Famiro Spinning Company Ltd. ν. Ami Knitting and Clothing Industries Ltd.
(1989)1E ΑΑΔ 741 30 Νοεμβρίου, 1989 [ΣΑΒΒΙΔΗΣ, ΚΟΥΡΡΗΣ, ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ, Δ.Δ.] FAMIRO SPINNING COMPANY LTD., Εφεσείοντες - Ενάγοντες, v. AMI KNITTING AND CLOTHING INDUSTRIES LTD., Εφεσίβλητων - Εναγόμενων. (Πολιτική Έφεση Αρ. 7519). Πολιτική Δικονομία - Οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί, Θ. 25, K. 1 και Θ. 23, K. 2 - Γεγονότα προκύψαντα μετά την καταχώριση απάντησης και υπεράσπισης σε ανταπαίτηση - H ορθή διαδικασία είναι η καταχώριση νέας απαντήσεως και υπερασπίσεως και όχι η τροποποίηση της ήδη καταχωρισθείσας απαντήσεως και υπερασπίσεως στην ανταπαίτηση - H νομική σχέση μεταξύ τον Θεσμού Θ. 25, K. 1 και Θ. 23, K. 2 - Μετά την καταχώριση της νέας απαντήσεως και υπερασπίσεως σύμφωνα με τον Θ. 23, K. 2 μπορεί να επακολουθήσει διαδικασία τροποποιήσεως τον δικογράφου αυτού σύμφωνα με τον Θ. 25, K.
- H ενάγουσα ήγειρε αγωγή για υπόλοιπο τιμήματος εμπορευμάτων, πωληθέντων και παραδοθέντων. H εναγόμενη πρόβαλε την υπεράσπιση ότι τα εμπορεύματα δεν ήταν της συμφωνησθείσας ποιότητας. Με βάση τον ισχυρισμό αυτό η εναγόμενη κατεχώρισε και ανταπαίτηση. H ενάγουσα κατεχώρισε απάντηση και υπεράσπιση σε ανταπαίτηση. Αρκετό χρόνο μεταγενέστερα η ενάγουσα υπέβαλε αίτηση για τροποποίηση της απαντήσεως και υπερασπίσεως στην ανταπαίτηση. Σκοπός, μεταξύ άλλων, ήταν και η προσθήκη γεγονότων, που είχαν προκύψει μετά την καταχώριση της απάντησης και της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Σχετικά με το τμήμα αυτό της αιτήσεως το πρωτόδικό Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση, με την αιτιολογία ότι η ορθή διαδικασία δεν είναι εκείνη της τροποποήσεως (Θ. 25, K. 1), αλλά εκείνη της καταχώρισης νέας απαντήσεως και υπερασπίσεως στην ανταπαίτηση σύμφωνα με τον Θ. 23, K.
- H ενάγουσα κατέχωρισε την παρούσα έφεση. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση. H αιτιολογία της αποφάσεως προκύπτει επαρκώς από την πιο πάνω περιληπτική σημείωση. H έφεση απορρίπτεται με έξοδα. Αναφερόμενες αποφάσεις: Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd. and Another
(1979)1 C.L.R. 542, στην οποία γίνεται ανάλυση των σχετικών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. H Δ.23 στην οποία στηρίχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο κάτω από το γενικό τίτλο "Matters arising pending action" προνοεί τα πιο κάτω:- "
- Any ground of defence which haw arisen after action brought, but before the defendant has delivered his defence, and before the time limited for his doing so has expired, may be raised by the defendant in his defence, either alone or together with other grounds of defence, and if, after a defence has been delivered, any ground of defence arises to any counter-claim put in by the defendant, it may be raised by the plaintiff in his defence to the counter-claim, either alone or together with any other ground of defence.
- Where any ground of defence arises after the defendant has delivered his defence, or after the time limited for his doing so has expired, the defendant may, and where any ground of defence to counter-claim, arises after defence to the counter-claim, or after the time limited for delivering such defence has expired, the plaintiff may, within fifteen days after such ground of defence has arisen or at any subsequent time by leave of the Court or a Judge, deliver a further defence as the case may be, setting forth the same. 3...................................................................." Ο δικηγόρος των εφεσειόντων αναπτύσσοντας τους λόγους στους οποίους στήριξε την έφεση του ισχυρίστηκε πως ο ευπαίδευτος Δικαστής έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου με το:- (α) Να παραλείψει να σημειώσει ότι η Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι πλατείας και γενικής εφαρμογής ώστε να επιτρέπει την τροποποίηση όλων των δικογράφων συμπεριλαμβανομένης της Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση για οποιαδήποτε εύλογη αιτία σε στάδιο της διαδικασίας. (β) Να παραλείψει να λάβει υπόψη ότι η Δ: 25 εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. (γ) Να παραλείψει να επισημάνει το πνεύμα και το σκοπό της Δ.
- (δ) Να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η υπόθεση εμπίπτει αποκλειστικά μέσα στις πρόνοιες της Δ.23, η οποία απλώς ισοδυναμεί με μια πρόσθετη θεραπεία σ' εκείνη που προνοεί η Δ.
- (ε) Λανθασμένα βρήκε πως οι πρόνοιες της Δ.23 ήταν επιτακτικής φύσης. Επιπλέον ισχυρίστηκε πως με το να απορρίψει την αίτηση για τις τροποποιήσεις επέτρεψε σε κοινές διαδικασίες να παραμερίσουν ουσιαστικές αρχές νόμου και το δικαίωμα ενός διάδικου να παρουσιάσει την υπόθεσή του σωστά στο Δικαστήριο. Είναι φανερό από το περιεχόμενο της αίτησης και της ενόρκου δηλώσεως που τη συνοδεύει, και είναι αποδεκτό και από τις δυο πλευρές, πως τα γεγονότα που προβάλλονται στις παραγράφους της αίτησης για τροποποίηση, την τροποποίηση των οποίων απόρριψε το πρωτόδικο Δικαστήριο, είναι γεγονότα που εγέρθηκαν μετά την καταχώριση της Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Συνεπώς, είναι τέτοια που εμπίπτουν στις πρόνοιες της Δ.23, θ. 2, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι πρόνοιες της Δ.23, θ. 2, είναι σαφείς και καθορίζουν τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί σε τέτοια περίπτωση. Αν, σύμφωνα με τη Διαταγή αυτή, τα γεγονότα αυτά έχουν εγερθεί μέσα σε διάστημα 15 ημερών από την καταχώριση της Υπεράσπισης ή της Υπεράσπισης σε Ανταπαίτηση, ο εναγόμενος στην πρώτη περίπτωση και ο. ενάγων στη δεύτερη, μπορούν, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, να καταχωρίσουν συμπληρωματική υπεράσπιση προβάλλοντας τα νέα αυτά γεγονότα: Σε περίπτωση που περάσουν οι 15 μέρες η διαδικασία αυτή μπορεί να γίνει με άδεια του Δικαστηρίου. Έτσι, καμιά αίτηση για τροποποίηση δε χρειάζεται για να προβληθούν τα νέα αυτά γεγονότα. Οι πιο πάνω ειδικές πρόνοιες με κανένα τρόπο δεν έρχονται σε σύγκρουση με τις γενικές πρόνοιες της Δ.25 για τροποποίηση των δικογράφων μετά τη συμπλήρωσή τους. Όπου τυγχάνει εφαρμογής η ειδική πρόνοια της Δ.23, θ. 2 τότε η διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί είναι αυτή που προνοείται από τη Διαταγή αυτή. Αν, και μετά την καταχώριση της συμπληρωματικής υπεράσπισης, κριθεί αναγκαία οποιαδήποτε τροποποίηση των δικογράφων στα γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτά, χωρίς όμως προσθήκη νέων γεγονότων που εγέρθηκαν αργότερα, εκτός αν αυτά εισαχθούν με τη διαδικασία της Δ.23, Θ.2 , τότε έρχονται σε εφαρμογή οι πρόνοιες της Δ.25 που παρέχουν τη διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να επιτρέψει την τροποποίηση. Συνεπώς, πολύ ορθά ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής απόφασισε πως η διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί στην προκειμένη περίπτωση ήταν αυτή που προνοεί η Δ.23, θ.2, και όχι η διαδικασία για τροποποίηση κάτω από τη Δ.
- Σαν αποτέλεσμα η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του εφεσείοντα/ενάγοντα. Έφεση απορρίπτεται με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο