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-58\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.58</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Αν υπάρχουν περισσότερα του ενός συνεκδικαζόμενα πειθαρχικά αδικήματα, ύστερα από τον καθορισμό της ποινής για καθένα από αυτά επιβάλλεται μία συνολική ποινή, που αποτελείται από τη βαρύτερη από αυτές που προσδιορίστηκαν, επαυξανόμενη μέχρι το ανώτατο όριό της. Η οριστική παύση, αν είναι η βαρύτερη των καθοριζομένων ποινών, απορροφά τις τυχόν καθοριζόμενες με την ίδια απόφαση ποινές προσωρινής παύσεως και επιβάλλεται ανεξάρτητα από άλλες καθοριζόμενες ποινές, για τις οποίες ισχύει η ρύθμιση του προηγούμενου εδαφίου. 2.Αν πρόκειται να εκτελεστούν ομοειδείς καταδικαστικές αποφάσεις κατά του ιδίου για συρρέοντα πειθαρχικά αδικήματα, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου Αρμόδιο για τον καθορισμό της συνολικής ποινής είναι το πειθαρχικό συμβούλιο που επέβαλε τη βαρύτερη των ομοειδών ποινών. 6.Ζ.β.31 Δικαστικοί Επιμελητές</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-5\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.5</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Τα αναφερόμενα στα προηγούμενα άρθρα προσόντα και κωλύματα πρέπει να υπάρχουν ή να ελλείπουν αντίστοιχα κατά την ημέρα του διαγωνισμού και το διορισμό. Το όριο ηλικίας πρέπει να έχει ο υποψήφιος κατά την ημέρα του διαγωνισμού. Στην περίπτωση της παρ.2 του άρθρ. 2 του παρόντος κρίσιμος χρόνος για μεν τα προσόντα και κωλύματα είναι ο χρόνος υποβολής της αιτήσεως και του διορισμού, για δε την ηλικία ο χρόνος υποβολής της αιτήσεως</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-59\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.59</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Τα πειθαρχικά αδικήματα παραγράφονται τρία χρόνια μετά την τέλεσή τους. 2.Πειθαρχικό αδίκημα, που αποτελεί και ποινικό, δεν παραγράφεται, πριν παρέλθει ο προβλεπόμενος από το νόμο χρόνος παραγραφής του ποινικού αδικήματος. 3.Η προθεσμίας της παραγραφής αναστέλλεται από την κοινοποίηση της πειθαρχικής αγωγής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης καταδικαστικής αποφάσεως, αλλά όχι για διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών. 4.Η παραγραφή πειθαρχικού αδικήματος διακόπτεται, εφόσον τελεσθεί άλλο πειθαρχικό αδίκημα, που αποσκοπεί στην απόκρυψη του πρώτου ή τη ματαίωση της ασκήσεως πειθαρχικής αγωγής γι’ αυτό. 5.Οι πειθαρχικές ποινές, που έχει τελεσίδικα επιβληθεί και έμειναν ανεκτέλεστες, παραγράφονται ύστερα από: α)δέκα χρόνια, η οριστική παύση, β)πέντε χρόνια η προσωρινή παύση και γ) τρία χρόνια κάθε άλλη μικρότερη ποινή. 6.Παραγραφέν πειθαρχικό αδίκημα λαμβάνεται υπόψη ως επιβαρυντική περίπτωση για την επιμέτρηση της ποινής κατά την τιμωρία άλλου πειθαρχικού αδικήματος, που διαπράχθηκε πριν από την παραγραφή εκείνου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-60\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.60</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για αποκλεισμό, εξαίρεση και αποχή των δικαστικών προσώπων εφαρμόζονται και για τα κατά το άρθρ. 55 του παρόντος μέλη των πειθαρχικών συμβουλίων. 2.Αίτηση εξαιρέσεως από το διωκόμενο μόνο μία φορά σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας μπορεί να υποβληθεί. 3.Είναι απαράδεκτη η αίτηση εξαιρέσεως τόσων μελών του πειθαρχικού συμβουλίου, από τα τακτικά ή αναπληρωματικά, ώστε να αποβαίνει αδύνατη η συγκρότησή του</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-61\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.61</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η πειθαρχική δίωξη αρχίζει με την έγερση πειθαρχικής αγωγής και τελειώνει με την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως. 2.Η πειθαρχική αγωγή περιέχει: α)το ονοματεπώνυμο και τα υπηρεσιακά στοιχεία του διωκόμενου και β)ακριβή καθορισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία στοιχειοθετούν το αποδιδόμενο πειθαρχικό αδίκημα και τις διατάξεις που το προβλέπουν. 3.Η πειθαρχική αγωγή απευθύνεται στο πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο και συνοδεύεται από τον πειθαρχικό φάκελο. Αντίγραφο της πειθαρχικής αγωγής αποστέλλεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-62\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.62</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η πειθαρχική αγωγή ασκείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών, ο οποίος μπορεί κατά την κρίση του να διατάξει τη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, κατά την οποία υποχρεωτικά καλείται να δώσει εξηγήσεις εκείνος που φέρεται ότι υπέπεσε στο πειθαρχικό αδίκημα. Η υπόθεση τίθεται στο αρχείο, αν ο εισαγγελέας που παράγγειλε την προκαταρκτική εξέταση κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος εγέρσεως της πειθαρχικής αγωγής. 2.Ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί σε κάθε περίπτωση να παραγγείλει την άσκηση πειθαρχικής αγωγής. 3.Την κατά την παρ. 1 του παρόντος προκαταρκτική εξέταση ο αρμόδιος εισαγγελέας πρωτοδικών μπορεί να αναθέτει και σε πταισματοδίκη ή ειρηνοδίκη. 4.Πειθαρχικά αδικήματα που γίνονται ενώπιον δικαστηρίου ή ανακριτή βεβαιώνονται με έκθεση που αποστέλλεται στον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών και τον οικείο σύλλογο δικαστικών επιμελητών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-63\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.63</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Το διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου δικαστικών επιμελητών μπορεί, αυτεπάγγελτα ή μετά από αναφορά οποιουδήποτε πολίτη, να αναθέσει σε μέλος του την έρευνα για διαπίστωση στοιχείων που δικαιολογούν την ενέργεια προκαταρτικής εξετάσεως, μετά το πέρας της οποίας ο φάκελος της σχετικής έρευνας διαβιβάζεται στον αρμόδιο εισαγγελέα. Αν μέλος του διοικητικού συμβουλίου ενήργησε τέτοια έρευνα αποκλείεται να συμμετάσχει στο πειθαρχικό συμβούλιο, που θα κρίνει την υπόθεση αυτή</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-64\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.64</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Εκείνος, που ενεργεί την προκαταρκτική εξέταση ή την κατά το προηγούμενο άρθρο έρευνα, μπορεί να εξετάζει μάρτυρες ενόρκως ή ανωμοτί και να ζητά έγγραφα από κάθε αρχή, καλεί δε το δικαστικό επιμελητή να δώσει εγγράφως εξηγήσεις και συντάσσει σχετική έκθεση, η οποία υποβάλλεται στον αρμόδιο εισαγγελέα. 2.Αν ο μάρτυρας που καλείται για εξέταση διαμένει σε άλλη περιφέρεια, μπορεί εκείνος που έχει αναλάβει την προκαταρκτική εξέταση ή την έρευνα να απευθυνθεί στον κατά τόπο αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών, ο οποίος και αναθέτει την εξέταση του μάρτυρα σε αρμόδιο πταισματοδίκη ή ειρηνοδίκη</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-65\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.65</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Ο αρμόδιος εισαγγελέας πρωτοδικών επιδίδει στο διωκόμενο την πειθαρχική αγωγή, που απευθύνεται στο πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο, ο πρόεδρος του οποίου ορίζει ένα από τα μέλη του ως εισηγητή. Η σχετική πράξη επιδίδεται στο διωκόμενο και ο εισηγητής καλεί αυτόν σε απολογία. Στην κλήση τάσσεται προθεσμία δέκα ημερών. Η απολογία είναι πάντοτε έγγραφη και εγχειρίζεται στον εισηγητή. 2.Ο διωκόμενος μπορεί πριν από την απολογία του να λαμβάνει γνώση όλων των εγγράφων της πειθαρχικής δικογραφίας, να παίρνει αντίγραφα αυτών, να υποβάλει μαζί με την απολογία του τα έγγραφα υπερασπίσεώς του και να προτείνει μάρτυρες για εξέταση, όχι περισσότερους από τρεις, οι οποίοι εξετάζονται ενόρκως από τον εισηγητή κατά τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας Μπορεί επίσης να ζητήσει από αυτόν να προσαχθούν κρίσιμα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που βρίσκονται σε οποιαδήποτε αρχή, υποχρεούται δε ο τελευταίος στην προσαγωγή τους, εφόσον τα κρίνει ουσιώδη. (Μετά τη σελ. 464,36) Σελ. 464,37 Τεύχος 1218-Σελ. 19 Δικαστικοί Επιμελητές 6.Ζ.β.31 3.Μετά την απολογία του διωκόμενου και την εξέταση των μαρτύρων που προτάθηκαν ή αφού περάσει άπρακτη η προθεσμία για την απολογία του, η αγωγή εισάγεται στο πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο. 4.Η προδικασία είναι μυστική.</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-66\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.66</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Αν ο δικαστικός επιμελητής δεν έχει δηλώσει κατά το τελευταίο έτος τη διεύθυνση της κατοικίας ή του γραφείου του, σύμφωνα με το άρθρ. 29 του παρόντος, ή έχει δηλώσει ψευδή διεύθυνση, κάθε προς αυτόν επίδοση της πειθαρχικής διαδικασίας μπορεί να γίνει στο γραμματέα του οικείου πρωτοδικείου ως αντίκλητό του</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-67\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.67</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η πειθαρχική δίκη είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική. 2.Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική, μπορεί όμως το οικείο πειθαρχικό συμβούλιο με απόφασή του να αναστείλει την πειθαρχική δίκη μέχρι να περατωθεί η ποινική. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος της παραγραφής του πειθαρχικού αδικήματος δεν συμπληρώνεται πριν περάσει έτος από την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου. 3.Τα πραγματικά περιστατικά, που βεβαιώνονται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, λαμβάνονται υποχρεωτικά υπόψη στην πειθαρχική δίκη όπως έγιναν δεκτά στην ποινική. Αν εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για πράξη, που τιμωρήθηκε πειθαρχικά, επαναλαμβάνεται η πειθαρχική δίκη Αν εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου για πράξη, για την οποία δεν κρίθηκε πειθαρχικά ελεγκτέος ο δικαστικός επιμελητής, επαναλαμβάνεται η πειθαρχική διαδικασία, εφόσον η απόφαση αυτή δεν συνεπάγεται την κατά την παρ. 1 του άρθρ. 79 του παρόντος αυτοδίκαιη έκπτωσή του.</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-6\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.6</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η άσκηση του υποψηφίου γίνεται σε δικαστικό επιμελητή με τετραετή τουλάχιστον υπηρεσία, που ορίζεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του οικείου συλλόγου. Ο δικαστικός επιμελητής δεν μπορεί να έχει συγχρόνως περισσότερους από δύο ασκουμένους. Όπου δεν υπάρχει δικαστικός επιμελητής με τετραετή τουλάχιστον υπηρεσία, η άσκηση επιτρέπεται να γίνεται σε οποιονδήποτε δικαστικό επιμελητή. 2.Κάθε σύλλογος δικαστικών επιμελητών τηρεί βιβλίο ασκουμένων, θεωρημένο από τον εισαγγελέα εφετών της έδρας του συλλόγου, στο οποίο μετά από αίτησή του εγγράφεται ο υποψήφιος. Χρόνος ενάρξεως της ασκήσεως λογίζεται ο χρόνος υποβολής της αιτήσεως του υποψηφίου. Υποψήφιος, που δεν έχει συμπληρώσει το εικοστό έτος της ηλικίας του, δεν μπορεί να εγγραφεί ως ασκούμενος. 3.Η άσκηση πρέπει να είναι συνεχής Μπορεί να διακοπεί μόνο με άδεια του διοικητικού συμβουλίου του οικείου συλλόγου για συγκεκριμένη αιτία, όχι όμως για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών συνολικά για το χρόνο ασκήσεως. Σε αντίθετη περίπτωση ο ασκούμενος δεν μπορεί να λάβει μέρος στο διαγωνισμό. Ο χρόνος διακοπής δεν υπολογίζεται ως χρόνος ασκήσεως. 4.Κατά τη διάρκεια της ασκήσεως ο ασκούμενος είναι υποχρεωμένος να παρίσταται σε πράξεις που διενεργούνται από το δικαστικό επιμελητή, στον οποίο ασκείται, πρέπει δε να αναφέρεται η παρουσία του στις εκθέσεις των πράξεων αυτών, τις οποίες υπογράφει. Η παράσταση του ασκουμένου ως αμειβόμενου μάρτυρα στις επιδόσεις και εκτελέσεις λογίζεται και ως άσκησή του. 5.η άσκηση δεν θεωρείται ολοκληρωμένη αν: α)Ο ασκούμενος δεν παραστεί σε περισσότερες από εκατό πράξεις επιδόσεως και δέκα πράξεις εκτελέσεως και β)παρήλθε χρονικό διάστημα δύο μηνών χωρίς να παραστεί σε δεκαπέντε τουλάχιστον από τις πιο πάνω πράξεις.</p>\n<p class=\"lf-p\">Οπωσδήποτε θεωρείται ότι αυτός ολοκλήρωσε την άσκησή του, εφόσον κατά τη διάρκειά της παρέστη στις μισές τουλάχιστον πράξεις του δικαστικού επιμελητή, στον οποίο ασκείται. 6.Ο ασκούμενος παρακολουθεί την ανάπτυξη πρακτικών και θεωρητικών θεμάτων, σχετικών με τα καθήκοντα του δικαστικού επιμελητή, από δικαστικούς λειτουργούς, δικηγόρους και δικαστικούς επιμελητές, που ορίζονται για κάθε σύλλογο από τον πρόεδρο εφετών της έδρας του, μετά από πρόταση του συλλόγου αυτού. 7.Ο ασκούμενος υπόκειται στις πειθαρχικές ποινές της επιπλήξεως και του προστίμου, τις προβλεπόμενες για τους δικαστικούς επιμελητές. Η ποινή της επιπλήξεως επιβάλλεται ανέκκλητα, από το πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο. (Αντί για τη σελ. 464,25(α) Σελ. 464,25(β) Τεύχος 1381 Σελ. 57 Δικαστικοί Επιμελητές 6.Ζ.β.31 8.Για τη θεωρητική και πρακτική άσκηση, καθώς και την πειθαρχική κατάσταση του ασκουμένου εκδίδεται πιστοποιητικό από τον πρόεδρο του οικείου συλλόγου, μετά από απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, με βάση τη σχετική βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή, στον οποίο ασκήθηκε και στην οποία πρέπει να αναφέρονται οι αριθμοί και ο ακριβής ο χρόνος τελέσεως των πράξεων, στις οποίες έλαβε μέρος, 9.Ο ασκούμενος με αίτησή του προς τον οικείο σύλλογο μπορεί να ζητήσει τη μετεγγραφή του για τη συνέχιση της ασκήσεως σε δικαστικό επιμελητή περιφέρειας οποιουδήποτε άλλου πρωτοδικείου της χώρας, το οποίο ορίζει στην αίτησή του.</p>\n<p class=\"lf-p\">Στην περίπτωση που η μετεγγραφή ζητείται για περιφέρεια πρωτοδικείου αρμοδιότητας άλλου συλλόγου, ο πρόεδρος του συλλόγου εκδίδει το κατά την προηγούμενη παράγραφο πιστοποιητικό, το οποίο ο υποψήφιος επισυνάπτει στην αίτηση μετεγγραφής που υποβάλλει προς το σύλλογο, στον οποίο ζητά να μετεγγραφεί. Οι μετεγγραφές αυτές δεν επιτρέπονται κατά το διάστημα από την προκήρυξη μέχρι το τέλος του διαγωνισμού. «10.Η αίτηση εγγραφής ασκουμένου είναι απαράδεκτος, εάν δεν συνοδεύεται με έγγραφη απόδειξη καταβολής προς το Σύλλογο τέλους εγγραφής, το ύψος του οποίου είναι ίσο προς το μισό της κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως καθορισμένης ετήσιας εισφοράς των μελών. Το ίδιο καταβάλλεται και στην περίπτωση του δεύτερου εδαφίου της παρ. 9 του παρόντος».</p>\n<p class=\"lf-p\">Η παρ. 10, προστέθηκε από την περίπτ. α΄ της παρ. 24 του άρθρ. 3 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α΄ 67), τόμ. 6, ανωτ. σελ. 146,29.</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-68\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.68</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Τα πειθαρχικά συμβούλια συνεδριάζουν σε κατάστημα του αρμόδιου δικαστηρίου, οι δε συνεδριάσεις τους δεν είναι δημόσιες. Ο διωκόμενος μπορεί να παρίσταται σε αυτές με δικηγόρο</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-69\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.69</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Το πειθαρχικό συμβούλιο διασκεπτόμενο μπορεί: α)να απορρίψει αμέσως την κατηγορία, αν τη βρίσκει πρόδηλα αστήρικτη, χωρίς να υποχρεούται σε αυτήν την περίπτωση να καλέση Σελ. 464,38 Τεύχος 1218-Σελ. 20 το διωκόμενο σε απολογία, οφείλει όμως να ανακοινώσει την απόφασή του αυτή τόσο στο διωκόμενο όσο και σε αυτούς που έχουν δικαίωμα εφέσεως και β)να διατάξει περαιτέρω ανάκριση, οπότε ενεργούνται όσα ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρ. 65 του παρόντος, μπορεί δε να ενεργηθεί και οποιαδήποτε άλλη κατά την κρίση του διαδικαστική πράξη κατά τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Την απόφασή του αυτή οφείλει να ανακοινώσει στο διωκόμενο. 2.Εφόσον κριθεί ώριμη η υπόθεση, το πειθαρχικό συμβούλιο ορίζει δια του προέδρου του δικάσιμο αυτής σε ορισμένη ημέρα και ώρα, την οποία, καθώς και τον τόπο εκδικάσεως, ανακοινώνει στον εγκαλούμενο δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες προ αυτής και τον καλεί να παραστεί, διαφορετικά η υπόθεση συζητείται σαν να είναι παρών Οι κοινοποιήσεις και ανακοινώσεις γίνονται από υπαλλήλους της γραμματείας του αρμόδιου δικαστηρίου, συντάσσεται δε σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως.</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-70\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.70</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Κατά την ορισθείσα από τον πρόεδρο του συμβουλίου δικάσιμο βεβαιώνεται η ταυτότητα του εγκαλουμένου, αν αυτός έχει εμφανισθεί, διαφορετικά βεβαιώνεται η νόμιμη και εμπρόθεσμη επίδοση σε αυτόν του κατηγορητηρίου και της κλήσεως για εμφάνιση. Στη συνέχει διαβάζονται το κατηγορητήριο, οι μαρτυρικές καταθέσεις, οι εκθέσεις, τα έγγραφα και η έγγραφη απολογία του κατηγορουμένου. Αν αυτός είναι παρών, αναπτύσσει και προφορικά την απολογία του, ακολούθως δε αναπτύσσει την υπεράσπισή του ο τυχόν παριστάμενος δικηγόρος του και περατώνεται η συζήτηση. Μετά την αποχώρηση των τυχόν παραστάντων, του εγκαλουμένου και του δικηγόρου του, το συμβούλιο διασκέπτεται και αποφασίζει κατά πλειοψηφία, αφού ψηφίσουν κατά σειρά ο εκ του διοικητικού συμβουλίου του συλλόγου δικαστικός επιμελητής, ο εισαγγελέας και ο πρόεδρος. 2.Το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να αναβάλει την εκδίκαση της υποθέσεως, προκειμένου να συμπληρωθούν οι αποδείξεις Οι παρεμπίπτουσες αποφάσεις καταχωρούνται απλά στα πρακτικά. 6.Ζ.β.31 Δικαστικοί Επιμελητές</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-71\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.71</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένες και λαμβάνονται σε μυστική διάσκεψη με παρουσία του γραμματέα. Η απόφαση βεβαιώνεται με πρόχειρη σημείωση, που χρονολογείται και υπογράφεται από τον πρόεδρο και το γραμματέα, δεν ματαιώνεται δε σε περίπτωση μεταβολής στο πρόσωπο των μελών του συμβουλίου πριν από την καθαρογραφή και υπογραφή της. Στην συνέχεια καθαρογράφεται μόνο σε πέντε ημέρες, υπογράφεται από τον πρόεδρο και το γραμματέα και καταχωρίζεται στο βιβλίο αποφάσεων του πειθαρχικού συμβουλίου, θεωρείται δε εκδοθείσα μόλις υπογραφεί από τον πρόεδρο. 2.Η οριστική απόφαση πρέπει να περιέχει: α)τη σύνθεση του συμβουλίου, β)το ονοματεπώνυμο του εγκαλουμένου και του τυχόν παριστάμενου δικηγόρου του, γ)μνεία της προηγηθείσας κλητεύσεως του εγκαλουμένου, στην περίπτωση που δεν παρίσταται, δ)το κατηγορητήριο, ε)το αιτιολογικό και στ)το διατακτικό Η απόφαση αυτή κοινοποιείται, με επιμέλεια του γραμματέα του συμβουλίου, κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρ. 69 του παρόντος, στον εγκαλούμενο και τους έχοντες δικαίωμα εφέσεως.</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-72\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.72</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Τα πρακτικά των συζητήσεων του πειθαρχικού συμβουλίου συντάσσονται από το γραμματέα, περιλαμβάνουν τα ονοματεπώνυμα αυτών που μετέχουν στη συζήτηση και σύντομη μνεία των όσων έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως, καθώς και σημείωση της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως με την υπογραφή της από τον πρόεδρο του συμβουλίου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-73\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.73</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Όλες οι οριστικές αποφάσεις των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων υπόκεινται σε έφεση ενώπιον των δευτεροβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων, με εξαίρεση τις αθωωτικές αποφάσεις που εκδόθηκαν ομόφωνα. 2.Δικαίωμα για έφεση έχουν ο διωχθείς, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και ο αρμόδιος εισαγγελέας πρωτοδικών της περιφέρειας που είναι διορισμένος ο δικαστικός επιμελητής. 3.Η έφεση είναι απαράδεκτη, αν δεν ασκηθεί από μεν το διωχθέντα μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την επίδοση σε αυτόν της αποφάσεως, από δε τον Υπουργό Δικαιοσύνης και τον εισαγγελέα μέσα σε τριάντα ημέρες από την κοινοποίησή της. 4.Η έφεση ασκείται με κατάθεση δικογράφου στο γραμματέα του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου και διαβιβάζεται με φροντίδα του, μαζί με το φάκελο της δικογραφίας, στο γραμματέα του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου. 5.Η προθεσμία για την άσκηση, καθώς και η άσκηση της εφέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-74\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.74</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο εξετάζει εκ νέου την υπόθεση, εφαρμόζοντας τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρ. 69 του παρόντος, δεν μπορεί όμως να καταστήσει τη θέση του τιμωρηθέντος χειρότερη, αν η έφεση έχει ασκηθεί από τον τελευταίο. 2.Ως προς τη διαδικασία ενώπιον των δευτεροβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων, τις αποφάσεις αυτών, τα δικαιώματα των εγκαλουμένων και την τήρηση πρακτικών, εφαρμόζονται ανάλογα τα οριζόμενα στα προηγούμενα άρθρα για τη λειτουργία των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-75\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.75</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Οι τελεσίδικες πειθαρχικές αποφάσεις εκτελούνται με φροντίδα του εισαγγελέα πρωτοδικών της περιφέρειας του πρωτοδικείου, που είναι διορισμένος ο τιμωρημένος. Αντίγραφα αυτών υποβάλλονται από τους γραμματείς των πειθαρχικών συμβουλίων στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, κοινοποιούνται δε τόσο στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου της περιφέρειας, που είναι διορισμένος ο τιμωρημένος, όσο και στον οικείο σύλλογο δικαστικών επιμελητών. 3.Στην περίπτωση της προσωρινής παύσεως εφαρμόζεται ανάλογα η διάταξη της παρ. 4 του άρθρ. 45 του παρόντος. 3.Τα επιβαλλόμενα κατά δικαστικών επιμελητών πρόστιμα για πειθαρχικά αδικήματα αποτελούν έσοδο του συλλόγου δικαστικών επιμελητών, μέλος του οποίου είναι ο τιμωρημένος, και εισπράττονται κατά τη διαδικασία του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-76\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.76</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Η πειθαρχική διαδικασία σε όλα της τα στάδια διεξάγεται ατελώς. Έξοδα δεν επιδικάζονται ούτε υπέρ ούτε σε βάρος των κρινομένων. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ Παραίτηση - Έκπτωση - Απόλυση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-7\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.7</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">«1.Ο υποψήφιος μπορεί να συμμετάσχει στο διαγωνισμό για την περιφέρεια οποιουδήποτε πρωτοδικείου της χώρας επιθυμεί, ανεξάρτητα από το σύλλογο στον οποίο έχει εγγραφεί ως ασκούμενος. Στην αίτησή του συμμετοχής στο διαγωνισμό μπορεί να δηλώσει και δεύτερη προτίμηση για την περιφέρεια μόνο του πρωτοδικείου που υπάγεται στην αρμοδιότητα του ίδιου συλλόγου». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 15 άρθρ. 59 Νόμ. 3160/24-30 Ιουν. 2003 (ΦΕΚ Α΄165) κατωτ. αριθ. 36. Σελ. 464,26(β) Τεύχος 1381 Σελ. 58 2.Δεν μπορεί να συμμετάσχει σε διαγωνισμό ο ασκούμενος, που τιμωρήθηκε με δύο τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές, από τις οποίες η μια τουλάχιστον προστίμου, έστω και σε πρώτο βαθμό. 3.Ασκούμενος που μετά την ολοκλήρωση της ασκήσεώς του, αν και έχει τα λοιπά τυπικά προσόντα, δεν έλαβε μέρος στον πρώτο και τον αμέσως επόμενο διαγωνισμό η απέτυχε σε δύο συνεχόμενους διαγωνισμούς ή αποκλείστηκε για πειθαρχικούς λόγους, δεν έχει δικαίωμα συμμετοχής σε διαγωνισμό, αν δεν επαναλάβει την άσκησή του σε άλλο δικαστικό επιμελητή «Η άσκηση αυτή θα πρέπει να είναι διάρκειας τουλάχιστον εννέα μηνών». Το νέο μέσα σε « » εδάφιο, προστέθηκε από την περίπτ. β΄ της παρ. 24 του άρθρ. 3 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α΄ 67), τόμ. 6, ανωτ. σελ. 146,29. 6.Ζ.β.31 Δικαστικοί Επιμελητές</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-77\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.77</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Ο δικαστικός επιμελητής δικαιούται να παραιτηθεί. Η παραίτηση υποβάλλεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης δια του αρμόδιου εισαγγελέα πρωτοδικών, ο οποίος έχει υποχρέωση συγχρόνως να αναφέρει, αν εκκρεμεί ποινική δίωξη σε βάρος του παραιτουμένου ή έχει κινηθεί εναντίον του πειθαρχική διαδικασία, έστω και αν αυτή βρίσκεται στο στάδιο προκαταρκτικής εξετάσεως. 2.Λογίζεται ότι δεν υποβλήθηκε η παραίτηση, αν κατά το χρόνο της υποβολής της υπάρχει εκκρεμής σε βάρος του παραιτουμένου ποινική δίωξη για κακούργημα ή πλημμέλημα από τα αναφερόμενα στην περίπτωση γ΄ του άρθρ. 4 του παρόντος. (Αντί για τη σελ. 464,39) Σελ. 464,39(α) Τεύχος 1254-Σελ. 75 Δικαστικοί Επιμελητές 6.Ζ.β.31 3.Στην κρίση του Υπουργού Δικαιοσύνης απόκειται η αποδοχή ή όχι της αιτήσεως παραιτήσεως δικαστικού επιμελητή, εναντίον του οποίου έχει κινηθεί πειθαρχική διαδικασία, έστω και αν βρίσκεται στο στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως. 4.Η αποβολή της ιδιότητας του δικαστικού επιμελητή επέρχεται από την επίδοση σε αυτόν της αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία έγινε δεκτή η παραίτησή του Όρος, προθεσμία ή αίρεση στην αίτηση παραιτήσεως, και εάν ακόμη είναι γραμμένα, θεωρείται ότι δεν έχουν γραφεί. «Μετά προέλευση 30 ημερών από της δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποφάσεως αποδοχής της παραιτήσεώς του ο Δικαστικός Επιμελητής θεωρείται ότι απέβαλλε την ιδιότητα και εάν δεν επεδόθη σε αυτόν το σχετικό έγγραφο». Το μέσα « » προστέθηκε ως άνω από την περ. β΄ της παρ. 10 του άρθρ. 22 του Νόμ. 2521/1-1 Σεπτ. 1997, ΦΕΚ Α΄ 174, ανωτ. Τόμ. 6, σελ. 294,747.</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-78\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.78</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της παραιτήσεως ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να ανακαλέσει αυτήν, εφόσον δεν έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η πράξη αποδοχής της. 2.Εάν μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή της παραιτήσεως, δεν δημοσιευθεί η πράξη αποδοχής της, τότε θεωρείται ότι αυτή έγινε δεκτή την τελευταία ημέρα του τριμήνου και από τότε επέρχεται αυτοδίκαια η αποβολή της ιδιότητας του δικαστικού επιμελητή</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-79\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.79</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Ο δικαστικός επιμελητής εκπίπτει αυτοδίκαια από την υπηρεσία του, αν καταδικάστηκε αμετάκλητα: α)σε ποινή καθείρξεως, β)σε ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη των έξι μηνών για αδίκημα που αναφέρεται στην περίπτ γ΄ του άρθρ. 4 του παρόντος. 2.Εκπίπτει αυτοδίκαια επίσης ο δικαστικός επιμελητής εάν, με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, έχει τεθεί σε νόμιμη ή δικαστική απαγόρευση ή δικαστική αντίληψη. 3.Οι γραμματείς των δικαστηρίων έχουν υποχρέωση να στέλνουν αμέσως στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, τον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών, την ομοσπονδία και τον οικείο σύλλογο δικαστικών επιμελητών αντίγραφα των κατά τις προηγούμενες παραγράφους ποινικών αποφάσεων. 4.Με φροντίδα του αρμόδιου εισαγγελέα πρωτοδικών ο δικαστικός επιμελητής, που εξέπεσε Σελ. 464,40(α) Τεύχος 1254-Σελ. 76 αυτοδίκαια, διαγράφεται από τα μητρώα που τηρούνται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, την εισαγγελία πρωτοδικών και τον οικείο σύλλογο δικαστικών επιμελητών. 5.Για την προβλεπόμενη στις παρ. 1 και 2 του παρόντος έκπτωση, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης, που περιέχει και περίληψη της δικαστικής αποφάσεως. 6.Η κατά την παρ. 1 του παρόντος έκπτωση αίρεται με την απονομή χάριτος όχι όμως με την αναστολή εκτελέσεως της ποινής Για την άρση εκπτώσεως και την επαναφορά στην υπηρεσία εφαρμόζεται ανάλογα η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου. Σε περίπτωση μη υπάρξεως κενής οργανικής θέσης ο επανερχόμενος στην υπηρεσία δικαστικός επιμελητής παραμένει ως υπεράριθμος και καταλαμβάνει την πρώτη οργανική θέση που θα κενωθεί.</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-80\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.80</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Το πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει την απόλυση δικαστικού επιμελητή από την υπηρεσία του: α)Εάν εντός τετραετίας καταδικαστεί τελεσίδικα σε τρεις πειθαρχικές ποινές, από τις οποίες οι δύο τουλάχιστον προσωρινής παύσεως και η τρίτη τουλάχιστον προστίμου, β)για λόγους υγείας κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρ. 28 του παρόντος. Στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως. 2.Οι αρμόδιοι εισαγγελείς πρωτοδικών και οι οικείοι σύλλογοι δικαστικών επιμελητών έχουν υποχρέωση, όταν συντρέξει λόγος δυνητικής απολύσεως, να προκαλέσουν απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου. Την απόφαση αυτή μπορεί να προκαλέσει και ο Υπουργός Δικαιοσύνης</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-81\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.81</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Ο δικαστικός επιμελητής απολύεται υποχρεωτικά από την υπηρεσία του, αν επιβληθεί τελεσίδικα σε αυτόν από το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο η ποινή της οριστικής παύσεως. 2.Στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου και της παρ. 1 του άρθρ. 79 του παρόντος απαγορεύεται στον απολυθέντα ή εκπέσοντα αντίστοιχα δικαστικό επιμελητή η με οποιονδήποτε τρόπο σύμπραξη στα έργα του δικαστικού επιμελητή</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-82\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.82</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Ο δικαστικός επιμελητής αποχωρεί υποχρεωτικά από την υπηρεσία του στο τέλος του ημερολογιακού έτους, κατά το οποίο συμπληρώνει το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, η οποία αποδεικνύεται κατά τα οριζόμενα στην περίπτ. α΄ της παρ. 2 του άρθρ. 3 του παρόντος. Η αποχώρηση διαπιστώνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 6.Ζ.β.31 Δικαστικοί Επιμελητές</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-83\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.83</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Στις περιπτώσεις των άρθρ. 80 και 81 του παρόντος η απόλυση από την υπηρεσία γίνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και επιδίδεται στον απολυόμενο με φροντίδα του αρμόδιου εισαγγελέα πρωτοδικών, ισχύει δε από την επίδοσή της. Στις περιπτώσεις των άρθρ. 77, 80 και 81 του παρόντος, αν από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως παρέλθει άπρακτο διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ημερών, η επίδοση θεωρείται ότι έγινε την τριακοστή ημέρα από αυτή. 2.Για την αποχώρηση του δικαστικού επιμελητή από την υπηρεσία γίνεται, με φροντίδα του Υπουργού Δικαιοσύνης, ανακοίνωση στην ομοσπονδία και τον οικείο σύλλογο δικαστικών επιμελητών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-84\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.84</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Διαγράφεται από τα μητρώα ο δικαστικός επιμελητής που απέβαλε την ιδιότητά του, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. 2.Οι αποβιώσαντες διαγράφονται από τα μητρώα με βάση την οικεία ληξιαρχική πράξη θανάτου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-85\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.85</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο αποβάλει την ιδιότητα του δικαστικού επιμελητή, υποχρεούται να απέχει από την άσκηση του λειτουργήματος, διαφορετικά τιμωρείται κατά το άρθρ. 175 του Ποινικού Κώδικα. 2.Ο διαγραφείς υποχρεούται, μέσα σε πέντε ημέρες από τη διαγραφή του, να παραδώσει στο σύλλογό του το δελτίο της ταυτότητάς του, καθώς και την υπηρεσιακή του σφραγίδα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄ Αναπλήρωση</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-86\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.86</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Ο δικαστικός επιμελητής, κατά τη διάρκεια της κανονικής ή αναρρωτικής του άδειας, καθώς και κατά το χρόνο της προσωρινής του παύσεως, αργίας, ασθένειας ή στρατεύσεως, αναπληρώνεται σε όλα τα καθήκοντά του από άλλο δικαστικό επιμελητή του ίδιου πρωτοδικείου, που ορίζεται με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα πρωτοδικών, είτε αυτεπάγγελτα είτε με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Η πράξη ανακοινώνεται στον οικείο σύλλογο δικαστικών επιμελητών. Για τις περιπτώσεις αυτές θεωρούνται ότι υπηρετούν στο ίδιο πρωτοδικείο οι αναφερόμενοι στην παρ. 3 του άρθρ. 1 του παρόντος</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-8\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.8</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.«Ο υποψήφιος, που προτίθεται να διαγωνιστεί, καταθέτει στο γραμματέα του πρωτοδικείου της πρώτης επιλογής του το αργότερο είκοσι ημέρες πριν από το διαγωνισμό, αίτηση συμμετοχής στην οποία επισυνάπτονται:». α)το αναφερόμενο στην παρ. 8 του άρθρ. 6 του παρόντος πιστοποιητικό, β)ο κατά το άρθρ. 3 του παρόντος τίτλος σπουδών, γ)υπεύθυνη δήλωση του Νόμ 1599/1986 για την ύπαρξη των προσόντων και την έλλειψη των κωλυμάτων συμμετοχής του στο διαγωνισμό, όπως αναφέρονται στο εδάφ. α΄ της παρ. 2 του άρθρ. 3 και στο άρθρ. 4 του παρόντος και δ)απόδειξη καταβολής χρηματικού ποσού για εξέταστρα, που καθορίζονται με την απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία εκδίδεται κατά την παρ. 1 του άρθρ. 3 του παρόντος Με πράξη του προέδρου της κατά το επόμενο άρθρο εξεταστικής επιτροπής το ποσό αυτό κατανέμεται στα μέλη και το γραμματέα της. Η μέσα σε «» πρώτη περίοδος αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 16 άρθρ. 59 Νόμ. 3160/24-30 Ιουν. 2003 (ΦΕΚ Α΄165) κατωτ. αριθ. 36. 2.Ο γραμματέας του πρωτοδικείου οφείλει, την επομένη της λήξεως της προθεσμίας υποβολής των δικαιολογητικών, να τα διαβιβάσει στο γραμματέα της εξεταστικής επιτροπής. 3.Τρεις τουλάχιστον ημέρες πριν από το διαγωνισμό η εξεταστική επιτροπή ελέγχει τα δικαιολογητικά των υποψηφίων και αποφασίζει αιτιολογημένα και τελεσίδικα για τη συμμετοχή τους ή όχι σε αυτόν.</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-87\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.87</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Ο αναπληρωτής για κάθε πράξη που ενεργεί, δικαιούται να λάβει το μισό της αμοιβής, το δε άλλο μισό ανήκει στον αναπληρούμενο. 2.Τα έγγραφα, που καταρτίζονται από τον αναπληρωτή καταχωρίζονται στα βιβλία του αναπληρουμένου και τοποθετούνται στο αρχείο του τελευταίου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-88\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.88</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Σε περίπτωση που ο δικαστικός επιμελητής μετατεθεί, απολυθεί, εκπέσει ή για οποιονδήποτε λόγο αποχωρήσει από την υπηρεσία, το αρχείο του, με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα πρωτοδικών, παραδίδεται σε άλλο δικαστικό επιμελητή της περιφέρειας του ίδιου πρωτοδικείου, κατά προτίμηση εκ των νεωτέρων κατά το διορισμό, ο οποίος τηρεί αυτό, εκδίδει και επικυρώνει αντίγραφα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 22 του παρόντος. Η διάταξη του τελευταίου εδαφίου του άρθρ. 86 του παρόντος δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ΄ Ποινικές και δικονομικές διατάξεις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-89\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.89</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Όποιος, χωρίς να έχει την ιδιότητα του δικαστικού επιμελητή, ενεργεί πράξεις που ανάγονται στα καθήκοντά του, τιμωρείται κατά το άρθρ. 175 του Ποινικού Κώδικα. Με την ποινή του ίδιου άρθρου τιμωρείται και δικαστικός επιμελητής που με οποιονδήποτε τρόπο διευκολύνει τις πράξεις αυτές. 2.Δικαστικός επιμελητής, ο οποίος με οποιονδήποτε τρόπο παραβαίνει τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από την κατά το άρθρ. 51 του παρόντος υπουργική απόφαση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών, εκτός αν κατ’ άλλη διάταξη νόμου τιμωρείται βαρύτερα. Το ίδιο ισχύει και για όσους με οποιονδήποτε τρόπο, ως εκ των καθηκόντων τους, διευκολύνουν τις παραβάσεις αυτές. 3.Συλληψη δικαστικού επιμελητή και των συμπραττόντων με αυτόν προσώπων και παραπομπή τους στην αυτόφωρη διαδικασία δεν επιτρέπεται για πράξεις τους, που λαμβάνουν χώρα κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων το πρώτου και έχουν σχέση με αυτά ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΆ ΟΡΓΑΝΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ Σύλλογοι Δικαστικών Επιμελητών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-90\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.90</span><span class=\"lf-art-t\">Οι δικαστικοί επιμελητές είναι υποχρεωτικά μέλη των συλλόγων δικαστικών επιμελητών που συγκροτούνται σύμφωνα με τα επόμενα άρθρα</span></h4>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-91\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.91</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Οι σύλλογοι δικαστικών επιμελητών αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, έχουν δική τους περιουσία και τελούν υπό την εποπτεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης. (Αντί για τη σελ. 464,401) Σελ. 464,401(α) Τεύχος Σελ. Δικαστικοί Επιμελητές 6.Ζ.β.31</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-92\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.92</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Οι πόροι των συλλόγων προέρχονται από: α)τις ετήσιες εισφορές των μελών τους, β)τις δωρεές, κληρονομίες και κληροδοσίες υπέρ αυτών, γ)τις κατά τις διατάξεις του παρόντος έκτακτες εισφορές και τα πρόστιμα, δ)τα έσοδα από τη διαχείριση εντύπων και ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας του συλλόγου, ε)τα έσοδα που προβλέπονται στο άρθρ. 51 του παρόντος, στ)τα έσοδα από πολιτισμικές εκδηλώσεις και ζ)κάθε άλλο έσοδο που προβλέπεται ή καθορίζεται με νόμο</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-93\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.93</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Κάθε οφειλή προς το σύλλογο δικαστικών επιμελητών βεβαιώνεται από τον πρόεδρό του και εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων</p></div>", "next": 0}