📄 Κείμενο νόμου
2. ΝΟΜΟΣ 4473 της 10/26 Φεβρ. 1930 Περί κυρώσεως της διεθνούς περί των δούλων συμβάσεως. Άρθρον 1 Κυρούται η εν Γενεύη από 15 Σεπτ. 1926 καταρτισθείσα και υπό των Ελλήνων αντιπροσώπων, δεόντως εξουσιδοτημένων, υπογραφείσα «σύμβασις περί δουλείας», ης το κείμενον επισυνάπτεται εν γαλλικώ και αγγλικώ πρωτοτύπω και εν ελληνική μεταφράσει. Άρθρον 8 Τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη συνεφώνησαν ότι δια πάσαν διαφοράν αναφυησομένην επ’ ευκαιρία της ερμηνείας ή της εφαρμογής της παρούσης συμβάσεως, μη λυθησομένην δε δια της αμέσου συνεννοήσεως, κατάλληλον προς εκδίκασιν αυτής είναι το διαρκές διεθνές δικαστήριον. Εν η περιπτώσει τα μέρη μεταξύ των οποίων ανεφύη διαφορά ή τινα εξ αυτών δεν έχουσιν υπογράψει το πρωτόκολλον της 16 Δεκεμβρίου, η λύσις της διαφοράς θα ανατεθή, τη οικεία βουλήσει και συμφώνως προς τας συνταγματικάς αρχάς εκάστου εξ αυτών, είτε εις το Διαρκές Διεθνές Δικαστήριον, είτε εις διαιτητικόν δικαστήριον, ούτινος η σύστασις ρυθμίζεται υπό της συμβάσεως της 18 Οκτ. 1907 περί της ειρηνικής λύσεως των διεθνών διαφορών, είτε εις οιοδήποτε άλλο διαιτητικόν δικαστήριον. Άρθρον 9 Έκαστον των Υψηλών συμβαλλομένων Μερών είναι ελεύθερον να δηλώση είτε κατά την υπογραφήν ή κατά την επικύρωσιν ή προσχώρησιν αυτού ότι, καθ’ όσον αφορά την εφαρμογήν των διατάξεων της παρούσης συμβάσεως ή μερικών εξ αυτών, η παραδοχή των δεν δεσμεύει είτε το σύνολον της επικρατείας του είτε μέρος αυτής, ευρισκόμενον υπό την κυριαρχίαν, επικυριαρχίαν, προστασίαν, δικαιοδοσίαν, ή κηδεμονίαν αυτού, και δύναται μεταγενεστέρως να προσχωρήση χωριστά, δια το σύνολον ή δι’ ωρισμένας διατάξεις, επ’ ονόματι του μέρους τούτου. Άρθρον 10 Εν η περιπτώσει εν εκ των Υψηλών συμβαλλομένων Μερών ήθελε καταγγείλει την παρούσαν σύμβασιν, η καταγγελία θα κοινοποιηθή γραπτώς εις τον γενικόν γραμματέα της Κοινωνίας των Εθνών, όστις θα κοινοποιήση γνήσιον επικυρωμένον αντίγραφον αυτής εις τα λοιπά συμβαλλόμενα Μέρη, μετά της αναγραφής της ημερομηνίας της υπ’ αυτού λήψεως της κοινοποιήσεως. Η καταγγελία δεν θα ισχύση παρά μόνον έναντι του κοινοποιήσαντος αυτήν Μέρους και εν έτος μετά την λήψιν της κοινοποιήσε8.Γ.γ.2 Δουλεία ως υπό του γενικού γραμματέως της Κοινωνίας των Εθνών. Η καταγγελία δύναται να γίνη χωριστά δι’ έκαστον τμήμα εδάφους διατελούντος υπό την κυριαρχίαν, επικυριαρχίαν, προστασίαν, δικαιοδοσίαν, κηδεμονίαν του καταγγέλοντος Μέρους. Άρθρ.11.-Η παρούσα σύμβασις, ήτις θα φέρη σημερινήν ημερομηνίαν και της οποίας έχουσιν αυθεντικότητα το τε γαλλικόν και το αγγλικόν κείμενον, θα ευρίσκηται μέχρι της 1 Απρ. 1927 εις την διάθεσιν των Κρατών των απαρτιζόντων την Κοινωνίαν των Εθνών, προς υπογραφήν. Μετά την προθεσμίαν ταύτην ο γενικός γραμματεύς της Κ.Τ.Ε. θα φέρη την παρούσαν σύμβασιν εις γνώσιν των μη υπογραψάντων Κρατών, ως και εκείνων άτινα δεν είναι μέλη της Κ.Τ.Ε., ίνα προσχωρήσωσι. Το επιθυμούν να προσχωρήση Κράτος οφείλει να γνωστοποιήση την πρόθεσίν του ταύτην εις τον γενικόν γραμματέα της Κ.Τ.Ε., αποστέλλον συγχρόνως και το έγγραφον της προσχωρήσεώς του, όπερ θα κατατεθή εις τα αρχεία της Κ.Τ.Ε. Ο γενικός γραμματεύς θα κοινοποιήση αμέσως προς πάντα τα Υψηλά συμβαλλόμενα Μέρη κεκυρωμένον αντίγραφον της κοινοποιήσεως, ως και το έγγραφον της προσχωρήσεως μετά της αναγραφής της ημερομηνίας της λήψεως αυτού. Άρθρ.12.-Η παρούσα σύμβασις θα επικυρωθή και αι πράξεις της επικυρώσεως θα κατατεθώσιν εις το γραφείον του γενικού γραμματέως της Κ.Τ.Ε., μέσω του οποίου η επικύρωσις θα κοινοποιηθή εις τα Υψηλά συμβαλλόμενα Μέρη. Η σύμβασις ισχύει έναντι εκάστου Κράτους από της ημερομηνίας της επικυρώσεως ή της εις αυτήν προσχωρήσεώς του. Εφ’ ω οι πληρεξούσιοι υπέγραψαν εν Γενεύη τη 25 Σεπτ. 1926 εφ’ ενός και μόνον αντιτύπου, όπερ κατατεθήσεται εις τα αρχεία της Κ.Τ.Ε., ενώ γνήσιον επικυρωμένον αντίγραφον θα δοθή εκάστω των προσυπογραψάντων Κρατών. Άρθρον 2 Ο ένοχος πράξεως εκ των αναγραφομένων εν άρθρ. 1 εδαφ. 2 της δια του παρόντος κυρουμένης συμβάσεως ή ο οπωσδήποτε συνεργήσας εις τοιαύτην υπόκειται εις την ποινήν του άρθρου 321 εδ. 3 του Ποινικού Νόμου, εφ’ όσον δεν συντρέχει περίπτωσις εφαρμογής βαρυτέρας ποινής. Εν περιπτώσει καταδίκης δια τας ανωτέρω πράξεις, έστω και εις επανορθωτικήν ποινήν, επέρχονται αυτοδικαίως αι συνέπειαι των άρθρ. 21, 23 και 33 του Ποιν. Νόμου. Εις τας άνω διατάξεις αντιστοιχούν τα άρθρα 323 και 59-60 του νέου Ποιν. Κώδικος. Σύμβασις περί δουλείας. Το Βασίλειον των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, η Σουηδία, η Τσεχοσλοβακία, η Ουραγουάη, η Ιταλία, η Λεττονία, η Λιθουανία, η Νορβηγία, ο Παναμάς, η Περσία, η Πολωνία, η Πορτογαλία, η Ρουμανία, η Αυστραλία, η Ένωσις Ν. Αφρικής, η Νέα Ζηλανδία, αι Ινδίαι, η Βουλγαρία, η Κίνα, η Κολομβία, η Κούβα, η Δανιμαρκία, η Ισπανία, η Εσθονία, η Αιθιοπία, η Φινλανδία, η Γαλλία, η Ελλάς, η Αλβανία, η Γερμανία, η Αυστρία, το Βέλγιον, η Αγγλία, ο Καναδάς. Έχοντες υπ’ όψει την υπό των υπογραψάντων την γενικήν πράξιν της Συνδιασκέψεως των Βρυξελλών του 188990 εκπεφρασμένην στερράν πρόθεσίν των να θέσωσι τέρμα εις την εν Αφρική διεξαγομένην δουλεμπορίαν . έχοντες υπ’ όψει ότι οι υπογράψαντες την συμφωνίαν του του 1919, σκοπούσαν την αναθεώρησιν της γενικής πράξεως του Βερολίνου του 1885 ως και της τοιαύτης συναφούς τη δηλώσει των Βρυξελλών του 1890, εδήλωσαν την πρόθεσίν των να εξαλείψωσιν ολοκληρωτικώς την δουλείαν, υφ’ όλας αυτής τας μορφάς, και την εμπορίαν των δούλων κατά γην και κατά θάλασσαν . έχοντες υπ’ όψει την έκθεσιν της προσωρινής Επιτροπής της Δουλείας, διορισθείσης υπό του Συμβουλίου της Κοινωνίας των Εθνών τη 12 Ιουνίου 1924 . επιθυμούντες να αναπτύξωσι και συμπληρώσωσι το έργον της πράξεως των Βρυξελλών, ως και να εξεύρουν τα κατάλληλα μέσα προς παγκόσμιον πραγματοποίησιν των εκπεφρασμένων διαθέσεων, όσον αφορά την δουλείαν και την εμπορίαν των δούλων, των υπογραψάντων την συμφωνίαν του . Αναγνωρίζοντες δε την ανάγκην συνομολογήσεως συμφωνίας λεπτομερεστέρας των εν τη προρρηθείση διαλαμβανομένων . κρίνοντες εξ άλλου αναγκαίον να προλάβωσι την δια της αναγκαστικής εργασίας δημιουργίαν συνθηκών αναλόγων προς τας της δουλείας, απεφάσισαν να συνάψωσι συμφωνίαν και διώρισαν αντιπροσώπους των τους …..... (έπονται τα ονόματα των πληρεξουσίων), οίτινες μετά την προσαγωγήν των διαπιστευτηρίων των συνεφώνησαν τα εξής: Άρθρον 1 Προς επίτευξιν του σκοπού της συμφωνίας ορίζεται ότι 1)δουλεία είναι η κατάστασις ατόμου υποκειμένου εις τας περί δικαίου της ιδιοκτησίας αρχάς ή τινας εξ αυτών, 2)η εμπορία των δούλων περιλαμβάνει πάσαν πράξιν συλλήψεως, αποκτήσεως, διαθέσεως ατόμου, σκοπούσαν την εις δουλείαν υπαγωγήν αυτού, πάσαν πράξιν προσκτήσεως δούλου επί σκοπώ μεταπωλήσεως ή ανταλλαγής αυτού, πάσαν πράξιν παραχωρήσεως κεκτημένου δούλου δια πράξεως πωλήΣελ. 119 σεως ή ανταλλαγής, και εν γένει πάσαν πράξιν εμπορίας ή μεταφοράς δούλων. Άρθρον 2 Τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη, εφ’ όσον δεν έλαβον ήδη τα κατάλληλα μέτρα, υποχρεούνται, όσον αφορά τα εδάφη τα ευρισκόμενα υπό την κυριαρχίαν, επικυριαρχίαν, δικαιοδοσίαν, προστασίαν, ή κηδεμονίαν αυτών, α)να προλαμβάνωσι και να καταστέλλωσι την εμπορίαν, β)να επιδιώκωσι την παντελή εξάλειψιν της δουλείας, υφ’ όλας αυτής τας μορφάς βαθμηδόν και ως τάχιστα. Άρθρον 3 Τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουσι την υποχρέωσιν να προέλθωσιν εις πάντα τα κατάλληλα οιαδήποτε μέτρα προς πρόληψιν ή δίωξιν της επιβιβάσεως, αποβιβάσεως, μεταφοράς δούλων εντός της αιγιαλίτιδος ζώνης και γενικώς επί παντός πλοίου φέροντος την σημαίαν αυτών. Τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουσι την υποχρέωσιν να συνάψωσιν ως οιον τε τάχιστα γενικήν σύμβασιν περί εμπορίας των δούλων, παρέχουσαν δικαιώματα και επιβάλλουσαν υποχρεώσεις αναλόγους προς τας προβλεπομένας υπό της συμβάσεως της 27 Ιουνίου 1925 περί διεθνούς λαθρεμπορίου των όπλων (άρθρ. 12, 20, 21, 22, 23, 24) και § § 3, 4, 5 μέρους ΙΙ παραρτήματος ΙΙ), υπό την επιφύλαξιν της δεούσης προσαρμογής αυτών, εις τρόπον ώστε δια της γενικής ταύτης συμβάσεως τα πλοία οιασδήποτε συμβληθησομένης δυνάμεως, έστω και μικράς χωρητικότητος, δεν θα τίθενται εις ήσσονα μοίραν ετέρας τοιαύτης. Εξυπακούεται ότι προ της ενάρξεως της ισχύος της ως άνω γενικής συμβάσεως καθώς και μετά την έναρξιν της εφαρμογής αυτής, τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη, υπό την επιφύλαξιν της μη προσκρούσεως εις τας εν τη προηγουμένη παραγράφω καθορισθείσας αρχάς, είναι ελεύθερα να συνάψωσιν αναμεταξύ των πάσαν ιδιαιτέραν συμφωνίαν επιβαλλομένην εκ της ειδικής θέσεως ενός εκάστου εξ αυτών και κριθησομένην κατάλληλον προς ολοκληρωτικήν και ταχυτέραν εξάλειψιν της δουλείας. Άρθρον 4 Τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη παρέχουσιν αμοιβαίως προς άλληλα πάσαν δυνατήν συνδρομήν επί τω σκοπώ εξαλείψεως της δουλείας και εμπορίας των δούλων. Άρθρον 5 Τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουσιν ότι η προσφυγή εις την αναγκαστικήν ή υποχρεωτικήν εργασίαν δύναται να έχη σοβαράς συνεπείας και αναλαμβάνουσι την υποχρέωσιν έκαστον δια τα εδάφη τα διατελούντα υπό την εαυτού κυριαρχίαν, επικυριαρχίαν, δικαιοδοσίαν, προστασίαν ή κηδεμονίαν να λάβωσι τα κατάλληλα μέτρα όπως η υποχρεωτική ή αναγκαστική εργασία μη δημιουργήση συνθήκας αναλόγους προς εκείνας της δουλείας. Συμφωνούσιν ότι 1)υπό την επιφύλαξιν των μεταβατικών διατάξεων της ως άνω δευτέρας παραγράφου, προσφυγή εις την αναγκαστικήν ή υποχρεωτικήν εργασίαν δεν δύναται να λάβη χώραν παρά μόνον προς όφελος του δημοσίου, 2)εις μέρη όπου το είδος τούτο της εργασίας ενεργείται ουχί προς όφελος του δημοσίου τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη θα τείνωσι τας προσπαθείας των να θέσωσι βαθμηδόν και ταχέως τέρμα εις αυτό και εφ’ όσον υφίσταται θα ενεργήται μόνον εις εξαιρετικάς περιστάσεις, έναντι αντιστοίχου αμοιβής και άνευ της αναγκαστικής αλλαγής του συνήθως τόπου διαμονής των εργαζομένων, 3)πάντως αι αρμόδιαι κεντρικαί Αρχαί θα αναλαμβάνωσι την ευθύνην της προσφυγής εις την αναγκαστικήν ή υποχρεωτικήν εργασίαν. Σελ. 120 Άρθρον 6 Τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουσι την υποχρέωσιν να προβώσιν εις τα σχετικά νομοθετικά μέτρα, όπως αι παραβάσεις των νόμων και διαταγμάτων, θεσπισθέντων δια την εφαρμογήν της παρούσης συμβάσεως τιμωρώνται αυστηρώς εν η περιπτώσει η ποινική νομοθεσία εκάστου εξ αυτών είναι ανεπαρκής προς τούτο. Άρθρον 7 Τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουσι την υποχρέωσιν να κοινοποιήσωσι προς άλληλα και εις την γενικήν γραμματείαν της Κοινωνίας των Εθνών πάντα νόμον ή κανονισμόν ον ήθελον θεσπίσει προς εφαρμογήν των διατάξεων της παρούσης συμβάσεως.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.