← Κύπρος

Kουλουντής Γιαννάκης και Άλλος ν. Bουλής των Aντιπροσώπων και Άλλων (1997) 1 ΑΑΔ 1026

Kουλουντής Γιαννάκης και Άλλος ν. Bουλής των Aντιπροσώπων και Άλλων

(1997)1 ΑΑΔ 1026 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1997)1 ΑΑΔ 1026 17 Σεπτεμβρίου, 1997 [ΠΙΚΗΣ, Π., ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΧΑΤΖΗΤΣΑΓΓΑΡΗΣ, ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΗΣ, ΝΙΚΗΤΑΣ, ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ, ΑΡΤΕΜΗΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ, ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΚΑΛΛΗΣ, ΚΡΟΝΙΔΗΣ, ΗΛΙΑΔΗΣ, Δ/στές] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΗ ΣΤΗΝ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΚΟΥΛΟΥΝΤΗ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ, Αιτητής, v. ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ, Καθ' ων η αίτηση. (Εκλογικές Αιτήσεις Αρ. 5/97 και 7/97). Εκλογοδικείο - Εκλογικές αιτήσεις για ακύρωση της πλήρωσης βουλευτικής έδρας από τον επιλαχόντα βουλευτή του κόμματος που ανήκε ο βουλευτής, του οποίου η έδρα είχε κενωθεί, δυνάμει του περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Τροποποιητικού) (Αρ.2) Νόμου, 1996 (N.118
(1)/96). Συνταγματικό Δίκαιο - Συνταγματικότητα νόμων - Κατά πόσο ο περί της Τρίτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος, 1996 (N.115
(1)/96) με τον οποίο αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις του Άρθρου 66.2 του Συντάγματος για διεξαγωγή αναπληρωματικής εκλογής για την πλήρωση βουλευτικής έδρας, με πρόνοια περί πλήρωσης βουλευτικής έδρας όπως ο νόμος ορίζει και ο περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Τροποποιητικός) (Αρ.2) Νόμος, 1996 (N.118
(1)/96) για πλήρωση κενούμενης βουλευτικής έδρας από τον επιλαχόντα βουλευτή του κόμματος στο οποίο ανήκε ο βουλευτής του οποίου η έδρα έχει κενωθεί, είναι αντισυνταγματικοί. Δίκαιο της Ανάγκης - Βουλή των Αντιπροσώπων - Κατά πόσο έχει αναθεωρητική εξουσία να προβαίνει σε τροποποίηση συνταγματικών διατάξεων κατ' επίκληση του Δικαίου της Ανάγκης - Εκτενής αναφορά στη σχετική νομολογία. Δικαστικές αποφάσεις - Αρχή της δεσμευτικότητας δικαστικών αποφάσεων - Προσήλωση προς το δικαστικό προηγούμενο -?Εφαρμοστέες αρχές. Οι αιτητές, εκλογείς της εκλογικής περιφέρειας Λεμεσού, προσβάλλουν την ανακήρυξη του Χριστόδουλου Βενιαμίν, ως εκλεγέντα βουλευτή για την εκλογική περιφέρεια Λεμεσού στη θέση του Δημήτρη Κοντίδη, ο οποίος παραιτήθηκε από το βουλευτικό αξίωμα, όταν εξελέγη δήμαρχος Λεμεσού. Τόσο ο κ. Βενιαμίν όσο και ο κ. Κοντίδης κατήλθαν ως υποψήφιοι βουλευτές στις βουλευτικές εκλογές της 26ης Μαΐου 1996, με τον συνδυασμό ΑΚΕΛ - Αριστερά Νέες Δυνάμεις. Ο κ. Βενιαμίν ήταν ο επιλαχών στην πιο πάνω εκλογική αναμέτρηση. Η Βουλή ψήφισε τον περί της Τρίτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 1996, Ν. 115
(1)/96, Άρθρο 2 με τον οποίο αντικαταστάθηκε το Άρθρο 66.2 του Συντάγματος με πρόνοια για πλήρωση κενωθείσας βουλευτικής έδρας εντός προθεσμίας σαράντα πέντε το πολύ ημερών από την κένωσή της, καθ' ον τρόπο ο νόμος ορίζει. Ψηφίστηκε επίσης ο περί Εκλογής των Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Τροποποιητικός) (Νο.2) Νόμος του 1996, Ν. 118
(1)/96, ο οποίος προνοεί ότι η πλήρωση κενωθείσας βουλευτικής έδρας πραγματοποιείται μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες, με ανακήρυξη από τον Έφορο, του πρώτου επιλαχόντος υποψηφίου του συνδυασμού της ίδιας εκλογικής περιφέρειας του κόμματος που κατείχε την έδρα που κενώθηκε. Στις 3.1.97 ο Υπουργός Εσωτερικών διόρισε τον Χρ. Αθανασίου, Έπαρχο Λεμεσού, ως Έφορο εκλογής ο οποίος στις 7.1.97 ανακήρυξε τον Χριστόδουλο Βενιαμίν ως εκλεγέντα βουλευτή της εκλογικής περιφέρειας Λεμεσού. Το κύριο επιχείρημα των αιτητών συνοψίζεται στη θέση ότι η ανακήρυξη του Χριστόδουλου Βενιαμίν, βρίσκεται σε αντίθεση με το Άρθρο 66.2 του Συντάγματος πριν την τροποποίησή του. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι εν πάση περιπτώσει ο Νόμος 118
(1)/96, θεσπίστηκε και βασίστηκε στην τροποποίηση του Συντάγματος που έγινε με το Νόμο 115
(1)/1996 και η οποία αντίκειται προς το Άρθρο 182.3 του Συντάγματος. Οι καθ' ων η αίτηση επικαλέσθηκαν το δίκαιο της ανάγκης το οποίο καθώς ισχυρίστηκαν δικαιολογεί τη διατήρηση και άσκηση της αναθεωρητικής λειτουργίας της Βουλής των Αντιπροσώπων σε σχέση με την τροποποίηση μη θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος για την ομαλή, απρόσκοπτη και αποτελεσματική λειτουργία του πολιτεύματος, του Συντάγματος και των δημοκρατικών θεσμών. Αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία των Δικαστών Παπαδόπουλου, Χατζητσαγγάρη, Χρυσοστομή, Αρτεμίδη, Αρτέμη, Νικολαΐδη, Νικολάου, Κρονίδη και Ηλιάδη, ότι η τροποποίηση του Συντάγματος ήταν παραδεκτή δυνάμει του δικαίου της ανάγκης. Η μειοψηφία των Δικαστών - ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πικής και οι Δικαστές Νικήτας, Κωνσταντινίδης και Καλλής - αποφάσισε ότι ο Νόμος 115/96 είναι αντισυνταγματικός και ότι δεν είναι δυνατή η τροποποίηση του Συντάγματος δυνάμει του δικαίου της ανάγκης. Εξετάστηκε επίσης η συνταγματικότητα του Ν. 118/96, δοθείσας της απόφασης της πλειοψηφίας για τη συνταγματικότητα του Ν. 115/96, υπό το φως της τροποποίησης του Συντάγματος η οποία έγινε. Η πλειοψηφία των Δικαστών - οι Δικαστές Παπαδόπουλος, Χατζητσαγγάρης, Χρυσοστομής, Αρτεμίδης, Αρτέμης, Κωνσταντινίδης, Νικολαΐδης, Νικολάου, Καλλής, Κρονίδης και Ηλιάδης - έκρινε ότι ο Νόμος 118/96, δεν αντίκειται προς καμμιά συνταγματική διάταξη. Η μειοψηφία των Δικαστών - ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πικής και ο Δικαστής Νικήτας - έκρινε το νόμο αντισυνταγματικό, διότι αντίκειται προς τα Άρθρα 68.3, 31 και 64 του Συντάγματος. Η απόφαση του Δικαστηρίου ως προς την κανονικότητα της διαδικασίας η οποία ακολουθήθηκε για την ανάδειξη του κ. Βενιαμίν στο βουλευτικό αξίωμα ήταν ομόφωνη. Αποφασίστηκε ότι δεν υπήρξε παρέκκλιση από τις σχετικές διατάξεις του Εκλογικού Νόμου και ότι η διαδικασία ήταν σύμφωνη με τις πρόνοιές του. Απόφαση πλειοψηφίας: Α. Υπό Νικολαΐδη, Δ., συμφωνούντων και των Δικαστών Παπαδόπουλου, Χατζητσαγγάρη και Ηλιάδη:
  1. Το δίκαιο της ανάγκης εισήχθη στη νομική ιστορία του τόπου μας με την υπόθεση Attorney-General v. Mustafa Ibrahim and Others, στην οποία κρίθηκε η συνταγματικότητα του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964, Ν. 33/64 με την εγκαθίδρυση του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπό τη σημερινή του μορφή, ύστερα από την αποχώρηση των Τούρκων δικαστών.
  2. Επίκληση του δικαίου της ανάγκης έγινε έκτοτε επανειλημμένα. Ο περί της Πρώτης Τροποποιήσεως του Συντάγματος Νόμος του 1986 με τον οποίο επιχειρήθηκε τροποποίηση του Συντάγματος για να τυγχάνουν δικαιώματος ψήφου οι συμπληρώσαντες το 18ο έτος της ηλικίας τους, καθώς και για τη μη διεξαγωγή αναπληρωματικής εκλογής για την πλήρωση κενωθείσας έδρας, κρίθηκε αντισυνταγματικός.
  3. Αντίθετα ο περί της Πρώτης Τροποποιήσεως του Συντάγματος Νόμος του 1989, Ν. 95/89 και ο περί Οικογενειακού Δικαστηρίου Νόμος του 1990, Ν. 23/90, κρίθηκαν συνταγματικοί ύστερα από ισοψηφία των Δικαστών. Οι πέντε από τους δέκα Δικαστές αποφάσισαν ότι η Βουλή χωρίς τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων, έχει αναθεωρητική δικαιοδοσία και μπορεί να τροποποιήσει το Σύνταγμα μόνο με πλειοψηφία των ανηκόντων στην ελληνική κοινότητα βουλευτών (Υπόθεση Νικολάου v. Νικολάου).
  4. Το δίκαιο της ανάγκης το οποίο στηρίζεται στην αρχή ότι ο κανόνας της σωτηρίας της πολιτείας είναι ο υπέρτατος νόμος, αποτελεί το θεμέλιο κάθε κρατικής οργάνωσης, συνιστά δε σε τελευταία ανάλυση, το βασικό κανόνα που διέπει τη συγκρότηση δεδομένης πολιτείας, δηλαδή τον υπέρτατο κανόνα συνταγματικού δικαίου.
  5. Η επίκληση του δικαίου της ανάγκης θα πρέπει να προσεγγίζεται με μεγάλη προσοχή.
  6. Ο κίνδυνος που διέρχεται η πολιτεία πρέπει να είναι αντικειμενικά υπαρκτός, άμεσος και έκδηλος.
  7. Η αρχή του δικαίου της ανάγκης στο δημόσιο βίο αποτελεί στην πραγματικότητα την αποδοχή της ανάγκης ως πηγής εξουσίας για ενέργεια με τρόπο που δεν προβλέπεται από το νόμο, αλλά που είναι απαραίτητος κάτω από τις επικρατούσες συνθήκες από το ανώτατο δημόσιο συμφέρον για την επιβίωση του κράτους και του λαού.
  8. Η υπόθεση στην Αναφορά 1/86, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1986)3 C.L.R. 1439, στην οποία έγινε αναφορά επανειλημμένως κατά την εξέταση των επίδικων εκλογικών αιτήσεων, δεν εξέτασε κατά πόσο σύμφωνα με το δίκαιο της ανάγκης είναι δυνατή η τροποποίηση του Συντάγματος, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι καταλήγει στη θέση ότι η τροποποίηση του Συντάγματος δεν είναι δυνατή χωρίς την παρουσία των Τουρκοκυπρίων βουλευτών. Εξάρτησε όμως την εφαρμογή του δικαίου της ανάγκης από την αναγκαιότητα της συγκεκριμένης τροποποίησης. Η κατάληξη αυτή δεν συμφωνεί με την απόφαση στην υπόθεση Πολύκαρπος Ιωαννίδης v. Αστυνομίας
(1973)2 C.L.R. 125, όπου κρίθηκε ότι αφού η παράταση της θητείας της Βουλής ήταν έγκυρη υπό τις περιστάσεις, η νομοθετική εξουσία μπορούσε να ασκηθεί από αυτή, όχι μόνο σε επείγουσες και εξαιρετικές περιπτώσεις, αλλά όπως και πριν την παράταση της θητείας της.
  1. Η απόφαση στην Αναφορά 1/86 δεν υιοθετήθηκε στην απόφαση Νικολάου και Άλλη v. Νικολάου και Άλλου (Αρ. 2) από τους πέντε Δικαστές μεταξύ των οποίων και ο Δικαστής Στυλιανίδης ο οποίος επιβεβαιώνει τη θέση που τέθηκε με την απόφαση στην Ιωαννίδης, ότι κατά την εφαρμογή του δικαίου της ανάγκης δεν εξετάζεται κάθε συγκεκριμένο νομοθέτημα, αφού η ανάγκη συνίσταται στη λειτουργία της Βουλής.
  2. Αντίθετα οι άλλοι πέντε Δικαστές δέκτηκαν ότι η Βουλή υπό την παρούσα της σύνθεση δεν έχει αναθεωρητική δικαιοδοσία. Ο υπό κρίση νόμος κρίθηκε συνταγματικός με βάση το τεκμήριο συνταγματικότητας το οποίο σε περίπτωση ισοψηφίας δεν ανατρέπεται.
  3. Παρά την ισοψηφία που σημειώθηκε, η απόφαση στην υπόθεση Νικολάου, για τη δυνατότητα τροποποίησης άρθρων του Συντάγματος, θεωρείται δεσμευτική όπως αν είχε αποφασιστεί ομόφωνα. Τόσο η αντιμετώπιση στη Νικολάου όσο και στην Ιωαννίδη είναι ορθές και υιοθετούνται.
  4. Η Βουλή δεν άσκησε αρμοδιότητες που δεν της παρέχονται από το Σύνταγμα, ούτε το περιεχόμενο της τροποποίησης είναι ασύμφωνο με οποιαδήποτε συνταγματική διάταξη. Ο μόνος λόγος για τον οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός για αντισυνταγματικότητα είναι η απουσία των Τουρκοκυπρίων βουλευτών.
  5. Η δυνατότητα αναθεώρησης του Συντάγματος αποτελεί την πλέον βασική αρμοδιότητα της Βουλής και αποτελεί μία από τις συνέπειες της δημοκρατικής μορφής του πολιτεύματος.
  6. Η σημερινή κατάσταση της πατρίδας μας καθιστά εμφανή με τον πιο πειστικό τρόπο πόσο μακριά από την πραγματικότητα ήταν ορισμένες συνταγματικές πρόνοιες και σε ποιό βαθμό το Σύνταγμα απαιτεί τη βοήθεια του δικαίου της ανάγκης για να μπορέσει το κράτος να συνεχίσει να λειτουργεί.
  7. Με την επίκληση του δικαίου της ανάγκης απλώς αναστέλλεται το μέρος του Άρθρου 182.3, που αναφέρεται στην προϋπόθεση ψήφισης της τροποποίησης του Συντάγματος από τα δύο τρίτα των Τουρκοκυπρίων βουλευτών. Έτσι εν όψει του γεγονότος της συνέχισης της ίδιας κατάστασης, η Βουλή έχει το δικαίωμα να προβαίνει σε τροποποίηση του Συντάγματος, ασκώντας την αναθεωρητική της λειτουργία, νοουμένου πάντα ότι θα εξασφαλίζεται η πλειοψηφία των δύο τρίτων των εκλεγέντων βουλευτών. Είναι γι' αυτό το λόγο που δεν είναι αναγκαίος ο έλεγχος της αναγκαιότητας ψήφισης του κάθε συγκεκριμένου νομοθετήματος.
  8. Κάθε νόμος που ψηφίζεται κατ' επίκληση του δικαίου της ανάγκης παραμένει αντισυνταγματικός, αλλά για όσο διάστημα διαρκεί η κατάσταση ανάγκης εφαρμόζεται κανονικά παρά την αντισυνταγματικότητά του. Έτσι δεν τίθεται θέμα μονιμότητας της τροποποίησης του Συντάγματος. Μετά τη λήξη της κατάστασης ανάγκης οι διάφορες πράξεις θα πρέπει είτε να επικυρωθούν, είτε να ακυρωθούν.
  9. Το επιχείρημα των αιτητών ότι αφού το Άρθρο 66.2 του Συντάγματος τροποποιήθηκε, παραμένει εν αμφιβόλω η ισχύς του Άρθρου 66.3, το οποίο συνεχίζει να αναφέρεται σε αναπληρωματική εκλογή, δεν ευσταθεί. Η παράγραφος 3 του Άρθρου 66 εξακολουθεί να ισχύει όπου για οποιοδήποτε λόγο εξακολουθεί να είναι αναγκαία αναπληρωματική εκλογή.
  10. Ο διορισμός του Εφόρου εκλογής δεν μπορεί να επηρεάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο, αφού χωρίς αυτόν δεν θα ήταν εφικτή η ανακήρυξη υποψηφίου. Εν όψει των πιο πάνω κρίνεται ότι τόσο ο Νόμος 115
(1)/96, όσο και ο Νόμος 118
(1)/96 είναι συνταγματικοί και συνεπώς οι αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν. Οι αιτήσεις απορρίπτονται με έξοδα εναντίον των αιτητών. Β. Υπό Χρυσοστομή, Δ.: Η απόφαση στην υπόθεση Νικολάου κ.ά. v. Νικολάου κ.ά. (Αρ. 2) είναι ορθή και επιβεβαιώνεται και επίσης οι αρχές που διαμορφώθηκαν σ' αυτή υιοθετούνται πλήρως και στην παρούσα υπόθεση. Γ. Υπό Αρτεμίδη, Δ.:
  1. Η πρόσφατη τακτική, που αγγίζει τα όρια της πρακτικής, να επαναφέρονται για αναθεώρηση ζητήματα που έχουν αποφασιστεί από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συνιστά αδόκιμη άσκηση στο νόμο με σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στη λειτουργία της πολιτείας.
  2. Το Ανώτατο Δικαστήριο, δεν έχει εξουσία να απαγορεύει στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ειδικά και μόνο την άσκηση της αναθεωρητικής της αρμοδιότητας που έχει σύμφωνα με το Άρθρο 182 2.3 του Συντάγματος. Η Κυπριακή Πολιτεία υφίσταται και αναγνωρίζεται διεθνώς στο πρόσωπο όλων των νομίμων φορέων της λειτουργίας της. Δ. Υπό Αρτέμη, Δ.:
  3. Το δικαίωμα της Βουλής να τροποποιεί μη θεμελιώδη Άρθρα του Συντάγματος με βάση το δίκαιο της ανάγκης, έστω και χωρίς τη συμμετοχή των Βουλευτών και των δύο κοινοτήτων, αναγνωρίστηκε έμμεσα ή δεν αποκλείστηκε στην Αναφορά 1/86 παρόλο ότι ο περί της Πρώτης Τροποποιήσεως του Συντάγματος Νόμος του 1986 κρίθηκε αντισυνταγματικός.
  4. Στην υπόθεση Νικολάου αναγνωρίστηκε η αναθεωρητικη δικαιοδοσία της Βουλής για τροποποίηση μη θεμελιωδών άρθρων του Συντάγματος μόνο με πλειοψηφία των ανηκόντων στην Ελληνική κοινότητα βουλευτών. Ταυτόχρονα αποφασίστηκε ότι η Βουλή έχει τη δυνατότητα, με βάση το δίκαιο της ανάγκης, να ασκεί εξουσία αναθεώρησης του Συντάγματος, σε κάθε περίπτωση που η ίδια κρίνει τούτο αναγκαίο, χωρίς να εξετάζεται το κατά πόσο η ανάγκη της συγκεκριμένης τροποποίησης του Συντάγματος είναι επιτακτικότερη της ανάγκης μη τροποποίησής του. Έτσι, υπήρξε παρέκκλιση από την Αναφορά 1/86, στο βαθμό που ήταν ασύμφωνη με τα πιο πάνω.
  5. Τίποτε δεν έχει λεχθεί που να πείθει το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι πρέπει να αποστεί από την απόφαση στη Νικολάου v. Νικολάου.
  6. Αναφορικά με το επιχείρημα των αιτητών ότι η τροποποιημένη παράγραφος 2 του Άρθρου 66, αντίκειται προς τις πρόνοιες της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, υιοθετείται το σκεπτικό της απόφασης του Κωνσταντινίδη, Δ. Ε. Υπό Νικολάου Δ.,:
  7. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων, το εκλογικό σύστημα της Κύπρου καθιστά την πολιτική επιλογή κόμματος τον άξονα του εκλογικού συστήματος. Η υπό εξέταση τροποποίηση του Άρθρου 66.2 του Συντάγματος, αποβλέπει ακριβώς στην πραγμάτωση της καθολικότητας αυτού του άξονα στο αναλογικό σύστημα.
  8. Στη Νικολάου κ.ά. v. Νικολάου κ.ά. υποδείχθηκε από τους πέντε δικαστές που έκριναν έγκυρη την τροποποίηση του Άρθρου 111 του Συντάγματος με τον περί της Πρώτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 1989 (Ν. 95/89), ότι το δίκαιο της ανάγκης εσυναρτάτο με τη δυνατότητα λειτουργίας της Βουλής και όχι με το περιεχόμενο του νομοθετήματος· το οποίο εξετάζεται με αναφορά προς το δίκαιο της ανάγκης μόνο εφόσον - με δεδομένη τη δέουσα λειτουργία της Βουλής - αντίκειται προς συνταγματικές διατάξεις, όπως συνέβη στην A.G. v. Ibrahim and Others
(1964)C.L.R.
  1. Αυτή η θεώρηση του δικαίου της ανάγκης αποτέλεσε τον ένα απ΄τους δύο αυτοτελείς λόγους της απόφασής τους.
  2. Η απόφαση στη Νικολάου ανέτρεψε τον λόγο των γνωματεύσεων στην Αναφορά 1/86 με κριτήριο που η πλειοψηφία στη Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων και Άλλων, Εκλογική Αίτηση αρ. 1/95, έκρινε ως ορθό παρότι το αναδιατύπωσε.
  3. Η ισοψηφία στη Νικολάου δεν αφαιρεί από τη δεσμευτικότητα του λόγου ο οποίος καθόρισε το αποτέλεσμα.
  4. Η επιβεβαίωση της ύπαρξης κατάστασης που ενεργοποιεί το δίκαιο της ανάγκης, ανήκει στη Δικαστική εξουσία. Αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί. Εκείνο που απασχόλησε ήταν μόνο οι επιπτώσεις. Σε σχέση με αυτές, κατ' ακολουθίαν της Νικολάου, το δίκαιο της ανάγκης δικαιολογεί αυτόματα την κρατική λειτουργία κατά παρέκκλιση του Συντάγματος στο βαθμό που επιβάλλει η δημιουργηθείσα κατάσταση, ενόσω αυτή διαρκεί. Γι' αυτό ο περί της Τρίτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 1996 δεν είναι αντισυνταγματικός.
  5. H θέση των αιτητών ότι ο Νόμος 118
(1)/96, προβλέπει για την κατάληψη βουλευτικής έδρας χωρίς εκλογή με ψηφοφορία είναι εσφαλμένη. Στο αναλογικό σύστημα κυριαρχεί το αποτέλεσμα των γενικών βουλευτικών εκλογών το οποίο καθορίζει ποιοί είναι που αμέσως καταλαμβάνουν βουλευτική έδρα, και ποιός αργότερα, όπου κενούται έδρα. Επομένως η αναπληρωματική εκλογή είναι αχρείαστη όπου με το αποτέλεσμα των γενικών βουλευτικών εκλογών παρέχεται η δυνατότητα πλήρωσης κενωθείσας έδρας. Δεν μπορεί ως εκ τούτου να τίθεται θέμα έκδοσης διατάγματος για αναπληρωματική εκλογή ως προϋπόθεση για τον διορισμό του Εφόρου Εκλογής όπου η έδρα πληρούται με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 35
(1)του Νόμου και όχι με αναπληρωματική εκλογή δυνάμει των Άρθρων 35
(2)και 35Α, όπως και δυνάμει του Άρθρου 66.3 του Συντάγματος.
  1. Η πρόνοια στο Νόμο με την οποία ρυθμίζεται το ποιός καταλαμβάνει την βουλευτική έδρα, δεν διαφοροποιεί τα απαιτούμενα προσόντα υποψηφίου. Τα οποία εξετάζονται με αναφορά προς τον χρόνο διεξαγωγής των γενικών βουλευτικών εκλογών και όχι τον χρόνο πλήρωσης της κενωθείσας έδρας.
  2. O περί της Τρίτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 1996 δεν είναι αντισυνταγματικός. O περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 1996, δεν είναι αντισυνταγματικός. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε για την ανακήρυξη του Χριστόδουλου Βενιαμίν ως βουλευτή ήταν η ενδεδειγμένη. Οι αιτήσεις απορρίπτονται με έξοδα. Στ. Υπό Κρονίδη Δ.:
  3. Δεν χωρεί περιορισμός στις εξουσίες της Βουλής των Αντιπροσώπων, και ιδιαίτερα της πιο σημαντικής, της αναθεωρητικής εξουσίας τροποποίησης των μη θεμελιωδών Άρθρων του Συντάγματος, με το επιχείρημα ότι το δίκαιο της ανάγκης δεν δικαιολογεί την τροποποίηση με τρόπο που παραβιάζει το Άρθρο 182.3 του Συντάγματος που απαιτεί χωριστές πλειοψηφίες των Βουλευτών της Ελληνικής και της Τουρκικής κοινότητας.
  4. Η υπόθεση Νικολάου αποτελεί έγκυρο και δεσμευτικό προηγούμενο και δεν συντρέχει καμιά από τις προϋποθέσεις που ετέθησαν από τη νομολογία για ανατροπή της. Απόφαση μειοψηφίας: Α. Υπό Πική, Π. συμφωνούντος και του Νικήτα, Δ.:
  5. Στην θεμελιακή απόφαση A.G. of the Republic v. Ibrahim and Others, αποφασίστηκε ότι το δίκαιο της ανάγκης παρείχε έρεισμα για παρεκκλίσεις από τις συνταγματικές διατάξεις που διέπουν τη σύσταση και συγκρότηση των οργάνων της Πολιτείας, στα οποία παρέχεται η εξουσία και των οποίων η λειτουργία, της Δικαστικής εξουσίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, περιήλθε σε αποτελμάτωση. Αναγνωρίστηκε το δίκαιο της ανάγκης, ως ενυπάρχον κατά πάντα χρόνο στο Άρθρο 179, το οποίο καθιερώνει το Σύνταγμα ως τον υπέρτατο νόμο της Δημοκρατίας. Οι Δικαστές Βασιλειάδης και Τριανταφυλλίδης όπως ήταν τότε και ο Δικαστής Ιωσηφίδης, διετύπωσαν την θέση ότι η ανάγκη πρέπει να είναι υπαρκτή και τόνισαν ότι αναγνωρίζοντας το δίκαιο της ανάγκης ως μέρος της πανοπλίας του δικαίου, βαδίζουν πεπατημένη οδό του δικαίου και δεν καινοτομούν. Σημείωσαν επίσης ότι οι αρχές του δικαίου της ανάγκης αναγνωρίστηκαν και καθιερώθηκαν από το δίκαιο πολλών χωρών, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα, η Γαλλία, η Ιταλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες.
  6. Οι αρχές του δικαίου της ανάγκης καθορίστηκαν στην Ibrahim και εξειδικεύτηκαν σε μεγάλο αριθμό μεταγενέστερων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
  7. Η αναλογικότητα μεταξύ της ανάγκης και των μέτρων που λαμβάνονται εξ ονόματός της, αποτελεί κοινό λόγο των δικαστικών αποφάσεων.
  8. Το δίκαιο της ανάγκης, όπως ο όρος υποδηλώνει, η φύση του εξυπακούει και η νομολογία ορίζει, δεν αποβλέπει στην παράκαμψη της συνταγματικής τάξης αλλά στην υποστήλωσή της.
  9. Η αντιμετώπιση από το Δικαστήριο νομοθετικών ρυθμίσεων που δεν είχαν σκοπό την υποστήλωση της λειτουργίας των συνταγματικών θεσμών, αλλά τη μεταβολή του συνταγματικού πλαισίου λειτουργίας του κράτους, υπήρξε σταθερή, όπως φαίνεται στη σχετική νομολογία.
  10. Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων, οι οποίες υιοθετήθηκαν στην Ibrahim, ήταν η παρέκκλιση από το Σύνταγμα, με την υιοθέτηση εξωσυνταγματικών μέτρων στο βαθμό και έκταση που η ανάγκη επέβαλλε, για να καταστεί δυνατή η λειτουργία της Πολιτείας βάσει των ουσιαστικών προνοιών του Συντάγματος. Σε καμμιά περίπτωση δεν επετράπη η λειτουργία των συνταγματικών φορέων εξουσίας, έξω από το συνταγματικό πλαίσιο. Στη σχετική νομολογία περιλαμβάνονται σημαντικές αποφάσεις χαρακτηριστικές του πλαισίου εφαρμογής του δικαίου της ανάγκης, σε διάφορους τομείς λειτουργίας του κράτους.
  11. Η ανάγκη για τη λήψη εξαιρετικών μέτρων, προς διαφύλαξη της κοινωνικής συνοχής, πολλαπλασιάστηκε μετά την Τουρκική εισβολή, λόγω των καταστροφικών συνεπειών που επέφερε προκαλώντας ρήγμα στον κοινωνικό ιστό και πλήττοντας τα θεμέλια του κράτους με την εκρίζωση χιλιάδων ανθρώπων από τα σπίτια τους και την αποστέρηση των δικαιωμάτων τους. Στην Aloupas v. National Bank, η οποία είχε σαν επίδικο θέμα τη συνταγματικότητα του περί Ανακουφίσεως Οφειλετών (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου του 1979, (Ν. 24/79), ομόφωνα η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου δέχτηκε ότι η ανάγκη μπορούσε να δικαιολογήσει και παρεκκλίσεις από τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου.
  12. Βέβαια προσφυγή σε νομοθετικά μέτρα, ως ανωτέρω, υπόκειται και πάντα θα υπόκειται, σε δικαστικό έλεγχο, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα μέτρα δικαιολογούνται από την καταστροφή σε σχέση με την οποία έχουν θεσπιστεί.
  13. Το θεσμικό πλαίσιο επίκλησης και εφαρμογής του δικαίου της ανάγκης, διατυπώνεται με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο στην Πρ. Δημοκρατίας v. Βουλής Αντιπρ.
(1991)3 Α.Α.Δ.
  1. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ομόφωνα έκρινε αντισυνταγματικό τον περί Πραξικοπήματος (Ειδικαί Διατάξεις) (Τροποποιητικό) Νόμο του 1990, ο οποίος σκοπούσε στη στέρηση του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι από τα μέλη της πραξικοπηματικής κυβέρνησης, σε πολιτειακά αξιώματα. Αφ' ενός διότι προσέκρουε στις διατάξεις των Άρθρων 40 και 64 του Συντάγματος και αφ' ετέρου λόγω της δυνατότητας κατά πάντα ουσιώδη χρόνο δίωξης των πραξικοπηματιών, οπόταν δεν υφίστατο ανάγκη για παρέκκλιση από το Σύνταγμα.
  2. Το παραδεκτό της τροποποίησης του Συντάγματος, βάσει του δικαίου της ανάγκης ηγέρθη για πρώτη φορά και εξετάστηκε και πάλι σε σχέση με την συγκεκριμένη διάταξη που τροποποιήθηκε με το Ν. 115
(1)/96, δηλαδή το Άρθρο 66.2 καθώς και το Άρθρο 66.3 του Συντάγματος, στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1986)3 C.L.R. 1439, (Αναφορά 1/86), ώστε το 18ο έτος να υποκαταστήσει το 21ο έτος ως το όριο ηλικίας των ψηφοφόρων στις Βουλευτικές Εκλογές. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκρινε ομόφωνα την τροποποίηση του Συντάγματος, βάσει του δικαίου της ανάγκης, απαράδεκτη και αποκήρυξε το νόμο ως αντισυνταγματικό. Σύμφωνα με το σκεπτικό της πλειοψηφίας των Δικαστών, οι λόγοι που προβλήθηκαν για τις τροποποιήσεις δεν ήταν επιτακτικότεροι της υπέρτατης πολιτειακής ανάγκης να μην τροποποιηθούν τα Άρθρα 63 και 66, χωρίς τη συμμετοχή Βουλευτών και των δύο κοινοτήτων στη ψήφιση του υπό κρίση νόμου, όπως απαιτείται από την παρ. 3 του Άρθρου 182 του Συντάγματος, εν σχέσει με τροποποίηση μη θεμελιωδών Άρθρων του Συντάγματος.
  1. Το βάσιμο των παρατηρήσεων της πλειοψηφίας των Δικαστών στην πιο πάνω υπόθεση, ως προς το ενδεχόμενο τροποποίησης μη θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος που αφορούν αποκλειστικά την Ελληνική κοινότητα, εξετάστηκε από την Ολομέλεια στην Αίτηση της Εκκλησίας της Κύπρου 3/89, με αναφορά στο παραδεκτό τέτοιου ενδεχομένου υπό το φως των διατάξεων της παρ. 3 του Άρθρου 182 του Συντάγματος. Αποφασίστηκε ότι η απόφαση στην Αναφορά 1/86, δεν δημιούργησε οποιαδήποτε ασάφεια ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του Άρθρου 182.
  2. Η διαπίστωση στην 3/89, ότι οι παρατηρήσεις της πλειοψηφίας στην 1/86 (α) δεν αποτελούσαν μέρος του λόγου (ratio) της απόφασης και (β) ότι ήταν δικαιϊκά ανυπόστατες, αφαίρεσε κάθε έρεισμα για το παραδεκτό τροποποίησης οποιουδήποτε μέρους του Συντάγματος, περιλαμβανομένων και προνοιών που αφορούν αποκλειστικά την Ελληνική κοινότητα, βάσει του δικαίου της ανάγκης.
  3. Στην υπόθεση Νικολάου κ.ά. v. Νικολάου κ.ά. (Αρ. 2) έγινε και πάλι επίκληση του δικαίου της ανάγκης για τροποποίηση του Συντάγματος. Οι Δικαστές που τάχθηκαν υπέρ της τροποποίησης ισοψήφισαν με αυτούς που τάχθηκαν εναντίον. Ο λόγος των αποφάσεών τους είναι διαμετρικά αντίθετος. Το αποτέλεσμα στη Νικολάου δεν εδραιώνεται στον λόγο της πλειοψηφίας, αλλά σε πλάσμα δικαίου, το τεκμήριο της συνταγματικότητας των νόμων. Δεν έχει εντοπιστεί προηγούμενη δικαστική απόφαση η οποία να πραγματεύεται ειδικά την ισχύ του λόγου και τη νομολογιακή δέσμευση που ενέχει προηγούμενη δικαστική απόφαση πλασματικής πλειοψηφίας.
  4. Η δεσμευτικότητα δικαστικής απόφασης δεν συναρτάται με την αριθμητική δύναμη του Δικαστηρίου.
  5. Υπάρχει ευχέρεια για απόκλιση από προηγούμενη δικαστική απόφαση, όπως διαπιστώνεται από όλα τα μέλη του Δικαστηρίου στην Νικολάου και διασαφηνίζεται στη Μαυρογένης, οποτεδήποτε προηγούμενη απόφαση βασίζεται σε αδιαμφισβήτητα εσφαλμένη αρχή δικαίου.
  6. Η απόφαση στη Νικολάου βρίσκεται σε αντίθεση με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην President of the Republic v. House of Representatives
(1986)3 A.A.Δ. 1439 και τις αρχές της Ibrahim και όλες τις μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που άπτονται του δικαίου της ανάγκης. 16. Η δυνατότητα επιλογής μεταξύ δύο προηγουμένων συγκρουομένων αποφάσεων, από το Δικαστήριο, αναγνωρίστηκε και καθορίστηκε στην θεμελιακή απόφαση Young v. Bristol Aeroplane Co
(1944). H ισχύς του λόγου της Young, επαναβεβαιώθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων σε μεταγενέστερες αποφάσεις. 17. Το ζήτημα της συνταγματικότητας του Ν. 115
(1)/96, αποφασίστηκε δεσμευτικά στην 1/86. Το σκεπτικό των πέντε Δικαστών στο οποίο θεμελιώνεται το αποτέλεσμα στη Νικολάου είναι για τους λόγους που αναφέρθηκαν προηγουμένως, εσφαλμένο. Αποτελεί αντινομία προς το δίκαιο της ανάγκης, συνιστά αλλοίωση των αρχών του και συγκρούεται με όλες τις προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο Ν. 115
(1)/96, είναι αντίθετος προς το Σύνταγμα, ασύμφωνος με τις πρόνοιές του και δεν βρίσκει έρεισμα στο δίκαιο της ανάγκης. Ως εκ τούτου κρίνεται αντισυνταγματικός. 18. Λόγω της κρίσεως του Νόμου 115
(1)/96 από την πλειοψηφία, ως συνταγματικού, θα εξετασθεί και η συνταγματικότητα του Νόμου 118
(1)/96, με αναφορά στους λόγους, εκτός του δικαίου της ανάγκης που έχουν ήδη εκτεθεί, και που κατ' ισχυρισμό, καθιστούν τον νόμο αντισυνταγματικό.
  1. Τα άρθρα του Συντάγματος προς τα οποία, κατ' ισχυρισμό, αντίκειται, είναι τα Άρθρα 31, 64 και 66.
  2. Η διενέργεια εκλογής για την πλήρωση κενούμενης βουλευτικής έδρας, προκύπτει ευθέως από την παρ. 3 του Άρθρου
  3. Κατά συνέπεια ο Ν. 118/96, εφόσον προβλέπει την πλήρωση κενούμενης βουλευτικής έδρας με τρόπο άλλο από τη διενέργεια εκλογής, προσκρούει και έρχεται σε αντίθεση με το Άρθρο 66.3 καθώς και το Άρθρο 31, εφόσο στερεί εκλογέα, όπως οι αιτητές, του δικαιώματος του ψηφίζειν σε εκλογή προβλεπόμενη από το Σύνταγμα.
  4. Η πρόνοια του Ν. 118/96, που καθιστά την κομματική ταυτότητα του υποψηφίου, απαραίτητο προσόν για ανάδειξη στο βουλευτικό αξίωμα, παραβιάζει και έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του Άρθρου
  5. Η σχετική διάταξη του Ν. 118/96, έχει και άλλες αρνητικές συνέπειες. Μεταθέτει εν μέρει έστω την εκλογή των αντιπροσώπων του λαού στη Βουλή, σε σώμα άλλο από το εκλογικό σώμα, το μόνο που βάσει του Συντάγματος, έχει λόγο για ανάδειξη των αντιπροσώπων του.
  6. Ο ορισμός Εφόρου Εκλογής και η ανάδειξη από τον Έφορο του επιλαχόντα υποψηφίου στις γενικές εκλογές που έχει τα προσόντα που καθορίζει ο Ν. 118/96, συνιστά την ορθή διαδικασία εφόσο κινήθηκε στα πλαίσια του μηχανισμού που καθιερώθηκε με την τροποποίηση του εκλογικού νόμου. B. Υπό Κωνσταντινίδη, Δ.:
  7. Υπάρχει πλήρης ταύτιση απόψεων, αναφορικά με τη δυνατότητα της Βουλής των Αντιπροσώπων να τροποποιήσει το Άρθρο 66.2 του Συντάγματος, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του Άρθρου 182.3 του Συντάγματος, κατ' επίκληση του δικαίου της ανάγκης, με την απόφαση του Προέδρου Πική.
  8. Με δεδομένη την εγκυρότητα της άσκησης της αναθεωρητικής εξουσίας της Βουλής να τροποποιήσει το Άρθρο 66.2 του Συντάγματος, η εισήγηση των αιτητών πως το περιεχόμενο της τροποποίησης είναι αντισυνταγματικό επειδή συγκρούεται, όπως ισχυρίζονται, με άλλα Άρθρα του Συντάγματος, σημαίνει πως έχει μεν η Βουλή την εξουσία τροποποίησης μη θεμελιώδους Άρθρου του Συντάγματος, αλλά περιορίζεται ως προς το περιεχόμενο της τροποποίησης από τις πρόνοιες των άλλων άρθρων του Συντάγματος που αναφέρθηκαν, που είναι και αυτά μη θεμελιώδη. Με την εξαίρεση του Άρθρου 62.2 ως προς το μέρος του όμως που αφορά στις ιδιαίτερες ρυθμίσεις αναφορικά με τις δύο κοινότητες.
  9. Η ύπαρξη τέτοιου περιορισμού δεν είναι αποδεκτή αλλά ούτως ή άλλως, δεν έχει τεκμηριωθεί η σύγκρουση στην οποία αναφέρθηκαν οι αιτητές.
  10. Δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ως προς το αποτέλεσμα της τροποποίησης του Συντάγματος. Ούτε ως προς την πρόθεση κατά τη θέσπισή της, όπως την αποκαλύπτει το ίδιο το κείμενό της. Δεν απαιτείται κατ' ανάγκην αναπληρωματική εκλογή. Η πλήρωση κενωθείσας βουλευτικής έδρας μπορεί να διενεργηθεί κατά τρόπο καθοριζόμενο από το Νόμο. Ο Ν. 118
(1)/96, ως συνάδων προς την τροποποίηση, που αποτελεί την ειδική συνταγματική διάταξη επί του θέματος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντισυνταγματικός. 5. Η τροποποίηση της παραγράφου 2 του Άρθρου 66, η οποία αφαιρεί το υπόβαθρο ρύθμισης της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, αφού δεν αναφέρεται πλέον σε αναπληρωματική εκλογή, δεν μπορεί να οδηγήσει και στην αποδοχή της άποψης πως ο Νόμος 118
(1)/96, αντίκειται στο Άρθρο 66.
  1. Εφόσον είχε η Βουλή την εξουσία τροποποίησης του Άρθρου 66.2, που είναι η προϋπόθεση υπό την οποία συζητείται αυτό το θέμα, δεν μπορεί να λεχθεί πως η διατήρηση του Άρθρου 66.3 αναιρεί το σαφές αποτέλεσμα της τροποποίησης.
  2. Αφού κατά το Ν. 118
(1)/96, η κενωθείσα έδρα πληρούται με ανακήρυξη από το Έφορο, ήταν αναγκαίος ο διορισμός Εφόρου από τον Υπουργό Εσωτερικών, ο οποίος έχει την γενική αρμοδιότητα για το διορισμό Εφόρων στο πλαίσιο του Νόμου. Χωρίς προηγούμενη προκήρυξη αναπληρωματικής εκλογής αφού δεν θα διεξαγόταν τέτοια. Γ. Υπό Καλλή, Δ.:
  1. Μετά την υπόθεση A.G. of the Republic v. Ibrahim, στην οποία έγινε για πρώτη φορά επίκληση του δικαίου της ανάγκης και η οποία αποτέλεσε το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η μεταγενέστερη σχετική νομολογία, το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε επανειλημμένα με την αρχή της εφαρμογής του δικαίου της ανάγκης σε συνάρτηση και με τη δυνατότητα αναθεώρησης του Συντάγματος με έρεισμα το δίκαιο αυτό.
  2. Ο θεσμός της αναθεωρήσεως του Συντάγματος είναι συνυφασμένος προς την έννοια του τυπικού-γραπτού και "αυστηρού" Συντάγματος η νομική σημασία του οποίου έγκειται ακριβώς εις το ότι οποιαδήποτε μεταβολή του ενεργείται "υφ' ας προϋποθέσεις, εις ην έκτασιν και καθ' ον εν γένει τρόπον τούτο ορίζει, διάφορον πάντως του προβλεπομένου διά την άσκησιν της συνήθους νομοθετικής εξουσίας".
  3. Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των Νόμων (η εξουσία του Δικαστηρίου διακηρύχθηκε στην Ibrahim) και της συνταγματικότητας των περί τροποποιήσεως του Συντάγματος Νόμων (η εξουσία του Δικαστηρίου διακηρύχθηκε στην Αναφορά 1/86), στηρίζεται επί της συνταγματικής υποχρεώσεως των Δικαστηρίων όπως μη εφαρμόζουν νόμο του οποίου το περιεχόμενο παραβιάζει το Σύνταγμα και είναι συνυφασμένος με την νομιμότητα και την έννοια του κράτους δικαίου.
  4. Η πρώτη υπόθεση στην οποία εγέρθηκε θέμα δυνατότητας τροποποίησης του Συντάγματος είναι η Αναφορά 1/86, στην οποία αποφασίστηκε ότι ο "περί της Πρώτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 1986" ήταν αντισυνταγματικός αφού δεν ψηφίστηκε και από τους Τουρκοκυπρίους βουλευτές και ότι η κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3 του Άρθρου 182 του Συντάγματος, ψήφιση του κρινόμενου νόμου δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί βάσει του δικαίου της ανάγκης.
  5. Ακολούθησε η υπόθεση Νικολάου στην οποία οι πέντε από τους Δικαστές της σύνθεσης του Δικαστηρίου έκριναν ότι το δίκαιο της ανάγκης δικαιολογεί την άσκηση της αναθεωρητικής εξουσίας της Βουλής με βάση το Άρθρο 182 του Συντάγματος, με την προβλεπόμενη πλειοψηφία μόνο των Βουλευτών που ανήκουν στην ελληνική κοινότητα, εν όψει της ανυπαρξίας Βουλευτών που ανήκουν στην τουρκοκυπριακή κοινότητα.
  6. Ο Δικαστής Πικής - όπως ήταν τότε - και ο οποίος δεν συμπεριλαμβανόταν στους πέντε πιο πάνω Δικαστές, έκαμε εκτενή αναφορά στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως προς τη δυνατότητα τροποποίησης του Συντάγματος στην απουσία των Τούρκων Βουλευτών. Επίσης ο Δικαστής Νικήτας, με ξεχωριστή απόφασή του ασχολήθηκε κυρίως με το θέμα της τυπικής συνταγματικότητας νόμου.
  7. Σαν αποτέλεσμα της ισοψηφίας οι Νόμοι - Ο περί της Πρώτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος, 1989 (Ν. 95/89) και ο Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμος, 1990 (Ν. 23/90) - κρίθηκαν συνταγματικοί με βάση το τεκμήριο της συνταγματικότητας Νόμου.
  8. Εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο η απόφαση στη Νικολάου, έχει ανατρέψει την απόφαση στην Αναφορά 1/86 και αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο.
  9. H ύπαρξη ομόφωνης απόφασης της Ολομέλειας (Αναφορά 1/86) ακριβώς επί του ιδίου θέματος, αφαιρεί από μεταγενέστερη απόφαση ισοψηφίας Νικολάου v. Νικολάου (Αρ.2), η οποία καθόρισε αποτέλεσμα με βάση το τεκμήριο της συνταγματικότητας Νόμου, οποιαδήποτε νομολογιακή ή δεσμευτική ισχύ. Ακολουθεί πως η Νικολάου (πιο πάνω) δεν αποτελεί δεσμευτικό δικαστικό προηγούμενο. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ανατρέψει την απόφαση στην Αναφορά 1/
  10. Η διαμόρφωση αποτελέσματος με βάση την ύπαρξη απόφασης δικαστηρίου, διαφέρει κατά πολύ και διακρίνεται από την περίπτωση διαμόρφωσης αποτελέσματος με βάση το τεκμήριο της συνταγματικότητας των Νόμων. Αυτό που δίνει κύρος και νομολογιακή δεσμευτικότητα στην απόφαση η οποία διαμορφώνει αποτέλεσμα σε περίπτωση ισοψηφίας, είναι η ύπαρξη απόφασης κατώτερου δικαστηρίου.
  11. Τα όσα διατυπώνονται στη Νικολάου σε σχέση με το δίκαιο της ανάγκης καταφανώς ανατρέπουν την όλη φιλοσοφία του δικαίου της ανάγκης, όπως έχει διατυπωθεί σε προηγούμενη νομολογία. Περαιτέρω τα όσα αναφέρονται σε σχέση με τον έλεγχο των εσωτερικών στοιχείων ενός νόμου, δεν βρίσκουν έρεισμα στη νομολογία και το Σύνταγμα της Κύπρου. Υιοθέτησαν την μια από τις δύο επικρατούσες απόψεις στην Ελλάδα, η οποία διαμορφώθηκε με βάση διαφορετικές συνταγματικές διατάξεις.
  12. Η ορθή διαμόρφωση των αρχών του Δικαίου δεν μπορεί να υποταχθεί σε σκοπιμότητες, όπως είναι εδώ η περίπτωση, όπου προβάλλεται η θέση ότι η ανατροπή της Νικολάου θα οδηγήσει στην κατάρρευση Θεσμών που έχουν έκτοτε εγκαθιδρυθεί.
  13. Οι αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναφορά 1/86 και 3/89 εξακολουθούν και μετά την απόφαση στη Νικολάου να αποτελούν έγκυρο δεσμευτικό προηγούμενο.
  14. Η τροποποίηση μη θεμελιωδών άρθρων του Συντάγματος εξ ονόματος του δικαίου της ανάγκης αποκλείεται. Για την τροποποίησή τους απαιτείται η θετική ψήφος και των δύο τρίτων των Τούρκων βουλευτών. Δεδομένης της απουσίας των τελευταίων, η επίδικη τροποποίηση δεν έγινε με τον τρόπο που ορίζει το Άρθρο 182.3 του Συντάγματος. Ως εκ τούτου ο Νόμος 115
(1)/96 είναι αντισυνταγματικός. Αντισυνταγματικός είναι επίσης και ο Νόμος 118
(1)/96 λόγω του ότι βασίζεται επί του τροποποιηθέντος Άρθρου 66.2 του Συντάγματος το οποίο έχει κριθεί αντισυνταγματικό. Εν όψει των προαναφερθέντων, η ανακήρυξη του καθ' ου η αίτηση 4 ως Βουλευτή είναι άκυρη, επειδή έχει διενεργηθεί με τρόπο αντίθετο προς το Άρθρο 66.2 του Συντάγματος.
  1. Τα μέτρα τα οποία λαμβάνονται δυνάμει του δικαίου της ανάγκης κατά παρέκκλιση του Συντάγματος πρέπει να είναι προσωρινά και να περιορίζονται στη διάρκεια των εξαιρετικών περιστάσεων.
  2. Το απαραίτητο της προσωρινότητας των μέτρων το οποίο αποτελεί το πιο θεμελιώδες στοιχείο του δικαίου της ανάγκης υποδεικνύει προς μια και μόνη κατεύθυνση ότι δηλαδή το Σύνταγμα πρέπει να παραμείνει άθικτο και αλώβητο. Σύμφωνα με την υπόδειξη του Πική, Δ. - όπως ήταν τότε - στην Αναφορά 1/86, το δίκαιο της ανάγκης είναι μέτρο προσωρινό άρρηκτα συνυφασμένο με την ανάγκη που επιδιώκει να αντιμετωπίσει, ενώ η τροποποίηση του Συντάγματος συνιστά μέτρο μόνιμο που μεταβάλλει τους Θεσμούς της Πολιτείας.
  3. Το δίκαιο της ανάγκης διακηρύττει σεβασμό προς το Σύνταγμα. Αν οι επικρατούσες συνθήκες στην Κύπρο είναι τέτοιες που επιτρέπουν την θεραπεία μιας έκτακτης κατάστασης με την τροποποίηση του Συντάγματος, η επίκληση του δικαίου της ανάγκης δεν νομιμοποιείται. Το δίκαιο της ανάγκης δεν μπορεί να συνυπάρχει και να συμβιώνει με την τροποποίηση του Συντάγματος. Τροποποίηση του Συντάγματος, κατ' εφαρμογή του δικαίου της ανάγκης, αναπόφευκτα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έπαυσε πλέον να αναγνωρίζεται ότι υφίσταται η αδυναμία τροποποίησής του η οποία επισημάνθηκε στην υπόθεση Ibrahim. Αν διακηρυχθεί τώρα ότι είναι δυνατή η τροποποίηση του Συντάγματος, κατ' εφαρμογή του δικαίου της ανάγκης, αυτό θα ισοδυναμεί με αυτόματη αναγνώριση ότι - αντίθετα με την απόφαση του Τριανταφυλλίδη, Δ., όπως ήταν τότε στην Ibrahim - δεν υπήρχε ποτέ αδυναμία τροποποίησης του Συντάγματος. Αυτή η αναγνώριση θα οδηγήσει στην άμεση κατάρρευση του όλου οικοδομήματος του δικαίου της ανάγκης, το οποίο αποτέλεσε το νομικό μηχανισμό για τη δικαιολόγηση των μέτρων που λήφθηκαν κατά παρέκκλιση του Συντάγματος. Η εισήγηση των καθ' ων η αίτηση πως είναι δυνατή η τροποποίηση του Συντάγματος κατά παρέκκλιση του Άρθρου 182, με βάση το δίκαιο της ανάγκης δεν μπορεί να επιτύχει.
  4. Σύμφωνα με τον διαπρεπή Συνταγματολόγο Α. Ι. Μάνεση, "η μεταβολή του Συντάγματος ενεργείται υφ' ας προϋποθέσεις εις ην έκτασιν και καθ' ον εν γένει τρόπον τούτο ορίζει".
  5. Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας έχει αυστηρό χαρακτήρα. Ως εκ τούτου η αναθεώρηση θεμελιωδών άρθρων του απαγορεύεται ρητά και απόλυτα, ενώ απαιτείται η λήψη αποφάσεων με ειδικές πλειοψηφίες για την αναθεώρηση των υπολοίπων διατάξεών του. Τροποποίηση του Συντάγματος με τρόπο που παραβιάζει το Άρθρο 182.3 του Συντάγματος θα εξουδετέρωνε την τυπική υπεροχή του Συντάγματος απέναντι στην πράξη της Βουλής των Αντιπροσώπων, η οποία έχει υποχρέωση άσκησης των αρμοδιοτήτων της σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει το Σύνταγμα.
  6. Η επίκληση της λαϊκής κυριαρχίας δεν συνιστά λόγο για τροποποίηση του Συντάγματος κατά παρέκκλιση των διαδικασιών που το ίδιο θεσπίζει.
  7. Η επίδικη τροποποίηση δεν είναι έγκυρη και για τον λόγο ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν μπορούσε να προχωρήσει στην τροποποίηση του Άρθρου 66.2 κατά παρέκκλιση των όσων προβλέπονται στο Άρθρο 182 του Συντάγματος χωρίς να τροποποιήσει προηγουμένως αυτό τούτο το Άρθρο 182, και συγκεκριμένα την παραγρ.
(3), απαλείφοντας την αναφορά στα δύο τρίτα του όλου αριθμού των Βουλευτών που ανήκουν στην τουρκική κοινότητα.
  1. Σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙΙ - Πίνακας Θεμελιωδών Άρθρων του Συντάγματος - το Άρθρο 182 στο σύνολό του, είναι ένα από τα θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος. Η δε παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου ορίζει ότι τα θεμελιώδη άρθρα δεν δύνανται καθ' οιονδήποτε τρόπο να τροποποιηθούν διά μεταβολής, προσθήκης ή καταργήσεως.
  2. Στην ουσία με την επίδικη τροποποίηση η οποία έγινε κατά παράβαση του Άρθρου 182.3 έχει επιχειρηθεί και πραγματοποιηθεί έμμεσα και με πλάγιο τρόπο τροποποίηση αυτού τούτου του θεμελιώδους Άρθρου
  3. Τέτοια τροποποίηση δεν είναι δυνατή εφόσον το Άρθρο 182 συνιστά θεμελιώδες Άρθρο του Συντάγματος. Η επίδικη τροποποίηση είναι αντισυνταγματική και γι' αυτό τον λόγο ανεξάρτητα από το δίκαιο της ανάγκης.
  4. Σε περίπτωση απόφασης ότι το Άρθρο 66.2 θεσπίστηκε έγκυρα, οι πιο κάτω εισηγήσεις των αιτητών θα απορρίπτοντο για τους λόγους που υποδεικνύονται στην απόφαση:
  5. O?Νόμος 115
(1)/96 είναι αντισυνταγματικός ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 182 του Συντάγματος, 2. ο Νόμος 118
(1)/96 είναι αντίθετος με το Άρθρο 64 του Συντάγματος και ως εκ τούτου αντισυνταγματικός, και 3. η μή διεξαγωγή ψηφοφορίας για πλήρωση της κενωθείσας έδρας δυνάμει του Νόμου 118
(1)/96, είναι αντισυνταγματική. 25. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε για ανακήρυξη του καθ' ου η αίτηση σαν Βουλευτή Λεμεσού είναι ορθή. Οι αιτήσεις απορρίπτονται κατά πλειοψηφία με έξοδα. Υποθέσεις που αναφέρθηκαν: Attorney-General v. Ibrahim and Others
(1964)C.L.R. 195, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1986)3 A.A.Δ. 1439, Νικολάου v. Νικολάου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1338, Ιωαννίδης v. Αστυνομίας
(1973)2 A.A.Δ. 125, The Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640, Aloupas and Another v. National Bank of Greece S.A.
(1983)1 C.L.R. 55, Apostolides and Others v. Republic
(1982)3 C.L.R. 928, Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά.
(1997)1 A.A.Δ. 43, Hadjipavlou v. Charalambides and Others
(1986)1 C.L.R. 272, Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων και Άλλων (Αρ. 3)
(1996)1 A.A.Δ. 315, Beamish v. Beamish [1859-61] 11 E.R. 735, Usher's Wiltshire Brewery Ltd v. Bruce [1915] A.C. 433, Commissioners of Inland Revenue v. Walker [1915] A.C. 509, Attorney-General v. The Dean and Canons of Windsor [1860] 8 H.L.C. 369, Hadjigeorghiou v. Republic of Cyprus
(1966)3 C.L.R. 504, Papapantelis and Others v. Republic
(1966)3 C.L.R. 515, Pavlides and Others v. C.B.C.
(1986)3 C.L.R. 1332, Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125, Pastellopoullos v. Republic
(1985)2 C.L.R. 165, Markides and Another v. Republic
(1984)3 C.L.R. 677 , Petroudes v. E.A.C.
(1985)3 C.L.R. 2245, Kritiotis v. Municipality of Paphos and Others
(1986)3 C.L.R. 322, Solomou v. Republic
(1984)3 C.L.R. 533, R. v. Sampson
(1977)2 C.L.R. 1, President of Republic v. House of Representatives
(1985)3 C.L.R. 2224, President of Republic v. House of Representatives
(1985)3 C.L.R. 1466, President of Republic v. House of Representatives
(1985)3 C.L.R. 2202, President of Republic v. House of Representatives
(1985)3 C.L.R. 2801, Christou and Others v. Republic
(1982)3 C.L.R. 365, Koumi v. Kortari
(1983)1 C.L.R. 856, Bagdassarian v. Electricity Authority
(1968)3 C.L.R. 736, Georghiades v. Republic
(1966)3 C.L.R. 317, Messaritou v. Cyprus Broadcasting Corporation
(1972)3 C.L.R. 100, Anastassiades v. E.A.C.
(1987)3 C.L.R. 790, C.T.O. v. Hadjidemetriou
(1987)3 C.L.R. 780 , Νικολάου και Άλλοι v. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου
(1991)4 A.A.Δ. 1684, Paporis v. National Bank
(1986)1 C.L.R. 578, Εκκλησία της Κύπρου v. Boυλής κ.ά. (Αρ. 2)
(1989)3(E) A.A.Δ. 3406, Εκκλησία της Κύπρου
(1989)3(Γ) A.A.Δ. 1943, Γενικός Εισαγγελέας v. Αρτεμίου και Άλλου
(1991)2 Α.Α.Δ. 150, Iosif v. Cyprus Telecommunications Authority
(1970)3 C.L.R. 225, Theodorides and Others v. Ploussiou
(1976)3 C.L.R. 319, Δημοκρατία v. Γιάλλουρου κ.ά.
(1995)3 Α.Α.Δ. 363, R. v. Shivpuri [1986] 2 All E.R. 334, Moodie v. IRC [1993] 2 All E.R. 49, Young v. Bristol Aeroplane Co. [1944] 2 All E.R. 293, Davis v. Johnson [1978] 1 All E.R. 1132, A.G. of St. Christopher v. Reynolds [1979] 3 All E.R. 129, Scruttons v. Midland Silicones [1962] 1 All E.R. 9, In re Georghiou
(1983)2 C.L.R. 1, Improvement Board of Eylenja v. Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, Προέδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Ευθυμίου
(1991)3 A.A.Δ. 299, A.G. Georghiou
(1984)2 C.L.R. 251, Beamish v. Beamish [1861] 9 HL Cas 274, Anderson v. Ryan [1985] 2 All E.R. 355, Millis v. Queen 8 E.R. 844, Χριστόφιας και Άλλοι
(1996)1 A.A.Δ. 762, Carter (Αρ. 2)
(1996)1 A.A.Δ.
  1. Εκλογικές Αιτήσεις. Αιτήσεις με τις οποίες επιδιώκεται η ακύρωση της εκλογής ή ανακήρυξης του Χρ. Βενιαμίν ως βουλευτή της Εκλογικής Περιφέρειας Λεμεσού, προς αναπλήρωση του κ. Κοντίδη, Βουλευτή του Κόμματος "AKEΛ Αριστερά - Νέες Δυνάμεις", ως αντισυνταγματικής και παράνομης. Χρ. Κληρίδης με Χρ. Χριστοφή και Δ. Θεοδώρου, για τους Αιτητές. Π. Πολυβίου, προσωπικά και εκ μέρους του Γ. Κακογιάννη και Γ. Χριστοφίδη, για τους Καθ' ων η αίτηση 1 και
  2. Α. Μαρκίδης, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας με Α. Παπασάββα, Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Γ.Φράγκου (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση 2 και
  3. Α. Σ. Αγγελίδης με Σ. Παπασάββα, για τους Καθ' ων η αίτηση 5 (ΑΚΕΛ). ΠIKHΣ, Π.: Με κάθε μια από τις δύο Εκλογικές Αιτήσεις επιδιώκεται η ακύρωση της εκλογής ή ανακήρυξης του κ. Χρ. Βενιαμίν, ως Βουλευτή της Εκλογικής Περιφέρειας Λεμεσού, προς αναπλήρωση του κ. Κοντίδη, Βουλευτή του Κόμματος "AKEΛ Αριστερά - Νέες Δυνάμεις", ως αντισυνταγματικής και παράνομης.
  4. Αμφισβητήθηκε, κατά πρώτο λόγο, η συνταγματικότητα του N. 115/96, με τον οποίο καταργήθηκαν οι διατάξεις του Άρθρου 66.2 του Συντάγματος, που πρόβλεπαν τη διεξαγωγή αναπληρωματικής εκλογής για την πλήρωση κενούμενης βουλευτικής έδρας, και αντικαταστάθηκε με νέα πρόνοια, προβλέπουσα ότι κενωθείσα βουλευτική έδρα πληρούται όπως ο νόμος ορίζει. H τροποποίηση έγινε με έρεισμα το δίκαιο της ανάγκης.
  5. Επίσης, προσβλήθηκε η συνταγματικότητα του N. 118/96, του Νόμου ο οποίος θεσπίστηκε μετά την τροποποίηση του Συντάγματος, την οποία επέφερε ο N. 115/96, και η οποία διέπει την πλήρωση κενούμενης βουλευτικής έδρας από τον επιλαχόντα βουλευτή του κόμματος στο οποίο ανήκε ο βουλευτής του οποίου η έδρα έχει κενωθεί, νοουμένου ότι αυτός εξακολουθεί να ανήκει στο κόμμα με το οποίο είχε κατέλθει στις εκλογές.
  6. Προσβάλλεται η διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε για την ανακήρυξη του κ. Βενιαμίν στο Βουλευτικό Αξίωμα ως αντικανονική και ως γενομένη κατά παρέκκλιση των διατάξεων του περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων Νόμου. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τις αιτήσεις, κατά πλειοψηφία. H πλειοψηφία των Δικαστών - οι Δικαστές Παπαδόπουλος, Χατζητσαγγάρης, Χρυσοστομής, Αρτεμίδης, Αρτέμης, Νικολαΐδης, Νικολάου, Κρονίδης και Ηλιάδης - αποφάσισε ότι η τροποποίηση του Συντάγματος ήταν παραδεκτή βάσει του δικαίου της ανάγκης. H μειοψηφία των Δικαστών - ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι Δικαστές Νικήτας, Κωνσταντινίδης και Καλλής - αποφάσισε ότι ο Νόμος είναι αντισυνταγματικός και ότι δεν είναι δυνατή η τροποποίηση του Συντάγματος βάσει του δικαίου της ανάγκης. Δοθείσας της απόφασης της πλειοψηφίας για τη συνταγματικότητα του N. 115/96, όλα τα Μέλη του Δικαστηρίου, περιλαμβανομένων και των Μελών που έκριναν το N. 115/96 αντισυνταγματικό, εξέτασαν τη συνταγματικότητα του N. 118/96, υπό το φως της τροποποίησης του Συντάγματος η οποία έγινε. H πλειοψηφία των Δικαστών - οι Δικαστές Παπαδόπουλος, Χατζητσαγγάρης, Χρυσοστομής, Αρτεμίδης, Αρτέμης, Κωνσταντινίδης, Νικολαΐδης, Νικολάου, Καλλής, Κρονίδης και Ηλιάδης - κρίνει ότι ο Νόμος δεν προσκρούει σε καμιά συνταγματική διάταξη. H μειοψηφία των Δικαστών - ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ο Δικαστής Νικήτας - κρίνει το Νόμο αντισυνταγματικό, διότι:- (α) Αντίκειται προς την παράγραφο 3 του Άρθρου 68, που εξυπακούει τη διενέργεια εκλογής για την ανάδειξη βουλευτών, τόσο στις γενικές όσο και στις αναπληρωματικές εκλογές. (β) Προσκρούει στο Άρθρο 31 του Συντάγματος, το οποίο εξασφαλίζει το δικαίωμα του ψηφίζειν του πολίτη σε κάθε εκλογή προβλεπόμενη από το Σύνταγμα· και (γ) Προσκρούει στο Άρθρο 64 του Συντάγματος, που καθορίζει τα προσόντα εκλογιμότητας στο βουλευτικό αξίωμα. Δοθείσας της απόφασης της πλειοψηφίας για τη συνταγματικότητα του N. 118/96, όλα τα Μέλη του Δικαστηρίου εξέτασαν την κανονικότητα της διαδικασίας η οποία ακολουθήθηκε για την ανάδειξη του κ. Βενιαμίν στο Βουλευτικό Αξίωμα. Ομόφωνα κρίνουν ότι δεν υπήρξε παρέκκλιση από τις σχετικές διατάξεις του Εκλογικού Νόμου και ότι η διαδικασία ήταν σύμφωνη με τις πρόνοιές του. Ακολουθεί η έκδοση των αποφάσεων του Δικαστηρίου.
  7. H απόφαση του Νικολαΐδη, Δ., με την οποία συμφωνούν και την οποία υιοθετούν οι Δικαστές Παπαδόπουλος, Χατζητσαγγάρης και Ηλιάδης.
  8. H απόφαση του Χρυσοστομή, Δ.
  9. H απόφαση του Αρτεμίδη, Δ.
  10. H απόφαση του Αρτέμη, Δ.
  11. H απόφαση του Νικολάου, Δ.
  12. H απόφαση του Κρονίδη, Δ. Ακολουθούν οι αποφάσεις:-
  13. Του Προέδρου, με την οποία συμφωνεί και την οποία υιοθετεί ο Δικαστής Νικήτας.
  14. Του Δικαστή Κωνσταντινίδη.
  15. Του Δικαστή Καλλή. Οι αιτήσεις απορρίπτονται κατά πλειοψηφία με έξοδα. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ, Δ.: Οι αιτητές είναι εκλογείς εγγεγραμμένοι στον εκλογικό κατάλογο Λεμεσού. Στις γενικές βουλευτικές εκλογές του Μαΐου 1996 μεταξύ άλλων, εξελέγη ως βουλευτής της εκλογικής περιφέρειας Λεμεσού, με το συνδυασμό ΑΚΕΛ Αριστερά - Νέες Δυνάμεις και ο κ. Δημήτρης Κοντίδης. Ο κ. Κοντίδης υπέβαλε επίσης υποψηφιότητα στις δημοτικές εκλογές που διεξήχθηκαν στις 15.12.1996 και εξελέγη Δήμαρχος Λεμεσού. Μετά την εκλογή του και συγκεκριμένα στις 31.12.1996, ο κ. Κοντίδης με επιστολή του προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, παραιτήθηκε από την 1.1.1997, ημερομηνία ανάληψης των καθηκόντων του ως Δημάρχου Λεμεσού, από το αξίωμά του βουλευτή. Στις 28.2.1996 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ο περί της Τρίτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 1996, Ν.115
(1)/96, με το άρθρο 2 του οποίου αντικαταστάθηκε η παράγραφος 2 του Άρθρου 66 του Συντάγματος που προέβλεπε ότι κενωθείσα βουλευτική έδρα πληρούται με αναπληρωματική εκλογή που διενεργείται μέσα σε 45 ημέρες από την κένωσή της. Μετά την τροποποίησή του το Άρθρο 66.2 προβλέπει ότι κενωθείσα βουλευτική έδρα πληρούται εντός προθεσμίας σαράντα πέντε το πολύ ημερών από της κένωσής της, καθ' όν τρόπο νόμος ορίζει. Ακολούθως στις 31.12.1996 δημοσιεύτηκε ο περί Εκλογής των Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Τροποποιητικός) (Νο.2) Νόμος του 1996, Ν. 118
(1)/96. Με το Άρθρο 2 του Νόμου 118
(1)/96 προστέθηκε στο νόμο το Άρθρο 35Α σύμφωνα με το οποίο όταν κατά τη διάρκεια βουλευτικής περιόδου κενούται βουλευτική έδρα, πληρούται μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες, με ανακήρυξη από τον Έφορο του πρώτου επιλαχόντος υποψηφίου του συνδυασμού της ίδιας εκλογικής περιφέρειας του κόμματος που κατείχε την έδρα που κενώθηκε. Στις 3.1.1997 ο Υπουργός Εσωτερικών διόρισε το Χριστάκη Αθανασίου, Έπαρχο Λεμεσού, ως Έφορο εκλογής, ο οποίος στις 7.1.1997 ανακήρυξε το Χριστόδουλο Βενιαμίν ως εκλεγέντα βουλευτή της εκλογικής περιφέρειας Λεμεσού. Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι ως εκλογείς της εκλογικής περιφέρειας Λεμεσού στερήθηκαν του δικαιώματος ψήφου στην εκλογή για πλήρωση της κενωθείσας βουλευτικής έδρας κατά παράβαση Άρθρου 31 του Συντάγματος, καθώς και του δικαιώματος υποβολής υποψηφιότητας βουλευτή, δικαίωμα που διαφυλάσσεται από το Άρθρο 64 του Συντάγματος. Προβάλλεται σειρά επιχειρημάτων και τέλος αξιώνεται η κήρυξη της εκλογής και ανακήρυξης του Χριστόδουλου Βενιαμίν ως βουλευτή της εκλογικής περιφέρειας Λεμεσού ως άκυρης, παράνομης και αντισυνταγματικής. Το κύριο επιχείρημα των αιτητών συνοψίζεται στη θέση ότι η ανακήρυξη του Χριστόδουλου Βενιαμίν ως βουλευτή βασίστηκε στο Νόμο 118
(1)/96 ο οποίος βρίσκεται σε αντίθεση με το Άρθρο 66.2 του Συντάγματος πριν την τροποποίησή του. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι εν πάση περιπτώσει, ο Νόμος 118
(1)/96 θεσπίστηκε και βασίστηκε στην τροποποίηση του Συντάγματος που έγινε με το Νόμο 115
(1)/1996 και η οποία προσκρούει στο Άρθρο 182.3 του Συντάγματος. Είναι η θέση των αιτητών ότι ο Νόμος 115
(1)/96 εγκρίθηκε από την πλειοψηφία τουλάχιστον των δύο τρίτων του όλου αριθμού των στην ελληνική κοινότητα ανηκόντων βουλευτών μόνο και συνεπώς είναι άκυρος και αντισυνταγματικός γιατί προσκρούει στα Άρθρα 182.2 και 182.3 του Συντάγματος. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του Άρθρου 182 για την τροποποίηση των μη θεμελιωδών άρθρων του Συντάγματος απαιτείται πλειοψηφία που περιλαμβάνει τουλάχιστον τα δύο τρίτα του όλου αριθμού των ανηκόντων στην ελληνική κοινότητα και τουλάχιστον τα δύο τρίτα του όλου αριθμού των ανηκόντων στην τουρκική κοινότητα βουλευτών. Λόγω της απουσίας των βουλευτών που ανήκουν στην τουρκική κοινότητα ισχυρίζονται οι αιτητές, δεν είναι δυνατή οποιαδήποτε τροποποίηση του Συντάγματος. Οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι ο Νόμος 115
(1)/96 είναι απόλυτα έγκυρος και σύμφωνος με το Σύνταγμα, γιατί το Άρθρο 66 δεν περιλαμβάνεται στα θεμελιώδη άρθρα και η τροποποίησή του δικαιολογείται από το δίκαιο της ανάγκης, αφού οι Τουρκοκύπριοι εκούσια και από καιρό δεν συμμετέχουν στις εκλογές και φυσικά ούτε στη λειτουργία της Βουλής των Αντιπροσώπων. Με άλλα λόγια, προβάλλεται η θέση ότι το δίκαιο της ανάγκης δικαιολογεί τη διατήρηση και άσκηση της αναθεωρητικής λειτουργίας της Βουλής των Αντιπροσώπων σε σχέση με την τροποποίηση μη θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος για την ομαλή, απρόσκοπτη και αποτελεσματική λειτουργία του πολιτεύματος, του Συντάγματος και των δημοκρατικών θεσμών. Το δίκαιο της ανάγκης εισήχθη στη νομική ιστορία του τόπου μας σχεδόν από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην κλασσική πια υπόθεση Attorney-General v. Mustafa Ibrahim and Others
(1964)C.L.R.195 στην οποία κρίθηκε η συνταγματικότητα του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964, Ν. 33/64, με τον οποίο εγκαθιδρύθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο υπό τη σημερινή του μορφή, ύστερα από την αποχώρηση των Τούρκων δικαστών, αποφασίστηκε ότι η αρχή της ανάγκης στο δημόσιο δίκαιο είναι στην πραγματικότητα η αποδοχή της ανάγκης ως πηγής της εξουσιοδότησης προς ενέργεια, με τρόπο που δεν προνοείται από το νόμο αλλά απαιτείται από το ανώτατο δημόσιο συμφέρον για τη σωτηρία της πολιτείας και του λαού. Σε τέτοιες περιπτώσεις η αρχή salus populi suprema lex esto του Ρωμαϊκού Δικαίου, αναγνωρίζεται σαν αρχή δικαίου. Στην ίδια απόφαση τέθηκαν και οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν πριν εφαρμοστεί η αρχή της ανάγκης. Επίκληση του δικαίου της ανάγκης έγινε έκτοτε επανειλημμένα. Στην Αναφορά 1/86, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1986)3 C.L.R. 1439 ο περί της Πρώτης Τροποποιήσεως του Συντάγματος Νόμος του 1986, με τον οποίο επιχειρήθηκε τροποποίηση του Συντάγματος για να τυγχάνουν δικαιώματος ψήφου όσοι είχαν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους, καθώς και για τη μη διεξαγωγή αναπληρωματικής εκλογής για την πλήρωση κενωθείσας έδρας, κρίθηκε ως αντισυνταγματικός. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι για να κριθεί ως έγκυρη η ψήφιση του εν λόγω νόμου έπρεπε να πεισθεί πως οι τροποποιήσεις των Άρθρων 63 και 66 ήταν τόσο απαραίτητες ώστε να δικαιολογείται, βάσει του δικαίου της ανάγκης η τροποποίηση μη θεμελιωδών άρθρων του Συντάγματος με πλειοψηφία μόνο των βουλευτών που ανήκουν στην ελληνική κοινότητα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι λόγοι που είχαν προβληθεί για τις πιο πάνω τροποποιήσεις δεν ήταν υπό τις επικρατούσες συνθήκες επιτακτικότεροι της υπέρτατης πολιτειακής ανάγκης να μην τροποποιηθούν τα Άρθρα 63 και 66, χωρίς τη συμμετοχή των βουλευτών και των δύο κοινοτήτων. Αντίθετα στην υπόθεση Νικολάου v. Νικολάου
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1338 στην οποία εξετάστηκε η συνταγματικότητα του περί της Πρώτης Τροποποιήσεως του Συντάγματος Νόμου του 1989, Ν.95/89 και του περί Οικογενειακού Δικαστηρίου Νόμου του 1990, Ν.23/90, αποφασίστηκε ύστερα από ισοψηφία των Δικαστών που απάρτιζαν τη συγκεκριμένη σύνθεση ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων χωρίς τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων, έχει αναθεωρητική δικαιοδοσία και μπορεί να προχωρήσει σε τροποποίηση του Συντάγματος μόνο με πλειοψηφία των ανηκόντων στην ελληνική κοινότητα βουλευτών. Πριν μπούμε σε λεπτομερή ανάλυση των θεμάτων που εγείρονται νομίζουμε ότι η εξέταση της συνταγματικής θεωρίας θα ήταν χρήσιμη. Πρώτα όμως ας ρίξουμε μια ματιά στο Σύνταγμά μας. Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως είναι γνωστό δεν αποτελεί την έκφραση της θέλησης του κυπριακού λαού. Είναι δοτό και αποτέλεσμα των επικρατουσών κατά το χρόνο της γέννησης της Κυπριακής Δημοκρατίας διεθνών και τοπικών συνθηκών. Παρά ταύτα οι συντάκτες του θα πρέπει να θεωρηθούν ότι είχαν συνείδηση του γεγονότος ότι νομοθετούσαν για το λαό της χώρας αυτής, ανεξάρτητα από τα συμφέροντα ή τους σκοπούς των ξένων δυνάμεων (βλ. απόφαση του Δικαστή Βασιλειάδη στην υπόθεση Ibrahim, ανωτέρω, στη σελ. 211). Το Σύνταγμά μας εκτός από δοτό είναι και αυστηρό γιατί θέτει για τροποποίηση των κανόνων του προϋποθέσεις διαφορετικές και αυστηρότερες από εκείνες που ισχύουν για τη θέσπιση, τροποποίηση ή κατάργηση του κοινού δικαίου, ενώ ορισμένα του άρθρα, τα θεμελιώδη, δεν μπορούν να τροποποιηθούν, μεταβληθούν ή καταργηθούν καθ' οιονδήποτε τρόπο. Για τροποποίηση των υπόλοιπων άρθρων απαιτείται πλειοψηφία που περιλαμβάνει τουλάχιστον τα δύο τρίτα του όλου αριθμού των στην ελληνική κοινότητα ανηκόντων βουλευτών και τουλάχιστον τα δύο τρίτα του όλου αριθμού των στην τουρκική κοινότητα ανηκόντων βουλευτών. Η αυστηρότητα ενός Συντάγματος προϋποθέτει και συνεπάγεται το διαχωρισμό της νομοθετικής από την αναθεωρητική εξουσία. Οι προϋποθέσεις για τη διατήρηση του πολιτεύματος δεν είναι μόνο νομικές, αλλά αποτελούν συνάρτηση των ιστορικά εξελισσόμενων και μετασχηματιζόμενων πολιτικών δεδομένων. Η δομή της πολιτείας και οι θεσμοί της αντιστοιχούν και εκφράζουν το συνολικό συσχετισμό δυνάμεων στη συγκεκριμένη πολιτεία. Η αυστηρότητα του Συντάγματος λειτουργεί ως απόπειρα διασφάλισης ορισμένων θεσμών και με τον τρόπο αυτό δυσχεραίνονται μεταβολές και εξελίξεις, ακόμα κι' όταν συντρέχουν οι απαραίτητες ιστορικές προϋποθέσεις. Έτσι όμως το δίκαιο έρχεται αντιμέτωπο με την πολιτική πραγματικότητα (Δημήτρης Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Α, Τέταρτη Έκδοση, σελ. 191). Ο θεσμός της αναθεώρησης του Συντάγματος υπηρετεί κατά βάση την ομαλή προσαρμογή του προς τις μεταβαλλόμενες κοινωνικές και άλλες συνθήκες και αφ' ετέρου με την περιοριστική ρύθμιση της αναθεώρησής του, το προστατεύει έναντι της θέλησης της εκάστοτε πλειοψηφίας (Αριστόβουλος Μάνεσης, Αι Εγγυήσεις Τηρήσεως του Συντάγματος, Τόμος ΙΙ, 1991, σελ. 294). Ο βαθμός αυστηρότητας των διαφόρων Συνταγμάτων ποικίλει. Παράδειγμα απόλυτα αυστηρού Συντάγματος ήταν το ελληνικό Σύνταγμα του 1844, το οποίο δεν προέβλεπε καμιά απολύτως δυνατότητα αναθεώρησης και γι' αυτό άλλωστε, όπως επισημαίνει και ο Δ. Τσάτσος, καταλύθηκε με επανάσταση. Όπως επίσης εύστοχα παρατηρεί ο Τσάτσος ο αυστηρός χαρακτήρας ενός Συντάγματος και κυρίως οι μη αναθεωρήσιμες διατάξεις του, γεννούν το πρόβλημα της ιστορικής του διάρκειας. Ακόμα και για απόλυτα αυστηρά Συντάγματα, όπως ήταν το Ελληνικό Σύνταγμα του 1844, ισχύει η ρήση του Ν. Ι. Σαρίπολου " ο κυρίαρχος λαός εν παντί καιρώ και πάση ώρα έχει την εξουσίαν μεταρρυθμίσαι το πολίτευμα κατά το αυτώ δοκούν " (Νικόλαος Ν. Σαρίπολος, Ελληνικόν Συνταγματικόν Δίκαιον, Τρίτη έκδοση, Τόμος Α΄, σελ.86), ενώ με επιστολή του προς το Βασιλιά συμβουλεύει την αναθεώρηση του Συντάγματος παρά το άρθρο 107 που απαγόρευε την τροποποίηση και το οποίο "ουδεμίαν έχει ισχύν, άτε αντικείμενον εις την κυριαρχίαν του Έθνους και εις τον ορθόν λόγον". Η παρά το άρθρο 107 σύγκληση της Εθνοσυνέλευσης κατά τον Ν. Ι. Σαρίπολο "δεν είναι κατατόλμημα πολιτικόν, αλλά τουναντίον, πρόνοια πολιτική όπως προληφθεί μία επανάστασις, ήτις ευρίσκεται επί θύραις ..." (βλ. Νικόλαος Ν. Σαρίπολος Ελληνικόν Συνταγματικόν Δίκαιον, ανωτέρω, σελ. 41, 42. Βλ. επίσης Ευάγγελος Βενιζέλος, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Τόμος Ι, 1991, σελ. 31). Στην Κύπρο καμιά τροποποίηση του Συντάγματος δεν έγινε με την προβλεπόμενη διαδικασία, αλλά με επίκληση του δικαίου της ανάγκης. Το Συνταγματικό Δίκαιο της ανάγκης βασίζεται στη σκέψη ότι η θέσπιση κάθε κανόνα δικαίου, επομένως και του Συντάγματος, θεμελιώνεται στην πρόβλεψη μιας ορισμένης πραγματικής κατάστασης και μιας κανονικής εξέλιξης της κατάστασης αυτής. Όταν η πρόβλεψη του νομοθέτη διαψεύδεται, δηλαδή όταν η προβλεπόμενη "κανονικότητα" της πολιτικής εξέλιξης ή των πραγματικών δεδομένων αναιρεθεί, αναιρούνται και οι πραγματικές προϋποθέσεις για τη νομική αποτελεσματικότητα των σχετικών κανόνων (Τσάτσος, ανωτέρω, σελ. 239, 240). Έτσι υπεισέρχεται το δίκαιο της ανάγκης το οποίο στηρίζεται στην αρχή ότι ο κανόνας της σωτηρίας της πολιτείας είναι ο υπέρτατος νόμος, αποτελεί το θεμέλιο κάθε κρατικής οργάνωσης, συνιστά δε σε τελευταία ανάλυση, το βασικό κανόνα που διέπει τη συγκρότηση δεδομένης πολιτείας, δηλαδή τον υπέρτατο κανόνα συνταγματικού δικαίου (Αριστόβουλος Μάνεσης, Περί Αναγκαστικών Νόμων-Αι Εξαιρετικαί Νομοθετικαί Αρμοδιότητες της Εκτελεστικής Εξουσίας, 1953, σελ. 142). Προϋπόθεση της ισχύος της έννομης τάξης σε όλες της τις βαθμίδες, προϋπόθεση της ισχύος κάθε επί μέρους κανόνα της, είναι η ύπαρξη της πολιτείας. Η εξαφάνιση της πολιτείας συνεπάγεται κατάλυση της διέπουσας αυτής έννομης τάξης. Γι' αυτό και μπορεί να λεχθεί ότι η έννομη τάξη έχει ως βάθρο της τον κανόνα salus populi suprema lex esto. Η ισχύς του κανόνα salus populi είναι συνεχής, καθίσταται όμως εμφανώς ενεργός υπό ορισμένους όρους. Η επίκληση του δικαίου της ανάγκης θα πρέπει να προσεγγίζεται με μεγάλη προσοχή γιατί δυνατόν να κρύβει τον κίνδυνο κατάλυσης της έννομης τάξης με νομιμοφάνεια. Ο κίνδυνος που διέρχεται η πολιτεία πρέπει να είναι αντικειμενικά υπαρκτός, άμεσος και έκδηλος. Τα πιο πάνω τυπικά στοιχεία του κινδύνου κατά το δίκαιο της ανάγκης, πρέπει να συνυπάρχουν κατά την αντίληψη του μέσου ανθρώπου και κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας (Μάνεσης, ανωτέρω, σελ.150). Πολιτειακό κίνδυνο δημιουργεί κάθε απρόβλεπτη, εξαιρετική, σοβαρή κατάσταση πραγμάτων, από την ένταση ή έκταση της οποίας διακυβεύεται ή ύπαρξη της πολιτείας, ενώ συγχρόνως οι υπάρχοντες ειδικοί κανόνες της έννομης τάξης αδυνατούν απολύτως να εκπληρώσουν το βασικό προορισμό τους (Μάνεσης, ανωτέρω, σελ.151). Μετά την αποχώρηση των βουλευτών που ανήκαν στην τουρκοκυπριακή κοινότητα το 1964, το κράτος βρέθηκε ενώπιον δύο εκλογών. Είτε να συμμορφωθεί με το αυστηρό γράμμα του Συντάγματος, να σταυρώσει τα χέρια και να παρακολουθεί αδρανές την πλήρη παράλυση των λειτουργιών του, είτε να αποστεί από το γράμμα του Συντάγματος το οποίο είχε, εν πάση περιπτώσει, καταστεί μη λειτουργήσιμο λόγω των απρόβλεπτων γεγονότων και να προβεί στις απαραίτητες για τη λειτουργία του κράτους πράξεις προσωρινά μέχρι της επιστροφής στις κανονικές συνθήκες, με σκοπό την αποτροπή της κατάρρευσης του οικοδομήματος του κράτους. Όπως τονίζεται και από το Δικαστή Ιωσηφίδη στην υπόθεση Ibrahim στη σελ. 268, κάτω από τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις ήταν το καθήκον της διακυβέρνησης, μέσω του νομοθετικού οργάνου να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα που ήταν απολύτως αναγκαία για την κανονική λειτουργία του κράτους. Έχει ήδη αποφασιστεί δικαστικά ότι τα πολιτειακά όργανα διαθέτουν εκτός από την εξουσία που τους δόθηκε από το Σύνταγμα και το εξυπακουόμενο καθήκον να ασκούν κρατική εξουσία. Ακόμα και παρά το συνταγματικό αδιέξοδο το κράτος συνεχίζει να υφίσταται και μαζί του συνεχίζει να υφίσταται και η ανάγκη για διακυβέρνηση. Όταν η σχετική πρόνοια του Συντάγματος λόγω της επείγουσας κατάστασης έχει παύσει να λειτουργεί λόγω της απρόβλεπτης κατάστασης, τόσο η εκτελεστική όσο και η νομοθετική λειτουργία έχουν την εξουσία, αλλά και το καθήκον να φροντίσουν όπως ληφθούν τα απαραίτητα νομοθετικά μέτρα για διασφάλιση της κρατικής λειτουργίας. Η αρχή του δικαίου της ανάγκης στο δημόσιο δίκαιο αποτελεί στην πραγματικότητα την αποδοχή της ανάγκης ως πηγής εξουσίας για ενέργεια με τρόπο που δεν προβλέπεται από το νόμο, αλλά που είναι απαραίτητος κάτω από τις επικρατούσες συνθήκες από το ανώτατο δημόσιο συμφέρον για την επιβίωση του κράτους και του λαού. Μάλιστα στην υπόθεση Ibrahim αφήνεται ακόμα να νοηθεί ότι όταν η λαϊκή κυριαρχία δεν μπορεί να λειτουργήσει για να επιτευχθεί τροποποίηση του Συντάγματος, τότε ακριβώς γίνεται επίκληση του δικαίου της ανάγκης. Κατά την απάντηση του ερωτήματος σε ποιά έκταση η Βουλή των Αντιπροσώπων ενώπιον μιας επείγουσας κατάστασης, δικαιούται να ενεργήσει για λογαριασμό του λαού, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδεικνύει μεγάλη αυτοσυγκράτηση κατά την εξέταση του θέματος της κατ' ισχυρισμόν αντισυνταγματικότητας ενός νόμου, σε περίπτωση δε αμφιβολίας θα πρέπει να τείνει υπέρ της εγκυρότητας ενός τέτοιου νόμου. Η δεύτερη αρχή που το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπ' όψη είναι ότι κατά το δυνατό θα πρέπει να ακολουθείται η εμπειρική προσέγγιση (κατά Τριανταφυλλίδη, στην Ibrahim, σελ. 232, 233). Η εμπειρική προσέγγιση είναι η προσέγγιση σύμφωνα με την οποία το Σύνταγμα προσεγγίζεται περισσότερο σαν ένα πολιτικό, παρά σαν ένα νομικό κείμενο. Κατά την ακρόαση των υπό εξέταση εκλογικών αιτήσεων έγινε πολύς λόγος για την Αναφορά 1/86, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1986)3 C.L.R.
  1. Θα πρέπει κατ' αρχήν να πούμε ότι η υπόθεση εκείνη δεν αφορούσε ουσιαστικά το ίδιο επίδικο θέμα. Δεν εξέτασε κατά πόσο σύμφωνα με το δίκαιο της ανάγκης είναι δυνατή η τροποποίηση του Συντάγματος. Εν πάση περιπτώσει δεν θεωρούμε ότι η απόφαση καταλήγει στη θέση ότι η τροποποίηση του Συντάγματος δεν είναι δυνατή χωρίς την παρουσία των Τουρκοκυπρίων βουλευτών. Αντίθετα αναφέρει ότι για να κριθεί έγκυρη η ψήφιση του υπό κρίση νόμου, το Ανώτατο Δικαστήριο θα πρέπει να πεισθεί ότι οι τροποποιήσεις των συγκεκριμένων άρθρων είναι τόσο απαραίτητες ώστε να δικαιολογείται βάσει του δικαίου της ανάγκης, η τροποποίηση μη θεμελιωδών άρθρων του Συντάγματος με νόμο, που ψηφίστηκε χωρίς την παρουσία των Τουρκοκυπρίων. Κατά τη γνώμη μας η διατύπωση αυτή προϋποθέτει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δέχεται κατ' αρχήν ότι το δίκαιο της ανάγκης δικαιολογεί τροποποίηση του Συντάγματος, παρά την απουσία των Τουρκοκυπρίων βουλευτών. Στην Αναφορά 1/86 το Δικαστήριο κατέληξε ότι οι λόγοι που προβάλλονταν για τις τροποποιήσεις δεν ήταν επιτακτικότεροι της υπέρτατης πολιτειακής ανάγκης να μην τροποποιηθούν τα Άρθρα 63 και
  2. Οφείλουμε να πούμε ότι δεν αντιλαμβανόμαστε τι συνιστά αυτή την υπέρτατη πολιτειακή ανάγκη μη τροποποίησης άρθρων του Συντάγματος και ποιό δημόσιο συμφέρον εξυπηρετεί. Στην απόφαση γίνεται αναφορά στη θεμελιώδη φύση του Άρθρου 182.3 του Συντάγματος. Θα πρέπει να θυμηθούμε ότι δεν είναι το Άρθρο 182.3 που τροποποιήθηκε. Απλώς, με επίκληση του δικαίου της ανάγκης ατονεί η πρόνοιά του ως προς την πλειοψηφία των δύο τρίτων του Τουρκοκυπρίων βουλευτών. Δεν συμμεριζόμαστε επίσης τη διαπίστωση ότι η Βουλή στην πραγματικότητα διεκδικεί απεριόριστο δικαίωμα τροποποίησης του Συντάγματος χωρίς ειδική αναφορά στον κυπριακό λαό. Κατ' αρχή για αναθεώρηση του Συντάγματος δεν απαιτείται ούτως ή άλλως ειδική αναφορά στο λαό. Τέτοιες προϋποθέσεις απαιτούνται από άλλα Συντάγματα. Στην περίπτωση του δικού μας Συντάγματος το μόνο που απαιτείται είναι η πλειοψηφία των δύο τρίτων των βουλευτών των δύο κοινοτήτων. Από την άλλη, στη Βουλή παραχωρείται εν πάση περιπτώσει από το Σύνταγμα απεριόριστη εξουσία αναθεώρησης, αν επιτευχθεί βέβαια η απαιτούμενη πλειοψηφία. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η Βουλή είναι κατ' αρχήν το αρμόδιο για την αναθεώρηση του Συντάγματος όργανο. Περαιτέρω, ακόμα και με το δίκαιο της ανάγκης εξακολουθεί να απαιτείται η πλειοψηφία των δύο τρίτων των βουλευτών της ελληνικής κοινότητας και ουσιαστικά η μόνη συνταγματική προϋπόθεση που αναστέλλεται είναι η ανάγκη για ψήφιση της τροποποίησης από τα δύο τρίτα των Τουρκοκυπρίων βουλευτών, οι οποίοι εν πάση περιπτώσει, δεν υφίστανται γιατί η τουρκοκυπριακή κοινότητα μόνη της επέλεξε να μην εκλέγει βουλευτές. Δεν είναι, σύμφωνα με το δικό μας Σύνταγμα, απαραίτητο να δοθεί στη συγκεκριμένη σύνοδο της Βουλής αναθεωρητική δικαιοδοσία. Αρκεί να εξασφαλίζεται η απαιτούμενη πλειοψηφία των δύο τρίτων. Στην Αναφορά 1/86 το Δικαστήριο δεν απέκλεισε την άσκηση της αναθεωρητικής λειτουργίας της Βουλής χωρίς την παρουσία μελών της τουρκικής κοινότητας. Εξάρτησε όμως την εφαρμογή του δικαίου της ανάγκης από την αναγκαιότητα της συγκεκριμένης τροποποίησης. Η κατάληξη αυτή δεν συμφωνεί με την απόφαση στην υπόθεση Πολύκαρπος Ιωαννίδης v. Αστυνομίας
(1973)2 C.L.R. 125, όπου κρίθηκε ότι αφού η παράταση της θητείας της Βουλής ήταν έγκυρη υπό τας περιστάσεις, η νομοθετική εξουσία μπορούσε να ασκηθεί από αυτή, όχι μόνο σε επείγουσες και εξαιρετικές περιπτώσεις, αλλά όπως και πριν την παράταση της θητείας της. Με την υπόθεση Ιωαννίδης υιοθετείται ουσιαστικά η αρχή ότι όταν δοθεί στη Βουλή, βάσει του δικαίου της ανάγκης, η εξουσία να νομοθετεί και χωρίς την παρουσία των Τουρκοκυπρίων βουλευτών, αυτή η εξουσία διατηρείται και ασκείται χωρίς να απαιτείται κάθε φορά η εξέταση της αναγκαιότητας ψήφισης του συγκεκριμένου νομοθετήματος. Το ίδιο θέμα απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση Νικολάου και Άλλη v. Νικολάου και Άλλου (Αρ.2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1338. Εξετάστηκε η δυνατότητα της Βουλής προς αναθεώρηση του Άρθρου 111 του Συντάγματος χωρίς και πάλιν την παρουσία των Τουρκοκυπρίων βουλευτών. Πέντε από τους Δικαστές που απάρτιζαν τη συγκεκριμένη σύνθεση κατέληξαν στην απόφαση ότι η Βουλή έχει το δικαίωμα βάσει του δικαίου της ανάγκης, να τροποποιεί οποιοδήποτε μη θεμελιώδες άρθρο του Συντάγματος. Έγινε αναφορά τόσο στην υπόθεση Πολύκαρπος Ιωαννίδης, ανωτέρω, όσο και στην Αναφορά 1/86, την οποία τελικά αποφάσισαν να μη ακολουθήσουν για τους λόγους που εκθέτουν. Στην απόφασή του ο Δικαστής Στυλιανίδης επιβεβαιώνει τη θέση που τέθηκε με την απόφαση στην Ιωαννίδης ότι κατά την εφαρμογή του δικαίου της ανάγκης δεν εξετάζεται κάθε συγκεκριμένο νομοθέτημα, αφού η ανάγκη συνίσταται στη λειτουργία της Βουλής. Αντίθετα, οι άλλοι πέντε Δικαστές που διαφώνησαν με τη γραμμή αυτή, δέχτηκαν ότι η Βουλή υπό την παρούσα της σύνθεση δεν έχει αναθεωρητική δικαιοδοσία. Ο υπό κρίση νόμος κρίθηκε συνταγματικός με βάση το τεκμήριο συνταγματικότητας το οποίο σε περίπτωση ισοψηφίας δεν ανατρέπεται. Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας είναι δικανικός και δεν αναφέρεται ούτε στη σοφία ούτε στη σκοπιμότητα ή τις επιπτώσεις του νόμου (The Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640). Ο ασκούμενος από τα δικαστήρια έλεγχος είναι έλεγχος συνταγματικής νομιμότητας. Δεν επιτρέπεται να επεκταθεί και μετατραπεί σε έλεγχο σκοπιμότητας, πολύ δε περισσότερο σε πολιτικό έλεγχο των πράξεων της νομοθετικής εξουσίας (Νικολάου, ανωτέρω). Την ευθύνη για τη σοφία του νόμου φέρει μόνο η Βουλή των Αντιπροσώπων. Όπως τονίζεται και στην απόφαση των μελών του Δικαστηρίου που δέκτηκαν τη συνταγματικότητα της τροποποίησης στην υπόθεση Νικολάου, η μη άσκηση της αναθεωρητικής λειτουργίας από τη Βουλή των Αντιπροσώπων λόγω της αποχώρησης των Τουρκοκυπρίων βουλευτών, μετατρέπει μη θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος σε θεμελιώδη και εμποδίζει τη λειτουργία του πολιτεύματος, όπως προδιαγράφεται στο Σύνταγμα. Εμποδίζει την εξέλιξη της πολιτείας και αποτελεί προσβολή των δημοκρατικών θεσμών. Η ανάγκη εντοπίζεται στην άσκηση της αναθεωρητικής λειτουργίας της Βουλής και υφίσταται όσο χρόνο διαρκούν οι εξαιρετικές περιστάσεις. Για όσο χρόνο η συμμόρφωση προς ορισμένες διατάξεις του Συντάγματος είναι αντικειμενικά αδύνατη, το δίκαιο της ανάγκης καθιστά τις διατάξεις αυτές ανενεργές. Η υπόθεση Νικολάου καταλήγει στην αποδοχή της θέσης ότι το δίκαιο της ανάγκης δικαιολογεί την άσκηση της αναθεωρητικής εξουσίας του Άρθρου 182 του Συντάγματος, με την προβλεπόμενη πλειοψηφία μόνο των βουλευτών που ανήκουν στην ελληνοκυπριακή κοινότητα, εν όψει της αποχώρησης των βουλευτών που ανήκουν στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Παρά την ισοψηφία που σημειώθηκε, θεωρούμε την απόφαση στην υπόθεση Νικολάου για τη δυνατότητα τροποποίησης άρθρων του Συντάγματος ως δεσμευτική, όπως αν είχε αποφασιστεί ομόφωνα (nemine dissentiente) (A.G. v. Dean and Canons of Windsor [1860] 8 H.L. Cas. 369, 392, Inland Revenue Commissioners v. Walker [1915] A.C. 509, 519,
  1. Βλ. επίσης 22, Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, παραγρ. 1686). Θεωρούμε ότι η υπόθεση Νικολάου έχει αποστεί από τις θέσεις της Αναφοράς 1/86 για τους λόγους που εκτίθενται στο σκεπτικό της απόφασης. Πέραν τούτου και πέραν από τις σκέψεις που εκθέσαμε πιο πάνω, πιστεύουμε ότι κανένας πρακτικός σκοπός δεν θα εξυπηρετηθεί με την περαιτέρω ανάλυση των λόγων για τους οποίους θεωρούμε ότι η απόφαση Νικολάου αφίσταται της θέσης που εκφράστηκε από την Αναφορά 1/
  2. Αρκεί να λεχθεί ότι θεωρούμε την αντιμετώπιση στη Νικολάου και της υπόθεσης Ιωαννίδη ως ορθές και τις υιοθετούμε. Μια από τις πιο σημαντικές και υπεύθυνες λειτουργίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι η μεταμόρφωση της νομικής θεωρίας σε ζωντανό νόμο που μπορεί να εφαρμοστεί στην καθημερινή ζωή για τη διατήρηση της κοινωνικής τάξης. Όταν η επιβίωση της χώρας τελεί υπό απειλή, οι περιστάσεις της στιγμής επικρατούν επί της δικανικής εμμονής στη νομιμότητα (Ibrahim, ανωτέρω, σελ. 258). Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η Βουλή δεν άσκησε αρμοδιότητες που δεν της παρέχονται από το Σύνταγμα, ούτε το περιεχόμενο της τροποποίησης είναι ασύμφωνο με οποιαδήποτε συνταγματική διάταξη. Ο μόνος λόγος για τον οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός για αντισυνταγματικότητα είναι η απουσία των Τουρκοκυπρίων βουλευτών. Με δεδομένο ένα Σύνταγμα άκαμπτο, μονομερές και με στενή θεώρηση, όπως είναι το δικό μας, η πλήρης αδυναμία αναθεώρησής του που δεν επιτρέπει τη λήψη των αναγκαίων υπό τας περιστάσεις μέτρων, θα μας έφερνε στο παράλογο αποτέλεσμα το ίδιο το Σύνταγμα να κατέληγε στην καταστροφή της έννομης τάξης, εν ονόματι της διατήρησής του. Τόσο η εκτελεστική όσο και η δικαστική εξουσία εξακολουθούν να ασκούν όλο το φάσμα των αρμοδιοτήτων που ανατέθηκαν σ' αυτές από το Σύνταγμα, χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό και χωρίς οποιοσδήποτε τρίτος να εγκρίνει τους λόγους που τις ωθούν στη λήψη των εκάστοτε αποφάσεών τους, παρά το γεγονός ότι η λειτουργία τους έχει επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από το δίκαιο της ανάγκης. Ακόμα και η νομοθετική εξουσία, στην κανονική της νομοθετική λειτουργία, ασκεί τα καθήκοντά της και νομοθετεί παρά την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων βουλευτών, χωρίς να αμφισβητείται η νομιμότητα των νόμων που ψηφίζει. Διερωτώμαστε γιατί να αρνηθούμε στη Βουλή τη νομιμότητα των αρμοδιοτήτων που χαίρουν οι άλλες δύο εξουσίες, ή γιατί να της αρνηθούμε την αναθεωρητική της δικαιοδοσία, ενώ ασκεί κανονικά τη συνήθη νομοθετική της λειτουργία. Η αιτιολόγηση της αρχής της ανάγκης βρίσκεται στην ανάγκη διασφάλισης της ύπαρξης του κράτους και της διατήρησης της κοινωνικής τάξης. Η αρχή της ανάγκης είναι νομική αρχή και προκύπτει από την αναγκαιότητα συσπείρωσης των κοινωνικών στοιχείων. Τα μέτρα που λαμβάνονται εν ονόματι της ανάγκης θα πρέπει να προκύπτουν από τη συλλογική θέληση για επιβίωση. Έτσι θα πρέπει να τυγχάνουν της έγκρισης της λαϊκής αντιπροσωπείας (Andreas Aloupas and Another v. National Bank of Greece S.A. [1983] 1 C.L.R. 55). Η Βουλή των Αντιπροσώπων είναι ο ρυθμιστής της νομοθεσίας. Είναι το σώμα που είναι υπεύθυνο για την αναγνώριση των αναγκών του λαού και των κακών εναντίον των οποίων θα πρέπει ο λαός να προστατευτεί, καθώς επίσης και των μέτρων που απαιτούνται κάτω από τις περιστάσεις (Georghios Apostolides and Others v. The Republic
(1982)3 C.L.R. 928). Η δυνατότητα αναθεώρησης του Συντάγματος αποτελεί την πλέον βασική αρμοδιότητα της Βουλής και αποτελεί μια από τις συνέπειες της δημοκρατικής μορφής του πολιτεύματος (Νικόλαος Αντωνόπουλος Συνταγματικόν Δίκαιον, Τόμος Β, Τεύχος Α, 1971, σελ. 214). Οι περιορισμοί που το Σύνταγμα περιέχει για τροποποίηση των διάφορων άρθρων του, σκοπό έχουν την προστασία του λαού από επιβουλές εναντίον της λαϊκής κυριαρχίας. Στην παρούσα περίπτωση σίγουρα η Βουλή δεν επιβουλεύεται τη λαϊκή κυριαρχία. Αντίθετα αν εστερείτο από τη λαϊκή αντιπροσωπεία το δικαίωμα αναθεώρησης του Συντάγματος θα είχαμε σαφή περιορισμό της λαϊκής κυριαρχίας. Υπάρχουν κράτη που δεν έχουν καν γραπτό Σύνταγμα και όμως δεν αντιμετωπίζουν συνταγματικές ή πολιτειακές εκτροπές. Αυτό αποδεικνύει ότι ουσιαστικά προστασία του Συντάγματος είναι ο σεβασμός των πολιτειακών οργάνων στην ουσία και στο πνεύμα του και όχι στο γράμμα του, όταν αυτό καταλήγει κάτω από τις συνθήκες σε παράλογα αποτελέσματα. Κανένα νομικό επιχείρημα ακόμα κι' όταν είναι ακαδημαϊκά ορθό δεν μπορεί να απομακρύνει την οδυνηρή κατάσταση που επιβλήθηκε στον Κυπριακό λαό για τόσα χρόνια, σχεδόν από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η σημερινή κατάσταση της πατρίδας μας καθιστά εμφανή με τον πιο πειστικό τρόπο πόσο μακριά από την πραγματικότητα ήταν ορισμένες συνταγματικές πρόνοιες και σε ποιό βαθμό το Σύνταγμα απαιτεί τη βοήθεια του δικαίου της ανάγκης για να μπορέσει το κράτος να συνεχίσει να λειτουργεί. Η αρχή ότι η ύπαρξη της ανάγκης θα πρέπει να δικαιολογείται κάθε φορά είναι ορθή. Όμως κάτω από τις επικρατούσες στον τόπο μας συνθήκες, κάθε φορά που γίνεται επίκληση του δικαίου της ανάγκης, το Δικαστήριο έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με την ίδια αναγκαιότητα, την ανάγκη λειτουργίας των οργάνων της πολιτείας, σ' αυτή την περίπτωση της Βουλής, παρά την απουσία των Τουρκοκυπρίων. Δεν πρέπει, όπως σωστά λέχθηκε και στην υπόθεση Νικολάου, να εξετάζεται η αναγκαιότητα της συγκεκριμένης νομοθετικής πράξης. Η ανάγκη που εξυπηρετείται είναι, για όσο καιρό διαρκεί η ανώμαλη κατάσταση η λειτουργία των πολιτειακών οργάνων, παρά την απουσία των Τουρκοκυπρίων. Με την επίκληση του δικαίου της ανάγκης απλώς αναστέλλεται το μέρος του Άρθρου 182.3 που αναφέρεται στην προϋπόθεση ψήφισης της τροποποίησης από τα δύο τρίτα των Τουρκοκυπρίων βουλευτών. Έτσι εν όψει του ότι η κατάσταση εξακολουθεί να παραμένει μέχρι σήμερα αναλλοίωτη, θεωρούμε ότι εφ' όσον επικρατούν οι ίδιες συνθήκες, η Βουλή των Αντιπροσώπων έχει το δικαίωμα να προβαίνει σε τροποποίηση του Συντάγματος, ασκώντας την αναθεωρητική της λειτουργία, νοουμένου πάντα ότι θα εξασφαλίζεται η πλειοψηφία των δύο τρίτων των εκλεγέντων βουλευτών. Είναι γι' αυτό το λόγο που δεν είναι αναγκαίος ο έλεγχος της αναγκαιότητας ψήφισης του κάθε συγκεκριμένου νομοθετήματος. Ένα από τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν εναντίον του δικαιώματος της Βουλής να τροποποιεί το Σύνταγμα είναι ότι ενώ το δίκαιο της ανάγκης εφαρμόζεται για τη λήψη προσωρινών μέτρων και μόνο για την περίοδο που διαρκεί η ανάγκη, η τροποποίηση του Συντάγματος είναι μέτρο μόνιμο και καθόλου προσωρινό. Στην υπόθεση Νικολάου έχει λεχθεί ότι οι νόμοι που τροποποιούν το Σύνταγμα δεν διαφέρουν ως προς τη διάρκεια της ισχύος τους από οποιοδήποτε άλλο νόμο που θεσπίστηκε κατ' επίκληση του δικαίου της ανάγκης. Αν οι συνήθεις νόμοι που ψηφίστηκαν με βάση το δίκαιο της ανάγκης κρίνονται συνταγματικοί παρόλον ότι ισχύουν επ' αόριστο και μέχρι την κατάργησή τους ή την τροποποίησή τους, γιατί νόμος που τροποποιεί το Σύνταγμα να θεωρείται μονιμότερη διευθέτηση, διερωτήθηκε ο Δικαστής Πογιατζής. Μιλώντας για προσωρινότητα, τριανταπέντε και πλέον χρόνια μετά την πρώτη επίκληση και εφαρμογή του δικαίου της ανάγκης, η ανάγκη, όχι μόνο δεν έχει παρέλθει, αλλά αντίθετα έχει επιδεινωθεί. Στην απόφαση του Αρείου Πάγου Αρ. 86/1945, που υιοθετήθηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση Ibrahim, γίνεται αποδεκτό ότι κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της διάκρισης των εξουσιών, με βάση το δίκαιο της ανάγκης μπορεί να τροποποιείται ή καταργείται από την εκτελεστική εξουσία διάταξη του Συντάγματος. Η συντακτική πράξη που εκδίδεται παραμένει αντισυνταγματική, αλλά τυγχάνει εφαρμογής και τα δικαστήρια δεν μπορούν να αρνηθούν την εφαρμογή της λόγω ασυμφωνίας της με το Σύνταγμα. Νομίζουμε ότι η ίδια αρχή ισχύει και στην Κύπρο. Κάθε νόμος που ψηφίζεται κατ' επίκληση του δικαίου της ανάγκης παραμένει αντισυνταγματικός, αλλά για όσο διάστημα διαρκεί η κατάσταση ανάγκης, εφαρμόζεται κανονικά παρά την αντισυνταγματικότητά του. Έτσι δεν τίθεται θέμα μονιμότητας της τροποποίησης του Συντάγματος. Μετά τη λήξη της κατάστασης ανάγκης οι διάφορες πράξεις θα πρέπει είτε να επικυρωθούν, είτε να ακυρωθούν. Εναντίον της συνταγματικότητας του νόμου προβλήθηκαν και άλλα επιχειρήματα. Αμφισβητήθηκε η συνταγματικότητα της τροποποίησης του Ν. 115
(1)/96. Προβλήθηκε το επιχείρημα ότι αφού το Άρθρο 66.2 του Συντάγματος τροποποιήθηκε, παραμένει εν αμφιβόλω η ισχύς του Άρθρου 66.3 το οποίο συνεχίζει να αναφέρεται σε αναπληρωματική εκλογή. Θεωρούμε ότι ούτε αυτό το επιχείρημα μπορεί να ευσταθήσει. Η παράγραφος 3 του Άρθρου 66 εξακολουθεί να ισχύει όπου για οποιοδήποτε λόγο εξακολουθεί να είναι αναγκαία αναπληρωματική εκλογή. Μια τέτοια περίπτωση ισχύει αν για παράδειγμα δεν υπάρχουν επιλαχόντες ή αν η θέση που χηρεύει ανήκε σε ανεξάρτητο βουλευτή ή αν τέλος οι επιλαχόντες του συγκεκριμένου κόμματος έχουν πάψει να ανήκουν στο κόμμα. Σ' αυτή την περίπτωση βέβαια ισχύουν οι πρόνοιες του Άρθρου 66.3 με αποτέλεσμα οι εκλογές να είναι απαραίτητες. Τέθηκε επίσης το επιχείρημα ότι με την τροποποίηση μεταβάλλονται τα προσόντα εκλογιμότητας, αφού η σχετική συνταγματική διάταξη δεν προβλέπει τη συμμετοχή σε κόμμα ως μια από τις προϋποθέσεις υποβολής υποψηφιότητας. Ούτε και με αυτό το επιχείρημα θα συμφωνήσουμε. Η εκλογιμότητα εξετάζεται κατά την υποβολή υποψηφιοτήτων για τις γενικές εκλογές όπου καθένας μπορεί να θέσει υποψηφιότητα. Κατά τη θέση της υποψηφιότητας στις εκλογές η συμμετοχή σε κόμμα δεν είναι μια από τις απαραίτητες προϋποθέσεις. Σύμφωνα με τον υφιστάμενο νόμο οι εκλογές προκηρύσσονται και διενεργούνται τόσο για εκλογή των βουλευτών, όσο και για εκλογή των επιλαχόντων κατά το χρόνο της αρχικής εκλογής. Ουσιαστικά η εκλογή γίνεται την πρώτη φορά και ο Έφορος απλώς διαπιστώνει την ύπαρξη των προϋποθέσεων για να διαπιστωθεί ποιός από τους επιλαχόντες πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει εκλεγεί. Ο νόμος στην ουσία επιθυμεί να διατηρηθεί η ετυμηγορία του λαού που δόθηκε με βάση το αναλογικό σύστημα. Παρεμπιπτόντως θα πρέπει να λεχθεί ότι ουσιαστικά η προϋπόθεση που θέτει ο εκλογικός νόμος δεν είναι η συμμετοχή του επιλαχόντος στο ίδιο κόμμα, αλλά η συμμετοχή του στον ίδιο εκλογικό συνδυασμό και ουσιαστικά με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η επιλογή του εκλογικού σώματος. Στις αιτήσεις προβλήθηκε επίσης ο ισχυρισμός στον οποίο όμως δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά κατά την ακρόαση, ότι η τροποποίηση του νόμου έγινε μετά την κένωση της έδρας και συνεπώς δεν μπορεί να ισχύσει στην παρούσα περίπτωση. Δεν συμφωνούμε. Η τροποποίηση του Συντάγματος δημοσιεύτηκε στις 28.2.1996 και ο Νόμος 118
(1)/96 στις 31.12.1996. Μπορεί ο κ. Κοντίδης να ψηφίστηκε δήμαρχος στις εκλογές που διεξήχθηκαν στις 15.12.1996, αλλά η έδρα του κενώθηκε την 1.1.1997 όταν παραιτήθηκε από το αξίωμα του βουλευτή. Πριν τελειώσουμε θέλουμε να σημειώσουμε ότι δεν δίδουμε οποιαδήποτε σημασία στο επιχείρημα ως προς το διορισμό του Εφόρου εκλογής. Ουσιαστικά πρόκειται για απλή διατύπωση που δεν μπορεί να επηρεάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ασφαλώς δεν θα μπορούσε να ανακηρυχθεί υποψήφιος χωρίς το διορισμό Εφόρου εκλογής. Σαν αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω θεωρούμε ότι τόσο ο Νόμος 115
(1)/96 όσο και ο Νόμος 118
(1)/96 είναι συνταγματικοί και συνεπώς οι αιτήσεις θα πρέπει να απορριφθούν. Οι αιτήσεις απορρίπτονται χωρίς έξοδα. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΗΣ, Δ.: Συμφωνώ με τους αδελφούς Δικαστές Φρίξο Νικολαΐδη και Γιώργο Νικολάου, που με τις αποφάσεις τους καταλήγουν ότι ο Περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 1996, δεν είναι αντισυνταγματικός. Επίσης συμφωνώ για τους λόγους που αναφέρονται στις αποφάσεις αυτές ότι δεν ευσταθεί καμιά από τις εισηγήσεις των δικηγόρων των αιτητών και ότι οι αιτήσεις θα πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, θα ήθελα να προσθέσω ότι στην υπόθεση Νικολάου κ.ά. v. Νικολάου και Άλλου (Αρ. 2)
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1338, κρίθηκε από πέντε Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων και από μένα, με την κοινή απόφασή μας, το κεφαλαιώδες θέμα, ότι το δίκαιο της ανάγκης δικαιολογεί την άσκηση της αναθεωρητικής εξουσίας της Βουλής των Αντιπροσώπων, που δίδεται σε αυτή με το Άρθρο 182.2 και 3 του Συντάγματος, με την προβλεπόμενη πλειοψηφία μόνο των Βουλευτών που ανήκουν στην Ελληνική Κοινότητα, ενόψει της ανυπαρξίας Βουλευτών που ανήκουν στην Τουρκοκυπριακή Κοινότητα. Ακόμα ειπώθηκε σ' εκείνη την υπόθεση από τους πέντε δικαστές των οποίων η κοινή απόφαση επεκράτησε, ότι η σοφία και η σκοπιμότητα κάθε αναθεωρητικού νόμου, επαφίονται στη νομοθετική εξουσία και ότι το Δικαστήριο έχει καθήκον προς την πολιτεία και προς το λαό της Κυπριακής Δημοκρατίας, να διατηρεί τα ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες και να στηρίζει τη λειτουργία των συνταγματικών οργάνων κάτω από τις εξαιρετικές περιστάσεις που επικρατούν στην χώρα μας. Εξακολουθώ να υποστηρίζω την ορθότητα της απόφασης μας στη Νικολάου (ανωτέρω), την οποία και επιβεβαιώνω και δεν επιθυμώ να προσθέσω οτιδήποτε πέραν των όσων έχουν λεχθεί σε αυτή. ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ, Δ.: Συμφωνώ με τις αποφάσεις των αδελφών δικαστών, Φρ. Νικολαΐδη και Γ. Νικολάου, που υιοθετούν και επιβεβαιώνουν την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Νικολάου v. Νικολάου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1338, όπου εκρίθη πως το δίκαιο της ανάγκης δικαιολογεί την άσκηση της αναθεωρητικής εξουσίας της Βουλής των Αντιπροσώπων, που δίδεται σ' αυτή με το άρθρο 182 2.
  1. του Συντάγματος. Δεν προσθέτω τίποτε, γιατί φρονώ πως το Ανώτατο Δικαστήριο της πολιτείας μας, με την ετυμηγορία του στην πιο πάνω υπόθεση, έδωσε τελεσίδικη απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε ενώπιόν του. Δεν εγκρίνω την επαναφορά στο Ανώτατο Δικαστήριο, για εκ νέου συζήτηση, θεμελιωδών ζητημάτων, ιδιαίτερα συνταγματικών, επί των οποίων έχει εκφραστεί η ετυμηγορία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η πολιτεία λειτουργεί σύμφωνα με αυτή. Θεωρώ δε την πρόσφατη τακτική, που αγγίζει τα όρια της πρακτικής, να επαναφέρονται δηλαδή για αναθεώρηση ζητήματα που έχουν αποφασιστεί από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αδόκιμη άσκηση στο νόμο με σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στη λειτουργία της πολιτείας. Η εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική εξουσία ασκούν όλες τις λειτουργίες και αρμοδιότητες που καθορίζονται, για την κάθε μια από αυτές, στο Σύνταγμα. Δεν έχει, κατά την ταπεινή μου κρίση, εξουσία το Ανώτατο Δικαστήριο να απαγορεύει στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ειδικά και μόνο, την άσκηση της αναθεωρητικής της αρμοδιότητας που έχει σύμφωνα με το άρθρο 182 2.
  2. του Συντάγματος. Η Κυπριακή Πολιτεία υφίσταται και αναγνωρίζεται διεθνώς στο πρόσωπο όλων των νόμιμων φορέων της λειτουργίας της. Συμφωνώ επίσης με την απόρριψη όλων των υπολοίπων εισηγήσεων του δικηγόρου των αιτητών, που κρίνω ως αβάσιμες, για τους λόγους που αναφέρονται στις αποφάσεις των συναδέλφων. APTEMHΣ, Δ.: Είχα την ευκαιρία να μελετήσω τις αποφάσεις των αδελφών Δικαστών και συμφωνώ με εκείνες που, επιβεβαιώνοντας την απόφαση στη Νικολάου v. Νικολάου
(1992)1(Β) A.A.Δ. 1338, καταλήγουν στην απόρριψη των αιτήσεων. Το θέμα της εφαρμογής του δικαίου της ανάγκης εγέρθηκε κατά πρώτο στην υπόθεση Attorney-General v. Mustafa Ibrahim and Others
(1964)C.L.R. 195, όπου ο περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμος του 1964, N.33/64, με τον οποίο εγκαθιδρύθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο με τη σημερινή του μορφή κρίθηκε συνταγματικός. Στην υπόθεση εκείνη τέθηκαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του δικαίου της ανάγκης. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκτοτε επιλήφθηκε του θέματος του δικαίου της ανάγκης σε πολλές περιπτώσεις. Στην Αναφορά 1/86, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Boυλής των Αντιπροσώπων
(1986)3 C.L.R. 1439, παρόλον ότι ο περί της Πρώτης Τροποποιήσεως του Συντάγματος Νόμος του 1986 κρίθηκε αντισυνταγματικός με το δικαιολογητικό ότι οι λόγοι για τις τροποποιήσεις που επέφερε στα Άρθρα 63 και 66 του Συντάγματος δεν ήταν επιτακτικότεροι της υπέρτατης πολιτειακής ανάγκης να μην τροποποιηθούν τα Άρθρα αυτά χωρίς τη συμμετοχή των Βουλευτών και των δύο κοινοτήτων, έμμεσα αναγνωρίστηκε ή δεν αποκλείστηκε το δικαίωμα της Βουλής να τροποποιεί μη θεμελιώδη Άρθρα του Συντάγματος με βάση το δίκαιο της ανάγκης, έστω και χωρίς τη συμμετοχή των Βουλευτών και των δύο κοινοτήτων. Στην υπόθεση Νικολάου v. Νικολάου (ανωτέρω) εξετάστηκε η συνταγματικότητα του περί της Πρώτης Τροποιποιήσεως του Συντάγματος Νόμου του 1989, N. 95/89 και του περί Οικογενειακού Δικαστηρίου Νόμου του 1990, N. 23/
  1. H απόφαση εκδόθηκε μετά από ισοψηφία των Δικαστών και με αυτή αναγνωρίστηκε η αναθεωρητική δικαιοδοσία της Βουλής για τροποποίηση μη θεμελιωδών άρθρων του Συντάγματος μόνο με πλειοψηφία των ανηκόντων στην Ελληνική κοινότητα Βουλευτών. Ταυτόχρονα αποφασίστηκε ότι το δίκαιο της ανάγκης επενεργεί ώστε να δικαιολογεί την άσκηση της αναθεωρητικής του Συντάγματος εξουσίας της Βουλής σε κάθε περίπτωση που η ίδια κρίνει τούτο αναγκαίο, χωρίς να εξετάζεται το κατά πόσο η ανάγκη της συγκεκριμένης τροποποίησης του Συντάγματος είναι επιτακτικότερη της ανάγκης μη τροποποίησής του. Έτσι, υπήρξε παρέκκλιση από την Αναφορά 1/86 (ανωτέρω) στο βαθμό που ήταν ασύμφωνη με τα πιο πάνω. Στην Νικολάου v. Νικολάου (ανωτέρω) είχα προσωπικά ταχθεί υπέρ της απόφασης της μειοψηφίας, αλλά αισθάνομαι δεσμευμένος από την απόφαση πλειοψηφίας και τίποτε δεν έχει λεχθεί ενώπιόν μας που να με πείθει ότι θα πρέπει το Ανώτατο Δικαστήριο να αποστεί από την απόφαση εκείνη. Περαιτέρω, συμφωνώ και με την απόρριψη των υπολοίπων εισηγήσεων του δικηγόρου των αιτητών. Αναφορικά με το επιχείρημα ότι η τροποποιημένη παράγραφος 2 του Άρθρου 66 αντίκειται προς τις πρόνοιες της παραγράφου 3 του ιδίου Άρθρου που παραμένει και περιέχει πρόνοιες για αναπληρωματική εκλογή δυνάμει της παραγράφου 2, υιοθετώ το σκεπτικό της απόφασης του Κωνσταντινίδη, Δ. Οι αιτήσεις απορρίπτονται με έξοδα εναντίον των αιτητών. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Δ.: Οι αιτητές προσβάλλουν την ανακήρυξη, στις 7 Ιανουαρίου 1997, του Χριστόδουλου Βενιαμίν ως εκλεγέντα βουλευτή για την εκλογική περιφέρεια Λεμεσού. Είναι και οι δύο εκλογείς της περιφέρειας ενώ ο ένας ήταν και υποψήφιος στις τελευταίες γενικές βουλευτικές εκλογές. Γενικές βουλευτικές εκλογές διεξήχθησαν στις 26 Μαΐου
  2. Κατά τις οποίες εξελέγη ως ένας από τους βουλευτές της εκλογικής περιφέρειας Λεμεσού ο Δημήτρης Κοντίδης με το συνδυασμό ΑΚΕΛ-Αριστερά Νέες Δυνάμεις. Ανέλαβε το αξίωμα και το διατήρησε μέχρι που, στις 31 Δεκεμβρίου 1996, υπέβαλε παραίτηση με ισχύ από 1 Ιανουαρίου 1997 εξ αιτίας της εκλογής του στις 15 Δεκεμβρίου 1996 ως δημάρχου Λεμεσού και της επικείμενης υπ' αυτού ανάληψης, την επομένη, του νέου αξιώματος. Της κένωσης της βουλευτικής έδρας προηγήθηκε, στις 28 Δεκεμβρίου 1996, η δημοσίευση του περί της Τρίτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμου του 1996 (Ν. 115(Ι)/96) με τον οποίο, για τους λόγους που εκεί εκτίθενται, διαγράφηκε η παράγραφος 2 του Άρθρου 66 του Συντάγματος και αντικαταστάθηκε με νέα. Παραθέτω και τις δύο: Η αρχική: "
  3. Κενωθείσα βουλευτική έδρα πληρούται δι' αναπληρωματικής εκλογής διενεργουμένης εντός προθεσμίας τεσσαράκοντα πέντε το πολύ ημερών από της κενώσεως εις ημερομηνίαν καθοριζομένην υπό της Βουλής των Αντιπροσώπων." Και η νέα: "
  4. Κενωθείσα βουλευτική έδρα πληρούται εντός προθεσμίας τεσσαράκοντα πέντε το πολύ ημερών από της κενώσεως καθ' ον τρόπον νόμος ορίζει." Είναι προφανές και δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση ότι η αρχική διάταξη ήταν αρμοσμένη στις ανάγκες του πλειοψηφικού συστήματος εκλογής. Με αποτέλεσμα να προκαλείται ανωμαλία στη λειτουργία του εισαχθέντος από το 1979 αναλογικού συστήματος οσάκις ετίθετο θέμα πλήρωσης κενωθείσας βουλευτικής έδρας. Ενώ η νέα διάταξη προοριζόταν να παράσχει τη δυνατότητα για νομοθετική ρύθμιση που να επιτρέπει την εφαρμογή του αναλογικού και σε αυτή την περίπτωση. Κατ' ακολουθίαν δημοσιεύτηκε, την 31 Δεκεμβρίου 1996, ο περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 1996 (Ν. 118
(1)/96) προς επίτευξη αυτού του σκοπού. Η τροποποίηση έλαβε τη μορφή προσθήκης νέου άρθρου στο βασικό Νόμο (Ν. 72/1979) ως άρθρο 35 - του παλαιού αναριθμημένου ως άρθρου 35Α - το εδάφιο
(1)του οποίου προβλέπει για την πλήρωση με ό,τι απαιτεί το αναλογικό, ενώ το εδάφιο
(2)προβλέπει ότι όπου καθίσταται αδύνατη η με εκείνο τον τρόπο πλήρωση, διεξάγεται αναπληρωματική εκλογή. Στην προκείμενη περίπτωση συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την πλήρωση της θέσης δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου 35 του Νόμου. Καταδεικνύετο ως δικαιούχος ο Χριστόδουλος Βενιαμίν δεδομένου ότι αυτός ήταν ο αμέσως επόμενος του Δημήτρη Κοντίδη κατά σειρά επιτυχίας υποψήφιος του ιδίου συνδυασμού στις γενικές εκλογές του Μαίου 1996 και εξακολουθούσε να ανήκει εκεί. Γι' αυτό, ο Υπουργός Εσωτερικών, όντας ο επί του ζητήματος αρμόδιος, διόρισε Έφορο Εκλογής για την ανακήρυξη του Χριστόδουλου Βενιαμίν ως νέου βουλευτή της εκλογικής περιφέρειας Λεμεσού. Η ανακήρυξη επήλθε στις 7 Ιανουαρίου 1997. Ο συνήγορος των αιτητών ανέπτυξε με επιχειρηματολογία τις ακόλουθες θέσεις προς τις οποίες αντιτάχθηκαν τα άλλα μέρη για λόγους που και εκείνοι ανέπτυξαν: α) Ο περί της Τρίτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 1996 είναι αντισυνταγματικός διότι δεν υπήρξε η απαιτούμενη από το Άρθρο 182.3 του Συντάγματος συνδρομή βουλευτών της Τουρκικής κοινότητας. Διαλαμβάνεται εκεί ότι: "Διά την ψήφισιν οιουδήποτε νόμου περί τροποποιήσεως απαιτείται πλειοψηφία περιλαμβάνουσα τουλάχιστον τα δύο τρίτα του όλου αριθμού των εις την ελληνικήν κοινότητα ανηκόντων βουλευτών και τουλάχιστον τα δύο τρίτα του όλου αριθμού των εις την τουρκικήν κοινότητα ανηκόντων βουλευτών." Ο συνήγορος επικαλέστηκε σχετικά την Αναφορά 1/86, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1986)3 C.L.R. 1439 όπου ηγέρθη τέτοιο ζήτημα και το Ανώτατο Δικαστήριο γνωμάτευσε ότι το δίκαιο της ανάγκης δεν δικαιολογούσε την τροποποίηση του Συντάγματος. Σχολιάζοντας τη μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Νικολάου κ.ά. v. Νικολάου κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1338 όπου, αναφορικά με την τροποποίηση του Άρθρου 111 του Συντάγματος κάτω από τις ίδιες περιστάσεις σημειώθηκε ισοψηφία - πέντε με πέντε - με αποτέλεσμα την εγκυρότητα της τροποποίησης εφόσον υπερίσχυε το τεκμήριο συνταγματικότητας του τροποποιητικού νόμου, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι ο λόγος της Αναφοράς 1/86 (ανωτέρω) δεν έχει ανατραπεί. β) Ο περί της Τρίτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 1996 είναι, ενόψει του Άρθρου 179 του Συντάγματος, αντισυνταγματικός διότι προσκρούει όχι μόνο προς την καταργηθείσα διάταξη με αναφορά προς την οποία θα πρέπει να αντιπαραβληθεί εφόσον, κατά την εισήγηση του συνηγόρου, η συνταγματικότητα κρίνεται στη βάση των υφισταμένων κατά το χρόνο της τροποποίησης διατάξεων, αλλά και προς άλλες διατάξεις όπως εκείνες στα Άρθρα 62.1, 67.1, 72.1, 73.2 οι οποίες δείχνουν ότι το Σύνταγμα κατοχυρώνει τη διαδικασία αναπληρωματικής εκλογής διά ψηφοφορίας και όχι διά "διαδοχής". Αναφέρθηκε προς επίρρωση και στα Άρθρα 31 και 35 σχετικά με την κατοχύρωση του δικαιώματος ψήφου όπως και στο Άρθρο 64 σχετικά με την κατοχύρωση του δικαιώματος υποβολής υποψηφιότητας για βουλευτική έδρα. Ας σημειωθεί πως το Άρθρο 179 διαλαμβάνει ότι: "
  1. Το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος της Δημοκρατίας.
  2. Ουδείς νόμος ή απόφασις της Βουλής των Αντιπροσώπων ή εκατέρας Κοινοτικής Συνελεύσεως ως και ουδεμία πράξις ή απόφασις οιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου εν τη Δημοκρατία ασκούντος εκτελεστικήν εξουσίαν ή οιονδήποτε διοικητικόν λειτούργημα δύναται να είναι καθ' οιονδήποτε τρόπον αντίθετος ή ασύμφωνος προς οιανδήποτε των διατάξεων του Συντάγματος." γ) Ο περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 1996 είναι αντισυνταγματικός ως ευρισκόμενος σε αντίθεση με το Άρθρο 64 του Συντάγματος - το οποίο προβλέπει για τα προσόντα υποψηφίων κατά τις εκλογές - εφόσον εισάγει ως απαραίτητο προσόν ο καταλαμβάνων βουλευτική έδρα να ήταν επιλαχών στις γενικές βουλευτικές εκλογές και να εξακολουθεί να ανήκει στο κόμμα ή συνασπισμό στον οποίο ανήκε τότε. δ) Ο περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 1996 είναι αντισυνταγματικός διότι με την πρόνοιά του για κατάληψη βουλευτικής έδρας χωρίς διεξαγωγή αναπληρωματικής εκλογής: (i) παραβιάζει το Άρθρο 31 του Συντάγματος το οποίο διασφαλίζει στον πολίτη το δικαίωμα ".... να ψηφίζη εις οιανδήποτε εκλογήν διενεργουμένην συμφώνως τω Συντάγματι και οιωδήποτε τοιούτω νόμω"· και (ii) παραβιάζει το Άρθρο 64 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο "Πας τις δικαιούται να υποβάλη υποψηφιότητα βουλευτού ...." εφόσον πληρούνται οι εκεί τιθέμενες προϋποθέσεις, ενώ με τον υπό αναφορά νόμο καταργείται η αναγκαιότητα για διεξαγωγή αναπληρωματικής εκλογής. Κεντρικός άξονας της θέσης αυτής και στις δύο εκτεθείσες πτυχές αποτελεί η διεξαγωγή εκλογής που νόημα δεν έχει χωρίς ψηφοφορία. Ο συνήγορος επεσήμανε ότι η παράγραφος 3 του Άρθρου 66 του Συντάγματος, η οποία παραμένει ισχύουσα, αναφέρεται και σε αναπληρωματική εκλογή, ορίζοντας το χρόνο διεξαγωγής της. ε) Η ανακήρυξη του Χριστόδουλου Βενιαμίν ως βουλευτή είναι άκυρη ακόμα και με βάση τις πρόνοιες του περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων Νόμου του 1979, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 118(Ι)/96, διότι ενώ σύμφωνα με το άρθρο 2 "εκλογή" περιλαμβάνει και αναπληρωματική εκλογή και θα έπρεπε ως εκ τούτου να εκδοθεί από τον Υπουργό Εσωτερικών διάταγμα δυνάμει του άρθρου 16
(2)ως προϋπόθεση για τη διεξαγωγή της, στην προκείμενη περίπτωση διορίστηκε Έφορος Εκλογής κατ' επίκληση του άρθρου 17 χωρίς να προηγηθεί τέτοιο διάταγμα. Επισημαίνω κατ' αρχήν ότι το αναλογικό εκλογικό σύστημα ως θεσμός δεν αντίκειται προς το Σύνταγμα. Όπως λέχθηκε στην ομόφωνη απόφαση στη Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. Εκλογική Αίτηση 1/96 ημερ. 22 Ιανουαρίου 1997 όπου έγινε αναφορά και στην HjiPavlou v. Charalambides and Others
(1986)1 C.L.R. 272: "Ο τρόπος εκλογής και η εκδήλωση των προτιμήσεων του εκλογέα επαφίονται στην κρίση του νομοθέτη. Ο περιορισμός της επιλογής του εκλογέα σε μία μεταξύ των διεκδικητών της εξουσίας - κόμματος ή ανεξάρτητου υποψηφίου - σχετίζεται με τις πολιτικές πραγματικότητες, την αποτελεσματικότητα του εκλογικού αποτελέσματος και, τελικά, το συσχετισμό της επιλογής, η οποία γίνεται, με τις ευρύτερες επιδιώξεις των διεκδικητών της εξουσίας." Υπογραμμίστηκε δε ότι: "Το εκλογικό σύστημα της Κύπρου καθιστά την πολιτική επιλογή κόμματος τον άξονα του εκλογικού συστήματος. Η επιλογή αυτή δεν εκφεύγει των ορίων της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στον νομοθέτη." Η υπό εξέταση τροποποίηση του Άρθρου 66.2 του Συντάγματος αποβλέπει ακριβώς στην πραγμάτωση της καθολικότητας αυτού του άξονα στο αναλογικό σύστημα. Το οποίο είναι σύστημα εκλογής διά ψηφοφορίας. Με ιδιαιτερότητες βέβαια που όμως δεν μεταβάλλουν αυτή την πραγματικότητα. Αλλά επ' αυτού θα επανέλθω. Η προηγούμενη προσπάθεια για τέτοια τροποποίηση απέτυχε. Ο περί της Πρώτης Τροποποιήσεως του Συντάγματος Νόμος του 1986 που ψηφίστηκε στις 23 Ιανουαρίου 1986 κρίθηκε αντισυνταγματικός κατόπιν της Αναφοράς 1/86 του Προέδρου της Δημοκρατίας (ανωτέρω). Το Ανώτατο Δικαστήριο - πλειοψηφία και μειοψηφία - γνωμάτευσε ότι η τροποποίηση δεν ήταν έγκυρη, εφόσον στην ουσία της δεν εδικαιολογείτο βάσει του δικαίου της ανάγκης δεδομένης της μη συμμόρφωσης με το Άρθρο 182.3 του Συντάγματος, ήτοι, της μη υπερψήφισης του νόμου και από τα δύο τρίτα των Τούρκων βουλευτών οι οποίοι, καθώς σημειώθηκε, απουσίαζαν από το 1963. Λόγω, βέβαια, της ανταρσίας εναντίον του κράτους. Και μια παρένθεση. Ενόψει αυτών των γνωματεύσεων προέκυπτε ερωτηματικό αναφορικά με το κατά πόσο ο περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Τροποποιητικός) Νόμος του 1985 (Ν. 124/85) με τον οποίο ο αριθμός των Ελληνοκυπρίων βουλευτών αυξήθηκε από 35 σε 56 εδικαιολογείτο από το δίκαιο της ανάγκης, εφόσον δυνάμει του Άρθρου 62.1 του Συντάγματος απαιτείται για τέτοια αύξηση η ιδία ξεχωριστή πλειοψηφία. Επομένως η συνταγματικότητα της σύνθεσης της Βουλής των Αντιπροσώπων παρέμενε μετέωρη, υποκείμενη σε προσβολή. Αυτό διάρκεσε μέχρι τη Νικολάου κ.ά. v. Νικολάου κ.ά. (ανωτέρω), αναφορικά με το κατά πόσο η σύνθεση της Βουλής των Αντιπροσώπων ήταν ή όχι συνταγματική. Στη Νικολάου κ.ά. v. Νικολάου κ.ά. (ανωτέρω) υποδείχθηκε από τους πέντε δικαστές που έκριναν έγκυρη την τροποποίηση του Άρθρου 111 του Συντάγματος με τον περί της Πρώτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 1989 (Ν. 95/89), σε σχέση με τον οποίο ετίθετο πάλι το ίδιο ζήτημα απουσίας του Τουρκικού στοιχείου, ότι εν προκειμένω το δίκαιο της ανάγκης εσυναρτάτο με τη δυνατότητα λειτουργίας της Βουλής και όχι με το περιεχόμενο του νομοθετήματος. Το οποίο εξετάζεται με αναφορά προς το δίκαιο της ανάγκης μόνο εφόσον - με δεδομένη τη δέουσα λειτουργία της Βουλής - αντίκειται προς συνταγματικές διατάξεις, όπως συνέβη στην Attorney-General v. Ibrahim and Others
(1964)C.L.R.
  1. Αυτή η θεώρηση του δικαίου της ανάγκης αποτέλεσε τον ένα από τους δύο αυτοτελείς λόγους της απόφασής τους. Παραθέτω τη σχετική περικοπή (από τις σελ. 1367-1368): "Το Δίκαιο της Ανάγκης δικαιολογεί την άσκηση της Αναθεωρητικής Εξουσίας της Βουλής, με βάση το Άρθρο 182 του Συντάγματος, με την προβλεπόμενη πλειοψηφία μόνο των Βουλευτών που ανήκουν στην Ελληνική κοινότητα, εν όψει της ανυπαρξίας Βουλευτών που ανήκουν στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα." Συμφωνώ. Και δεν χρειάζεται να καλύψω ξανά το ίδιο έδαφος. Η αναφερόμενη απόφαση στη Νικολάου κ.ά. v. Νικολάου κ.ά. (ανωτέρω) ανέτρεψε τον λόγο των γνωματεύσεων στην Αναφορά 1/86 (ανωτέρω) με κριτήριο που η πλειοψηφία στη Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων και Άλλων, Εκλογική Αίτηση αρ. 1/95, ημερ. 26 Μαρτίου 1996, έκρινε ως ορθό παρότι το αναδιατύπωσε. Η ισοψηφία στη Νικολάου κ.ά. v. Νικολάου κ.ά. (ανωτέρω) δεν αφαιρεί από τη δεσμευτικότητα του λόγου ο οποίος καθόρισε το αποτέλεσμα. Η δεσμευτικότητα ήταν ακριβώς η ιδία ως εάν επρόκειτο περί απόφασης nemine dissentiente: βλ. Beamish v. Beamish [1859-61] 11 English Reports 735 στις σελ. 760, 761,
  2. Usher's Wiltshire Brewery Ltd v. Bruce [1915] A.C. 433 στις σελ. 444, 448,
  3. και Commissioners of Inland Revenue v. Walker [1915] A.C. 509 στη σελ.
  4. Και αυτό διότι, καθώς υπέδειξε ο Lord Campbell στην Attorney- General v. The Dean and Canons of Windsor [1860] 8 H.L.C. 369 στη σελ. 392, "semper presumitur pro negante" ήτοι, το τεκμήριο είναι πάντοτε υπέρ εκείνου που αρνείται. Που σήμαινε στην Νικολάου κ.ά. v. Νικολάου κ.ά. (ανωτέρω) υπέρ της άρνησης της ισχυριζόμενης αντισυνταγματικότητας του Νόμου. Σε αυτό προστίθεται και το τεκμήριο της συνταγματικότητας. Το οποίο είναι ακόμα ισχυρότερο. Και από το οποίο προέκυψε το αποτέλεσμα. Η επιβεβαίωση της ύπαρξης κατάστασης που ενεργοποιεί το δίκαιο της ανάγκης, ανήκει βέβαια στη Δικαστική εξουσία. Αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί όπως, εξ άλλου, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι μια τέτοια επιβεβαίωση καθίσταται εδώ επιβεβλημένη. Και γίνεται. Ό,τι απασχόλησε δεν ήταν παρά μόνο οι επιπτώσεις. Σε σχέση με αυτές καταλήγω, κατ' ακολουθίαν της Νικολάου κ.ά. v. Νικολάου κ.ά. (ανωτέρω), ότι το δίκαιο της ανάγκης δικαιολογεί αυτόματα την κρατική λειτουργία κατά παρέκκλιση του Συντάγματος στο βαθμό που επιβάλλει η δημιουργηθείσα κατάσταση ενόσω αυτή διαρκεί. Γι' αυτό, λοιπόν, ο περί της Τρίτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 1996 δεν είναι αντισυνταγματικός. Οι υπόλοιπες θέσεις των αιτητών έχουν, καθώς είναι προφανές, όλες ως αφετηρία την εντύπωση ότι ο περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 1996 προβλέπει για την κατάληψη βουλευτικής έδρας δίχως εκλογή με ψηφοφορία. Πρόκειται, κατά την άποψή μου, για εσφαλμένη εντύπωση. Στο αναλογικό σύστημα κυριαρχεί το αποτέλεσμα των γενικών βουλευτικών εκλογών. Το οποίο καθορίζει ποιοί είναι που αμέσως καταλαμβάνουν βουλευτική έδρα και ποιός αργότερα, όπου κενούται έδρα. Δεν παραγνωρίζω ότι στο άρθρο 35
(1)του τροποποιηθέντος Νόμου γίνεται, σε σχέση με τη δεύτερη περίπτωση, αναφορά στο πρόσωπο το οποίο "θα εκλεγόταν στις γενικές βουλευτικές εκλογές". Πρόκειται όμως περί αναφοράς για σκοπούς περιγραφής με σκοπό την αντιδιαστολή προς τους εκλεγέντες με την έννοια, στην περίπτωσή τους, της πρόσκτησης δικαιώματος για την κατάληψη έδρας αμέσως. Η περιγραφή δεν αποβλέπει στον εννοιολογικό χαρακτηρισμό αυτής της πτυχής στη βάση της οποίας, στις γενικές εκλογές, αναδεικνύονται κατά σειρά οι επιλαχόντες. Έτσι είναι που λειτουργεί το σύστημα. Το οποίο, καθώς λέχθηκε στη Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά., Εκλογική Αίτηση 1/95 (ανωτέρω), "καθιστά την πολιτική επιλογή κόμματος τον άξονα ....". Επομένως η αναπληρωματική εκλογή είναι αχρείαστη όπου με το αποτέλεσμα των γενικών βουλευτικών εκλογών παρέχεται η δυνατότητα πλήρωσης κενωθείσας έδρας. Δεν μπορεί ως εκ τούτου να τίθεται και ζήτημα έκδοσης διατάγματος για αναπληρωματική εκλογή ως προϋπόθεση για το διορισμό Εφόρου Εκλογής όπου η έδρα πληρούται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 35
(1)του Νόμου και όχι με αναπληρωματική εκλογή δυνάμει των άρθρων 35
(2)και 35Α όπως βέβαια και δυνάμει του Άρθρου 66.3 του Συντάγματος. Και ένα τελευταίο σημείο. Η πρόνοια στο Νόμο με την οποία ρυθμίζεται το ποιός την καταλαμβάνει δεν διαφοροποιεί τα απαιτούμενα προσόντα υποψηφίου. Τα οποία εξετάζονται με αναφορά προς το χρόνο διεξαγωγής των γενικών βουλευτικών εκλογών και όχι το χρόνο πλήρωσης της κενωθείσας έδρας. Συγκεφαλαιώνω. Ο περί της Τρίτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 1996 δεν είναι αντισυνταγματικός. Ο περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 1996 δεν αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος με αναφορά προς τις οποίες κληθήκαμε να τον εξετάσουμε και ως εκ τούτου δεν είναι αντισυνταγματικός. Επιπλέον, η διαδικασία που ακολουθήθηκε για την ανακήρυξη του Χριστόδουλου Βενιαμίν ως βουλευτή δεν υπολειπόταν σε ο,τιδήποτε. Οι αιτήσεις απορρίπτονται με έξοδα. ΚΡΟΝΙΔΗΣ, Δ.: Συμφωνώ με τις αποφάσεις των αδελφών Δικαστών Φρ. Νικολαΐδη και Γ. Νικολάου που υιοθετούν και επιβεβαιώνουν την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Νικολάου v. Νικολάου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Δεν έχω να προσθέσω οτιδήποτε άλλο γιατί πιστεύω ότι η πιο πάνω απόφαση της Ολομέλειας έχει τελεσίδικα επιλύσει το θέμα που εγέρθηκε και στις παρούσες εκλογικές αιτήσεις. Φρονώ ότι δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε διάκριση όσον αφορά την εφαρμογή του Δικαίου της Ανάγκης μεταξύ Νόμων περί τροποποιήσεως του Συντάγματος και οποιωνδήποτε άλλων Νόμων. Η αναθεωρητική εξουσία της Βουλής των Αντιπροσώπων εκφράζει, μαζί με τις άλλες δύο εξουσίες, εκτελεστική και δικαστική, την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας, που ως υποκείμενο διεθνούς δικαίου αναγνωρίζεται ως Ανεξάρτητο και Κυρίαρχο Κράτος από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, το Συμβούλιο της Ευρώπης, την Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλους διεθνείς Οργανισμούς. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι, δεν χωρεί περιορισμός στις εξουσίες της Βουλής και ιδιαίτερα της πιο σημαντικής, της αναθεωρητικής εξουσίας τροποποίησης των μη θεμελιωδών Άρθρων του Συντάγματος, με το επιχείρημα ότι το Δίκαιο της Ανάγκης δεν δικαιολογεί την τροποποίηση με τρόπο που παραβιάζει το Άρθρο 182.3 του Συντάγματος που απαιτεί χωριστές πλειοψηφίες των Βουλευτών της Ελληνικής και της Τουρκικής Κοινότητας. Αλλά, αυτό είναι το ζητούμενο. Το Δίκαιο της Ανάγκης τυγχάνει εφαρμογής όπου, λόγω της έκτακτης κατάστασης, είναι αδύνατη η άσκηση της εξουσίας του οργάνου χωρίς παρέκκλιση από τις συνταγματικές πρόνοιες. Μία από τις εξουσίες της Βουλής είναι και η τροποποίηση διά νόμου μη θεμελιωδών Άρθρων του Συντάγματος, εξουσία την οποία δεν θα μπορούσε να ασκήσει άλλως, παρά με επίκληση του Δικαίου της Ανάγκης. Πιστεύω ότι η υπόθεση Νικολάου αποτελεί έγκυρο και δεσμευτικό προηγούμενο ("good law") και δεν συντρέχει καμιά από τις προϋποθέσεις που ετέθησαν από τη νομολογία για την ανατροπή της. Συμφωνώ, επίσης, με την απόρριψη όλων των υπολοίπων εισηγήσεων του δικηγόρου των αιτητών, τις οποίες θεωρώ ως αβάσιμες, για τους λόγους που εκτίθενται στις αποφάσεις των συναδέλφων μου. ΠΙΚΗΣ, Π.: Το πρώτο θέμα που θέτουν οι εκλογικές αιτήσεις και καλούμεθα να αποφασίσουμε είναι το κεφαλαιώδες ζήτημα της δυνατότητας τροποποίησης του Συντάγματος βάσει του δικαίου της ανάγκης. Η Βουλή των Αντιπροσώπων διαπιστώνει στο προοίμιο του περί της Τρίτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμου του 1996 (Ν. 115(Ι)/96), ότι της παρέχεται αυτή η ευχέρεια. Βασιζόμενη σ' αυτή την αντίληψη του δικαίου, η Βουλή προέβη στην τροποποίηση της παραγράφου 2 του Άρθρου 66 του Συντάγματος, καταργώντας το κείμενό της και αντικαθιστώντας το με το ακόλουθο:- "
  2. Κενωθείσα βουλευτική έδρα πληρούται εντός προθεσμίας τεσσαράκοντα πέντε το πολύ ημερών από της κενώσεως καθ' ον τρόπον νόμος ορίζει.". Έρεισμα για τη δυνατότητα τροποποίησης του Συντάγματος εξ ονόματος του δικαίου της ανάγκης αντλείται από την έκβαση της υπόθεσης Νικολάου κ.ά. v. Νικολάου (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1338, στην οποία οι δικηγόροι των καθ' ων η αίτηση θεμελίωσαν, κατά κύριο λόγο, και την επιχειρηματολογία τους για το παραδεκτό της τροποποίησης. Η απόφαση στη Νικολάου παρουσιάζει την εξής ιδιομορφία: Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήταν διαιρεμένη ως προς το παραδεκτό της τροποποίησης του Άρθρου 111 του Συντάγματος, η οποία επιτεύχθηκε με το Ν. 95/89. Πέντε από τα δέκα μέλη που μετείχαν στη Σύνθεση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έκριναν ότι δεν παρεχόταν η δυνατότητα τροποποίησης του Συντάγματος βάσει του δικαίου της ανάγκης. Τα άλλα πέντε μέλη, έκριναν ότι η τροποποίηση ήταν παραδεκτή βάσει του δικαίου της ανάγκης. Λόγω της ισοψηφίας, επενέργησε το τεκμήριο της συνταγματικότητας των νόμων, (βλ. The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640), με αποτέλεσμα ο Νόμος, με τον οποίο έγινε η τροποποίηση του Συντάγματος, ο Ν. 95/89, να θεωρηθεί συνταγματικός. Η απόφαση στη Νικολάου μπορεί να χαρακτηριστεί ως απόφαση πλασματικής πλειοψηφίας. Το αποτέλεσμα, δεν απηχεί τη θέση της πλειοψηφίας των Δικαστών αλλά τις επιταγές του μαχητού τεκμηρίου της συνταγματικότητας των νόμων. Το Άρθρο 66.2 του Συντάγματος, πρόβλεπε τη διεξαγωγή αναπληρωματικής εκλογής μέσα σε τακτή προθεσμία, ως το μόνο μέσο για την πλήρωση βουλευτικής έδρας, η οποία κενούται στο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ γενικών βουλευτικών εκλογών. Στη Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά., Αίτηση αρ. 1/95 - 26/3/96 (Ολομέλεια - απόφαση πλειοψηφίας), κρίθηκε ότι ο Εκλογικός Νόμος (Ν. 95/86), με τον οποίο καθιερώθηκε σύστημα διαδοχής για την πλήρωση κενούμενης βουλευτικής έδρας με την ανάληψη του αξιώματος από τον επιλαχόντα βουλευτή του κόμματος στο οποίο ανήκε ο βουλευτής ο οποίος κατείχε την έδρα, αντίκειτο προς το Άρθρο 66.2 του Συντάγματος και για το λόγο αυτό κηρύχθηκε αντισυνταγματικός. Πρόδηλος σκοπός του Ν. 115(Ι)/96 είναι να παράσχει εξουσία στη Βουλή να ρυθμίζει τα της αναπληρωματικής εκλογής μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων με νομοθεσία, όπως και έπραξε, μετά την έκδοση του προαναφερθέντος νόμου, με την επιψήφιση του περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Τροποποιητικού) (Αρ. 2), Νόμου του 1996, (Ν. 118(Ι)/96). Με τον τελευταίο νόμο καθιερώνεται σύστημα αναπλήρωσης βουλευτή, του οποίου η έδρα κενούται, από τον επιλαχόντα υποψήφιο του κόμματος στο οποίο ανήκε, νοουμένου ότι αυτός συνεχίζει να ανήκει στο ίδιο κόμμα. Έτσι, διανοίχθηκε το πεδίο για την ανάδειξη στο βουλευτικό αξίωμα του κ. Βενιαμίν, του επιλαχόντος υποψηφίου του κόμματος «Ακέλ Αριστερά Νέες Δυνάμεις», στην εκλογική περιφέρεια Λεμεσού προς αναπλήρωση του κ. Κοντίδη, ο οποίος παραιτήθηκε από το βουλευτικό αξίωμα, για να καταλάβει το αξίωμα του Δημάρχου Λεμεσού, στο οποίο είχε νωρίτερα εκλεγεί. Ακολούθησε η πράξη του Υπουργού Εσωτερικών της 3ης Ιανουαρίου, 1997, με την οποία διορίστηκε Έφορος Εκλογής για την πλήρωση της βουλευτικής έδρας, και στη συνέχεια, εκείνη του διορισθέντος Εφόρου Εκλογής της 7ης Ιανουαρίου, 1997, με την οποία ανακηρύχθηκε ο κ. Βενιαμίν Βουλευτής, αφού πρώτα διαπιστώθηκε ότι εξακολουθεί να ανήκει στο κόμμα «Ακέλ Αριστερά Νέες Δυνάμεις». Οι αιτητές προσβάλλουν, για διαφορετικούς λόγους, τη συνταγματικότητα τόσο του Ν. 115(Ι)/96, όσο και του Ν. 118(Ι)/96, καθώς και την εγκυρότητα της διαδικασίας ανακήρυξης του κ. Βενιαμίν στο βουλευτικό αξίωμα. Επιγραμματικά οι αιτητές υποστήριξαν ότι:- (α) Δεν είναι παραδεκτή η τροποποίηση του Συντάγματος βάσει του δικαίου της ανάγκης. Η απόφαση στη Νικολάου, είναι έκδηλα λανθασμένη και δεν πρέπει να ακολουθηθεί, ενώ ο Ν. 115
(1)/96 πρέπει να θεωρηθεί αντισυνταγματικός. Αποδοχή της θέσης αυτής καταρρίπτει αυτομάτως και το συνταγματικό βάθρο του Ν. 118
(1)/96, καθώς και της πράξης ανακήρυξης του κ. Βενιαμίν στο βουλευτικό αξίωμα. Αλλά και συνταγματικός να κριθεί ο Ν. 115
(1)/96, ο Ν. 118
(1)/96, πάσχει γιατί προσκρούει σε σειρά άλλων συνταγματικών διατάξεων. (β) Οι πρόνοιες του Συντάγματος προς τις οποίες ο Ν. 118
(1)/96, έρχεται σε αντίθεση είναι:- (
  1. i)Το Άρθρο 31, που εξασφαλίζει σε κάθε πολίτη το δικαίωμα να ψηφίζει σε κάθε εκλογή η οποία προβλέπεται από το Σύνταγμα, (
  2. ii)Το Άρθρο 64 του Συντάγματος το οποίο προσδιορίζει εξαντλητικά τα προσόντα εκλογιμότητας στο βουλευτικό αξίωμα. και (iii) Το Άρθρο 66.3, το οποίο εξυπακούει τη διενέργεια εκλογής, ως του μόνου μέσου για την ανάδειξη στο βουλευτικό αξίωμα. Και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι ο Ν. 118(Ι)/96 δεν αντίκειται προς το Σύνταγμα, η ανακήρυξη του κ. Βενιαμίν στο βουλευτικό αξίωμα πρέπει να ακυρωθεί, γιατί:- (γ) Δεν ακολουθήθηκαν οι διαδικασίες που προβλέπει ο περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων Νόμος (Ν.72/79), όπως τροποποιήθηκε, λαμβανομένων υπόψη και των τροποποιήσεων τις οποίες επέφερε ο Ν. 118(Ι)/96. Με την ίδια επιγραμματικότητα, οι θέσεις των καθ' ων η αίτηση μπορεί να εκτεθούν ως εξής:- 1. Το δίκαιο της ανάγκης επιτρέπει την τροποποίηση του Συντάγματος, όπως αναγνωρίστηκε στη Νικολάου, απόφαση η οποία έχει σηματοδοτήσει το συνταγματικό πλαίσιο λειτουργίας της Κυπριακής Πολιτείας. Δεν υφίσταται βάσιμη δικαιολογία για απόκλιση από το λόγο της. Αντίθετα, η εφαρμογή του συνάδει με τη δημοκρατική αρχή, που, στην προκείμενη περίπτωση, δικαιολογεί την αποφυγή επαναληπτικής εκλογής, προς διασφάλιση της κομματικής ισορροπίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων, η οποία διαμορφώνεται από τη βούληση του εκλογικού σώματος στις γενικές εκλογές. Το αναλογικό εκλογικό σύστημα δεν αντίκειται προς το Σύνταγμα, όπως αποφασίστηκε στη Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. - Εκλογική Αίτηση 1/96 - 22.1.97. Με την τροποποίηση του Συντάγματος και την επακόλουθη νομοθεσία επιτυγχάνεται η επέκταση του αναλογικού συστήματος και στις αναπληρωματικές εκλογές. 2. Ο Ν. 118(Ι)/96 δεν προσκρούει σε καμιά από τις προβληθείσες συνταγματικές διατάξεις. Το δικαίωμα του ψηφίζειν, το οποίο κατοχυρώνεται στο Άρθρο 31 περιορίζεται σε εκλογές οι οποίες προβλέπονται από το Σύνταγμα. Μετά την τροποποίηση που επέφερε ο Ν. 115(Ι)/96, η αναπληρωματική εκλογή έπαυσε να είναι αντικείμενο συνταγματικής ρύθμισης. Τα προσόντα εκλογιμότητας στο βουλευτικό αξίωμα, τα οποία προβλέπει το Άρθρο 64, εξ άλλου, δεν αλλοιώνονται, ενώ η εμβέλεια του Άρθρου 66.3, μετά την τροποποίηση, περιορίζεται σε περιπτώσεις που μπορεί να προκύψει ανάγκη για τη διενέργεια αναπληρωματικής εκλογής, όταν δεν παρέχεται η δυνατότητα διαδοχής, γεγονός για το οποίο γίνεται πρόβλεψη στο εδάφιο
(2)του Άρθρου 2 του υπό κρίση νόμου. 3. Δεν υπήρξε παρέκκλιση από τη διαδικασία την οποία προβλέπει ο Εκλογικός Νόμος, όπως διαμορφώθηκε από το Ν. 118(Ι)/96, στην ανακήρυξη του κ. Βενιαμίν στο βουλευτικό αξίωμα. Θα επιληφθούμε των επιδίκων θεμάτων με τη σειρά που τίθενται πιο πάνω:- ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ: Η απόφαση στη Νικολάου είναι η πρώτη και η μοναδική, αφότου δικαστικά κρίθηκε το 1964, ότι οι εξαιρετικές περιστάσεις της χώρας καθιστούσαν παραδεκτή την επίκληση του δικαίου της ανάγκης για τη διάσωση της λειτουργίας του Κυπριακού Κράτους, στην οποία αποφασίστηκε ότι είναι παραδεκτή η τροποποίηση του Συντάγματος εξ ονόματος των αρχών του. Αποκλειστικό λόγο για την επίκληση του δικαίου της ανάγκης αποτέλεσε η αδυναμία, εξ αιτίας της εξαιρετικής κατάστασης που δημιουργήθηκε από τα γεγονότα του 1963-1964, λειτουργίας των συνταγματικών θεσμών και ειδικά, της αδυναμίας τροποποίησης του Συντάγματος προς αντιμετώπισή τους. Αυτή είναι η πεμπτουσία της θεμελιακής απόφασης στη The Attorney-General of the Republic v. Mustafa Ibrahim and Others
(1964)C.L.R. 195, στην οποία διαπιστώθηκε η ανάγκη για τη λήψη μέτρων για την αποτροπή της κατάρρευσης της συνταγματικής τάξης. Το δίκαιο της ανάγκης παρείχε έρεισμα για παρεκκλίσεις από τις συνταγματικές διατάξεις που διέπουν τη σύσταση και συγκρότηση των οργάνων της Πολιτείας, στα οποία παρέχεται η εξουσία και των οποίων η λειτουργία, της Δικαστικής εξουσίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, περιήλθε σε αποτελμάτωση. Γενεσιουργό αιτία της ανάγκης, αποτέλεσαν τα γεγονότα που κατέστησαν αδύνατη τη λειτουργία του κράτους. Αναγνωρίστηκε, το δίκαιο της ανάγκης, ως κατά πάντα χρόνο ενυπάρχον στον πυρήνα του δικαίου, στην περίπτωση της Κύπρου, στο Άρθρο 179, το οποίο καθιερώνει το Σύνταγμα ως τον υπέρτατο νόμο της Δημοκρατίας. Η ανάγκη, ως νομιμοποιητικό στοιχείο για πολιτειακή δράση, έχει βαθειές ρίζες. Κατοπτρίζεται στη ρήση των αρχαίων Ελλήνων, «ανάγκα και Θεοί πείθονται». Στην απόφασή του στην Ibrahim, ο Δικαστής Βασιλειάδης, (όπως ήταν τότε), παραλληλίζει το δίκαιο της ανάγκης με την υπεράσπιση της ανάγκης που αναγνωρίζει το Ποινικό Δίκαιο - (Άρθρο 17, ΚΕΦ. 154). Όπως η ανάγκη μπορεί να καταστήσει παραδεκτές, στο ατομικό επίπεδο, πράξεις που στην απουσία της θα ήταν έκνομες έτσι, και το δίκαιο της ανάγκης, στο πολιτειακό πεδίο, μπορεί να δικαιολογήσει παρεκκλίσεις από τη συνταγματική τάξη που υπαγορεύει η ανάγκη. Και στις δύο περιπτώσεις, η ανάγκη έχει ως αντικείμενο τη διαφύλαξη στην πρώτη περίπτωση του ατόμου και στη δεύτερη της πολιτείας. Η αδυναμία τροποποίησης του Συντάγματος προσδιορίζεται ως ο θεμέλιος λίθος για την επίκληση του δικαίου της ανάγκης. Η θέση αυτή διατυπώνεται απερίφραστα στην απόφαση του Δικαστή Τριανταφυλλίδη, (όπως ήταν τότε). Χαρακτηριστική είναι η ακόλουθη περικοπή από την απόφασή του (σελ. 234): "Even though the Constitution is deemed to be a supreme law limiting the sovereignty of the legislature, nevertheless, where the Constitution itself cannot measure up to a situation which has arisen, especially where such situation is contrary to its fundamental theme, or where an organ set up under the Constitution cannot function and where, furthermore, in view of the nature of the Constitution is not possible for the sovereign will of the people to manifest itself, through an amendment of the Constitution, in redressing the position, then, in my opinion according to the doctrine of necessity the legislative power, under Article 61, remains unhindered by Article 179, and not only it can, but it must, be exercised for the benefit of the people." Ελληνική μετάφραση (ελεύθερη):- "Παρόλο που το Σύνταγμα θεωρείται ότι είναι ο υπέρτατος νόμος, περιορίζοντας την κυριαρχία της Νομοθετικής Εξουσίας, εντούτοις, όπου το ίδιο το Σύνταγμα δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε κατάσταση η οποία έχει εγερθεί, ιδιαίτερα όταν η κατάσταση αυτή αντίκειται προς το θεμελιακό της θέμα, ή όπου το όργανο το οποίο εγκαθιδρύθηκε βάσει του Συντάγματος δεν μπορεί να λειτουργήσει και περαιτέρω όπου, ενόψει της φύσης του Συντάγματος, δεν είναι δυνατό για την κυρίαρχη θέληση του λαού να εκδηλωθεί μέσω μιας τροποποίησης του Συντάγματος, προς θεραπεία της κατάστασης, τότε, κατά τη γνώμη μου, σύμφωνα με το δόγμα της ανάγκης, η νομοθετική εξουσία, βάσει του Άρθρου 61, δεν εμποδίζεται από το Άρθρο 179 και όχι μόνο μπορεί, αλλά και πρέπει να ασκηθεί προς όφελος του λαού." Εξίσου κατηγορηματικός επί του θέματος ήταν και ο Δικαστής Ιωσηφίδης, στην απόφαση του οποίου συνοψίζονται με ακρίβεια οι προϋποθέσεις και οι παράμετροι εφαρμογής του δικαίου της ανάγκης. Αναφέρει στην απόφασή του:- (σελ. 264-265) "In the light of the principles of the law of necessity as applied in other countries and having regard to the provisions of the constitution of the Republic of Cyprus (including the provisions of Articles 179, 182 and 183), I interpret our constitution to include the doctrine of necessity in exceptional circustances, which is an implied exception to particular provisions of the constitution; and this in order to ensure the very existence of the State. The following prerequisites must be satisfied before this doctrine may become applicable : (a) an imperative and inevitable necessity or exceptional circumstances ; (b) no other remedy to apply ; (c) the measure taken must be proportionate to the necessity; and (d) it must be of a temporary character limited to the duration of the exceptional circumstances." Ελληνική μετάφραση (ελεύθερη):- "Υπό το φως των αρχών του δικαίου της ανάγκης, όπως εφαρμόστηκαν σε άλλες χώρες, και έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Κυπριακού Συντάγματος, (περιλαμβανομένων και των διατάξεων των Άρθρων 179, 182 και 183), ερμηνεύω το Σύνταγμά μας να περιλαμβάνει το δόγμα της ανάγκης σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το οποίο συνιστά εξυπακουόμενη εξαίρεση στις συγκεκριμένες πρόνοιες του Συντάγματος· και αυτό χάριν της διασφάλισης αυτής τούτης της ύπαρξης της Πολιτείας. Οι ακόλουθες προϋποθέσεις πρέπει να ικανοποιηθούν πριν το δόγμα καταστεί εφαρμοστέο: (α) επιτακτική και αναπόφευκτη ανάγκη ή εξαιρετικές συνθήκες. (β) δεν προσφέρεται άλλη θεραπεία. (γ) Τα μέτρα τα οποία λαμβάνονται πρέπει να είναι ανάλογα προς την ανάγκη. και (δ) πρέπει να είναι προσωρινού χαρακτήρα, περιοριζόμενα κατά τη διάρκεια των εξαιρετικών περιστάσεων." Κοινή υπήρξε η θέση και των τριών Δικαστών, ότι η ανάγκη πρέπει να είναι υπαρκτή, στη διαπίστωση της ύπαρξης της οποίας (στην Ibrahim) αφιέρωσαν και το μεγαλύτερο μέρος της απόφασής τους. Αναγνωρίζοντας το δίκαιο της ανάγκης ως μέρος της πανοπλίας του δικαίου και οι τρεις Δικαστές τόνισαν, ότι βαδίζουν πεπατημένη οδό του δικαίου και ότι δεν καινοτομούν. Οι αρχές του (δικαίου της ανάγκης) αναγνωρίστηκαν και καθιερώθηκαν από το δίκαιο πολλών χωρών, όπως σημειώνουν, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα, η Γαλλία, η Ιταλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες.* Είναι υπό το φως αυτών των αρχών που καθορίστηκε η συνισταμένη του δικαίου της ανάγκης στην Ibrahim και οριοθετήθηκε η λειτουργία της Κυπριακής Πολιτείας, βάσει των αρχών του. Οι αρχές του δικαίου της ανάγκης καθορίστηκαν στην Ibrahim και εξειδικεύτηκαν σε μεγάλο αριθμό μεταγενέστερων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.