← Ελλάδα

4. ΑΝΑΓΚ.ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 911 της 14 Οκτ./3 Δεκ. 1937 (ΦΕΚ Α΄ 493) Περί κυρώσεως της Συμβάσεως του 1936 «προς καταστολήν του παρανόμου εμπορίου των ναρ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος επικυρώνει τη Σύμβαση του 1936 για την καταστολή του παράνομου εμπορίου ναρκωτικών φαρμάκων, ενισχύοντας τα μέτρα κατά των παραβάσεων των διεθνών συμβάσεων για τα ναρκωτικά. Στοχεύει στην καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου ναρκωτικών μέσω αποτελεσματικότερων μέσων.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
4. ΑΝΑΓΚ.ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 911 της 14 Οκτ./3 Δεκ. 1937 (ΦΕΚ Α΄ 493) Περί κυρώσεως της Συμβάσεως του 1936 «προς καταστολήν του παρανόμου εμπορίου των ναρκωτικών φαρμάκων». Άρθρ.1-Κυρούται και άρχεται ισχύουσα η από 826 Ιουν. 1936 εν Γενεύη δεόντως υπογραφείσα υπό του εντεταλμένου Έλληνος αντιπροσώπου Σύμβασις «προς καταστολήν του παρανόμου εμπορίου των ναρκωτικών φαρμάκων» ης το κείμενον έπεται κατωτέρω γαλλιστί και ελληνιστί. ΣΥΜΒΑΣΙΣ «Προς καταστολήν του παρανόμου εμπορίου των ναρκωτικών φαρμάκων». Αποφασίσαντες αφ’ ενός να ενισχύσωσιν τα μέτρα τα προοριζόμενα προς την καταστολήν των παραβάσεων των διατάξεων της Διεθνούς Συμβάσεως του οπίου, υπογραφείσης εν Χάγη την 23 Ιαν. 1912, της Συμβάσεως της υπογραφείσης εν Γενεύη την 19 Φεβρ. 1925 και της Συμβάσεως δια την περιστολήν της βιομηχανεύσεως και διακανονισμού της διανομής των ναρκωτικών, υπογραφείσης εν Γενεύη την 13ην Ιουλ. 1931 και αφ΄ ετέρου, να καταπολεμήσωσι δια των αποτελεσματικωτέρων μέσων, υπό τας παρούσας συνθήκας, το παράνομον εμπόριον των δρογών και ουσιών των υπό των Συμβάσεων τούτων προβλεπομένων, ώρισαν ως πληρεξουσίους των:............................................................ οίτινες, αφού κατέθεσαν τα πληρεξούσιά των κριθέντα εν τάξει, απεφάσισαν τα επόμενα: Άρθρ.9.-1.Αι πράξεις του άρθρ. 2 περιληφθήσονται αυτοδικαίως ως περιπτώσεις εκδόσεως εις πάσαν συνθήκην εκδόσεως, συναφθείσαν ή συναφθησομένην μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. 2.Τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη, άτινα δεν εξαρτώσι την έκδοσιν εκ της υπάξεως συνθήκης ή εξ όρου αμοιβαιότητος, αναγνωρίζουσι τας ανωτέρω πράξεις ως περιπτώσεις αμοιβαίας εκδόσεως. 3.Η έκδοσις θα χορηγηθή συμφώνως προς το δίκαιον της χώρας, παρ’ ης εζητήθη αύτη. 4.Το Υψηλόν συμβαλλόμενον μέρος εις ο ήθελεν απευθυνθή αίτησις εκδόσεως, δικαιούται εν πάση περιπτώσει ν’ αρνηθή να προβή εις την σύλληψιν ή να χορηγήση την έκδοσιν εάν αι αρμόδιαι αρχαί αυτού κρίνωσιν, ότι η πράξις η προκαλούσα την δίωξιν ή την καταδίκην δεν είναι αρκούντως σοβαρά. Ως προς την ισχύν του ανωτέρω άρθρ. 9 βλ. άρθρ. 44 παρ. 2 της από 30 Μαρτ. 1961 συμβάσεως της Ν. Υόρκης, κυρωθείσης δια του Ν.Δ. 1105/1972 (κατωτ. αριθ. 9). 589 34.Κ.β.4 Διεθνείς Συμβάσεις για τα Ναρκωτικά Άρθρ.10.-Τα ναρκωτικά, ως και αι ουσίαι και εργαλεία, τα προοριζόμενα δι’ εκτέλεσιν πράξεως του άρθρ. 2, υπόκεινται εις κατάσχεσιν και δήμευσιν. Άρθρ.11.-1.Εν έκαστον των υψηλών συμβαλλομένων μερών υποχρεούται να ιδρύση, εν τω πλαισίω της νομοθεσίας αυτού, έν Κεντρικόν Γραφείον, επιφορτισμένον με την επίβλεψιν και συντονισμόν των απαραιτήτων ενεργειών προς πρόληψιν των πράξεων του άρθρ. 2 και με την μέριμναν της λήψεως μέτρων προς δίωξιν τοιούτων πράξεων. 2.Το Κεντρικόν τούτο Γραφείον: α)Δέον να είναι εις άμεσον επαφήν μετά των άλλων επισήμων Ιδρυμάτων και επισήμων οργανισμών των ασχολουμένων με ναρκωτικά. β)Να συγκεντρώση πάσαν πληροφορίαν, δυναμένην να διευκολύνη τας έρευνας και την πρόληψιν των αδικημάτων του άρθρ. 2 και γ)Δέον να είναι εις άμεσον επαφήν και να δύναται να αλληλογραφή απ’ ευθείας μετά των Κεντρικών Γραφείων των άλλων χωρών. 3.Εις περίπτωσιν ομοσπονδιακής μορφής της Κυβερνήσεως ενός των συμβαλλομένων χωρών ή εάν η εκτελεστική εξουσία της Κυβερνήσεως ταύτης είναι διανεμημένη μεταξύ της Κεντρικής Κυβερνήσεως και των τοπικών Κυβερνήσεων, η επίβλεψις και ο συντονισμός της παρ. 1 και η εκτέλεσις των υποχρεώσεων των καθοριζομένων εις τα εδάφ. α΄, β΄ της παρ. 2 θα οργανωθώσι συμφώνως προς το εν ισχύϊ Συνταγματικόν και Διοικητικόν σύστημα. 4.Εις περίπτωσιν καθ’ ην η παρούσα Σύμβασις θα είχεν εφαρμογήν επί εδάφους τινός δυνάμει του άρθρ. 18, η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου δύναται να εξασφαλισθή δια της ιδρύσεως ενός Κεντρικού Γραφείου εντός του εδάφους τούτου ή δια το έδαφος τούτο, όπερ θα ενεργή εν περιπτώσει ανάγκης εν συνδυασμώ μετά του κεντρικού Γραφείου του Μητροπολιτικού ενδιαφερομένου εδάφους. 5.Τα καθήκοντα και η αρμοδιότης, τα προβλεπόμενα δια το Κεντρικόν Γραφείον δύνανται να ανατεθώσιν εις την ειδικήν Διοίκησιν την προβλεπομένην υπό του άρθρ. 15 της Συμβάσεως του 1931 «περί περιορισμού της βιομηχανεύσεως και διακανονισμού της διανομής των ναρκωτικών». Άρθρ.12.-1.Το Κεντρικόν Γραφείον θα συνεργάζηται όσον το δυνατόν περισσότερον μετά των Κρατικών αλλοδαπών Γραφείων προς πρόληψιν και καταστολήν των πράξεων του άρθρ. 2. 2.Ο οργανισμός ούτος θα διαβιβάζη, εφ’ όσον κρίνη τούτο χρήσιμον, εις το Κεντρικόν Γραφείον πάσης ετέρας ενδιαφερομένης χώρας. α)Τας πληροφορίας, αίτινες επιτρέπουσι την εξακρίβωσιν και ενέργειαν των σχετικών με τας γενομένας ή μελλούσας εμπορικάς πράξεις. β)Τας πληροφορίας, τας οποίας θα ηδύνατο να συλλέξη επί της ταυτότητος και των χαρακτηριστικών των λαθρεμπόρων ναρκωτικών, προς επιτήρησιν των μετακινήσεών των. γ)Την ανακάλυψιν λαθραίων Εργοστασίων ναρκωτικών. Άρθρ.13.-1.Η διαβίβασις των προς ανάκρισιν αιτήσεων των σχετικών προς τας παραβάσεις του άρθρ. 2 δέον να γίνη. α)Κατά προτίμησιν δι’ απ’ ευθείας μεταβιβάσεως μεταξύ των αρμοδίων αρχών εκάστης χώρας ή ενδεχομένως δια των Κεντρικών Γραφείων. β)Δι’ απ’ ευθείας αλληλογραφίας των Υπουργών της Δικαιοσύνης των δύο χωρών ή δι’ αποστολής απ’ ευθείας υπό άλλης αρμοδίας αρχής, της αιτούσης χώρας εις τον Υπουργόν της Δικαιοσύνης της Χώρας, προς ην η αίτησις. γ)Δια των Διπλωματικών ή Προξενικών αντιπροσώπων της αιτούσης χώρας, των εμπεπιστευμένων εν τη Χώρα, προς ην η αίτησις. Αι προς ανακρίσεις αιτήσεις διαβιβάζονται δια του Διπλωματικού ή Προξενικού αντιπροσώπου εις την αρχήν την προσδιοριζομένην υπό της χώρας προς ην η αίτησις. 2.Έκαστον των Υψηλών Συμβαλλομένων μερών δύναται να δηλώση δια διακοινώσεώς του απευθυνομένης προς τα λοιπά υψηλά συμβαλλόμενα μέρη, ότι επιθυμεί, όπως αι αιτήσεις ανακρίσεων, αίτινες θα ενεργηθώσιν επί του εδάφους αυτού διαβιβάζωνται δια της διπλωματικής οδού. 3.Εις την περίπτωσιν του εδαφ. γ΄ της παρ. 1 αντίγραφον της αιτήσεως ανακρίσεως θα απευθύνηται ταυτοχρόνως υπό του Διπλωματικού ή Προξενικού υπαλλήλου της αιτούσης χώρας εις το Υπουργείον των Εξωτερικών της χώρας, προς ην η αίτησις. 4.Ελλείψει εναντίας συμφωνίας, η αίτησις ανακρίσεως δέον να συνταχθή είτε εις την γλώσσαν της αρχής, προς ην η αίτησις, είτε εις την γλώσσαν την συμφωνηθείσαν μεταξύ των ενδιαφερομένων Κρατών. 5.Εκάστη των συμβαλλομένων χωρών θέλει γνωρίση δι’ ειδοποιήσεως απευθυνομένης προς εκάστην των Υψηλών Συμβαλλομένων χωρών, τον τρόπον ή τους τρόπους διαβιβάσεως εκ των ανωτέρω, ους αποδέχεται δια τας αιτήσεις ανακρίσεων. 6.Μέχρι της ειδοποιήσεως ταύτης η νυν ισχύουσα διαδικασία σχετικώς προς τας αιτήσεις ανακρίσεων θα διατηρηθή. 7.Η εκτέλεσις των προς ανάκρισιν αιτήσεων τούτων δεν δύναται να συνεπάγηται την καταβολήν τελών και εξόδων, εξαιρέσει των εξόδων πραγματογνωμοσύνης. 8.Ουδέν εκ των περιλαμβανομένων εις το παρόν Άρθρ.1.-1.Εν τη παρούση Συμβάσει δια της λέξεως «ναρκωτικά» νοούνται αι δρόγαι και ουσίαι, εφ’ ων εφαρμόζονται ή εφαρμοσθήσονται αι διατάξεις της Συμβάσεως της Χάγης της 23 Ιαν. 1912 και των Συμβάσεων της Γενεύης της 19ης Φεβρ. 1925 και της 13ης Ιουλ. 1931. 2.Κατά τους ορισμούς της παρούσης η λέξις «εξαγωγή» σημαίνει την πράξιν, δι’ ης αποχωρίζεται ναρκωτικόν εκ της απλής ή συνθέτου ουσίας ης αποτελεί μέρος, χωρίς να υπάρχη κατά κυριολεξίαν βιομηχάνευσις ή μετασχηματισμός. Ο ορισμός ούτος της λέξεως «εξαγωγή» δεν αφορά τους τρόπους καθ’ ους επιτυγχάνεται ακατέργαστον όπιον εκ του μήκωνος, οίτινες ορίζονται δια του όρου «παραγωγή». άρθρον δύναται να ερμηνευθεί ως απο(Αντί της σελ.847) Σελ.847(α) Τεύχος 458-Σελ.119 590 Διεθνείς Συμβάσεις για τα Ναρκωτικά 34.Κ.β.4 τελούν εκ μέρους των Υψηλών Συμβαλλομένων μερών, υποχρέωσιν αποδοχής, αναφορικώς προς την ποινικήν αποδεικτικήν διαδικασίαν, παρεκκλίσεως από των Νόμων αυτών ή εκτελέσεως αναλήψεως προς ανάκρισιν αιτήσεων άλλως ή εντός των ορίων της κειμένης Νομοθεσίας των. Άρθρ.14.-Η συμμετοχή ενός Υψηλού συμβαλλομένου μέρους εις την παρούσαν σύμβασιν δεν πρέπει να ερμηνευθή ως θίγουσα την θέσιν τούτου επί του γενικού ζητήματος της αρμοδιότητος της ποινικής δικαιοδοσίας ως ζητήματος Διεθνούς Δικαίου. Άρθρ.15.-Η παρούσα σύμβασις αφήνει ανέπαφον την αρχήν, ότι αι πράξεις αι προβλεπόμεναι εν τοις άρθρ. 2 και 5 δέον εν εκάστη χώρα να χαρακτηρίζωνται, να διώκονται και να εκδικάζωνται συμφώνως προς τους γενικούς κανόνας της εσωτερικής Νομοθεσίας. Άρθρ.16.-Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη θα διαβιβάζωσι προς άλληλα δια μέσου του (Γεν. Γραμματέως της Κοινωνίας των Εθνών) τους Νόμους και κανονισμούς τους δημοσιευομένους προς εκτέλεσιν της παρούσης Συμβάσεως ως και έκθεσιν ετησίαν σχετικήν με την εφαρμογήν της Συμβάσεως επί του εδάφους των. Άρθρ.17.-Εάν εγερθή μεταξύ των Υψηλών Συμβαλλομένων Χωρών οιαδήποτε διαφορά σχετικώς με την ερμηνείαν ή την εφαρμογήν της παρούσης Συμβάσεως και εάν η διαφορά αύτη δεν διευθετηθή κατά τρόπον ικανοποιητικόν δια της διπλωματικής οδού, θα διακανονισθή συμφώνως προς τας διατάξεις, τας εν ισχύϊ μεταξύ των μερών τας αφορώσας τον διακανονισμόν των διεθνών μεταφορών. «Εις περίπτωσιν καθ’ ην δεν υπάρχει τοιαύτη Συμφωνία μεταξύ των Μερών η διαφορά θα υποβληθή εις διαιτησίαν ή δικαστικόν διακανονισμόν. Ελλείψει συμφωνίας ως προς την εκλογήν ετέρου δικαστηρίου η διαφορά, κατ’ αίτησιν ενός των Μερών θα παραπεμφθή εις το Διεθνές Δικαστήριον, εφ’ όσον πάντα τα Μέρη έχουσι αποδεχθή το Καταστατικόν άλλως, εις Δικαστήριον διαιτησίας συγκροτούμενον συμφώνως προς τας διατάξεις της Συμβάσεως της Χάγης της 18ης Οκτ. 1907 περί της Ειρηνικής Διευθετήσεως των Διεθνών Διαφορών». Η δευτέρα παράγραφος αντικατεστάθη ως άνω δια του Παραρτήματος του Πρωτοκόλλου της LAKE SUCCESS, κυρωθέντος δια του Α.Ν. 803/1948. Σελ.848(α) Τεύχος 458-Σελ.120 Άρθρ.18.-1.Παν Υψηλόν Συμβαλλόμενον Μέρος δύναται να δηλώση κατά την υπογραφήν, επικύρωσιν ή προσχώρησιν, ότι αποδεχόμενον την παρούσαν Σύμβασιν δεν αναλαμβάνει υποχρέωσιν δια το σύνολον ή μέρος των αποικιών, προτεκτοράτων, εδαφών πέραν των θαλασσών, ευρισκομένων υπό την κυριαρχίαν ή την εντολήν αυτού, ότε και η παρούσα Σύμβασις δεν θα εφαρμόζηται εις τα εδάφη τα μνημονευόμενα εν τη δηλώσει. 2.Παν συμβαλλόμενον μέρος δύναται μεταγενεστέρως να ειδοποιήση οποτεδήποτε τον (Γενικόν Γραμματέα της Κ.Τ.Ε.) ότι επιθυμεί όπως η παρούσα Σύμβασις εφαρμοσθή εις το σύνολον ή εις μέρος των εδαφών του, δι’ α εγένετο η κατά το προηγούμενον εδάφιον ειδοποίησις, και η παρούσα Σύμβασις θα εφαρμοσθή εις όλα τα εν αυτή αναφερόμενα εδάφη ενενήκοντα ημέρας μετά την λήψιν της ειδοποιήσεως ταύτης παρά του (Γεν. Γραμματέως της Κ.Τ.Ε.). 3.Έκαστον των συμβαλλομένων μερών δύναται να δηλώση ανά πάσαν στιγμήν μετά την παρέλευσιν περιόδου πέντε ετών, προβλεπομένης υπό του άρθρ. 21, ότι επιθυμεί, όπως η παρούσα Σύμβασις παύση εφαρμοζομένη εις το σύνολον ή εις μέρος των αποικιών, προτεκτοράτων, εδαφών πέραν των θαλασσών ή εδαφών ευρισκομένων υπό την κυριαρχίαν ή την εντολήν του, ότε και η Σύμβασις θα παύση εφαρμοζομένη εις τα αναφερόμενα εδάφη εν τη δηλώσει ταύτη εν έτος μετά την λήψιν της δηλώσεως ταύτης παρά του (Γραμματέως της Κ.Τ.Ε.). 4.«Ο Γενικός Γραμματεύς θα ανακοινώση εις όλα τα μέλη των Ηνωμ. Εθνών και εις τα Κράτη μη Μέλη τα αναφερόμενα εις τον 20όν Άρθρον πάσας τας δηλώσεις και ανακοινώσεις αίτινες λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου τούτου». Η παρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια του Παραρτήματος του Πρωτοκόλλου της LAKE SUCCESS, κυρωθέντος δια του Α.Ν. 803/1948. Άρθρ.19.-Η παρούσα Σύμβασις, της οποίας το Γαλλικόν και Αγγλικόν κείμενον θα έχη ωσαύτως κύρος, θα φέρη την ημερομηνίαν της ημέρας ταύτης και έσεται μέχρι της 31 Δεκ. 1936 ανοικτή προς υπογραφήν παρά παντός μέλους της Κ.Τ.Ε. ή παντός Κράτους μη μέλους, κληθέντος εις την συνδιάσκεψιν όπερ συνέβαλε εις την κατάρτισιν της παρούσης συμβάσεως ή εις το ο το Συμβούλιον της Κ.Τ.Ε. διεβίβασε αντίγραφον της παρούσης προς τον σκοπόν τούτο. 591 34.Κ.β.4 Διεθνείς Συμβάσεις για τα Ναρκωτικά Άρθρ.20.-«Η παρούσα Σύμβασις υπόκειται εις επικύρωσιν. Από της 1ης Ιαν. 1947 τα έγγραφα κυρώσεως θα κατατεθούν εις τον Γεν. Γραμματέα των Ηνωμ. Εθνών, ο οποίος θα γνωρίση την λήψιν αυτών εις πάντα τα Μέλη των Ηνωμ. Εθνών και εις τα Κράτη μη Μέλη, εις τα οποία ο Γεν. Γραμματεύς εκοινοποίησεν το αντίγραφον της Συμβάσεως». Το άρθρ. 20 αντικατεστάθη ως άνω δια του Παραρτήματος του Πρωτοκόλλου της LAKE SUCCESS, κυρωθέντος δια του Α.Ν. 803/1948. Άρθρ.21.-«1.Εις την παρούσαν Σύμβασιν δύναται να προσχωρήση οιονδήποτε Μέλος των Ηνωμ. Εθνών ή Κράτος μη Μέλος αναφερόμενον εις το 20όν Άρθρον». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του Παραρτήματος του Πρωτοκόλλου της LAKE SUCCESS, κυρωθέντος δια του Α.Ν. 803/1948. 2.Τα έγγραφα προσχωρήσεως θα διαβιβάζωνται εις τον Γενικόν Γραμματέα της Κ.Τ.Ε.) όστις θα κοινοποιή την κατάθεσιν αυτών εις πάντα τα μέλη της Κ.Τ.Ε. ως και τα Κράτη μη μέλη αυτής, τα προβλεπόμενα εις το ειρημένον άρθρον. Άρθρ.2.-Έκαστον των υψηλών συμβαλλομένων μερών αναλαμβάνει την υποχρέωσιν, όπως θεσπίση τας αναγκαίας νομοθετικάς διατά(Αντί της σελ.845) Σελ.845(α) Τεύχος 458-Σελ.117 588 Διεθνείς Συμβάσεις για τα Ναρκωτικά 34.Κ.β.1-4 ξεις προς αυστηράν τιμωρίαν και δη δια φυλακίσεως ή ετέρων στερητικών της ελευθερίας ποινών των κάτωθι πράξεων: α)Της βιομηχανεύσεως, μετασχηματισμού, εξαγωγής, παρασκευής, κατοχής, προσφοράς εκθέσεως προς πώλησιν, διανομής, αγοράς, πωλήσεως, της παραχωρήσεως υπό οιονδήποτε όρον, της μεσιτεύσεως, της αποστολής υπό διαμετακόμισιν, της μεταφοράς, της εισαγωγής και εξαγωγής των ναρκωτικών, εφ’ όσον αι πράξεις αύται αντίκεινται προς τας διατάξεις των ειρημένων Συμβάσεων. β)Της εκ προθέσεως συμπράξεως εις τας ως άνω πράξεις. γ) Της συνεργασίας ή συνεννοήσεως προς τον σκοπόν εκτελέσεως μιας των ανωτέρω πράξεων. δ)Των αποπειρών και κατά τους ορισμούς του εσωτερικού Νόμου, προπαρασκευαστικών πράξεων. Άρθρ.22.-Η παρούσα σύμβασις θα ισχύση ενενήκοντα ημέρας μετά την παρά του (Γενικού Γραμματέως της Κ.Τ.Ε.) λήψιν των επικυρώσεων ή προσχωρήσεων δέκα μελών της Κ.Τ.Ε. ή Κρατών μη μελών. Θα καταχωρηθή δε κατά την ημερομηνίαν ταύτην μερίμνη του (Γεν. Γραμματέως της Κ.Τ.Ε.). Άρθρ.23.-Αι επικυρώσεις και προσχωρήσεις αι κατατεθησόμεναι μετά την κατάθεσιν της δεκάτης επικυρώσεως ή προσχωρήσεως θα αποκτήσωσιν ισχύν μετά την παρέλευσιν ενενήκοντα ημερών από της ημερομηνίας της λήψεως των παρά του (Γεν. Γραμματέως της Κ.Τ.Ε.). Άρθρ.24.-1.Μετά παρέλευσιν προθεσμίας πέντε ετών από της ισχύος της παρούσης συμβάσεως δύναται αύτη να καταγγελθή δι’ εγγράφου κατατεθησομένου εις την (Γεν. Γραμματείαν της Κ.Τ.Ε.). Η καταγγελία θα έχη αποτέλεσμα έν έτος μετά την ημερομηνίαν της λήψεως ταύτης υπό του (Γεν. Γραμματέως της Κ.Τ.Ε.). Δεν θα έχη δε αποτέλεσμα ει μη μόνον δια το «Υψηλόν Συμβαλλόμενον Μέρος», επ’ ονόματι του οποίου θα είχε κατατεθή. Αι εντός « » λέξεις αντικατεστάθησαν ως άνω δια του Παραρτήματος του Πρωτοκόλλου της LAKE SUCCESS, κυρωθέντος δια του Α.Ν. 803/1948. 2.»Ο Γενικός Γραμματεύς θα ανακοινοί εις πάντα τα Μέλη των Ηνωμ. Εθνών και εις τα Κράτη μη Μέλη, τα αναφερόμενα εν Άρθρ. 20 τας λαμβανομένας ούτω καταγγελίας». Η παρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια του Παραρτήματος του Πρωτοκόλλου της LAKE SUCCESS, κυρωθέντος δια του Α.Ν. 803/1948. 3.Εάν συνεπεία ταυτοχρόνων ή αλληλοδιαδόχων καταγγελιών ο αριθμός των «Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών», κατέλθη εις ολιγώτερον των δέκα, η Σύμβασις θα παύση ισχύουσα από της ημερομηνίας, καθ’ ην η τελευταία καταγγελία έλαβεν ισχύν, συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος άρθρου. Αι εντός « » λέξεις αντικατεστάθησαν ως άνω δια του παραρτήματος του Πρωτοκόλλου της LAKE SUCCESS κυρωθέντος δια του Α.Ν. 803/1948. Άρθρ.25.-«Αίτησις αναθεωρήσεως της παρούσης Συμβάσεως δύναται να διατυπωθή οποτεδήποτε παρά οιουδήποτε Υψηλού Συμβαλλομένου Μέρους δι’ ανακοινώσεως απευθυνομένης προς τον Γεν. Γραμματέα των Ηνωμ. Εθνών. Η ανακοίνωσις αύτη θα κοινοποιηθή παρά του Γεν. Γραμματέως εις τα λοιπά Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη, και εφ’ όσον αύτη ήθελεν τύχει της υποστηρίξεως τουλάχιστον του ενός τρίτου αυτών, τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη υποχρεούνται να συνέλθουν εις Συνδιάσκεψιν επί τω σκοπώ αναθεωρήσεως της Συμβάσεως». Το άρθρ. 25 αντικατεστάθη ως άνω δια του Παραρτήματος του Πρωτοκόλλου της LAKE SUCCESS, κυρωθέντος δια του Α.Ν. 803/1948. Έπονται αι υπογραφαί των αντιπροσώπων: Αυστρίας, Ηνωμένων Πολιτειών, Βραζιλίας, Αγγλίας, Καναδά, Ινδιών, Βουλγαρίας, Κίνας, Κούβας, Δανίας, Αιγύπτου, Ισημερινού, Ισπανίας, Γαλλίας, Ελλάδος, Ιαπωνίας, Μεξικού, Παναμά, Ολλανδίας, Πολωνίας, Πορτογαλλίας, Ρουμανίας, Ελβετίας, Τσεχοσλοβακίας, Ρωσσίας, Ουραγουάης, Βενεζουέλλας. Άρθρ.3.-Τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη άτινα κέκτηνται δικαστικάς αρχάς εξωεδαφικάς επί του εδάφους ετέρου των υψηλών συμβαλλομένων μελών, υποχρεούνται να θεσπίσωσι τας αναγκαίας νομοθετικάς διατάξεις προς τιμωρίαν των υπηκόων των, οίτινες ήθελον υποπέσει επί του εδάφους τούτου εις μίαν των εν άρθρ. 2 προβλεπομένων πράξεων, δια του αυτού τουλάχιστον μέτρου ποινής, δι’ ου θα εκολάζοντο, εάν η πράξις είχεν εκτελεσθή επί του ιδίου εδάφους των. Άρθρ.4.-Εάν αι προβλεπόμεναι υπό του άρθρ. 2 πράξεις διεπράχθησαν εις διαφόρους χώρας, εκάστη τούτων θεωρείται ως ιδιαιτέρα παράβασις. Άρθρ.5.-Τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη ων εσωτερικός Νόμος διακανονίζει την καλλιέργειαν, την συγκομιδήν και την παραγωγήν προς παρασκευήν ναρκωτικών, θα θεσπίσωσιν εξ ίσου αυστηράς ποινάς δια πάσαν παράβασιν του Νόμου τούτου. Άρθρ.6.-Αι Χώραι, αίτινες δέχονται την αρχήν της Διεθνούς υποτροπής, αναγνωρίζουσι, κατά τους ορισμούς του εσωτερικού Νόμου ως γενεσιουργόν τοιαύτης υποτροπής τας αλλοδαπάς καταδικαστικάς αποφάσεις, τας απαγγελθείσας ένεκα πράξεως προβλεπομένης εις το άρθρ. 2. Άρθρ.7.-1.Εις τας χώρας, αίτινες δεν αναγνωρίζουσι την αρχήν της εκδόσεως των υπηκόων των, οι επανελθόντες επί του ιδίου των εδάφους υπήκοοι κατόπιν διαπράξεως μιας των εν άρθρ. 2 πράξεων, δέον να διωχθώσι και τιμωρηθώσι κατά τον αυτόν τρόπον, ως εάν η πράξις εγένετο επί του ιδίου αυτών εδάφους και τούτο και εις την περίπτωσιν, καθ’ ην ο ένοχος ήθελεν αποκτήσει την υπηκοότητα αυτού μετά την διάπραξιν του αδικήματος. 2.Η διάταξις αύτη δεν εφαρμόζεται, εάν εις παρομοίαν περίπτωσιν η έκδοσις αλλοδαπού δεν δύναται να χορηγηθή. Σελ.846(α) Τεύχος 458-Σελ.118 Άρθρ.8.-Οι αλλοδαποί, οίτινες διέπραξαν εις την αλλοδαπήν μίαν των πράξεων των προβλεπομένων υπό του άρθρ. 2 και οίτινες ευρίσκονται επί του εδάφους ενός των συμβαλλομένων μερών δέον να διωχθώσι και τιμωρηθώσι κατά τον αυτόν τρόπον, ως εάν η παράβασις εγένετο επί του εδάφους τούτου, συντρεχουσών των κάτωθι περιπτώσεων: α)Αν ζητηθείσης της εκδόσεως δεν κατέστη δυνατόν να χορηγηθή αύτη δια λόγους ασχέτους προς την πράξιν. β)Αν η Νομοθεσία της Χώρας, εις ην κατέφυγεν ο παραβάτης, δέχηται ως αρχήν γενικήν την δίωξιν των αδικημάτων, εις α υπέπεσαν αλλοδαποί εν τη αλλοδαπή.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.