← Ελλάδα

1. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 336 της 11 Νοεμ./16 Δεκ. 1969 (ΦΕΚ Α΄ 269) Περί κυρώσεως συμβάσεως περί της Αστικής Ευθύνης εις τον τομέα της Πυρηνικής

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος επικυρώνει μια διεθνή σύμβαση για την αστική ευθύνη στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, με στόχο την εξασφάλιση αποζημίωσης στα θύματα πυρηνικών ατυχημάτων και την εναρμόνιση των σχετικών κανόνων μεταξύ των συμβαλλόμενων χωρών.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 336 της 11 Νοεμ./16 Δεκ. 1969 (ΦΕΚ Α΄ 269) Περί κυρώσεως συμβάσεως περί της Αστικής Ευθύνης εις τον τομέα της Πυρηνικής Ενεργείας. Άρθρον μόνον.-Κυρούται και έχει ισχύν Νόμου η υπογραφείσα εν Παρισίοις την 29 Ιουλ. 1960 Σύμβασις μεταξύ του Βασιλείου της Ελλάδος, της Ομοσπόνδου Γερμανικής Δημοκρατίας, της Αυστριακής Δημοκρατίας, του Βασιλείου του Βελγίου, του Βασιλείου της Δανίας, της Ισπανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, του Βασιλείου της Νορβηγίας, του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεττανίας και Βορείου Ιρλανδίας, του Βασιλείου της Σουηδίας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και της Τουρκικής Δημοκρατίας περί της Αστικής Ευθύνης εις τον τομέα της Πυρηνικής Ενεργείας. Το κείμενον της Συμφωνίας και του προσθέτου αυτή Πρωτοκόλλου, έπεται εν πρωτοτύπω εις την γαλλικήν και εν μεταφράσει εις την ελληνικήν γλώσσαν. ΣΥΜΒΑΣΙΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΠΥΡΗΝΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Αι κυβερνήσεις της Ομοσπόνδου Γερμανικής Δημοκρατίας, της Αυστριακής Δημοκρατίας, του Βασιλείου του Βελγίου, του Βασιλείου της Δανίας, της Ισπανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ελλάδος, της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, του Βασιλείου της Νορβηγίας, του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεττανίας και Βορείου Ιρλανδίας, του Βασιλείου της Σουηδίας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και της Τουρκικής Δημοκρατίας. «Θεωρώντας ότι η Υπηρεσία Πυρηνικής Ενέργειας του ΟΟΣΑ, που ιδρύθηκε στα πλαίσια του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (που στο εξής θα καλείται «Οργανισμός»), έχει επιφορτισθεί με την προώθηση της επεξεργασίας και εναρμόνισης της σχετικής με την πυρηνική ενέργεια νομοθεσίας στις χώρες που συμμετέχουν, ειδικά όσον αφορά το καθεστώς αστικής ευθύνης και ασφάλισης έναντι των κινδύνων από την ατομική ενέργεια». Η μέσα σε « » δεύτερη παράγραφος αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. Α άρθρ. 1 Νομ. 1758/1988 ΦΕΚ Α΄ 44 (κατωτ. αριθ. 2) που κύρωσε το πρωτόκολλο τροποποίησης της άνω Σύμβασης. Διατεθειμέναι όπως εξασφαλίσωσιν ολοσχερή και ευθύδικον επανόρθωσιν εις τα θύματα των προκαλουμένων εκ πυρηνικών ατυχημάτων ζημιών λαμβάνουσαι εν ταυτώ τα αναγκαία μέτρα προς αποφυγήν παρεμποδίσεως της αναπτύξεως της παραγωγής και χρησιμοποιήσεως της πυρηνικής ενεργείας δι’ ειρηνικούς σκοπούς. «Έχοντας πεισθεί για την ανάγκη ενοποίησης των βασικών κανόνων που εφαρμόζονται στις διάφορες χώρες για την ευθύνη που προκύπτει από τέτοια ζημία, με δυνατότητα όμως για τις χώρες αυτές να λαμβάνουν, σε εθνικό επίπεδο, οποιαδήποτε πρόσθετα μέτρα κρίνουν κατάλληλα». Η μέσα σε « » τελευταία παράγραφος, που είχε αντικατασταθεί, αντικαταστάθηκε και πάλι από την παρ. Β άρθρ. 1 Νομ. 1758/1988, ΦΕΚ Α΄ 44 (κατωτ. αριθ. 2) που κύρωσε το πρωτόκολλο τροποποίησης της άνω Σύμβασης. Άρθρ.7.-«α)Το σύνολον των πληρωτέων αποζημιώσεων δια ζημίαν προξενηθείσαν εκ πυρηνικού ατυχήματος, δεν δύναται να υπερβή το κατ’ ανώτατον όριον ποσόν της ευθύνης, το καθοριζόμενον συμφώνως προς το παρόν άρθρον. «(β)Το κατ’ ανώτατο όριο ποσό ευθύνης του εκμεταλλευόμενου πυρηνική εγκατάσταση για ζημίες που προκλήθηκαν από πυρηνικό ατύχημα καθορίζεται σε 15.000.000 Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα, όπως καθορίζονται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και χρησιμοποιούνται απ’ αυτό για τις πράξεις και τις συναλλαγές του (στο εξής θα καλούνται «Ειδικά Τραβητικά Δικαίωματα»). Εν τούτοις: (ι)μπορεί να καθορισθεί από τη νομοθεσία κάθε συμβαλλόμενου μέρους ένα άλλο μικρότερο ή μεγαλύτερο ποσό, λαμβανομένης υπόψη της δυνατότητας του εκμεταλλευόμενου την πυρηνική εγκατάσταση να επιτύχει την ασφάλιση ή άλλη χρηματική εγγύηση, σύμφωνα με το άρθρ. 10. (ιι)κάθε συμβαλλόμενο μέρος, εκτιμώντας τη φύση της πυρηνικής εγκατάστασης ή των σχετικών πυρηνικών ουσιών και τις πιθανές συνέπειες ενός ατυχήματος που θα προέκυπτε απ’ αυτές, μπορεί να καθορίσει χαμηλότερο ποσό αλλά σε καμία περίπτωση τα ποσά που καθορίζονται δεν μπορεί να είναι κατώτερα από 5.000.000 Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα. Τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή μπορεί να μετατραπούν σε στρογγυλούς (Αντί για τη σελ. 486,25) Σελ. 486,25(α) Τεύχος Ι-11-3 Σελ. 79 Αστική Ευθύνη από Πυρηνική Ενέργεια 40.Δ.η.1 αριθμούς του εθνικού νομίσματος». Η παρ. β αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. Θ άρθρ. 1 Νομ. 1758/1988, ΦΕΚ Α΄ 44 (κατωτ. αριθ. 2) που κύρωσε το πρωτόκολλο τροποποίησης της Σύμβασης αυτής. «(γ)Η αποκατάσταση των ζημιών, που προκλήθηκαν σε μέσο μεταφοράς επί του οποίου ήταν οι εν λόγω πυρηνικές ουσίες τη στιγμή του πυρηνικού ατυχήματος, δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια τον περιορισμό της ευθύνης του εκμεταλλευόμενου την πυρηνική εγκατάσταση, για τις άλλες ζημίες, σε ποσό κατώτερο από 5.000.000 Ειδικά Τραβητικά Δικαιώματα ή σε οποιοδήποτε άλλο υψηλότερο ποσό έχει ορισθεί από τη νομοθεσία κάθε συμβαλλόμενου μέρους». Η παρ. γ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. Ι άρθρ. 1 Νομ. 1758/1988, ΦΕΚ Α΄ 44 (κατωτ. αριθ. 2) που κύρωσε το πρωτόκολλο τροποποίησης της Σύμβασης αυτής. δ)Το ποσόν ευθύνης Φορέων πυρηνικών εγκαταστάσεων κειμένων επί του εδάφους Συμβαλλομένου Μέρους, καθορισθέν δυνάμει της παρ. (β) του παρόντος άρθρου, ως και αι διατάξεις της νομοθεσίας Συμβαλλομένου Μέρους ληφθείσαι δυνάμει της παρ. (γ) του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται και δια τον προσδιορισμόν της ευθύνης των εν λόγω Φορέων, ασχέτως του τόπου ένθα έλαβε χώραν το πυρηνικόν ατύχημα. ε)Συμβαλλόμενον Μέρος δύναται να εξαρτήση την μέσω του εδάφους του μεταφοράν πυρηνικών ουσιών υπό τον όρον όπως το ανώτατον όριον ποσού ευθύνης του περί ου πρόκεται αλλοδαπού Φορέως, αυξηθή, εάν ήθελε θεωρήσει ότι το εν λόγω ποσόν δεν καλύπτει επαρκώς τους κατά την μεταφοράν κινδύνους πυρηνικού ατυχήματος. Εν τούτοις, το ούτως ηυξημένον κατ’ ανώτατον όριον ποσόν δεν δύναται να υπερβή το ανώτατον όριον ευθύνης των Φορέων πυρηνικών εγκαταστάσεων κειμένων επί του εδάφους του ρηθέντος Συμβαλλομένου Μέρους. ς)Αι διατάξεις της παρ. (ε) του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται: Ι)Επί θαλασσίας μεταφοράς όταν, δυνάμει του Διεθνούς Δικαίου, υφίσταται δικαίωμα καταφυγής εις λιμένας του ρηθέντος Συμβαλλομένου Μέρους λόγω επικειμένου κινδύνου ή δικαίωμα αβλαβούς διελεύσεως μέσω του εδάφους αυτού. Σελ. 486,26(α) Τεύχος Ι-11-3 Σελ. 80 ΙΙ)Επί εναερίου μεταφοράς όταν, δυνάμει συμφωνίας ή εκ του Διεθνούς Δικαίου, υπάρχη δικαίωμα πτήσεως υπεράνω του εδάφους ή προσγειώσεως επί του εδάφους του ρηθέντος Συμβαλλομένου Μέρους. ζ)Οι τόκοι και τα δικαστικά έξοδα τα επιδικασθέντα υπό Δικαστηρίου επί αγωγής αποζημιώσεως δυνάμει της παρούσης Συμβάσεως, δεν θεωρούνται ως αποζημιώσεις υπό την έννοιαν της παρούσης Συμβάσεως και έσονται πληρωτέα υπό του Φορέως επιπροσθέτως παντός ποσού αποζημιώσεως δι’ ην υπέχει ούτος ευθύνην δυνάμει του παρόντος άρθρου». Το 7 αντικατεστάθη ως άνω δια του εν συνεχεία της παρούσης Συμβάσεως δημοσιευομένου Παραρτήματος υπ’ αριθ. ΙΙ. Άρθρ.8.-«α)Αι περί αποζημιώσεως αγωγαί δυνάμει της παρούσης Συμβάσεως δέον όπως εγερθώσιν, επί ποινή εκπτώσεως, εντός δεκαετίας αρχομένης από του πυρηνικού ατυχήματος. Δύναται, εν τούτοις, η εθνική νομοθεσία να προσδιορίση προθεσμίαν εκπτώσεως ανωτέραν των δέκα ετών, εάν το Συμβαλλόμενον Μέρος επί του εδάφους του οποίου κείται η πυρηνική εγκατάστασις ης ο Φορεύς τυγχάνει υπεύθυνος, προβλέψη την λήψιν μέτρων όπως καλύψη την ευθύνην του Φορέως εν σχέσει προς τας περί επανορθώσεως αγωγάς εγερθείσας μετά την εκπνοήν της δεκαετούς προθεσμίας και κατά το χρονικόν διάστημα παρατάσεως της προθεσμίας ταύτης. Εν τούτοις, η παράτασις αύτη της προθεσμίας εκπτώσεως εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να παραβλάψη τα δυνάμει της παρούσης Συμβάσεως δικαιώματα επανορθώσεως προσώπων άτινα εκίνησαν κατά του Φορέως αγωγήν λόγω θανάτου ή δια ζημίας εις πρόσωπα προ της λήξεως της ρηθείσης δεκαετούς προθεσμίας. β)Εις την περίπτωσιν ζημίας προξενηθείσης εκ πυρηνικού ατυχήματος αναγομένου εις πυρηνικά καύσιμα, ραδιενεργά προϊόντα ή απορρίμματα άτινα, κατά την στιγμήν του ατυχήματος, είχον κλαπή, απωλεσθή, εκβληθή εις την θάλασσαν ή εγκαταλειφθή και δεν είχον επανακτηθή, η υπό της παρ. (α) του παρόντος άρθρου προβλεπομένη προθεσμία υπολογίζεται από της ημερομηνίας του πυρηνικού τούτου ατυχήματος, αλλ’ εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται αύτη να υπερβή τα είκοσιν έτη αρχόμενα από της ημερομηνίας της κλοπής, απωλείας, εκβολής εις την θάλασσαν ή της εγκαταλείψεως. 40.Δ.η.1 Αστική Ευθύνη από Πυρηνική Ενέργεια γ)Η εθνική νομοθεσία δύναται εν τούτοις να ορίση προθεσμίαν εκπτώσεως ή παραγραφής δύο τουλάχιστον ετών, υπολογιζομένην από της στιγμής καθ’ ην ο παθών έλαβε γνώσιν της ζημίας και περί του υπευθύνου Φορέως, ήτοι υπολογιζομένην αφ’ ης στιγμής ούτος έλαβε λογικώς γνώσιν, μη ούσης δυνατής της υπερβάσεως της δυνάμει των παρ. (α) και (β) καθορισθείσης προθεσμίας. «(δ)Στις περιπτώσεις που εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρ. 13(γ), (ιι), το δικαίωμα αποκατάστασης δεν αποσβέννυται αν μέσα στις προθεσμίες που προβλέπονται στις παρ. (α), (β) και (γ) του άρθρου αυτού. (ι)πριν εκδοθεί απόφαση του Δικαστηρίου, που προβλέπεται στο άρθρ. 17, ασκηθεί αγωγή ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου από εκείνα τα οποία μπορεί να επιλέξει το Δικαστήριο αυτό αν το δικαστήριο ορίσει ως αρμόδιο δικαστήριο άλλο από εκείνο στο οποίο έχει ήδη ασκηθεί η αγωγή, μπορεί να ορίσει προθεσμία μέσα στην οποία η αγωγή αυτή πρέπει να υποβληθεί στο δικαστήριο, που έχει ορισθεί ως αρμόδιο, ή (ιι)έχει υποβληθεί αίτηση στο ενδιαφερόμενο συμβαλλόμενο μέρος με σκοπό τον καθορισμό του αρμόδιου δικαστηρίου από το Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρ. 13(γ), (ιι) υπό τον όρο ότι θα ασκηθεί αγωγή, μετά τον ορισμό αυτό, μέσα στην προθεσμία, που θα ταχθεί από το Δικαστήριο». Η παρ. δ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. ΙΑ άρθρ. 1 Νομ. 1758/1988, ΦΕΚ Α΄ 44 (κατωτ. αριθ. 2), που κύρωσε το πρωτόκολλο τροποποίησης της Σύμβασης αυτής. ε)Εκτός εναντίας διατάξεως του εθνικού δικαίου, πρόσωπον υποστάν ζημίαν προξενηθείσαν εκ πυρηνικού ατυχήματος, όπερ ήγειρεν αγωγήν αποζημιώσεως εντός της υπό του παρόντος άρθρου προβλεπομένης προθεσμίας, δύναται δια παρεπομένης αιτήσεως να συμπληρώση την απαίτησίν του, εν περιπτώσει επιδεινώσεως της ζημίας, μετά την εκπνοήν της προθεσμίας ταύτης, εφ’ όσον δεν εξεδόθη εισέτι τελεσίδικος δικαστική απόφασις». Το άρθρ. 8 αντικατεστάθη ως άνω δια του εν συνεχεία της παρούσης Συμβάσεως δημοσιευομένου Παραρτήματος υπ’ αριθ. ΙΙ. Άρθρ.9.-«Ο Φορεύς δεν είναι υπεύθυνος δια ζημίας προξενηθείσας εκ πυρηνικού ατυχήματος εάν το ατύχημα τούτο οφείλεται αμέσως εις πράξεις ενόπλου συρράξεως, εχθροπραξιών, εμφυλίου πολέμου, επαναστάσεων ή, εκτός εναντίας διατάξεως της νομοθεσίας του Συμβαλλομένου Μέρους επί του εδάφους του οποίου κείται η πυρηνική εγκατάστασις αυτού, εις φυσικάς θεομηνίας εξαιρετικού χαρακτήρος». Το άρθρ. 9 αντικατεστάθη ως άνω δια του εν συνεχεία της παρούσης Συμβάσεως δημοσιευομένου Παραρτήματος υπ’ αριθ. ΙΙ. Άρθρ.10.-α)Πας Φορεύς, προς κάλυψιν της ην υπέχει δυνάμει της παρούσης Συμβάσεως ευθύνης, δέον να υποχρεωθή όπως παρέχη και διατηρή εν ισχύϊ και μέχρι του εν άρθρ. 7ω οριζομένου ποσού, ασφάλειαν ή ετέραν χρηματικήν εγγύησιν, ανταποκρινομένην προς τον τύπον και όρους τους καθοριζομένους υπό της αρμοδίας Δημοσίας Αρχής. β)Ο ασφαλιστής ή παν έτερον πρόσωπον παρέχον χρηματικήν εγγύησιν δεν δύνανται να αναστείλωσι την ισχύν της ασφαλείας ή χρηματικής εγγυήσεως περί ης προβλέπει η παράγραφος «α» του παρόντος άρθρου, ή να τερματίση αυτήν, άνευ προειδοποιήσεως επιδιδομένης προς την αρμοδίαν Δημοσίαν Αρχήν εγγράφως προ δύο τουλάχιστον μηνών, ή εφ’ όσον η ρηθείσα ασφάλεια ή ετέρα χρηματική εγγύησις αφορά την μεταφοράν πυρηνικών ουσιών, κατά την διάρκειαν της εν λόγω μεταφοράς. γ)Τα εκ της ασφαλείας, της αντασφαλείας ή ετέρας χρηματικής εγγυήσεως προερχόμενα ποσά, δεν δύνανται να χρησιμοποιηθώσιν ειμή μόνον δια την αποζημίωσιν ζημίων προξενηθεισών εκ πυρηνικού ατυχήματος. Άρθρ.11.-Η φύσις, η μορφή και η έκτασις της επανορθώσεως ως και η δικαία κατανομή των αποζημιώσεων, εντός των υπό της παρούσης Συμβάσεως προβλεπομένων ορίων, διέπονται υπό του Εθνικού Δικαίου. Άρθρ.12.-Αι συμφώνως τη παρούση Συμβάσει πληρωτέαι αποζημιώσεις, τα ασφάλιστρα και αντασφάλιστρα ως και τα εκ της ασφαλείας, της αντασφαλείας ή ετέρας χρηματικής εγγυήσεως κατά το άρθρ. 10 απορρέοντα ποσά και οι εν άρθρ. 7 (ζ) αναφερόμενοι τόκοι και δικαστικά έξοδα, τυγχάνουσιν ελευθέρως μεταβιβάσιμα μεταξύ των νομισματικών ζωνών των Συμβαλλομένων Μερών. Άρθρ.13.-«α)Πλην της περιπτώσεως αντιθέτου διατάξεως του παρόντος άρθρου, τα δικαστήρια του Συμβαλλομένου Μέρους επί του εδάφους του οποίου επεσυνέβη το πυρηνικόν ατύχημα είναι τα μόνα αρμόδια όπως δικάσωσιν επί αγωγών εγερθεισών δυνάμει των άρθρ. 3, 4, 6(α) και 6(γ). β)Εάν πυρηνικόν ατύχημα ήθελεν επισυμβή, έξω των εδαφών των Συμβαλλομένων Μερών ή εάν ο τύπος του πυρηνικού ατυχήματος δεν δύναται μετά βεβαιότητος να προσδιορισθή, τα δικαστήρια του Συμβαλλομένου Μέρους επί του εδάφους του οποίου κείται η πυρηνική εγκατάστασις ης ο Φορεύς είναι υπεύθυνος, είναι τα μόνα αρμόδια. γ)Εάν δυνάμει των παρ. (α) και (β) του παρόντος άρθρου, τα δικαστήρια πλειόνων Συμβαλλομένων Μερών τυγχάνουσι αρμόδια, ο κανονισμός αρμοδιότητος γίνεται: Ι)Εάν το πυρηνικόν ατύχημα επεσυνέβη εν μέρει έξω του εδάφους παντός Συμβαλλομένου Μέρους και εν μέρει επί του εδάφους ενός μόνον Συμβαλλομένου Μέρους, εις τα δικαστήρια του τελευταίου τούτου. (Αντί για τη σελ. 486,27) Σελ. 486,27(α) Τεύχος Ι-11-3 Σελ. 81 Αστική Ευθύνη από Πυρηνική Ενέργεια 40.Δ.η.1 ΙΙ)Εις πάσαν ετέραν περίπτωσιν, εις τα δικαστήρια του Συμβαλλομένου Μέρους, το οποίον, αιτήσει ενδιαφερομένου Συμβαλλομένου Μέρους, υπεδείχθη υπό του εν άρθρ. 17 προβλεπομένου Δικαστηρίου, ως το αμεσώτερον συνδεδεμένον προς την προκειμένην υπόθεσιν. δ)Όταν αι εκδοθείσαι κατ’ αντιμωλίαν ή ερημοδικίαν αποφάσεις του αρμοδίου δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου τυγχάνουσιν εκτελεσταί δυνάμει των υπό του δικαστηρίου τούτου εφαρμοσθέντων Νόμων, καθίστανται εκτελεσταί επί του εδάφους παντός ετέρου Συμβαλλομένου Μέρους ευθύς ως ήθελον συμπληρωθή αι υπό του ενδιαφερομένου Συμβαλλομένου Μέρους απαιτούμεναι διατυπώσεις. Ουδεμία περαιτέρω έρευνα επί της ουσίας της υποθέσεως επιτρέπεται. Η παρούσα διάταξις δεν έχει εφαρμογήν επί δικαστικών αποφάσεων προσωρινώς εκτελεστών. ε)Εάν ήθελεν εγερθή αγωγή αποζημιώσεως κατά Συμβαλλομένου Μέρους δυνάμει της παρούσης Συμβάσεως, το ρηθέν Συμβαλλόμενον Μέρος δεν δύναται να επικαλεσθή το προνόμιον ετεροδικίας, ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος άρθρου, πλην καθ’ ότι αφορά τα μέτρα εκτελέσεως». Το άρθρ. 13 αντικατεστάθη ως άνω δια της εν συνεχεία της παρούσης Συμβάσεως δημοσιευομένου Παραρτήματος υπ’ αριθ. ΙΙ. Άρθρ.1. (α)Στα πλαίσια της Σύμβασης αυτής: (ι)«Πυρηνικό ατύχημα» σημαίνει κάθε γεγονός ή διαδοχή γεγονότων με κοινή προέλευση, που προκαλεί ζημιά, εφ’ όσον αυτό το γεγονός ή αυτή η διαδοχή γεγονότων ή κάθε ζημία που προκαλείται προέρχεται ή προκύπτει από ραδιενεργές ιδιότητες, ή συνδυασμό ραδιενεργών ιδιοτήτων με τοξικές, εκρηκτικές ή άλλες επικίνδυνες ιδιότητες πυρηνικών καυσίμων ή ραδιενεργών προϊόντων ή καταλοίπων ή από ιοντίζουσες ακτινοβολίες που εκπέμπονται από οποιαδήποτε άλλη πηγή ακτινοβολίας που βρίσκεται μέσα σε μία πυρηνική εγκατάσταση. (Αντί για τη σελ. 486,21) Σελ. 486,21(α) Τεύχος Ι-11-3 Σελ. 75 Αστική Ευθύνη από Πυρηνική Ενέργεια 40.Δ.η.1 (ιι)«Πυρηνική εγκατάσταση» σημαίνει αντιδραστήρες εκτός από αυτούς που αποτελούν μέρος οποιουδήποτε μεταφορικού μέσου· εργοστάσια επεξεργασίας ή βιομηχανικής παραγωγής πυρηνικών ουσιών· εργοστάσια για το διαχωρισμό ισοτόπων από τα πυρηνικά καύσιμα· εργοστάσια για την επανεπεξεργασία ακτινοβολημένου πυρηνικού καυσίμου· εγκαταστάσεις για την αποθήκευση πυρηνικών ουσιών εξαιρουμένης της εναποθηκεύσεως των ουσιών αυτών κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους· και κάθε άλλη εγκατάσταση μέσα στην οποία υπάρχουν πυρηνικά καύσιμα ή ραδιενεργά προϊόντα ή κατάλοιπα, που θα χαρακτηρίζεται κάθε φορά από τη Διευθύνουσα Επιτροπή για την Πυρηνική Ενέργεια του Οργανισμού (που στο εξής θα καλείται «Διευθύνουσα Επιτροπή»), ως πυρηνική εγκατάσταση· κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να καθορίζει ότι δύο ή περισσότερες πυρηνικές εγκαταστάσεις που υπόκεινται στην ίδια εκμετάλλευση και είναι τοποθετημένες στον ίδιο τόπο, όπως και κάθε άλλη εγκατάσταση στον ίδιο τόπο που περιέχει ραδιενεργά υλικά, θεωρούνται ως μια πυρηνική εγκατάσταση. (ιιι)«Πυρηνικό καύσιμο» σημαίνει σχάσιμο υλικό υπό μορφή μετάλλου του ουρανίου, κράματος ή χημικής ένωσης (συμπεριλαμβανομένου φυσικού ουρανίου), μετάλλου του πλουτωνίου, κράματος ή χημικής ένωσης και οποιοδήποτε σχάσιμο υλικό, που θα χαρακτηρίζεται κάθε φορά από τη Διευθύνουσα Επιτροπή, ως πυρηνικό καύσιμο. (ιν)«Ραδιενεργά προϊόντα ή κατάλοιπα» σημαίνει οποιοδήποτε ραδιενεργό υλικό που παράγεται ή καθίσταται ραδιενεργό δι’ εκθέσεώς του σε ακτινοβολία που προέρχεται από διεργασίες παραγωγής ή χρήσης πυρηνικού καυσίμου, με εξαίρεση αφ’ ενός τα πυρηνικά καύσιμα και αφ’ ετέρου τα ραδιοϊσότοπα που βρίσκονται έξω από πυρηνική εγκατάσταση και έχουν φθάσει στο τελικό στάδιο κατασκευής ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για βιομηχανικούς, εμπορικούς, γεωργικούς, ιατρικούς και επιστημονικούς ή εκπαιδευτικούς σκοπούς. (ν)«Πυρηνικές ουσίες ή πυρηνικές ύλες» σημαίνει πυρηνικό καύσιμο (εκτός από το φυσικό ουράνιο και εκτός από υποεμπλουτισμένο ουράνιο δηλ. ουράνιο με περιεκτικότητα σε ουράνιο 235 μικρότερη της του φυσικού ουρανίου) και ραδιενεργά προϊόντα ή κατάλοιπα. Σελ. 486,22(α) Τεύχος Ι-11-3 Σελ. 76 (νι)«Εκμεταλλευόμενος πυρηνική εγκατάσταση» σημαίνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει υποδειχθεί ή αναγνωρισθεί από τις αρμόδιες δημόσιες αρχές ως εκμεταλλευόμενο την εγκατάσταση αυτή». Η παρ. α αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. Γ άρθρ. 1 Νομ. 1758/1988, ΦΕΚ Α 44 (κατωτ. αριθ. 2) που κύρωσε το πρωτόκολλο τροποποίησης της Σύμβασης αυτής. β)Η Διευθύνουσα Επιτροπή δύναται να αποφασίζη, κατά πόσον κατηγορία πυρηνικών εγκαταστάσεων, πυρηνικών καυσίμων ή πυρηνικών υλών, ως εκ των περιωρισμένων κινδύνων ους συνεπάγεται, θα εξαιρήται της εφαρμογής της παρούσης Συμβάσεως. Άρθρ.14.-α)Η παρούσα Σύμβασις δέον όπως εφαρμόζηται άνευ ουδεμιάς διακρίσεως βασιζομένης επί της εθνικότητος, της μονίμου κατοικίας και της διαμονής. β)Δια των όρων «Εθνικόν Δίκαιον» και «Εθνική Νομοθεσία» εννοείται το εθνικόν δίκαιον και η εθνική νομοθεσία του δυνάμει της παρούσης Συμβάσεως αρμοδίου Δικαστηρίου προς εκδίκασιν αγωγών απορρεουσών εκ πυρηνικού ατυχήματος. Το Εθνικόν Δίκαιον και η Εθνική Νομοθεσία εφαρμόζονται επί παντός ζητήματος ουσίας και διαδικασίας μη ειδικώς ρυθμιζομένου υπό της παρούσης Συμβάσεως. γ)Το Εθνικόν Δίκαιον και η Εθνική Νομοθεσία δέον όπως εφαρμόζωνται άνευ ουδεμιάς διακρίσεως βασιζομένης επί της εθνικότητος, της μονίμου κατοικίας και της διαμονής. Άρθρ.15.-α)Παν Συμβαλλόμενον Μέρος δύναται να λάβη τα άτινα κρίνει αναγκαία μέτρα όπως επιτύχη την αύξησιν του ποσού αποζημιώσεως ως αύτη εν τη παρούση Συμβάσει προβλέπεται. Σελ. 486,28(α) Τεύχος Ι-11-3 Σελ. 82 «(β)Για τη ζημία εκείνη που η αποκατάστασή της προϋποθέτει καταβολή χρημάτων από τα δημόσια έσοδα και υπερβαίνει τα 5.000.000 Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα, όπως προβλέπει το άρθρ. 7, η εφαρμογή αυτών των μέτρων με οποιαδήποτε μορφή θα μπορούσε να εξαρτηθεί από ειδικούς όρους, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της Σύμβασης αυτής». Η παρ. β αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. ΙΒ άρθρ. 1 Νομ. 1758/1988, ΦΕΚ Α΄ 44 (κατωτ. αριθ. 2), που κύρωσε το πρωτόκολλο τροποποίησης της Σύμβασης αυτής. Άρθρ.16.-Αι υπό της Διευθυνούσης Επιτροπής ληφθείσαι αποφάσεις δυνάμει του άρθρ. 1(α) (ΙΙ), Ι(α) (ΙΙΙ) και Ι(β), λαμβάνονται δι’ αμοιβαίας συμφωνίας των Μελών εκπροσωπούντων τα Συμβαλλόμενα Μέρη. Άρθρ.17.-Πάσα διαφωνία αναφυομένη μεταξύ δύο ή περισσοτέρων Συμβαλλομένων Μερών σχετική προς την ερμηνείαν ή εφαρμογήν της παρούσης Συμβάσεως, θα εξετάζηται υπό της Διευθυνούσης Επιτροπής και ελλείψει φιλικής λύσεως, τη αιτήσει ενδιαφερομένου Συμβαλλομένου Μέρους, θα υποβάλληται εις το ιδρυθέν δια της από 20 Δεκ. 1957 Συμβάσεως «περί Ιδρύσεως Ελέγχου Ασφαλείας εις τον Τομέα της Πυρηνικής Ενεργείας» Δικαστήριον. 40.Δ.η.1 Αστική Ευθύνη από Πυρηνική Ενέργεια Άρθρ.18.-α)Αι επιφυλάξεις σχετικαί προς μίαν ή πλείονας των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως δύνανται να διατυπωθώσιν ανά πάσαν στιγμήν προ της επικυρώσεως ή προσχωρήσεως εις την παρούσαν Σύμβασιν ή προ της γνωστοποιήσεως γενομένης δυνάμει του άρθρ. 23 καθ’ όσον αφορά το έδαφος ή τα εδάφη τα προβλεπόμενα υπό της τοιαύτης γνωστοποιήσεως. Αι επιφυλάξεις αύται θα είναι απαράδεκτοι αν οι όροι αυτών δεν εγένοντο ρητώς δεκτοί υπό των υπογραψάντων Μερών. β)Εν τούτοις η αποδοχή Μέρους εκ των υπογραψάντων δεν απαιτείται, εάν τούτο δεν επεκύρωσε την Σύμβασιν εντός δωδεκαμήνου από της ημέρας κοινοποιήσεως προς αυτό της επιφυλάξεως υπό του Γενικού Γραμματέως της Ενώσεως συμφώνως προς το άρθρ. 24. γ)Πάσα επιφύλαξις γενομένη δεκτή συμφώνως προς το παρόν άρθρον δύναται ανά πάσαν στιγμήν να αναβληθή δια κοινοποιήσεως απευθυνομένης προς τον Γενικόν Γραμματέα της Οργανώσεως. Άρθρ.19.-α)Η παρούσα Σύμβασις υπόκειται εις επικύρωσιν. Τα κυρωτικά έγγραφα θέλουσι κατατεθή παρά τω Γενικώ Γραμματεί της Οργανώσεως. β)Η παρούσα Σύμβασις θα τεθή εν ισχύϊ ευθύς ως πέντε τουλάχιστον εκ των υπογραψάντων Μερών καταθέσωσι τα κυρωτικά της Συμβάσεως έγγραφα. Δια πάν υπογράψαν Μέρος όπερ θέλει προβή εις την επικύρωσιν της Συμβάσεως μεταγενεστέρως, η παρούσα Σύμβασις θα τεθή εν ισχύϊ αφ’ ης το Μέρος τούτο καταθέση το κυρωτικόν αυτού έγγραφον. Άρθρ.20.-Αποφάσεις περί τροποποιήσεων της παρούσης Συμβάσεως θα λαμβάνωνται δι’ αμοιβαίας συμφωνίας πάντων των Συμβαλλομένων Μερών. Θα τίθηνται εν ισχύϊ ευθύς ως επικυρωθώσιν ή τεθώσιν εν ισχύϊ υπό των 2/3 των Συμβαλλομένων Μερών. Δια παν Συμβαλλόμενον μέρος όπερ ήθελεν επικυρώση ή θέση ταύτας εν ισχύϊ μεταγενεστέρως, αι τροποποιήσεις θα τίθηνται εν ισχύϊ από της ημερομηνίας της τοιαύτης επικυρώσεως ή θέσεως εν ισχύϊ. Άρθρ.21.-α)Πάσα Κυβέρνησις Κράτους Μέλους ή ομοτίμου Μέλους της Οργανώσεως, μη υπογράψασα την παρούσαν Σύμβασιν θα δύναται να προσχωρήση προς αυτήν δια γνωστοποιήσεως απευθυνομένης προς τον Γενικόν Γραμματέα της Οργανώσεως. β)Πάσα Κυβέρνησις ετέρου Κράτους μη υπογράψασα την παρούσαν Σύμβασιν θα δύναται να προσχωρήση προς αυτήν δια γνωστοποιήσεως απευθυνομένης προς τον Γενικόν Γραμματέα της Οργανώσεως και τη ομοφώνω συναινέσει των Συμβαλλομένων Μερών. Η προσχώρησις θα ισχύση από της ημερομηνίας της εν λόγω συναινέσεως. Άρθρ.22.-α)Η παρούσα Σύμβασις συνάπτεται δια διάρκειαν 10 ετών αρχομένων από της ημερομηνίας καθ’ ην θέλει τεθή εν ισχύϊ. Παν Συμβαλλόμενον Μέρος θα δύναται να καταγγείλη την εφαρμογήν της παρούσης Συμβάσεως ως προς εαυτό κατά την λήξιν της δεκαετούς ταύτης προθεσμίας, δίδον προς τούτο δωδεκάμηνον προειδοποίησιν προς τον Γενικόν Γραμματέα της Οργανώσεως. β)Η παρούσα Σύμβασις θα παραμείνη ακολούθως εν ισχύϊ επί χρονικόν διάστημα πέντε ετών, έναντι των Συμβαλλομένων Μερών άτινα δεν κατήγγειλαν την εφαρμογήν της συμφώνως προς την παράγραφον «α» του παρόντος άρθρου και μεταγενεστέρως δια διαδοχικάς περιόδους πέντε ετών έναντι των Συμβαλλομένων Μερών άτινα δεν ήθελον καταγγείλη την Σύμβασιν κατά την λήξιν εκάστης των περιόδων τούτων, δίδοντα προς τον Γενικόν Γραμματέα της Οργανώσεως προειδοποίησιν ενός έτους. γ)Ο Γενικός Γραμματεύς της Οργανώσεως θέλει συγκαλέση διάσκεψιν προς εξέτασιν της αναθεωρήσεως της παρούσης Συμβάσεως, μετά παρέλευσιν πενταετίας από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος αυτής ή ανά πάσαν ετέραν στιγμήν, τη αιτήσει Συμβαλλομένου Μέρους, εντός εξαμήνου προθεσμίας από της τοιαύτης αιτήσεως Άρθρ.23.-α)Η παρούσα Σύμβασις εφαρμόζεται επί των Μητροπολιτικών εδαφών των Συμβαλλομένων Μερών. β)Παν υπογράψαν Κράτος ή Συμβαλλόμενον Μέρος, δύναται κατά την υπογραφήν ή επικύρωσιν της παρούσης Συμβάσεως ή κατά την προσχώρησίν του εις την παρούσαν Σύμβασιν, ή ανά πάσαν στιγμήν μεταγενεστέρως, να γνωστοποιήση προς τον Γενικόν Γραμματέα της Οργανώσεως ότι η παρούσα Σύμβασις εφαρμόζεται επ’ εκείνων των εδαφών του, περιλαμβανομένων και των εδαφών δια τα οποία το Συμβαλλόμενον Μέρος τυγχάνει υπεύθυνον εις τας διεθνείς σχέσεις, εφ’ ων η Σύμβασις δεν είναι εφαρμόσιμος κατά την παρ. «α» του παρόντος Άρθρ.2.-«Η παρούσα Σύμβασις δεν εφαρμόζεται, ούτε επί πυρηνικών ατυχημάτων επισυμβαινόντων επί του εδάφους μη-Συμβαλλομένων Κρατών, ούτε επί ζημιών λαβουσών χώραν επί των ρηθέντων εδαφών, πλην εάν η νομοθεσία του Συμβαλλομένου Μέρους επί του εδάφους του οποίου κείται η πυρηνική εγκατάστασις ης ο Φορεύς είναι υπεύθυνος, άλλως ορίζει, οπωσδήποτε άνευ βλάβης των υπό του άρθρ. 6(ε) προβλεπομένων δικαιωμάτων». Το άρθρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια του εν συνεχεία της παρούσης Συμβάσεως δημοσιευομένου Παραρτήματος υπ’ αριθ. ΙΙ. 40.Δ.η.1 Αστική Ευθύνη από Πυρηνική Ενέργεια άρθρου και άτινα αναφέρονται εις την γνωστοποίησιν. Πάσα τοιαύτη γνωστοποίησις δύναται, καθ’ όσον αφορά έδαφος εν αυτή, αναφερόμενον, να ανακληθή δια προειδοποιήσεως ενός έτους προς τούτο απευθυνομένης προς τον Γενικόν Γραμματέα της Οργανώσεως. γ)Τα εδάφη Συμβαλλομένου Μέρους, συμπεριλαμβανομένων και εκείνα δι’ άτινα το μέρος τυγχάνει υπεύθυνον εις τας Διεθνείς Σχέσεις εφ’ ων δεν εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβασις θεωρούνται ως προς την παρούσαν Σύμβασιν ως εδάφη μη Συμβαλλομένου Κράτους. (Μετά τη σελ. 486,28(α) Σελ. 486,281 Τεύχος Ι-11-3 Σελ. 83 Αστική Ευθύνη από Πυρηνική Ενέργεια 40.Δ.η.1 40.Δ.η.1 Αστική Ευθύνη από Πυρηνική Ενέργεια Άρθρ.24.-Ο Γενικός Γραμματεύς της Οργανώσεως θα γνωστοποιή εις πάντα τα υπογράψαντα Μέρη και τας Κυβερνήσεις τας προσχωρησάσας εις την Σύμβασιν, την λήψιν των εγγράφων επικυρώσεως, προσχωρήσεως ή αποχωρήσεως, ως και περί των γενομένων δυνάμει του άρθρ. 23 κοινοποιήσεων και των ληφθεισών παρά της Διευθυνούσης Επιτροπής αποφάσεων δυνάμει του άρθρ. 1(α) (ΙΙ), 1(α) (ΙΙΙ) και 1(β), θέλει ωσαύτως γνωστοποιήση αυταίς την ημερομηνίαν της ενάρξεως της ισχύος της παρούσης Συμβάσεως, το κείμενον των αποφασισθείσων τροποποιήσεων και την ημερομηνίαν ενάρξεως της ισχύος των ρηθεισών τροποποιήσεων ως και περί των γενομένων επιφυλάξεων, συμφώνως προς το άρθρ. 18. ΣΥΜΒΑΣΙΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΠΥΡΗΝΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Παράρτημα αριθ. 1 «Αι κάτωθι Επιφυλάξεις εγένοντο δεκταί είτε κατά την ημερομηνίαν της υπογραφής της Συμβάσεως, είτε κατά την ημερομηνίαν της υπογραφής του Προσθέτου Πρωτοκόλλου. 1.Επί του άρθρ. 6(α) και (γ) (1): Επιφύλαξις της Κυβερνήσεως της Ομοσπόνδου Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Κυβερνήσεως της Αυστριακής Δημοκρατίας και της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος. Επιφύλαξις του δικαιώματος όπως, δια διατάξεως της εθνικής νομοθεσίας, διατηρήσωσι την ευθύνην ετέρου προσώπου πλην του Φορέως, υπό τον όρον όπως το εν λόγω πρόσωπον καλύπτηται πλήρως ως προς την ευθύνην του, ακόμη και δια την περίπτωσιν αβασίμου αγωγής, είτε δι’ ασφαλείας ή ετέρας χρηματικής αγωγής, είτε δι’ ασφαλείας ή ετέρας χρηματικής εγγυήσεως επιτυγχανομένης υπό του Φορέως, είτε μέσω δημοσίων χρημάτων. 2.Επί του άρθρ. 6(β) και (δ): Επιφύλαξις της Κυβερνήσως της Αυστριακής Δημοκρατίας, της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Νορβηγίας και της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Σουηδίας. Επιφύλαξις του δικαιώματος όπως θεωρώσι τους εθνικούς αυτών Νόμους, περιέχοντας διατάξεις αναλόγους προς τας των διεθνών συμφωνιών των αναφερομένων εις το άρθρ. 6(β), ως διεθνείς συμφωνίας εν τη εννοία του άρθρ. 6(β) και (δ). 3.Επί του άρθρ. 8(α): Επιφύλαξις της Κυβερνήσεως της Ομοσπόνδου Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Κυβερνήσεως της Αυστριακής Δημοκρατίας. Επιφύλαξις του δικαιώματος καθορισμού, καθ’ όσον αφορά τα πυρηνικά ατυχήματα τα επισυμβαίνοντα αντιστοίχως εις την Ομόσπονδον Δημοκρατίαν της Γερμανίας και εις την Αυστριακήν Δημοκρατίαν προθεσμίας εκπτώσεως ανωτέρας των δέκα ετών, εάν έχωσι προβλεφθή μέτρα καλύπτοντα την ευθύνην του Φορέως εν σχέσει προς αγωγάς αποζημιώσεως εγερθείσας μετά την εκπνοήντης δεκαετούς προθεσμίας και διαρκούσης της περιόδου παρατάσεως της προθεσμίας ταύτης 4.Επί του άρθρ. 9: Επιφύλαξις της Κυβερνήσεως της Ομοσπόνδου Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Κυβερνήσεως της Αυστριακής Δημοκρατίας. Επιφύλαξις του δικαιώματος προβλέψεως, καθ’ όσον αφορά τα πυρηνικά ατυχήματα τα επισυμβαίνοντα αντιστοίχως εις την Ομόσπονδον Δημοκρατίαν της Γερμανίας και εις την Αυστριακήν Δημοκρατίαν, ότι ο Φορεύς είναι υπεύθυνος δια ζημίας προξενηθείσας εκ πυρηνικού ατυχήματος εάν το ατύχημα τούτο οφείλεται αμέσως εις πράξεις ενόπλου συρράξεως, εχθροπραξιών, εμφυλίου πολέμου, επαναστάσεων ή εις φυσικάς θεομηνίας εξαιρετικού χαρακτήρος. 5.Επί του άρθρ. 19: Επιφύλαξις της Κυβερνήσεως της Ομοσπόνδου Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Κυβερνήσεως της Αυστριακής Δημοκρατίας και της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος. Επιφύλαξις του δικαιώματος να θεωρήσωσι την επικύρωσιν της παρούσης Συμβάσεως ως συνεπαγομένην την υποχρέωσιν συμφώνως προς το διεθνές δίκαιον όπως θεσπίσωσι διατάξεις εσωτερικής τάξεως σχετικάς προς την αστικήν ευθύνην εις τον τομέα της πυρηνικής ενεργείας συμφώνως προς τας διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως». Το Παράρτημα αριθ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του εν συνεχεία δημοσιευομένου Παραρτήματος υπ’ αριθ. ΙΙ. ΣΥΜΒΑΣΙΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΠΥΡΗΝΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Παράρτημα αριθ. ΙΙ Η παρούσα Σύμβασις δεν θέλει ερμηνευθή ως στερούσα Συμβαλλόμενον Μέρος επί του εδάφους του οποίου ήθελον προξενηθή ζημίαι εκ πυρηνικού ατυχήματος επισυμβάντος επί του εδάφους ετέρου Συμβαλλομένου Μέρους, των δικαιωμάτων προσφυγής των παρεχομένων αυτώ εκ της εφαρμογής του Διεθνούς Δικαίου. Εις πίστωσιν των ανωτέρω, οι υπογεγραμμένοι πληρεξούσιοι δεόντως εξουσιοδοτημένοι, υπέγραψαν κάτωθι της παρούσης Συμβάσεως. Εγένετο εν Παρισίοις, την 29 Ιουλίου, εις την Γαλλικήν, την Αγγλικήν, την Γερμανικήν, την Ισπανικήν, την Ιταλικήν, και την Ολλανδικήν, εις εν και μόνον αντίτυπον όπερ θα παραμείνη κατατεθειμένον παρά τω Γενικώ Γραμματεί της (Μετά την σελ. 486,28) Σελ. 486,29 Τεύχος 378-Σελ. 155 Αστική Ευθύνη από Πυρηνική Ενέργεια 40.Δ.η.1 Ευρωπαϊκής Οργανώσεως Οικονομικής Συνεργασίας όστις θέλει κοινοποιήση ανά εν κεκυρωμένον αντίγραφον προς πάντα τα υπογράψαντα Συμβαλλόμενα Μέρη. ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ Αι Κυβερνήσεις της Ομοσπόνδου Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Δημοκρατίας της Αυστρίας, του Βασιλείου του Βελγίου, του Βασιλείου της Δανίας, της Ισπανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ελλάδος, της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, του Βασιλείου της Νορβηγίας, του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, της Πορτογαλλικής Δημοκρατίας, του Ηνωμένου Βασιλείου Μεγάλης Βρεττανίας και Βορείου Ιρλανδίας, του Βασιλείου της Σουηδίας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και της Τουρκικής Δημοκρατίας, υπογράψασαι την Σύμβασιν περί Αστικής Ευθύνης εις τον τομέα της Πυρηνικής Ενεργείας της 29ης Ιουλ. 1960, συναφθείσαν εν Παρισίοις εν τω πλαίσιω του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Πυρηνικής Ενεργείας της Ευρωπαϊκής Οργανώσεως Οικονομικής Συνεργασίας, ήδη μετονομασθείσης εις Οργάνωσιν Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως: Θεωρούσαι ότι αι υπογράψασαι αντεπροσωπεύοντο κατά την Διεθνή Συνδιάσκεψιν την συνελθούσαν εν Βιέννη υπό την αιγίδα του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενεργείας από 29 Απριλίου μέχρι 19 Μαΐου 1963 καθ’ ην συνήφθη Διεθνής Σύμβασις σχετική προς την Αστικήν Ευθύνην επί Πυρηνικών Ζημιών. Λαβούσαι υπ’ όψιν ότι δυνάμει του άρθρ. 17 αυτής, η ρηθείσα Σύμβασις δεν παραβλάπτει την εφαρμογήν της Συμβάσεως των Παρισίων καθ’ όσον αφορά τα Συμβαλλόμενα Μέρη της Συμβάσεως ταύτης. Επιθυμούσαι εν τούτοις την εν τω μέτρω του δυνατού αποφυγήν ενδεχομένης συγκρούσεως μεταξύ των δύο Συμβάσεων, ίνα δοθή η ευχέρεια όπως καταστώσι Συμβαλλόμενα Μέρη αμφοτέρων των Συμβάσεων, εάν επιθυμούσι τούτο, απεφάσισαν τα κάτωθι: Ι Η Σύμβασις περί Αστικής Ευθύνης εις τον Τομέα της Πυρηνικής Ενεργείας της 29 Ιουλ. 1960, τροποποιείται ως ακολούθως: Α΄ - ΙΑ΄. (Αντικαθίσταται η τελευταία παράγραφος του Προοιμίου και τα άρθρ. 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 13 ως και το Παράρτημα υπ’ αριθ. Ι). Σελ. 486,30 Τεύχος 378-Σελ. 156 ΙΙ α)Αι διατάξεις του παρόντος Προσθέτου Πρωτοκόλλου αποτελούσιν αναπόσπαστον μέρος της Συμβάσεως περί Αστικής Ευθύνης εις τον Τομέα της Πυρηνικής Ενεργείας της 29 Ιουλ. 1960, (κατωτέρω καλουμένης ή «Σύμβασις»). β)Το παρόν Πρόσθετον Πρωτόκολλον θέλει επικυρωθή ή επιβεβαιωθή. Τα έγγραφα επικυρώσεως του παρόντος Προσθέτου Πρωτοκόλλου θέλουσι κατατεθή παρά τω Γενικώ Γραμματεί της Οργανώσεως Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως. Εάν ήθελε παρουσιασθή περίπτωσις, η επιβεβαίωσις του παρόντος Προσθέτου Πρωτοκόλλου δέον όπως κοινοποιήται προς αυτήν. γ)Τα υπογράψαντα το παρόν Πρόσθετον Πρωτόκολλον Μερή άτινα έχουσιν ήδη επικυρώσει την Σύμβασιν, υποχρεούνται όπως επικυρώσωσιν ή επιβεβαιώσωσιν όσον το δυνατόν ταχύτερον το παρόν Πρόσθετον Πρωτόκολλον. Οι λοιποί υπογράψαντες το παρόν Πρόσθετον Πρωτόκολλον υποχρεούνται όπως επικυρώσωσιν ή επιβεβαιώσωσιν αυτό ταυτοχρόνως με την παρ’ αυτών επικύρωσιν της Συμβάσεως. Ουδεμία προσχώρησις προς την Σύμβασιν θα γίνη δεκτή εάν δεν συνοδεύηται υπό προσχωρήσεως προς το παρόν Πρόσθετον Πρωτόκολλον. δ)Ο Γενικός Γραμματεύς της Οργανώσεως θέλει κοινοποιήσει προς πάντα τα υπογράψαντα Μέρη, ως και προς τας προσχωρησάσας προς την Σύμβασιν Κυβερνήσεις, περί της λήψεως των εγγράφων επικυρώσεως και της κοινοποιήσεως των επιβεβαιώσεων. ε)Δια τον υπολογισμόν του αριθμού επικυρώσεων προβλεπομένου εις το άρθρ. 19(β) της Συμβάσεως ως προς την έναρξιν της ισχύος αυτής, θέλουσι ληφθή υπ’ όψει τα υπογράψαντα Μέρη άτινα θα έχωσιν επικυρώσει την Σύμβασιν και επικυρώσει ή επιβεβαιώσει το παρόν Πρόσθετον Πρωτόκολλον. Εις πίστωσιν των ανωτέρω οι υπογεγραμμένοι πληρεξούσιοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, υπέγραψαν κάτωθι του παρόντος Πρωτοκόλλου. Εγένετο εν Παρισίοις την 28 Ιαν. 1964, εις την Γαλλικήν, την Αγγλικήν, την Γερμανικήν, την Ισπανικήν, την Ιταλικήν και την Ολλανδικήν, εις εν και μόνον αντίτυπον όπερ θα παραμείνη κατατεθειμένον παρά τω Γενικώ Γραμματεί της Οργανώσεως Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως, όστις θέλει κοινοποιήσει ανά εν κεκυρωμένον πιστόν αντίγραφον προς πάντα τα υπογράψαντα Μέρη. 40.Δ.η.1 Αστική Ευθύνη από Πυρηνική Ενέργεια Άρθρ.3. «(α)Ο εκμεταλλευόμενος πυρηνική εγκατάσταση είναι υπεύθυνος σύμφωνα με τη Σύμβαση αυτή για: (ι)κάθε ζημία ή απώλεια σε πρόσωπα, (ιι)κάθε ζημία ή απώλεια σε περιουσιακά στοιχεία, με εξαίρεση: 1.την ίδια την πυρηνική εγκατάσταση και άλλες, έστω και υπό κατασκευή, πυρηνικές εγκαταστάσεις, που βρίσκονται στον ίδιο τόπο, 2.περιουσιακά στοιχεία, που βρίσκονται στον ίδιο τόπο, και χρησιμοποιούνται ή πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια εγκατάσταση, αν αποδεικνύεται ότι η ζημία αυτή (που στο εξής θα καλείται «ζημία») προκλήθηκε από πυρηνικό ατύχημα σ’ αυτήν την εγκατάσταση ή από πυρηνικές ουσίες, που προέρχονται από την εγκατάσταση, με επιφύλαξη των ρυθμίσεων του άρθρ. 4». Η παρ. α αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. Δ άρθρ. 1 Νομ. 1758/1988, ΦΕΚ Α΄ 44 (κατωτ. αριθ. 2), που κύρωσε το πρωτόκολλο τροποποίησης της Σύμβασης αυτής. β)Όταν προξενούνται ζημίαι ομού εκ πυρηνικού ατυχήματος και οιουδήποτε ετέρου ατυχήματος πλην πυρηνικού ατυχήματος, η ζημία η προξενηθείσα εκ του δευτέρου τούτου ατυχήματος καθ’ ο μέτρον δεν δύναται αύτη να διαχωρισθή μετά βεβαιότητος εκ της προξενηθείσης υπό του πυρηνικού ατυχήματος ζημίας, θεωρείται ως ζημία προξενηθείσα υπό του πυρηνικού ατυχήματος. Όταν η ζημία προξενήται ομού εκ πυρηνικού ατυχήματος και εξ εκπομπής ιονιζουσών ακτινοβολιών ήτις δεν προβλέπεται υπό της παρούσης Συμβάσεως, ουδεμία διάταξις της παρούσης Συμβάσεως δύναται να περιορίση ή άλλως να επηρεάση την ευθύνην παντός προσώπου καθ’ όσον αφορά την εν λόγω εκπομπήν ιονιζουσών ακτινοβολιών. γ)(Καταργήθηκε από την παρ. ε άρθρ. 1 Νομ. 1758/88 ΦΕΚ Α΄ 44, κατωτ. αριθ. 2, που κύρωσε το πρωτόκολλο τροποποίησης της Σύμβασης αυτής). Το άρθρ. 3 αντικατεστάθη ως άνω δια του εν συνεχεία της παρούσης Συμβάσεως δημοσιευομένου Παραρτήματος υπ’ αριθ. ΙΙ. Άρθρ.4.-«Εις την περίπτωσιν μεταφοράς πυρηνικών ουσιών, περιλαμβανομένης της εναποθηκεύσεως διαρκούσης της μεταφοράς και άνευ βλάβης προς το άρθρ. 2: α)Ο Φορεύς πυρηνικής εγκαταστάσεως τυγχάνει υπεύθυνος δια πάσαν ζημίαν, συμφώνως τη παρούση Συμβάσει, εάν διαπιστωθή ότι αύτη επροξενήθη εκ πυρηνικού ατυχήματος επισυμβάντος εκτός της εγκαταστάσεως ταύτης και αναγομένου εις πυρηνικάς ουσίας μεταφερομένας με προέλευσιν εκ της ρηθείσης εγκαταστάσεως εφ’ όσον το ατύχημα επήλθε: Ι)Πριν ή αναληφθή η ευθύνη δια τα πυρηνικά ατυχήματα τα προξενηθέντα υπό των πυρηνικών ουσιών, υπό μορφήν γραπτού συμβολαίου, υπό του Φορέως ετέρας πυρηνικής εγκαταστάσεως. ΙΙ)Ελλείψει ρητών διατάξεων τοιούτου συμβολαίου, προ της παραλαβής των πυρηνικών ουσιών υπό Φορέως ετέρας πυρηνικής εγκαταστάσεως. ΙΙΙ)Εάν αι πυρηνικαί ουσίαι προορίζωνται δι’ αντιδραστήρα αποτελούντα μέρος μεταφορικού μέσου, προ της παραλαβής δια την εκμετάλλευσιν του αντιδραστήρος προσώπου. ΙV)Εάν αι πυρηνικαί ουσίαι απεστάλησαν εις πρόσωπον ευρισκόμενον επί του εδάφους μη-Συμβαλλομένου Κράτους, προ της εκφορτώσεως αυτών εκ του μεταφορικού μέσου δι’ ου έφθασαν εις το έδαφος του ρηθέντος μη-Συμβαλλομένου Κράτους. β)Ο Φορεύς πυρηνικής εγκαταστάσεως τυγχάνει υπεύθυνος δια πάσαν ζημίαν, συμφώνως προς την παρούσαν Σύμβασιν, εάν διαπιστωθή ότι η ζημία επροξενήθη εκ πυρηνικού ατυχήματος επισυμβάντος έξω της εγκαταστάσεως ταύτης και αναγομένου εις πυρηνικάς ουσίας κατά την μεταφοράν των με προορισμόν την ρηθείσαν εγκατάστασιν, εφ’ όσον το ατύχημα ήθελεν επισυμβή: Ι)Μετά την μεταφοράν εις βάρος του, δια γραπτού συμβολαίου, υπό του Φορέως ετέρας πυρηνικής εγκαταστάσεως, της ευθύνης των πυρηνικών ατυχημάτων προξενηθέντων υπό πυρηνικών ουσιών. ΙΙ)Ελλείψει ρητών διατάξεων γραπτού συμβολαίου, μετά την παρ’ αυτού παραλαβήν των πυρηνικών ουσιών. ΙΙΙ)Μετά την παρ’ αυτού παραλαβήν των πυρηνικών ουσιών των προερχομένων εκ του προσώπου του εκμεταλλευομένου τον αντιδραστήρα, αποτελούντα μέρος του μεταφορικού μέσου. IY)Εάν αι πυρηνικαί ουσίαι απεστάλησαν τη εγγράφω συγκαταθέσεις του Φορέως, υπό προσώπου ευρισκομένου επί του εδάφους μη-Συμβαλλομένου Κράτους, μετά την φόρτωσίν των επί του μεταφορικού μέσου δια του οποίου οφείλουσι να εγκαταλείψωσι το έδαφος του εν λόγω μη-Συμβαλλομένου Κράτους. «(γ)Ο εκμεταλλευόμενος πυρηνική εγκατάσταση υπεύθυνος σύμφωνα με τη Σύμβαση αυτή προσκομίζει στο μεταφορέα πιστοποιητικό που έχει εκδοθεί από ή για λογαριασμό του ασφαλιστή ή άλλου προσώπου που έχει παράσχει χρηματική εγγύηση σύμφωνα με το άρθρ. 10. Πάντως, κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να άρει την υποχρέωση αυτή για μεταφορές (Αντί για τη σελ. 486,23) Σελ. 486,23(α) Τεύχος Ι-11-3 Σελ. 77 Αστική Ευθύνη από Πυρηνική Ενέργεια 40.Δ.η.1 που λαμβάνουν χώρα αποκλειστικά μέσα στη δική του επικράτεια. Το πιστοποιητικό αναφέρει το όνομα και τη διεύθυνση του εκμεταλλευόμενου πυρηνική εγκατάσταση καθώς και το ποσό, το είδος και τη διάρκεια της εγγύησης. Το περιεχόμενο του πιστοποιητικού δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από το πρόσωπο από το οποίο ή για λογαριασμό του οποίου εκδόθηκε. Το πιστοποιητικό αναφέρει επίσης τις πυρηνικές ουσίες και το δρομολόγιο μεταφοράς που καλύπτει η εγγύηση και περιλαμβάνει βεβαίωση της αρμόδιας δημόσιας αρχής ότι το πρόσωπο που αναφέρεται είναι ο εκμεταλλευόμενος πυρηνική εγκατάσταση με την έννοια της Σύμβασης αυτής». Η παρ. γ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. ΣΤ άρθρ. 1 Νομ. 1758/1988, ΦΕΚ Α΄ 44 (κατωτ. αριθ. 2), που κύρωσε το πρωτόκολλο τροποποίησης της Σύμβασης αυτής. δ)Η νομοθεσία Συμβαλλομένου Μέρους δύναται να προβλέψη ότι, υφ’ ους όρους ήθελεν εν αυτή ορισθή, ο μεταφορεύς δύναται να υποκαταστήση, καθ’ όσον αφορά την υπό της παρούσης Συμβάσεως προβλεπομένην ευθύνην, τον Φορέα πυρηνικής εγκαταστάσεως κειμένης επί του εδάφους του ρηθέντος Συμβαλλομένου Μέρους, δι’ αποφάσεως της αρμοδίας Δημοσίας Αρχής, τη αιτήσει του Μεταφορέως και τη συναινέσει του Φορέως, εάν οι υπό του άρθρ. 10(α) απαιτούμενοι όροι συμπληρωθώσιν. Εν τη περιπτώσει ταύτη, επί τω τέλει εφαρμογής της παρούσης Συμβάσεως, ο Μεταφορεύς θεωρείται, δια τα πυρηνικά ατυχήματα τα επισυμβαίνοντα κατά την διάρκειαν της μεταφοράς πυρηνικών ουσιών, ως Φορεύς της πυρηνικής εγκαταστάσεως της κειμένης επί του εδάφους του ρηθέντος Συμβαλλομένου Μέρους». Το άρθρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω δια του εν συνεχεία της παρούσης Συμβάσεως δημοσιευομένου Παραρτήματος υπ’ αριθ. ΙΙ. Άρθρ.5.-«α)Εάν τα πυρηνικά καύσιμα, τα ραδιενεργά προϊόντα ή απορρίμματα τα αναγόμενα εις πυρηνικόν ατύχημα, παρέμειναν αλληλοδιαδόχως εις πλείονας πυρηνικάς εγκαταστάσεις και παραμένουσιν εις πυρηνικήν εγκατάστασιν καθ’ ην στιγμήν προξενείται η ζημία, ουδείς Φορεύς εγκαταστάσεως εις ην διαφυλάχθησαν προηγουμένως είναι υπεύθυνος της ζημίας. β)Εν τούτοις εάν προξενηθή ζημία εκ πυρηνικού ατυχήματος επισυμβάντος εντός πυρηνικής εγκαταστάσεως και αύτη ανάγεται μόνον εις πυρηνικάς Σελ. 486,24(α) Τεύχος Ι-11-3 Σελ. 78 ουσίας αίτινες ευρίσκονται εναποθηκευμέναι εκεί κατά την διάρκειαν μεταφοράς, ο Φορεύς της εγκαταστάσεως ταύτης δεν είναι υπεύθυνος όταν έτερος Φορεύς ή έτερον πρόσωπον τυγχάνη υπεύθυνον δυνάμει του άρθρ. 4. «(γ)Αν το πυρηνικό καύσιμο ή τα ραδιενεργά προϊόντα ή κατάλοιπα που σχετίζονται με πυρηνικό ατύχημα έχουν παραμείνει μέσα σε περισσότερες από μία πυρηνικές εγκαταστάσεις και όχι σε μία πυρηνική εγκατάσταση τη στιγμή που προκλήθηκε η ζημία, κανένας εκμεταλλευόμενος πυρηνική εγκατάσταση δεν ευθύνεται για τη ζημία, εκτός από τον εκμεταλλευόμενο την τελευταία πυρηνική εγκατάσταση στην οποία βρίσκονται προτού να προκληθεί η ζημία ή τον εκμεταλλευόμενο πυρηνική εγκατάσταση ο οποίος τα παρέλαβε μεταγενέστερα ή αυτόν που ανέλαβε την ευθύνη γι’ αυτά, σύμφωνα με τους ρητούς όρους γραπτού συμβολαίου». Η παρ. γ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. Ζ άρθρ. 1 Νομ. 1758/1988, ΦΕΚ Α΄ 44 (κατωτ. αριθ. 2) που κύρωσε το πρωτόκολλο τροποποίησης της Σύμβασης αυτής. δ)Εάν η ζημία συνεπάγεται ευθύνην πλειόνων Φορέων, συμφώνως προς την παρούσαν Σύμβασιν, η ευθύνη των είναι αλληλέγγυος και σωρευτική. Εν τούτοις, όταν τοιαύτη ευθύνη απορρέη εκ της προξενηθείσης ζημίας εκ πυρηνικού ατυχήματος αναγομένου εις πυρηνικάς ουσίας υπό μεταφοράν, είτε εντός ενός και του αυτού μέσου μεταφοράς, είτε, εις την περίπτωσιν εναποθηκεύσεως κατά την διάρκειαν της μεταφοράς, εντός μιας μόνης και της αυτής πυρηνικής εγκαταστάσεως, το κατ’ ανώτατον όριον ολικόν ποσόν της ευθύνης των εν λόγω Φορέων ισούται προς το μεγαλύτερον ποσόν το καθορισθέν δι’ ένα έκαστον των Φορέων συμφώνως προς το άρθρ. 7. Εν ουδεμιά περιπτώσει η ευθύνη Φορέως η απορρέουσα εκ πυρηνικού ατυχήματος θα δύναται να υπερβή το όπερ αφορά αυτόν ποσόν καθορισθέν υπό του άρθρ. 7.». Το άρθρ. 5 αντικατεστάθη ως άνω δια του εν συνεχεία της παρούσης Συμβάσεως δημοσιευομένου Παραρτήματος υπ’ αριθ. ΙΙ. 40.Δ.η.1 Αστική Ευθύνη από Πυρηνική Ενέργεια Άρθρ.6.-«α)Το δικαίωμα αποκαταστάσεως ζημίας προξενηθείσης εκ πυρηνικού ατυχήματος δεν δύναται να ασκηθή ειμή μόνον εναντίον Φορέως υπευθύνου δια την ζημίαν ταύτην συμφώνως προς την παρούσαν Σύμβασιν. Δύναται ωσαύτως να ασκηθή κατά του ασφαλιστού ή κατά παντός ετέρου προσώπου παρασχόντος χρηματικήν εγγύησιν προς τον Φορέα συμφώνως προς το άρθρ. 10, εάν το δικαίωμα εγέρσεως αγωγής αμέσου κατά του ασφαλιστού ή παντός προσώπου παρασχόντος χρηματικήν εγγύησιν, παρέχεται υπό της εθνικής νομοθεσίας. β)Επιφυλασσομένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ουδέν έτερον πρόσωπον υποχρεούται εις επανόρθωσιν ζημίας προξενηθείσης εκ πυρηνικού ατυχήματος. Εν τούτοις, δεν δύναται η παρούσα διάταξις να παραβλάψη την εφαρμογήν των εν ισχύϊ διεθνών περί μεταφορών συμφωνιών ή των ευρισκομένων εις το στάδιον υπογραφής, επικυρώσεως ή προσχωρήσεως προς αυτάς, κατά τον χρόνον συνάψεως της παρούσης Συμβάσεως. «(γ)(ι)Καμία διάταξη της Σύμβασης αυτής δεν επηρεάζει την ευθύνη: 1.Κάθε φυσικού προσώπου για ζημία που από υπαίτια πράξη ή παράλειψή του προκλήθηκε από πυρηνικό ατύχημα, για το οποίο ο εκμεταλλευόμενος πυρηνική εγκατάσταση κατά το άρθρ. 3(α) (ιι) (1) και (2) ή το άρθρ. 9 δεν ευθύνεται σύμφωνα με τη Σύμβαση αυτή. 2.Κάθε προσώπου δεόντως εξουσιοδοτημένου να εκμεταλλεύεται αντιδραστήρα που αποτελεί μέρος μέσου μεταφοράς για ζημία που προκλήθηκε από πυρηνικό ατύχημα, εφ’ όσον ο εκμεταλλευόμενος πυρηνική εγκατάσταση δεν ευθύνεται για τέτοια ζημία σύμφωνα με το άρθρ. 4(α) (ιιι) ή β(ιιι). (ιι)Ο εκμεταλλευόμενος πυρηνική εγκατάσταση δε φέρει ευθύνη εκτός της παρούσας Σύμβασης για ζημία που προκλήθηκε από πυρηνικό ατύχημα». Η παρ. γ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. Η άρθρ. 1 Νομ. 1758/1988, ΦΕΚ Α΄ 44 (κατωτ. αριθ. 2) που κύρωσε το πρωτόκολλο τροποποίησης της Σύμβασης αυτής. δ)Παν πρόσωπον όπερ προέβη εις επανόρθωσιν ζημίας προξενηθείσης υπό πυρηνικού ατυχήματος δυνάμει διεθνούς συμφωνίας ως εν παρ. (β) του παρόντος άρθρου αναφέρεται ή δυνάμει της νομοθεσίας μη-Συμβαλλομένου Κράτους, αποκτά εξ υποκαταστάσεως και μέχρι του καταβληθέντος ποσού, τα δικαιώματα ων το ούτως αποζημιωθέν πρόσωπον θα εδικαιούτο δυνάμει της παρούσης Συμβάσεως. ε)Παν πρόσωπον έχον τον κύριον αυτού τόπον εκμεταλλεύσεως επί του εδάφους Συμβαλλομένου Μέρους, ή οι παρ’ αυτού προστιθέντες, οίτινες προέβησαν εις επανόρθωσιν πυρηνικής ζημίας προξενηθείσης εκ πυρηνικού ατυχήματος επισυμβάντος επί του εδάφους μη-Συμβαλλομένου Κράτους ή ζημίας λαβούσης χώραν επί του εδάφους τούτου, αποκτώσι, μέχρι του καταβληθέντος ποσού, τα δικαιώματα ων το ούτως αποζημιωθέν πρόσωπον θα εδικαιούτο εν ελλείψει του άρθρ. 2. ς)Ο Φορεύς θα έχη δικαίωμα προσφυγής μόνον: Ι)Εάν η ζημία προέρχεται εκ πράξεως ή παραλείψεως αποσκοπούσης την πρόκλησιν ζημίας, κατά του φυσικού προσώπου δράστου της πράξεως ή της εκ προθέσεως παραλείψεως. ΙΙ)Εάν και καθ’ ο μέτρον η προσφυγή ρητώς προβλέπεται υπό συμβάσεως. ζ)Εφ’ όσον ο Φορεύς κέκτηται δικαιώματος προσφυγής κατά προσώπου τινος δυνάμει της παρ. (ς) του παρόντος άρθρου, το πρόσωπον τούτο δεν δύναται να έχη δικαίωμα κατά του Φορέως δυνάμει των παρ. (δ) ή (ε) του παρόντος άρθρου. η)Εάν η επανόρθωσις ζημίας συνεπάγεται την ανάμιξιν εθνικής ή δημοσίας ιατρικής ασφαλίσεως, κοινωνικής ασφαλίσεως ή αποζημιώσεως εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικής ασθενείας τα δικαιώματα των δικαιούχων των εν λόγω ασφαλίσεων και αι ενδεχόμεναι προσφυγαί αίτινες ήθελον δυνατόν ασκηθή κατά του Φορέως, ρυθμίζονται υπό της νομοθεσίας του Συμβαλλομένου Μέρους ή υπό των κανονισμών της διακυβερνητικής οργανώσεως ήτις εθέσπισε τας ασφαλίσεις ταύτας». Το άρθρ. 6 αντικατεστάθη ως άνω δια του εν συνεχεία της παρούσης Συμβάσεως δημοσιευομένου Παραρτήματος υπ’ αριθ. ΙΙ.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.