Γεώργιος Κούτας ν. Δήμου Λευκωσίας
(1989)1E ΑΑΔ 516 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1989)1E ΑΑΔ 516 27 Σεπτεμβρίου, 1989 [ΣΑΒΒΙΔΗΣ, ΧΑΤΖΗΤΣΑΓΓΑΡΗΣ, ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ, Δ.Δ.] ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΤΑΣ, Εφεσείων, ν. ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Εφεσίβλητου. (Πολιτική Έφεση Αρ. 7608). Συμβάσεις - Οικονομικός καταναγκασμός (Economic duress) - Κατά πόσο υπάρχει δόγμα οικονομικού καταναγκασμού - Καταφατική η απάντηση στο ερώτημα - Πότε θεωρείται ότι υπάρχει οικονομικός καταναγκασμός, που οδηγεί σε ακύρωση της σύμβασης. O εφεσείων (ενάγων) ήταν υπάλληλος για 16 χρόνια στην Τράπεζα Κόπρου. Προκειμένου να τον πείσει να δεχθεί την θέση του Δημοτικού Γραμματέα του Δήμου Λευκωσίας, ο τότε Δήμαρχος Λευκωσίας Θεμιστοκλής Δέρβης υποσχέθηκε ότι σε περίπτωση, που ο ενάγων θα δεχθεί, η υπηρεσία του στην Τράπεζα Κύπρου θα υπολογισθεί για σκοπούς συντάξεως ως χρόνος υπηρεσίας στον Δήμο Λευκωσίας. Τούτο επιβεβαιώνεται από τα σχετικά πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου Λευκωσίας. O Δήμος Λευκωσίας ζήτησε την τροποποίηση των σχετικών κανονισμών, έτσι ώστε να μπορεί να υλοποιήσει την συμφωνία με τον εφεσείοντα. Το Υπουργικό Συμβούλιο δεν ενέκρινε την τροποποίηση. Ο εφεσείων υπηρέτησε 15 χρόνια στον Δήμο Λευκωσίας μέχρι την κανονική αφυπηρέτησή του. Ως αποτέλεσμα της μή τροποποιήσεως των κανονισμών κατεβλήθηκε
(1973)μειωμένο φιλοδώρημα κατά £2,515.375 μίλς και μειωμένη αιτήσια σύνταξη κατά £603.692 μίλς. O εφεσείων δεν ικανοποιήθηκε και συνέχισε να απαιτεί την υλοποίηση της συμφωνίας του, όπως η τελευταία έχει πιο πάνω περιγράφει. Ως αποτέλεσμα και κατόπιν γνωμοδοτήσεως προς το Υπουργικό Συμβούλιο από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα προτάθηκε στον εφεσείοντα όπως σε πλήρη και τελική εξόφληση της απαιτήσεώς του δεχθεί εφάπαξ ποσόν £5,000-, O εφεσείων δέχθηκε το ποσό αυτό και υπέγραψε εξοφλητικήν απόδειξη. Τούτο έγινε στις 13/8/73. H πάροδος του χρόνου απέδειξε ότι η διαφορά στην σύνταξη δεν μπορούσε να καλυφθεί με το πιο πάνω ποσό. Το 1984 ο εφεσείων επανήλθε στο θέμα και ζήτησε πάλιν να του καταβληθεί σύνταξη σύμφωνα με την πρώτη συμφωνία του. H σχετική επιστολή του εφεσείοντα παρέμεινε αναπάντητη και γι' αυτό ο εφεσείων κατεχώρισε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Το κύριο θέμα, που εξέτασε το Δικαστήριο, ήταν κατά πόσον η συμφωνία για την καταβολή του ποσού των £5,000 - ήταν άκυρη λόγω "οικονομικού καταναγκασμού", που είχε ασκήσει ο Δήμος Λευκωσίας. O εφεσείων ισχυρίστηκε ότι ο λόγος, που είχε δεχθεί, ήταν ότι βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, ότι είχε ενυπόθηκη υποχρέωση προς την Τράπεζα Κύπρου, ότι η Τράπεζα τον απειλούσε με πώληση της κατοικίας του, ότι ο νέος Δημοτικός Γραμματέας του είπεν ότι μπορούσε είτε να δεχθεί το ποσόν για εξόφληση είτε να το απωλέσει και να προχωρήσει δικαστικά. Το Επαρχιακό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή και βρήκε ότι η αποδοχή του ποσού των £5,000 - ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του εφεσείοντα. Γι' αυτό ο εφεσείων κατεχώρισε την παρούσα έφεση. O εφεσίβλητος Δήμος κατεχώρισε αντέφεση ότι εν πάση περιπτώσει το Επαρχικό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση, γιατί η διαφορά ήταν θέμα δημοσίου δικαίου, που ανάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Αρθρου 146 του Συντάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση, απεφάσισε:
(1)Απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του δόγματος του οικονομικού καταγκασμού είναι η άσκηση πιέσεως σε έναν συμβαλλόμενον ή να εγκαταλείψει ή να τροποποιήσει προ ζημιάν που καθορισμένα συμβατικά δικαιώματά του προς όφελος του συμβαλλόμένου, που ασκεί την πίεση, την οποίαν το δίκαιο θεωρεί απαράδεκτη και άδικη.
(2)H συνηθέστερη μορφή οικονομικού καταναγκαμού είναι η απειλή παράβασης συμβολαίου, εκτός εάν ο άλλος συμβαλλόμενος δεχθεί να μειώσει το ποσό, που πρέπει να εισπράξει ή να πληρώσει μεγαλύτερο ποσό, από εκείνο που οφείλει.
(3)H κακόπιστη, άδικη και ασυνείδητη συμπεριφορά του προσώπου που σκόπιμα ασκεί την πίεση ή που αποκομίζει όφελος από την πίεση, αποτελεί το βασικότερο στοιχείο οικονομικού καταναγκασμού.
(4)Επιπρόσθετα απαιτείται ύπαρξη συνθηκών είτε οικονομικής αδυναμίας του θύματος είτε κινδύνου προκλήσεως μεγαλύτερης ζημιάς σ' αυτόν, αν αρνηθεί να υποχωρήσει στις πιέσεις και η ταυτόχρονη ανυπαρξία λογικής διαζευτικής λύσεως.
(5)Το δόγμα του οικονομικού καταναγκασμού είναι αποτέλεσμα και έκφανση του δικαίου της επιείκειας (equity), που προστατεύει τον αδύνατο έναντι του δυνατού, τον αγαθό έναντι του πονηρού, του άδικου, του ασυνείδητου και του κακόπιστου.
(6)Στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε οικονομικός καταναγκασμός. H εκπλήρωση της συμφωνίας ήταν αντικειμενικά αδύνατη, εκτός αν επετυγχάνετο η τροποποίηση των κανονισμών. H απόπειρα τροποποιήσεως απέτυχε λόγω της αρνήσεως του Υπουργικού Συμβουλίου. O εφεσίβλητος Δήμος καλόπιστα προσπάθησε να τιμήσει την υποχρέωσή του. H προσφορά των £5,000 - έγινε ακριβώς λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας υλοποιήσεως της πρώτης συμφωνίας.
(7)Ενόψει του αποτελέσματος της εφέσεως δεν υπάρχει λόγος να εξεταστεί η αντέφεση σχετικά με το θέμα της δικαιοδοσίας. H Έφεση απορρίπτεται. H αντέφεση απορρίπτεται. Ουδεμία διαταγή για έξοδα. Αναφερόμενες Αποφάσεις: The Siboen and the Sibotre ([976] 1 Lloyds Rep. 293; North Ocean Shipping Co Ltd v. Hyundai Construction Co. Ltd, The Atlantic Baron [1978] 3 All E.R. 1170; Pao On v. Lan Yiu [1979] 3 All E.R. 65; Universal Tankship Inc. of Monrovia v. International Transport Worker's Federation [1982] 2 All E.R. 67; Atlas Express Ltd v. Kafvo Importers and Distributors Ltd [1989] 1 All E.R. 641; D and C Builders Ltd v. Rees [1965] 3 All E.R.
- Έφεση και αντέφεση. Έφεση και αντέφεση εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Παπαδόπουλος, Π.Ε.Δ. και Ηλιάδης, Ε.Δ.) ημερομηνίας 10 Μαρτίου, 1988 (Αριθμός Αγωγής 3507/87) με την οποία η αξίωσή του εναντίον των εναγόμενων για αποζημιώσεις για παράβαση ρητών και/ή εξυπακουόμενων όρων συμβολαίου εργοδότησης απορρίφθηκε. Μ. Γεωργίου, για τον εφεσείοντα. Α. Παντελίδης, για τους εφεσίβλητους. ΣΑΒΒΙΔΗΣ Δ: Την απόφαση του Δικαστηρίου θα απαγγείλει ο Δικαστής I. Πογιατζής. ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ Δ: H έφεση αυτή στρέφεται εναντίον της απόφασης του Πλήρους Επαρχικού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αγωγή 3507/87, με την οποία η αξίωση του εφεσείοντα, ενάγοντα στην αγωγή, εναντίον των εφεσίβλητων, εναγόμενων στην αγωγή, απορρίφθηκε στην ολότητά της. Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσια την αξίωση του εφεσείοντα όπως είναι διατυπωμένη στην Οπισθογράφηση Απαιτήσεως: "(A) Αποζημιώσεις για παράβαση ρητών και/ή εξυπακουόμενων όρων συμβολαίου εργοδότησης που περιέχονται στα πρακτικά των συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου των Εναγόμενων ημερ. 15.4.1959, 1/12/1967 και 15/12/
- (B) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι ήταν και συνεχίζουν να είναι νομικά και/ή συμβατικά υπεύθυ- νοι και υποχρεωμένοι να λαμβάνουν υπόψη στον υπολογισμό για τον καθορισμό της ετήσιας σύνταξης και/ή του Φιλοδωρήματος που ήταν και/ή που είναι υποχρεωμένοι οι Εναγόμενοι να καταβάλλουν προς τον Ενάγοντα τα χρόνια κα/ή τους μήνες υπηρεσίας του στην Τράπεζα Κύπρου επιπρόσθετα με τα χρόνια και/ή τους μήνες υπηρεσίας του στους Εναγόμενους ως οι αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου των Εναγόμενων ημερ. 15.4.1959, 1.12.1967 και 15.12.
- (Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την ειδική εκτέλεση των συμβατικών και/ή νομικών υποχρεώσεων των εναγόμενων που αναφέρονται πιο πάνω και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την καταβολήν από τους Εναγόμενους προς τον Ενάγοντα όλων των ποσών που είχε και έχει δικαίωμα ο Ενάγων να εισπράττει από τους Εναγόμενους ως ετήσια σύνταξη και/ή ως φιλοδώρημα. (Δ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία διαφοροποίησης των πιο πάνω αναφερομένων δικαιωμάτων του Ενάγοντα (WAIVER CONTRACT AND/OR COLLATERAL CONTRACT) που ο Ενάγων εσύναψε με τους Εναγόμενους κατά ή περί την 14.8.1973 και δυνάμει της οποίας είσπραξε ως επιπλέον φιλοδώρημα £5,000 από τους Εναγομένους είναι άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος NULL AND VOID γιατί αυτή είναι παράνομη και ή είναι ενάντια στη δημόσια πολιτική και/ή γιατί η εφαρμογή της καταστρατηγεί και/ή παραβιάζει την εφαρμογή των Περί Συντάξεων και Φιλοδωρημάτων Κανονισμών Δήμου Λευκωσίας του 1965-1979 και/ή γιατί ήταν αποτέλεσμα οικονομικού εξαναγκασμού και/ή ψυχικής πίεσης που ασκήθηκε από τους Εναγόμενους πάνω στον Ενάγοντα." O ισχυρισμός του εφεσείοντα ήταν ότι υπηρέτησε ως Δημοτικός Γραμματέας του Δήμου Λευκωσίας για δεκαπέντε περίπου χρόνια· προσλήφθηκε την 1/8/1957 και αφυπηρέτησε στις 30/9/
- Για τα αμέσως προηγούμενα δεκαέξι περίπου χρόνια ο εφεσείων υπηρετούσε ως υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου. Για να πείσει τον εφεσείοντα να εγκαταλείψει τη συντάξιμη θέση του στην Τράπεζα Κύπρου και να δεχθεί διορισμό στην επίσης συντάξιμη (θέση του Δημοτικού Γραμματέα, ο τότε Δήμαρχος Λευκωσίας Θεμιστοκλής Δέρβης διαβεβαίωσε τον εφεσείοντα ότι η δεκαεξάχρονη υπηρεσία του στην Τράπεζα Κύπρου θα συνυπολογιζόταν με την υπηρεσία του στο Δημαρχείο για τον καθορισμό του ύψους της σύνταξης και των άλλων ωφελημάτων αφυπηρέτησής του. Κατόπι και σαν αποτέλεσμα της πιο πάνω διαβεβαίωσης ο εφεσείων εγκατέλειψε τη λαμπρή σταδιοδρομία του στην Τράπεζα Κύπρου και αποδέχτηκε διορισμό ως Δημοτικός Γραμματέας. Στο πρακτικό της συνεδρίας του Δημοτικού Συμβουλίου ημερ. 15 Απριλίου 1959, που υπόγραψε ο τότε Δήμαρχος Λευκωσίας, και που κατατέθηκε σαν Τεκ. 1 αναφέρεται ότι "Αποφασίζεται όπως, λαμβανομένων υπόψη των ικανοποιητικών υπηρεσιών του Δημοτικού Γραμματέα κ. Γ. Κούτα, το Δημοτικό Συμβούλιο βεβαιώσει τον διορισμόν του, με αναγνώρισιν των υπηρεσιών του παρά τη Τραπέζη Κύπρου δεκαέξ ετών δια σκοπούς συντάξεως." Σε τρείς μεταγενέστερες συνεδρίες του το νέο Δημοτικό Συμβούλιο με Πρόεδρο τον κ. Οδυσσέα Ιωαννίδη ομόφωνα επιβεβαίωσε την απόφαση του προηγούμενου Συμβουλίου ημερομηνίας 15/4/1959, έδωσε δε οδηγίες για την τροποποίηση των σχετικών Κανονισμών του Δήμου κατά τρόπο που θα επιτρέπει την εκπλήρωση της πιο πάνω υποχρέωσης προς τον εφεσείοντα. Τα σχετικά πρακτικά των τριών συνεδριών του Δημοτικού Συμβουλίου υπόγραψε ο εφεσείων σαν Δημοτικός Γραμματέας. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις των Δημοτικών Κανονισμών ετοιμάστηκαν σύμφωνα με τις οδηγίες του Δημοτικού Συμβουλίου και υποβλήθηκαν στην Κυβέρνηση για έγκριση. H Κυβέρνηση όμως αρνήθηκε να τις εγκρίνει και ως εκ τούτου, όταν ο εφεσείων αφυπηρέτησε, το Δημοτικό Συμβούλιο παρά την επιθυμία του, αναγκάστηκε να καταβάλει σ' αυτόν φιλοδώρημα και ετήσια σύνταξη με βάση τη δεκαπενταετή μόνο υπηρεσία του στο Δήμο Λευκωσίας όπως προνοούσαν οι εν ισχύϊ Κανονισμοί, δηλαδή £2,384.375 μίλς φιλοδώρημα αντί £4,899.750 μίλς (διαφορά £2,515.375 μίλς) και ετήσια σύνταξη με τα δεδομένα του 1973 £572.248 μίλς αντί £1,175.940 μίλς (διαφορά £603.692 μίλς). Με τα δεδομένα των ετών 1975 και εντεύθεν η διαφορά της ετήσιας σύνταξης αυξάνεται σε βάρος του εφεσείοντα. Κατά τους υπολογισμούς του εφεσείοντα για την περίοδο μέχρι 31/12/1986, το συνολικό ποσό που του καταβλήθηκε ως ετήσια σύνταξη και φιλοδώρημα, περιλαμβανομένου του ποσού £5,000 στο οποίο θα αναφερθούμε πιο κάτω, ήταν κατά £20,175.33 σεντ μικρότερο εκείνου που θα είσπραττε αν συνυπολογιζόταν η υπηρεσία του στην Τράπεζα Κύπρου. O εφεσείων εξακολούθησε να απαιτεί καταβολή προσθέτων ποσών με βάση τον συνυπολογισμό της δεκαεξάχρονης υπηρεσίας του στην Τράπεζα Κύπρου. Το θέμα παραπέμφθηκε στο Γενικό Εισαγγελέα η γνωμάτευση του οποίου - Τεκ. 13 - οδήγησε στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 12.505 ημερομηνίας 19/7/ 1973 για καταβολή στον εφεσείοντα πρόσθετου συνολικού ποσού £5,
- Με επιστολή του ημερομηνίας 8/8/1973, Τεκ. 7, ο Δήμος Λευκωσίας πρόσφερε στον εφεσείοντα το πιο πάνω ποσό σε εξόφληση όλων των απαιτήσεών του σαν αποτέλεσμα της αναγνώρισης της δεκαεξάχρονης υπηρεσίας του στην Τράπεζα Κύπρου. Στις 13/8/1973 ο εφεσείων είσπραξε το πιο πάνω ποσό και υπόγραψε την απόδειξη, ΤΕΚ. 8, με την οποία αναγνώριζε ότι το έλαβε για πλήρη εξόφληση και ικανοποίηση οποιασδήποτε απαίτησής του εναντίον του Δήμου Λευκωσίας ή και των μελών της Δημοτικής Επιτροπής όπως και του Ταμείου Συντάξεως. Στις 13/10/1984 ο εφεσείων επανήλθε επί του θέματος με επιστολή του στο νέο Πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου κ. Λέλλο Δημητριάδη, παραπονούμενος ότι αδικήθηκε. H επιστολή αυτή παράμεινε αναπάντητη. Αναφορικά με την είσπραξη του ποσού των £5,000 και την απόδειξη που υπόγραψε, Τεκ. 8, ο εφεσείων ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, ότι είχε ενυπόθηκο χρέος στην Τράπεζα Κύπρου, ότι η Τράπεζα τον πίεζε για πληρωμή και τον απειλούσε με άμεση πώληση της κατοικίας του για ικανοποίηση του ενυπόθηκου χρέους, ότι ο Δημοτικός Γραμματέας του είπε ότι μπορούσε είτε να δεχτεί το ποσό σε πλήρη εξόφληση είτε να το απορρίψει και να προχωρήσει δικαστικά και ότι, κάτω από τις συνθήκες αυτές, ενήργησε χωρίς την ελεύθερη βούλησή του και εξαναγκάστηκε να αποδεχτεί την προσφορά για να πληρώσει την Τράπεζα. H μαρτυρία του εφεσείοντα ήταν η μόνη που είχε προσαχθεί και το Πρωτόδικο Δικαστήριο την αποδέχτηκε στο σύνολό της. Στηριζόμενος στα πιο πάνω γεγονότα ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα πρόβαλε στην Έκθεση Απαίτησης τη θέση ότι: (α) η παράλειψη των εφεσίβλητων να συνυπολογίσουν την υπηρεσία του εφεσείοντα στην Τράπεζα Κύπρου στον καθορισμό του ποσού του φιλοδωρήματος και της ετήσιας σύνταξής του ισοδυναμεί με παράβαση των όρων της συμφωνίας εργοδότησης του εφεσείοντα και/ή των Κανονισμών αρ. 4 και 13 των περί Συντάξεων και Φιλοδωρημάτων Κανονισμών Δήμου Λευκωσίας 1965-
- (β) ο εφεσείων αποδέχτηκε το ποσό των £5,000 κάτω από περιστάσεις που συνιστούν οικονομικό καταναγκασμό και/ή ψυχική πίεση και ως εκ τούτου δε δεσμεύεται από τη δήλωση του, Τεκ.
- Στην Υπεράσπισή τους οι εφεσίβλητοι ήγειραν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι, εφόσον ο εφεσείων δεν πρόσβαλε κάτω από το άρθρο 146 του Συντάγματος την άρνηση των εφεσίβλητων να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις του, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί της αγωγής. Αναφορικά με την ουσία της απαίτησης, οι εφεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι: (α) οι υποσχέσεις και/ή διαβεβαιώσεις που δόθηκαν στον εφεσείοντα ήταν παράνομες και/ή ultra vires και δεν είναι ως εκ τούτου δεσμευτικές για τους εφεσίβλητους· (β) οι εφεσίβλητοι κατέβαλαν στον εφεσείοντα φιλοδώρημα και σύνταξη σύμφωνα με τους εν ισχύϊ Κανονισμούς· (γ) οι εφεσίβλητοι κατέβαλαν χαριστικώς στον εφεσείοντα πρόσθετο ποσό £5,000, το οποίο ο εφεσείων έλαβε για πλήρη εξόφληση των απαιτήσεών του όπως ρητά αναφέρεται στη γραπτή δήλωσή του, Τεκ. 8, και ως εκ τούτου εμποδίζεται να εγείρει την παρούσα αγωγή (δ) το Τεκ. 8 είναι έγκυρο και δεσμευτικό και κανένας οικονομικός καταναγκασμός ή ψυχική πίεση δεν ασκήθηκε στον εφεσείοντα από τους εφεσίβλητους για την αποδοχή του ποσού των £5,
- Στην απόφασή του που είχε επιφυλάξει και του απάγγειλε στις 10 Μάρτιου 1988, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέδωσε την ετυμηγορία του πάνω σε όλα τα επίδικα θέματα που είχαν εγερθεί από τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων. Περιορίστηκε μόνο στην εξέταση και λύση του επίδικου θέματος που είχε σχέση με τις νομικές συνέπειες της υπογραφής από τον εφεσείοντα της δήλωσης, Τεκ. 8, σε συσχετισμό με τον ισχυρισμό του για άσκηση οικονομικού καταναγκασμού και αποφάσισε ότι παρόλο που ο εφεσείων αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες, η από μέρους του αποδοχή του ποσού των £5,000 και η υπογραφή της δήλωσης, Τεκ. 8, ήταν αποτέλεσμα της δικής του ελεύθερης βούλησης και όχι οποιουδήποτε οικονομικού καταναγκασμού (economic duress). H διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, για την εγκυρότητα και δεσμευτικότητα του Τεκ. 8 είχε σαν επακόλουθο το άλλο εύρημα του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή ο εφεσείων εμποδίζεται (is estopped) να εγείρει την παρούσα αγωγή την οποία και απόρριψε χωρίς οποιαδήποτε διαταγή αναφορικά με τα έξοδα. Με την Ειδοποίηση Εφέσεως που καταχώρισε, ο εφεσείων επικαλείται επτά συνολικά λόγους εφέσεως μερικοί από τους οποίους εγκαταλείφθηκαν από το δικηγόρο του είτε ρητά είτε σιωπηρά στη διάρκεια τη αγόρευσής του ενώπιόν μας. Στο τέλος της ημέρας η έφεση περιορίστηκε εναντίον του ευρήματος του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η δήλωση, Τεκ. 8, ήταν προϊόν της ελεύθερης βούλησης του εφεσείοντα και όχι οποιουδήποτε οικονομικού καταναγκασμού του. Πολύ ορθά ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα δεν αμφισβήτησε ότι. αν το Τεκ. 8 ήταν πράγματι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του εφεσείοντα, ο τελευταίος εμποδίζεται να εγείρει την αγωγή του για το μοναδικό αυτό λόγο. Με τους λόγους αντεφέσεως που καταχώρισαν οι εφεσίβλητοι, επαναλαμβάνεται η προδικαστική ένσταση εναντίον της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου που είχαν εγείρει στην Υπεράσπισή τους. Θα ασχοληθούμε πρώτα με τα θέματα που εγείρονται στην έφεση και μετά με εκείνα που εγείρονται στην αντέφεση. Οικονομικός Καταναγκασμός (economic duress) Για να είναι δεσμευτική και δημιουργός έγκυρης νομικής σχέσης, η δήλωση του εφεσείοντα, Τεκ. 8, πρέπει να είναι αποτέλεσμα της δικής του ελεύθερης βούλησης. Αν είναι προϊόν καταναγκασμού (duress) που ασκήθηκε από τους εφεσίβλητους δεν επιφέρει οποιαδήποτε νομικά αποτελέσματα, ούτε είναι έγκυρη ή δεσμευτική. O καταναγκασμός που επικαλείται ο εφεσείων στην παρούσα περίπτωση είναι οικονομικός καταναγκασμός. H μορφή αυτή του καταναγκασμού έχει αναγνωριστεί από Άγγλους Δικαστές σε αριθμό σχετικά πρόσφατων υποθέσεων ότι επιφέρει τα ίδια ακυρωτικά αποτελέσματα που επιφέρει κάθε άλλη μορφή καταναγκασμού. Παράδειγμα παρέχουν οι υποθέσεις The Siboen and The Sibotre [1976] 1 Lloyds Rep. 293 and North Ocean Shipping Co Ltd v. Hyundai Construction Co Ltd, The Atlantic Baron [1978] 3 All E.R.
- Μερικά αποσπάσματα από την απόφαση του Λόρδου Scarman στην υπόθεση Pao On ν. Lan Yiu [1979] 3 All E.R. 65 δείχνουν καθαρά ότι αναγνωρίζεται το δόγμα του οικονομικού καταναγκασμού. Στην ίδια υπόθεση ο Άγγλος Δικαστής σκιαγραφεί το δόγμα αυτό ως εξής στις σελ. 78 και 79: "Duress, whatever form it takes, is a coercion of the will so as to vitiate consent. Their Lordships agree with the observation of Kerr J in The Siboen and The Sibotre that in a contractual situation commercial pressure is not enough. There must be present some factor 'which could in law be regarded as a coercion of his will so as to vitiate his consent'. This conception is in line with what was said in this Board's decision in Barton v. Armstrong by Lord Wilberforce and Lord Simon of Glaisdale, observations with which the majority judgment appears to be in agreement. In determining whether there was a coercion of will such that there was no true consent, it is material to enquire whether the person alleged to have been coerced did not protest; whether, at the time he was allegedly coerced into making the contract, he did or did not have an alternative course open to him such as an adequate legal remedy; whether he was independently advised; and whether after entering the contract he took steps to avoid it. All these matters are, as was recognised in Maskell v: Horner, relevant in determining whether he acted voluntarily or not. In the present case there is unanimity amongst the judges below that there was no coercion of Lau's will. In the Court of Appeal the trial judge's finding (already quoted) that Lau considered the matter thoroughly, chose to avoid litigation, and formed the opinion that the risk in giving the guarantee was more apparent than real was upheld. In short, there was commercial pressure, but no coercion. Even if this Board was disposed, which it is not, to take a different view, it would not substitute its opinion for that of the judged below on this question of fact. It is, therefore, unnecessary for the Board to embark on an enquiry into the question whether English law recognises a category of duress known as 'economic duress'. But, since the question has been fully argued in this appeal, their Lordships will indicate very briefly the view which they have formed. At common law money paid under economic compulsion could be recovered in an action for money had and received: see Astley v. Reynolds. The compulsion has to be such that the party was deprived of 'his freedom of exercising his will'. It is doubtful, however, whether at common law any duress other than duress to the person sufficed to render a contract voidable; see Blackstone's Commentaries and Skeate v. Beale. American law (Willstone on Contracts) now recognises that a contract may be avoided on the ground of economic duress. The commercial pressure alleged to constitute such duress must, however, he such that the victim must have entered the contract against his will, must have had no alternative course open to him, and must have been confronted with coercive acts by the party exerting the pressure: see Willston on Contracts. American judges pay great attention to such evidential matters as the effectiveness of the alternative remedy available, the fact of absence of protest, the availability of independent advice, the benefit received, and the speed with which the victim has sought to avoid the contract. Recently two English judges have recognised that commercial pressure may constitute duress the pressure of which can render a contract voidable: see Kerr J in The Siboen and the Sibotre and Mocatta J in North Ocean Shipping Co Ltd v. Hyundai Constrution Co Ltd. Both stressed that the pressure must be such that the victim's con- sent to the contract was not a voluntary act on his part. In their Lordship's view, there is nothing contrary to principle in recognising economic duress as a factor which may render a contract voidable, provided always that the basis Of such cognition is that it must amount to a coercion of will, which vitiates consent. It must be shown that the payment made or the contract entered into was not a voluntary act." Στην υπόθεση Universe Tankships Inc of Monrovia v. International Transport Worker's Federation [1982] 2 All E.R. 67 ο Λόρδος Diplock αναγνώρισε την αρχή του οικονομικού καταναγκασμού και τόνισε ότι εφαρμόζεται εκεί που η φαινομενική συγκατάθεση της μιας πλευράς είναι προϊόν πίεσης που ασκείται από την άλλη πλευρά, την οποία ο νόμος δε θεωρεί νόμιμη. Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Atlas Express Ltd ν. Kafco (Importers and Distributors) Ltd [1989] 1 All E.R. 641 o Δικαστής Tucher υιοθετεί, αναλύει και εφαρμόζει τις αποφάσεις στις πιο πάνω υπόθεσεις και καταλήγει λέγοντας τα εξής στη σελ. 646: "Reverting to the case before me, I find that the defendant's apparent consent to the agreement was induced by pressure which was illegitimate and I find that it was not approbated. In my judgment that pressure can properly be described as economic duress, which is a concept recognised by English law, and which in the circumstances of the present case vitiates the defendant's apparent consent to the agreement". Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα αναφέρθηκε στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση D&C Builders, Ltd v. Rees [1965] 3 All E.R. 837 και εισηγήθηκε ότι εφαρμόζεται απόλυτα στα γεγονότα της υπόθεσης του εφεσείοντα. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην απόφαση του Λόρδου Denning, M.R., ο οποίος στη σελ. 841 είπε τα εξής: "So much so that we can now say that, when a creditor and a debtor enter on a course of negotiation, which leads the debtor to suppose that, on payment of the lesser sum, the creditor will not enforce payment of the balance, and on the faith thereof the debtor pays the lesser sum and the creditor accepts it as satisfaction: then the creditor will not be allowed to enforce payment of the balance when it would be inequitable to do so. This was well illustrated during the last war. Tenants went away to escape the bombs and left their houses unoccupied. The landlords accepted reduced rent for the time they were empty. It was held that the landlords could not afterwards turn round and sue for the balance: see Central London Property Trust, Ltd. v. High Trees House, Ltd. This caused at the time some eyebrows to be raised in high places. But they have been lowered since. The solution was so obviously just that no-one could well gainsay it. In applying this principle, however, we must note the qualification. The creditor is barred from his legal rights only when it would be inequitable for him to insist on them. Where there has been a true accord, under which the creditor voluntarily agrees to accept a lesser sum in satisfaction, and the debtor acts on that accord by paying the lesser sum and the creditor accepts it, then it is inequitable for the creditor afterwards to insist on the balance. But he is not bound unless there has been truly an accord between them. In the present case, on the facts as found by the judge, it seems to me that there was no true accord. The debtor's wife held the creditor to ransom. The creditor was in need of money to meet his own commitments, and she knew it. When the creditor asked for payment of the £480 due to him, she said to him in effect: 'We cannot pay you the £
- But we will pay you £300 if you will accept it in settlement. If you do not accept it on those terms, you will get nothing. £300 is better than nothing.' She had no right to say any such thing. She could properly have said: 'We cannot pay you more than £300: Please accept it on account.' But she had no right to insist on his taking it is settlement. When she said: 'We will pay you nothing unless you accept £300 in settlement', she was putting undue pressure on the creditor. She was making a threat to break the contract (by paying nothing) and she was doing it so ? as to compel the creditor to do what he was unwilling to do (to accept £300 in settlement): and she succeeded. He complied with her demand. That was on recent authority a case of intimidation (see Rooks v. Barnard and J Τ. Stratford & Son, Ltd v. Lindley). In these circumstances there was no true accord so as to found a defence of accord and satisfaction (see Day v. McLea). There is also no equity in the defendant to warrant any departure from the due course of law. No person can insist on a settlement procured by intimidation. In my opinion there is no reason in law or equity why the creditor should not enforce the full amount of the debt due to him. I would, therefore, dismiss this appeal." Από τα αποσπάσματα των Αγγλικών αποφάσεων που παραθέτουμε πιο πάνω προκύπτει ότι απαραίτητο στοιχείο του οικονομικού καταναγκασμού είναι η άσκηση πίεσης σε ένα συμβαλλόμενο να εγκαταλείψει ή να τροποποιήσει προς ζημιά του καθορισμένα συμβατικά δικαιώματά του προς όφελος του συμβαλλόμενου που ασκεί την πίεση την οποία ο νόμος θεωρεί απαράδεκτη και άδικη (inquitable). H πιο συνηθισμένη μορφή οικονομικού καταναγκασμού είναι η απειλή παράβασης συμβολαίου από το συμβαλλόμενο που ασκεί την πίεση εκτός εάν ο άλλος συμβαλλόμενος δεχθεί είτε να μειώσει το προς αυτόν οφειλόμενο ποσό είτε να αυξήσει το ποσό που οφείλει να πληρώσει βάσει του συμβολαίου. H κακόπιστη, άδικη και ασυνείδητη συμπεριφορά του προσώπου που εσκεμμένα ασκεί την πίεση ή που κομίζει όφελος από την άσκηση της πίεσης αποτελεί το βασικότερο συστατικό του οικονομικού καταναγκασμού. Απαιτείται επίσης ύπαρξη συνθηκών είτε οικονομικής αδυναμίας του θύματος είτε κινδύνου πρόκλησης μεγαλύτερης ζημιάς σ' αυτόν αν αρνηθεί να υποχωρήσει στις πιέσεις και η ταυτόχρονη ανυπαρξία λογικής διαζευτικής λύσης ή θεραπείας. Το δόγμα του οικονομικού καταναγκασμού είναι αποτέλεσμα και έκφραση του δικαίου της επιείκειας (equity) οι αρχές του οποίου προστατεύουν τον αδύνατο έναντι του δυνατού και τον αγαθό έναντι του πονηρού, του άδικου, του ασυνείδητου και του κακόπιστου. Τα γεγονότα της υπόθεσης του εφεσείοντα διαφέρουν πολύ από τα γεγονότα των υποθέσεων που αναφέραμε πιο πάνω στις οποίες οι πιέσεις ασκήθηκαν με σκοπό την άδικη ελάττωση ή αύξηση καθορισμένων συμβατικών ποσών ή χρεών. O εφεσείων ενήργησε στηριζόμενος σε υποσχέσεις και/ ή διαβεβαιώσεις του τότε Δημάρχου Λευκωσίας Θ. Δέρβη οι οποίες, όπως μεταγενέστερα διαπίστωσαν τα ενδιαφέρομενα μέρη, ήταν νομικά αδύνατο να εκπληρωθούν χωρίς τη συγκατάθεση της Κυβέρνησης, η οποία ουδέποτε δόθηκε παρά τις επανειλημμένες ειλικρινείς προσπάθειες των εφεσίβλητων των οποίων η καλή πίστη ήταν εμφανής σε όλα τα στάδια. Χωρίς την τροποποίηση των Κανονισμών η καταβολή στον εφεσείοντα ετήσιας σύνταξης και φιλοδωρήματος με βάση 31 αντί 15 χρόνια υπηρεσίας ήταν παντελώς ανέφικτη είτε με δικαστικά μέτρα είτε άλλως πως. Μπροστά σ' αυτή την αντικειμενική αδυναμία η προσφορά των £5,000 στον εφεσείοντα έγινε με βάση ότι ο τελευταίος δικαιούται σε κάποιο εφ' άπαξ ποσό αποζημιώσεων το, οποίο, όπως φαίνεται από τη γνωμάτευση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα στο Υπουργικό Συμβούλιο ημερομηνίας 29/5/1973, Τεκ. 13 υπολογίστηκε ως εξής: (α) Ολόκληρη η διαφορά του φιλοδωρήματος ανερχόμενη σε £2,515.375 μίλς (β) £2,414.768 μίλς διαφορά της σύνταξης £603.692 μίλς ετησίως πολλαπλασιαζόμενη επί τέσσερα έτη "λαμβανομένων υπόψη των υπό του Δικαστηρίου εφαρμοζόμενων δια παρομοίας αποζημιώσεις σχετικών παραγόντων (βλ. Quantum of Damages Vol. 1, 3rd edition, by Kemp and Kemp pages 30, 33 10th Cum Supt)". Φαίνεται, λοιπόν, ότι για τον υπολογισμό της ζημιάς του εφεσείοντα από την ελλατωμένη μελλοντική ετήσια σύνταξη, εφαρμόστηκαν κριτήρια και μέθοδοι που εφαρμόζουν τα Δικαστήρια στον υπολογισμό αποζημιώσεων για απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων από εργασία που θα εκτελούσαν πρόσωπα που πληγώθηκαν ή σκοτώθηκαν σε οδικά ατυχήματα. Παρά το γεγονός ότι η εφαρμογή των πιο πάνω κριτηρίων στην περίπτωση του εφεσείοντα δυνατό να μην ήταν πολύ επιτυχής, γιατί ενώ στην περίπτωση τροχαίων ατυχημάτων η ετήσια απώλεια πολλαπλασιάζεται επί του αριθμού των ετών που αντιπροσωπεύουν, θεωρητικά βέβαια, τη χρονική περίοδο στη διάρκεια της οποίας ο παθών λαμβανομένων υπόψη της ηλικίας, της υγείας και του είδους τη απασχόλησής του, θα είχε εισοδήματα από την εργασία του, στον εφεσείοντα η σύνταξη καταβάλλεται στη διάρκεια ολόκληρης της φυσικής του ζωής. Μεταγενέστερα γεγονότα, και συγκεκριμένα η συνεχώς διευρυνόμενη διαφορά στην ετήσια σύνταξη που άρχισε και συνεχίζεται μετά το 1975 και η διάρκεια, βέβαια, της φυσικής ζωής του εφεσείοντα που παρατείνεται μετά το 1973 για περίοδο, ευτυχώς, πολύ πέραν των τεσσάρων χρόνων, κατέστησαν το ποσό που είχε τότε προσφερθεί στον εφεσείοντα δυσανάλογα μικρό συγκρινόμενο με εκείνο που θα είσπραττε μέχρι σήμερα αν η Κυβέρνηση συμφωνούσε στην τροποποίηση των Κανονισμών που είχαν προτείνει οι εφεσίβλητοι. Παρόλα αυτά, με τα δεδομένα του 1973 κρινόμενη η προσφορά του ποσού των £5,000 από τους εφεσίβλητους στον εφεσείοντα δεν παύει να είναι μια καλόπιστη προσπάθεια καθορισμού κάποιου δίκαιου και λογικού ποσού γενικών αποζημιώσεων, την οποία ο εφεσείων δέχτηκε ελεύθερα χωρίς να ασκηθεί πάνω του οποιαδήποτε άπρεπη ή άδικη πίεση και παρά το γεγονός ότι μπορούσε, αν ήθελε, να διεκδικήσει με αγωγή μεγαλύτερο ποσό. Για τους λόγους που επεξηγούμε πιο πάνω το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων απότυχε να αποδείξει ότι ασκήθηκε εναντίον του οικονομικός καταναγκασμός είναι ορθό. Η έφεση απορρίπτεται. Αντέφεση Οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι θέματα συντάξεων και φιλοδωρημάτων υπαλλήλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ανάγονται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο 146 του Συντάγματος. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέδωσε την ετυμηγορία του πάνω στην πρωδικαστική ένσταση των εφεσίβλητων, που αφορούσε τη δικαιοδοσία του να επιληφθεί της ουσίας της αγωγής του εφεσείοντα. Κάτω από τις παρούσες περιστάσεις και εν όψει της απόρριψης της έφεσης, η αντέφεση παραμένει χωρίς αντικείμενο και κανένας χρήσιμος σκοπός για την παρούσα διαδικασία δε θα εξυπηρετηθεί αν ασχοληθούμε με τα θέματα που εγείρονται στην αντέφεση. Αν η απόφαση πάνω στα θέματα αυτά είχε πράγματι τόσο μεγάλη σημασία για τους εφεσίβλητους, διερωτώμαστε γιατί ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εφεσίβλητων που επίμονα μας είχε καλέσει να τα αποφασίσουμε, δεν έκαμε χρήση στο Επαρχιακό Δικαστήριο της Δ.27 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας για την εκδίκαση της προδικαστικής του ένστασης πριν αρχίσει η εκδίκαση της ουσίας της αγωγής του εφεσείοντα. H αντέφεση απορρίπτεται. Λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων δεν εκδίδουμε οποιαδήποτε διαταγή αναφορικά με τα έξοδα είτε της έφεσης είτε της αντέφεσης. Έφεση και αντέφεση απορρίπτονται χωρίς έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο