{"html": "<div class=\"lf-doc\"><p class=\"lf-p\">Το τυχόν εναπομένον υπόλοιπο μετά την καταβολή του κατά τα άνω ποσού, την ικανοποίηση των δικαιούχων ασφαλίσματος και την επιστροφή των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων επιστρέφεται στον εκκαθαριστή ή τον σύνδικο.» Οι παρ.7 και 8 προστέθηκαν και οι μέσα σε () παρ.(7) και (8) αναριθμήθηκαν σε παρ.9 και 10 αντίστοιχα, από την παρ.2 άρθρ.25 Νόμ.2919/19-25 Ιουν.2001 (ΦΕΚ Α΄128), τόμ.24Α σελ.336,416. (Μετά τη σελ.236,044) Σελ. 236,045 Τεύχος 1417 Σελ. 29 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 9.(«7). Όπου στον παρόντα νόμο γίνεται αναφορά σε απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου νοείται η απόφαση εκείνη, η αγωγή ακύρωσης της οποίας είτε δεν έχει ασκηθεί εντός της προβλεπομένης προθεσμίας του άρθρου 899 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως ισχύει, είτε έχει απορριφθεί τελεσίδικα.\" Η παρ.9(7) προστέθηκε με την παρ.12 άρθρ.35 Νόμ.2496/12-16 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄87), κατωτ.αριθ.27. 10.(«8).Κατά παρέκκλιση των κείμενων φορολογικών, ασφαλιστικών και λοιπών διατάξεων, στις περιπτώσεις μεταβίβασης ή εκποίησης περιουσιακών στοιχείων ασφαλιστικών εταιρειών που τελούν υπό καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης, δεν είναι αναγκαία η προσκομιδή πιστοποιητικού φορολογικής ή ασφαλιστικής ενημερότητας και κάθε άλλου εγγράφου γενικά που απαιτείται να προσαχθεί από δημόσια αρχή ή Ν.Π.Δ.Δ. για το χρόνο που έχει προηγηθεί της ανάκλησης και θέσης της εταιρίας σε ασφαλιστική εκκαθάριση για τη σύνταξη του σχετικού συμβολαίου ή της μεταβιβαστικής εν γένει σύμβασης.</p>\n<p class=\"lf-p\">Ο συμβολαιογράφος συντάσσει το συμβόλαιο χωρίς την προσκομιδή πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας ή κάθε άλλου, από τα προαναφερθέντα, εγγράφου και οι αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες υποχρεούνται να προβαίνουν σε θεώρηση βιβλίων και στοιχείων των υπό εκκαθάριση ασφαλιστικών εταιρειών, χωρίς επίσης προσκομιδή των απαιτούμενων πιστοποιητικών και εγγράφων». Η παρ.10(8) προστέθηκε με την παρ.1 άρθρ.3 Νόμ.2837/1-3 Αυγ.2000 (ΦΕΚ Α΄178), τόμ.11 σελ.210,244. Το άρθρ. 10, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 του αρθρ. 4 του Νόμ. 2170/10-10 Σεπτ. 1993, ΦΕΚ Α΄ 150, κατωτ. αριθ. 25. Με την παρ.12 άρθρ.35 Νόμ.2496/12-16 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄ 87) ορίστηκε ότι: όπου στο παρόν άρθρ.10 αναφέρεται «εκτελεστή απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου» διαγράφεται η λέξη «εκτελεστή».</p>\n<p class=\"lf-p\">Σελ. 236,046 Τεύχος 1417 Σελ. 30 \"Άρθρ.11.-1. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν ασφαλίσεις ζωής είναι υποχρεωμένες να τηρούν \"βιβλίο τεχνικών σημειωμάτων και γενικών και ειδικών όρων\", θεωρημένο από τη Διεύθυνση Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων και Αναλογιστικής του Υπουργείου Εμπορίου, στο οποίο καταχωρούνται όλα τα τεχνοοικονομικά στοιχεία και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των ασφαλίστρων, των μαθηματικών αποθεμάτων και των μεταφερομένων εξόδων πρόσκτησης καθώς και οι γενικοί και ειδικοί όροι των ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Το αυτό ισχύει και για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν ασφαλίσεις κατά ζημιών όταν αυτές ασκούν τους κλάδους 1 \"Ατυχήματα\" και 2 \"Ασθένειες\" και αυτός υπόκειται σε διαχείριση παρόμοια με τον κλάδο ζωής, σύμφωνα με το άρθρο 17α παραγρ.7 του παρόντος.</p>\n<p class=\"lf-p\">Ο τρόπος τήρησης του \"βιβλίου\" καθώς και τα στοιχεία που θα περιέχει* καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν ασφαλίσεις κατά ζημιών, υποχρεούνται να τηρούν \"βιβλίο τιμολογίων και όρων\", ο τρόπος τήρησης του οποίου ρυθμίζεται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου.\" Το άρθρ.11 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.3 άρθρ.12 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως ΄Αρθρ.12.-(Καταργήθηκε και το επόμενο άρθρ. (12α) αναριθμήθηκε σε άρθρ.12 από το άρθρ.13 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. \"Άρθρ.12 (12α).-1. Οι επιχειρήσεις που ασκούν ασφαλίσεις ζωής μπορούν να διανέμουν στους ασφαλισμένους τους μέρος από τα κέρδη που πραγματοποιούν κάθε χρόνο.</p>\n<p class=\"lf-p\">Το συνολικό ποσοστό κέρδους προς διανομή καθορίζεται κάθε φορά από τη γενική συνέλευση των μετόχων της επιχείρησης και αποδίδεται στους δικαιούχους κατ' αναλογία του μαθηματικού αποθέματος κάθε συμβολαίου. Η διανομή πραγματοποιείται με έναν από τους εξής τρόπους: α) σε μετρητά, β) με ελάττωση των επομένων δόσεων των ασφαλίστρων, γ) με αύξηση του ασφαλισμένου κεφαλαίου (ασφαλιστικού ποσού) και δ) με πίστωση σχετικού λογαριασμού του ασφαλισμένου εντόκως. 2. Επίσης μπορούν να συνάπτουν ασφαλιστήρια ζωής, τα οποία προβλέπουν την ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση ετησίων κερδών, υποχρεωτική επιστροφή στους δικαιούχους, ανάλογα με το μαθηματικό απόθεμα κάθε ασφαλιστηρίου, ποσοστού από την προς διάθεση απόδοση των επενδύσεων των μαθηματικών αποθεμάτων, η οποία (απόδοση) πραγματοποιείται πέραν από το εγγυημένο τεχνικό επιτόκιο.</p>\n<p class=\"lf-p\">Η ως άνω απόδοση, το ποσοστό και το μαθηματικό απόθεμα, κοινοποιούνται υποχρεωτικά στους ασφαλισμένους. Η επιστροφή πραγματοποιείται, με' τους ίδιους τρόπους που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος. 3. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα σύναψης ασφαλίσεων ζωής σε δραχμές με ρήτρα συναλλάγματος υπό την επιφύλαξη των διατάξεων περί νομισματικής αντιστοιχίας.\" Το άνω άρθρ.12(12α) αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.14 του Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. (Μετά τη σελ.236,046) Σελ. 236,0461 Τεύχος 1417 Σελ. 31 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως Άρθρ.12α (12β).-1.Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης για παράβαση νόμου, καθώς και σε κάθε περίπτωση λύσης του νομικού προσώπου ασφαλιστικής επιχείρησης στην οποία έχει απαγορευθεί η ελεύθερη διάθεση περιουσιακών της στοιχείων, ακολουθεί το στάδιο ασφαλιστικής εκκαθάρισης. «Κατά το στάδιο αυτό και μέχρι την περάτωση της εκκαθάρισης η ασφαλιστική επιχείρηση δεν μπορεί να κηρυχθεί σε πτώχευση». Το μέσα σε «» εδάφιο προστέθηκε με την περίπτ.α΄ της παρ.13 άρθρ.35 Νόμ.2496/12-16 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄87), κατωτ.αριθ.27. 2.Ο Υπουργός Εμπορίου διορίζει και ανακαλεί ως επόπτη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης πρόσωπο με ειδικές γνώσεις και πείρα σε θέματα λειτουργίας ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή πιστωτικών ιδρυμάτων. Με την ίδια απόφαση ορίζεται και η αμοιβή του επόπτη. Ο επόπτης υποβάλει μέσα σε τρεις ημέρες, από την επίδοση του διορισμού του, αίτηση διορισμού εκκαθαριστή στο αρμόδιο δικαστήριο. Μέχρι το διορισμό εκκαθαριστή ο επόπτης ασκεί όλες τις εξουσίες του εκκαθαριστή. Μετά το διορισμό εκκαθαριστή ο επόπτης παρακολουθεί τις επιμέρους εργασίες της εκκαθάρισης γνωματεύει, εφόσον το ζητήσει ο εκκαθαριστής, σε θέματα της εκκαθάρισης, ενημερώνει γραπτά τον Υπουργό Εμπορίου για την πορεία της εκκαθάρισης τουλάχιστον ανά δίμηνο και όποτε άλλοτε του ζητηθεί και υποβάλλει έκθεση μετά τη λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης.</p>\n<p class=\"lf-p\">Ο επόπτης μπορεί επίσης να παρεμβαίνει πρόσθετα σε δίκες που διεξάγει ο εκκαθαριστής. Τυχόν ακυρότητα του διορισμού του επόπτη δεν θίγει το κύρος των πράξεών του κατά την άσκηση των καθηκόντων του. 3.Σε περίπτωση ασφαλιτικής εκκαθάρισης ο εκκαθαριστής διορίζεται κατά τη διαδικασία των</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-2\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.2</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">«1. Η ασφάλιση ασκείται στην Ελλάδα μόνο από Ανώνυμη Εταιρεία και από Αλληλασφαλιστικό Συνεταιρισμό, ο οποίος έχει συσταθεί σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, και ασχολούνται αποκλειστικά με ασφαλιστικές εργασίες. Ο αλληλασφαλιστικός συνεταιρισμός μπορεί να ασκεί μόνο εργασίες της παραγράφου 1 του άρθρου 13. Ασφάλιση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, μπορούν να ασκούν και Δημόσιες Επιχειρήσεις με σκοπό αποκλειστικά τις ασφαλιστικές εργασίες. Ασφάλιση μπορεί να ασκηθεί επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3, και με την μορφή της ευρωπαϊκής εταιρείας. Ασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν, προς εκπλήρωση του σκοπού τους, να ιδρύουν ανώνυμες εταιρείες και να συμμετέχουν σε όμοιες εταιρείες, έστω και αν δεν έχουν ως αντικείμενο ασφαλιστικές εργασίες Για συμμετοχή της ασφαλιστικής επιχείρησης ποσοστού που φθάνει το 10% και πλέον στο εγγεγραμμένο μετοχικό κεφάλαιο μιας επιχείρησης, απαιτείται έγκριση του Υπουργού Ανάπτυξης. Επίσης απαιτείται έγκριση του (Αντί για τη σελ. 233(θ) Σελ. 233(ι) Τεύχος 1444 Σελ. 1 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 Υπουργού Ανάπτυξης για την επαύξηση συμμετοχής, πέραν του ποσοστού που έχει εγκριθεί με την τελευταία έγκρισή του, κατά ποσοστό που φθάνει σωρευτικά το 3%. Οι ανωτέρω εγκρίσεις δίνονται εφ΄ όσον η ασφαλιστική επιχείρηση αναφέρει τα κεφάλαια που θα διαθέσει για τον σκοπό αυτό, καλύπτει πλήρως τις υποχρεώσεις της περί περιθωρίου φερεγγυότητας, προσαρμοσμένης φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου και ασφαλιστικής τοποθέτησης.</p>\n<p class=\"lf-p\">Οι ανωτέρω διαδικασίες ισχύουν και όταν η κατοχή στο εγγεγραμμένο μετοχικό κεφάλαιο μίας επιχείρησης φθάνει ή υπερβαίνει το 10% των ιδίων κεφαλαίων της ασφαλιστικής επιχείρησης». Η παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το αρθρ.739 και επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Αντίθετες διατάξεις των καταστατικών δεν ισχύουν. Εκκαθαριστής διορίζεται πρόσωπο με ειδική γνώση και πείρα σε θέματα ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή πιστωτικών ιδρυμάτων από κατάλογο 30 τουλάχιστον προσώπων που καταρτίζεται και τηρείται στο Υπουργείο Εμπορίου, μετά από πρόταση της επιτροπής ιδιωτικής ασφάλισης. Το δικαστήριο οφείλει να δικάσει την αίτηση μέσα σε πέντε ημέρες και να εκδώσει την απόφασή του το αργότερο μέσα σε πέντε ημέρες.</p>\n<p class=\"lf-p\">Αναστολή της ισχύος της απόφασης δεν χωρεί. «Με την ίδια δικαστική απόφαση ορίζεται και η αμοιβή του εκκαθαριστή». Το μέσα σε «» εδάφιο προστέθηκε με την περίπτ.δ΄ της παρ.5 άρθρ.10 Νόμ.2741/28-28 Σεπτ.1999 (ΦΕΚ Α΄199), τόμ.5 σελ.180,03. Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 4.Κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση, βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων της ασφαλίσεων αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται σε ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων ασφαλίσματος κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης. 5.Με τη θέση της επιχείρησης σε ασφαλιστική εκκαθάριση οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων με πρωτοβουλία των δικαιούχων ασφαλίσματος ή του επόπτη εκκαθάρισης και του εκκαθαριστή ή του επόπτη πτώχευσης και του συνδίκου.</p>\n<p class=\"lf-p\">Εκκρεμείς διαφορές στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εισάγονται, με κλήση οποιουδήποτε νομιμοποιουμένου, στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης ανεξάρτητα από το ποσό. 6.Ο εκκαθαριστής μπορεί να συνάπτει δάνεια με πιστωτικά ιδρύματα με σκοπό να εξοφλεί δικαιούχους ασφαλίσματος. Οι απαιτήσεις από τα δάνεια αυτά έχουν το προνόμιο της παρ. 1 του άρθρ. 10. 7.Η αίτηση πτώχευσης ασφαλιστικής επιχείρησης πρέπει για το παραδεκτό της συζήτησης να έχει κοινοποιηθεί προ δέκα ημερών στην αρμόδια διεύθυνση του Υπουργείου Εμπορίου. Ο γραμματέας του δικαστηρίου που κηρύσσει την πτώχευση κοινοποιεί απόσπασμα της σχετικής απόφασης στο Υπουργείο Εμπορίου μέσα σε πέντε ημέρες από τη δημοσίευσή της. Ο Υπουργός Εμπορίου διορίζει αμέσως επόπτη (επόπτης πτώχευσης) για τον οποίο εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις οι σχετικές με τον επόπτη εκκαθάρισης. 8.Οι αμοιβές και τα έξοδα του επόπτη εκκαθάρισης ή πτώχευσης και του εκκαθαριστή της ασφαλιστικής εκκαθάρισης έχουν προνόμιο που προηγείται από κάθε άλλο γενικής ή ειδικής κατηγορίας σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης.</p>\n<p class=\"lf-p\">Οι αμοιβές και τα έξοδα του συνδίκου για τις εργασίες εκκαθάρισης του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου έχουν το ίδιο προνόμιο. Με την περίπτ.β΄ παρ.13 άρθρ.35 Νόμ.2496/12-16 Μαΐου 1977 (ΦΕΚ Α΄87), κατωτ.αριθ.27 ορίστηκε ότι: σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν ήδη κηρυχθεί σε πτώχευση κατά την έναρξη ισχύος του Νόμ.2496/1977 αναστέλλεται η διαδικασία της πτώχευσης, εφόσον αυτή έχει κηρυχθεί μέσα στη διετία πριν από την έναρξη ισύος του ίδιου νόμ.2496/1977. (Αντί για τη σελ. 237(ε) Σελ. 237(στ) Τεύχος 1417 Σελ. 33 9.Ύστερα από αίτηση μετόχων ή εταίρων που αντιπροσωπεύουν περισσότερο από 50% του κεφαλαίου ασφαλιστικής επιχείρησης, του εκκαθαριστή ή του επόπτη, ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί, εφόσον έχει περατωθεί η εκκαθάριση του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου να κηρύξει τη λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης.</p>\n<p class=\"lf-p\">Η εκκαθάριση δοσοληψιών εκτός ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου συνεχίζεται κατά τις διατάξεις που διέπουν την εκκαθάριση του νομικού προσώπου της επιχείρησης (κοινή εκκαθάρ0ιση). Ανεξάρτητα από την υπαγωγή της επιχείρησης στο καθεστώς της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η περάτωση των εκτός του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου εκκρεμών υποθέσεων συνεχίζεται κατά τις διατάξεις της κοινής εκκαθάρισης. 10.Λύση του νομικού προσώπου ασφαλιστικής επιχείρισης, που επέρχεται για οποιονδήποτε λόγο εκτός από πτώχευση και από τους λόγους της παρ. 1, γνωστοποιείται αμέσως στο Υπουργείο Εμπορίου. Ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί με απόφασή του, που εκδίδεται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες, να θέσει την επιχείρηση σε ασφαλιστική εκκαθάριση.</p>\n<p class=\"lf-p\">Απαγορεύεται και είναι άκυρη κάθε απαλλοτρίωση περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης κατά το χρονικό διάστημα από τη λύση του νομικού προσώπου μέχρι την έκδοση της ως άνω απόφασης του Υπουργού ή τη λήξη της ως άνω προθεσμίας. 11.Ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί με απόφασή του να υπάγει στις διατάξεις για την ασφαλιστική εκκαθάριση ασφαλιστική επιχείρηση που βρίσκεται σε κοινή εκκαθάριση. \"12. Ο εκκαθαριστής και ο επόπτης της εκκαθάρισης δεν υπέχουν ποινική ευθύνη ούτε προσωποκρατούνται ούτε υπέχουν οποιαδήποτε άλλη ευθύνη για χρέη της ασφαλιστικής επιχείρησης προς τα Δημόσιο η τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσης τους. Το χρονικά διάστημα της θητείας τους ανέρχεται σε δύο (2) χρόνια, που μπορεί να ανανεώνεται.\" Η παρ.12 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.14 άρθρ.35 Νόμ.2496/12-16 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄87), κατωτ.αριθ.27.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σελ. 238(στ) Τεύχος 1417 Σελ. 34 13.Ειδικά το χαρτοφυλάκιο κλάδου αστικής ευθύνης αυτοκινήτων που βρίσκεται σε ασφαλιστική ή κοινή εκκαθάριση ή πτώχευση, διαχειρίζεται από κοινού με τα άλλα αρμόδια όργανα το κατ’ άρθρ. 19 του Νόμ. 489/1976 Επικουρικό Κεφάλαιο, το οποίο υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της ασφαλιστικής επιχείρησης». Τα άρθρ. 12α και 12β προστέθηκαν από την παρ. 2 του άρθρ. 5 του Νόμ. 2170/10-10 Σεπτ. 1993, ΦΕΚ Α΄ 150, κατωτ. αριθ. 25. Το μέσα σε () άρθρ.(12β) αναριθμήθηκε σε άρθρ.12α με το άρθρ.13 Π.Δ.252/6-9 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. \"Αρθρ.13.- Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να ασκούν τις πιο κάτω εργασίες, οι οποίες κατατάσσονται και ταξινομούνται σε κλάδους ως κατωτέρω:\" Το μέσα σε «» προοίμιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ.15 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. άρθρ.2 Π.Δ.288/18-23 Οκτ.2002 (ΦΕΚ Α΄258), κατωτ.αριθ.37. «2.Ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν έδρα σε οποιοδήποτε κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., μπορούν να ασκούν ασφάλιση στην Ελλάδα, είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με τις διατάξεις του 7ου Κεφαλαίου του παρόντος «Ιδιαίτερες διατάξεις για την Ελευθερία Εγκατάστασης \"και την Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών» με την επιφύλαξη του άρθρου 2α παραγρ. α εδάφ. δεύτερο του παρόντος, εφόσον η νομική μορφή της προβλέπεται από το άρθρο 8 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 6 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ (L 228/11.8.92) και συμπληρώθηκε: από το Παράρτημα IX «Χρηματοπιστωτικές Υπηρεσίες» της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η οποία κυρώθηκε με τον Ν.2155/1993 (ΑΊ04) και από το Παράρτημα Ι (XI) \"Εσωτερική Αγορά και Χρηματοπιστωτικές Υπηρεσίες» της Πράξης περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Νορβηγίας, της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φιλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας, η οποία κυρώθηκε με τον Ν.2272/1994 (Α'230), όταν πρόκειται για ασφαλίσεις κατά ζημιών σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγ.1 και 3 του παρόντος και από το άρθρο 8 της οδηγίας 79/267/ΕΟΚ όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 5 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ (L 360/9.12.92) και Σελ. 234(ι) Τεύχος 1444 Σελ. 2 συμπληρώθηκε από το Παράρτημα IX «Χρηματοπιστωτικές Υπηρεσίες» της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και από το Παράρτημα Ι (XI) «Εσωτερική Αγορά και Χρηματοπιστωτικές Υπηρεσίες» της Πράξης περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Νορβηγίας, της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φιλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας όταν πρόκειται για ασφαλίσεις ζωής σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ.2 του παρόντος..</p>\n<p class=\"lf-p\">Η Ενωση Ασφαλιστών Λλόυδς Λονδίνου εξομοιώνεται με ασφαλιστική επιχείρηση. Ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν έδρα σε τρίτη χώρα (εκτός της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ.) μπορούν να ασκούν ασφάλιση στην Ελλάδα υπό καθεστώς εγκατάστασης σύμφωνα με τα άρθρα 3α και 20 του παρόντος. Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ.3 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. Οι παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 3 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35) (κατωτ. αριθ. 20). 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως «3.Οι ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις, καθώς και οι νόμιμοι αντιπρόσωποι των αλλοδαπών ασφαλιστικών επιχειρήσεων, μπορούν να εδρεύουν μόνο στην περιφέρεια της πρώην Διοίκησης της Πρωτεύουσας, στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα, στη Λάρισα, στην Καβάλα και στο Ηράκλειο.</p>\n<p class=\"lf-p\">Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εμπορίου, μπορούν να ορισθούν και άλλες πόλεις ως έδρα ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ειδικότερα για την έδρα αλληλασφαλιστικών συνεταιρισμών που πληρούν τους όρους του άρθρου 35 παρ.3 ισχύουν οι διατάξεις της περί αστικών συνεταιρισμών νομοθεσίας». Η παρ.3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.3 άρθρ.3 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. «Οι ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να έχουν και την κεντρική τους διοίκηση στον τόπο της έδρας τους». Το μέσα σε «» τέταρτο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρ.3 Π.Δ.159/27 Μαΐου-5 Ιουν.1998 (ΦΕΚ Α΄121), κατωτ.αριθ.28. «(3).Δεν διέπονται από το παρόν νομ. δ/γμα οι Ελληνικές επιχειρήσεις που πληρούν σωρευτικά τους εξής όρους: -Ασκούν μόνο τον κλάδο βοήθειας από τις ασφαλίσεις κατά ζημιών. -Η δραστηριότητά τους ασκείται σε καθαρά τοπικά πλαίσια νομού και παρέχουν τις υπηρεσίες τους μόνο σε είδος. -Τα ετήσια έσοδά τους από την παροχή των υπηρεσιών βοήθειας σε πρόσωπα που βρίσκονται σε δυσχερή θέση δεν υπερβαίνουν τις 200.000 Ευρωπαϊκές Λογιστικές Μονάδες, σύμφωνα με δήλωσή τους που υποβάλλεται μέχρι 31/5 κάθε χρόνο στο Υπουργείο Εμπορίου.</p>\n<p class=\"lf-p\">Προκειμένου περί κοινοπραξιών ή επιχειρήσεων που συνεργάζονται, σε επίπεδο Επικράτειας, εφόσον λειτουργούν υπό όμοιο διακριτικό τίτλο, για τον υπολογισμό του ποσού των 200.000 Ε.Λ.Μ. συνυπολογίζεται το σύνολο των ετησίων εσόδων τους». Η νέα παρ. (3), προστέθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 2 Π.Δ. 103/22 Μαρτ.-2 Απρ. 1990 (ΦΕΚ Α΄ 47), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 78/29-51990). \"Αρθρ.2α.-Για τους σκοπούς του παρόντος Ν.Δ. δίδονται οι ακόλουθοι ορισμοί: α) \"Ασφαλιστική επιχείρηση\" θεωρείται: - για την εφαρμογή του 1ου έως και του 6ου Κεφαλαίου καθώς και του 8ου μέχρι και του 10ου κεφαλαίου, κάθε επιχείρηση που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τα άρθρα 3, 14, 15, 20 και 35 (παρ. 4). - για την εφαρμογή του 7ου Κεφαλαίου \"Ιδιαίτερες διατάξεις για την Ελευθερία Εγκατάστασης και για την Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών\", κάθε ασφαλιστική επιχείρηση που έχει έδρα σε κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του ΕΟΧ καθώς επίσης και κάθε πρακτορείο ή υποκατάστημα της επιχείρησης αυτής σε άλλο κράτος - μέλος. β) \"Ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας\" θεωρείται κάθε ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία εάν είχε καταστατική έδρα εντός της Ε.Ε. και του ΕΟΧ, θα χρειαζόταν άδεια σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ ή το άρθρο 6 της οδηγίας 79/267/ΕΟΚ, όπως ισχύουν. γ) \"Αντασφαλιστική επιχείρηση\" θεωρείται η επιχείρηση, πλην των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή των ασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτης χώρας, η κύρια δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην αποδοχή των κινδύνων, τους οποίους εκχωρεί ασφαλιστική επιχείρηση, ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή άλλες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. δ) \"Υποκατάστημα\" θεωρείται κάθε πρακτορείο ή υποκατάστημα ασφαλιστικής επιχείρησης σε άλλο κράτος - μέλος.</p>\n<p class=\"lf-p\">Εξομοιώνεται με πρακτορείο ή υποκατάστημα κάθε μόνιμη παρουσία μιας επιχείρησης στο έδαφος κράτους-μέλους της Ε.Ε. και του ΕΟΧ, έστω κι αν αυτή η παρουσία δεν έχει λάβει τη μορφή υποκαταστήματος ή πρακτορείου, αλλά ασκείται μέσω απλού γραφείου το οποίο διευθύνεται από προσωπικό της ίδιας επιχείρησης ή από ανεξάρτητο πρόσωπο εντεταλμένο να ενεργεί μονίμως για την επιχείρηση, όπως θα ενεργούσε ένα πρακτορείο. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθορίζεται η έννοια της \"μόνιμης παρουσίας\". ε) \"Εγκατάσταση\" θεωρείται η έδρα καθώς και κάθε πρακτορείο ή υποκατάστημά μίας επιχείρησης, λαμβάνοντας υπόψη το παραπάνω στοιχείο δ του παρόντος άρθρου. στ) \"Κράτος - μέλος καταγωγής\" θεωρείται το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η έδρα της ασφαλιστικής επιχείρησης που καλύπτει τον κίνδυνο ή αναλαμβάνει την ασφαλιστική υποχρέωση. (Αντί για τη σελ. 234,01(β) Σελ. 234,01(γ) Τεύχος 1444 Σελ. 3 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 ζ) \"Κράτος - μέλος υποκαταστήματος\" θεωρείται το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται το υποκατάστημα που καλύπτει τον κίνδυνο ή αναλαμβάνει την ασφαλιστική υποχρέωση. η) \"Κράτος - μέλος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος\" (για τις ασφαλίσεις κατά ζημιών) θεωρείται: - το κράτος - μέλος όπου βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία όταν η ασφάλιση αφορά κινητά ή ακίνητα και το περιεχόμενό τους, στο μέτρο που αυτό καλύπτεται από το ίδιο ασφαλιστήριο, - το κράτος - μέλος καταχώρησης όταν η ασφάλιση αφορά κάθε είδους μεταφορικά μέσα, - το κράτος - μέλος όπου ο ασφαλισμένος συνήψε τη σύμβαση, προκειμένου περί συμβάσεων διάρκειας κατώτερης από ή ίσης με τέσσερις μήνες, οι οποίες αφορούν κινδύνους που ανακύπτουν κατά τη διάρκεια ταξιδιού ή διακοπών ανεξαρτήτως κλάδου, - το κράτος - μέλος όπου ο ασφαλισμένος έχει την συνήθη διαμονή του ή, εάν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, το κράτος - μέλος όπου βρίσκεται η εγκατάσταση αυτού του νομικού προσώπου στο οποίο αναφέρεται το ασφαλιστήριο, σε όλες τις περιπτώσεις που δεν αναφέρονται ρητά στις προηγούμενες περιπτώσεις. θ) \"Κράτος - μέλος παροχής υπηρεσιών\" θεωρείται, για τις ασφαλίσεις κατά ζημιών, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται ο κίνδυνος, εφόσον καλύπτεται από εγκατάσταση ασφαλιστικής επιχείρησης ευρισκόμενη σε άλλο κράτος - μέλος και για τις ασφαλίσεις ζωής το κράτος - μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης εφ' όσον αυτή αναλαμβάνεται από εγκατάσταση ευρισκόμενη σε άλλο κράτος - μέλος. ι) \"Ασφαλιστική υποχρέωση\" (για τις ασφαλίσεις ζωής) θεωρείται η υποχρέωση η οποία συγκεκριμενοποιείται σε μια από τις μορφές ασφαλίσεων ή ένα από τα είδη εργασιών που αναφέρονται στο άρθρο 13 (παρ. 2). ια) \"Κράτος - μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης\", για τις ασφαλίσεις ζωής, θεωρείται το κράτος - μέλος στο οποίο ο αντισυμβαλλόμενος έχει την συνήθη διαμονή του, ή εάν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, το κράτος-μέλος στο οποίο βρίσκεται η εγκατάσταση του νομικού προσώπου στο οποίο αναφέρεται η σύμβαση.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σελ. 234,02(γ) Τεύχος 1444 Σελ. 4 ιβ) \"Έλεγχος\" θεωρείται η σχέση που υφίσταται μεταξύ μητρικής και θυγατρικής, όπως ορίζεται στο άρθρο 42ε του Κ.Ν. 2190/1920 \"περί ανωνύμων εταιριών\", το οποίο προσετέθη με το άρθρο 33 του Π.Δ. 409/1986 (Α΄ 191) και τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του Π.Δ. 498/1987 (Α΄ 236), ή παρεμφερής σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και επιχείρησης. ιγ) \"Ειδική συμμετοχή\" θεωρείται η κατοχή, άμεσα ή έμμεσα, τουλάχιστον 10% του εγγεγραμμένου κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης, ή κάθε άλλη δυνατότητα άσκησης ουσιώδους επιρροής στη διαχείριση της επιχείρησης στην οποία υπάρχει συμμετοχή. Για το σκοπό της εφαρμογής του ορισμού \"ειδική συμμετοχή\" λαμβάνεται υπόψη και το άρθρο 7 του Π.Δ. 51/92 (Α΄ 22). ιδ) \"Στενοί δεσμοί\" θεωρείται η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται μέσω: i. συμμετοχής, δηλαδή της άμεσης ή δι' ενός δεσμού ελέγχου κατοχής του είκοσι τοις εκατό (20%) ή άνω των δικαιωμάτων ψήφου ή του εγγεγραμμένου κεφαλαίου μιας επιχείρησης, ή 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως ii. δεσμού ελέγχου, δηλαδή μέσω της σχέσης που υπάρχει μεταξύ μιας μητρικής επιχείρησης και μιας θυγατρικής κατά την έννοια του άρθρου 42ε παρ. 5 του Κ.Ν. 2190/20 \"περί ανωνύμων εταιριών\", όπως ισχύει, ή μιας παρεμφερούς σχέσης μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και, μιας επιχείρησης.</p>\n<p class=\"lf-p\">Κάθε θυγατρική επιχείρηση μιας άλλης θυγατρικής επιχείρησης θεωρείται και αυτή ως θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των εν λόγω επιχειρήσεων. Στενός δεσμός μεταξύ δύο ή περισσοτέρων φυσικών ή νομικών προσώπων δημιουργείται επίσης και από μια κατάσταση κατά την οποία τα πρόσωπα αυτά συνδέονται μονίμως με το ίδιο πρόσωπο δια δεσμού ελέγχου. ιε) \"Μητρική επιχείρηση\" θεωρείται η μητρική όπως ορίζεται στο άρθρο 42ε του Κ.Ν. 2190/1920 \"περί ανωνύμων εταιριών\", όπως ισχύει. ιστ) \"Θυγατρική επιχείρηση\" θεωρείται η θυγατρική όπως ορίζεται στο άρθρο 42ε του Κ.Ν. 2190/1920 \"περί ανωνύμων εταιριών\", όπως ισχύει. Οποιαδήποτε θυγατρική επιχείρησης μιας άλλης θυγατρικής θεωρείται επίσης ως θυγατρική της μητρικής επιχείρησης, η οποία είναι επικεφαλής των εν λόγω επιχειρήσεων. ιζ) \"Συμμετοχή\" θεωρείται η άμεση ή έμμεση κατοχή του 10% ή πλέον των δικαιωμάτων ψήφου ή του εγγεγραμμένου κεφαλαίου μιας επιχείρησης. ιη) \"Συμμετέχουσα επιχείρηση\" θεωρείται η επιχείρηση η οποία είναι μητρική, είτε διαθέτει συμμετοχή σύμφωνα με το σημείο ιζ του άρθρου αυτού. ιθ) \"Συνδεδεμένη επιχείρηση\" μόνο για τις ανάγκες της συμπληρωματικής χρημα-τοοικονομικής εποπτείας θεωρείται είτε η θυγατρική, είτε οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση στην οποία υπάρχει συμμετοχή σύμφωνα με το σημείο ιζ του άρθρου αυτού. κ) \"Ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου\" θεωρείται η μητρική επιχείρηση, η κύρια δραστηριότητα της οποίας είναι η κτήση και η κατοχή συμμετοχών σε θυγατρικές επιχειρήσεις, όπου οι εν λόγω θυγατρικές είναι αποκλειστικά ή κυρίως ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή ασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών, εκ των οποίων θυγατρικών επιχειρήσεων η μία τουλάχιστον είναι ασφαλιστική επιχείρηση. κα) \"Ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας\" θεωρείται η μητρική επιχείρηση, η οποία δεν είναι ασφαλιστική επιχείρηση, ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, όταν η μία τουλάχιστον από τις θυγατρικές της είναι ασφαλιστική επιχείρηση. κβ) \"Ακαθάριστα καταχωρημένα (εγγεγραμμένα) ασφάλιστρα\": Περιλαμβάνουν όλα τα ποσά (και τα δικαιώματα συμβολαίων) που κατέστησαν απαιτητά κατά την εταιρική χρήση και τα οποία προκύπτουν από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, ανεξάρτητα από το αν αυτά τα ποσά μεταφέρονται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει σε μεταγενέστερη χρήση, συμπε-ριλαμβανομένων ιδίως: i. των ασφαλίστρων που δεν έχουν ακόμη εγγραφεί, εφόσον ο υπολογισμός του ασφαλίστρου μπορεί να γίνει στο τέλος του οικονομικού έτους, ii. - των εφάπαξ ασφαλίστρων και των καταβληθέντων ποσών για την απόκτηση ετήσιας προσόδου - των εφάπαξ ασφαλίστρων, στις ασφαλίσεις ζωής, που προέρχονται από την πρόβλεψη για συμμετοχές στα τεχνικά κέρδη και στις αποδόσεις και για επιστροφές, στο βαθμό που οι συμμετοχές αυτές μπορούν να θεωρούνται ως ασφάλιστρα για αύξηση του ασφαλισμένου κεφαλαίου, iii. των επιβαρύνσεων των ασφαλίστρων στην περίπτωση καταβολής ανά 6μηνο, τρίμηνο ή σε μηνιαία βάση και των επιπλέον καταβολών των αντισυμβαλλομένων για έξοδα της επιχείρησης, iv. στην περίπτωση συνασφάλισης, του μεριδίου της ασφαλιστικής επιχείρησης επί των συνολικών ασφαλίστρων, v. των ασφαλίστρων αντασφάλισης από εκχωρούσες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή ασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας συμπεριλαμβανομένων των εισφορών στο χαρτοφυλάκιο μετά από αφαίρεση: - των αποσύρσεων από το χαρτοφυλάκιο υπέρ των εκχωρουσών και επανεκχωρουσών ανωτέρω επιχειρήσεων, και - των ακυρώσεων.</p>\n<p class=\"lf-p\">Τα προαναφερόμενα ποσά δεν περιλαμβάνουν τα ποσά των φόρων ή των τελών που έχουν εισπραχθεί μαζί με τα ασφάλιστρα. κγ) \"Καθαρά καταχωρημένα ασφάλιστρα\": Είναι τα ασφάλιστρα του στοιχείου κβ΄ ανωτέρω μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων. κδ) \"Ακαθάριστα δεδουλευμένα ασφάλιστρα\": Είναι τα ασφάλιστρα του στοιχείου κβ΄ ανωτέρω λαμβάνοντας υπόψη και τη μεταβολή του συνολικού (ακαθάριστου - χωρίς αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων) αποθέματος μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων. (Μετά τη σελ.234,02(γ) Σελ. 234,021 Τεύχος 1444 Σελ.5 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 κε) \"Καθαρά δεδουλευμένα ασφάλιστρα\": Είναι τα ασφάλιστρα του στοιχ. κγ΄ ανωτέρω λαμβάνοντας υπόψη και τη μεταβολή του αποθέματος μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων που έχει εκχωρηθεί. κστ) \"Ασφάλιστρα κινδύνου\": Είναι τα ασφάλιστρα χωρίς τις επιβαρύνσεις για έξοδα πρόσκτησης και διαχείρισης (διοίκησης), τα οποία μπορεί να είναι ακαθάριστα ή καθαρά ή δεδουλευμένα, ανάλογα εάν εμπίπτουν στα στοιχεία κβ΄ ή κγ΄ ή κδ΄ ή κε΄ ανωτέρω. κζ) Για την εφαρμογή των στοιχ. κβ΄ έως και κστ΄ του παρόντος άρθρου, προκειμένου περί αλληλασφαλιστικών συνεταιρισμών της παρ. 4 του άρθρου 35, όπου αναφέρονται ασφάλιστρα νοούνται οι εισφορές. κη) \"Οργανωμένη αγορά\" θεωρείται η αγορά όπως ορίζεται στην οδηγία 93/22/ΕΟΚ (L 141/27/11.6.1993), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 97/9/ΕΚ (L 84/22/ 26.3.1997), σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών. κθ) \"Αρμόδια αρχή\" θεωρείται το Υπουργείο Ανάπτυξης - Γενική Γραμματεία Εμπορίου. λ) Όπου στο παρόν Ν.Δ. αναφέρεται Ευρωπαϊκή Λογιστική Μονάδα ή ECU νοείται το ΕΥΡΩ.</p>\n<p class=\"lf-p\">ΟΙ υπολογισμοί που προβλέπονται στο παρόν Ν.Δ., κατά την εισαγωγή του ΕΥΡΩ, πραγματοποιούνται με βάση την επίσημη \"κλειδωμένη\" ισοτιμία με στρογγυλοποίηση σε τέσσερα (4) δεκαδικά ψηφία, με ανώτατο όριο τα έξη (6), στους ενδιάμεσους υπολογισμούς, και σε δύο (2) δεκαδικά ψηφία στους τελικούς υπολογισμούς. λα) Ο \"Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος\" (ΕΟΧ) περιλαμβάνει τα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Βασίλειο της Νορβηγίας, την Δημοκρατία της Ισλανδίας και το Πριγκιπάτο του Λίχτενστάϊν, σύμφωνα με τον Νόμο 2155/1993 (Α΄ 104) \"Κύρωση Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (Ε.Ο.Χ.)\"». Το άρθρ.2α αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.3 Π.Δ.288/18-23 Οκτ.2002 (ΦΕΚ Α΄258), κατωτ.αριθ.37. Σελ. 234,022 Τεύχος 1444 Σελ.6 \"Άρθρ.3.-Με την επιφύλαξη των διατάξεων του 7ου Κεφαλαίου του παρόντος \"Ιδιαίτερες διατάξεις για την Ελευθερία Εγκατάστασης και την Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών\" ισχύουν τα ακόλουθα: 1.Η λειτουργία ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα στην Ελλάδα, προϋποθέτει άδεια που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου και που ισχύει για το σύνολο της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ενιαία άδεια) σε περίπτωση που πρόκειται να ασκήσει τις δραστηριότητες της η ενδιαφερόμενη επιχείρηση σε άλλο κράτος-μέλος, είτε με καθεστώς εγκατάστασης, είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.</p>\n<p class=\"lf-p\">Η άδεια χορηγείται κατά κλάδο ασφάλισης, για όλους ή μερικούς από τους κινδύνους που υπάγονται σ'αυτόν τον κλάδο καθώς και κατά ομάδα κλάδων ασφαλίσεων σύμφωνα με την κατάταξη που προβλέπεται στο άρθρο 13 τόυ παρόντος. Ασφαλιστική επιχείρηση που έλαβε άδεια για ένα κλάδο ή ομάδα κλάδων ασφαλίσεων κατά ζημιών, μπορεί να καλύπτει κινδύνους που περιλαμβάνονται σε άλλο κλάδο ασφάλισης κατά ζημιών (παρεπόμενους κινδύνους) χωρίς να απαιτείται άδεια και για τον κλάδο στον οποίο υπάγονται οι κίνδυνοι αυτοί, εφόσον (οι κίνδυνοι αυτοί): α) συνδέονται με τον κυρίως κίνδυνο, β) αφορούν το αντικείμενο που είναι ασφαλισμένο κατά του κυρίως κινδύνου, γ) ασφαλίζονται με το ασφαλιστήριο του κυρίως κινδύνου. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως Ειδικά για την άσκηση των κλάδων πιστώσεων, εγγυήσεων και νομικής προστασίας απαιτείται πάντοτε ιδιαίτερη άδεια, εκτός από τις περιπτώσεις ασφάλισης νομικής προστασίας για διαφορές που προκύπτουν από τη χρήση θαλασσίων πλοίων ή σχετίζονται με τη χρήση αυτή και η ασφάλιση αυτή μπορεί να θεωρηθεί παρεπόμενος κίνδυνος κατ' εφαρμογή των οριζομένων στο προηγούμενο εδάφιο. ΄Οταν πρόκειται για δραστηριότητες της παραγρ. 2 του άρθρου 13 του παρόντος, ο Υπουργός Εμπορίου, μπορεί να περιορίζει την άδεια που έχει ζητηθεί για ένα κλάδο, στις δραστηριότητες που αναφέρονται στο πρόγραμμα δραστηριότητας που υποβάλλει η αιτούσα επιχείρηση σύμφωνα με τα άρθρα 15 παρ.2 περιπτ.Β και 20 παρ.2 περιπτ.Β εδάφιο στ. 2.</p>\n<p class=\"lf-p\">Η άδεια δεν χορηγείται εφόσον η λειτουργία της επιχείρησης προσκρούει στις διατάξεις του παρόντος ή τα συμφέροντα των ασφαλισμένων ή προς τα χρηστά ήθη ή την δημόσια τάξη. Επίσης δεν χορηγείται εάν δεν έχει προηγουμένως ανακοινωθεί η ταυτότητα των μετόχων ή εταίρων, αμέσων ή εμμέσων, φυσικών ή νομικών προσώπων, που κατέχουν ειδική συμμετοχή, καθώς και το ποσό της συμμετοχής αυτής. Η άδεια δεν χορηγείται εάν το Υπουργείο Εμπορίου, λαμβανομένης υπ' όψιν της ανάγκης εξασφάλισης υγιούς και συνετής διαχείρισης της ασφαλιστικής επιχείρησης, δεν έχει πεισθεί για την καταλληλότητα των εν λόγω μετόχων ή εταίρων. Προκειμένου περί νομικών προσώπων με ειδική συμμετοχή, το Υπουργείο Εμπορίου δικαιούται να ζητά τη γνωστοποίηση της ταυτότητας των φυσικών προσώπων, που άμεσα ή έμμεσα ελέγχουν τα νομικά αυτά πρόσωπα.</p>\n<p class=\"lf-p\">Επίσης όταν τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα κατέχουν συμμετοχή στην ασφαλιστική επιχείρηση η οποία με τον τρόπο αυτό καθίσταται θυγατρική τους, το Υπουργείο Εμπορίου δύναται να ζητά την γνωστοποίηση των οικονομικών τους στοιχείων (οικονομικές καταστάσεις) για, τον έλεγχο της χρηματοοικονομικής τους κατάστασης. Για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο της ταυτότητας των φυσικών προσώπων που ελέγχουν νομικά πρόσωπα και τα οποία κατέχουν ειδική συμμετοχή σε μια ασφαλιστική επιχείρηση, το Υπουργείο Εμπορίου δύναται: i) να επιβάλει την υποχρέωση στα νομικά αυτά πρόσωπα να έχουν ονομαστικές τις μετοχές με δικαίωμα ψήφου, ii) να απαιτεί, όπως συγκεκριμένα ποσοστά του συνόλου των πιο πάνω ονομαστικών μετοχών με δικαίωμα ψήφου ανήκουν σε ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα, που τυγχάνουν της προηγούμενης έγκρισης του Υπουργείου Εμπορίου.</p>\n<p class=\"lf-p\">Το Υπουργείο Εμπορίου, κατά τον έλεγχο της καταλληλότητας των ανωτέρω προσώπων, συνεργάζεται με τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατώνμελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ ή άλλες αρχές. «Η άδεια δεν χορηγείται, όταν υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ μιας ασφαλιστικής επιχείρησης και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων και το Υπουργείο Ανάπτυξης κρίνει ότι οι δεσμοί αυτοί παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση της αποστολής του στον τομέα εποπτείας. Το Υπουργείο Ανάπτυξης αρνείται επίσης την άδεια εάν οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης, εκτός ΕΟΚ και ΕΕ , χώρας στις οποίες υπάγονται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, με τα οποία η ασφαλιστική επιχείρηση έχει στενούς δεσμούς ή δυσχέρειες σχετικές με την εφαρμογή τους, παρεμποδίζουν την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής του στον τομέα της εποπτείας.</p>\n<p class=\"lf-p\">Το Υπουργείο Ανάπτυξης απαιτεί από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να του παρέχουν τις πληροφορίες που ζητεί ώστε να μπορεί να βεβαιώνεται ότι πληρούνται πάντοτε οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στα δύο προηγούμενα εδάφια της παρούσας παραγράφου». Τα μέσα σε «» εδάφια προστέθηκαν με την παρ.2 άρθρ.2 Π.Δ.159/27 Μαΐου-5 Ιουν.1998 (ΦΕΚ Α΄121), κατωτ.αριθ.28. Κάθε αρνητική απόφαση, πρέπει να είναι πλήρως δικαιολογημένη και κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση το αργότερο μέσα σε τρείς μήνες από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. (Αντί για τη σελ.234,03) Σελ. 234,03(α) Τεύχος 1444 Σελ.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 3. Η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης, ανακαλείται στις περιπτώσεις που προβλέπονται από το νομοθετικό αυτό διάταγμα, σε περίπτωση καταδίκης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 43 μέχρι 49, καθώς και αν έπαψαν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για τις οποίες αυτή δόθηκε ή παραβιάζονται σοβαρά οι κάθε είδους υποχρεώσεις που επιβάλλονται από το παρόν.</p>\n<p class=\"lf-p\">Ειδικά για τις παραβάσεις που προβλέπονται από το άρθρο 44, είναι δυνατό να ανακαλείται η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης και χωρίς να ασκηθεί ποινική δίωξη, αν απειλούνται τα συμφέροντα των ασφαλισμένων ή η δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. 4.Άδεια, που έχει χορηγηθεί για λειτουργία ασφαλιστικής επιχείρησης ή για άσκηση κάποιου κλάδου ασφάλισης, ανακαλείται με τον ίδιο τρόπο αν, σε 12 μήνες από τη χορήγησή της, δεν έγινε έναρξη εργασιών ή αν η ασφαλιστική επιχείρηση παραιτείται ρητά απ' αυτήν. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση που ανασταλούν οι εργασίες στο σύνολο ή κατά ένα μέρος, πέραν των έξι μηνών. 5. Μερική ή ολική, οριστική ή προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης, γίνεται μετά από αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Εμπορίου και κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη ασφαλιστική επιχείρηση.</p>\n<p class=\"lf-p\">Αυτό ισχύει και στις περιπτώσεις που η ανάκληση γίνεται για λόγους που στηρίζονται αποκλειστικά στη νομοθεσία σχετικά με ανώνυμες εταιρίες και συνεταιρισμούς. 6. Τριάντα ημέρες μετά την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης θεωρούνται αυτοδίκαια λυμένες όλες οι ασφαλιστικές συμβάσεις της, εκτός από αυτές των ασφαλίσεων ζωής, εφόσον μέσα στην πιο πάνω προθεσμία δεν έχει εγκριθεί από τον Υπουργό Εμπορίου τυχόν αίτηση άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης περί αναδοχής του ασφαλιστικού της χαρτοφυλακίου. Τα καταβληθέντα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα επιστρέφονται. Τυχόν καταβληθείσες νόμιμες προμήθειες επιστρέφονται ή αναζητούνται από τον εκκαθαριστή. 7 Με την οριστική ανάκληση \"της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης ανακαλείται αυτοδίκαια η άδεια σύστασης και επέρχεται η λύση της. 8.</p>\n<p class=\"lf-p\">Ασφαλιστική ανώνυμη εταιρία μπορεί να μετατραπεί σε άλλου είδους εμπορική ανώνυμη εταιρία μετά από απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αν έχουν λήξει όλα τα ασφαλιστήριά της και δεν υπάρχουν εκκρεμείς δίκες και απαιτήσεις κατ' αυτής με αντικείμενο ασφαλιστικές παροχές (ασφάλισμα) ή έχει εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 59 του παρόντος η μεταφορά όλων των ασφαλιστηρίων της μετά των συναφών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε άλλη ασφαλιστική επιχείρηση ή άλλη ασφαλιστική επιχείρηση που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα αναλάβει τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις της. Στην περίπτωση αυτήν δεν εφαρμόζεται η παρ.7 του παρόντος άρθρου\". Το άρθρ.3 αντικαταστάθηκε ως άνω από το</p></div>", "next": 0}