Αναφορικά με την Αίτηση του Χρίστου Αραβή, ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 101/99, 4 Αυγούστου 1999 Αναφορικά με την Αίτηση του Χρίστου Αραβή, ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 101/99, 4 Αυγούστου 1999 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 101/99 ΕΝΩΠΙΟΝ: ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗ, Δ. Αναφορικά με το Άρθρο 155.4 του Συντάγματος και το Άρθρο 3 του Περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Διάφοροι Διατάξεις) Νόμου του 1964 και Αναφορικά με την Αίτηση του Χρίστου Αραβή από τη Λεμεσό για άδεια προς καταχώρηση αιτήσεως για έκδοση διαταγμάτων Certiorari και Prohibition και Αναφορικά με το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 29.6.99 που εκδόθηκε από τον έντιμο Δικαστή Κ. Κορφιώτη στην αγωγή υπ΄αριθμόν 4664/99 ----------------- 4 Αυγούστου 1999 Για τον Αιτητή: κ. Χρ. Χατζηστερκώτης. ----------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η (ex tempore) Στις 22.6.99 κατεχωρήθη από τέσσερα πρόσωπα η αγωγή 4664/99 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Η αγωγή αφορούσε ισχυριζόμενη παρέμβαση του Εναγόμενου, ο οποίος είναι ο Αιτητής στην παρούσα διαδικασία, εις στο κτήμα των Εναγόντων με την τοποθέτηση ομπρελών και κρεβατιών θαλάσσης σε μέρος του κτήματος το οποίο ήταν το μέρος εκείνο που συνορεύει με τη θάλασσα. Η αγωγή ζητούσε διάταγμα όπως παύσει οποιαδήποτε επέμβαση του Εναγομένου στο κτήμα, όπως και αποζημιώσεις. Την ίδια ημέρα που καταχωρήθηκε η αγωγή καταχωρήθηκε και αίτηση εξ πάρτε με την οποία ζητείτο διάταγμα που να απαγορεύει τον Εναγόμενο να επεμβαίνει στο κτήμα των Εναγόντων. Η αίτηση αυτή ορίσθηκε στις 29.6.1999 ότε και ήχθη ενώπιον του δικαστηρίου και την ημέρα εκείνη εξεδόθη το αιτούμενο διάταγμα εξ πάρτε, ορίστηκε δε επιστρεπτέο στις 15.7.1999. Είναι το διάταγμα αυτό που προσβάλλει η παρούσα αίτηση επιδιώκοντας την παραχώρηση άδειας για καταχώρηση αίτησης για έκδοση διατάγματος Certiorari επιδιώκοντας την ακύρωση του διατάγματος. Η αίτηση αναφέρει πέντε λόγους για τους οποίους ο ευπαίδευτος συνήγορος εισηγείται ότι η παρούσα αποτελεί πρέπουσα περίπτωση για παραχώρηση άδειας και είχα την ευκαιρία να τον ακούσω να αγορεύσει επί των ιδιαίτερων θεμάτων που εγείρονται. Σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους Α και Β της αιτήσεως σημειώνω ότι το επιχείρημα επικεντρώνεται στο ότι το δικαστήριο πεπλανημένα θεώρησε ότι είχε εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα σε σχέση με μέρος του κτήματος το οποίο ευρίσκετο εντός της ζώνης προστασίας της παραλίας. Εάν η αίτηση περιορίζετο στο θέμα αυτό δεν θα έβλεπα λόγο παραχώρησης άδειας εφόσον η οποιαδήποτε επέμβαση στο κτήμα δεν θα έπαυε να συνιστά αναγκαστικά παράνομη επέμβαση έστω και αν ήταν σε μέρος του κτήματος το οποίο ευρίσκετο εντός της ζώνης προστασίας της παραλίας. Και αν ακόμα το οικείο δημοτικό συμβούλιο είχε αρμοδιότητα σε σχέση με την έκδοση αδειών εντός της εν λόγω ζώνης δεν θα ήταν επακόλουθο ότι παύουν να υφίστανται τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη σε σχέση με οποιαδήποτε παράνομη επέμβαση στο κτήμα του. Εν πάση περιπτώσει, το θέμα δεν θα ήταν τόσο καθαρό από νομικής πλευράς ώστε να υπήρχε έκδηλη παρανομία στην έκδοση του διατάγματος για το λόγο αυτό. Θεωρώ όμως ότι ο λόγος που εγείρεται στην παράγραφο 5 της αιτήσεως ότι δηλαδή δεν είχε καταδειχθεί το επείγον για την έκδοση του διατάγματος στοιχειοθετεί επαρκώς την καταλληλότητα της παραχωρήσεως άδειας στην προκειμένη περίπτωση. Η έκδοση διατάγματος εξ πάρτε είναι εξαιρετική διαδικασία η οποία και δυνάμει των προνοιών του Νόμου αλλά και δυνάμει της νομολογίας δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ελαφρά τη καρδία εφόσον ουσιαστικά αποτελεί εξαίρεση στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης που επιτάσσουν όπως ακουσθούν και οι δύο πλευρές πριν εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα το οποίο τις επηρεάζει. Δεν είναι τυχαίο που το άρθρο 9 του Κεφ. 6 επιτάσσει ότι είναι μόνο όταν αποδειχθεί το κατ΄επείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις που έχει εξουσία το Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα χωρίς ειδοποίηση στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Το κατ΄επείγον ή οι ιδιαίτερες περιστάσεις καθίστανται έτσι όρος ασκήσεως της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου και σε περίπτωση που δεν καταδεικνύονται με την αίτηση η οποία καταχωρείται το κατ΄επείγον ή ιδιαίτερες ιδιάζουσες περιστάσεις δεν έχει εξουσία το δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα εξ πάρτε. Η έκδοση διατάγματος εξ πάρτε σε τέτοια περίπτωση συνιστά και έκδηλη παρανομία και υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου. Θα ήταν περιττολογία να αναφερθώ σε έκταση στις αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου για παραχώρηση άδειας καταχώρησης αίτησης για έκδοση του διατάγματος Certiorari. Έχουν συνοψισθεί στις υποθέσεις Ανθίμου
(1991)1 ΑΑΔ 41 και In Re Kakos,
(1985)1 CLR 250, αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και πρόσφατα στην υπόθεση Τζεννάρο Περέλλα (Αρ. 2)
(1995)1 ΑΑΔ 692, ο Νικολάου, Δ., δίδοντας την απόφαση και πάλι της Ολομέλειας, εξήγησε την εμβέλεια του διατάγματος σε αναφορά με τη σύγχρονη αγγλική νομολογία, αναφέροντας τα ακόλουθα στις σελ. 701-702: "Η εμβέλεια του προνομιακού εντάλματος certiorari, όπως την αναγνώρισε τελικά η σύγχρονη αγγλική νομολογία, παρέχει δυνατότητα για άσκηση ελέγχου από ανώτερο προς κατώτερο δικαστήριο - όχι όμως αναθεώρηση της ορθότητας της απόφασης του κατώτερου δικαστηρίου - με προοπτική την επέμβαση, είτε όπου το κατώτερο δικαστήριο ενήργησε εκτός της δικαιοδοσίας του ή την υπερέβη είτε όπου προκύπτει στην όψη του "πρακτικού" της απόφανσης του κατώτερου δικαστηρίου προφανές νομικό λάθος έστω και αν αυτό δεν άπτεται της δικαιοδοσίας. Για τη δυνατότητα που προσφέρεται στο δεύτερο τομέα έγινε κατά πρώτο υπόμνηση από το Αγγλικό Ανακτοσυμβούλιο στην υπόθεση R. v. Nat Bell Liquors [1922] All E.R. Rep. 335 (βλ. ιδιαίτερα στη σελ. 351), από την οποία ορθά καθοδηγήθηκε ο πρωτόδικος Δικαστής ως προς το πλαίσιο εξέτασης του ζητήματος. Η απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση R. v. Northumberland Compensation Appeal Tribunal, Ex parte Shaw [1952] 1 All E.R. 122, επιβεβαίωσε τη λειτουργία του εντάλματος certiorari και σε αυτό τον τομέα. Ο Δικαστής Denning L.J. έθεσε το πεδίο ως εξής (στη σελ. 127): "This control extends not only to seeing that the inferior tribunals keep within their jurisdiction but also to seeing that they observe the law. The control is exercized by means of a power to quash any determination by the Tribunal which, on the face of it, offends against the Law." Πιο πρόσφατα, ο Δικαστής Diplock, εκδίδοντας την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση O' Reilly v. Mackman [1982] 3 All E.R. 1124, εξήγησε ξανά με αναφορά προς την R. v. Northumberland Compensation Appeal Tribunal (ανωτέρω) το έδαφος που καλύπτει το ένταλμα certiorari (στη σελ. 1128): "What was there rediscovered was that the High Court had power to quash by an order of certiorari a decision of any body of persons having legal authority (not derived for contract only) to determine questions affecting the rights of subjets, not only on the ground that it had acted outwith its jurisdiction but also on the ground that it was apparent on the face of its writtren determination that it had made a mistake as to the applicable law."" Παραπέμπω στην έκθεση απαιτήσεως η οποία κατεχωρήθη και στην ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης η οποία υιοθέτησε την έκθεση απαιτήσεως από την οποία προκύπτει ότι η ισχυριζόμενη επέμβαση του εναγόμενου ήταν από το έτος 1997 και ότι είχαν μεσολαβήσει διάφορες επιστολές και άλλες ενέργειες των Εναγόντων ιδιαίτερα το
- Δεν επεξηγείται καθ΄οιονδήποτε τρόπο γιατί οι Ενάγοντες ανέμεναν μέχρι τις 22.6.1999 για να καταχωρήσουν την αγωγή τους και θεώρησαν ότι ήταν τόσο κατ΄επείγον το θέμα ώστε να χρειάζεται να ζητήσουν διάταγμα εξ πάρτε αφού καμμιά εξήγηση δεν παρέχεται ως προς το κατ΄επείγον το οποίο απαιτεί ο νόμος ως προϋπόθεση ή τις άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις. Ομοίως το ίδιο το δικαστήριο δεν φαίνεται να έχει διαπιστώσει οτιδήποτε κατ΄επείγον στην ανάγκη έκδοσης του διατάγματος ούτε υπήρχαν ενώπιον του στοιχεία, όπως προκύπτει, τα οποία να ήταν δυνατό να το οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι ήταν τόσο κατ΄επείγον να εκδοθεί το διάταγμα εξ πάρτε που να μην παρέχετο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση προηγουμένως στον Εναγόμενο. Το αποτέλεσμα ήταν φυσικά όχι μόνο να παραβιασθεί η ρητή επιταγή του άρθρου 9 αλλά και να υπάρξει παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης σε σχέση με το ότι ο Εναγόμενος δεν είχε την ευκαιρία να ακουσθεί ενώ η περίπτωση δεν ήταν τέτοια που να δικαιολογείτο παρέκκλιση από τη συνήθη επιταγή της φυσικής δικαιοσύνης ότι είναι αναγκαίο να ακούεται κάποιος πριν εκδίδεται οποιαδήποτε απόφαση εναντίον του. Έχω επίσης να παρατηρήσω συναφώς προς το εν λόγω θέμα ότι με την έκδοση του διατάγματος εξ πάρτε το δικαστήριο ουσιαστικά ικανοποίησε το κύριο αίτημα των Εναγόντων στην αγωγή που ήταν διάταγμα εμποδίζον τον Εναγόμενο να επεμβαίνει στο κτήμα. Με τον τρόπο αυτό οι προεκτάσεις του διατάγματος ήσαν τέτοιες ώστε να επηρεάζουν και την όλη απαίτηση στην αγωγή και να έχουν ακόμα σοβαρότερες συνέπειες όσον αφορά την παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης σε σχέση με τον Εναγόμενο και την όλη δυνατότητα του να υπερασπιστεί την αγωγή. Δεν είναι άσχετο δε και το ότι η όλη διαδικασία αυτή απόληξε και σε σοβαρότερες συνέπειες για τον Εναγόμενο εφόσον όχι μόνο επηρεάζετο η όλη δυνατότητα του να υπερασπιστεί αλλά και υπήρχαν επιπτώσεις σε σχέση με ενδεχόμενη παραβίαση του διατάγματος υπό μορφή διαδικασιών παρακοής αυτού. Έχω υπόψη μου ότι τα προνομιακά διατάγματα δεν εκδίδονται αν υπάρχουν άλλα ένδικα μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση είναι δυνατό να υπάρχουν άλλα ένδικα μέσα και υπό μορφή ενστάσεως στο διάταγμα και υπό μορφή αιτήσεως για παραμερισμό όπως φαίνεται να έχει γίνει. Όμως δεν υπάρχει καμμιά βεβαιότητα ότι τα ένδικα μέσα αυτά θα απολήξουν σε σύντομη διεκπεραίωση του θέματος και παραπέμπω σχετικά στην πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στις πολιτικές εφέσεις 10129 και 10131, 25.6.
- Όπως φαίνεται μάλιστα η ίδια η διαδικασία στα πλαίσια της οποίας εξεδόθη το διάταγμα παρά το ότι είχε οριστεί στις 15.7.1999 δεν έχει διεκπεραιωθεί. Επί του συνόλου δε των δεδομένων, θεωρώ ότι δεν πρέπει να αποκλεισθεί η παραχώρηση άδειας στην προκειμένη περίπτωση ως εκ της δυνατότητας υπάρξεως άλλων ένδικων μέσων. Εν πάση περιπτώσει, η υπέρβαση εξουσίας και η παρανομία η οποία διαπιστώνεται είναι τέτοια που να καθιστά αναγκαία την παραχώρηση άδειας. Μια τελευταία παρατήρηση όσον αφορά το άλλο θέμα το οποίο εγείρει ο κ. Χατζηστερκώτης, ότι το διάταγμα ορίσθη επιστρεπτέο σε χρόνο μακρύτερο από αυτό που το εδάφιο 3 του άρθρου 9 προνοεί. Εάν κάτι τέτοιο αποδεικνύετο θα συνιστούσε πρόσθετο λόγο παραχώρησης άδειας λόγω υπέρβασης εξουσίας και πρόδηλης παρανομίας. Και πάλι γίνεται αναφορά στη σχετική νομολογία όπως έχει ιδιαίτερα διαμορφωθεί στις πιο πάνω πολιτικές εφέσεις 10129 και 10131, δεν θα εκφράσω όμως οριστική άποψη επ΄αυτών ενόψει του ότι έχω ήδη αποφανθεί επί του άλλου θέματος και του ότι υπό τις συνθήκες το διάστημα των περίπου 2 εβδομάδων που ορίσθη το διάταγμα, χωρίς περαιτέρω δεδομένα όσον αφορά τις διαστάσεις του πράγματος, δεν θα ήταν αναγκαστικά τέτοιο ώστε να εκφεύγει των ακραίων ορίων του άρθρου 9
(3). Παραχωρείται άδεια για την καταχώρηση αίτησης για έκδοση διατάγματος Certiorari. Η ισχύς του ενδιάμεσου διατάγματος αναστέλλεται. Η αίτηση να καταχωρηθεί μέχρι τις 27.8.1999 και η οποιαδήποτε ένσταση μέχρι τις 6.9.1999. Η αίτηση δε να οριστεί στις 10.9.1999 και ώρα 9 π.μ. Δ. Χατζηχαμπής Δ. /ΚΧ"Π cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο