← Ελλάδα

2. ΝΟΜΟΣ υπ' αριθ. 1981 της 21 Νοεμ./9 Δεκ. 1991 (ΦΕΚ Α' 187) Κύρωση Σύμβασης Βιέννης για το δίκαιο των Συνθηκών μεταξύ Κρατών και Διεθνών Οργανισμών

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος επικυρώνει τη Σύμβαση της Βιέννης για το δίκαιο των Συνθηκών, η οποία καθορίζει τους κανόνες που διέπουν τις συμφωνίες μεταξύ Κρατών και Διεθνών Οργανισμών ή μεταξύ Διεθνών Οργανισμών. Σκοπός της είναι η κωδικοποίηση και η προοδευτική ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου στον τομέα αυτό.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
2. ΝΟΜΟΣ υπ' αριθ. 1981 της 21 Νοεμ./9 Δεκ. 1991 (ΦΕΚ Α' 187) Κύρωση Σύμβασης Βιέννης για το δίκαιο των Συνθηκών μεταξύ Κρατών και Διεθνών Οργανισμών ή μεταξύ Διεθνών Οργανισμών. ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΒΙΕΝΝΗΣ ΓΙΑ TO ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΚΡΑΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΏΝ Ή ΜΕΤΑΞΥ ΔΙΕΘΝΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ Τα Μέρη της παρούσας Συμβάσεως: Λαμβάνοντας υπόψη το θεμελιώδη ρόλο των συνθηκών στην ιστορία των διεθνών σχέσεων. Συνειδητοποιώντας το συναινετικό χαρακτήρα των συνθηκών και τη συνεχώς αυξανόμενη σημασία τους ως πηγής διεθνούς δικαίου. Διαπιστώνοντας ότι οι αρχές της ελεύθερης συναινέσεως και της καλής πίστεως καθώς και ο κανόνας PACTA SUNT SERVANDA αναγνωρίζονται διεθνώς. Βεβαιώνοντας τη σημασία ενισχύσεως της διαδικασίας κωδικοποιήσεως και προοδευτικής αναπτύξεως του διεθνούς δικαίου σ' όλο τον κόσμο. Πεπεισμένα ότι η κωδικοποίηση και η προοδευτική ανάπτυξη των κανόνων που διέπουν τις συνθήκες μεταξύ κρατών και διεθνών οργανισμών ή μεταξύ διεθνών οργανισμών είναι μέσα για την εδραίωση της έννομης τάξεως στις διεθνείς σχέσεις και για την εξυπηρέτηση των σκοπών των Ηνωμένων Εθνών. Συνειδητοποιώντας τις αρχές του διεθνούς δικαίου που είναι ενσωματωμένες στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, όπως οι αρχές που αφορούν την ισότητα των δικαιωμάτων των λαών και το δικαίωμα αυτοδιαθέσεώς τους, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία όλων των Κρατών, τη μη επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις των Κρατών, την απαγόρευση της απειλής ή της χρήσεως βίας και τον οικουμενικό σεβασμό καθώς και την τήρηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών για όλους. Έχοντας υπόψη τις διατάξεις της Συμβάσεως της Βιέννης του 1969 για το δίκαιο των συνθηκών. Συνειδητοποιώντας τους δεσμούς μεταξύ του δικαίου των συνθηκών μεταξύ κρατών αφ' ενός και του δικαίου των συνθηκών μεταξύ κρατών και διεθνών οργανισμών ή μεταξύ διεθνών οργανισμών αφ' ετέρου. Λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία των συνθηκών μεταξύ κρατών και διεθνών οργανισμών ή μεταξύ διεθνών οργανισμών ως αποτελεσματικό μέσο αναπτύξεως των διεθνών σχέσεων και δημιουργίας των προϋποθέσεων ειρηνικής συνεργασίας μεταξύ των εθνών, οποιαδήποτε και αν είναι τα συνταγματικά και κοινωνικά τους καθεστώτα. Έχοντας υπόψη τα ιδιαίτερα στοιχεία των συνθηκών στις οποίες είναι μέρη διεθνείς οργανισμοί ως υποκείμενα διεθνούς δικαίου ξεχωριστά από τα κράτη. Σημειώνοντας ότι οι διεθνείς οργανισμοί έχουν τη δυνατότητα συνάψεως συνθηκών, η οποία τους είναι απαραίτητη προκειμένου να ασκήσουν τα καθήκοντά τους και να επιτύχουν τους σκοπούς τους. Συνειδητοποιώντας ότι η πρακτική των διεθνών οργανισμών κατά τη σύναψη συνθηκών με κράτη ή μεταξύ τους θα πρέπει να είναι σύμφωνη με τις καταστατικές τους πράξεις. Βεβαιώνοντας ότι καμιά διάταξη της παρούσας Συμβάσεως δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι θίγει τις σχέσεις εκείνες μεταξύ ενός διεθνούς οργανισμού και των μελών του, οι οποίες ρυθμίζονται από τους κανόνες του οργανισμού. Βεβαιώνοντας επίσης ότι οι διαφορές ως προς τις συνθήκες πρέπει να ρυθμίζονται, όπως και οι άλλες διεθνείς διαφορές, σύμφωνα με το Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών με ειρηνικά μέσα και σύμφωνα με τις αρχές της δικαιοσύνης και του διεθνούς δικαίου. Βεβαιώνοντας επίσης ότι οι κανόνες του διεθνούς εθιμικού δικαίου θα συνεχίσουν να διέπουν τα μη ρυθμιζόμενα στις διατάξεις της παρούσας Συμβάσεως θέματα. Συμφώνησαν τα εξής: ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΗ Πεδίο εφαρμογής της παρούσας Συμβάσεως Άρθρ.1.-Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται: α)σε συνθήκες μεταξύ ενός ή περισσότερων κρατών και ενός ή περισσότερων διεθνών οργανισμών, και β)σε συνθήκες μεταξύ διεθνών οργανισμών Χρησιμοποιούμενοι όροι Άρθρ.10.-1.Το κείμενο συνθήκης μεταξύ ενός ή περισσότερων Κρατών και ενός ή περισσότερων διεθνών οργανισμών θεωρείται αυθεντικό και οριστικό α)κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο κείμενο αυτό ή που συμφωνείται από τα Κράτη και τους οργανισμούς που μετέχουν στην εκπόνηση της συνθήκης, ή β)ελλείψει τέτοιας διαδικασίας, με την υπογραφή, την υπογραφή AD REFERENDUM ή την μονογραφή, εκ μέρους των αντιπροσώπων των (Μετά τη σελ. 386,466) Σελ. 386,467 Τεύχος 1147 – Σελ. 95 Δίκαιο των Συνθηκών 40.Γ.μ.2 127 Κρατών και των οργανισμών αυτών, του κειμένου της συνθήκης ή της τελικής πράξεως της διασκέψεως, στην οποία ενσωματώνεται το κείμενο. 2.Το κείμενο συνθήκης μεταξύ διεθνών οργανισμών θεωρείται αυθεντικό και οριστικό α)κατά τη διαδικασία που ορίζεται ατό κείμενο αυτό ή που συμφωνείται από τους οργανισμούς που μετέχουν στην εκπόνησή του, ή β)ελλείψει τέτοιας διαδικασίας, με την υπογραφή, την υπογραφή AD REFERENDUM ή τη μονογραφή, εκ μέρους των αντιπροσώπων των οργανισμών αυτών, του κειμένου της συνθήκης ή της τελικής πράξεως της διασκέψεως, στην οποία ενσωματώνεται το κείμενο. Τρόποι εκφράσεως της συναινέσεως προς δέσμευση από συνθήκη Άρθρ.11.-1.Η συναίνεση Κράτους να δεσμευθεί από συνθήκη μπορεί να εκφρασθεί με την υπογραφή, την ανταλλαγή εγγράφων που αποτελούν συνθήκη, την επικύρωση, την αποδοχή, την έγκριση ή την προσχώρηση ή με κάθε άλλο συμφωνηθέντα τρόπο. 2.Η συναίνεση διεθνούς οργανισμού να δεσμευθεί από συνθήκη μπορεί να εκφρασθεί με την υπογραφή, την ανταλλαγή εγγράφων που αποτελούν συνθήκη, με πράξη επίσημης βεβαιώσεως, με την αποδοχή, την έγκριση ή την προσχώρηση ή με κάθε άλλο συμφωνηθέντα τρόπο. Έκφραση συναινέσεως προς δέσμευση από συνθήκη με την υπογραφή Άρθρ.12.-1.Η συναίνεση Κράτους ή διεθνούς Οργανισμού να δεσμευθεί από συνθήκη εκφράζεται με την υπογραφή του αντιπροσώπου του Κράτους ή του οργανισμού αυτού: α)εφ' όσον η συνθήκη προβλέπει ότι η υπογραφή θα έχει το αποτέλεσμα αυτό β)εφ' όσον προκύπτει κατ' άλλον τρόπο ότι τα Κράτη και οι οργανισμοί ή, ανάλογα με την περίπτωση, οι οργανισμοί που μετείχαν στις διαπραγματεύσεις, είχαν συμφωνήσει ότι η υπογραφή θα είχε το αποτέλεσμα αυτό ή γ)εφ' όσον η πρόθεση του Κράτους ή του οργανισμού να προσδώσει τέτοιο αποτέλεσμα στην υπογραφή προκύπτει από τα πληρεξούσια έγγραφα του αντιπροσώπου του ή δηλώθηκε κατά τις διαπραγματεύσεις.· 2.Για τους σκοπούς της παρ. 1: Σελ. 386,468 Τεύχος 1147 – Σελ. 96 α)η μονογραφή του κειμένου αποτελεί υπογραφή της συνθήκης, εφ' όσον επιβεβαιωθεί ότι τα Κράτη και οι οργανισμοί ή, ανάλογα με την περίπτωση, οι οργανισμοί που μετείχαν στις διαπραγματεύσεις, είχαν έτσι συμφωνήσει β)η υπογραφή αδ ρεφερενδθμ από τον αντιπρόσωπο Κράτους ή διεθνούς οργανισμού, εφ' όσον επιβεβαιωθεί από το Κράτος ή τον οργανισμό αυτόν, αποτελεί οριστική υπογραφή της συνθήκης. Έκφραση συναινέσεως προς δέσμευση από συνθήκη με την ανταλλαγή εγγράφων που αποτελούν συνθήκη Άρθρ.13.-Η συναίνεση των Κρατών ή των διεθνών οργανισμών να δεσμευθούν από συνθήκη που αποτελείται από έγγραφα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ τους εκφράζεται μ’ αυτήν την ανταλλαγή: α)εφ' όσον τα έγγραφα προβλέπουν ότι η ανταλλαγή τους θα έχει το αποτέλεσμα αυτό ή β)εφ' όσον προκύπτει κατ' άλλον τρόπο ότι τα Κράτη και οι οργανισμοί αυτοί ή, ανάλογα με την περίπτωση, οι οργανισμοί αυτοί είχαν συμφωνήσει ότι η ανταλλαγή των εγγράφων θα είχε το αποτέλεσμα αυτό. Έκφραση συναινέσεως προς δέσμευση από συνθήκη με επικύρωση, πράξη επίσημης βεβαιώσεως ή αποδοχή ή έγκριση Άρθρ.14.-1.Η συναίνεση Κράτους να δεσμευθεί από συνθήκη εκφράζεται με επικύρωση: α)εφ' όσον η συνθήκη προβλέπει ότι η συναίνεση αυτή εκφράζεται με την επικύρωση β)εφ' όσον προκύπτει κατ' άλλον τρόπο ότι τα Κράτη και οι οργανισμοί που μετείχαν στις διαπραγματεύσεις, είχαν συμφωνήσει ότι θα απαιτείται η επικύρωση γ)εφ' όσον ο αντιπρόσωπος του Κράτους αυτού υπέγραφε τη συνθήκη με την επιφύλαξη της επικυρώσεως ή δ)εφ' όσον η πρόθεση του Κράτους αυτού να υπογράψει τη συνθήκη με την επιφύλαξη της επικυρώσεως προκύπτει από τα πληρεξούσια έγγραφα του αντιπροσώπού του ή δηλώθηκε κατά τις διαπραγματεύσεις. 40.Γ.μ.2 Δίκαιο των Συνθηκών 128 2.Η συναίνεση διεθνούς οργανισμού να δεσμευθεί από συνθήκη εκφράζεται με πράξη επίσημης βεβαιώσεως: α)εφ' όσον η συνθήκη προβλέπει ότι η συναίνεση αυτή εκφράζεται με πράξη επίσημης βεβαιώσεως β)εφ' όσον προκύπτει κατ' άλλον τρόπο ότι τα Κράτη και οι οργανισμοί ή, ανάλογα, με την περίπτωση, οι οργανισμοί που μετείχαν στις διαπραγματεύσεις είχαν συμφωνήσει ότι θα απαιτείται πράξη επίσημης βεβαιώσεως γ)εφ' όσον ο αντιπρόσωπος του οργανισμού αυτού υπέγραψε τη συνθήκη με την επιφύλαξη πράξεως επίσημης βεβαιώσεως ή δ)εφ' όσον η πρόθεση του οργανισμού αυτού να υπογράψει τη συνθήκη με την επιφύλαξη πράξεως επίσημης βεβαιώσεως προκύπτει από τα πληρεξούσια έγγραφα του αντιπροσώπου του ή δηλώθηκε κατά τις διαπραγματεύσεις. 3.Η συναίνεση Κράτους ή διεθνούς οργανισμού να δεσμευθεί από συνθήκη εκφράζεται με την αποδοχή ή την έγκριση υπό όρους ανάλογους με εκείνους που εφαρμόζονται στην επικύρωση, ή, ανάλογα με την περίπτωση, στην πράξη επίσημης βεβαίωσης. Έκφραση συναινέσεως προς δέσμευση από συνθήκη με προσχώρηση Άρθρ.15.-Η συναίνεση Κράτους ή διεθνούς οργανισμού να δεσμευθεί από συνθήκη εκφράζεται με την προσχώρηση: α)εφ' όσον η συνθήκη προβλέπει ότι η συναίνεση αυτή μπορεί να εκφρασθεί από το Κράτος ή τον οργανισμό αυτόν με την προσχώρηση β)εφ' όσον προκύπτει κατ' άλλον τρόπο ότι τα Κράτη και οι οργανισμοί ή, ανάλογα με την περίπτωση, οι οργανισμοί που μετείχαν στις διαπραγματεύσεις είχαν συμφωνήσει ότι η συναίνεση μπορεί να εκφρασθεί από το Κράτος ή τον οργανισμό αυτόν με την προσχώρηση. γ)εφ' όσον όλα τα μέρη συμφώνησαν μεταγενεστέρως ότι η συναίνεση αυτή μπορεί να εκφρασθεί από το Κράτος ή τον οργανισμό αυτόν με την προσχώρηση. Ανταλλαγή ή κατάθεση εγγράφων επικυρώσεως, επίσημης βεβαιώσεως, αποδοχής, εγκρίσεως ή προσχωρήσεως Άρθρ.16.-1.Πλην της περιπτώσεως όπου η συνθήκη προβλέπει διαφορετικά, τα έγγραφα επικυρώσεως, τα έγγραφα τα σχετικά με πράξη επίσημης βεβαιώσεως ή τα έγγραφα αποδοχής, εγκρίσεως ή προσχωρήσεως αποδεικνύουν τη συναίνεση Κράτους ή διεθνούς οργανισμού να δεσμευθεί από συνθήκη μεταξύ ενός ή περισσότερων Κρατών και ενός ή περισσοτέρων διεθνών οργανισμών κατά τη στιγμή: α)της ανταλλαγής τους μεταξύ των συμβαλλόμενων Κρατών και των συμβαλλόμενων οργανισμών β)της καταθέσεώς τους στο θεματοφύλακα ή γ)της γνωστοποιήσεώς τους στα συμβαλλόμενα Κράτη και στους συμβαλλόμενους οργανισμούς ή στο θεματοφύλακα, εφ' όσον έχει έτσι συμφωνηθεί. 2.Πλην της περιπτώσεως όπου η συνθήκη προβλέπει διαφορετικά, τα έγγραφα τα σχετικά με πράξη επίσημης βεβαιώσεως ή τα έγγραφα αποδοχής, εγκρίσεως ή προσχωρήσεως αποδεικνύουν τη συναίνεση διεθνούς οργανισμού να δεσμευθεί από συνθήκη μεταξύ διεθνών οργανισμών κατά τη στιγμή: α)της ανταλλαγής τους μεταξύ των συμβαλλόμενων οργανισμών β)της καταθέσεώς τους στο θεματοφύλακα ή γ)της γνωστοποιήσεώς τους στους συμβαλλόμενους οργανισμούς ή στο θεματοφύλακα, εφ' όσον έχει έτσι συμφωνηθεί. Συναίνεση προς δέσμευση από μέρος της συνθήκης και επιλογή μεταξύ διαφορετικών διατάξεων Άρθρ.17.-1.Μη θιγομένων των άρθρ. 19 έως 23, η συναίνεση Κράτους ή διεθνούς οργανισμού να δεσμευθεί από μέρος της συνθήκης δεν επιφέρει αποτελέσματα παρά μόνον εάν η συνθήκη το επιτρέπει ή εφ' όσον τα συμβαλλόμενα Κράτη και οι συμβαλλόμενοι οργανισμοί ή, ανάλογα με την περίπτωση, οι συμβαλλόμενοι οργανισμοί συναινούν σ' αυτό. 2.Η συναίνεση Κράτους ή διεθνούς οργανισμού να δεσμευθεί από συνθήκη που επιτρέπει την επιλογή μεταξύ διαφορετικών διατάξεων δεν επιφέρει αποτελέσματα παρά μόνον εάν καθίσταται σαφές σε ποιες από τις διατάξεις αναφέρεται η συναίνεση. Υποχρέωση περί μη αποστερήσεως της συνθήκης από το αντικείμενό της και το σκοπό της πριν τη θέση της σε ισχύ Άρθρ.18.-Κράτος ή διεθνής οργανισμός πρέπει να απέχει από πράξεις που θα αποστερούσαν τη συνθήκη από το αντικείμενο και το σκοπό της: α)εφ' όσον το Κράτος ή ο οργανισμός αυτός υπέγραφε τη συνθήκη ή αντάλλαξε τα έγγραφα που αποτελούν τη συνθήκη με επιφύλαξη επικυρώσεως, πράξεως επίσημης, βεβαιώσεως, αποδοχής ή εγκρίσεως, και εν όσω το Κράτος ή ο οργανισμός αυτός δεν εξεδήλωσε την πρόθεσή του να μη γίνει μέρος στη συνθήκη ή β)εφ' όσον το Κράτος ή ο οργανισμός αυτός εξέφρασε τη συναίνεσή του να δεσμευθεί από συνθήκη εντός της περιόδου που προηγείται της θέσεως σε ισχύ της συνθήκης και με την προϋπόθεση ότι αυτή δεν καθυστέρησε αδικαιολόγητα. ΤΜΗΜΑ 2: ΕΠΙΦΥΛΑΞΕΙΣ Διατύπωση επιφυλάξεων Άρθρ.19.-Κράτος ή διεθνής οργανισμός κατά το χρόνο της υπογραφής της επικυρώσεως, της επίσημης βεβαιώσεως, της αποδοχής, της εγκρίσεως συνθήκης ή της προσχωρήσεως σ' αυτήν μπορεί να διατυπώσει επιφύλαξη, εκτός εάν: α)η επιφύλαξη απαγορεύεται από τη συνθήκη (Μετά τη σελ. 386,468) Σελ. 386,469 Τεύχος 1147 – Σελ. 97 Δίκαιο των Συνθηκών 40.Γ.μ.2 129 (β)η συνθήκη προβλέπει ότι μόνο συγκεκριμένες επιφυλάξεις, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται η εν λόγω επιφύλαξη, μπορεί να διατυπωθούν ή γ)σε περιπτώσεις που δεν εμπίπτουν στα εδάφια α) και β),η επιφύλαξη είναι ασυμβίβαστη με το αντικείμενο και το σκοπό της συνθήκης. Αποδοχή των επιφυλάξεων και αντιρρήσεις σ' αυτές Άρθρ.2.-1.Για τους σκοπούς της παρούσας Συμβάσεως: α)ο όρος «συνθήκη» σημαίνει διεθνή συμφωνία που διέπεται από το διεθνές δίκαιο και συνάπτεται εγγράφως. Ι)μεταξύ ενός ή περισσοτέρων κρατών και ενός ή περισσοτέρων διεθνών οργανισμών, ή ΙΙ)μεταξύ διεθνών οργανισμών ανεξαρτήτως του αν η συμφωνία αυτή είναι ενσωματωμένη σ' ένα μοναδικό έγγραφο ή σε δύο ή περισσότερα συναφή έγγραφα και ανεξαρτήτως της ειδικής της ονομασίας· β)ο όρος «επικύρωση» σημαίνει την κατ' αυτόν τρόπο αποκαλούμενη διεθνή πράξη με την οποία ένα Κράτος συναινεί στο διεθνές πεδίο να δεσμευθεί από συνθήκη· β δις) ο όρος «πράξη επίσημης βεβαιώσεως» σημαίνει διεθνή πράξη αντίστοιχη με εκείνη της επικυρώσεως από ένα Κράτος και με την οποία ένας διεθνής οργανισμός συναινεί στο διεθνές πεδίο να δεσμευθεί από συνθήκη· β τρις) οι όροι «αποδοχή», «έγκριση», και «προσχώρηση» σημαίνουν, ανάλογα με την περίπτωση, την κατ' αυτό τον τρόπο αποκαλούμενη διεθνή πράξη με την οποία Κράτος ή διεθνής οργανισμός συναινεί στο διεθνές πεδίο να δεσμευθεί από συνθήκη· γ)ο όρος «πληρεξούσιο» σημαίνει έγγραφο που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή Κράτους ή από το αρμόδιο όργανο διεθνούς οργανι(Μετά τη σελ. 386,464) Σελ. 386,465 Τεύχος 1147 – Σελ. 93 Δίκαιο των Συνθηκών 40.Γ.μ.2 125 σμού και που καθορίζει ένα ή περισσότερα πρόσωπα για την αντιπροσώπευση του Κράτους ή του οργανισμού για τη διαπραγμάτευση, την υιοθέτηση ή χαρακτηρισμό ως αυθεντικού του κειμένου συνθήκης, για την έκφραση συναινέσεως του Κράτους ή του οργανισμού να δεσμευθεί από συνθήκη ή για την τέλεση οποιασδήποτε άλλης πράξεως σχετικής με τη συνθήκη· δ)ο όρος «επιφύλαξη» σημαίνει μονομερή δήλωση, ανεξαρτήτως ονομασίας ή διατυπώσεως, που γίνεται από Κράτος ή διεθνή οργανισμό κατά την υπογραφή, την επικύρωση, την πράξη επίσημης βεβαιώσεως, την αποδοχή ή την έγκριση μιας συνθήκης ή κατά την προσχώρηση σε αυτήν, με την οποία το Κράτος ή ο οργανισμός αυτός αποσκοπεί στον αποκλεισμό ή στην τροποποίηση των έννομων αποτελεσμάτων ορισμένων διατάξεων της συνθήκης κατά την εφαρμογή τους στο Κράτος αυτό ή στον οργανισμό αυτόν· ε)ο όρος «διαπραγματευόμενο Κράτος» και ο όρος «διαπραγματευόμενος οργανισμός» σημαίνουν αντίστοιχα: Ι)ένα Κράτος, II)ένα διεθνή οργανισμό που έχει συμμετάσχει στην εκπόνηση και στην υιοθέτηση του κειμένου της συνθήκης. στ)ο όρος «Συμβαλλόμενο Κράτος» και ο όρος «Συμβαλλόμενος οργανισμός» σημαίνουν αντίστοιχα: Ι)ένα Κράτος. ΙΙ)ένα διεθνή οργανισμό που συνήνεσε να δεσμευθεί από τη συνθήκη, ανεξαρτήτως του αν η συνθήκη ετέθη σε ισχύ ή όχι. ζ)ο όρος «μέρος» σημαίνει Κράτος ή διεθνή οργανισμό που συνήνεσε να δεσμευθεί από τη συνθήκη και έναντι του οποίου η συνθήκη ισχύει· η)ο όρος «τρίτο Κράτος» και ο όρος «τρίτος οργανισμός» σημαίνουν αντίστοιχα: Ι)ένα Κράτος, ΙΙ)ένα διεθνή οργανισμό που δεν είναι μέρος στη συνθήκη· θ)ο όρος «διεθνής οργανισμός» σημαίνει διακυβερνητικό οργανισμό· ι)ο όρος «κανόνες του οργανισμού» σημαίνει συγκεκριμένα τις καταστατικές πράξεις του οργανισμού, τις αποφάσεις που υιοθετήθηκαν σύμφωνα με τις πράξεις αυτές και την πάγια πρακτική του οργανισμού. 2.Οι διατάξεις της παρ. 1, που αφορούν τους χρησιμοποιούμενους όρους της παρούσας Συμβάσεως, δεν θίγουν τη χρήση των όρων αυτών ούτε την έννοια την οποία ενδεχομένως προσλαμβάνουν στο εσωτερικό δίκαιο Κράτους ή στους κανόνες διεθνούς οργανισμού. Σελ. 386,466 Τεύχος 1147-Σελ. 94 Διεθνείς συμφωνίες μη εμπίπτουσες στο πλαίσιο της παρούσας Συμβάσεως Άρθρ.20.-1.Επιφύλαξη ρητά επιτρεπόμενη από συνθήκη δεν χρειάζεται μεταγενέστερη αποδοχή εκ μέρους των συμβαλλόμενων Κρατών και των συμβαλλόμενων οργανισμών ή, ανάλογα με την περίπτωση, των συμβαλλόμενων οργανισμών, εκτός εάν το προβλέπει η συνθήκη. 2.Όταν προκύπτει από τον περιορισμένο αριθμό Κρατών και οργανισμών ή, ανάλογα με την περίπτωση, των οργανισμών που μετείχαν στις διαπραγματεύσεις, καθώς επίσης και από το αντικείμενο και το σκοπό της συνθήκης, ότι η εφαρμογή της συνθήκης, στο σύνολο της μεταξύ όλων των μερών είναι ουσιώδης προϋπόθεση της συναινέσεως καθενός από αυτά να δεσμευθεί από τη συνθήκη, η επιφύλαξη πρέπει να είναι αποδεκτή από όλα τα μέρη. 3.Όταν η συνθήκη είναι ιδρυτική πράξη διεθνούς οργανισμού και, πλην αντιθέτου διατάξεώς της, η επιφύλαξη απαιτεί την αποδοχή του αρμόδιου οργάνου του οργανισμού αυτού. 4.Σε άλλες περιπτώσεις, πλην εκείνων που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους και, πλην αντιθέτου διατάξεως της συνθήκης, α)η αποδοχή επιφυλάξεως από συμβαλλόμενο Κράτος ή από συμβαλλόμενο οργανισμό καθιστά το Κράτος ή το διεθνή οργανισμό που διετύπωσε την επιφύλαξη μέρος στη συνθήκη σε σχέση με το Κράτος ή τον οργανισμό που αποδέχθηκε την επιφύλαξη, εάν η συνθήκη είναι σε ισχύ ή εφ' όσον τίθεται σε ισχύ για το Κράτος ή τον οργανισμό που διετύπωσε την επιφύλαξη και για το Κράτος ή τον οργανισμό που αποδέχθηκε στην επιφύλαξη β)η αντίρρηση που διατυπώνεται σε μία επιφύλαξη από συμβαλλόμενο Κράτος ή συμβαλλόμενο οργανισμό δεν εμποδίζει τη συνθήκη από το να τεθεί σε ισχύ μεταξύ του Κράτους ή του διεθνούς οργανισμού που διετύπωσε την αντίρρηση και του Κράτους ή του οργανισμού που διετύπωσε την επιφύλαξη, εκτός αν διατυπώθηκε ρητά αντίθετη πρόθεση εκ μέρους του Κράτους ή του οργανισμού που διετύπωσε την αντίρρηση. γ)πράξη, που εκφράζει τη συναίνεση Κράτους ή διεθνούς οργανισμού να δεσμευθεί από τη συνθήκη και που περιέχει επιφύλαξη, επιφέρει αποτελέσματα από τη στιγμή που ένα τουλάχιστο συμβαλλόμενο Κράτος ή συμβαλλόμενος οργανισμός αποδεχθεί την επιφύλαξη. 5.Για τους σκοπούς των παρ. 2 και 4 και, πλην αντιθέτου διατάξεως της συνθήκης, μία επιφύλαξη θεωρείται ότι έχει γίνει δεκτή από Κράτος ή διεθνή οργανισμό, εφ' όσον αυτοί δεν έχουν διατυπώσει αντίρρηση στην επιφύλαξη Σελ. 386,470 Τεύχος 1147 – Σελ. 98 είτε μέχρι της εκπνοής 12 μηνών μετά την ημερομηνία κατά την οποία αυτή τους γνωστοποιήθηκε, είτε κατά την ημερομηνία που διετύπωσαν τη συναίνεσή τους να δεσμευθούν από τη συνθήκη, εφ' όσον αυτή είναι μεταγενέστερη. Έννομες συνέπειες των επιφυλάξεων και των αντιρρήσεων σ' αυτές Άρθρ.21.-1.Επιφύλαξη που διατυπώθηκε σε σχέση με άλλο μέρος σύμφωνα με τα άρθρ. 19, 20, και 23: α)τροποποιεί για το Κράτος ή το διεθνή οργανισμό, που διατύπωσε την επιφύλαξη στις σχέσεις του με το άλλο αυτό μέρος, τις διατάξεις της συνθήκης στις οποίες αναφέρεται η επιφύλαξη, στο μέτρο πού προβλέπεται από την επιφύλαξη αυτή και β)τροποποιεί τις διατάξεις αυτές κατά το ίδιο μέτρο για το άλλο εκείνο μέρος στις σχέσεις του με το Κράτος ή το διεθνή οργανισμό που διατύπωσε την επιφύλαξη. 2.Η επιφύλαξη δεν τροποποιεί τις διατάξεις της συνθήκης για τα άλλα μέρη στη συνθήκη στις μεταξύ τους σχέσεις. 3.Όταν Κράτος ή διεθνής οργανισμός που διετύπωσε αντίρρηση σε επιφύλαξη δεν αντιτάχθηκε στη θέση σε ισχύ της συνθήκης μεταξύ αυτού και του Κράτους ή οργανισμού που διετύπωσε την επιφύλαξη, οι διατάξεις στις οποίες αναφέρεται η επιφύλαξη δεν εφαρμόζονται μεταξύ εκείνου που διετύπωσε την επιφύλαξη και του κράτους ή του οργανισμού που διετύπωσε την αντίρρηση, στο μέτρο που προβλέπεται από την επιφύλαξη. 40.Γ.μ.2 Δίκαιο των Συνθηκών 130 Ανάκληση επιφυλάξεων και αντιρρήσεων στις επιφυλάξεις Άρθρ.22.-1.Πλην αντιθέτου διατάξεως της συνθήκης, μια επιφύλαξη μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανακληθεί χωρίς να είναι απαραίτητη για την ανάκλησή της η συναίνεση του Κράτους ή του διεθνούς οργανισμού που αποδέχθηκε την επιφύλαξη. 2.Πλην αντιθέτου διατάξεως της συνθήκης, μια αντίρρηση στην επιφύλαξη μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή. 3.Πλην αντιθέτου διατάξεως της συνθήκης ή πλην αντιθέτου συμφωνίας: α)η ανάκληση επιφυλάξεως δεν επιφέρει αποτελέσματα ως προς συμβαλλόμενο Κράτος ή συμβαλλόμενο οργανισμό, παρά μόνο εφ' όσον η γνωστοποίησή της έχει ληφθεί από το Κράτος ή τον οργανισμό αυτόν β)η ανάκληση αντιρρήσεως σε επιφύλαξη δεν επιφέρει αποτελέσματα παρά μόνο εφ' όσον η γνωστοποίηση της ανακλήσεως αυτής έχει ληφθεί από το Κράτος ή το διεθνή οργανισμό που διατύπωσε την επιφύλαξη. Διαδικασία σχετική με τις επιφυλάξεις Άρθρ.23.-1.Η επιφύλαξη, η ρητή αποδοχή επιφυλάξεως και αντίρρηση σε επιφύλαξη πρέπει να διατυπώνονται εγγράφως και να ανακοινώνονται στα συμβαλλόμενα Κράτη και στους συμβαλλόμενους οργανισμούς και στα άλλα Κράτη και στους άλλους διεθνείς οργανισμούς που δικαιούνται να γίνουν μέρη στη συνθήκη. 2.Εφ' όσον διατυπώνεται κατά την υπογραφή της συνθήκης με επιφύλαξη επικυρώσεως, πράξεως επίσημης βεβαιώσεως αποδοχής ή εγκρίσεως, η επιφύλαξη πρέπει να επιβεβαιώνεται επίσημα από το Κράτος ή το διεθνή οργανικό που τη διατύπωσε, κατά τη στιγμή που εκφράζει τη συναίνεσή του να δεσμευθεί από τη συνθήκη. Στην περίπτωση αυτήν η επιφύλαξη θεωρείται ότι έγινε κατά την ημερομηνία που αυτή επιβεβαιώθηκε. 3.Ρητή αποδοχή επιφυλάξεως ή αντιρρήσεως σε επιφύλαξη εφ' όσον είναι προγενέστερη της επιβεβαιώσεως της επιφυλάξεως, δεν χρειάζεται επιβεβαίωση. 4.Η ανάκληση επιφυλάξεως ή αντιρρήσεως σε επιφύλαξη πρέπει να διατυπωθεί εγγράφως ΤΜΗΜΑ 3: ΘΕΣΗ ΣΕ ΙΣΧΥ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ Θέση σε ισχύ Άρθρ.24.-1.Συνθήκη τίθεται σε ισχύ σύμφωνα με τον τύπο και κατά την ημερομηνία που ορίζονται από τις διατάξεις της ή δια συμφωνίας μεταξύ των κρατών και των οργανισμών ή, ανάλογα με την περίπτωση, μεταξύ των οργανισμών που μετείχαν στις διαπραγματεύσεις. 2.Ελλείψει τέτοιων διατάξεων ή τέτοιας συμφωνίας, συνθήκη τίθεται σε ισχύ ευθύς μόλις δοθεί η συναίνεση για δέσμευση από τη συνθήκη από όλα τα Κράτη και τους οργανισμούς ή, ανάλογα με την περίπτωση, από όλους τους οργανισμούς που μετείχαν στις διαπραγματεύσεις. 3.Όταν η συναίνεση Κράτους ή διεθνούς οργανισμού να δεσμευθεί από συνθήκη δοθεί σε ημερομηνία μεταγενέστερη της θέσεως σε ισχύ της εν λόγω συνθήκης, αυτή, πλην αντιθέτου διατάξεως, τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία αυτήν έναντι του Κράτους ή του οργανισμού αυτού. 4.Οι διατάξεις της συνθήκης, που ρυθμίζουν το χαρακτηρισμό του κειμένου ως αυθεντικού, την παροχή της συναινέσεως για δέσμευση από τη συνθήκη, τον τύπο ή την ημερομηνία θέσεως σε ισχύ, τις επιφυλάξεις, τα καθήκοντα του θεματοφύλακα καθώς και τα άλλα θέματα που κατ' ανάγκη ανακύπτουν πριν από τη θέση σε ισχύ της συνθήκης, εφαρμόζονται ευθύς μετά την υιοθέτηση του κειμένου. Προσωρινή εφαρμογή Άρθρ.25.-1.Συνθήκη ή μέρος συνθήκης εφαρμόζεται προσωρινά εν αναμονή της θέσεώς της σε ισχύ: α)εάν η ίδια η συνθήκη το προβλέπει ή β)εάν τα Κράτη και οι οργανισμοί ή, ανάλογα με την περίπτωση, οι οργανισμοί που μετείχαν στις διαπραγματεύσεις είχαν έτσι συμφωνήσει κατ' άλλον τρόπο. 2.Πλην αντιθέτου διατάξεως της συνθήκης ή αντιθέτου συμφωνίας των Κρατών και των διεθνών οργανισμών που μετείχαν στις διαπραγματεύσεις ή, ανάλογα με την περίπτωση, των οργανισμών που μετείχαν στις διαπραγματεύσεις, η προσωρινή εφαρμογή συνθήκης ή μέρους συνθήκης ως προς ένα Κράτος ή οργανισμό λήγει εάν το Κράτος ή ο οργανισμός αυτός γνωστοποιήσει στα Κράτη και τους οργανισμούς, μεταξύ των οποίων η συνθήκη εφαρμόζεται προσωρινά, την πρόθεσή του να μη γίνει μέρος στη συνθήκη. ΜΕΡΟΣ III ΤΗΡΗΣΗ, ΕΦΑΡΜΟΓΉ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΤΜΗΜΑ 1: ΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ PACTA SUNT SERVANDA Άρθρ.26.-Κάθε συνθήκη εν ισχύι δεσμεύει τα μέρη και πρέπει να εκτελείται από αυτά με καλή πίστη. Εσωτερικό δίκαιο των κρατών, κανόνες των διεθνών οργανισμών και τήρηση των συνθηκών Άρθρ.27.-1.Κράτος μέρος σε συνθήκη δεν μπορεί να επικαλεσθεί τους κανόνες του εσωτερικού του δικαίου για να δικαιολογήσει τη μη εφαρμογή της συνθήκης. 2.Διεθνής οργανισμός μέρος σε συνθήκη δεν μπορεί να επικαλεσθεί τους κανόνες του οργανισμού για να δικαιολογήσει τη μη εφαρμογή της συνθήκης. 3.Οι κανόνες που περιέχονται στις προηγούμενες παραγράφους δεν θίγουν το άρθρ. 46. (Μετά τη σελ. 386,470) Σελ. 386,471 Τεύχος 1147 –Σελ. 99 Δίκαιο των Συνθηκών 40.Γ.μ.2 131 ΤΜΗΜΑ 2: ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ Μη αναδρομικότητα των συνθηκών Άρθρ.28.-Εκτός από την περίπτωση όπου προκύπτει από τη συνθήκη ή κατ' άλλο τρόπο διαφορετική πρόθεση, οι διατάξεις συνθήκης δεν δεσμεύουν ένα μέρος σχετικά με πράξη ή γεγονός προγενέστερο της ημερομηνίας θέσεως σε ισχύ της συνθήκης αυτής όσον αφορά το μέρος αυτό ή σχετικά με κατάσταση που είχε πάψει να υπάρχει την ημερομηνία αυτή. Εδαφική εφαρμογή των συνθηκών Άρθρ.29.-Εκτός από την περίπτωση όπου προκύπτει από τη συνθήκη ή κατ' άλλο τρόπο διαφορετική πρόθεση, συνθήκη μεταξύ ενός ή περισσότερων Κρατών και ενός ή περισσότερων διεθνών οργανισμών δεσμεύει καθένα από τα κράτη μέρη επί ολοκλήρου του εδάφους του. Εφαρμογή διαδοχικών συνθηκών που αναφέρονται στο ίδιο θέμα Άρθρ.3.-Το γεγονός ότι η παρούσα Σύμβαση δεν εφαρμόζεται: Ι)ούτε σε διεθνείς συμφωνίες στις οποίες είναι μέρη ένα ή περισσότερα Κράτη, ένας ή περισσότεροι διεθνείς οργανισμοί και ένα ή περισσότερα υποκείμενα διεθνούς δικαίου πλην των Κρατών ή των οργανισμών. II)ούτε στις διεθνείς συμφωνίες στις οποίες είναι μέρη ένας ή περισσότεροι διεθνείς οργανισμοί και ένα ή περισσότερα υποκείμενα διεθνούς δικαίου πλην των Κρατών ή των οργανισμών. ΙΙΙ)ούτε στις άγραφες διεθνείς συμφωνίες μεταξύ ενός ή περισσότερων Κρατών και ενός ή περισσότερων διεθνών οργανισμών ή μεταξύ διεθνών οργανισμών IV)ούτε στις διεθνείς συμφωνίες μεταξύ υποκειμένων διεθνούς δικαίου πλην Κρατών ή διεθνών οργανισμών, δεν θίγει α)τη νομική ισχύ τέτοιων συμφωνιών β)την εφαρμογή επί των συμφωνιών αυτών όλων των κανόνων που θεσπίζονται στην παρούσα Σύμβαση στους οποίους θα υπήγοντο βάσει του διεθνούς δικαίου, ανεξαρτήτως της εν λόγω Συμβάσεως γ)την εφαρμογή της Συμβάσεως στις σχέσεις μεταξύ Κρατών και διεθνών οργανισμών ή στις σχέσεις μεταξύ οργανισμών, όταν οι εν λόγω σχέσεις διέπονται από διεθνείς συμφωνίες στις οποίες είναι επίσης μέρη και άλλα υποκείμενα του διεθνούς δικαίου. 40.Γ.μ.2 Δίκαιο των Συνθηκών 126 Μη αναδρομικότης της παρούσας Συμβάσεως Άρθρ.30.-1.Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των Κρατών και διεθνών οργανισμών που είναι μέρη σε διαδοχικές συνθήκες που αναφέρονται στο ίδιο θέμα καθορίζονται σύμφωνα με τις επόμενες παραγράφους. 2.Όταν συνθήκη ορίζει ρητά ότι είναι υποκείμενη σε συνθήκη προγενέστερη ή μεταγενέστερη ή ότι δεν πρέπει να θεωρηθεί ασυμβίβαστη προς αυτή, οι διατάξεις της τελευταίας αυτής συνθήκης υπερισχύουν. 3.Όταν όλα τα μέρη σε συνθήκη προγενέστερη είναι επίσης μέρη σε συνθήκη μεταγενέστερη χωρίς η προγενέστερη συνθήκη να έχει λήξει ή να έχει ανασταλεί η εφαρμογή της βάσει του άρθρ. 59, η προγενέστερη συνθήκη δεν εφαρμόζεται παρά μόνο στο μέτρο που οι διατάξεις της συμβιβάζονται με εκείνες της μεταγενέστερης συνθήκης. 4.Όταν τα μέρη σε προγενέστερη συνθήκη δεν είναι όλα μέρη σε μεταγενέστερη συνθήκη α)στις σχέσεις μεταξύ δύο μερών, που το καθένα είναι μέρος στις δύο συνθήκες, ο εφαρμοστέος κανόνας είναι εκείνος της παρ. 3. β)στις σχέσεις μεταξύ μέρους στις δύο συνθήκες και μέρους σε μία μόνο συνθήκη, η συνθήκη στην οποία και οι δύο είναι μέρη διέπει τα αμοιβαία δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Σελ. 386,472 Τεύχος 1147 – Σελ. 100 5.Η παρ. 4 εφαρμόζεται, χωρίς να θίγεται το άρθρ. 41, οποιοδήποτε θέμα περί λήξεως ή αναστολής συνθήκης βάσει του άρθρ. 60 ή οποιοδήποτε άλλο θέμα ευθύνης που μπορεί να προκύψει για Κράτος ή διεθνή οργανισμό από τη σύναψη ή την εφαρμογή συνθήκης, της οποίας οι διατάξεις είναι ασυμβίβαστες με τις υποχρεώσεις που έχει έναντι Κράτους ή οργανισμού δυνάμει άλλης συνθήκης. 6.Οι προηγούμενες παράγραφοι δεν θίγουν το γεγονός ότι, σε περίπτωση διαστάσεως μεταξύ των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και των υποχρεώσεων που απορρέουν από συνθήκη, υπερισχύουν οι πρώτες. ΤΜΗΜΑ 3: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΥΝΘΗΚΩΝ Γενικός κανόνας ερμηνείας Άρθρ.31.-1.Μία συνθήκη πρέπει να ερμηνεύεται με καλή πίστη σύμφωνα με τη συνήθη έννοια που αποδίδεται στους όρους της συνθήκης στο σύνολό τους και υπό το φως του αντικειμένου και του σκοπού της. 2.Για το σκοπό της ερμηνείας της συνθήκης το σύνολο της συνθήκης περιλαμβάνει, εκτός από το κείμενο, συμπεριλαμβανομένων του προοιμίου και των παραρτημάτων: α)κάθε συμφωνία που αναφέρεται στη συνθήκη και που έγινε μεταξύ όλων των μερών επ’ ευκαιρία της συνάψεως της συνθήκης, β)κάθε έγγραφο που συνετάγη από ένα ή περισσότερα μέρη επ' ευκαιρία της συνάψεως της συνθήκης και που έχει γίνει αποδεκτό από τα άλλα μέρη ως έγγραφο που έχει σχέση με τη συνθήκη. 3.Μαζί με το σύνολο της συνθήκης, θα λαμβάνεται υπόψη: α)κάθε μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ των μερών σχετική με την ερμηνεία της συνθήκης ή την εφαρμογή των διατάξεών της β)κάθε μεταγενέστερη πρακτική που ακολουθείται κατά την εφαρμογή της συνθήκης, από την οποία προκύπτει συμφωνία των μερών ως προς την ερμηνεία της συνθήκης. γ)κάθε σχετικός κανόνας διεθνούς δικαίου εφαρμοστέος στις σχέσεις μεταξύ των μερών. 4.Ειδική έννοια θα δίδεται σ' έναν όρο, εάν προκύπτει ότι τέτοια ήταν η πρόθεση των μερών. 40.Γ.μ.2 Δίκαιο των Συνθηκών 132 Συμπληρωματικά μέσα ερμηνείας Άρθρ.32.-Είναι δυνατό να αναζητηθούν συμπληρωματικά μέσα ερμηνείας και ιδιαίτερα οι προκαταρκτικές εργασίες και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η συνθήκη, ώστε είτε να επιβεβαιωθεί η έννοια που προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρ. 31 είτε να καθορισθεί η έννοια όταν η ερμηνεία που δίδεται βάσει του άρθρ. 31 α)αφήνει την έννοια ασαφή ή αφανή ή β)οδηγεί σε αποτέλεσμα που είναι προδήλως άτοπο ή παράλογο. Ερμηνεία συνθηκών που έχουν χαρακτηρισθεί σε δυο ή περισσότερες γλώσσες ως αυθεντικές Άρθρ.33.-1.Όταν συνθήκη έχει χαρακτηρισθεί ως αυθεντική σε δύο ή περισσότερες γλώσσες, το κείμενό της έχει την ίδια ισχύ και στις δύο γλώσσες, εκτός εάν η συνθήκη ορίζει ή εάν τα Κράτη συμφωνήσουν ότι σε περίπτωση διαστάσεως υπερισχύει καθορισμένο κείμενο. 2.Συνθήκη σε γλώσσα άλλη από εκείνες, στις οποίες έχει χαρακτηρισθεί ως αυθεντικό κείμενο, δεν θεωρείται αυθεντική, εκτός εάν η συνθήκη το προβλέπει ή εάν τα μέρη συμφώνησαν έτσι. 3.Οι όροι συνθήκης θεωρούνται ότι έχουν την ίδια έννοια στα διάφορα αυθεντικά κείμενα. 4.Εκτός της περιπτώσεως που ορισμένο κείμενο υπερισχύει σύμφωνα με την παρ. 1, όταν η σύγκριση των αυθεντικών κειμένων αποκαλύπτει εννοιολογική διαφορά, την οποία δεν μπορεί να εξαλείψει η εφαρμογή των άρθρ. 31 και 32, υιοθετείται η έννοια η οποία, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου και του σκοπού της συνθήκης, συμβιβάζει καλύτερα τα κείμενα αυτά. ΤΜΗΜΑ 4: ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΚΑΙ ΤΡΙΤΑ ΚΡΑΤΗ Ή ΤΡΙΤΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ Γενικός κανόνας που αφορά τα τρίτα Κράτη ή τους τρίτους οργανισμούς Άρθρ.34.-Συνθήκη δεν δημιουργεί ούτε υποχρεώσεις ούτε δικαιώματα για τρίτο Κράτος ή για τρίτο οργανισμό χωρίς τη συναίνεση του κράτους ή του οργανισμού αυτού. Συνθήκες που προβλέπουν υποχρεώσεις για τρίτα Κράτη ή τρίτους οργανισμούς Άρθρ.35.-Δημιουργείται υποχρέωση για τρίτο Κράτος ή τρίτο οργανισμό από διάταξη συνθήκης, εάν τα μέρη στη συνθήκη αυτήν έχουν την πρόθεση να δημιουργήσουν υποχρέωση με τη διάταξη αυτήν και εάν το τρίτο κράτος ή ο τρίτος οργανισμός αποδεχθεί ρητά και εγγράφως την υποχρέωση αυτήν. Η αποδοχή από τρίτο οργανισμό τέτοιας υποχρεώσεως διέπεται από τους κανόνες του οργανισμού αυτού. Συνθήκες που προβλέπουν δικαιώματα για τρίτα Κράτη ή τρίτους οργανισμούς Άρθρ.36.-1.Δικαίωμα δημιουργείται για τρίτο Κράτος από διάταξη συνθήκης εάν τα μέρη στη συνθήκη αυτήν έχουν την πρόθεση με τη διάταξη αυτή να εκχωρήσουν το δικαίωμα αυτό είτε στο τρίτο Κράτος ή σε ομάδα κρατών στην οποία τούτο ανήκει, είτε σε όλα τα κράτη και εφ' όσον το τρίτο Κράτος συγκατατίθεται σ' αυτό. Η συναίνεση αυτή τεκμαίρεται εφ' όσον δεν υπάρχει αντίθετη ένδειξη, πλην αντιθέτου διατάξεως της συνθήκης. 2.Δικαίωμα δημιουργείται για τρίτο οργανισμό από διάταξη συνθήκης, εάν τα μέρη στη συνθήκη αυτή έχουν την πρόθεση, με τη διάταξη αυτή, να εκχωρήσουν το δικαίωμα αυτό είτε σε τρίτο οργανισμό ή σε ομάδα διεθνών οργανισμών, στην οποία αυτός ανήκει, είτε σε όλους τους οργανισμούς και εφ όσον ο τρίτος οργανισμός συγκατατίθεται σ' αυτό. Η συναίνεση διέπεται από τους κανόνες του οργανισμού. 3.Κράτος ή διεθνής οργανισμός που ασκεί δικαίωμα κατ' εφαρμογή της παρ. 1 ή 2 έχει υποχρέωση να σέβεται, για την άσκηση του δικαιώματος αυτού, τους όρους που προβλέπονται στη συνθήκη ή που καθιερώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις της. Ανάκληση ή τροποποίηση υποχρεώσεων ή δικαιωμάτων τρίτων Κρατών ή τρίτων οργανισμών Άρθρ.37.-1.Σε περίπτωση που δημιουργείται υποχρέωση για τρίτο Κράτος ή τρίτο οργανισμό σύμφωνα με το άρθρ. 35, η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί να ανακληθεί ή να τροποποιηθεί παρά μόνο με τη συναίνεση των μερών στη συνθήκη και του τρίτου Κράτους ή του τρίτου οργανισμού, εκτός εάν προκύπτει ότι είχαν συμφωνήσει διαφορετικά. 2.Σε περίπτωση που δικαίωμα δημιουργείται για τρίτο Κράτος ή τρίτο οργανισμό σύμφωνα με το άρθρ. 36, το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να ανακληθεί ή να τροποποιηθεί από τα μέρη, εάν προκύπτει ότι τούτο δεν υπόκειται σε ανάκληση ή τροποποίηση χωρίς τη συναίνεση του τρίτου Κράτους ή του τρίτου οργανισμού. 3.Η συναίνεση διεθνούς οργανισμού μέρους στη συνθήκη ή τρίτου οργανισμού, που προβλέπεται στις προηγούμενες παραγράφους, διέπεται από τους κανόνες του οργανισμού αυτού. Κανόνες συνθήκης που γίνονται υποχρεωτικοί για τρίτα Κράτη ή τρίτους οργανισμούς από τη δημιουργία διεθνούς εθίμου Άρθρ.4.-Μη θιγομένης της εφαρμογής όλων των κανόνων που θεσπίζονται στην παρούσα Σύμβαση, στους οποίους θα υπήγοντο οι συνθήκες μεταξύ ενός ή περισσότερων Κρατών και ενός ή περισσότερων διεθνών οργανισμών βάσει του διεθνούς δικαίου ανεξαρτήτως της παρούσας Συμβάσεως, αύτη εφαρμόζεται αποκλειστικά σε συνθήκες αυτού του είδους που συνάπτονται μετά τη θέση της σε ισχύ έναντι των Κρατών και των οργανισμών αυτών. Ιδιωτικές συνθήκες διεθνών οργανισμών και συνθήκες υιοθετημένες στα πλαίσια διεθνούς οργανισμού Άρθρ.38.-Καμία διάταξη των άρθρ. 34-37 δεν αποκλείει όπως κανόνας εξαγγελόμενος σε συνθήκη καταστεί υποχρεωτικός για τρίτο Κράτος ή τρίτο οργανισμό ως εθιμικός κανόνας διεθνούς δικαίου αναγνωρισμένος σαν τέτοιος. (Μετά τη σελ. 386,472) Σελ. 386,473 Τεύχος 1147 - Σελ. 101 Δίκαιο των Συνθηκών 40.Γ.μ.2 133 ΜΕΡΟΣ IV ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΣΥΝΘΗΚΩΝ Γενικός κανόνας σχετικός με την τροποποίηση των συνθηκών Άρθρ.39.-1·Συνθήκη μπορεί να τροποποιηθεί με συμφωνία μεταξύ των μερών. Εκτός εάν η συνθήκη ορίζει διαφορετικά, οι κανόνες που εξαγγέλλονται στο Μέρος ΙΙ εφαρμόζονται σε τέτοια συμφωνία. 2.Η συναίνεση διεθνούς οργανισμού στη συ-συμφωνία που προβλέπεται στην παρ. 1 διέπεται από τους κανόνες του οργανισμού αυτού. Τροποποίηση πολυμερών συνθηκών Άρθρ.40.-1.Η τροποποίηση των πολυμερών συνθηκών έπεται από τις επόμενες παραγράφους. 2.Κάθε πρόταση που αποσκοπεί στο να τροποποιήσει πολυμερή συνθήκη στις σχέσεις μεταξύ όλων των μερών πρέπει να γνωστοποιείται σε όλα τα συμβαλλόμενα Κράτη και σε όλους τους συμβαλλόμενους οργανισμούς και καθένα δικαιούται να συμμετέχει: α)στην απόφαση επί της συνεχείας που θα δοθεί στην πρόταση αυτήν β)στις διαπραγματεύσεις και στη συναφή κάθε συμφωνίας που έχει ως αντικείμενο την τροποποίηση της συνθήκης. 3.Κάθε Κράτος ή κάθε διεθνής οργανισμός, που δικαιούται να γίνει μέρος στη συνθήκη, δικαιούται επίσης να γίνει μέρος στη συνθήκη, όπως αυτή τροποποιήθηκε. 4.Η τροποποιητική συμφωνία δεν δεσμεύει τα Κράτη ή τους διεθνείς οργανισμούς που είναι ήδη μέρη στη συνθήκη και που δεν γίνονται μέρη στη συμφωνία αυτή. Το εδάφ. β) της παρ. 4 του άρθρ. 30 εφαρμόζεται ως προς τα Κράτη ή τους οργανισμούς αυτούς. 5.Κάθε Κράτος ή κάθε διεθνής οργανισμός που γίνεται μέρος στη συνθήκη μετά τη θέση σε ισχύ της τροποποιητικής συμφωνίας θεωρείται, εφ' όσον δεν εκφράζει διαφορετική πρόθεση: α)μέρος στη συνθήκη όπως αυτή τροποποιήθηκε και β)μέρος στη μη τροποποιηθείσα συνθήκη ως προς κάθε μέρος στη συνθήκη, το οποίο δεν δεσμεύεται από την τροποποιητική συνθήκη. Σελ. 386,474 Τεύχος 1147 - Σελ. 102 Συμφωνίες που αποσκοπούν στη μεταβολή των πολυμερών συνθηκών στις σχέσεις μεταξύ ορισμένων μόνο μερών Άρθρ.41.-1.Δύο ή περισσότερα μέρη σε πολυμερή συνθήκη μπορούν να συνάψουν συμφωνία που αποσκοπεί στη μεταβολή της συνθήκης ως προς τις αμοιβαίες σχέσεις τους μόνο α)εάν η δυνατότητα τέτοιας μεταβολής προβλέπεται από τη συνθήκη ή β)εάν η εν λόγω μεταβολή δεν απαγορεύεται από τη συνθήκη, υπό τον όρο ότι: Ι)δεν θίγει ούτε δικαιώματα τα οποία τα άλλα μέρη έχουν δυνάμει της συνθήκης ούτε την εκτέλεση των υποχρεώσεών τους και ΙΙ)δεν αναφέρεται σε διάταξη, απόκλιση από την οποία είναι ασυμβίβαστη με την αποτελεσματική τήρηση του αντικειμένου και του σκοπού της συνθήκης στο σύνολό της. 2.Εκτός εάν, στην περίπτωση του εδαφ. α)της παρ. 1, η συνθήκη ορίζει διαφορετικά, τα ενδιαφερόμενα μέρη πρέπει να γνωστοποιούν στα άλλα μέρη την πρόθεσή τους να συνάψουν συμφωνία και τις μεταβολές που η συμφωνία αυτή επιφέρει στη συνθήκη. ΜΕΡΟΣ V ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ, ΛΗΞΗ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΤΜΗΜΑ 1 ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Εγκυρότητα και τήρηση σε ισχύ των συνθηκών Άρθρ.42.-1.Η εγκυρότητα συνθήκης ή της συναινέσεως Κράτους ή διεθνούς οργανισμού να δεσμευθεί από αυτή μπορεί να αμφισβητηθεί μόνο κατ' εφαρμογή της παρούσας Συμβάσεως. 2.Η λήξη της συνθήκης, η καταγγελία της ή η αποχώρηση μέρους από αυτή μπορούν να επέλθουν μόνο κατ' εφαρμογή των διατάξεων των συνθηκών ή της παρούσας Συμβάσεως. Ο ίδιος κανόνας ισχύει και για την αναστολή της εφαρμογής της Συνθήκης. 40.Γ.μ.2 Δίκαιο των Συνθηκών 134 Υποχρεώσεις που επιβάλλονται από το διεθνές δίκαιο ανεξαρτήτως της συνθήκης Άρθρ.43.-Η ακυρότητα, η λήξη και η καταγγελία της συνθήκης, η αποχώρηση μέρους από αυτήν ή η αναστολή εφαρμογής της συνθήκης, που πραγματοποιούνται δυνάμει της παρούσας Συμβάσεως ή των διατάξεων της συνθήκης, δεν θίγουν με κανέναν τρόπο το καθήκον του Κράτους ή του διεθνούς οργανισμού να εκπληρώνει κάθε υποχρέωση που εξαγγέλεται στη συνθήκη και την οποία σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο έχει το Κράτος ή ο οργανισμός αυτός ανεξαρτήτως της εν λόγω συνθήκης. Δυνατότης διαχωρισμού διατάξεων συνθήκης Άρθρ.44.-1.Δικαίωμα μέρους, που προβλέπεται από τη Συνθήκη ή που απορρέει από το άρθρ. 56, να καταγγείλει τη Συνθήκη, να αποχωρήσει ή να αναστείλει την εφαρμογή της, μπορεί να ασκηθεί μόνο σε σχέση με το σύνολό της Συνθήκης, εκτός αν αυτή ορίζει ή τα μέρη συμφώνησαν διαφορετικά. 2.Είναι δυνατή η επίκληση λόγου ακυρότητας ή λήξεως συνθήκης, αποχωρήσεως ενός των μερών ή αναστολής εφαρμογής της συνθήκης, που αναγνωρίζεται από τους όρους της παρούσας Συμβάσεως, μόνο ως προς το σύνολο της Συνθήκης, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπονται στις παρακάτω παραγράφους ή στο άρθρ. 60. 3.Εάν ο επικαλούμενος λόγος αναφέρεται μόνο σε ορισμένες διατάξεις, μπορεί να γίνει επίκληση αυτού μόνο ως προς τις διατάξεις αυτές, εφ' όσον α)οι διατάξεις αυτές είναι δυνατό να διαχωριστούν από το υπόλοιπο της συνθήκης όσον αφορά την εφαρμογή τους β)προκύπτει από τη συνθήκη ή κατ' άλλο τρόπο ότι η αποδοχή των διατάξεων αυτών δεν απετέλεσε για το άλλο συμβαλλόμενο μέρος ή τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη ουσιώδη βάση της συναινέσεώς τους να δεσμευθούν από τη Συνθήκη στο σύνολό τους και γ)δεν είναι άδικη η συνεχιζόμενη εφαρμογή του υπολοίπου της συνθήκης. 4.Σε περιπτώσεις που εμπίπτουν στα άρθρ. 49 και 50 το Κράτος ή ο διεθνής οργανισμός, που δικαιούται να επικαλεσθεί απάτη ή δωροδοκία, μπορεί να το πράξει είτε σε σχέση με ολόκληρη τη συνθήκη είτε, στην περίπτωση της παρ. 3, σε σχέση μόνο με ορισμένες συγκεκριμένες διατάξεις. 5.Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρ. 51, 52 και 53 ο διαχωρισμός των διατάξεων της συνθήκης δεν επιτρέπεται. Απώλεια δικαιώματος επικλήσεως λόγου ακυρότητας ή λήξεως συνθήκης αποχωρήσεως ή αναστολής εφαρμογής συνθήκης Άρθρ.45.-1.Κράτος δεν μπορεί να επικαλεσθεί λόγω ακυρότητας ή λόγω λήξεως συνθήκης αποχωρήσεως ή αναστολής εφαρμογής της σύμφωνα με τα άρθρ. 46 έως 50 ή τα άρθρ. 60 και 62 εάν, αφού έλαβε γνώση των γεγονότων, το Κράτος αυτό: α)ρητά συμφώνησε ότι η συνθήκη ανάλογα με την περίπτωση είναι έγκυρη ή παραμένει σε ισχύ ή συνεχίζει να εφαρμόζεται ή β)πρέπει να θεωρηθεί ότι συναίνεσε, όπως προκύπτει από την συμπεριφορά του, ότι η συνθήκη, ανάλογα με την περίπτωση, είναι έγκυρη ή παραμένει σε ισχύ ή εφαρμόζεται. 2.Διεθνής οργανισμός δεν μπορεί να επικαλεσθεί λόγο ακυρότητας ή λήξεως της συνθήκης ή λόγω αποχωρήσεως ή αναστολής εφαρμογής της σύμφωνα με τα άρθρ. 46 έως 50 ή τα άρθρ. 60 και 62, εάν, αφού έλαβε γνώση των γεγονότων, ο οργανισμός αυτός: α)ρητά συμφώνησε ότι η συνθήκη, ανάλογα με την περίπτωση, είναι έγκυρη ή παραμένει σε ισχύ ή συνεχίζει να εφαρμόζεται ή β)πρέπει να θεωρηθεί ότι, όπως προκύπτει από τη συμπεριφορά του αρμόδιου οργάνου, παραιτήθηκε του δικαιώματος επικλήσεως της αιτίας ή του λόγου αυτού. ΤΜΗΜΑ 2 ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ Διατάξεις εσωτερικού δικαίου Κράτους και κανόνες διεθνούς οργανισμού σχετικά με την αρμοδιότητα συνομολογήσεως των συνθηκών Άρθρ.46.-1.Κράτος δεν μπορεί να επικαλεσθεί το γεγονός ότι η συναίνεση του να δεσμευθεί από τη συνθήκη εδόθη κατά παραβίαση διατάξεως του εσωτερικού δικαίου, σχετικής με την αρμοδιότητα συνομολογήσεως συνθηκών ως ελάττωμα της συναινέσεώς του, εκτός εάν η παραβίαση αυτή ήταν έκδηλη και αφορούσε κανόνα εσωτερικού δικαίου θεμελιώδους σημασίας. 2.Διεθνής οργανισμός δεν μπορεί να επικαλεσθεί το γεγονός ότι η συναίνεσή του να δεσμευθεί από τη συνθήκη εδόθη κατά παραβίαση των κανόνων του οργανισμού των σχετικών με την αρμοδιότητα συνομολογήσεως συνθηκών ως ελάττωμα της συναινέσεώς του, εκτός εάν η παραβίαση αυτή ήταν έκδηλη και αφορούσε κανόνα θεμελιώδους σημασίας. 3.Η παραβίαση είναι έκδηλη όταν παρουσιάζεται αντικειμενικά προφανής για κάθε Κράτος ή για κάθε διεθνή οργανισμό συμπεριφερόμενο εν προκειμένω κατά τη συνήθη πρακτική των Κρατών και, ανάλογα με την περίπτωση, των διεθνών οργανισμών, με καλή πίστη. Ειδικός περιορισμός της αρμοδιότητας εκφράσεως της συναινέσεως Κράτους ή διεθνούς οργανισμού Άρθρ.47.-Εάν η αρμοδιότητα του αντιπροσώπου να εκφράσει τη συναίνεση Κράτους ή διεθνούς οργανισμού, όπως δεσμευθεί από συγκεκριμένη συνθήκη, ετέθη υπό ειδικό περιορισμό, η απ' αυτόν παράλειψη σεβασμού του περιορισμού αυτού δεν μπορεί να επιφέρει ακύρωση της συναινέσεως που δόθηκε απ' αυτόν, εκτός εάν ο περιορισμός αυτός γνωστοποιήθηκε στα άλλα Κράτη και οργανισμούς που μετείχαν στις διαπραγματεύσεις πριν την έκφραση της συναινέσεως αυτής. (Μετά τη σελ. 386,474) Σελ. 386,475 Τεύχος 1147 - Σελ. 103 Δίκαιο των Συνθηκών 40.Γ.μ.2 135 Πλάνη Άρθρ.5.-Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται σε κάθε συνθήκη μεταξύ ενός ή περισσότερων Κρατών και ενός ή περισσότερων διεθνών οργανισμών, η οποία είναι η ιδρυτική πράξη διεθνούς οργανισμού και σε κάθε συνθήκη που υιοθετήθηκε στα πλαίσια διεθνούς οργανισμού, με την επιφύλαξη κάθε σχετικού κανόνα του οργανισμού. ΜΕΡΟΣ II ΣΥΝΑΨΗ ΚΑΙ ΘΕΣΗ ΣΕ ΙΣΧΥ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΤΜΗΜΑ 1: ΣΥΝΑΨΗ ΣΥΝΘΗΚΩΝ Ικανότητα των διεθνών οργανισμών προς σύναψη συνθηκών Άρθρ.4.-1.Κράτος ή διεθνής οργανισμός μπορεί να επικαλεσθεί πλάνη σε συνθήκη, η οποία ακυρώνει τη συναίνεσή του να δεσμευθεί από αυτήν, εάν η πλάνη αυτή αναφέρεται σε γεγονός ή κατάσταση, την οποία το Κράτος ή ο διεθνής οργανισμός θεωρούσε ότι υπήρχε κατά το χρόνο συνομολογήσεως της συνθήκης και η οποία αποτελούσε ουσιαστική βάση της συναινέσεως του Κράτους αυτού ή του διεθνούς οργανισμού αυτού να δεσμευθεί από τη συνθήκη. 2.Η παρ. 1 δεν εφαρμόζεται εάν το εν λόγω Κράτος ή ο εν λόγω διεθνής οργανισμός συνέβαλε με τη συμπεριφορά του στην πλάνη αυτήν ή εάν οι περιστάσεις ήταν τέτοιες, ώστε να είχαν προειδοποιηθεί για το ενδεχόμενο υπάρξεως πλάνης. 3.Πλάνη που αφορά μόνο τη διατύπωση του κειμένου συνθήκης δεν θίγει την εγκυρότητά της. Στην περίπτωση αυτήν εφαρμόζεται το άρθρ. 80. Απάτη Άρθρ.49.-Κράτος ή διεθνής οργανισμός που οδηγήθηκε σε συνομολόγηση συνθήκης ένεκα δολίας συμπεριφοράς Κράτους ή οργανισμού που έχει συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις, μπορεί να επικαλεσθεί την απάτη σαν λόγο ακυρώσεως της συναινέσεώς του να δεσμευθεί από τη συνθήκη. Δωροδοκία αντιπροσώπου Κράτους ή διεθνούς οργανισμού Άρθρ.50.-Κράτος ή διεθνής οργανισμός, του οποίου η έκφραση συναινέσεως να δεσμευθεί από συνθήκη εξασφαλίσθηκε κατόπιν δωροδοκίας του αντιπροσώπου του, που προκλήθηκε άμεσα ή έμμεσα από ενέργειες Κράτους ή οργανισμού που συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις, μπορεί να επικαλεσθεί τη δωροδοκία αυτήν ως λόγο ακυρώσεως της συναινέσεώς του να δεσμευθεί από τη συνθήκη. Εξαναγκασμός ασκηθείς σε αντιπρόσωπο Κράτους ή διεθνούς οργανισμού Άρθρ.51.-Στερείται οποιασδήποτε νομικής ισχύος η έκφραση της συναινέσεως Κράτους ή διεθνούς οργανισμού να δεσμευθεί από συνθήκη, εάν αυτή εξασφαλίστηκε κατόπιν εξαναγκασμού ασκηθέντος επί του αντιπροσώπου του Κράτους ή του οργανισμού αυτού, δια πράξεων ή απειλών. Σελ. 386,476 Τεύχος 1147 - Σελ. 104 Εξαναγκασμός ασκηθείς σε Κράτος ή διεθνή οργανισμό με απειλή ή χρήση βίας Άρθρ.52.-Κάθε συνθήκη είναι άκυρη εάν η σύναψή της έγινε με απειλή ή χρήση βίας κατά παραβίαση των αρχών του διεθνούς δικαίου όπως αυτές περιέχονται στο Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Συνθήκες σε σύγκρουση με αναγκαστικό κανόνα γενικού διεθνούς δικαίου (JUS COGENS) Άρθρ.53.-Άκυρη είναι κάθε συνθήκη που κατά το χρόνο συνομολογήσεώς της συγκρούεται με αναγκαστικό κανόνα του γενικού διεθνούς δικαίου. Για τους σκοπούς της Συμβάσεως αυτής, αναγκαστικός κανόνας του γενικού διεθνούς δικαίου είναι κανόνας αποδεκτός και αναγνωρισμένος από τη διεθνή κοινότητα των Κρατών, στο σύνολό της, ως κανόνας από τον οποίο δεν επιτρέπεται καμία παρέκκλιση και που δεν μπορεί να τροποποιηθεί, παρά μόνο από νέο κανόνα του γενικού διεθνούς δικαίου, που να έχει τον ίδιο χαρακτήρα. ΤΜΗΜΑ 3 ΛΗΞΗ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥΣ Λήξη συνθήκης ή αποχώρηση από συνθήκη, δυνάμει διατάξεών της ή με τη συναίνεση των μερών Άρθρ.54.-Η λήξη συνθήκης ή η αποχώρηση μέρους μπορούν να λάβουν χώρα: α)σύμφωνα με τις διατάξεις της συνθήκης ή β)οποιαδήποτε στιγμή, με την συναίνεση όλων των μερών, αφού προηγουμένως ερωτηθούν σχετικά τα συμβαλλόμενα Κράτη και οι συμβαλλόμενοι οργανισμοί. 40.Γ.μ.2 Δίκαιο των Συνθηκών 136 Ελάττωση των μερών σε πολυμερή συνθήκη κάτω του αριθμού του αναγκαίου για τη θέση αυτής σε ισχύ Άρθρ.55.-Πλην αντιθέτου διατάξεως της συνθήκης, πολυμερής συνθήκη δεν λήγει από μόνο το γεγονός ότι ο αριθμός των μερών αυτής ελαττώθηκε κάτω του αριθμού του αναγκαίου για τη θέση αυτής σε ισχύ. Καταγγελία ή αποχώρηση από συνθήκη που δεν περιλαμβάνει διατάξεις αναφερόμενες στη λήξη, καταγγελία ή αποχώρηση Άρθρ.56.-1.Συνθήκη,που δεν περιέχει διατάξεις αναφερόμενες στη λήξη της και δεν προβλέπει την καταγγελία ή αποχώρηση από αυτή, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας ή αποχωρήσεως, εκτός εάν: α)αποδεικνύεται ότι υπήρχε πρόθεση των μερών να δεχθούν τη δυνατότητα καταγγελίας ή αποχωρήσεως από αυτήν ή β)το δικαίωμα καταγγελίας ή αποχωρήσεως από αυτήν μπορεί να συναχθεί από τη φύση της συνθήκης. 2.Ένα μέρος οφείλει να γνωστοποιήσει τουλάχιστο 12 μήνες ενωρίτερα την πρόθεσή του να καταγγείλει τη συνθήκη ή να αποχωρήσει από αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1. Αναστολή της εφαρμογής της συνθήκης δυνάμει των διατάξεών της ή με τη συναίνεση των μερών Άρθρ.57.-Η εφαρμογή συνθήκης σε σχέση με όλα τα μέρη ή σε σχέση με ένα συγκεκριμένο μέρος μπορεί να ανασταλεί: α)σύμφωνα με τις διατάξεις της συνθήκης ή β)οποιαδήποτε στιγμή με τη συναίνεση όλων των μερών, αφού προηγουμένως ερωτηθούν σχετικά τα συμβαλλόμενα Κράτη και οι συμβαλλόμενοι οργανισμοί. Αναστολή εφαρμογής πολυμερούς συνθήκης με συμφωνία ορισμένων μόνο μερών Άρθρ.6.-Η ικανότητα διεθνούς οργανισμού να συνάπτει συνθήκες διέπεται από τους κανόνες του οργανισμού αυτού. Πληρεξουσιότης Άρθρ.58.-1.Δύο ή περισσότερα μέρη σε πολυμερή συνθήκη μπορούν να συνομολογήσουν συμφωνία, που να έχει ως αντικείμενο την προσωρινή και μόνο μεταξύ αυτών αναστολή της εφαρμογής των διατάξεων της συνθήκης: α)εάν η δυνατότητα μιας τέτοιας αναστολής προβλέπεται από τη συνθήκη ή β)εάν η εν λόγω αναστολή δεν απαγορεύεται από τη συνθήκη με την προϋπόθεση ότι: Ι.δεν θίγει την απόλαυση, από τα άλλα μέρη, των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη συνθήκη ή την εκτέλεση των υποχρεώσεών τους και II.δεν είναι ασυμβίβαστη με το αντικείμενο και το σκοπό της συνθήκης. 2.Πλην αντιθέτου διατάξεως της Συνθήκης, στην περίπτωση του εδάφ. α' της παρ. 1, τα εν λόγω μέρη οφείλουν να γνωστοποιήσουν στα άλλα μέρη την πρόθεσή τους να συνάψουν τη συμφωνία και τις διατάξεις της συνθήκης, των οποίων την εφαρμογή έχουν την πρόθεση να αναστείλουν. Λήξη συνθήκης ή αναστολή εφαρμογής της που προκύπτει από το γεγονός συνομολογήσεως μεταγενέστερης συνθήκης Άρθρ.59.-1.Συνθήκη θεωρείται ότι έχει λήξει όταν όλα τα μέρη σ' αυτήν τη συνθήκη συνάψουν μεταγενέστερη συνθήκη που αναφέρεται στο ίδιο θέμα και α)εάν προκύπτει από μεταγενέστερη συνθήκη ή αποδεικνύεται κατ' άλλον τρόπο ότι τα μέρη είχαν την πρόθεση το εν λόγω θέμα να διέπεται από τη συνθήκη αυτήν ή β)εάν οι διατάξεις της μεταγενέστερης συνθήκης είναι ασυμβίβαστες με εκείνες της προγενέστερης συνθήκης σε τέτοιο σημείο, ώστε είναι αδύνατο να εφαρμόζονται οι δύο συνθήκες ταυτοχρόνως. 2.Η προγενέστερη συνθήκη θεωρείται ότι έχει απλώς ανασταλεί, εάν προκύπτει από τη μεταγενέστερη συνθήκη ή αποδεικνύεται κατ' άλλο τρόπο ότι τέτοια ήταν η πρόθεση των μερών. Λήξη συνθήκης ή αναστολή εφαρμογής της ως συνέπεια παραβιάσεως της Άρθρ.60.-1.Ουσιαστική παραβίαση διμερούς συνθήκης από ένα μέρος παρέχει το δικαίωμα στο άλλο μέρος να επικαλεσθεί την παραβίαση αυτήν ως λόγο λήξεως της συνθήκης ή αναστολής της εφαρμογής της εν όλω ή εν μέρει. 2.Ουσιαστική παραβίαση πολυμερούς συνθήκης από ένα μέρος παρέχει το δικαίωμα: α)στα άλλα μέρη να αναστείλουν κατόπιν ομόφωνης συμφωνίας την εφαρμογή της συνθήκης εν όλω ή εν μέρει ή να τερματίσουν αυτήν Ι.είτε ως προς τις σχέσεις μεταξύ των ιδίων και του Κράτους ή του διεθνούς οργανισμού που παραβίασε τη συνθήκη, ΙΙ.είτε ως προς όλα τα μέρη β)στο μέρος που ιδιαίτερα εθίγη από την παραβίαση, να την επικαλεσθεί ως λόγο αναστολής εφαρμογής της συνθήκης εν όλω ή εν μέρει ως προς τις σχέσεις του με το Κράτος ή το διεθνή οργανισμό που παραβίασε τη συνθήκη γ)σε οποιοδήποτε μέρος, εκτός από το Κράτος ή το διεθνή οργανισμό που παραβίασε τη συνθήκη, να επικαλεσθεί την παραβίαση ως λόγο αναστολής εφαρμογής της συνθήκης εν όλω ή εν μέρει ως προς ό,τι το αφορά, εάν η συνθήκη είναι τέτοιας φύσεως ώστε μία ουσιαστική παραβίαση των διατάξεών της από ένα μέρος να μεταβάλει ριζικά τη θέση καθενός από τα μέρη όσον αφορά την περαιτέρω εκτέλεση των υποχρεώσεών τους δυνάμει της συνθήκης. 3.Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, ουσιαστική παραβίαση συνθήκης αποτελεί: α)απόρριψη συνθήκης μη επιτρεπομένη από την παρούσα Σύμβαση ή (Μετά τη σελ. 386,476) Σελ. 386,477 Τεύχος 1147 - Σελ. 105 Δίκαιο των Συνθηκών 40.Γ.μ.2 137 β)παραβίαση διατάξεως ουσιαστικής για την πραγματοποίηση του αντικειμένου ή του σκοπού της συνθήκης. 4.Οι προηγούμενες παράγραφοι δεν θίγουν καμία διάταξη της συνθήκης εφαρμοζόμενη σε περίπτωση παραβιάσεως. 5.Οι παρ. 1 έως 3 δεν εφαρμόζονται στις διατάξεις τις σχετικές με την προστασία της ανθρώπινης προσωπικότητας που περιέχονται σε συνθήκες ανθρωπιστικού χαρακτήρα, ιδιαίτερα σε διατάξεις που αποκλείουν κάθε μορφή αντιποίνων εναντίον προσώπων που προστατεύονται από τις εν λόγω συνθήκες. Αιφνίδια κατάσταση που καθιστά την εκτέλεση αδύνατη Άρθρ.61.-1.Μέρος σε συνθήκη μπορεί να επικαλεσθεί αδυναμία εκτελέσεως συνθήκης ως λόγο λήξεως ή αποχωρήσεως από αυτήν, εάν η αδυναμία αυτή είναι αποτέλεσμα οριστικής εξαλείψεως ή καταστροφής αντικειμένου απαραίτητου για την εκτέλεση της συνθήκης. Εάν η αδυναμία είναι προσωρινή, το μέρος μπορεί να επικαλεσθεί αυτή μόνο ως λόγο αναστολής εφαρμογής της συνθήκης. 2.Μέρος δεν μπορεί να επικαλεσθεί αδυναμία εκτελέσεως ως λόγο λήξεως της συνθήκης ή αποχωρήσεως από αυτήν ή αναστολής εφαρμογής της, εάν η αδυναμία αυτή απορρέει από παραβίαση από το μέρος που την επικαλείται, είτε από υποχρέωση που θεσπίστηκε από τη συνθήκη είτε από οποιαδήποτε άλλη διεθνή υποχρέωση έναντι οποιουδήποτε άλλου μέρους στη συνθήκη. Θεμελιώδης αλλαγή των περιστάσεων Άρθρ.62.-1.Δεν μπορεί να γίνει επίκληση θεμελιώδους αλλαγής των περιστάσεων, η οποία επήλθε σε σχέση με τις υπάρχουσες περιστάσεις κατά τη στιγμή της συνομολογήσεως της συνθήκης και οι οποίες δεν είχαν προβλεφθεί από τα μέρη, ως λόγος λήξεως της συνθήκης ή αποχωρήσεως από αυτήν, εκτός εάν: α)η ύπαρξη αυτών των περιστάσεων συνιστούσε ουσιώδη βάση για τη συναίνεση των μερών να δεσμευθούν από τη συνθήκη και β)η αλλαγή αυτή είχε σαν αποτέλεσμα τη ριζική μεταβολή της εκτάσεως των υποχρεώσεων, που απομένουν προς εκπλήρωση δυνάμει της συνθήκης. 2.Δεν μπορεί να γίνει επίκληση θεμελιώδους αλλαγής των περιστάσεων ως λόγου λήξεως της συνθήκης μεταξύ δύο ή περισσότερων Κρατών και ενός Σελ. 386,478 Τεύχος 1147 – Σελ. 106 ή περισσότερων διεθνών οργανισμών ή αποχωρήσεως από αυτήν, εάν πρόκειται για συνθήκη που καθορίζει σύνορο. 3.Δεν μπορεί να γίνει επίκληση θεμελιώδους αλλαγής των περιστάσεων ως λόγου λήξεως της συνθήκης ή αποχωρήσεως από αυτήν, εάν η θεμελιώδης αλλαγή προκύπτει από παραβίαση από το μέρος που την επικαλείται, είτε από υποχρέωση που θεσπίστηκε από την συνθήκη είτε από οποιαδήποτε άλλη διεθνή υποχρέωση έναντι οποιουδήποτε άλλου μέρους στη συνθήκη. 4.Εάν ένα μέρος μπορεί, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, να επικαλεσθεί θεμελιώδη αλλαγή των περιστάσεων ως λόγο λήξεως της συνθήκης ή αποχωρήσεως από αυτή, μπορεί επίσης να την επικαλεσθεί για την αναστολή εφαρμογής της συνθήκης. Διακοπή διπλωματικών ή προξενικών σχέσεων Άρθρ.63.-Η διακοπή των διπλωματικών ή προξενικών σχέσεων μεταξύ των Κρατών μερών σε συνθήκη, μεταξύ δύο ή περισσότερων Κρατών ή ενός ή περισσότερων διεθνών οργανισμών δεν επηρεάζει τις νομικές σχέσεις που έχουν θεσπισθεί μεταξύ των Κρατών αυτών από τη συνθήκη, παρά μόνο στο μέτρο που η ύπαρξη των διπλωματικών ή προξενικών σχέσεων είναι απαραίτητη για την εφαρμογή της συνθήκης. Επέλευση νέου αναγκαστικού κανόνα του διεθνούς δικαίου (JUS COGENS) Άρθρ.64.-Εάν επέλθει αναγκαστικός κανόνας του γενικού διεθνούς δικαίου, κάθε υπάρχουσα συνθήκη συγκρουόμενη με τον κανόνα αυτόν καθίσταται άκυρη και τερματίζεται. 40.Γ.μ.2 Δίκαιο των Συνθηκών 138 ΤΜΗΜΑ 4 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Διαδικασία που εφαρμόζεται σε περίπτωση ακυρότητας, συνθήκης, λήξεως, αποχωρήσεως μέρους ή αναστολής εφαρμογής της συνθήκης Άρθρ.65.-1.Το μέρος που, βάσει των διατάξεων της παρούσας Συμβάσεως, επικαλείται είτε ελάττωμα της συναινέσεώς του να δεσμευθεί από τη συνθήκη είτε λόγο για να αμφισβητήσει την εγκυρότητα της συνθήκης, να τερματίσει αυτήν, να αποχωρήσει από αυτήν ή να αναστείλει την εφαρμογή της, οφείλει να το γνωστοποιήσει στα άλλα μέρη. Η γνωστοποίηση αυτή πρέπει να αναφέρει τα μέτρα που προτίθεται να πάρει ως προς τη συνθήκη και τους λόγους λήψεως αυτών. 2.Εάν, μετά από προθεσμία, η οποία εκτός από ιδιαίτερα επείγουσα περίπτωση δεν θα έπρεπε να είναι μικρότερη των τριών μηνών από τη λήψη της γνωστοποιήσεως, κανένα μέρος δεν προβάλει αντίρρηση, το μέρος που έκανε τη γνωστοποίηση μπορεί να πάρει τα προτιθέμενα μέτρα σύμφωνα με τον τύπο που προβλέπεται στο άρθρ.67. 3.Εάν, εν τούτοις, προεβλήθη αντίρρηση από οποιοδήποτε άλλο μέρος, τα μέρη οφείλουν να αναζητήσουν επίλυση σύμφωνα με τα μέσα που υποδεικνύονται στο άρθρ. 33 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. 4.Η γνωστοποίηση ή η αντίρρηση που προέρχεται από διεθνή οργανισμό ρυθμίζεται από τους κανόνες του οργανισμού αυτού. 5.Τίποτε από τα περιλαμβανόμενα στις προηγούμενες παραγράφους δεν θίγει τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από κάθε διάταξη σε ισχύ μεταξύ τους που αφορά την επίλυση των διαφορών. 6.Μη θιγομένου του άρθρ. 45, το γεγονός ότι το Κράτος ή διεθνής οργανισμός δεν απηύθυνε προηγουμένως την προβλεπόμενη στην παρ. 1 γνωστοποίηση δεν το εμποδίζει να προβεί στη γνωστοποίηση αυτή με μορφή απαντήσεως σε άλλο μέρος που απαιτεί την εκτέλεση της συνθήκης ή που ισχυρίζεται ότι αυτή παραβιάσθηκε. Διαδικασία δικαστικού διακανονισμού, διαιτησίας και συνδιαλλαγής Άρθρ.66.-1.Εάν, εντός των δώδεκα μηνών που ακολούθησαν την ημερομηνία κατά την οποία προεβλήθη η αντίρρηση, δεν είναι δυνατή η επίτευξη λύσεως σύμφωνα με την παρ 3 του άρθρ. 65, θα εφαρμόζονται οι επόμενες διαδικασίες σύμφωνα με τις παρακάτω παραγράφους. 2.Προκειμένου για διαφορά που αφορά την εφαρμογή ή την ερμηνεία των άρθρ. 53 ή 64: α)κάθε Κράτος μέρος στη διαφορά, στην οποία ένα ή περισσότερα άλλα Κράτη είναι μέρη, μπορεί, κατόπιν αιτήσεως, να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο για να αποφανθεί επί της διαφοράς β)Κάθε Κράτος μέρος στη διαφορά, στην οποία ένας ή περισσότεροι διεθνείς οργανισμοί είναι μέρη, μπορεί εν ανάγκη μέσω ενός Κράτους μέλους του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών να απευθύνει αίτηση στη Γενική Συνέλευση ή στο Συμβούλιο Ασφαλείας ή, ενδεχομένως, στο αρμόδιο όργανο διεθνούς οργανισμού που είναι μέρος στη διαφορά και εξουσιοδοτημένο, σύμφωνα με το άρθρ. 96 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, να ζητήσει γνωμοδοτήση από το Διεθνές Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρ. 65 του Καταστατικού του Δικαστηρίου γ)εάν ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών ή διεθνής οργανισμός εξουσιοδοτημένος σύμφωνα με το άρθρ. 96 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών είναι μέρη στη διαφορά, μπορούν να ζητήσουν γνωμοδότηση από το Διεθνές Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρ. 65 του Καταστατικού του Δικαστηρίου. δ)κάθε διεθνής οργανισμός, εκτός των οργανισμών των αναφερομένων στο εδάφ. (γ), που είναι μέρος στη διαφορά, μπορεί, με τη μεσολάβηση Κράτους μέρους του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών, να ακολουθήσει τη διαδικασία που υποδεικνύεται στο εδάφ. (β) ε)η γνωμοδότηση του Δικαστηρίου, δυνάμει των εδαφ. (β), (γ), ή(δ),θα γίνει αποδεκτή ως οριστική από όλα τα μέρη στη διαφορά στ)εάν δεν άσκησε το δικαίωμα να ζητήσει γνωμοδότηση βάσει των εδάφ. (β), (γ) ή (δ),κάθε μέρος στη διαφορά μπορεί, με γραπτή γνωστοποίηση στο άλλο μέρος ή στα άλλα μέρη, να υποβάλλει τη διαφορά σε διαιτησία σύμφωνα με τις διατάξεις του Παραρτήματος της παρούσας Συμβάσεως. 3.Οι διατάξεις της παρ. 2 εφαρμόζονται, εκτός εάν όλα τα μέρη σε μία διαφορά που εμπίπτει στην εν λόγω παράγραφο αποφασίσουν με κοινή συμφωνία να την υποβάλουν σε διαδικασία διαιτησίας, ειδικά στη διαδικασία που καθορίζεται από το Παράρτημα της παρούσας Συμβάσεως. 4.Σε περίπτωση διαφοράς σχετικής με την εφαρμογή ή την ερμηνεία ενός οποιουδήποτε άρθρου του Τμήματος V της παρούσας Συμβάσεως, εκτός από τα άρθρ. 53 και 64, κάθε μέρος στη διαφορά μπορεί να θέσει σε ενέργεια τη διαδικασία συνδιαλλαγής, που προβλέπεται στο Παράρτημα της Συμβάσεως, απευθύνοντας σχετική αίτηση προς το Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών. Έγγραφα που έχουν σκοπό την κήρυξη της συνθήκης ως άκυρης, τη λήξη της, την αποχώρηση από αυτήν ή την αναστολή εφαρμογής της συνθήκης Άρθρ.67.-1.Η προβλεπόμενη στην παρ. 1 του άρθρ. 65 γνωστοποίηση πρέπει να διατυπώνεται εγγράφως. 2.Οποιαδήποτε πράξη με την οποία κηρύσσεται η ακυρότητα συνθήκης, η λήξη αυτής, η αποχώρηση από αυτήν ή η αναστολή εφαρμογής της, με βάση τις διατάξεις της ή τις παρ. 2 και 3 του άρθρ. 65, πρέπει να περιέχεται σε έγγραφο το οποίο κοινοποιείται στα άλλα μέρη. Εάν το έγγραφο που προέρχεται από Κράτος δεν έχει υπογραφεί από τον Αρχηγό του Κράτους, τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως ή τον (Μετά τη σελ. 386,478) Σελ. 386,479 Τεύχος 1147 – Σελ. 107 Δίκαιο των Συνθηκών 40.Γ.μ.2 139 Υπουργό των Εξωτερικών, ο αντιπρόσωπος του Κράτους που το κοινοποιεί μπορεί να κληθεί να παρουσιάσει το πληρεξούσιο έγγραφό του. Εάν το έγγραφο προέρχεται από διεθνή οργανισμό, ο αντιπρόσωπος του οργανισμού που το κοινοποιεί μπορεί να κληθεί να παρουσιάσει το πληρεξούσιο έγγραφό του. Ανάκληση γνωστοποιήσεων και εγγράφων που προβλέπονται στα άρθρ. 65 και 67 Άρθρ.7.-1.Πρόσωπο θεωρείται αντιπρόσωπος Κράτους για την υιοθέτηση ή την επικύρωση κειμένου συνθήκης ή για την έκφραση της συναινέσεως του Κράτους να δεσμευθεί με συνθήκη: α)εάν το πρόσωπο αυτό επιδείξει το κατάλληλο πληρεξούσιο έγγραφο, ή β)εάν προκύπτει από την πρακτική ή από άλλες περιστάσεις, ότι ήταν πρόθεση των ενδιαφερόμενων Κρατών και διεθνών οργανισμών να αναγνωρίζουν το πρόσωπο αυτόν ως αντιπρόσωπο του Κράτους για το σκοπό αυτό χωρίς την επίδειξη πληρεξουσίου εγγράφου. 2.Ως εκ τη θέσεώς τους θεωρούνται αντιπρόσωποι Κράτους και δεν χρειάζεται να επιδείξουν πληρεξούσιο έγγραφο: α)οι Αρχηγοί Κράτους, οι Πρόεδροι Κυβερνήσεως και οι Υπουργοί Εξωτερικών, για όλες τις πράξεις τις σχετικές με τη σύναψη συνθήκης μεταξύ ενός ή περισσότερων Κρατών και μεταξύ ενός ή περισσότερων διεθνών οργανισμών β)οι δ …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.