{"html": "<div class=\"lf-doc\"><p class=\"lf-p\">Σελ. 88,02(α) Τεύχος 1202 Σελ. 40 39.Γ.α.48 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών 6.Δια Β. Δ/των εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού Δικαιοσύνης θέλουσιν ορισθή αι κυρώσεις δια την παράλειψιν της εμπροθέσμου καταβολής της εισφοράς και των λοιπών υποχρεώσεων των ησφαλισμένων, αι προϋποθέσεις εν γένει του δικαιώματος της επικουρικής παροχής εις τα εν παρ. 3 πρόσωπα, τα δικαιούχα μέλη των οικογενειών αυτών εν τη περιπτώσει θανάτου, ιδία δε ο χρόνος της απαιτουμένης πραγματικής ασκήσεως του Δικηγορικού λειτουργήματος, τα της αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας και της εξαγοράς αυτής, τα της εισφοράς λόγω διορισμού, προαγωγής και γάμου, τα των εκπτώσεων και παραγραφών, ο χρόνος της ενάρξεως των παροχών, όστις δεν δύναται να καθορισθή ενωρίτερον της τριετίας από της ενάρξεως του Ειδικού Λογαριασμού, ο τύπος των αποδείξεων και πάσα εν γένει λεπτομέρεια σχετιζομένη με την διαχείρισιν του λογαριασμού και τον τρόπον εισπράξεως των πόρων του.</p>\n<p class=\"lf-p\">Δια Β. Δ/των δύναται να ορίζηται ομοίως και μεταβάλληται εκάστοτε ο τρόπος και ο τύπος αποδείξεως καταβολής της εν παρ. 2α εισφοράς ως και η τήρησις ειδικού ασφαλιστικού βιβλιαρίου και εν γένει πάσα λεπτομέρεια εφαρμογής τούτων. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Νοσοκομειακή περίθαλψις</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-31\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.31</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Δια Β.Δ/τος εκδιδομένου τη προτάσει των Υπουργών Συντονισμού, Δικαιοσύνης και Οικονομικών κατόπιν σχετικής αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, λαμβανομένης δι’ απολύτου πλειοψηφίας των μελών του, δύναται να διατίθενται πόροι του Ταμείου, εις ους περιλαμβάνεται και το κατά το άρθρ. 15 του παρόντος «εγγυητικόν κεφάλαιον» του Ταμείου, πέραν των δια τας συντάξεις, λοιπάς παροχάς και δαπάνας διοικήσεως απαραιτήτων τοιούτων, προς ίδρυσιν και λειτουργίαν Νοσηλευτικού Ιδρύματος, σκοπόν έχοντος την παροχήν νοσοκομειακής περιθάλψεως εις του Συνταξιούχους του Ταμείου και τας οικογενείας αυτών, εξαιρέσει των συνταξιούχων Συμβολαιογράφων και των συνταξιοδοτουμένων εκ του Δημοσίου Ταμείου εμμίσθων συνταξιούχων του Ταμείου, οίτινες δύνανται να υπαχθώσι εις τας διατάξεις του παρόντος άρθρου, εάν επιθυμώσι τούτο Αι δαπάναι της περιθάλψεως ταύτης θα καλύπτωνται εκάστοτε δι’ ιδιαιτέρων πόρων, ως ειδικός κανονισμός, καταρτιζόμενος παρά του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου και εγκρινόμενος δι’ αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης θέλει ορίζει. Δι’ ειδικού κανονισμού επίσης ομοίως εγκρινομένου θέλει ρυθμίζονται και τα της όλης οργανώσεως του Νοσηλευτικού Ιδρύματος. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ Μεταβατικαί διατάξεις.</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-32\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.32</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Το κατά την δημοσίευσιν του παρόντος υφιστάμενον Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου, συμπληρούμενον κατά τα εν παρ. 4 του άθρρ. 4 του παρόντος οριζόμενα δια του εν παρ. 1 στοιχ. δ΄ του αυτού άρθρου μέλους, διατηρείται και ασκεί τα καθήκοντα μέχρι λήξεως της θητείας του</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-33\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.33</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Η υποχρεωτική ασφάλισις των εν άρθρ. 7 του παρόντος όντων διωρισμένων εις την Δωδεκάνησον κατά την 1ην Ιουν. 1952 λογίζεται από της χρονολογίας ταύτης, αφ’ ης δυνάμει του άρθρ. 15 του Νόμ. 2112/1952, επεξετάθη η Νομοθεσία περί «Ταμείου Συντάξεων Νομικών» και εις Δωδεκάνησον. Την μη συμπίπτουσαν προς χρόνον ασφαλίσεως προϋπηρεσίαν εν Ελλάδι ή Δωδεκανήσω μέχρις 27 ετών δικαιούνται να αναγνωρίσουν εν όλω ή εν μέρει δι’ εξαγοράς οι δυνάμει του προηγουμένου εδαφίου καταστάντες, μέχρι και της ισχύος του παρόντος ησφαλισμένοι, εκτός εάν κατά την 1ην Ιουν. 1952 είχον υπερβή το 65ον έτος της ηλικίας των, ότε δύνανται να αναγνωρίσουν προϋπηρεσίαν μέχρι 30 ετών. 2.Η διάταξις της παρ. 5 του άρθρ. 7 του παρόντος δεν έχει εφαρμογήν επί των κατά την ισχύν αυτού ησφαλισμένων των μετεχόντων και εις τα Μετοχικά Ταμεία «Πολιτικών Υπαλλήλων», «Στρατού», «Ναυτικού» και «Αεροπορίας». 3.Αι μέχρι της ισχύος του παρόντος εκδοθείσαι αποφάσεις του Διοικ Συμβουλίου, δι’ ων ανεγνωρίσθη ότι υπάγονται εις την ασφάλισιν του Ταμείου και πρόσωπα μη κατονομαζόμενα εις την παρ. 1 του άρθρ. 7 του παρόντος, εξακολουθούσιν ισχύουσαι. 4.Αι δυνάμει των καταργουμένων διατάξεων των άρθρ. 33 του Α. Ν. 1752/1939 και 5 του Νόμ. 2112/1952 ασφαλισθέντες παρά τω Ταμείω μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος εξακολουθούσι μετέχοντες της ασφαλίσεως των δια των άνω διατάξεων οριζομένων υποχρεώσεων και δικαιωμάτων τούτων διατηρουμένων. 5.Επίσης οι δυνάμει των καταργουμένων διατάξεων του εδαφ. ς΄ της παρ. 1 Β΄ του άρθρ. 7 του Α.Ν. 1621/1939, άρθρ. 18 Α.Ν. 2732/1940 ως και του άρθρ. 13 παρ. 2 του Α.Ν. 2682/1940 ασφαλισθέντες παρά τω Ταμείω μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος, εξακολουθούσι μετέχοντες της ασφαλίσεως, υπέχουσι δε τας υποχρεώσεις των εμμίσθων ησφαλισμένων και απολαμβάνουσι της αυτής συντάξεως, ως οι έμμισθοι ησφαλισμένοι, αναλόγως δε της τάξεως, εις ην υπήγοντο, βάσει των καταργουμένων διατάξεων. (Αντί της σελ. 89(α) Σελ. 89(β) 282-029 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών 39.Γ.α.48 6.α)Ησφαλισμένοι του Ταμείου, μετατασσόμενοι εξ οιουδήποτε λόγου εις θέσεις μη συνεπαγομένας την ασφάλισιν εν τω Ταμείω, εφ’ όσον κατά τον χρόνον της μετατάξεως συνεπλήρωσαν τας δια του παρόντος προβλεπομένας προϋποθέσεις απονομής συντάξεως, δικαιούνται τοιαύτης, άλλως παύει η παρά τω Ταμείω ασφάλισίς των, δεν δικαιούνται δ’ εις ανάληψιν των υπέρ του Ταμείου εξ οιουδήποτε λόγου καταβολών, εκτός αν ο παρών Νόμος ορίζη άλλως ειδικώς. β)Οι δυνάμει της καταργουμένης διατάξεως της παρ. 3 του άρθρ. 3 του Ν.Δ. 3791/1957 ως και οι δυνάμει του Νόμ. 1745/1951 μεταταγέντες εκ του Σώματος Δικαστικού της Ε.Β.Α., στερηθέντες του δικαιώματος της ασφαλίσεως, δικαιούνται εις ανάληψιν των από της ισχύος του Νόμ. 18/1944 και εντεύθεν καταβληθέντων ποσών λόγω εισφοράς, αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας και γάμου, ατόκως, εφ’ όσον η σχετική αίτησις ήθελεν υποβληθή εντός έξ μηνών από της ισχύος του παρόντος. άρθρ. 16 Νόμ. 1090/1980 (ΦΕΚ Α΄ 263), αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ. 1</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-34\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.34</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.α)Αι μέχρι της ισχύος του παρόντος οφειλόμεναι υπό των καταστάντων ησφαλισμένων προ του Νόμ. 18/1944 μηνιαίαι εισφοραί αμίσθων (πλην των εισφορών των εν αναστολή και των Δικηγόρων Καθηγητών Ανωτάτων Σχολών) και εμμίσθων, από 1ης Οκτ. 1929 μέχρι της ισχύος του Νόμ. 18/1944, καταβάλλονται προς δραχ. 100 υπό των α΄ τάξεως τοιούτων και αναλόγως της τάξεως εις ην ανήκουσι κατά τον χρόνον της καταβολής, εκτός εάν καταβληθώσιν αύται εντός εννεαμήνου από της ισχύος αυτού, ότε η πληρωμή τούτων ενεργείται συμφώνως προς τας μέχρι ταύτης ισχυούσας διατάξεις. β)Αι από 1ης Οκτ. 1929 μέχρι της ισχύος του παρόντος οφειλόμεναι εισφοραί των εν αναστολή της Δικηγορίας και των Δικηγόρων Καθηγητών ανωτάτων Σχολών καταβάλλονται εις τα υπό του εδαφ. β΄ της παρ. 1 του άρθρ. 10 του παρόντος οριζόμενα ποσά, εκτός εάν καταβληθώσιν αύται εντός εννεαμήνου από της ισχύος αυτού, ότε η πληρωμή τούτων ενεργείται συμφώνως προς τας μέχρι ταύτης ισχυούσας διατάξεις. 2.Αι υπό των από 3 Μαΐου 1952 συνταξιοδοτηθέντων, ησφαλισμένων δε γενομένων προ του Νόμ. 18/1944 ή οικογενειών αυτών, οφειλόμεναι μηνιαίαι εισφοραί της προηγουμένης παραγράφου ,καταβάλλονται εις τα υπό του αυτού εδαφίου οριζόμενα ποσά των δραχ. 75 και 50 μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, επιβαρυνόμενα δια προσαυξήσεως 5% ετησίως από 12 Οκτ. 1960 μέχρις εξοφλήσεως. 3.Αι από της ισχύος του Νόμ. 18/1944 μέχρι της ισχύος του παρόντος οφειλόμεναι μηνιαίαι εισφοραί εμμίσθων ησφαλισμένων καταβάλλονται εις τα εν άρθρ. 10 του αυτού Νόμου οριζόμενα ποσά, πλέον προσαυξήσεως 5% ετησίως από της καθυστερήσεως μέχρις εξοφλήσεως, εκτός εάν καταβληθώσιν αύται εντός εννεαμήνου από της ισχύος του παρόντος ότε η πληρωμή τούτων ενεργείται συμφώνως προς τας μέχρι ταύτης ισχυούσας διατάξεις Σελ. 90(β) 282-030 4.Οι δυνάμει των Α. Ν. 1621/1939, 2732/1940 Νόμ. 1359/1944 και 2112/1952 περιληφθέντες εις την ασφάλισιν ως και οι από της ισχύος του Νόμ. 18/1944 μέχρι της ισχύος του παρόντος καταστάντες ησφαλισμένοι, τα παρ’ αυτών οφειλόμενα εκ μηνιαίων εισφορών προ η μετά την ισχύν του Νόμ. 18/1944 ποσά, καταβάλλονται ταύτα ως εν άρθρ. 10 του παρόντος ορίζονται, πλέον προσαυξήσεως 5% ετησίως από της καθυστερήσεως μέχρις εξοφλήσεως, εκτός εάν καταβάλωσι ταύτα εντός εννεαμήνου από της ισχύος του παρόντος, ότε η πληρωμή τούτων ενεργείται συμφώνως προς τας μέχρι ταύτης ισχυούσας διατάξεις. Αι ανωτέρω εν παρ. 1, 3 και 4 τασσόμεναι προθεσμίαι εξοφλήσεως των προς το Ταμείον Νομικών οφειλών παραταθείσαι δια της παρ. 1 άρθρ. 16 Ν.Δ. 4189/1961 (κατωτ. αριθ. 50), της παρ. 1 άρθρ. 9 Ν.Δ. 4272/1962 (κατωτ. αριθ. 51) και της παρ. 1 άρθρ. 6 Νόμ. 4329/1963 (τόμ. 6 σελ. 38,03) παρετάθησαν και αύθις δια της παρ. 1 άρθρ. 19 Νόμ. 4507 της 18/28 Μαρτ. 1966 (κατωτ. αριθ. 56) επί 18 μήνας από της ισχύος αυτού προς συνολικήν εξόφλησιν των οφειλών. 39.Γ.α.48 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-35\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.35</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">«1.Οι ησφαλισμένοι δικαιούνται εις αναγνώρισιν δι’ εξαγοράς εν όλω ή εν μέρει της μη συμπιπτούσης προς χρόνον ασφαλίσεως προϋπηρεσίας της διανυθείσης εν Ελλάδι ή Αιγύπτω υπό τινα των εν παρ. 1 του άρθρ. 7 του παρόντος ιδιοτήτων, ως και χρόνον μέχρι πέντε ετών εκ της πραγματικής υπηρεσίας των ως Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων ή ως υπαλλήλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, ή εκ της πραγματικής υπηρεσίας των ως καθηγητών των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, ή εκ της υπηρεσίας των ως εκπαιδευτικών εις σχολεία Ελληνικών Κοινοτήτων Κύπρου, Δωδεκανήσου, Βορείου Ηπείρου, Τουρκίας και Αιγύπτου ή εκ Δικηγορικής υπηρεσίας εν Β. Ηπείρω ή εκ της εις τας Ενόπλους Δυνάμεις και εις τα Σώματα Ασφαλείας υπηρεσίας των Προκειμένου περί των καταστάντων ησφαλισμένων μετά την 1.1.1961, αι ως άνω υπηρεσίαι, δύνανται ν’ αναγνωρισθώσιν υπό την προϋπόθεσιν ότι δεν υπελογίσθησαν ή δεν είναι υπολογιστέαι κατά τον χρόνον αναγνωρίσεως δια την εκ του Δημοσίου ή άλλου οργανισμού συνταξιοδότησίν των». Το ανωτέρω εντός « » πρώτον εδάφιον αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 άρθρ. 17 Νόμ. 730/1977 (κατωτ. αριθ. 68). Τα ούτω εξαγοραζόμενα έτη, άτινα όμως εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να είναι δια πάσας τας ως άνω εν συνόλω περιπτώσεις πλείονα των 27, εξομοιούνται προς χρόνον ασφαλίσεως και συνυπολογίζονται, τόσον δια την δημιουργίαν του δικαιώματος της συντάξεως, όσον και δια τον καθορισμόν του ποσού ταύτης. 2.Τα ήδη ησφαλισμένα ισόβια μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως και ο παρ’ αυτώ Γενικός Επίτροπος δικαιούντια να αναγνωρίσωσι δι’ εξαγοράς την μη συμπίπτουσαν προς τον χρόνον ασφαλίσεως έμμισθον πραγματικήν προϋπηρεσίαν των εν θέσει Δημοσίου Πολιτικού Υπαλλήλου μέχρις 27 ετών. «3.Οι ησφαλισμένοι δικολάβοι δικαιούνται εις αναγνώρισιν δι’ εξαγοράς, εν όλω ή εν μέρει του χρόνου από της ορκίσεώς των ως δικολάβων, εφ’ όσον κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Νομικών ήσκουν το επάγγελμά των, και υπό τον περιορισμόν ότι ο χρόνος ούτος μετά πάσης ετέρας αναγνωριστέας κατά νόμον προϋπηρεσίας, δεν δύναται εις οιανδήποτε περίπτωσιν να υπερβή εν συνόλω τα 27 έτη». Η παρ. 3 αντικατασταθείσα δια της παρ. 3 άρθρ. 18 Νόμ. 4507/1966 (κατωτ. αριθ. 56) αντικατεστάθη εκ νέου ως άνω δια της παρ. 1 άρθρ. 18 Νόμ. 730/1977 (κατωτ. αριθ. 68). 4.Ησφαλισμένοι κατά την ισχύν του παρόντος υπηρετήσαντες ως Έλληνες Δικασταί παρά τοις Μικτοίς Δικαστηρίοις Αιγύπτου, και μη τυχόντες συντάξεως εκ του Δημοσίου Ταμείου εκ της ιδιότητος ταύτης, δικαιούνται εις αναγνώρισιν του χρόνου τούτου δι’ εξαγοράς, εφ’ όσον κατά τον χρόνον του διορισμού των εις την άνω θέσιν ετύγχανον ησφαλισμένοι του Ταμείου. 5.Τα του τρόπου του υπολογισμού και αποδείξεως της εν τοις παρ. 1 του άρθρ. 33 και 1, 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου προϋπηρεσίας καθορίζονται δια Β.</p>\n<p class=\"lf-p\">Δ/τος προτάσει του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. 6.Η βάσει των καταργουμένων διατάξεων του άρθρ. 7 παρ. 1 και 2 του Νόμ. 2112/1952 και του άρθρ. 5 του Ν. Δ. 3406/55 βεβαιωθείσα μέχρι της ισ΄χυος του παρόντος προϋπηρεσία ως και η εν τη αυτή ως άνω διατάξει της παρ. 1 του άρθρ. 7 του Νόμ. 2112/1952 και μέχρι του αυτού ορίου προϋπηρεσία των ήδη ησφαλισμένων υπαλλήλων της Γραμματείας των Δικαστηρίων υπολογίζεται ως συντάξιμος παρά τω Ταμείω. «Εις ην περίπτωσιν το μεσολαβήσαν από της διαγραφής μέχρι της επανεγγραφής χρονικόν διάστημα είναι μείζον των έξ ετών, τα περί ων τα προηγούμενα εδάφια πρόσωπα, δικαιούνται, υπό τας προϋποθέσεις και τους όρους τούτων, όπως αναγνωρίσουν εις το Ταμείον Νομικών και τον Κλάδον Επικουρικής Ασφαλίσεως Δικηγόρων χρόνον μέχρι του ημίσεος του χρόνου στερήσεως του δικαιώματος ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος και πάντως ουχί μείζονα των έξ ετών».</p>\n<p class=\"lf-p\">Το ανωτέρω εντός « » εδάφιον προσετέθη δια της παρ. 2 άρθρ. 18 Νόμ. 730/1977 (κατωτ. αριθ. 68). Δια της παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι η διάταξις του ανωτέω εδαφίου έχει εφαρμογήν και δια τους από της ενάρξεως της ισχύος του Νόμ. 4507/1966 εξελθόντας της ασφαλίσεως, ως και τας οικογενείας τούτων, η δε εκ της προσμετρήσεως του δια της εν λόγω διατάξεως παρεχομένου χρόνου προσαύξησις της συντάξεως άρχεται από της ολοσχερούς εξοφλήσεως του δια την εξαγοράν του απαιτουμένου ποσού. «7.Η κατά τας προηγουμένας παρ. 1 έως 4 και 6 αναγνώρισις και εξαγορά προϋπηρεσίας, ως και πλασματικής τοιαύτης, αποτελεί δικαίωμα του ησφαλισμένου, το οποίον ούτος δύναται να ασκήση δι’ ολόκληρον ή μέρος της προϋπηρεσίας ταύτης, καθ’ όλην την διάρκειαν της ασφαλίσεώς του, του δικαιώματος τούτου ανήκοντος εις την οικογένειαν του ησφαλισμένου, εν περιπτώσει θανάτου αυτού.</p>\n<p class=\"lf-p\">Το δικαίωμα αναγνωρίσεως και εξαγοράς δύναται να ασκηθή υπό του συνταξιούχου, ως και υπό της οικογενείας του θανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου και μετά την λήψιν (Αντί για τη σελ. 91(δ) Σελ. 91(ε) Τεύχος Ι-51 Σελ. 89 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών 39.Γ.α.48 της περί συνταξιοδοτήσεως αποφάσεως και εντός πενταετίας από ταύτης, το δε κατά συνυπολογισμόν της αναγνωριζομένης προϋπηρεσίας προκύπτον ποσόν ή προσαύξησις, άρχεται καταβαλλομένη από του χρόνου της εξοφλήσεως της οφειλής της εξαγοράς». Η παρ. 7 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 29 Νόμ. 730/1977 (κατω. αριθ. 68). 8.Το προς εξαγοράν του χρόνου προϋπηρεσίας ποσόν κανονίζεται αναλόγως της τάξεως, εις ην ανήκεν ο ησφαλισμένος κατά την έναρξιν της ασφαλίσεώς του, και ορίζεται δια μεν τους της πρώτης τάξεως ησφαλισμένους εις δραχ. 200, διαδε τους της δευτέρας τοιαύτης εις δραχ. 150 δι’ έκαστον εξαγοραζόμενον μήνα, και καταβάλλεται άνευ προσαυξήσεως μεν μέχρι 31 Δεκεμβρίου του επομένου της ασφαλίσεως έτους, μετά προσαυξήσεως δε 5% ετησίως από της ληξεως της προθεσμίας ταύτης μέχρις εξοφλήσεως, εκτός εάν η εξόφλησις της σχετικής υποχρεώσεως συντελεσθή εντός εννεαμήνου από της ισχύος του παρόντος, ότε αύτη ενεργείται συμφώνως προς τας μέχρι ταύτης ισχυούσας διατάξεις. 9.Οι ησαφλισμένοι προ του Νόμ. 18/1944, ως και οι συνταξιούχοι και αι οικογένειαι αυτών καταστάντες τοιούτοι από της 3ης Μαΐου 1952 οφείλοντες ποσά λόγω προϋπηρεσίας καταβάλλουσι ταύτα συμφώνως τη προηγουμένη παραγράφω πλην άνευ προσαυξήσεως μεν μέχρι 11 Οκτ. 1960, μετά προσαυξήσεως δε προς 5% ετησίως έκτοτε μέχρις εξοφλήσεως, εκτός εάν η εξόφλησις της σχετικής υποχρεώσεως συντελεσθή εντός εννεαμήνου από της ισχύος του παρόντος, ότε αύτη ενεργείται συμφώνως προς τας μέχρι ταύτης ισχυούσας διατάξεις.</p>\n<p class=\"lf-p\">Η διάταξις της ανωτέρω παρ. 6 η αφορώσα την αναγνώρισιν της προϋπηρεσίας των υπαλλήλων της Γραμματείας των Δικαστηρίων μέχρι δέκα ετών έχει εφαρμογήν και δια τους συνταξιούχους της κατηγορίας ταύτης δυνάμει της παρ. 1 άρθρ. 14 Νόμ. 4290/1963 (κατωτ. αριθ. 51). Αι ανωτέρω εν παρ. 8 και 9 τασσόμεναι προθεσμίαι εξοφλήσεως των προς το Ταμείον Νομικών οφειλών, παραταθείσαι δια της παρ. 1 άρθρ. 16 Ν.Δ. 4189/1961 (κατωτ. αριθ. 50), της παρ. 1 άρθρ. 9 Ν.Δ. 4272/1962 (κατωτ. αριθ. 51) και της παρ. 1 άρθρ. 6 Νομ. 4329/1963 (τόμ. 6 σελ. 38,03) παρετάθησαν και αύθις δια της παρ. 1 άρθρ. 19 Νόμ. 4507 της 18/28 Μαρτ. 1966 (κατωτ. αριθ. 56) επί 18 μήνας από της ισχύος αυτού προς συνολικήν εξόφλησιν των οφειλών.</p>\n<p class=\"lf-p\">Πέραν των ανωτέρω ανεγνωρίσθη εις τους ησφαλισμένους δικαίωμα αναγνωρίσεως δι’ εξαγοράς δύο επί πλέον ετών δια της παρ. 1 άρθρ. 18 Νόμ. 4507/1966 (κατωτ. αριθ. 56) υπό τας εν αυτώ προϋποθέσεις. Σελ. 92(ε) Τεύχος Ι-51 Σελ. 90 39.Γ.α.48 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών «10.Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου, εκτός από το χρόνο που αναγνωρίζουν σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του άρθρου αυτού και το χρόνο άσκησης δικηγορίας, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρ. 14 του Νόμ. 1090/1980 (ΦΕΚ 263), δικαιούνται να αναγνωρίσουν ως χρόνο ασφάλισης τρία επί πλέον έτη, εφ’ όσον υποβάλουν σχετική αίτηση μέχρι την ημέρα της διακοπής της ασφάλισής τους ή και μετά τη διακοπή της ασφάλισης και μέχρι την ημέρα που θα υποβάλουν αίτηση για συνταξιοδότηση και καταβάλουν μέχρι την ημερομηνία αυτή τα ποσά εξαγοράς που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρ. 3 του Νόμ. 1090/1980.</p>\n<p class=\"lf-p\">Ο χρόνος που αναγνωρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου δε λαμβάνεται υπόψη για τη συμπλήρωση των χρονικών προϋποθέσεων για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και της ειδικής παροχής γαμηλίου επιδόματος από το Ταμείο. Κατ’ εξαίρεση των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου της παραγράφου αυτής, ο αναγνωριζόμενος χρόνος λαμβάνεται υπόψη και για τη συμπλήρωση των χρονικών προϋποθέσεων για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και της ειδικής παροχής γαμηλίου επιδόματος, εφ’ όσον ο ασφαλισμένος έχει συμπληρώσει το 60ο έτος της ηλικίας του». «11.Κατ’ εξαίρεση των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου, ο χρόνος που αναγνωρίζεται σύμφωνα με αυτές λαμβάνεται υπόψη και για τη συμπλήρωση των χρονικών προϋποθέσεων, για θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, από τους ασφαλισμένους που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση του Ταμείου μέχρι την ισχύ του Νόμ. 1512/1985 (ΦΕΚ 4), οι οποίοι δικαιούνται να αναγνωρίσουν πέντε έτη, στα οποία περιλαμβάνεται και ο χρόνος άσκησης δικηγορίας, εφ’ όσον υποβάλουν αίτηση για αναγνώριση του χρόνου μέσα σε προθεσμία ενός έτους που αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου αυτού και εξαγοράσουν ολόκληρο το ποσό της οφειλής μέσα σε προθεσμία ενός έτους που αρχίζει από την ημέρα που θα παραλάβουν τη σχετική απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Ταμείου για την αναγνώριση του χρόνου και για το ύψος του οφειλόμενου ποσού.</p>\n<p class=\"lf-p\">Η εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου γίνεται με την καταβολή της εισφοράς που ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για αναγνώριση. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου έχουν εφαρμογή και για όσους για οποιοδήποτε λόγο έχουν διακόψει την ασφάλισή τους στο Ταμείο από την ισχύ των διατάξεων του Νόμ. 1512/1985 μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων αυτού του νόμου». Οι παρ. 10 και 11 προστέθηκαν από την παρ. 1 άρθρ. 17 Νομ. 1759/1988 (ΦΕΚ Α΄ 50), (τόμ. 15Β΄ , σελ. 70,866). Σύμφωνα δε με την παρ. 3 άνω άρθρ. 17 Νόμ. 1759/1988 στο χρόνο ασφάλισης των άνω παρ. 10 και 11 περιλαμβάνεται και ο χρόνος που έχει αναγνωρισθεί σύμφωνα με τις διατάξεις που καταργούνται από την παρ. 2 του άνω άρθρ. 17. άρθρ. 24 Νόμ. 1759/1988 (ΦΕΚ Α΄ 50), (τόμ.15Β, σελ. 70,866).</p>\n<p class=\"lf-p\">Σύμφωνα δε με την παρ. 2 άνω άρθρ. 24 μέχρι το διορισμό των νέων μελών στο Δ.Σ. του Ταμείου Νομικών συμμετέχουν τα ήδη διορισμένα μέλη. ε.Εξ ενός συνταξιούχου δικηγόρου. «στ.Τον εκάστοτε πρόεδρο της Ομοσπονδίας Δικαστικών Υπαλλήλων Ελλάδος που αναπληρώνεται από έναν από τους προέδρους των άλλων συνδικαλιστικών οργανώσεων των έμμισθων ασφαλισμένων». Η περίπτ. στ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 24 Νόμ. 1759/1988 (ΦΕΚ Α΄ 50), (τόμ. 15ΒΙ, σελ. 70,866). Σύμφωνα δε με την παρ. 2 άνω άρθρ. 24 μέχρι το διορισμό των νέων μελών στο Δ.Σ. του Ταμείου συμμετέχουν τα ήδη διορισμένα μέλη. (Αντί για τη σελ. 67(η) Σελ. 67(θ) Τεύχος 1323 Σελ. 41 ζ.Εξ ενός ανωτάτου ή ανωτέρου υπαλλήλου του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών. η)Εξ ενός (1) εκπροσώπου του κλάδου δικαστικών επιμελητών, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον Υπουργό Υγείας, Πρόνοιας και Κοινων.</p>\n<p class=\"lf-p\">Ασφαλίσεων. Η περίπτ. η΄ προστέθηκε από την Φ. 41/753/25 Μαίου - 7 Ιουν. 1988 (ΦΕΚ Β΄ 363) Απόφαση Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινων. Ασφαλίσεων. 2.α.Τα εν εδάφ. β΄ και γ΄ της προηγουμένης παραγράφου μέλη, υποδεικνύουν εγγράφως τα αναπληρωματικά αυτών μέλη, τα οποία δέον να ανήκουν εις τους αυτούς Συλλόγους. Εν περιπτώσει απωλείας της ιδιότητος των εν εδαφ. β΄ και γ΄ μελών, διαρκούσης της θητείας του Δ.Σ. του Ταμείου, ταύτα αντικαθίστανται υπό των εκλεγέντων νέων Προέδρων, οίτινες και υποδεικνύουν τα, κατά τα ανωτέρω, αναπληρωματικά αυτών μέλη, εντός μηνός από της εκλογής των. Εις περίπτωσιν μη υποδείξεως, υπό τινος των ανωτέρω, αναπληρωματικού μέλους, τούτο διορίζεται ελευθέρως υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, εκ του αντιστοίχου Συλλόγου.</p>\n<p class=\"lf-p\">Μέχρις εκδόσεως της Υπουργικής αποφάσεως περί διορισμού των νέων τακτικών και αναπληρωματικών μελών, τα απερχόμενα μέλη εξακολουθούν παρέχοντα τας υπηρεσίας των. β.Το εν εδάφ. ς΄ της προηγουμένης παραγράφου μέλος, μετά του αναπληρωτού του, ορίζεται υπό του Υπουργού Δικαιοσύνης. γ.Τα εν εδάφ. δ΄, ε΄ και ζ΄ της προηγουμένης παραγράφου μέλη, μετά των αναπληρωτών των, ορίζονται υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών. δ.Πάντα τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη, ως και ο Πρόεδρος του Δ.Σ., διορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, οριζομένου άμα δι’ αυτής ενός Αντιπροέδρου, εκ των εν εδάφ. β΄ έως και ζ΄ μελών. 3.Εις το εκ Θεσσαλονίκης μέλος του Δ.Σ. το προσερχόμενον εις τας συνεδριάσεις αυτού, χορηγείται, πέραν των δαπανών μετακινήσεώς του και ημερησία αποζημίωσις οριζομένη εις το 1/30 του εκάστοτε βασικού μισθού δημοσίου πολιτικού υπαλλήλου επί βαθμώ 1ω, δι’ εκάστην ημέραν εκτός έδρας και μέχρι 2 το πολύ ημερών δι’ εκάστην μετακίνησιν. 4.Εις τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. παρίστανται, άνευ ψήφου, οι Διευθυνταί του Ταμείου, εισηγούμενοι τα προς συζήτησιν θέματα. 5.Χρέη Γραμματέως εκτελεί υπάλληλος του Ταμείου οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του δια πράξεως του Προέδρου του Δ.Σ.</p>\n<p class=\"lf-p\">Σελ.68(θ) Τεύχος 1323 Σελ. 42 6.Η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου είναι τριετής, αρχομένη από της δημοσιεύσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, περί διορισμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, παρατεινομένη μέχρι του διορισμού νέας Διοικήσεως και πάντως ουχί πέραν του τριμήνου από της λήξεως της θητείας της. 7.Εν περιπτώσει χηρεύσεως καθ’ οιονδήποτε τρόπον, θέσεώς τινος τακτικού ή αναπληρωματικού μέλους διορίζονται κατά τον εν τω παρόντι άρθρω αναφερόμενον τρόπον νέα μέλη δια τον υπόλοιπον της θητείας χρόνον. 8.Τον Πρόεδρον του Δ.Σ. απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί εν παντί ο Αντιπρόεδρος. 9.Τα αναπληρωματικά μέλη του Δ.Σ. αναπληρούν τα τακτικά τοιαύτα εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος. 10.Μέλος του Δ.Σ. απουσιάζον αδικαιολογήτως επί εξ συνεχείς συνεδριάσεις δύναται να αντικατασταθή δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, μετά πρότασιν του Δ.Σ. του Ταμείου. 11.Η υπηρεσία του Προέδρου και των μελών του Δ.Σ. είναι τιμητική και άμισθος παρεχομένης μόνον εις τούτους και τους παρισταμένους εισηγητάς και γραμματέα, αποζημιώσεως κατά συνεδρίασιν, οριζομένης δια κοινή αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Κοινωνικών Υπηρεσιών. 12.Το Δ.Σ. συνεδριάζει μετά πρόσκλησιν του Προέδρου αυτού, τακτικώς μεν άπαξ της εβδομάδος, εκτάκτως δε οσάκις ήθελε παραστή προς τούτο ανάγκη.</p>\n<p class=\"lf-p\">Η ως άνω πρόσκλησις μετά περιλήψεως των προς συζήτησιν θεμάτων, αποστέλλεται εις τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη, τουλάχιστον την προτεραίαν της συνεδριάσεως. 13.Το Δ.Σ. συνεδριάζει παρόντων πέντε τουλάχιστον μελών εν οις ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος. Εν ισοψηφία υπερισχύει η γνώμη υπέρ ης δίδεται η ψήφος του Προέδρου. 14.Η διαχείρισις των υποθέσεως του κατ’ άρθρ. 30 του Ν.Δ. 4114/1960 Λογαριασμού Επικουρικής Ασφαλίσεως Δικηγόρων Ελλάδος, ενεργείται υπό των εκ Δικηγόρων μελών του Δ.Σ. του Ταμείου Νομικών. Δια την λήψιν αποφάσεων επί των υποθέσεων τούτων απαιτείται η παρουσία 4 μελών και πλειοψηφία των παρόντων». Το άρθρ. 4 συμπληρωθέν δια της παρ. 4 άρθρ. 20 Νόμ. 4507/1966 (κατωτ. αριθ. 56), αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 Νόμ. 730/77 (κατωτ. αριθ. 68). 39.Γ.α.48 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών Αρμοδιότητες της Διοικήσεως</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-36\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.36</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.(Η κατά το άρθρ. 4 εδάφ. λγ΄ του Α.Ν. 1621/1939 ως ετροποποιήθη υπό του άρθρ. 4 του Νόμ. 691/1943 πρόσθετος εισφορά των δικηγόρων των παρασχόντων τας υπηρεσίας των επί παγίαις αποδοχαίς παύει, αφ’ ης ήρξατο η τήρησις ασφαλιστικού βιβλιαρίου, καταβάλλεται δε κατά τας μέχρι της ισχύος του παρόντος ισχυούσας διατάξεις.) Η παρ. 1 κατηργήθη δια του άρθρ. 36 Νόμ. 730/1977 (κατωτ. αριθ. 68) καταργουμένης εφεξής της υποχρεώσεως περί αποδόσεως των υπό του άρθρ. 4 του Νόμ. 691/1943 εισφορών των επί παγία αντιμισθία δικηγόρων. 2.Οφειλαί Συμβολαιογράφων προς το Ταμείον δυνάμει των εδαφ. θ΄ και ι΄ της παρ. 1 του άρθρ. 3 του Νόμ. 4448/1929, του άρθρ. 14 του αυτού Νόμου, ως τούτο αντικατεστάθη υπό του άρθρ. 8 του Νόμ. 4685/1930, του εδαφ. ς΄ της παρ. 1 του άρθρ. 4 του Α.Ν. 1621/1939, ως ταύτα τροποποιηθέντα ίσχυσαν, από 1 Οκτ. 1929 μέχρι 11 Νοεμ. 1944, ως και οφειλαί δικαστικών Κλητήρων εξ επιδόσεων και εκθέσεων της αυτής περιόδου, εξοφλούνται εις ποσά αναπροσηρμοσμένα δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, απαλλάσσονται όμως των επ’ αυτών τόκων, εφ’ όσον η εξόφλησις συντελεσθή εντός τριετίας από της εκδόσεως του κατά την κατωτέρω παρ. 5 προβλεπομένου Β Δ/τος. Μετά την πάροδον της προθεσμίας ταύτης υπολογίζεται ο κατά την κειμένην Νομοθεσίαν του Ταμείου καταβλητέος τόκος. 3.Ομοίως οφειλαί αμίσθων Υποθηκοφυλάκων δυνάμει του εδαφ. 4 του άρθρ. 2 του Νομ. 4685/1930, και του εδαφ. ζ΄ του άρθρ. 4 του Α.Ν. 1621/1939 εξοφλούνται κατά τον αυτόν ως άνω τρόπον. 4.Αι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων εφαρμόζονται και επί των μέχρι της ισχύος του παρόντος συνταξιοδοτηθέντων των μη εξοφλησάντων τας οφειλάς ταύτας. 5.Δια Β. Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού της Δικαιοσύνης, μετά σύμφωνον γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, θέλουσι καθορισθή τα της αποδόσεως, τρόπου αποδείξεως της τυχόν εξοφλήσεως των εν τοις προηγουμένοις παραγράφοις οφειλών, ως και πάσα σχετική λεπτομέρεια. (Μετά τη σελ. 92(ε) Σελ. 92,01 Τεύχος Ι-51 Σελ. 91 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών 39.Γ.α.48</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-37\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.37</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Τα από 1ης Φεβρ. 1952 και μέχρι της 31ης Δεκ. 1958 εισπραχθέντα υπό του Ελληνικού Δημοσίου και μη αποδοθέντα εις το Ταμείον 4/5 (20%) του δια του άρθρ. 1 της παρ. 7 του Νόμ. 1815/1944 επιβληθέντος ποσοστού εξ 25% αποδίδονται τω Ταμείω μόνον κατά το ήμισυ ήτοι τα 2/5 (10%) του αρχικού πόρου εις το ακέραιον, εις πέντε ισοπόσους συνεχείς ετησίας δόσεις αρχομένας από του έτους 1958, καταβαλλομένας εντός του α΄ εξαμήνου εκάστου έτους από της ισχύος του Ν. Δ. 3903/1958, εκ πιστώσεως ειδικώς αναγραφομένης κατ’ έτος επί πενταετίαν εις τον Προϋπολογισμόν των Εξόδων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, δια της εκδόσεως επ’ ονοματι του Ταμείου, χρηματικού εντάλματος εις βάρος της ως άνω πιστώσεως</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-38\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.38</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Δια τον τρόπον αποδείξεως των υπό ησφαλισμένων, συνταξιούχων και οικογενειών αυτών γενομένων προς το Ταμείον καταβολών προ του Νόμ. 18/1944, λόγω γάμου, προϋπηρεσίας και μηνιαίων εισφορών, περί ων το άρθρ. 19, 20 και 21 του καταργουμένου Α.Ν. 1621/1939, μη δυναμένων να προσκομίσωσι τα αποδεικτικά στοιχεία των καταβολών τούτων, λόγω καταστροφής του αρχείου των εκ βομβαρδισμού ή άλλης πολεμικής αιτίας, ισχύει το από 12 Οκτ. / 20 Νοεμ. 1957 Β. Δ/μα. Η περί τούτων κρίσις και απόφασις του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου είναι ελευθέρα και ανέλεγκτος. 2.Αίρονται αι εν άρθρ. 3 του Νόμ. 2112/1952 οριζόμεναι κυρώσεις δια τους μη παραλαβόντας, μη παραδόσαντας ή παραδόσαντας ελλιπή ασφαλιστικά βιβλιάρια των ετών 1953 έως και 1959, εφ’ όσον εντός προθεσμίας εννέα μηνών από της ισχύος του παρόντος, καταβάλουσι εις το Ταμείον το ποσόν της οφειλής της ισχυούσης κατά τον χρόνον της καταβολής, βάσει των διατάξεων του παρόντος, προσηυξημένον κατά 50% Η εν τη ανωτέρω παρ. 2 προθεσμία τακτοποιήσεως των ασφαλιστικών βιβλιαρίων παραταθείσα δια της παρ. 2 άρθρ. 9 Ν. Δ. 4272/1962 (κατωτ. αριθ. 51) και δια της παρ. 2 άρθρ. 6 Νόμ. 4329/1963 (τόμ. 36 σελ. 38,03) παρετάθη και αύθις δια της παρ. 2 άρθρ. 19 Νόμ. 4507 της 18/28 Μαρτ. 1966 (κατωτ. αριθ. 56) επί έν έτος από της ισχύος αυτού. 3.Απαλλάσσονται της υποχρεώσεως τηρήσεως Ασφαλιστικού βιβλιαρίου δια το έτος 1953 οι ησφαλισμένοι των σεισμοπλήκτων περιφερειών των Πρωτοδικείων Κεφαλληνίας και Ζακύνθου. 4.Η ισχύς του άρθρ. 3 του Νόμ. 2112/1952 άρχεται από 1ης Ιαν. 1953, εξαιρουμένων των Συμβολαιογράφων και Αμίσθων Υποθηκοφυλάκων.</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-39\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.39</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">«Οι μέχρι της ισχύος του παρόντος συνταξιοδοτηθέντες και αι συνταξιοδοτηθείσαι οικογένειαι ησφαλισμένων, ως και οι εφ’ εξής εξερχόμενοι της ασφαλίσεως ησφαλισμένοι ή συνταξιοδοτούμεναι οικογένειαι ησφαλισμένων ή συνταξιούχων, μη αναγνωρίσαντες χρόνον πραγματικής συνταξίμου υπηρεσίας πλέον της 45ετίας, δικαιούνται όπως ζητήσωσι την προσμέτρησιν του μη αναγνωρισθέντος χρόνου προϋπηρεσίας, δια καταβολής των κατά τας οικείας διατάξεις αντιστοίχων ποσών, επί σκοπώ προσαυξήσεως της συντάξεως». Το άρθρ. 39 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 άρθρ. 19 Νόμ. 730/1977 (κατωτ. αριθ. 39.Γ.α.48 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών 39.Γ.α.48 68). Δια της παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι η αίτησις περί προσμετρήσεως του κατά το άρθρ. 39 χρόνου ασφαλίσεως υποβάλλεται εντός έτους από της δημοσιεύσεως του νόμου τούτου (730/1977), η δε συνεπεία ταύτης προσαύξησις της συντάξεως άρχεται από της επομένης της ολοσχερούς εξοφλήσεως των υπό των οικείων διατάξεων οριζομένων ποσών εξαγοράς δια την προσμέτρησιν της περί ης πρόκειται υπηρεσίας, οπωσδήποτε δε ουχί ενωρίτερον της δημοσιεύσεώς του</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-40\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.40</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Τα εν παρ. 2 του άρθρ. 12 του παρόντος οριζόμενα εφαρμόζονται δια την αναγνώρισιν γάμου ησφαλισμένων προ ή μετά την ισχύν του Νόμ. 18/1944 καταστάντων τοιούτων, εχόντων τελέσει γάμον προ ή μετά την ισχύν του αυτού ως άνω Νόμου, ως και των το πρώτον δια του παρόντος ασφαλιζομένων δικολάβων, των μη εξοφλησάντων την υποχρέωσιν ταύτην, εκτός εάν η σχετική υποχρέωσις εξοφληθή εντός εννεαμήνου από της ισχύος του παρόντος ότε αύτη ενεργείται συμφώνως προς τας μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος ισχυούσας διατάξεις. 2.Η προηγουμένη διάταξις έχει εφαρμογήν και επί συνταξιούχων και οικογενειών αυτών, τυχόντων συντάξεως από της 3ης Μαΐου 1952 και εντεύθεν ως προς το τυχόν οφειλόμενον υπόλοιπον, εφ’ όσον η εξόφλησις δεν ήθελε συντελεσθή μέχρι της 11 Οκτ. 1960 Αι ανωτέρω εν παρ. 1 και 2 τασσόμεναι προθεσμίαι εξοφλήσεως των προς το Ταμείον Νομικών οφειλών, παραταθείσαι δια της παρ. 1 άρθρ. 16 Ν.Δ. 4189/1961 (κατωτ. αριθ. 50), της παρ. 1 άρθρ. 9 Ν.Δ. 4272/1962 (κατωτ. αριθ. 51) και της παρ. 1 άρθρ. 6 Νομ. 4329/1963 (τόμ. 6 σελ. 38,03) παρετάθησαν και αύθις δια της παρ. 1 άρθρ. 19 Νόμ. 4507 της 18/28 Μαρτ. 1966 (κατωτ. αριθ. 56) επί 18 μήνας από της ισχύος αυτού προς συνολικήν εξόφλησιν των οφειλών. 3.Οι κατά την ισχύν του παρόντος συνταξιούχοι έχοντες τελέσει γάμον μετά την έξοδον εκ της ασφαλίσεως και μη εκπληρώσαντες τας προς το Ταμείον εκ του λόγου τού(Αντί της σελ. 93(β) Σελ. 93(γ) Τεύχος 652 Σελ. 123 του υποχρεώσεις των, υποχρεούνται, όπως την εν άρθρ. 12 του παρόντος υποχρεωτικήν εισφοράν καταβάλωσιν εντός εννέα μηνών από της ισχύος του παρόντος, άλλως ουδέν δικαίωμα δημιουργείται υπέρ της οικογενείας των.</p>\n<p class=\"lf-p\">Η εν τη ανωτέρω παρ. 3 προθεσμία, παραταθείσα προγενεστέρως δια της παρ. 2 άρθρ. 9 Ν.Δ. 4272/1962 (κατωτ. αριθ. 51) παρετάθη και αύθις δια της παρ. 1 άρθρ. 19 Νόμ. 4507 της 18/28 Μαρτ. 1966 (κατωτ. αριθ. 56) επί 18 μήνας από της δημοσιεύσεως αυτού (28 Μαρτ. 1966).</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-41\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.41</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Οι δυνάμει του παρόντος ασφαλιζόμενοι το πρώτον δικολάβοι ως και αι οικογένειαι αυτών εν περιπτώσει θανάτου, δεν αποκτώσι δικαίωμα συντάξεως, ει μη μόνον μετά πενταετίαν από της ισχύος του παρόντος και δια τον μετά την χρονολογίαν ταύτην χρόνον. Οι προ της ως άνω χρονολογίας μέλλοντες να εξέλθουν της ασφαλίσεως δεν υποχρεούνται εις την τήρησιν ασφαλιστικού βιβλιαρίου δια τον από της εξόδου μέχρι της χρονολογίας ταύτης χρόνον, όστις και δεν θεωρείται χρόνος ασφαλίσεως</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-42\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.42</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Οικογένειαι εμμίσθων ησφαλισμένων αποβιωσάντων εν υπηρεσία κατά την προ της ισχύος του παρόντος πενταετίαν, συνεπεία παθήσεως οφειλομένης εις την υπηρεσίαν και ένεκα ταύτης, εφ’ όσον εβεβαιώθη τούτο δι’ αποφάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δεν είχον δε χρόνον ασφαλίσεως παρέχοντα δικαίωμα συντάξεως παρά του Ταμείου, δύνανται ν’ αναγνωρίσωσι δι’ εξαγοράς χρόνον προϋπηρεσίας ίσον προς τον ελλείποντα δια την συμπλήρωσιν του ελαχίστου ορίου χρόνου ασφαλίσεως προς απονομήν συντάξεως, κατά τας διατάξεις του παρόντος</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-5\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.5</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Το Διοικητικόν Συμβούλιον διοικεί το Ταμείον, διαχειρίζεται και διαθέτει την περιουσίαν αυτού, εντέλλεται την ενέργειαν δαπανών και αποφασίζει περί πάσης υποθέσεως αφορώσης τα συμφέροντα του Ταμείου και την εκπλήρωσιν εν γένει του σκοπού τούτου, συμφώνως προς τους ορισμούς του παρόντος. Αι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου περί ενεργείας μη προβλεπομένων εν τω εγκεκριμένω προϋπολογισμώ δαπανών προ πάσης εκτελέσεως τούτων, υποβάλλονται προς έγκρισιν εις το εποπτεύον Υπουργείον Δικαιοσύνης. 2.Επιτρέπεται εις το Διοικητικόν Συμβούλιον ν’ αναθέτη εις τον Πρόεδρον ή εις εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ωρισμένας υποθέσεις της αρμοδιότητος αυτού. Το Διοικητικόν Συμβούλιον αναθέτει υποχρεωτικώς εις τα εκ Δικηγόρων μέλη αυτού, αναπληρούμενα κατά τα εν παρ. 15 του προηγουμένου άρθρου οριζόμενα, υπό τον Πρόεδρον αυτού, πάσας τας αφορώσας την διαχείρισιν εν γένει του, κατά το άρθρ. 30 του παρόντος ειδικού λογαριασμού, υποθέσεις Δια την λήψιν αποφάσεων επί των υποθέσεων τούτων, απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον τεσσάρων εκ των ως ανωτέρω μελών και σύμφωνος γνώμη της πλειοψηφίας των παρόντων, εν ισοψηφία υπερισχυούσης της γνώμης του Προέδρου. Δύναται όμως το Διοικητικόν Συμβούλιον να αναθέτη εις εν ή πλείονα των μελών τούτων ωρισμένας υποθέσεις εκ των ως ανωτέρω οριζομένων. 3.Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου, δια πλειοψηφίας των 3/4 των μελών αυτού και κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης, δύναται να αποφασίζη περί προσλήψεως Ειδικού Συμβούλου, κεκτημένου ειδικότητα περί τα οικονομικάασφαλιστικά και λογιστικά. Η πρόσληψις αυτού γίνεται δια συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου, επί χρόνω καθοριζομένω υπό του Διοικητικού Συμβουλίου ουχί μείζονι του έτους, δυναμένω ν’ ανανεώται εκάστοτε δια νέας αποφάσεως.</p>\n<p class=\"lf-p\">Το ποσόν της αποζημιώσεως καθορισθήσεται δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, προτάσει του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Τα καθήκοντα τούτου καθορίζονται εκάστοτε υπό του Προέδρου. Εκπροσώπησις του Ταμείου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-43\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.43</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">«Ησφαλισμέναι αποχωρούσαι της υπηρεσίας δικαιούνται συντάξεως, εφ’ όσον έχουν συμπληρώσει χρόνον πραγματικής ασφαλίσεως 15 ετών, άνευ συνυπολογισμού πλασματικής υπηρεσίας και είναι έγγαμοι. το αυτό ισχύει εφ’ όσον διατελούσιν εν χηρεία ή εν διαζεύξει, κατ’ αμφοτέρας όμως τας περιπτώσεις μετ’ ανηλίκων τέκνων». Το άρθρ. 43 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 20 Νόμ. 730/1977 (κατωτ. αριθ. 68)</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-44\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.44</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">1.Αι αφορώσαι τον καθορισμόν των συντάξεων διατάξεις του άρθρ. 19 του παρόντος, έχουσιν εφαρμογήν και επί των ήδη παρεχομένων υπό του Ταμείου συντάξεων, πλην του εδαφ. ς΄ της παρ. 1 αυτού, όπερ εφαρμόζεται από της ισχύος του Νομ. 2112/1952. 2.Αιτήσεις περί απονομής συντάξεως, εφ’ όσον το εις ταύτην δικαίωμα εγεννήθη προ της ισχύος του παρόντος βάσει των καταργουμένων διατάξεων, κρίνονται συμφώνως προς αυτάς. Σελ. 94(γ) Τεύχος 652 Σελ. 124 «3.Υφισταμένων μέχρι της 31 Δεκ. 1960 των κατά το καταργηθέν άρθρ. 16 παρ. 1 του Νόμ. 2112/62 προϋποθέσεων ανακτήσεως της συντάξεως, η σύνταξις ανακτάται κατά τας διατάξεις τούτου από της δημοσιεύσεως του παρόντος, εφ’ όσον υποβληθή περί τούτου αίτησις εντός έξ μηνών από της ισχύος του παρόντος»</p>\n<p class=\"lf-p\">Η παρ. 3 προσετέθη δια της παρ. 6 άρθρ. 16 Νόμ. 4507/1966 (κατωτ. αριθ. 56).</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-45\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.45</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Αι υπό των περιληφθέντων εις την ασφάλισιν δυνάμει των άρθρ. 5 και 6 του Νόμ. 2112/1952, πάσης φύσεως οφειλαί προς το Ταμείον, δεν απαλλάσσονται της αντιστοίχου προσαυξήσεως λόγω καθυστερήσεως καταβολής των οφειλών τούτων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-46\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.46</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Ο δια του από 6/8 Ιουν. 1936 Β. Δ/τος κυρωθείς Οργανισμός του Ταμείου, ως ούτος ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, διατηρείται εν ισχύϊ, δυνάμενος να τροποποιήται δια Β. Δ/τος προτάσει του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού μετά σύμφωνον γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-47\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.47</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Μέχρις εκδόσεως των εν άρθρ. 13, 23, 24 και 35 του παρόντος προβλεπομένων Β. Δ/των, διατηρούνται εν ισχύϊ τα από 17/22 Μαρτ. 1939, 15/24 Μαΐου 1939 και 6/11 Σεπτ. 1939 Β. Δ/τα, ως και αι βάσει των καταργουμένων διατάξεων εκδοθείσαι αποφάσεις του Δ. Συμβουλίου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-48\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.48</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Αι περί παραγραφής διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και επί γεγεννημένων μεν αλλά μήπω κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος παραγραφεισών αξιώσεων κατά του Ταμείου. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο κατά τας προϊσχυούσας διατάξεις υπολειπόμενος χρόνος παραγραφής συμπληρούται ενωρίτερον του εν τω παρόντι οριζομένου βραχυτέρου τοιούτου, η παραγραφή συμπληρούται άμα τη παρελεύσει του χρόνου του μέχρι τούδε ισχύοντος. Εάν ο κατά τα εν τω παρόντι χρόνος παραγραφής είναι βραχύτερος από τον του κατά τας προϊσχυούσας διατάξεις τοιούτου, από της ισχύος του παρόντος υπολογίζεται ο βραχύτερος, άρχεται δε από ταύτης. 39.Γ.α.48 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄. Κατάργησις Νόμων</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-49\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.49</span></h4>\n<p class=\"lf-p\">Καταργούνται: Ο Α.Ν. 1621/1939 πλην των άρθρ. 24 και 28, τα άρθρ. 31, 32 και 33 του Α.Ν. 1752/1939, ο Α.Ν. 2237/1940, η παρ. 2 του άρθρ. 13 του Α.Ν. 2682/1940, ο Α.Ν. 2732/1940, το Ν.Δ. 83/1941, τα άρθρ. 4 και 5 του Ν.Δ. 159/1941, το άρθρ. 2 του Ν.Δ. 216/1941, το Ν.Δ. 306/1941, το Ν.Δ. 601/1941, το Ν.Δ. 645/1941, το Ν.Δ. 722/1941, το Ν.Δ. 842/1941, το Ν.Δ. 899/1941, το Ν.Δ. 1017/1942, το Ν.Δ. 1139/1942, το Ν.Δ. 1439/1942, το Ν.Δ. 1471/1942, το Ν.Δ. 1847/1942, το Ν.Δ. 2189/1943, ο Νόμ. 238/1943, ο Νόμ. 292/1943, ο Νόμ. 348/1943, ο Νόμ. 691/1943, ο Νόμ. 800/1943, ο Νόμ. 820/1943, ο Νόμ. 840/1943, ο Νόμ. 1029/1943, ο Νόμ. 1154/1944, ο Νόμ. 1358/1944, ο Νόμ. 1359/1944, ο Νόμ. 1530/1944, ο Νόμ. 1815/1944, ο Α.Ν. 967/1946, η τελευταία περίοδος της παρ. 2 του άρθρ. 2 του Ν.Δ. 220/1947, δια τους από της ισχύος του παρόντος και εφεξής διορισθησομένους παρέδρους και δικαστικούς αντιπροσώπους του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, το Ν.Δ. 285/1947, η παρ. 3 του άρθρου μόνου του Α.Ν. 699/1948, ο Νόμ. 2112/1952, πλην του άρθρ. 19, το άρθρ. 9 του Ν.Δ. 2184/1952, το Ν.Δ. 2494/1953, το Ν.Δ. 3791/1957, ως και πάσα διάταξις αντικειμένη εις τον παρόντα ή αναγομένη εις αντικείμενον ρυθμιζόμενον δια του παρόντος, τα μέχρι της ισχύος του παρόντος όμως, βάσει των καταργουμένων διατάξεων, κτηθέντα δικαιώματα δι’ αναγνωρίσεως αυτών προς απόληψιν δυντάξεως ή άλλης παροχής, ως και μεταβιβάσεως αυτών εν περιπτώσει θανάτου, δεν θίγονται, αι δε εκκρεμείς αιτήσεις κρίνονται κατά το άρθρ. 44 παρ. 2 «Θυγατέρες ή αδελφαί των περί ων αι ανωτέρω διατάξεις του Α.Ν. 967/1946 «περί απονομής συντάξεως υπό του Ταμείου Νομικών εις σύζυγον και τέκνα των εκτελεσθέντων υπό των στρατευμάτων κατοχής» και του άρθρ. 1 του Ν.Δ. 285/1947 «περί διατάξεών τινων αφορωσών το Ταμείον Συντάξεων Νομικών» ησφαλισμένων του Ταμείου, ανακτούν, υπό τους εκάστοτε ισχύοντας όρους και περιορισμούς, το δικαίωμα απολαυής της κατά τας εν λόγω διατάξεις συντάξεως, κατανεμομένης συμφώνως προς το άρθρ. 20 του παρόντος, αν ο γάμος των ήθελεν ακυρωθή ή λυθή, λόγω θανάτου ή διαζυγίου, απαγγελλομένου ουχί αποκλειστική υπαιτιότητι τούτων και εφ’ όσον τα εν λόγω πρόσωπα είναι άπορα». Το ανωτέρω εντός « » εδάφιον προσετέθη δια της παρ. 1 άρθρ. 33 Νόμ. 730/1977 (κατωτ. αριθ. 68).</p>\n<p class=\"lf-p\">Δια της παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι η ανωτέρω διάταξις εφαρμόζεται και δια τα θήλεα τέκνα ή αδελφάς, ων ο γάμος ηκυρώθη ή ελύθη προ της ενάρξεως της ισχύος του Νόμου τούτου (730/77), εφ’ όσον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας έτους από ταύτης, υποβληθή η περί ανακτήσεως της συντάξεως αίτησις. Εν τη περιπτώσει ταύτη, η σύνταξις άρχεται κατά τα εν τω πρώτω εδαφίω της παρ. 2 άρθρ. 21 του Νόμ. 4114/1960 οριζόμενα και πάντως ουχί προ της ενάρξεως της ισχύος του Νόμ. 730/1977. Ισχύς Νόμου</p>\n<h4 class=\"lf-art\" id=\"a-50\"><span class=\"lf-art-num\">Άρθρ.50</span><span class=\"lf-art-t\">Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της πρώτης του μηνός του επομένου της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, πλην των</span></h4></div>", "next": 0}