Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(1989)1E ΑΑΔ 105 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1989)1E ΑΑΔ 105 5 Απριλίου, 1989 [ΠΙΚΗΣ, Δ.] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155. 4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964, και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 414/89, ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ NA ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ MANDAMUS ΚΑΙ CERTIORARI, (Αίτηση Αρ. 42/89). Προνομιακά διατάγματα - Certiorari/Mandamus - Άδεια για καταχώριση αιτήσεως για έκδοση των - Γενικός Εισαγγελέας - Κατά πόσο υπάρχει διαφοροποίηση, όταν αιτών είναι ο Γενικός Εισαγγελέας - Αρνητική η απάντηση στο ερώτημα - Υποχρέωση Γενικού Εισαγγελέα να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Προνομιακά διατάγματα - Certiorari/Mandamus - Άδεια για καταχώριση αιτήσεως για έκδοσή των - Εκ πρώτης όψεως υπόθεση - Τι σημαίνει ο όρος αυτός. Ποινική δικονομία - Επιφύλαξη νομικού σημείου για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 148
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 - Δεν υπάρχει εξουσία επιφυλάξεως μετά το πέρας της δίκης, αλλά μόνο κατά τη διάρκεια της δίκης. Ποινική δικονομία - Ποινική δίκη - Ειδική απάντηση με βάση το άρθρο 69
(3)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 - Αποδοχή ειδικής απαντήσεως περί προηγουμένης αθωώσεως του κατηγορουμένου- Εξυπακούει το τέλος της δίκης - Τούτο επιβάλλει και το Σύνταγμα, Άρθρο 12
(2). Συνταγματικό δίκαιο - Απαγόρευση της "εκ δευτέρου" δίκης ατόμου για αδίκημα, για το οποίο έχει ήδη απαλλαγεί ή καταδικαστεί. Κατηγορούμενος ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος για ποινικό αδίκημα πρόβαλε την ειδική απάντηση ότι δεν μπορεί να δικαστεί, γιατί έχει ήδη αθωωθεί σε άλλη δίκη για το ίδιο αδίκημα. Το Δικαστήριο δέχθηκε την ειδική απάντηση. Τα γεγονότα, πάνω στα οποία βασίστηκε η ειδική απάντηση, είναι ότι ο κατηγορούμενος είχε απαλλαγεί και αθωωθεί στην προηγούμενη δίκη μετά από διακοπή της διαδικασίας από το Γενικό Εισαγγελέα βάσει των εξουσιών του τελευταίου δυνάμει του Άρθρου 113. 2 του Συντάγματος. Η αθώωση δεν είχε προσβληθεί με οποιονδήποτε ένδικο μέσο. Μετά την απαλλαγή του κατηγορουμένου στη δεύτερη δίκη ο Γενικός Εισαγγελέας ζήτησε από το Δικαστήριο να επιφυλάξει με βάση το άρθρο 148 του Κεφ. 155 το ακόλουθο νομικό σημείο: "Κατά πόσο ήταν ορθό για το δικαστήριο να δεχθεί την ειδική απάντηση, εφ' όσον ο κατηγορούμενος δεν είχε προηγουμένως αθωωθεί με βάση τα ίδια γεγονότα και τις ίδιες κατηγορίες." Το Δικαστήριο αρνήθηκε να επιφυλάξει το εν λόγω νομικό σημείο για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο. Έτσι ο Γενικός Εισαγγελέας καταχώρισε την αίτηση αυτή για να πάρει άδεια καταχωρίσεως Certiorari, με σκοπό την ακύρωση της εν λόγω αρνήσεως και αιτήσεως για έκδοση Mandamus με σκοπό να διαταχθεί το κατώτερο Δικαστήριο να επιφυλάξει για γνωμοδότηση το εν λόγω νομικό σημείο. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοτας την αίτηση, αποφάσισε: 1) Η θέση του Γενικού Εισαγγελέα στην Κύπρο είναι διαφορετική από τη θέση του Γενικού Εισαγγελέα στην Αγγλία. Εκεί ο τελευταίος είναι εκπρόσωπος της εκτελεστικής εξουσίας, ενώ εδώ είναι Ανεξάρτητος Αξιωματούχος του κράτους, με δικές του αυθύπαρκτες εξουσίες, που δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο. Δεν υπάρχει οτιδήποτε στο σύνταγμα, που να δικαιολογεί διαφοροποίηση της θέσεως του Γενικού Εισαγγελέα από τη θέση οποιουδήποτε άλλου διαδίκου. Η αρχή της ισότητας των όπλων διαπνέει το σύστημα μας. Γι' αυτό και ο Γενικός Εισαγγελέας πρέπει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, προτού επιτύχει άδεια για καταχώριση αιτήσεως για έκδοση προνομιακού διατάγματος. 2) Εκ πρώτης όψεως υπόθεση σημαίνει υπόθεση που έχει δύο όψεις, εκ των οποίων η μία εμφανίζεται επικρατέστερη από την άλλη. 3) Το άρθρο 148
(1)του Κεφ. 155 δεν μπορεί να εφαρμοστεί μετά το τέλος της δίκης. 4) Η αποδοχή ειδικής απαντήσεως με βάση το άρθρο 69
(3)του Κεφ. 155, ότι ο κατηγορούμενος είχε προηγουμένως αθωωθεί για το ίδιο αδίκημα, επιφέρει το τέλος της δίκης. Τούτο προκύπτει αναμφίβολα από το άρθρο 12. 2 του Συντάγματος, το οποίον ρητά απαγορεύει την εκ δευτέρου δίκη για το ίδιο αδίκημα. Έτσι είναι φανερό ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ζητήθηκε επιφύλαξη νομικού σημείου με βάση το άρθρο 148
(1)μετά το τέλος της δίκης. Δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Αίτηση απορρίπτεται. Αναφερόμενες Υποθέσεις: In Re Kakos
(1985)1 C. L. R. 250; Rex v. Amendt [1915] 2 K.B. 276; Xenophontos v. Republic, 2 R. S. C. C. 89; Police v. Athienitis
(1983)2 C. L. R. 194; Ellinas v. Republic
(1989)1 C. L. R.
- Αίτηση. Αίτηση από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για άδεια να καταχωρίσει αίτηση για έκδοση ενταλμάτων mandamus και certiorari στην απόφαση (Ποινική Υπόθεση Αρ. 414/89) του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρμακας ημερ.
- Γλ. Χατζηπέτρου, για τον αιτητή. ΠΙΚΗΣ, Δ. ανέγνωσε την ακόλουθή απόφαση. Το αντικείμενο της διαδικασίας είναι η αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα για την παραχώρηση άδειας για την καταχώριση αίτησης για την έκδοση των προνομιακών διαταγμάτων, (α) Certiorari, με το οποίο να ακυρώνεται απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερομηνίας 20/ 3/89, με την οποία απορρίφθηκε αίτημα του Γενικού Εισαγγελέα για την επιφύλαξη νομικού θέματος βάσει των διατάξεων του άρθρου 148 της Ποινικής Δικονομίας, και (b) Mandamus, με το οποίο να διατάσσεται το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας να παραπέμψει το θέμα που έχει εγερθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο. Συμπληρωματικά επιδιώκεται και η έκδοση διατάγματος Prohibition (απαγόρευση) με το οποίο αναστέλλεται η διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου μέχρι την αποπεράτωση της αίτησης αυτής· παρόλο που η διαδικασία αποπερατώθηκε αναφορικά με τους κατηγορουμένους εναντίον των οποίων στρέφεται έμμεσα η αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα. Τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την αίτηση είναι σε συντομία τα εξής: Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δέχθηκε την ειδική απάντηση των κατηγορουμένων που υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 69
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου - Κεφ. 155· συγκεκριμένα, ότι είχαν αθωωθεί σε προγενέστερη ποινική υπόθεση για τις ίδιες κατηγορίες και γεγονότα. Πράγματι, οι κατηγορούμενοι είχαν απαλλαγεί και αθωωθεί στις ίδιες κατηγορίες δυο περίπου μήνες ενωρίτερα, στην ποινική υπόθεση Αρ. 779/88 (Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας). Η αποδοχή της ειδικής απάντησης που προβλέπει το άρθρο 69
(1)(β) θέτει αφεαυτής τέρμα στη δίκη. Το άρθρο
- 2 του Συντάγματος απαγορεύει την "εκ δευτέρου" δίκη του ατόμου για αδίκημα για το οποίο έχει απαλλαγεί ή καταδικαστεί σε προηγούμενη ποινική υπόθεση. Το άρθρο
- 2 του Συντάγματος περιέχεται στο Μέρος II του Συντάγματος που κατοχυρώνει τα αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα του ανθρώπου. Προβλέπει: "Άρθρο
- 2: Ο απαλλαγείς ή καταδικασθείς δεν δι- κάζεται εκ δευτέρου διά το αυτό αδίκημα. Ουδείς τιμωρείται εκ δευτέρου διά την αυτήν πράξιν ή παράλειψιν, εκτός εάν συνεπεία τοιαύτης προεκλήθη θάνατος." Αποδοχή της ειδικής απάντησης βάσει του άρθρου 69
(1)(β) θέτει αυτομάτως τέρμα στη διαδικασία ως θέμα συνταγματικής τάξης. Μετά την αποδοχή της ειδικής απάντησης ο Γενικός Εισαγγελέας αξίωσε, μέσω του εκπροσώπου του, από το Δικαστήριο να επιφυλάξει, βάσει του άρθρου 148 του Κεφ. 155, το ακόλουθο νομικό σημείο: "Κατά πόσο ήταν ορθό για το Δικαστήριο να δεχθεί την ειδική απάντηση (special plea) των κατηγορουμένων 2, 3, 4 και 5, ότι δεν είχαν προηγουμένως αθωωθεί με βάση τα ίδια γεγονότα και τις ίδιες κατηγορίες." Είναι αδιαμφισβήτητο ότι στην πρώτη ποινική υπόθεση οι κατηγορούμενοι είχαν απαλλαγεί και αθωωθεί μετά τη διακοπή της διαδικασίας από τον Γενικό Εισαγγελέα βάσει των εξουσιών που του παρέχει το άρθρο
- 2 του Συντάγματος. Η αθώωση δεν προσβλήθηκε με έφεση όπως μας πληροφόρησε ο κ. Χατζηπέτρου. Ήταν η τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου. Για να υποβληθεί αίτηση για την έκδοση προνομιακών διαταγμάτων απαιτείται η άδεια των Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η άδεια παραχωρείται εφόσο ο αιτητής αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπόθεση ότι δικαιούται στη θεραπεία την οποία επιδιώκει. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την τελική όψη της υπόθεσης. Έστω και αν το θέμα έχει περισσότερες από μια όψεις και δεν είναι συνεπώς αναντίλεκτο, δικαιολογείται η παραχώρηση άδειας αν η πιο εμφανής όψη, η πρώτη, συνηγορεί υπέρ της θεραπείας που επιζητείται. Βεβαίως, αν το θέμα είναι αποκλειστικά νομικό η σημασία και οι συνέπειές του μπορεί να εκτιμηθούν με την ίδια ευχέρεια σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Η έννοια του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" στα πλαίσια της δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο
- 4 ήταν το αντικείμενο εξέτασης και ανάλυσης στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου In Re Kakos.* Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Δημοκρατίας που εκπροσώπησε τον Γενικό Εισαγγελέα εισηγήθηκε ότι όταν ο αιτητής είναι ο Γενικός Εισαγγελέας η άδεια παραχωρείται δικαιωματικά (as of right) ή κατά πάγια πρακτική του Δικαστηρίου (as of course). Την εισήγηση βάσισε στην απόφαση του αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Rex ν. Amendt* και στον Halsbury's Laws of England, 4th ed., Vol. 1, para. 160, όπου συνοψίζονται οι σχετικές αρχές και η πρακτική στην Αγγλία. Η πρακτική των αγγλικών δικαστηρίων είναι συνυφασμένη με την ιστορική εξέλιξη των θεσμών που διέπουν την έκδοση προνομιακών διαταγμάτων και με τη θέση του Γενικού Εισαγγελέα ως εκπροσώπου του Στέμματος. Όπως επισημαίνεται στην παράγραφο 160 του Halsbury's, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική του ευχέρεια να απορρίψει την αίτηση οποτεδήποτε η αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα αποβλέπει στην ακύρωση της απόφασης του Δικαστηρίου. Δεν το κρίνω αναγκαίο να επεκταθώ στην ανάλυση της αγγλικής πρακτικής επειδή για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω η αγγλική πρακτική δε μπορεί να τύχει εφαρμογής στην Κύπρο. Η θέση του Γενικού Εισαγγελέα στο Κυπριακό νομικό στερέωμά είναι διαφορετική από εκείνη του Γενικού Εισαγγελέα στην Αγγλία. Στην Κύπρο, ο Γενικός Εισαγγελέας δεν εκπροσωπεί την Εκτελεστική Εξουσία όπως ο Γενικός Εισαγγελέας στην Αγγλία είναι ανεξάρτητος λειτουργός της Πολιτείας και υπηρετεί κάτω από τους ίδιους όρους όπως και οι Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου (άρθρο
- 4 του Συντάγματος). Οι εξουσίες και οι αρμοδιότητές του καθορίζονται στο Πρώτο Κεφάλαιο του Μέρου VI του Συντάγματος. Οι αποφάσεις του Γενικού Εισαγγελέα στη σφαίρα των αρμοδιοτήτων του δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο.** Οι αρμοδιότητες του καθορίζονται στο Σύνταγμα. Το Σύνταγμα δε διαχωρίζει τη θέση του Γενικού Εισαγγελέα από εκείνη οποιουδήποτε άλλου διάδικου σε σχέση με την έκδοση προνομιακών διαταγμάτων ούτε κανένας νόμος παρέχει επιπρόσθετα δικαιώματα στο Γενικό Εισαγγελέα να αξιώσει την έκδοση προνομιακού διατάγματος. Η ισότητα ενώπιον του νόμου και της δικαιοσύνης καθιερώνεται από το Κυπριακό Σύνταγμα ως θεμελιακή αρχή του δικαίου - άρθρο 28.
- Απογορεύεται κάθε διάκριση που δε δικαιολογείται από την ανομοιογένεια μεταξύ των αντικειμένων και των υποκειμένων του δικαίου. Δε συντρέχει κανένας αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί την απαλλαγή του Γενικού Εισαγγελέα από το αποδεικτικό βάρος να αποκαλύψει την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης για την έκδοση προνομιακού διατάγματος. Αν δεν αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και επομένως σε απόρριψη. Και στην περίπτωση του Γενικού Εισαγγελέα, όπως και κάθε άλλου αιτητή, συντρέχουν οι ίδιοι ακριβώς λόγοι για την τεκμηρίωση εκ πρώτης υπόθεσης. Καταλήγω με τη διαπίστωση ότι ο Γενικός Εισαγγελέας, όπως και κάθε άλλος διάδικος, οφείλει να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση για να του παραχωρηθεί άδεια να υποβάλει αίτηση για την έκδοση προνομιακού διατάγματος. Αλλωστε ρητά επιζητείται από το Γενικό Εισαγγελέα η άδεια του Δικαστηρίου για να προχωρήσει στην καταχώριση αίτησης. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Μάρως Κυπριανού, Γραφέα στο Αρχείο του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα, στην οποία εκτίθενται τα γεγονότα που οδηγούν και υποστηρίζουν την αίτηση. Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι αν έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Αφού εξέτασα το θέμα καταλήγω ότι η απάντηση είναι αρνητική. Η αίτηση για επιφύλαξη του νομικού θέματος έγινε μετά την αποδοχή της ειδικής απάντησης των κατηγορουμένων. Με την αποδοχή έληξε η διαδικασία ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το αίτημα για επιφύλαξη του νομικού θέματος υποβλήθηκε βάσει των διατάξεων του άρθρου 148 του Κεφαλαίου
- Το άρθρο αυτό καθιστά επιτακτική την επιφύλαξη νομικού θέματος κατόπιν αιτήσεως του Γενικού Εισαγγελέα το οποίο εγείρεται στη διάρκεια της δίκης (during the trial). Το θέμα το οποίο ζητήθηκε από το Δικαστήριο να επιφυλάξει, αναφύηκε μετά το πέρας της δίκης. Δε μπορούσε επομένως ο Γενικός Εισαγγελέας να επικαλεσθεί τις πρόνοιες του άρθρου 148 η εφαρμογή των οποίων περιορίζεται σε θέματα τα οποία εγείρονται κατά τη διάρκεια της δίκης. Επομένως δεν έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ότι ο Δικαστής έσφαλε απορρίπτοντας το αίτημα. Δεν είχε δικαιοδοσία να επιφυλάξει, βάσει του άρθρου 148, οποιοδήποτε θέμα μετά την αποπεράτωση της διαδικασίας. Αν το αίτημα υποβαλλόταν βάσει του άρθρου 149 του Κεφαλαίου 155, ενδεχομένως το θέμα θα ετύγχανε διαφορετικής αντιμετώπισης αναφορικά με τις υποχρεώσεις του Δικαστηρίου να εκθέσει στο Ανώτατο Δικαστήριο την υπόθεση (state a case) για απόφαση. Το θέμα είναι βεβαίως θεωρητικό δεδομένου ότι δεν εγείρεται στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας. Και αν ακόμα έκρινα ότι η άρνηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αναφέρει το θέμα ήταν εσφαλμένη, και πάλι θα απέρριπτα, στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας, την αίτηση για παραχώρηση άδειας, για τους λόγους που επεξηγώ πιο κάτω: Το Επαρχιακό Δικαστήριο εστερείτο δικαιοδοσίας να αναθεωρήσει ή να διερευνήσει την ορθότητα της αθώωσης των κατηγορουμένων στην προγενέστερη ποινική Υπόθεση Αρ. 779/
- Η εξουσία του περιοριζόταν στη διαπίστωση της αθώωσης και στις επιπτώσεις της βάσει του άρθρου 69
(1)(β) του Κεφαλαίου 155. Όπως υποδεικνύεται στην πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπό- θέση Έλληνας, ανωτέρω, "... a judicial order can only be reviewed in either of two ways: (
- a)By way of appeal when a right of appeal is bestowed by it, or (
- b)way of Certiorari. Both jurisdictions vest exclusively in the Supreme Court." Δεν παρέχεται δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο για την αναθεώρηση αποφάσεων ομοβάθμιου δικαστηρίου ή την άσκηση δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας αναφορικά με την ορθότητά τους. Η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου περιοριζόταν, όπως έχει αναφερθεί, στη διαπίστωση της ύπαρξης των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 69
(1)(β) του Κεφ.
- Μετά τη θεμελίωση αυτών των προϋποθέσεων, το Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να αποδεχθεί την ειδική απάντηση· συνεπώς, θα ήταν εντελώς άσκοπη η παραπομπή του θέματος εκ νέου στο Επαρχιακό Δικαστήριο δεδομένου ότι η κατάληξη θα ήταν ακριβώς η ίδια για τους λόγους που έχω επεξηγήσει. Δεν προβαίνω σε κανένα σχόλιο αναφορικά με την ορθότητα της απόφασης του Δικαστηρίου στην Υπόθεση 779/88 να αθωώσει τους κατηγορουμένους μετά τη διακοπή της διαδικασίας βάσει των διατάξεων του άρθρου
- 2 του Συντάγματος. Το θέμα δεν εγείρεται ενώπιόν μου για απόφαση. Για τον ίδιο λόγο δε θα ασχοληθώ με την ερμηνεία της φράσης "Ο απαλλαγείς ή καταδικασθείς" στα πλαίσια του άρθρου
- 2 του Συντάγματος. Η αίτηση απορρίπτεται. *
(1985)1 C. L. R.
- * [1915] 2 K.B.D.,
- ** (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Xenophontos ν. Republic; 2 R. S. C. C. 89, Police ν. Athienitis
(1983)2 C. L. R. 194, Ellinas v. Republic,
(1989)1 C. L. R. 17. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο