Ρένου Κασουλίδη ν. Ιωάννη Αρτεμίου κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 9155, 28.11.96 Ρένου Κασουλίδη ν. Ιωάννη Αρτεμίου κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 9155, 28.11.96 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΔΟΣΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 9155 ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. ΝΙΚΗΤΑ, Π. ΑΡΤΕΜΗ, Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ, ΔΔ. Μεταξύ: Ρένου Κασουλίδη, Εφεσείοντος-ενάγοντος, ν.
- Ιωάννη Αρτεμίου, από τη Λευκωσία,
- UNICARS LTD., Εφεσιβλήτων-εν αγομένων. - - - - - - - ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28.11.96 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τον εφεσείοντα: Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης. Για τους εφεσίβλητους: κα Ν. Ιωάννου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Σ. ΝΙΚΗΤΑΣ, Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Δικαστής Π. Αρτέμης. Π. ΑΡΤΕΜΗΣ, Δ.: Η πρωτόδικη απόφαση, την οποία ο ενάγων εφεσιβάλλει, αφορούσε τροχαίο ατύχημα που επεσυνέβη στον παλιό δρόμο Λευκωσίας-Λάρνακας σε σημείο όπου υπήρχε υποχρεωτική αλλαγή πορείας προς πλαγιόδρομο στα αριστερά του εφεσείοντα. Ο τελευταίος, που οδηγούσε το αυτκίνητό του με κατεύθυνση τη Λάρνακα, συγκρούστηκε με όχημα που οδηγούσε ο εφεσίβλητος-εναγόμενος 1 σε αντίθετη πορεία. Πριν το σημείο αλλαγής πορείας υπήρχαν προειδοποιητικές πινακίδες και ο δρόμος μετά τον πλαγιόδρομο ήταν κλειστός με κώνους. Το πρωτόδικο δικαστήριο βρήκε ότι ο εφεσείων-ενάγων απέτυχε να δει την προειδοποιητική πινακίδα γιατί προφανώς τη στιγμή εκείνη προσπερνούσε όχημα που προπορευόταν του δικού του. Ο εφεσίβλητος 1, αφού είχε πρώτα σταματήσει στο στόμιο του πλαγιόδρομου, σύμφωνα με το εύρημα του Δικαστηρίου, ξεκίνησε για να συνεχίσει σε αντίθετη πορεία με τον εφεσείοντα. Ενώ είχε φτάσει περίπου στο κέντρο του δρόμου είδε τον εφεσείοντα και κατάλαβε ότι δεν θα μπορούσε ούτε να σταματήσει αλλ΄ούτε και να ακολουθήσει πορεία προς τον πλαγιόδρομο. Επειδή δε ο εφεσείων βρισκόταν στη δεξιά πλευρά του δρόμου λόγω του προσπεράσματος, σταμάτησε για να μη συγκρουστεί μαζί του. Ο εφεσείων όμως, λόγω των ελιγμών που έκαμε, κτύπησε στο αυτοκίνητο του εφεσίβλητου. Όσον αφορά τους ελιγμούς του ενάγοντα-εφεσείοντα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του μας κάλεσε να ανατρέψουμε τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, γιατί, όπως είπε, η μαρτυρία του ανεξάρτητου μάρτυρα, του οδηγού τον οποίο προσπέρασε ο εφεσείων, συμφωνούσε με την περιγραφή των ελιγμών του εφεσείοντα και όχι με εκείνη του εφεσίβλητου. Κατά τη γνώμη μας, ήταν φυσικό να μη υπάρχει ταυτότητα στην περιγραφή όλων των μαρτύρων, ενόψει της ταχύτητας της εξέλιξης των γεγονότων. κρίνουμε πως κάτω από τις συνθήκες, οι "αντικρουόμενες" περιγραφές των ελιγμών στην ουσία ήταν διαφορετικοί τρόποι περιγραφής των ιδίων γεγονότων και εν πάση περιπτώσει δεν επηρεάζουν ουσιωδώς τα συμπεράσματα στα οποία ήχθη το Δικαστήριο, ότι δηλαδή αιτία του ατυχήματος ήταν οι ενέργειες του εφεσείοντα, δηλαδή η αποτυχία του να δει εγκαίρως τις προειδοποιητικές πινακίδες και τους κώνους, και η ψηλή του ταχύτητα (80 χλμ. α.ω.). Αν δεν υπήρχαν τα πιο πάνω, ο εφεσείων θα μπορούσε να ακολουθήσει την αλλαγμένη πορεία χωρίς τον κίνδυνο σύγκρουσης. Η επέμβαση μας στα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τη νομολογία (δέστε, μεταξύ άλλων, Mentesh and another v. Hadjidemetriou
(1983)1 C.L.R. 1, Αγησιλάου ν. Χρίστου
(1989)1 Α.Α.Δ. 713), δεν δικαιολογείται κάτω από τις περιστάσεις. Υπέβαλε, περαιτέρω, ο συνήγορος του εφεσείοντα ότι ο εφεσίβλητος, παρά τη φύση της διαμορφωμένης πορείας στο σημείο σύγκρουσης, ώφειλε, ως εξερχόμενος από πάροδο, να σταματήσει και ότι οι νομολογιακές αρχές που αναφέρονται στην είσοδο οχημάτων από παρόδους σε κύριο δρόμο ίσχυαν και εδώ. Διαφωνούμε με την πιο πάνω θέση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση στο σημείο αυτό. Με την υποχρεωτική αλλαγή πορείας, προέκταση του κύριου δρόμου κατέστη ο πλαγιόδρομος που έτσι έπαυσε να είναι παροδος. Εξάλλου, όμως, σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο εφεσίβλητος είχε αρχικά σταματήσει και μετά προχώρησε. Ο συνήγορος του εφεσείοντα μας παρέπεμψε στην υπόθεση Hairettinis v. Aristidou
(1969)1 C.L.R. 283, όπου οι συνθήκες ήταν πανομοιότυπες και ο οδηγός που εξερχόταν θεωρήθηκε υπεύθυνος συντρέχουσας αμέλειας κατά 20%. Επισημαίνουμε ότι στην περίπτωση εκείνη το Δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν επρόκειτο στην ουσία για συμβολή δρόμων ("Τ" junction) κάτω από συνθήκες όπως και στην περίπτωση μας. Θεώρησε όμως ότι υπήρξε συντρέχουσα αμέλεια, γιατί ο οδηγός εξερχόταν χωρίς να σταματήσει από επικίνδυνη στροφή χωρίς ορατότητα. Έτσι, τα γεγονότα στην παρούσα έφεση παρέχουν καθαρά λόγους διαφοροποίησης γιατί η ορατότητα ήταν απεριόριστη για 100 μ. και υπήρχε υπεραρκετός χώρος για να προχωρήσει ο εφεσείων προς τον πλαγιόδρομο αν αντιλαμβανόταν εγκαίρως την αλλαγή πορείας και ενεργούσε ως σώφρων οδηγός. Ο εφεσείων, αντίθετα, προσπέρασε σε σημείο όπου υπήρχε συνεχής διαχωριστική γραμμή (όπως προέκυψε από τη μαρτυρία), απέτυχε να δει τα προειδοποιητικά σήματα και στέρησε, έτσι, από τον ευατό του τη δυνατότητα να ακολουθήσει χωρίς κίνδυνο την ενδεδειγμένη πορεία. Συμφωνούμε, εν κατακλείδι, με το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η σύγκρουση ήταν το αποτέλεσμα της αποκλειστικής αμέλειας του εφεσείοντα-ενάγοντα και ότι οι ενέργειες του εφεσίβλητου 1 ουδόλως συνέτειναν στο ατύχημα. Κατά συνέπεια, η έφεση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του εφεσείοντα. Δ. Δ. Δ. /Χ.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο