← Ελλάδα

14. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 46 της 2/3 Ιουν. 1975 (ΦΕΚ Α΄105) Περί κυρώσεως της ψηφισθείσης εν Γενεύη κατά το έτος 1951 υπ’ αριθ. 100 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος κυρώνει τη Διεθνή Σύμβαση Εργασίας υπ' αριθ. 100 του 1951, η οποία αφορά την ισότητα της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων για εργασία ίσης αξίας. Στόχος του είναι να διασφαλίσει ότι δεν υπάρχουν διακρίσεις στις αμοιβές λόγω φύλου.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
14. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 46 της 2/3 Ιουν. 1975 (ΦΕΚ Α΄105) Περί κυρώσεως της ψηφισθείσης εν Γενεύη κατά το έτος 1951 υπ’ αριθ. 100 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας περί ισότητος της αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι’ εργασίαν ίσης αξίας. Άρθρον Πρώτον. – Κυρούται και έχει ισχύν νόμου η υπ’ αριθ. 100 Διεθνής Σύμβασις Εργασίας «περί της ισότητος αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι’ εργασίαν ίσης αξίας», ψηφισθείσα κατά την 34 ην σύνοδον της Γενικής Συνδιασκέψεως Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας του έτους 1951, ης το κείμενον εν Ελληνική μεταφράσει και Γαλλικώ πρωτοτύπω έχει ως έπεται: ΣΥΜΒΑΣΙΣ 100 Περί ισότητος της αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι’ εργασίαν ίσης αξίας Η Γενική Συνδιάσκεψις της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας συγκληθείσα εν Γενεύη υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας και συνελθούσα αυτόθι την 6 ην Ιουν. 1951 κατά την 34 ην σύνοδον αυτής. Αφού απεφάσισε την αποδοχήν διαφόρων προτάσεων σχετικών προς την ισότητα της αμοιβής μετα ξύ αρρένων και θηλέων, εργαζομένων δι’ εργασίαν ίσης αξίας, ζήτημα αποτελούν το έβδομον σημείον της ημερησίας διατάξεως της συνόδου. Αφού απεφάσισεν όπως αι προτάσεις αύται λάβουν τον τύπον διεθνούς συμβάσεως. Αποδέχεται σήμερον 29 ην Ιουν. 1951 την ως έπεται σύμβασιν, ήτις θα αποκαλήται Σύμβασις περί ισότητος της αμοιβής, 1951. Άρθρ.9.–1.Παν Μέλος επικυρούν την παρούσαν σύμβασιν, δύναται να καταγγέλη αυτήν μετά πάροδον δεκαετίας από της ενάρξεως της ισχύος της παρούσης συμβάσεως δια πράξεως ανακοινουμένης εις τον Γενικόν Διευθυντήν του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας και υπ’ αυτού καταχωριζομένης. Η καταγγελία άρχεται ισχύουσα εν έτος μετά την καταχώρισιν αυτής. 2.Παν Μέλος επικυρούν την παρούσαν σύμβασιν, το οποίον εντός έτους από της λήξεως της εν τη προηγουμένη παραγράφω μνημονευομένης δεκαετίας δεν έχει κάμει χρήσιν της υπό του παρόντος άρθρου προβλεπομένης δυνατότητος καταγγελίας δεσμεύεται δια μίαν νέαν δεκαετίαν και συνεπώς δικαιούται να καταγγέλλη την παρούσαν σύμβασιν επί τη λήξει εκάστης δεκαετίας, υπό τους εν τω παρόντι άρθρω προβλεπομένους όρους. Άρθρ.10.–1.Ο Γενικός Διευθυντής του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας γνωστοποιεί εις άπαντα τα μέλη της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας την καταχώρισιν πασών των επικυρώσεων, δηλώσεων και καταγγελιών, αίτινες ανακοινούνται προς αυτόν υπό των Μελών της Οργανώσεως. 2.Γνωστοποιών εις τα Μέλη της Οργανώσεως την καταχώρισιν της δευτέρας επικυρώσεως, ήτις τω έχει ανακοινωθή, ο Γενικός Διευθυντής εφιστά την προσοχήν των Μελών της Οργανώσεως επί της ημερομηνίας αφ’ ης η παρούσα σύμβασις άρχεται ισχύουσα. Άρθρ.11.–Ο Γενικός Διευθυντής του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας ανακοινοί εις τον Γενικόν Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών προς καταχώρισιν, συμφώνως τω άρθρ. 102 του Καταστατικού Χάρτου των Ηνωμένων Εθνών, πλήρεις πληροφορίας σχετικάς προς πάσας τας επικυρώσεις, δηλώσεις και καταγγελίας, τας οποίας ούτος έχει καταχωρίσει συμφώνως προς τα προηγούμενα άρθρα. Άρθρ.12.–Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας, οσάκις κρίνη τούτο αναγκαίον υποβάλλει εις την Γενικήν Συνδιάσκεψιν έκθεσιν επί τα εφαρμογής της παρούσης συμβάσεως και αποφασίζει εάν συντρέχη περίπτωσις εγγραφής, εις την ημερησίαν διάταξιν της Συνδιασκέψεως, θέματος ολικής ή μερικής αναθεωρήσεως αυτής. Άρθρ.13.–1.Εν η περιπτώσει η Συνδιάσκεψις αποδεχθή νεωτέραν σύμβασιν επαγομένην εν όλω ή εν μέρει αναθεώρησιν της παρούσης συμβάσεως και εφ’ όσον η νεωτέρα σύμβασις δεν ορίζει άλλως: α)Η επικύρωσις υπό Μέλους της νεωτέρας συμβάσεως της αναθεωρούσης την παρούσαν, επάγεται αυτοδικαίως, παρά τας διατάξεις του ως άνω άρθρ. 9, άμεσον καταγγελίαν της παρούσης συμβάσεως υπό την επιφύλαξιν ότι έχει τεθή εν ισχύϊ η αναθεωρούσα ταύτην νεωτέρα σύμβασις. β)Αφ’ ης η επαγομένη την αναθεώρησιν νεωτέρα σύμβασις τεθή εν ισχύϊ η παρούσα σύμβασις παύει ούσα δεκτική επικυρώσεως υπό των Μελών. 2.Η παρούσα σύμβασις παραμένει, ουχ ήττον, εν ισχύϊ υπό τον τύπον και το περιεχόμενον αυτής δια τα Μέλη άτινα επικυρώσαντα αυτήν δεν ήθελον επικυρώσει την αναθεωρούσαν ταύτην νεωτέραν σύμβασιν. Άρθρ.14.–Το Γαλλικόν και Αγγλικόν κείμενον της παρούσης συμβάσεως είναι εξ ίσου αυθεντικά. Άρθρον Δεύτερον.–1.Διατάξεις Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας ή αποφάσεων διαιτησίας καθορίζουσαι ήσσονα αμοιβήν λόγω διαφοράς φύλου, δι’ εργασίας ίσης αξίας είναι ανίσχυροι, θεωρούμεναι ως μη γεγραμμέναι. 2.Η ισχύς της διατάξεως της προηγουμένης παραγράφου άρχεται μετά παρέλευσιν 3 ετών από της ενάρξεως ισχύος της δια του παρόντος κυρουμένης συμβάσεως. Η δυνάμει συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή αποφάσεων διαιτησίας ολοκλήρωσις της υπό της κυρουμένης συμβάσεως καθιερουμένης αρχής της ισότητος της αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι’ εργασίαν ίσης αξίας, δύναται να χωρήση και σταδιακώς εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος. 3.Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και προκειμένου περί των, κατά τας διατάξεις του Α.Ν. 435/1968 «περί του καθορισμού ελαχίστων ορίων μισθών και λοιπών όρων εργασίας κατηγοριών τινών μισθωτών και του Ν.Δ. 1198/1972 περί του τρόπου ρυθμίσεως των όρων αμοιβής και εργασίας, του επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Δ.Δ. και τροποποιήσεως διατάξεων της περί συλλογικών συμβάσεων εργασίας νομοθεσίας» Υπουργικών Αποφάσεων περί ρυθμίσεως της αμοιβής εργασίας. Άρθρον Τρίτον.– Η ισχύς της δια του παρόντος κυρουμένης διεθνούς συμβάσεως άρχεται συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρ. 6 αύτης, δώδεκα μήνας από της ημερομηνίας καταχωρίσεως υπό του Γενικού Διευθυντού του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας της επικυρώσεώς της. (Αντί για τη σελ. 154,07) Σελ. 154,07(α) Τεύχος 750 – Σελ. 99 Πληρωμή Μισθών και Ημερομισθίων 15.Ε.α.14 145 Άρθρ.1.–Εις την παρούσαν σύμβασιν: α)Ο όρος «αμοιβή» περιλαμβάνει το ημερομίσθιον ή την συνήθη αντιμισθίαν, βασικήν ή κατωτάτην ως και παν έτερον όφελος καταβαλλόμενον, αμέσως ή εμμέσως, εις χρήμα ή εις είδος υπό του εργοδότου εις τον εργαζόμενον έναντι της απασχολήσεως αυτού. β)Η έκφρασις «ισότης αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι’ εργασίαν ίσης αξίας» αναφέρεται εις το επίπεδον αμοιβής το καθοριζόμενον άνευ διακρίσεως βασιζομένης επί του φύλου. Άρθρ.2.–1.Έκαστον Μέλος οφείλει δια μέσων προσαρμοζομένων προς τας ισχυούσας μεθόδους δια τον καθορισμόν του επιπέδου της αμοιβής, να ενισχύη και καθ’ ο μέτρον τούτο συνάδει προς τας εν λόγω μεθόδους, να εξασφαλίζη την εφαρμογήν εις άπαντας τους εργαζομένους της αρχής της ίσης αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι’ εργασίαν ίσης αξίας. 2.Η αρχή αύτη δύναται να εφαρμοσθή μέσω: α)είτε της εθνικής Νομοθεσίας, β)είτε παντός συστήματος καθορισμού της αμοιβής καθιερωμένου ή ανεγνωρισμένου υπό της Νομοθεσίας, γ)είτε συλλογικών συμβάσεων συναπτομένων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, δ)είτε δια συνδυασμού των διαφόρων τούτων μέσων. Άρθρ.3.–1. Εφ’ όσον τοιαύτα μέσα θα δύνανται να διευκολύνουν την εφαρμογήν της παρούσης συμβάσεως, δέον όπως λαμβάνωνται μέτρα προς ενθάρρυνσιν της αντικειμενικής εκτιμήσεως των απασχολήσεων επί τη βάσει των εργασιών τας οποίας περιλαμβάνουν. 2.Αι ακολουθητέαι μέθοδοι δια την εν λόγω εκτίμησιν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενον αποφάσεων είτε εκ μέρους των αρμοδίων αρχών, εις ότι, αφορά τον καθορισμόν του επιπέδου αμοιβής, είτε, εάν το επίπεδον αμοιβής έχη καθορισθή δυνάμει συλλογικών συμβάσεων, εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών. 3.Αι διαφοραί μεταξύ επιπέδων αμοιβής αι αντιστοιχούσαι, ανεξαρτήτως φύλου εις διαφοράς προκυπτούσας εκ της τοιαύτης αντικειμενικής εκτιμήσεως των υπό εκτέλεσιν εργασιών δέον ό(Αντί της σελ. 154,05) Σελ. 154,05(α) Τεύχος 572 – Σελ. 61 Πληρωμή Μισθών και Ημερομισθίων 15.Ε.α.14 143 πως μη θεωρούνται ως αντίθετοι προς την αρχήν της ισότητος της αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι’ εργασίαν ίσης αξίας. Άρθρ.4.–Έκαστον Μέλος δέον όπως συνεργάζηται δια προσφόρου τρόπου μετά των ενδιαφερομένων οργανώσεων εργοδοτών και εργαζομένων ίνα δοθή ισχύς εις τας διατάξεις της παρούσης συμβάσεως. Άρθρ.5.–Αι επίσημοι επικυρώσεις της παρούσης συμβάσεως ανακοινούνται εις τον Γενικόν Διευθυντήν του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας παρ’ ου και καταχωρίζονται. Άρθρ.6.–1.Η παρούσα σύμβασις δεσμεύει μόνον τα Μέλη της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, ων η επικύρωσις έχει καταχωριθσή υπό του Γενικού Διευθυντού. 2.Τίθεται αύτη εν ισχύϊ δώδεκα μήνας μετά την υπό του Γενικού Διευθυντού καταχώρισιν των επικυρώσεων υπό δύο Μελών. 3.Ακολούθως η σύμβασις αύτη άρχεται ισχύουσα δι’ έκαστον Μέλος δώδεκα μήνας αφ’ ης καταχωρισθή η επικύρωσις αυτού. Άρθρ.7.–1.Αι εις τον Γενικόν Διευθυντήν του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας κοινοποιούμεναι δηλώσεις δυνάμει της παρ. 2 του άρθρ. 35 του Καταστατικού Χάρτου της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, δέον όπως αναφέρουν: α)Τα εδάφη δια τα οποία το ενδιαφερόμενον Μέλος αναλαμβάνει την υποχρέωσιν όπως αι διατάξεις της συμβάσεως εφαρμόζωνται άνευ τροποποιήσεων. β)Τα εδάφη δια τα οποία αναλαμβάνει την υποχρέωσιν όπως αι διατάξεις της συμβάσεως εφαρμόζωνται μετά τροποποιήσεων και εις τι συνίστανται αι εν λόγω τροποποιήσεις. γ)Τα εδάφη εις τα οποία η σύμβασις είναι ανεφάρμοστος και εν τη περιπτώσει ταύτη τους λόγους οίτινες την καθιστούν ανεφάρμοστον. δ)Τα εδάφη δια τα οποία επιφυλλάσσεται να αποφασίση εν αναμονή πλέον εμπεριστατωμένης εξετάσεως της καταστάσεως εις τα εν λόγω εδάφη. 2.Αι εις τα εδάφια α) και β) της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου μνημονευόμεναι υποχρεώσεις δέον όπως θεωρούνται ως αποτελούσαι αναπόσπαστον μέρον της επικυρώσεως και επάγονται τα αυτά αποτελέσματα. 3.Παν Μέλος δύνανται δια νεωτέρας δηλώσεως αυτού όπως παραιτήται εν όλω ή εν μέρει των εις την προγενεστέραν δήλωσίν του διατυπωθεισών επιφυλάξεων, δυνάμει των εδαφ. β), γ) και δ) της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Σελ. 154,06(α) Τεύχος 572 – Σελ. 62 4.Παν Μέλος, καθ’ α χρονικά διαστήματα επιτρέπεται η καταγγελία της παρούσης συμβάσεως, συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρ. 9, δύναται να κοινοποιή προς τον Γενικόν Διευθυντήν νεωτέραν δήλωσιν τροποποιούσαν τους όρους πάσης προγενεστέρας δηλώσεως αυτού και γνωρίζουσαν την επικρατούσαν κατάστασιν εις καθωρισμένα εδάφη. Άρθρ.8.–1.Αι εις τον Γενικόν Διευθυντήν του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας κοινοποιούμεναι δηλώσεις, συμφώνως προς τας παρ. 4 και 5 του άρθρ. 35 του Καταστατικού Χάρτου της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας δέον όπως αναφέρουν εάν αι διατάξεις της συμβάσεως έχουν εφαρμογήν επί του εδάφους μετά ή άνευ τροποποιήσεων. Εφ’ όσον η δήλωσις αναφέρει ότι αι διατάξεις της συμβάσεως εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξιν τροποποιήσεων δέον να προσδιορίζη εις τι συνίστανται αι εν λόγω τροποποιήσεις. 2.Το ενδιαφερόμενον Μέλος ή τα Μέλη ή η ενδιαφερομένη διεθνής αρχή δύνανται να παραιτηθούν, εν όλω ή εν μέρει δια μεταγενεστέρας δηλώσεως αυτών, του δικαιώματος προσφυγής εις τροποποίησιν μνημονευθείσαν εις προγενεστέραν δήλωσιν τούτων. 3.Το ενδιαφερόμενον Μέλος ή τα Μέλη ή η ενδιαφερομένη διεθνής αρχή, καθ’ α χρονικά διαστήματα επιτρέπεται η καταγγελία της συμβάσεως, συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρ. 9, δύνανται να κοινοποιούν εις τον Γενικόν Διευθυντήν νεωτέραν δήλωσιν τροποποιούσαν πάσαν προγενεστέραν δήλωσιν αυτών και να γνωρίζουν την κατάστασιν ως προς την εφαρμογήν της συμβάσεως ταύτης. 15.Ε.α.14 Πληρωμή Μισθών και Ημερομισθίων 144

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.