← Ελλάδα

2. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1657 της 17/28 Νοεμ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 184) Κύρωση της Διεθνούς Σύμβασης «για τη νομιμοποίηση των τέκνων με γάμο». Με την ανακοίνωση της

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος κυρώνει μια διεθνή σύμβαση που αφορά τη νομιμοποίηση παιδιών που γεννήθηκαν εκτός γάμου, μέσω της τέλεσης γάμου των γονέων τους. Στόχος του είναι να διευκολύνει την αναγνώριση τέτοιων νομιμοποιήσεων μεταξύ των συμβαλλόμενων κρατών.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
2. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1657 της 17/28 Νοεμ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 184) Κύρωση της Διεθνούς Σύμβασης «για τη νομιμοποίηση των τέκνων με γάμο». Με την ανακοίνωση της 11-18 Φεβρ. 1987 (ΦΕΚ Α΄ 16) απόφ. Υπ. Εξωτερικών, η άνω σύμβαση τέθηκε σε ισχύ στις 21 Φεβρ. 1987. Άρθρο πρώτο.-Κυρώνεται και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος η διεθνής σύμβαση για τη νομιμοποίηση των τέκνων με γάμο, και τα παραρτήματα αυτής Ι και ΙΙ, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 10 Σεπτ. 1970 και της οποίας το κείμενο σε πρωτότυπο στη γαλλική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική έχει ως εξής: ΣΥΜΒΑΣΗ Για τη νομιμοποίηση των τέκνων με γάμο, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 10 Σεπτ. 1970. Τα Κράτη που υπογράφουν την παρούσα Σύμβαση, μέλη της Διεθνούς Επιτροπής Προσωπικής Καταστάσεως, έχοντας την επιθυμία να διευκολύνουν με την υιοθέτηση ομοιόμορφων κανόνων, τη νομιμοποίηση των τέκνων που γεννήθηκαν χωρίς γάμο καθώς και την αναγνώριση και δημοσιότητα των νομιμοποιήσεων που έλαβαν χώρα στην αλλοδαπή, συμφώνησαν στις ακόλουθες διατάξεις. ΤΙΤΛΟΣ Ι Άρθρ.9.-Η εφαρμογή του τίτλου αυτού δεν περιορίζεται στους υπηκόους των συμβαλλόμενων Κρατών. ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ Άρθρ.10.-Κατά την έννοια της παρούσας Σύμβασης πρέπει να νοείται ως δίκαιο της ιθαγένειας ενός προσώπου το δίκαιο του Κράτους, του οποίου το πρόσωπο αυτό είναι υπήκοος ή, αν πρόκειται για πρόσφυγα ή απάτριδα, το δίκαιο που ρυθμίζει την προσωπική του κατάσταση. Για την εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης εξομοιώνονται προς τους υπηκόους ενός Κράτους οι πρόσφυγες και οι απάτριδες των οποίων η προσωπική κατάσταση ρυθμίζεται από το δίκαιο του Κράτους αυτού. Άρθρ.11.-Τα συμβαλλόμενα Κράτη θα γνωστοποιούν στο Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο την τήρηση των διαδικασιών, οι οποίες απαιτούνται από το Σύνταγμά τους για να καταστεί η παρούσα Σύμβαση εφαρμόσιμη στο έδαφός τους. Το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο θα ειδοποιεί τα συμβαλλόμενα Κράτη και το Γενικό Γραμματέα της Διεθνούς Επιτροπής Προσωπικής Καταστάσεως για κάθε γνωστοποίηση κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου. 7.Β.ε.2 Διεθνείς Συμβάσεις Άρθρ.12.-Η παρούσα Σύμβαση θα τεθεί σε ισχύ από την τριακοστή ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία κατάθεσης της δεύτερης γνωστοποίησης και θα παράγει από τότε αποτελέσματα μεταξύ των Κρατών που έχουν εκπληρώσει αυτήν τη διατύπωση. Για κάθε συμβαλλόμενο Κράτος που θα εκπληρώνει μεταγενέστερα τη διατύπωση που προβλέπεται από το προηγούμενο άρθρο, η παρούσα Σύμβαση θα παράγει αποτελέσματα από την τριακοστή ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία κατάθεσης της γνωστοποίησής του. Άρθρ.13.-Κάθε Κράτος θα μπορεί, κατά την υπογραφή, τη γνωστοποίηση ή την προσχώρηση, να δηλώνει ότι δε δεσμεύεται να εφαρμόσει τις διατάξεις του πρώτου Τίτλου της παρούσας Σύμβασης. Κάθε Κράτος που έκανε δήλωση σύμφωνα με τη διάταξη του 1ου εδαφίου του παρόντος άρθρου θα μπορεί μεταγενέστερα να δηλώσει κάθε στιγμή με γνωστοποίηση απευθυνόμενη προς το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο ότι κι αυτό δεσμεύεται να εφαρμόσει τις διατάξεις του πρώτου τίτλου της παρούσας Σύμβασης. Το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο θα ειδοποιεί για τη γνωστοποίηση καθένα από τα συμβαλλόμενα Κράτη και το Γενικό Γραμματέα της Διεθνούς Επιτροπής Προσωπικής Κατάστασης. Η δήλωση που προβλέπεται στο εδάφ. 2 του παρόντος άρθρου θα παράγει αποτελέσματα από την τριακοστή ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία κατά την οποία το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο θα έχει λάβει τη γνωστοποίηση που προαναφέρθηκε. Άρθρ.14.-Οι επιφυλάξεις που προβλέπονται στο άρθρ. 2 μπορούν ν’ ανακληθούν ολικά ή μερικά σε κάθε στιγμή. Η ανάκληση θα γνωστοποιείται στο Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο. Το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο θα ειδοποιεί τα συμβαλλόμενα Κράτη και το Γενικό Γραμματέα της Διεθνούς Επιτροπής Προσωπικής Κατάστασης για κάθε γνωστοποίηση κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου. Άρθρ.15.-Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται αυτοδικαίως σε όλη την έκταση του μητροπολιτικού εδάφους κάθε συμβαλλόμενου Κράτους. Κάθε Κράτος θα μπορεί κατά την υπογραφή, τη γνωστοποίηση, την προσχώρηση ή μεταγενέστερα να δηλώσει με γνωστοποίηση απευθυνόμενη προς το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο ότι οι διατάξεις της παρούσας Σύμβασης θα εφαρμόζονται σε ένα ή περισσότερα μη μητροπολιτικά εδάφη του, σε Κράτη ή εδάφη των οποίων έχει την διεθνή ευθύνη. Το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο θα ειδοποιεί για την τελευταία αυτή γνωστοποίηση καθένα από τα συμβαλλόμενα Κράτη και το Γενικό Γραμματέα της Διεθνούς Επιτροπής Προσωπικής Κατάστασης. Οι διατάξεις της παρούσας Σύμβασης θ’ αρχίσουν να εφαρμόζονται στο ή στα εδάφη που καθορίζονται στη γνωστοποίηση την εξηκοστή ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία κατά την οποία το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο θα έχει λάβει τη γνωστοποίηση που προαναφέρθηκε. Κάθε Κράτος που έχει προβεί σε δήλωση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφ. 2 του παρόντος άρθρου θα μπορεί μεταγενέστερα να δηλώσει σε κάθε στιγμή, με γνωστοποίηση απευθυνόμενη προς το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο, ότι η παρούσα Σύμβαση θα παύσει να εφαρμόζεται σ’ ένα ή περισσότερα Κράτη ή εδάφη υποδεικνυόμενα στη δήλωση. Το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο θα ειδοποιεί για τη νέα γνωστοποίηση καθένα από τα συμβαλλόμενα Κράτη και το Γενικό Γραμματέα της Διεθνούς Επιτροπής Προσωπικής Κατάστασης. Η Σύμβαση θα παύσει να εφαρμόζεται στο μνημονευόμενο εδάφιο την εξηκοστή ημέρα κατά την οποία το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο θα έχει λάβει τη γνωστοποίηση που προαναφέρθηκε. Άρθρ.16.-Κάθε Κράτος Μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης ή της Διεθνούς Επιτροπής Προσωπικής Κατάστασης θα μπορεί να προσχωρεί στην παρούσα Σύμβαση. Η πράξη προσχώρησης θα κατατίθεται στο Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο. Αυτό θα ειδοποιεί καθένα από τα συμβαλλόμενα Κράτη και το Γενικό Γραμματέα της Διεθνούς Επιτροπής Προσωπικής Κατάστασης για κάθε κατάθεση πράξης προσχώρησης. Η Σύμβαση θα αρχίσει να ισχύει για το Κράτος που προσχωρεί την τριακοστή ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία κατάθεσης της πράξης προσχώρησης. Η κατάθεση της πράξης προσχώρησης δεν θα μπορεί να γίνει παρά μετά τη θέση σε ισχύ της παρούσας Σύμβασης. Άρθρ.17.-Η παρούσα Σύμβαση θα παραμείνει σε ισχύ χωρίς χρονικό περιορισμό. Καθένα από τα συμβαλλόμενα Κράτη θα έχει πάντως την ευχέρεια να την καταγγείλει σε κάθε στιγμή με έγγραφη γνωστοποίηση απευθυνόμενη στο Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο που θα πληροφορεί σχετικά τα άλλα συμβαλλόμενα Κράτη και το Γενικό Γραμματέα της Διεθνούς Επιτροπής Προσωπικής Κατάστασης. Η ευχέρεια αυτή για καταγγελία δεν θα μπορεί ν’ ασκηθεί πριν περάσει προθεσμία ενός έτους υπολογιζόμενη από τη γνωστοποίηση που προβλέπεται στο άρθρ. 11, ή την προσχώρηση. Η καταγγελία θα παράγει αποτελέσματα μετά πάροδο έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο θα έχει λάβει τη γνωστοποίηση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου. Σε πίστωση των παραπάνω οι υπογράφοντες αντιπρόσωποι, κατάλληλα εξουσιοδοτημένοι, υπέγραψαν την παρούσα Σύμβαση. (Μετά τη σελ. 240,44) Σελ. 240,45 Τεύχος Θ51-Σελ.11 Διεθνείς Συμβάσεις 7.Β.ε.2 Έγινε στη Ρώμη στις 10 Σεπτ. 1970 σ’ ένα μόνο πρωτότυπο που θα κατατεθεί στ’ αρχεία του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου και του οποίου ένα αντίγραφο θ’ αποσταλεί με διπλωματική οδό σε κάθε συμβαλλόμενο Κράτος και στο Γενικό Γραμματέα της Διεθνούς Επιτροπής Προσωπικής Κατάστασης. (Ακολουθούν Παραρτήματα). Άρθρ.1.-Όταν, σύμφωνα με τις διατάξεις εσωτερικού δικαίου του δικαίου της ιθαγένειας του πατέρα ή της μητέρας ο γάμος τους έχει ως συνέπεια τη νομιμοποίηση ενός τέκνου, γεννημένου χωρίς γάμο, η νομιμοποίηση αυτή είναι έγκυρη στα συμβαλλόμενα Κράτη. Ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται τόσο στις νομιμοποιήσεις που απορρέουν από μόνη την τέλεση του γάμου, όσο και τις νομιμοποιήσεις που διαπιστώνονται μεταγενέστερα με δικαστική απόφαση. Άρθρο δεύτερο.-Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Σελ. 240,46 Τεύχος Θ51- Σελ.12 7.Β.ε.2 Διεθνείς Συμβάσεις Άρθρ.2.-Πάντως, κάθε συμβαλλόμενο Κράτος θα μπορεί κατά το χρόνο της υπογραφής, της γνωστοποίησης που προβλέπεται στο άρθρ. 11 ή της προσχώρησης να επιφυλάξει στον εαυτό του το δικαίωμα να μη θεωρήσει τη νομιμοποίηση ως έγκυρη: α)αν έχει αποδειχθεί ότι το τέκνο δε γεννήθηκε από εκείνους που το νομιμοποίησαν, β)αν το δίκαιό του δεν αναγνωρίζει το κύρος του γάμου που τελέσθηκε στο έδαφός του, γ)αν το δίκαιό του δεν αναγνωρίζει το κύρος του γάμου του υπηκόου του, δ)ή αν το τέκνο που γεννήθηκε από έναν υπήκοό του προήλθε από μοιχεία του υπηκόου αυτού. Το δικαίωμα αυτό δε θα μπορεί ν’ ασκηθεί στην περίπτωση που το εσωτερικό δίκαιο του Κράτους αυτού δε θ’ απαγόρευε τέτοια νομιμοποίηση. (Αντί για τη σελ. 240,43) Σελ. 240,43(α) Τεύχος ΙΑ-5-2 Σελ. 53 Διεθνείς Συμβάσεις 7.Β.ε.2 Άρθρ.3.-Το κύρος μιας νομιμοποίησης σύμφωνης με τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου του δικαίου της ιθαγένειας του πατέρα ή της μητέρας δεν είναι δυνατόν ν’ αμφισβητηθεί ούτε για λόγους δημόσιας τάξης κάτω από άλλες προϋποθέσεις εκτός από εκείνες που προβλέπονται στο άρθρ. 2. Άρθρ.4.-Οι αποφάσεις που εκδόθηκαν σε διαφορές κατά την εφαρμογή του άρθρ. 2 δεν είναι δυνατόν να γίνουν αντικείμενο επίκλησης παρά μόνο στο έδαφος του συμβαλλόμενου Κράτους, όπου εκδόθηκαν. Άρθρ.5.-Οι προηγούμενες διατάξεις είναι εφαρμοστέες ως προς όλα τα Κράτη, ακόμα και τα μη συμβαλλόμενα. Οι διατάξεις αυτές δεν εμποδίζουν την εφαρμογή κανόνων που ισχύουν στα συμβαλλόμενα Κράτη και που θα ήταν ευνοϊκότεροι για τη νομιμοποίηση. Άρθρ.6.-Όταν η ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου συντάχθηκε ή μεταγράφτηκε από το ληξιαρχείο ενός από τα συμβαλλόμενα Κράτη, ο ληξίαρχος αυτός μνημονεύει τη νομιμοποίηση στα βιβλία του, αφού έχει εξακριβωθεί από τον ίδιο ή από την αρχή όπου υπάγεται, ότι συντρέχουν οι όροι που προβλέπονται από την παρούσα Σύμβαση. Η εγγραφή αυτή δεν μπορεί να εξαρτηθεί από καμιά προηγούμενη δικαστική διαδικασία αναγνώρισης. Το ίδιο ισχύει και αν πρόκειται για τη νομιμοποίηση που διαπιστώθηκε μετά από γάμο με δικαστική απόφαση. ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ Άρθρ.7.-Όταν ένας γάμος έχει τελεσθεί σ’ ένα από τα συμβαλλόμενα Κράτη και οι σύζυγοι δήλωσαν ότι έχουν ένα ή περισσότερα κοινά τέκνα των οποίων η ληξιαρχική πράξη γέννησης έχει συνταχθεί ή μεταγραφεί στο έδαφος άλλου συμβαλλόμενου Κράτους, ο ληξίαρχος του τόπου τέλεσης του γάμου ή κάθε άλλη αρμόδια αρχή, στέλνει απ’ ευθείας ή με τη διπλωματική οδό, στο ληξίαρχο του τόπου, όπου έχει συνταχθεί ή μεταγραφεί η ληξιαρχική πράξη γέννησης, ειδοποίηση, με σκοπό να γίνει μνεία της νομιμοποίησης που θα μπορούσε να προκύψει απ’ αυτόν το γάμο. Στην ειδοποίηση αυτή, επισυνάπτονται τα δικαιολογητικά έγγραφα που διαθέτει. Όταν η νομιμοποίηση διαπιστώθηκε μετά τον γάμο με δικαστική απόφαση, η ειδοποίηση διαβιβάζεται με την επιμέλεια του εισαγγελέα ή κάθε άλλης αρμόδιας δημόσιας αρχής. Οι ειδοποιήσεις συντάσσονται σύμφωνα με ένα πολύγλωσσο πρότυπο, που υπόδειγμά του προσαρτάται στην παρούσα Σύμβαση. Οι ειδοποιήσεις αυτές καθώς και τα συνημμένα έγγραφα απαλλάσσονται από κάθε επικύρωση στα αντίστοιχα εδάφη των συμβαλλομένων Κρατών. Σελ. 240,44(α) Τεύχος ΙΑ-5-2 Σελ. 54 Άρθρ.8.-Τα αποσπάσματα της ληξιαρχικής πράξης γέννησης νομιμοποιημένου τέκνου πρέπει να έχουν την ίδια μορφή σαν να αφορούσαν νόμιμο τέκνο χωρίς να αφήνουν να φανεί η νομιμοποίηση.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.