← Κύπρος

Αναφορικά με την Αίτηση της Δέσποινας Μερκεζά κ.α., Αίτηση Αρ. 64/96, 10.7.96

Αναφορικά με την Αίτηση της Δέσποινας Μερκεζά κ.α., Αίτηση Αρ. 64/96, 10.7.96 Αναφορικά με την Αίτηση της Δέσποινας Μερκεζά κ.α., Αίτηση Αρ. 64/96, 10.7.96 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Αίτηση Αρ. 64/96 ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΑΡΤΕΜΗ, Δ. Αναφορικά με το Άρθρο 155.4 του Συντάγματος, τα Άρθρα 3, 9, 11 και 15 του Περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964 (Ν.33/64) και το Άρθρο 19 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1969 (Ν.14/60) και Αναφορικά με την Αίτηση των Εναγόντων Δέσποινας Μερκεζά και έντεκα

(11)άλλων για την ΕΚΔΟΣΗ Προνομιακών Διαταγμάτων της φύσεως CERTIORARI και MANDAMUS και Αναφορικά με την Αγωγή υπ΄αρ. 7304/95 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού: Μεταξύ: 1. Δέσποινας Μερκεζά, το γένος Τσίμον από τις ΗΠΑ και έντεκα
(11)άλλων Εναγόντων και 1. Αντώνη Ν. Λεμή, από τη Λεμεσό και τριών
(3)άλλων, Εναγομένων. και Αναφορικά με την αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στην πιο πάνω αγωγή στις 4.12.1995 από τους πιο πάνω Ενάγοντες, και Αναφορικά με την απόφαση και/ή διαταγή και/ή οδηγίες του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 5.4.1996 στην πιο πάνω αγωγή υπ΄αρ. 7304/95 σε σχέση με την πιο πάνω αίτηση ημερομηνίας 4.12.1995 και Αναφορικά με την εκδίκαση της αίτησης ημερομηνίας 4.12.1995 και/ή της αγωγής 7304/95 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού² από την Ε.Δ. Δέσπω Μιχαηλίδου και/ή από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. - - - - - - - - - - ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10.7.96 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τους αιτητές: κ. Κ. Χρυσοστομίδης με τον κ. Α. Ταλιαδώρο Για τους καθ΄ων η αίτηση: κ. Δ. Αραούζος Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα τους αίτηση οι αιτητές ζητούν την έκδοση διαταγμάτων της φύσεως CERTIORARI και MANDAMUS, αναφορικά με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με την οποία απερρίφθη αίτηση τους για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Το προσωρινό διάταγμα είχε αρχικά εκδοθεί ex parte και κατά την ημερομηνία που ήταν επιστρεπτέο, οι καθ΄ων η αίτηση ενέστησαν στην έκδοση του και καταχώρησαν τη γραπτή τους ένσταση υποστηριζόμενη με ένορκη δήλωση. Η αίτηση ορίστηκε για μνεία, κατά την οποία διεπιστώθη σύγκρουση γεγονότων στις αντίστοιχες ενόρκους δηλώσεις και η υπόθεση ορίστηκε για εκδίκαση στην παρουσία του συνηγόρου των αιτητών στις 5.4.96 και ώρα 8.30 πρωϊνή. Κατά την ημερομηνία εκείνη οι καθ΄ων η αίτηση εμφανίστηκαν ενώ εκ μέρους των αιτητών ουδεμία εμφάνιση υπήρξε. Αφού παρήλθαν τρία τέταρτα, στις 9.15 π.μ. ο συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και τον παραμερισμό του συντηρητικού διατάγματος. Το Δικαστήριο με πρακτικό της ίδιας ημερομηνίας, αφού διαπίστωσε ότι η αίτηση ήταν ορισμένη στις 8.30 απέρριψε την αίτηση και διέταξε την ακύρωση της ισχύος του διατάγματος λόγω "μη εμφάνισης και λόγω ελλείψεως ενδιαφέροντος των αιτητών για προώθηση της". Είναι η θέση των αιτητών ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου εξεδόθη καθ΄υπέρβαση της δικαιοδοσίας του, γιατί το Δικαστήριο δεν είχε την ευχέρεια να απορρίψει την αίτηση για τους λόγους που την απέρριψε χωρίς να εξετάσει τη μαρτυρία που είχε ενώπιον του, με τη μορφή των ενόρκων δηλώσεων. Ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου των αιτητών ότι το Δικαστήριο ώφειλε να εξετάσει τις ένορκες αυτές δηλώσεις και αν διαπίστωνε σύγκρουση γεγονότων τέτοια που να μην επέτρεπε συμπέρασμα ότι οι αιτητές απέσεισαν το βάρος αποδείξεως που είχαν, τότε μόνο να απορρίψει την αίτηση. Από την άλλη πλευρά ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση υποστήριξε με αναφορά στο άρθρο 9
(3)του Κεφ.6 ότι το Δικαστήριο είχε δικαίωμα να επιληφθεί της αίτησης και ν΄αποφασίσει την τύχη του διατάγματος με όποιο τρόπο έκρινε ορθό, έχοντας έτσι και τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αίτηση λόγω μη προώθησης της. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων υπήρξαν το αντικείμενο πολλών αποφάσεων (δέστε μεταξύ άλλων Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250 και Ανθίμου
(1991)1 Α.Α.Δ. 41). Οι αρχές που προκύπτουν από τις αποφάσεις αυτές είναι ότι, όπου προσφέρεται άλλο ένδικο μέσο το Δικαστήριο εκδίδει προνομιακά εντάλματα μόνο όπου υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις, όπως για παράδειγμα έκδηλη παρανομία. Έχοντας εξετάσει με προσοχή τις εισηγήσεις των δύο πλευρών έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το μόνο θέμα που έχει να αποφασισθεί είναι κατά πόσο, υπό τις συνθήκες, το Δικαστήριο είχε τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει τη μη εμφάνιση των δικηγόρων ως μη προώθηση της αίτησης και ως εγκατάλειψη της. Αν το συμπέρασμα είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε τέτοια διακριτική ευχέρεια, τότε η αίτηση αυτή για έκδοση διατάγματος δεν μπορεί να επιτύχει, γιατί όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, η άσκηση διακριτικής ευχέρειας προσβάλλεται με έφεση και όχι με ένταλμα CERTIORARI. (Δέστε Marie Therese Smith v. Paphos Stone C. Estates Ltd and Others, Αίτηση αρ. 118/89, ημερ. 16.9.89 και In Re Αθανάσιος Πογιατζή, Αίτηση αρ. 82/95 ημερ. 7.6.95) Το βάρος αποδείξεως για συνέχιση της ισχύος του διατάγματος βρισκόταν στους ώμους των αιτητών και το προσωρινό διάταγμα ίσχυε μόνο για όσο χρόνο ήταν τούτο αναγκαίο και μέχρι της εμφάνισης των συνηγόρων των καθ΄ων η αίτηση και της αμφισβήτησης της ορθότητας του. Η μη εμφάνιση των αιτητών ή των συνηγόρων τους κατά την ορισθείσα ημερομηνία και ώρα υπό του Δικαστηρίου, συνιστούσε παράλειψη προωθήσεως της αίτησης και είμαι της γνώμης ότι, με βάση τις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου και ιδιαίτερα της εξουσίας του να αποφασίζει τη διαδικασία και να επιλαμβάνεται αιτήσεων ενώπιον του με όποιο τρόπο θεωρεί ορθό, του έδιδε και το δικαίωμα να θεωρήσει την αίτηση ως εγκαταλειφθείσα. Βρίσκω ότι το Δικαστήριο είχε τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αίτηση λόγω μη προώθησης της και δεν είχε καμμιά υποχρέωση να υπεισέλθει στις ένορκες δηλώσεις, οι οποίες περιείχαν συγκρουόμενα γεγονότα, για να αποφασίσει επί της ουσίας την αίτηση. Επίσης, το παράπονο των αιτητών ότι παραβιάστηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος, δεν μπορεί να ευσταθήσει, διότι οι αιτητές είχαν την ευκαιρία να εμφανιστούν και να προωθήσουν την αίτηση τους και ήταν μόνο λόγω δικής τους υπαιτιότητας που στερήθηκαν του δικαιώματος αυτού. Επίσης, το απόσπασμα από το Halsbury's Laws of England 3rd Edition Τόμος 30, παράγρ. 623, στο οποίο αναφέρθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών και στο οποίο αναφέρεται ότι όταν σε αιτήσεις με κλήση δεν εμφανίζεται το ένα από τα δύο μέρη, το Δικαστήριο μπορεί να ακούσει το ένα μέρος και να αποφασίσει ή να αναβάλει την υπόθεση, κατά την κρίση μου δεν αποκλείει τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να απορρίπτει αιτήσεις λόγω μη προώθησης τους. (Αναφορικά με τη σημασία του άρθρου 30 και την εφαρμογή του δέστε και Re Μιχάλης Μαγκάκης, Αίτηση αρ. 161/90, ημερ. 6.12.90 και Fourri and Others v. Republic
(1980)2 C.L.R. 152.) Εν όψει των πιο πάνω, η αίτηση για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων απορρίπτεται ως αβάσιμη, με έξοδα εναντίον των αιτητών. Π. Αρτέμης, Δ. /Χ.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.