📄 Κείμενο νόμου
13. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 3248 της 1/2 Ιουν. 1955 Περί κυρώσεως της υπ’ αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως περί προστασίας του ημερομισθίου. Άρθρον πρώτον. – Κυρούται η υπ’ αριθ. 95 Διεθνής Σύμβασις «περί προστασίας του ημερομισθίου» ψηφισθείσα εν Γενεύη τω 1949 υπό της Διεθνούς Συνδιασκέψεως εργασίας κατά την 32αν σύνοδον αυτής, έχουσα ούτω, εν ελληνική μεταφράσει και γαλλικώ πρωτοτύπω. Σύμβασις υπ’ αριθ. 95 Περί προστασίας του ημερομισθίου Η Γενική Συνδιάσκεψις της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, συγκληθείσα εν Γενεύη υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας και συνελθούσα αυτόθι την 8 ην Ιουν. 1949 εις την 32αν αυτής Σύνοδον. – Αφού απεφάσισε την αποδοχήν διαφόρων προτάσεων σχετικών προς την προστασίαν του ημερομισθίου, ζήτημα αποτελούν το έβδομον θέμα της ημερησίας διατάξεως της Συνόδου. – Αφού απεφάσισεν ότι αι προτάσεις αύται δέον να λάβουν τον τύπον Διεθνούς Συμβάσεως. – Ψηφίζει σήμερον, 1 ην Ιουλ. 1949, την ως έπεται σύμβασιν, ήτις αποκαλείται Σύμβασις περί προστασίας του ημερομισθίου, έτους 1949. Άρθρ.9.–Απαγορεύεται πάσα κράτησις επί των ημερομισθίων σκοπούσα την έμμεσον ή άμεσον καταβολή ποσού εκ μέρους εργαζομένου προς εργοδότην ή προς τον αντιπρόσωπον αυτού ή προς οιονδήποτε μεσάζοντα (ως λ.χ. πράκτορα επιφορτισμένον με την στρατολόγησιν εργατικού δυναμικού) αποβλέπουσα εις την εξεύρεσιν ή την διατήρησιν απασχολήσεως. Άρθρ.10.–1.Το ημερομίσθιον δεν δύναται να κατάσχεται ή να εκχωρήται, ειμή μόνον καθ’ ον τρόπον και όρια καθορίζει η Εθνική νομοθεσία. – 2.Το ημερομίσθιον δέον να προστατεύεται εναντίον πάσης κατασχέσεως ή εκχωρήσεως εν ω μέτρω κρίνεται τούτο αναγκαίον δια την εξασφάλισιν της συντηρήσεως του εργαζομένου και της οικογενείας του. Άρθρ.11.–1.Εν περιπτώσει πτωχεύσεως ή εκκαθαρίσεως επιχειρήσεώς τινος βάσει δικαστικής αποφάσεως, οι εν αυτή απασχολούμενοι εργαζόμενοι χαρακτηρίζονται ως προνομιούχοι πιστωταί είτε δια τα ημερομίσθια άτινα έχουν να λαμβάνουν λόγω Σελ. 154,02 υπηρεσιών παρασχεθεισών κατά την προ της πτωχεύσεως ή της εκκαθαρίσεως χρονικήν περίοδον καθοριζομένην υπό της Εθνικής νομοθεσίας, είτε δι’ ημερομίσθια μη υπερβαίνοντα ποσόν καθοριζόμενον υπό της Εθνικής νομοθεσίας. – 2.Το χαρακτηρισθέν ως προνομοιούχος πίστωσις ημερομίσθιον καταβάλλεται εξ ολοκλήρου πριν ή οι συνήθεις πιστωταί απαιτήσουν το αναλογούν εις αυτούς μερίδιον. – 3.Η σειρά προτεραιότητος του ημερομισθίου του αποτελούντος πίστωσιν προνομιούχον εν σχέσει προς τας λοιπάς προνομιούχους πιστώσεις δέον να καθορίζεται υπό της Εθνικής νομοθεσίας. Άρθρ.12.–1.Το ημερομίσθιον καταβάλλεται κατά κανονικά χρονικά διαστήματα, εκτός αν υφίστανται άλλαι ικανοποιητικαί συμφωνίαι εξασφαλίζουσαι την καταβολήν του ημερομισθίου κατά κανονικά χρονικά διαστήματα. Τα διαστήματα κατά τα οποία δέον να γίνεται η καταβολή του ημερομισθίου καθορίζονται υπό τη Εθνικής νομοθεσίας ή δια συλλογικής συμβάσεως ή αποφάσεως διαιτησίας. – 2.Κατά την λήξιν της συμβάσεως εργασίας ο οριστικός διακανονισμός του συνόλου των οφειλομένων ημερομισθίων δέον να πραγματοποιήται συμφώνως προς την Εθνικήν νομοθεσίαν, προς συλλογικήν σύμβασιν ή απόφασιν διαιτησίας ή εν ελλείψει τοιαύτης νομοθεσίας, συλλογικής συμβάσεως ή αποφάσεως να πραγματοποιήται εντός λογικής προθεσμίας λαμβανομένων υπ’ όψει των διατάξεων της συμβάσεως εργασίας. Άρθρ.13.–1.Η καταβολή του ημερομισθίου δέον, οσάκις γίνεται εις χρήμα να πραγματοποιήται μόνον κατά τας εργασίμους ημέρας και εις τον τόπον της εργασίας ή πλησίον αυτού, εκτός αν η εθνική νομοθεσία, συλλογική σύμβασις ή απόφασις διαιτησίας θεσπίζουν άλλως ή αν άλλαι συμφωνίαι, των οποίων έχουν λάβει γνώσιν οι ενδιαφερόμενοι μισθωτοί, κρίνωνται μάλλον πρόσφοροι. – 2.Η καταβολή του ημερομισθίου εντός ποτοπωλείων ή άλλων συναφών καταστημάτων απαγορεύεται, προσέτι δε αν τούτο απαιτήται δια την πρόληψιν καταχρήσεων απαγορεύεται και εντός καταστημάτων λιανικής πωλήσεως, και εντός κέντρων διασκεδάσεως, εκτός αν πρόκειται περί προσώπων απασχολουμένων εντός των εν λόγω καταστημάτων. 15.Ε.α.13 Πληρωμή Μισθών και Ημερομισθίων 140 Άρθρον 14.–Εάν συντρέχη περίπτωσις, δέον να λαμβάνωνται μέτρα αποτελεσματικά δι’ ων οι εργαζόμενοι να πληροφορούνται δια τρόπου καταλλήλου και ευκόλως νοητού: α)Περί των όρων του ημερομισθίου οίτινες έχουν εφαρμογήν εις αυτούς και τούτο προ της προσλήψεως αυτών ή ανά πάσαν συντελουμένην μεταβολήν εις τους όρους τούτους. – β)Κατά την εκάστοτε καταβολήν ημερομισθίου περί των στοιχείων άτινα αποτελούν τούτο κατά την χρονικήν περίοδον της εν λόγω πληρωμής, εν ω μέτρω τα στοιχεία ταύτα δύνανται να υποστούν μεταβολάς. Άρθρον 15.–Η νομοθεσία η καθιστώσα ενεργούς τας διατάξεις της παρούσης συμβάσεως δέον: α)Να φέρεται εις γνώσιν όλων των ενδιαφερομένων. – β)Να καθορίζη επακριβώς τα πρόσωπα τα επιφορτισμένα με την ασφαλή εφαρμογήν της. – γ)Να ορίζη καταλλήλους κυρώσεις εις περίπτωσιν παραβάσεως. – δ)Να προβλέπη οσάκις συντρέχει λόγος την τήρησιν βιβλίου καθ’ ον τύπον και σύστημα κρίνεται πρόσφορον. Άρθρον 16.–Αι ετήσιαι εκθέσεις αίτινες δέον να υποβάλλωνται συμφώνως προς του όρους του άρθρ. 22 του Καταστατικού Χάρτου της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας περιλαμβάνουν πληροφορίας πλήρεις επί των ληφθέντων μέτρων προς εφαρμογήν των διατάξεων της παρούσης συμβάσεως. Άρθρον 17.–1.Οσάκις το έδαφος Μέλους περιλαμβάνει ευρείας περιοχάς, όπου λόγω της αραιότητος του πληθυσμού ή του βαθμού της εξελίξεώς των ή αρμοδία αρχή φρονεί ότι είναι αδύνατος η εφαρμογή των διατάξεων της παρούσης συμβάσεως, δύναται αύτη μετά γνώμην των ενδιαφερομένων οργανώσεων εργοδοτών και εργαζομένων, όπου υπάρχουν τοιαύται, να εξαιρή τας εν λόγω περιοχάς της εφαρμογής της συμβάσεως, είτε γενικώς, είτε ως προς τα σημεία δια τα οποία η εξαίρεσις κρίνεται αναγκαία δι’ ωρισμένας επιχειρήσεις ή δι’ ωρισμένας εργασίας. – 2.Παν Μέλος δέον όπως εις την πρώτην ετησίαν αυτού έκθεσιν, την υποβαλλομένην επί της εφαρμογής της παρούσης συμβάσεως, δυνάμει του άρθρ. 22 του Καταστατικού Χάρτου της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, αναφέρη οιανδήποτε περιοχήν δια την οποίαν προτίθεται να προσφύγη εις τας διατάξεις του παρόντος άρθρου, εκθέτον τους λόγους δια τους οποίους προτίθεται να προσφύγη εις τας εν λόγω διατάξεις. Κατ’ ακολουθίαν ουδέν Μέλος δύναται να προσφύγη εις τας διατάξεις του παρόντος άρθρου, ειμή μόνον ως προς τας περιφερείας τας οποίας έχει ούτως αποδείξει. – 3.Παν Μέλος προσφεύγον εις τας διατάξεις του παρόντος δέον όπως μετά γνώμην των ενδιαφερομένων οργανώσεων εργοδοτών και εργαζομένων, όπου υπάρχουν τοιαύται, επανεξετάζη κατά χρονικά διαστήματα, μη υπερβαίνοντα την τριετίαν, την δυνατότητα της επεκτάσεως της εφαρμογής της παρούσης συμβάσεως εις τας περιφερείας τας εξαιρεθείσας δυνάμει της § 1. – 4.Πάν Μέλος προσφεύγον εις τας διατάξεις του παρόντος άρθρου δέον να αναγράφη εις τας μεταγενεστέρας αυτού ετησίας εκθέσεις τας περιφερείας δια τας οποίας παραιτείται του δικαιώματος της προσφυγής εις τας εν λόγω διατάξεις, ως και πάσαν συντελεσθείσαν τυχόν πρόοδον ως προς την προοδευτικήν εφαρμογήν της παρούσης συμβάσεως εις τας περί ου ο λόγος περιοχάς. Άρθρον 18.–Αι επίσημοι επικυρώσεις της παρούσης συμβάσεως ανακοινούνται εις τον Γενικόν Διευθυντήν του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας παρ’ ου και καταχωρίζονται. Άρθρ.1.– Εν τη εννοία της παρούσης συμβάσεως, ο όρος «ημερομίσθιον» σημαίνει – οιαδήποτε και αν είναι η ονομασία ή ο τρόπος του υπολογισμού – την αμοιβήν ή τας απολαυάς τας δυναμένας ν’ αποτιμηθούν εις χρήμα και να καθορισθούν δια συμφωνίας ή δια της εθνικής νομοθεσίας προς οφειλόμενα δυνάμει συμβάσεως εκμισθώσεως υπηρεσιών, γραπτής ή προφορικής, συναφθείσης υπό εργοδότου δια μισθωτόν, είτε δι’ εργασίαν εκτελεσθείσαν ή μέλλουσαν να εκτελεσθή, είτε δι’ υπηρεσίας προσφερθείσας ή μελλούσας να προσφερθούν. Άρθρον 19.–1.Η παρούσα σύμβασις δεν δεσμεύει ειμή μόνον τα Μέλη της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, ων η επικύρωσις έχει καταχωρισθή υπό του Γενικού Διευθυντού. – 2.Άρχεται ισχύουσα 12 μήνας μετά την καταχώρισιν υπό του Γενικού Διευθυντού των επικυρώσεων δύο Μελών. – 3.Κατ’ ακολουθίαν η παρούσα σύμβασις άρχεται ισχύουσα δι’ έκαστον Μέλος 12 μήνας μετά την καταχώρισιν της επικυρώσεως αυτής. Άρθρον 20.–1.Αι εις τον Γενικόν Διευθυντήν του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας ανακοινούμεναι δηλώσεις, συμφώνως προς την § 2 του άρθρου 35 του Καταστατικού Χάρτου της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, δέον να καθιστούν γνωστά: α)Τα εδάφη δια τα οποία το ενδιαφερόμενον Μέλος αναλαμβάνει την υποχρέωσιν όπως αι διατάξεις της συμβάσεως εφαρμοσθούν άνευ τροποποιήσεων. – β)Τα εδάφη δια τα οποία αναλαμβάνει την υποχρέωσιν όπως αι διατάξεις της συμβάσεως εφαρμοσθούν μετά τροποποιήσεων και εις τι συνίστανται αι εν λόγω τροποποιήσεις. – γ)Τα εδάφη εις τα οποία ή σύμβασις είναι ανεφάρμοστος, εν τοιαύτη δε περιπτώσει τους λόγους οίτινες την καθιστούν ανεφάρμοστον. – δ)Τα εδάφη δια τα οποία επιφυλάσσεται να αποφασίση εν αναμονή εμπεριστατωμένης εξετάσεως της καταστάσεως εις τα εν λόγω εδάφη. –2.Αι εις τα εδαφ. α) και β) της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου μνημονευόμεναι υποχρεώσεις, δέον όπως θεωρώνται αναπόσπαστα μέρη της επικυρώσεως και εφαρμόζωνται ομοίως. – 3.Παν μέλος δύναται, δια νέας αυτού δηλώσεως να παραιτήται εν όλω ή εν μέρει των εις την προ(Μετά την σελ. 154,02) Σελ. 154,03 ΛΗ – 73 Πληρωμή Μισθών και Ημερομισθίων 15.Ε.α.13 141 γενεστέραν του δήλωσιν περιλαμβανομένων επιφυλάξεων δυνάμει των εδ. β), γ), και δ) της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου. – 4.Παν Μέλος, κατά τα χρονικά διαστήματα καθ’ α επιτρέπεται η καταγγελία της συμβάσεως συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 22 δύναται να ανακοινοί εις τον Γενικόν Διευθυντήν νεωτέραν δήλωσιν τροποποιούσαν οπωσδήποτε τους όρους πάσης προγενεστέρας αυτού δηλώσεως και να γνωρίζη την κρατούσαν κατάστασιν εις τα καθοριζόμενα εδάφη. Άρθρον 21.–1.Δηλώσεις ανακοινούμεναι εις τον Γενικόν Διευθυντήν του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας συμφώνως προς τας §§ 4 και 5 του άρθρου 35 του Καταστατικού Χάρτου της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, δέον όπως αναφέρουν αν αι διατάξεις της συμβάσεως έχουν εφαρμογήν εις το έδαφος μετά τη άνευ τροποποιήσεων. Οσάκις η δήλωσις αναφέρει ότι αι διατάξεις της συμβάσεως εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξιν τροποποιήσεων, δέον να προσδιορίζη εις τι συνίστανται αι εν λόγω τροποποιήσεις. – 2.Το ενδιαφερόμενον Μέλος ή τα Μέλη ή η ενδιαφερόμενη Διεθνής αρχή δύνανται να παραιτηθούν εν όλω ή εν μέρει, δια μεταγενεστέρας αυτών δηλώσεως, του δικαιώματος της προσφυγής εις τροποποίησιν μνημονευθείσαν εις προγενεστέραν δήλωσιν. – 3.Το ενδιαφερόμενον Μέλος ή τα Μέλη ή η ενδιαφερόμένη Διεθνής αρχή κατά τα χρονικά διαστήματα καθ’ α επιτρέπεται η καταγγελία της συμβάσεως, δύνανται, συμφώνως προς διατάξεις του άρθρ. 22, να ανακοινούν εις τον Γενικόν Διευθυντήν νέαν δήλωσιν τροποποιούσαν τους όρους πάσης προγενεστέρας αυτών δηλώσεως και να γνωρίζουν την κατάστασιν ως προς την εφαρμογή της συμβάσεως ταύτης. Άρθρον 22.–1.Παν Μέλος επικυρούν την παρούσαν σύμβασιν δύναται να καταγγέλλη αυτή μετά πάροδον δεκαετίας από της ισχύος της συμβάσεως δια πράξεως ανακοινουμένης εις τον Γενικόν Διευθυντήν του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας και υπ’ αυτούς καταχωριζομένης. Η καταγγελία άρχεται ισχύουσα εν έτος μετά την καταχώρισιν αυτής. – 2.Παν Μέλος επικυρούν την παρούσαν σύμβασιν όπερ εντός προθεσμίας έτους προ της παρελεύσεως της εν τη προηγουμένη παραγράφω αναφερομένης δεκαετίας δεν έχει κάμει χρήσιν της δυνατότητος καταγγελίας, περί ης το παρόν άρθρον, δεσμεύεται δια μίαν νέαν δεκαετίαν και κατ’ ακολουθίαν δύναται να καταγγέλλη την παρούσαν σύμβασιν μετά την λήξιν εκάστης δεκαετίας υπό τους εν τω παρόντι άρθρω προβλεπομένους όρους. Σελ. 154, 04 ΛΗ – 74 Άρθρον 23.–1.Ο Γενικός Διευθυντής του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας κοινοποιεί είς άπαντα τα Μέλη της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας την καταχώρισιν των επικυρώσεων, δηλώσεων και καταγγελιών, αίτινες τω έχουν ανακοινωθή υπό των Μελών της Οργανώσεως. – 2.Κοινοποιών εις τα Μέλη της Οργανώσεως την καταχώρισιν της δευτέρας επικυρώσεως ήτις έχει ανακοινωθή εις αυτόν, ο Γενικός Διευθυντής εφιστά την προσοχή των Μελών της Οργανώσεως επί της ημερομηνίας καθ’ ην άρχεται ισχύουσα η παρούσα σύμβασις. Άρθρον 24.–Ο Γενικός Διευθυντής του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας ανακοινοί προς καταχώρισιν εις τον Γενικόν Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, συμφώνως προς το άρθρ. 102 του Καταστατικού Χάρτου των Ηνωμένων Εθνών, πληροφορίας πλήρεις σχετικάς προς πάσας τας επικυρώσεις, δηλώσεις και πράξεις καταγγελίας, τας οποίας έχει καταχωρίσεις συμφώνως προς τα προηγούμενα άρθρα. Άρθρον 25.–Επί τη λήξει εκάστης δεκαετίας από της ενάρξεως της ισχύος της παρούσης συμβάσεως, το Διοικητικόν Συμβούλιον του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας δέον όπως υποβάλη εις την Γενική Συνδιάσκεψιν έκθεσιν επί της εφαρμογής της παρούσης συμβάσεως και αποφασίζει αν συντρέχη περίπτωσις αναγραφής εις την ημερησίαν διάταξιν της Συνδιασκέψεως του θέματος της ολικής ή μερικής αναθεωρήσεως ταύτης. Άρθρον 26.–1.Εν η περιπτώσει η Συνδιάσκεψις αποδεχθή νέαν σύμβασιν αναθωρούσαν εν όλω ή εν μέρει την παρούσαν και εφ’ όσον η νέα σύμβασις δεν ορίζει άλλως: α)Η επικύρωσις υπό Μέλους της νέας συμβάσεως της αναθεωρούσης την παρούσαν επάγεται αυτοδικαίως, παρά τας διατάξεις του ως άνω άρθρου 22, άμεσον καταγγελίαν της παρούσης συμβάσεως, υπό την επιφύλαξιν ότι η αναθεωρούσα ταύτην νέα σύμβασις θα έχει τεθή εν ισχύϊ. – β)Από της ενάρξεως της ισχύος της επαγούσης την αναθεώρησιν νέας συμβάσεως, η παρούσα σύμβασις παύει να είναι δεκτική επικυρώσεως υπό των Μελών. – 2.Εν πάση περιπτώσει η παρούσα σύμβασις παραμένει εν ισχύϊ υπό τον τύπον και το περιεχόμενον αυτής δια τα Μέλη άτινα επικυρώσαντα τάυτην δεν ήθελον επικυρώσει την νέαν αναθεωρούσαν ταύτην σύμβασιν. 15.Ε.α.13 Πληρωμή Μισθών και Ημερομισθίων 142 Άρθρ.27.–Το γαλλικόν και αγγλικόν κείμενον της παρούσης συμβάσεως είναι εξ ίσου αυθεντικά. Άρθρον δεύτερον.–Πάσα διάταξις της κειμένης νομοθεσίας παρέχουσα τυχόν μείζονα πλεονεκτήματα εις τα δια της υπό του παρόντος νόμου κυρουμένης Συμβάσεως προστατευόμενα πρόσωπα τηρείται εν ισχύϊ, συμφώνως προς το άρθρ. 19 παρ. 8 του Καταστατικού Χάρτου της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας κυρωθέντος δια του Ν.Δ. 399/1947. Άρθρ.2.–1.Η παρούσα σύμβασις έχει εφαρμογήν εις οιαδήποτε πρόσωπα τα οποία αφορά εν καταβαλλόμενον ή καταβλητέον ημερομίσθιον. – 2.Η αρμοδία αρχή μετά γνώμην των οργανώσεων εργοδοτών και εργαζομένων όπου υπάρχουν τοιαύται και είναι αμέσως ενδιαφερόμεναι, εξαιρεί της εφαρμογής όλων ή ενίων των διατάξεων της παρούσης συμβάσεως τας κατηγορίας προσώπων, τα οποία εργάζονται υπό περιστάσεις και συνθήκας απασχολήσεως, τοιαύτας ώστε η εφαρμογή όλων ή ενίων των εν λόγω διατάξεων να μη είναι ανάρμοστος και τα οποία δεν απασχολούνται εις εργασίας χειρός ή απασχολούνται εις έργα οικιακά ή άλλας αναλόγους απασχολήσεις. – 3.Παν μέλος δέον να υποδεικνύη εις την πρώτην ετησίαν έκθεσιν την υποβαλλομένην επί της εφαρμογής της παρούσης συμβάσεως δυνάμει του άρθρ. 22 του Καταστατι κού Χάρτου της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, πάσαν κατηγορίαν προσώπων την οποίαν προτίθεται ν’ αποκλείση της εφαρμογής όλων ή μιας των διατάξεων της συμβάσεως, συμφώνως προς τους όρους της προηγουμένης παραγράφου. Κατ’ ακολουθίαν ουδέν Μέλος προβαίνει εις εξαιρέσεις, εκτός αν πρόκειται περί κατηγοριών προσώπων ούτως υποδειχθέντων. – 4.Παν Μέλος έχον υποδείξει εις την πρώτην ετησίαν του έκθεσιν τας κατηγορίας των προσώπων τας οποίας προτίθεται ν’ αποκλείση εκ της εφαρμογής όλων ή μιας των διατάξεων της παρούσης συμβάσεως, δέον ν’ αναγράφη εις τας μεταγενεστέρας του εκθέσεις τας κατηγορίας προσώπων δια τας οποίας παραιτείται του δικαιώματος προσφυγής εις τας διατάξεις της παρ. 2 του παρόντος άρθρου και πάσαν σημειωθείσαν πρόοδον ως προς την εφαρμογήν της παρούσης συμβάσεως επί προσώπων των εν λόγω κατηγοριών. Άρθρον τρίτον.–Δια Β.Δ/τος, αι διατάξεις της κυρουμένης δια του παρόντος νόμου Συμβάσεως κωδικοποιηθήσονται εις τους οικείους νόμους. – Ωσαύτως δια Β.Δ/τος κανονισθήσονται αι λεπτομέρειαι της εφαρμογής των διατάξεων αυτής. Άρθρον τέταρτον.–Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της Διεθνούς ισχύος αυτής. Η αληθής έννοια του ως άνω τετάρτου άρθρου είναι ότι η ισχύς του Νόμου άρχεται την 16 Ιουν. 1956, ήτοι εν έτος μετά την ημερομηνίαν, καθ’ ην κατετέθη εις το Διεθνές Γραφείον Εργασίας το Κυρωτικόν της Συμβάσεως έγγραφον, συμφώνως προς τας οικείας διατάξεις της εν λόγω Συμβάσεως (άρθρ. μόνον Ν.Δ. 3595/1956). Άρθρ.3.–1.Τα εις χρήμα καταβλητέα ημερομίσθια δέον να καταβάλλωνται αποκλειστικώς εις νομίμως κυκλοφορούν νόμισμα, η δε καταβολή υπό τύπον γραμματίων, μπον, τοκομεριδίων, ή υφ’ οιονδήποτε άλλον τύπον θεωρούμενον αντιπροσωπεύοντα το ισχύον νόμισμα δέον ν’ απαγορεύεται. – 2.Η αρμοδία αρχή δύναται να επιτρέπη ή ν’ απαγορεύη την καταβολήν του ημερομισθίου δια τραπεζικής επιταγής, δια ταχυδρομικής επιταγής ή ταχυδρομικού εντάλματος, είτε οσάκις ο τρόπος ούτος της καταβολής είναι συνήθης ή επιβάλλεται λόγω ειδικών περιστάσεων είτε οσάκις η τοιαύτη καταβολή προβλέπεται υπό συλλογικής συμβάσεως ή αποφάσεως διαιτησίας είτε οσάκις, εν ελλείψει τοιούτων μέτρων, ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος συγκατατίθεται εις τούτο. Άρθρ.4.–1.Η εθνική νομοθεσία, αι συλλογικαί συμβάσεις ή αι αποφάσεις διαιτησίας δύνανται να επιτρέπουν την μερικήν καταβολή του ημερομισθίου εις είδος, εις τας βιομηχανίας ή τα επαγγέλματα όπου ο τρόπος ούτος της πληρωμής είναι συνήθης ή ευκταίος λόγω της φύσεως της περί ης πρόκειται βιομηχανίας ή επαγγέλματος. Η καταβολή του ημερομισθίου υπό μορφήν οινοπνευματωδών ποτών ή επιβλαβών φαρμάκων δεν επιτρέπεται εις ουδεμίαν περίπτωσιν. – 2.Εν η περιπτώσει επιτρέπεται καταβολή τμήματος του ημερομισθίου εις είδος δέον να λαμβάνωνται κατάλληλα μέτρα ώστε: α) Αι παροχαί εις είδος να είναι κατάλληλοι δια την ατομικήν χρήσιν του εργαζομένου και της οικογενείας του και να είναι προς το συμφέρον των. – β) Η αποτίμησις της αξίας των παροχών τούτων να είναι δικαία και λογική. Άρθρ.5.–Ο μισθός καταβάλλεται απ’ ευθείας εις τον ενδιαφερόμενον, εκτός αν θεσπίζεται άλλως υπό της Εθνικής νομοθεσίας ή συλλογικής συμβάσεως ή αποφάσεως διαιτησίας ή αν ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος αποδέχεται άλλον τρόπον καταβολής. (Μετά την σελ. 154(β) Σελ. 154,01 Πληρωμή Μισθών και Ημερομισθίων 15.Ε.α.13 139 Άρθρ.6.–1.Απαγορεύεται εις τον εργοδότην να περιορίζη καθ’ οιονδήποτε τρόπον την ελευθερίαν του εργαζομένου εις το να διαθέτη το ημερομίσθιόν του κατά βούλησιν. Άρθρ.7.–1.Οσάκις συνιστώνται πρατήρια ή συναφείς υπηρεσίαι εντός του πλαισίου μιας επιχειρήσεως δια την πώλησιν εμπορευμάτων εις τους εργαζομένους ή προσφοράν υπηρεσιών αίτινες θ’ αποφέρουν εις αυτούς παροχάς, ουδεμία ασκείται πίεσις επί των ενδιαφερομένων μισθωτών εις το να χρησιμοποιούν τα πρατήρια ή τας υπηρεσίας ταύτας. – 2.Εν η περιπτώσει δεν είναι δυνατή η προσφυγή εις άλλα καταστήματα ή υπηρεσίας, η αρμοδία αρχή λαμβάνει κατάλληλα μέτρα τείνοντα εις το να επιτυγχάνεται η πώλησις των εμπορευμάτων και η παροχή των υπηρεσιών εις τιμάς δικαίας και λογικάς ή η εκμετάλλευσις των πρατηρίων και των υπό του εργοδότου συσταθεισών υπηρεσιών να μη αποβλέπη εις κέρδος αλλά να γίνεται προς το συμφέρον των ενδιαφερομένων μισθωτών. Άρθρ.8.–1.Αι κρατήσεις επί των ημερομισθίων δέον να επιτρέπωνται μόνον υπό συνθήκας και εντός ορίων καθοριζόμενων υπό της Εθνικής νομοθεσίας ή δια συλλογικής συμβάσεως ή αποφάσεως διαιτησίας. – 2.Οι εργαζόμενοι δέον να πληροφορούνται κατά τρόπον ον η αρμόδια αρχή κρίνει ως τον μάλλον κατάληλλον, τας συνθήκας και τα όρια εντός των οποίων δύνανται να πραγματοποιούνται τοιαύται κρατήσεις.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.