Mεταξά Iωάννης (Aρ. 2)
(1997)1 ΑΑΔ 845 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1997)1 ΑΑΔ 845 16 Ιουλίου, 1997 [ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΗΣ, Δ/στής] ΑΦΟΡΑ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΜΕΤΑΞΑ (ΑΡ. 2) ΓΙΑ ΕΝΤΑΛΜΑ CERTIORARI, Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΕΙΤΑΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΑΔΕΙΑ ΠΟΥ ΧΟΡΗΓΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 201/96 ΗΜΕΡ. 5 ΜΑΡΤΙΟΥ,
- ΚΑΙ ΑΦΟΡΑ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΗΜΕΡΟΜ. 25.11.96 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 54/
- ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΜΕΤΑΞΑ, Αιτητής, v. Σ. & Π. ΠΥΡΙΛΛΗ & ΥΙΩΝ ΛΤΔ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ, Καθ' ων η αίτηση. (Αίτηση Αρ. 31/97). Προνομιακά Εντάλματα - Certiorari και Mandamus - Αίτηση για έκδοση εντάλματος Certiorari με σκοπό την ακύρωση απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών δυνάμει της οποίας απερρίφθη αίτημα για σύνταξη και υποβολή υπομνήματος (case stated) με νομικά ερωτήματα προς το Ανώτατο Δικαστήριο και επίσης για έκδοση διατάγματος mandamus για παραπομπή στο Ανώτατο Δικαστήριο του εν λόγω υπομνήματος - Τι συνιστά νομικό ερώτημα - Εσφαλμένη νομική ερμηνεία των υποβληθέντων νομικών ερωτημάτων - Υπέρβαση εξουσίας - Εγκρίθηκε η έκδοση των αιτούμενων ενταλμάτων. Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών - Υποχρέωση αιτιολογίας δικαστικών αποφάσεων - Έκταση αιτιολογίας. Προνομιακά Εντάλματα - Έλλειψη διαδικαστικών κανονισμών - Εφαρμοστέες αρχές για ρύθμιση της διαδικασίας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου - Η τακτική που ακολουθείται είναι ανάλογη με τη δικονομία και πρακτική που τηρούν τα Αγγλικά Δικαστήρια. Προνομιακά Εντάλματα - Αίτηση για έκδοσή τους - Μαρτυρία - Εφαρμοστέες αρχές. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών απέρριψε όλες τις απαιτήσεις του αιτητή στην αίτησή του αρ. 54/
- Οι απαιτήσεις αυτές, αφορούσαν μεταξύ άλλων, δήλωση του Δικαστηρίου για παράνομο τερματισμό των υπηρεσιών του, αποζημιώσεις και οφειλόμενους μισθούς. Στη συνέχεια ο αιτητής υπέβαλε αίτηση με βάση τον Δ.Κ. 17(ι) του Παραρτήματος των περί Διαιτητικού Δικαστηρίου Κανονισμών του 1968, ζητώντας τη σύνταξη υπομνήματος (case stated) προς το Ανώτατο Δικαστήριο, που να περιλαμβάνει επτά, κατά την κρίση του, νομικά ερωτήματα. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Με την παρούσα αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε μετά από τη χορήγηση άδειας, ο αιτητής, ζητά την έκδοση των προνομιακών διαταγμάτων certiorari και mandamus, για ακύρωση της απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών δυνάμει της οποίας απερρίφθη το αίτημά του για σύνταξη και υποβολή υπομνήματος, και για παραπομπή από το ίδιο Δικαστήριο, στο Ανώτατο Δικαστήριο υπομνήματος, σύμφωνα με την αίτησή του, αντίστοιχα. Ο δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση έφερε ένσταση διαδικαστικής φύσεως, και ισχυρίστηκε ότι η υπό κρίση αίτηση έπρεπε να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που να καλύπτει τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται ο αιτητής και όχι σε ένορκη δήλωση σχετική με γεγονότα που αναφέρονται στην αίτησή του για χορήγηση άδειας για την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Επίσης εισηγήθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζονται οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί, mutatis mutandis και ότι θα πρέπει τα γεγονότα να αναφέρονται στο φάκελο της παρούσας υπόθεσης και όχι σε άλλο φάκελο ή ένορκη δήλωση που έγινε πριν την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την προδικαστική ένσταση και αποφάνθηκε ότι: Τόσο στην Αγγλία όσο και στην Κύπρο, η αίτηση για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων πρέπει να υποστηρίζεται από μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται. Η μαρτυρία αυτή μπορεί να είναι μαρτυρία διά ενόρκου δηλώσεως ή μαρτυρία που να προέρχεται από πρακτικά, διατάγματα ή αποφάσεις Δικαστηρίου. Τα αναγκαία γεγονότα, στην παρούσα υπόθεση, αναφέρονται στα δικαστικά έγγραφα που βρίσκονται στον φάκελο της υπόθεσης και η μαρτυρία αυτή είναι αρκετή για να αποφασισθεί η παρούσα υπόθεση. Ακόμα και αν ετύγχαναν εφαρμογής οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί που εφαρμόζονται στην Κύπρο, δεν θα ήταν αναγκαία η υποστήριξη της αίτησης με ένορκη δήλωση, όπως ρητά αναφέρει η Δ.48 θ.1, δεδομένου ότι η αίτηση βασίζεται σε γεγονότα που εμφανίζονται στις δύο αποφάσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στη συνέχεια, το Ανώτατο Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση της ουσίας, ως προς το κατά πόσο τα επτά ερωτήματα ήταν νομικά, σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ήταν υποχρεωμένο να τα παραπέμψει. Αποφασίστηκε ότι: Τι είναι νομικό και τι πραγματικό ερώτημα επεξηγείται από τον τότε Δικαστή και νυν Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πική, στις υποθέσεις In Re HadjiCosta και Stylianides v. Paschalides. Μεταγενέστερα το Εφετείο στην απόφαση Λούτση v. KEMTAXI ΛΤΔ., επεξέτεινε το πλαίσιο που τέθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις και ταξινόμησε σαν νομικά εκείνα τα ερωτήματα που θέτουν υπό κρίση το αιτιολογημένο ή μη της πρωτόδικης απόφασης καθώς και την παράλειψη ανάλυσης της μαρτυρίας. Οι αρχές που υιοθετήθηκαν στην πιο πάνω απόφαση καθιστούν αναγκαία την ύπαρξη αιτιολογίας για όλες τις δικαστικές αποφάσεις και την αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας. Θέματα που αφορούν την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου πάνω στα γεγονότα, είναι θέματα νομικά, και μπορούν ως εκ τούτου να αποτελέσουν το αντικείμενο έφεσης δι' υπομνήματος. Όλα τα ερωτήματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση και αναφέρονται σε ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου που δεν είναι αιτιολογημένα και για τα οποία δεν έγινε αξιολόγηση της μαρτυρίας κρινόμενα υπό το φως των αρχών που αναφέρονται πιο πάνω, είναι νομικά. Δύο ερωτήματα που αφορούν το μεν ένα την εφαρμογή του νόμου επί των γεγονότων, το δε άλλο την δυνατότητα επιδίκασης δεδουλευμένων μισθών δυνάμει του Άρθρου 12 του Ν. 8/67 όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 79
(1)/96, είναι επίσης νομικά. Η μη σύνταξη υπομνήματος αποτελεί εσφαλμένη νομική ερμηνεία των υποβληθέντων νομικών ερωτημάτων και έγινε καθ' υπέρβαση εξουσίας κατά παράβαση του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου, Άρθρο 12
(13)(β)(ii) και των Δικονομικών Κανόνων, Άρθρο 17
(2). Ως εκ τούτου εκδίδονται τα αιτούμενα προνομιακά εντάλματα. Η αίτηση έγινε δεκτή με έξοδα σε βάρος των καθ' ων η αίτηση. Υποθέσεις που αναφέρθηκαν: In Re Hadjicostas
(1984)1 C.L.R. 513, Εκδοτική Εταιρεία "Αλήθεια" Λτδ
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 492, Stylianides v. Paschalides
(1985)1 C.L.R. 49, Λούτση v. ΚΕΜΤΑΧΙ ΛΤΔ
(1995)1 Α.Α.Δ. 704, Βαβέλ Μπουτίκ Λίμιτεδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, Τζεννάρο Περέλλα
(1994)1 Α.Α.Δ. 366, Kyros Manufacturing v. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ.
- Αίτηση. Αίτηση με την οποία ο αιτητής ζητά την έκδοση διατάγματος certiorari για την ακύρωση της απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών (K. Καλλής, Δ.) ημερ. 30.10.96, που εκδόθηκε στην αίτηση Αρ. 54/92, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά του για σύνταξη και υποβολή υπομνήματος με νομικά ερωτήματα προς το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης για έκδοση mandamus για παραπομπή στο Ανώτατο Δικαστήριο του εν λόγω υπομνήματος. Ντ. Παπαδόπουλος, για τον Αιτητή. Δρ. Ποιητής, για τους Καθ' ων η αίτηση. XPYΣOΣTOMHΣ, Δ.: Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στις 30.10.96 απέρριψε όλες τις απαιτήσεις του αιτητή στην αίτησή του αρ. 54/
- Οι απαιτήσεις του αιτητή ήταν οι ακόλουθες: "α. Δήλωση ή/και απόφαση του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός των υπηρεσιών του αιτητή από τον καθ' ου η αίτηση είναι παράνομος ή/και εξαναγκαστικός. β. Αποζημιώσεις για παράνομο ή/και εξαναγκαστικό τερματισμό των υπηρεσιών του. γ. Αποζημιώσεις για μη δοθείσα προειδοποίηση. δ. Λ.Κ. 2.387 οφειλομένοι μισθοί Αυγούστου, 1991, μέρος (17 εργάσιμες) Σεπτεμβρίου 1991 και υπόλοιπο Απριλίου,
- ε. Λ.Κ. 2.200 οφειλόμενος 13ος μισθός 1990 και αναλογία 13ου μισθού για
- στ. Λ.Κ. 692,25 για 10 μέρες αργίες τις οποίες εργάστηκε (4 το 1990 και 6 το 1991)." Στη συνέχεια ο αιτητής επιθυμών να εφεσιβάλει την απορριπτική απόφαση, υπέβαλε μέσω του δικηγόρου του αίτηση ημερ. 9.11.96 στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών με βάση τον Δ.Κ. 17
(1)του Παραρτήματος των περί Διαιτητικού Δικαστηρίου Κανονισμών του 1968, με την οποία ζητούσε τη σύνταξη υπομνήματος (case stated) προς το Ανώτατο Δικαστήριο, που να περιλαμβάνει τα ακόλουθα κατά την κρίση του νομικά ερωτήματα, που αφορούσαν την απορριπτική απόφαση του Δικαστηρίου: "
(1)Κατά πόσο το Δικαστήριο ορθά αγνόησε και/ή παρέλειψε να λάβει υπ' όψη και/ή να αξιολογήσει τη μαρτυρία υπέρ του αιτητού αναφορικά με το ύψος του μισθού του.
(2)Κατά πόσο το Δικαστήριο ορθά παρέλειψε να αιτιολογήσει με οποιοδήποτε τρόπο το εύρημα του ότι ο μισθός του Αιτητή ήτο Λ.Κ.400 μηνιαίως για το 1990 και Λ.Κ.450 μηνιαίως για το 1991.
(3)Κατά πόσο το Δικαστήριο ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο μισθός του Αιτητή για το 1990 ήταν Λ.Κ.400 και για το 1991 Λ.Κ.450 μηνιαίως εν όψει του γεγονότος ότι το πλείστο της προσαχθείσας μαρτυρίας υποστήριζε τον ισχυρισμό του αιτητή ότι ο μισθός του ήταν Λ.Κ.1200 μηνιαίως.
(4)Κατά πόσο το Δικαστήριο ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν είχε απολυθεί παράνομα από τον καθ' ου η αίτηση εν' όψει του γεγονότος ότι η προσαχθείσα μαρτυρία υπεστήριζε τον ισχυρισμό ότι η απόλυση του Αιτητή ήταν παράνομη.
(5)Κατά πόσο το Δικαστήριο ορθά παρέλειψε να αιτιολογήσει το συμπέρασμα του ότι ο Αιτητής δεν είχε απολυθεί παράνομα.
(6)Κατά πόσο το Δικαστήριο ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν συμπλήρωσε 26 εβδομάδες συνεχούς απασχόλησης και επομένως δεν έχει δικαίωμα για αποζημίωση για παράνομη απόλυση και/ή για προειδοποίηση εν όψει του γεγονότος ότι η προσαχθείσα μαρτυρία υπεστήριζε ότι ο Αιτητής είχε προσληφθεί για δυο έτη και η απόλυση έλαβε χώρα το δεύτερο έτος.
(7)Κατά πόσο το Δικαστήριο ορθά αποφάσισε ότι δεν έχει δικαιοδοσία να επιδικάσει υπέρ του αιτητή οποιαδήποτε ποσά αναφορικά με δεδουλευμένους μισθούς και 13ον εν όψει του Άρθρου 12 του Νόμου 8/67 ως τροποποιήθηκε από το Νόμο 79
(1)/96 το οποίο ρητά δηλώνει ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει τέτοια δικαιοδοσία." Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στις 30.10.96 έκρινε ότι τα πρώτα έξι ερωτήματα που υποβλήθηκαν δεν ήταν αμιγή νομικά, αλλά στόχευαν στην αμφισβήτηση των ευρημάτων του Δικαστηρίου πάνω στα γεγονότα. Όσον αφορά το έβδομο ερώτημα το πρωτόδικο Δικαστήριο ανάφερε τα ακόλουθα στις σελ. 6 της απόφασής του επί της αιτήσεως ημερ. 9.11.96: "... Ο Νόμος 79(Ι)/96 που τροποποίησε το άρθρο 12 του βασικού περί Ετησίων Αδειών Μετ΄Απολαβών Νόμου, αρ. 8/67, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 18.10.96, χωρίς αναδρομική ισχύ. Η διαφορά μεταξύ των διαδίκων προέκυψε τον Σεπτέμβριο του
- Η δε διαδικασία ενώπιόν μας άρχισε στις 21.1.92 και συμπληρώθηκε στις 19.4.
- Η απόφαση δόθηκε στις 30.10.
- Συνεπώς, η αντιμετώπιση όλων των απαιτήσεων έγινε υπό το τότε Νομικό Καθεστώς και εν όψει της απόφασης στην έφεση δι' υπομνήματος αρ. 265 του Χριστοδούλου Κυριάκου φ/δι ΠΕΟ και άλλων εναντίον Ταμείου για Πλεονάζον Προσωπικόν που δόθηκε στις 22.12.93, στην οποίαν συζητήθηκε το εύρος της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών." Τέλος το Δικαστήριο ανάφερε ότι η απόφασή του, με βάση τα πραγματικά γεγονότα που βρήκε, ήταν δεόντως αιτιολογημένη και απέρριψε την αίτηση για σύνταξη του υπομνήματος. Με την παρούσα αίτηση που μετά από χορήγηση άδειας ο αιτητής καταχώρησε, ζητά την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari που να ακυρώνει την απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ημερ. 30.10.96, δυνάμει της οποίας απερρίφθη το αίτημα του για σύνταξη και υποβολή υπομνήματος και την έκδοση διατάγματος mandamus, αναγκάζοντας τον τότε Δικαστή και νυν Πρόεδρο του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών κ. Κυρ. Καλλή που εκδίκασε την υπόθεση και την αίτηση για υποβολή υπομνήματος, να συντάξει και να παραπέμψει στο Ανώτατο Δικαστήριο υπόμνημα σύμφωνα με την αίτησή του. Για να διαταχθεί η έκδοση των προαναφερθέντων ενταλμάτων, θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι τα ερωτήματα που επιζητείται να περιληφθούν στο υπόμνημα προς το Ανώτατο Δικαστήριο, είναι νομικά, γιατί δεν υπάρχει δικαίωμα έφεσης για τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου πάνω σε πραγματικά γεγονότα (βλ. άρθρο 12, παρ.
(13)(β)(ii), του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 μέχρι 1997. Αν διαπιστωθεί ότι όντως τα ερωτήματα είναι νομικά, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είναι υποχρεωμένο να τα παραπέμψει (βλ. Re HjCostas
(1984)1 C.L.R. 513, Εκδοτική Εταιρεία "Αλήθεια" Λτδ
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 492). Τι είναι νομικό και τι πραγματικό ερώτημα επεξηγείται από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην In Re HjiCosta
(1984)1 C.L.R. 513, στη σελ. 519: "What amounts to a pure question of law is perhaps easy to define but hard to apply to the particular circumstances of a case. The question of law raised, whatever its nature, must necessarily be one relevant to the facts of the case. A pure question of law cannot be one extricated or detached from the facts of the case for in those circumstances it would be an academic question of law. It appears to me that whenever an issue revolves round the application of the law to given facts, it raises a pure question of law. So long as the facts to which the Court is required to apply the law are not called in question, the point is a legal one. It merely raises questions bearing on the interpretation and the scope of the law. Exploration of the ambit of the law is always a question of law." Επίσης ο δικαστής Πικής και νυν Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφερόμενος στο ίδιο θέμα στην υπόθεση Stylianides v. Paschalides
(1985)1 C.L.R. 49, στις σελ. 53 και 54, προέβη στην ακόλουθη διατύπωση: "What is a question of Law? In Re HadjiCostas
(1984)1 C.L.R. 513, 519, an effort was made to explore what is a question of law and notice that difficulties inherent in supplying an all embracing definition. Whatever its content, it must not call the findings of the Court into question unless, of course, they arise from a misdirection in law; while its relevance to the outcome of the case must be manifest. The Court added: "It appears to me that whenever an issue revolves round the application of the law to given facts, it raises a pure question of law. So long as the facts to which the Court is required to apply the law are not called in question, the point is a legal one. It merely raises questions bearing on the interpretation and the scope of the law. Exploration of the ambit of the law is always a question of law". The decision in Edwards v. Bairstow [1955] 3 All E.R. 48 (H.L.) is instructive on the features distinguishing a question of law from one of fact. Care must be taken to identify the question and ponder its implications." Με αυτό το νομικό πλαίσιο οριοθετούνται τα κριτήρια με βάση τα οποία θα πρέπει να καθοδηγείται η σκέψη για να απαντηθεί αν ένα ερώτημα είναι νομικό ή πραγματικό. Μεταγενέστερα, και συγκεκριμένα στις 21.7.95, το Εφετείο με την απόφασή του στο υπόμνημα αρ. 293, Λούτση ν. ΚΕΜΤΑΧΙ ΛΤΔ, στην οποία βασίζεται ο αιτητής, επεξέτεινε το πλαίσιο αυτό και ταξινόμησε σαν νομικά εκείνα τα ερωτήματα που θέτουν υπό κρίση το αιτιολογημένο ή μη της πρωτόδικης απόφασης καθώς και την παράλειψη ανάλυσης της μαρτυρίας. Διατυπώθηκε η θέση πως η αιτιολογία συνιστά στοιχείο της έγκυρης δικαστικής απόφασης και χωρίς αυτήν η δικαστική ετυμηγορία είναι άκυρη. Η ανάλυση της μαρτυρίας δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά συνιστά στοιχείο της αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης. Η θέση του αιτητή είναι πως και τα επτά ερωτήματα είναι νομικά κυρίως με βάση την απόφαση του Εφετείου στο υπόμνημα Λούτση ν. ΚΕΜTAXI (ανωτέρω), ενώ τουναντίον η θέση των καθ' ων η αίτηση είναι πως τα ερωτήματα αυτά δεν είναι νομικά. Όμως προτού ασχοληθώ με τα ερωτήματα και τις επί μέρους θέσεις των δυο πλευρών, θα πρέπει πρώτα να αποφασίσω το διαδικαστικό θέμα που ήγειρε ο δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση. Είναι η θέση του πως η υπό κρίση αίτηση έπρεπε να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που να καλύπτει τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται ο αιτητής και όχι σε ένορκη δήλωση σχετική με γεγονότα που αναφέρονται στην αίτηση του αιτητή για χορήγηση άδειας για την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Ακόμα εισηγήθηκε, πως στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζονται οι δικοί μας Διαδικαστικοί Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας, mutatis mutandis και ότι θα πρέπει τα γεγονότα να αναφέρονται στο φάκελο της παρούσας υπόθεσης και όχι σε άλλο φάκελο ή σε ένορκη δήλωση που έγινε πριν την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Προς υποστήριξη της εισήγησής του αναφέρθηκε στην Αίτηση αρ. 190/95, Βαβέλ Μπουτίκ Λίμιτεδ, ημερ. 22.11.95, όπου στις σελ. 5 και 6 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "..... Στην αίτηση αρ. 76/94 Αναφορικά με τη Stavros Hotel Apartments Ltd ημερ. 29.12.94, που επικαλέστηκε ο κ. Ν. Γεωργιάδης, κρίθηκε ουσιαστικά ότι μαρτυρία, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που προηγείται χρονικά της καταχώρησης της αγωγής δεν μπορεί να αποτελέσει το πραγματικό υπόβαθρο για τη χορήγηση θεραπείας. Απλούστατα γιατί το περιεχόμενο της συναρτάται με ανύπαρκτη αγωγή. Στην ίδια όμως απόφαση τονίστηκε πως είναι δυνατή η λήψη υπόψη τέτοιας μαρτυρίας εφόσον ακολουθήσει ο απαραίτητος συσχετισμός της με την αγωγή και η ενσωμάτωση του περιεχομένου στα δεδομένα της. Αναφέρεται συναφώς ότι: 'Στους Halsburys Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 24, παράγραφος 1059, (βλ. επίσης Annual Practice
(1959)τόμος 1, σελ. 922) αναφέρεται νομολογία σύμφωνα με την οποία, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα παρά το ότι ο όρκος δόθηκε πριν από την έκδοση του κλητηρίου, με την προσθήκη όμως πως το Δικαστήριο, σε τέτοια περίπτωση, απαιτεί ανάληψη υποχρέωσης για επανόρκιση και κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης.'" Καταλήγοντας ανάφερε πως για τον ίδιο ως ανωτέρω λόγο θα χρειαζόταν στην παρούσα υπόθεση ταυτόχρονη αίτηση και ένορκη δήλωση, γιατί οι καθ' ων η αίτηση επιθυμούν να γνωρίζουν τι θέλει ο αιτητής σ' αυτή τη διαδικασία. Το άρθρο 163 του Συντάγματος προβλέπει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο εκδίδει διαδικαστικό κανονισμό που να ρυθμίζει τη διαδικασία ενώπιόν του. Για την έκδοση προνομιακών ενταλμάτων δεν εκδόθηκε διαδικαστικός κανονισμός και το Ανώτατο Δικαστήριο ακολούθησε πρακτική ανάλογη, όχι όμως ταυτόσημη με τη δικονομία και πρακτική που τηρούν τα Αγγλικά Δικαστήρια. Αυτή η θέση έχει κατ' επανάληψη εκφρασθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και αποτελεί πάγια νομολογία. (Βλ. μεταξύ άλλων, Αίτηση αρ. 24/94, Τζενάρο Περέλλα, ημερ. 19.5.94). Τόσο στην Κύπρο όσο και στην Αγγλία η αίτηση για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων πρέπει να υποστηρίζεται από μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται. Η μαρτυρία αυτή μπορεί να είναι μαρτυρία δια ενόρκου δηλώσεως ή μαρτυρία που να προέρχεται από πρακτικά,διατάγματα ή αποφάσεις Δικαστηρίου. Στην υπό κρίση αίτηση γίνεται αναφορά ότι ο αιτητής θα κάμει χρήση της Έκθεσης και της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκαν στην Αίτηση αρ. 201/96 του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για χορήγηση άδειας και στα έγγραφα που την συνοδεύουν. Τα έγγραφα αυτά είναι η απορριπτική απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ημερ. 30.10.96, η αίτηση για σύνταξη υπομνήματος ημερ. 19.11.96, συνοδευόμενη από τον Πίνακα των επτά νομικών, κατά την εκτίμηση του αιτητή, σημείων και την απορριπτική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου ημερ. 25.11.96, αντίγραφα των οποίων επισυνάφθηκαν. Επισυνάφθηκαν επίσης αντίγραφο της αίτησης 54/92 του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, της Εμφάνισης των καθ' ων η αίτηση και της άδειας που χορηγήθηκε στην Αίτηση αρ. 201/96. Η ένορκη δήλωση του αιτητή που καταχωρήθηκε στην Αίτηση αρ. 201/96 δεν προσθέτει τίποτε σε γεγονότα, άλλα από αυτά που περιλαμβάνονται στα προαναφερόμενα έγγραφα. Τα αναγκαία γεγονότα στην παρούσα υπόθεση αναφέρονται στα δικαστικά έγγραφα που βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης και η μαρτυρία αυτή είναι αρκετή για να αποφασισθεί η παρούσα υπόθεση. Ακόμα και αν τύγχαναν εφαρμογής οι δικοί μας Διαδικαστικοί Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας, σε τέτοια περίπτωση δεν θα ήταν αναγκαία η υποστήριξη της αίτησης με ένορκη δήλωση, όπως ρητά αναφέρει η Δ.48 θ. 1, δεδομένου ότι η αίτηση βασίζεται σε γεγονότα που εμφανίζονται στις δυο αποφάσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Επομένως, τα όσα αναφέρθηκαν στην Βαβέλ Μπουτίκ Λίμιτεδ (ανωτέρω), διαφοροποιούνται και δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Η προδικαστική ένσταση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Προχωρώντας στην ουσία της αίτησης, θα εξετάσω τώρα τα ερωτήματα ένα προς ένα έχοντας κατά νου την προαναφερθείσα νομολογία. Ιδιαίτερα θα πρέπει, πιστεύω, να τονισθεί ότι στην υπόθεση Λούτση (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο κατέστησε αναγκαίο ότι οι αποφάσεις του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, όπως και κάθε Δικαστηρίου, θα πρέπει να είναι αιτιολογημένες και η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία θα πρέπει να αξιολογείται. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου πάνω στα γεγονότα δεν ελέγχονται από το Ανώτατο Δικαστήριο, ενώ θέματα που αφορούν την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου πάνω στα γεγονότα, είναι θέματα νομικά και μπορούν ως εκ τούτου να αποτελέσουν το αντικείμενο έφεσης δι' υπομνήματος (βλ. μεταξύ άλλων, Kyros Manufacturing v. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 936). Σχετικά με το πρώτο ερώτημα προκύπτει από το υλικό που τέθηκε ενώπιόν μου πως το ύψος του μισθού του αιτητή ήταν επίδικο θέμα στην αίτησή του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφασή του προβαίνει σε ευρήματα και αναφέρει ποιο είναι το ύψος του μισθού του. Όμως δεν γίνεται καμιά ανάλυση ή αξιολόγηση της μαρτυρίας, ούτε δίδονται οι λόγοι που οδήγησαν το Δικαστήριο στην απόρριψη της μαρτυρίας του αιτητή που είναι αντίθετη με το ύψος του μισθού που παραθέτει σαν εύρημα το πρωτόδικο Δικαστήριο. Σχετικά με τα ευρήματά του το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα στη σελ. 3 της απόφασής του: "Τα γεγονότα που βρήκαμε, αξιολογώντας το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας και από τις δυο πλευρές, είναι, συνοπτικά, τα πιο κάτω:" Ακολούθως παραθέτει τα ευρήματά του και καταλήγει ως εξής: "Αυτά είναι συνοπτικά τα γεγονότα που βρήκαμε ότι συνθέτουν την πραγματική βάση της υπό κρίση εργατικής διαφοράς." Εκτός από τα πιο πάνω λεχθέντα, δεν αναφέρεται στην απόφαση καμιά ανάλυση ή αξιολόγηση της μαρτυρίας, δεν αναφέρεται ποια μαρτυρία έγινε αποδεκτή και ποια απορρίφθηκε σαν αναξιόπιστη και γιατί, για να μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα των ευρημάτων και συμπερασμάτων του. Γενικά η απόφαση δεν είναι αιτιολογημένη και απορρίπτω την εισήγηση του δικηγόρου των καθ' ων η αίτηση ότι δόθηκε από το Δικαστήριο πλήρης αιτιολογία για την αποδοχή της μαρτυρίας των καθ' ων η αίτηση και ότι μάλιστα η μαρτυρία αξιολογήθηκε. Ιδιαίτερα για το θέμα της δήλωσης του μισθού από τον αιτητή στη Δήλωση Φόρου Εισοδήματος, το Δικαστήριο απλώς το παραθέτει σαν εύρημα. Επομένως, το πρώτο ερώτημα με βάση την απόφαση στη Λούτση (ανωτέρω), θεωρείται νομικό. Το δεύτερο ερώτημα είναι συνυφασμένο με το πρώτο και αφορά την έλλειψη αιτιολογίας την οποία ήδη σχολίασα. Οι ίδιες αρχές που αναφέρθηκαν στη Λούτση (ανωτέρω), τυγχάνουν εφαρμογής και στο ερώτημα αυτό. Επομένως είναι και αυτό νομικό. Το τρίτο ερώτημα αποσύρθηκε. Το τέταρτο και πέμπτο ερωτήματα είναι συνυφασμένα και αφορούν το επίδικο θέμα της παράνομης απόλυσης του αιτητή και την έλλειψη αιτιολογίας που οδήγησε το Δικαστήριο στην κατάληξη αυτή. Για το θέμα αυτό όπως περιγράφεται ανωτέρω, δεν υπήρξε αιτιολογία γιατί το Δικαστήριο κατάληξε στο συμπέρασμα ότι ο αιτητής δεν απολύθηκε παράνομα. Απλώς έγινε παράθεση του ευρήματος χωρίς να γίνει αξιολόγηση της μαρτυρίας και χωρίς να δικαιολογηθεί η απόρριψη της μιας εκδοχής και η αποδοχή της άλλης. Επομένως τα ερωτήματα αυτά, όπως τίθενται, θεωρούνται ότι είναι νομικά. Το έκτο ερώτημα είναι και πάλιν νομικό γιατί αφορά την εφαρμογή του νόμου επί των γεγονότων. Το ότι ο αιτητής προσλήφθηκε για δυο έτη, δεν αμφισβητείται. Το θέμα που εγείρεται είναι αν ενόψει των ευρημάτων του, ορθά κατέληξε το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι ο αιτητής δεν συμπλήρωσε 26 εβδομάδες συνεχούς απασχόλησης και επομένως δεν έχει δικαίωμα για αποζημίωση. Το έβδομο ερώτημα είναι νομικό. Με το Νόμο 79(Ι)/96, το άρθρο 12 του Ν. 8/67 τροποποιήθηκε και επιτρέπει ρητά στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να επιδικάσει δεδουλευμένους μισθούς. Ο Νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ πριν από την έκδοση της επίδικης απόφασης. Είναι η θέση του αιτητή ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να επιδικάσει τέτοιους μισθούς και το πρωτόδικο Δικαστήριο αρνήθηκε να θέσει το ερώτημα. Η πλευρά των καθ' ων η αίτηση δέχτηκε ότι ο ερώτημα αυτό είναι νομικό και θα έπρεπε να παραπεμφθεί, παρ' όλο που εισηγήθηκε πως με το θέμα αυτό εγείρεται θέμα δικαιοδοσίας και κάλεσε το Δικαστήριο να το επιληφθεί. Η εισήγηση αυτή δεν ευσταθεί. Το θέμα που εγείρεται είναι αμιγώς νομικό και έπρεπε και αυτό να είχε παραπεμφθεί. Συνοψίζοντας, καταλήγω ότι όλα τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν, εκτός από το τρίτο που αποσύρθηκε, είναι νομικά και σαν τέτοια θα έπρεπε να είχαν παραπεμφθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπό μορφή υπομνήματος (case stated). Η μη σύνταξη υπομνήματος, όπως το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε στις 25.11.96, αποτελεί εσφαλμένη νομική ερμηνεία των υποβληθέντων νομικών ερωτημάτων και έγινε καθ' υπέρβαση εξουσίας, κατά παράβαση του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου, άρθρο 12
(13)(β)(ii) και των Δικονομικών Κανόνων, άρθρο 17
(2). Κατά συνέπεια εκδίδεται ένταλμα της φύσεως Certiorari, το οποίο ακυρώνει την απόφαση ημερ. 25.11.96, δυνάμει της οποίας απερρίφθη η αίτηση του αιτητή για την παραπομπή στο Ανώτατο Δικαστήριο για απόφαση επί των προαναφερθέντων νομικών σημείων, εκτός από το τρίτο ερώτημα που αποσύρθηκε. Επίσης εκδίδεται προνομιακό ένταλμα Mandamus, με το οποίο διατάσσεται το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών που απέρριψε το αίτημα του αιτητή, να συντάξει και να παραπέμψει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπόμνημα (case stated) σύμφωνα με την αίτηση των αιτητών ημερ. 19.11.96, εκτός από το τρίτο ερώτημα που αποσύρθηκε. Η αίτηση επιτυγχάνει με έξοδα εις βάρος των καθ' ων η αίτηση. H αίτηση επιτυγχάνει με έξοδα σε βάρος των καθ'ων η αίτηση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο