Ros Estates Ltd. και Άλλοι (Aρ. 1)
(2001)1 ΑΑΔ 80 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(2001)1 ΑΑΔ 80 29 Ιανουαρίου, 2001 [ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964, ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ:
- ROS ESTATES LTD,
- ΑΚΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ,
- ΛΙΝΤΑ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ (ΑΡ. 1), ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ 915/2000 ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ, ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΑΡΝΑΚΟΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Κ. ΣΤΕΛΙΟΥ ΝΑΘΑΝΑΗΛ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 20.10.00 ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ 915/2000, ΜΕΤΑΞΥ:
- ROS ESTATES LTD,
- ΑΚΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ,
- ΛΙΝΤΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, ΚΑΙ
- ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
- ΝΙΝΟΥ Χ" ΡΟΥΣΟΥ ΩΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ROS ESTATES LTD. (Αίτηση Αρ. 105/2000) Προνομιακά Εντάλματα ― Certiorari ― Απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου ακυρώνουσα παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο είχε ανασταλεί η πώληση ενυπόθηκου ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό και ορισμός νέας ημερομηνίας πώλησης ― Αίτηση για έκδοση εντάλματος Certiorari για ακύρωση του μέρους της απόφασης με το οποίο καθορίσθηκε η νέα ημερομηνία πώλησης, για ισχυριζόμενη υπέρβαση ή κατάχρηση δικαιοδοσίας και επειδή δεν ετύγχαναν εφαρμογής οι κανόνες της επιείκειας, κατ' επίκληση των οποίων το Δικαστήριο όρισε τη νέα ημερομηνία πώλησης του κτήματος ― Απόρριψη αίτησης επειδή η απόφαση του Δικαστηρίου ήταν ορθή και εντός των πλαισίων της νομιμότητας. Κατόπιν μονομερούς αιτήσεως των εναγόντων/αιτητών στην αγωγή αρ. 915/00 του Ε. Δ. Αμμοχώστου εκδόθηκε στις 19/9/00 παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο ανεστάλη η ορισθείσα για τις 24/9/2000 πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό ενυπόθηκου κτήματος. Η πώληση του κτήματος θα γινόταν στις 24.9.00 με βάση προηγούμενο εκ συμφώνου διάταγμα του ίδιου Δικαστηρίου που είχε εκδοθεί στις 13/10/99 στην αγωγή υπ' αρ. 760/99 μεταξύ των ιδίων διαδίκων, "με τιμή που θα ήθελε καθορίσει το Κτηματολόγιο σύμφωνα με τους Κανονισμούς". Κατόπιν ακροάσεως το Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 20/10/00 ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα και όρισε την 5/11/00 ως νέα ημερομηνία πώλησης του ενυποθήκου κτήματος. Οι ενάγοντες στην αγωγή 915/00 υπέβαλαν αίτηση, κατόπιν άδειας από το Ανώτατο Δικαστήριο, για έκδοση εντάλματος Certiorari για ακύρωση του μέρους της απόφασης ημερομηνίας 20.10.00 με το οποίο το Δικαστήριο καθόρισε τη νέα ημερομηνία πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος. Οι αιτητές ισχυρίστηκαν ότι το κατώτερο Δικαστήριο με το να ορίσει νέα ημερομηνία πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος υπερέβη τα όρια της αρμοδιότητας του και/ή ενήργησε καθ' υπέρβαση ή κατάχρηση δικαιοδοσίας. Περαιτέρω ισχυρίστηκαν ότι οι αρχές του δικαίου της επιείκειας, κατ' επίκληση των οποίων το κατώτερο Δικαστήριο όρισε τη νέα ημερομηνία πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος, δεν τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής εφόσον το θέμα ρυθμίζεται από το άρθρο 9
(3)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και τους συναφείς δικονομικούς κανόνες. Αποφασίστηκε ότι:
- Η έκδοση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος δεν επέφερε την ακύρωση του εκ συμφώνου διατάγματος. Ουσιαστικά το Δικαστήριο ανέστειλε την εκτέλεση του προγενέστερου εκ συμφώνου διατάγματος για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος μέχρι τη διάγνωση του βάσιμου της αίτησης για οριστικοποίηση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος.
- Το ίδιο το Δικαστήριο είχε καθήκον υπό τις περιστάσεις να μεριμνήσει ώστε να ολοκληρωθεί η διαδικασία που άρχισε προς υλοποίηση του εκ συμφώνου διατάγματος και η οποία στο μεταξύ ανετράπη ένεκα ενός άλλου διατάγματος, προσωρινού που στο τέλος κρίθηκε αδικαιολόγητο και ακυρώθηκε.
- Το Δικαστήριο προκειμένου να μην αφήσει τους αποτυχόντες αιτητές με το απαράδεκτο πλεονέκτημα της αδυναμίας πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος χωρίς την έναρξη άλλων διαδικασιών, άντλησε εξουσία από τις σύμφυτες εξουσίες που διαθέτει, προκειμένου να καλύψει το κενό. Και ως κενό θεωρείται εν προκειμένω η πραγματική και νομική αδυναμία εξαναγκασμού των διαδίκων για τον εκ συμφώνου επανακαθορισμό νέας ημερομηνίας πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος δηλαδή αδυναμίας επιστροφής στο σημείο αναφοράς που είχε η εκ συμφώνου διαταγή ημερομηνίας 13/10/
- Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να καθορίσει νέα ημερομηνία πώλησης του ενυποθήκου κτήματος ήταν ορθή και εντός των πλαισίων της νομιμότητας. Η αίτηση απορρίφθηκε με έξοδα εναντίον των αιτητών. Αναφερόμενες υποθέσεις: Παύλου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 275, A.B.P. Holdings Ltd v. Κιταλίδη (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ.
- Αίτηση. Αίτηση από τους ενάγοντες-αιτητές για έκδοση εντάλματος Certiorari προς ακύρωση του μέρους της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας-Αμμοχώστου, ημερ. 20/10/00 στην Αγωγή 915/2000 με την οποία καθορίστηκε νέα ημερομηνία πώλησης του επίδικου ενυπόθηκου κτήματος. Δ. Καλλής, για τους Αιτητές. Στ. Χριστοδουλίδου, για το Γενικό Εισαγγελέα. Α. Ανδρέου, για τον Ν. Χ"Ρούσο. Cur. adv. vult. ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ.: Κατόπιν μονομερούς αιτήσεως των εναγόντων/αιτητών στην αγωγή αρ. 915/00 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, εκδόθηκε στις 19.9.00 παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο ανεστάλη η ορισθείσα για τις 24.9.00 πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου κτήματος με αρ. εγγραφής 15132 (προγενέστερη εγγραφή 13735) στο Παραλίμνι επί του οποίου λειτουργεί το ξενοδοχείο Silver Sands Beach Hotel, (στο εξής το "ενυπόθηκο κτήμα"). Η πώληση του ενυπόθηκου κτήματος θα γινόταν με βάση προηγούμενο εκ συμφώνου διάταγμα του ίδιου Δικαστηρίου που είχε εκδοθεί στις 13.10.99 στην αγωγή υπ΄ αρ. 760/99 μεταξύ των ιδίων διαδίκων. Σύμφωνα με τους όρους του εκ συμφώνου διατάγματος, η προσπάθεια πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος θα γινόταν σε τέσσερις διαδοχικές ημερομηνίες ήτοι, 31.10.99, 27.2.00, 31.4.00 και 24.9.
- Για τις τρεις πρώτες προσπάθειες είχαν καθοριστεί συγκεκριμένες τιμές ενώ για την τέταρτη προσπάθεια, που θα γινόταν σε περίπτωση αποτυχίας των προηγούμενων, η πώληση του ενυπόθηκου κτήματος θα γινόταν στις 24.9.00 "με τιμή που θα ήθελε καθορίσει το Κτηματολόγιο σύμφωνα με τους Κανονισμούς". Οι τρεις πρώτες προσπάθειες απέτυχαν και απέμεινε η τελευταία, εκείνη της 24.9.00, που καθώς έχει προαναφερθεί, ανεστάλη με το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα της 19.9.
- Οι εναγόμενοι/καθ΄ ων η αίτηση αντέδρασαν σφόδρα στη διατήρηση του απαγορευτικού διατάγματος και ζήτησαν την ακύρωσή του. Κατόπιν ακροάσεως, το Δικαστήριο αποφάσισε (20.10.00) την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος και όρισε ως νέα ημερομηνία πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος την 5.11.00 με επιφυλαγμένη τιμή το ποσό των £4.647.375,
- Οι ενάγοντες στην αγωγή 915/00 υπέβαλαν αίτηση για να τους χορηγηθεί άδεια υποβολής αίτησης προς έκδοση εντάλματος certiorari για την ακύρωση μέρους της πιο πάνω απόφασης ημερομηνίας 20.10.
- Με απόφαση μου ημερομηνίας 3.11.00 χορήγησα τη ζητηθείσα άδεια. Με την αίτηση για έκδοση εντάλματος certiorari προσβάλλεται το μέρος της απόφασης με το οποίο το Δικαστήριο καθόρισε ως νέα ημερομηνία πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος την 5.11.00 και ζητείται η ακύρωσή του. Είναι η θέση των αιτητών ότι το κατώτερο δικαστήριο με το να ορίσει νέα ημερομηνία πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος υπερέβη τα όρια της αρμοδιότητάς του και/ή ενήργησε καθ' υπέρβαση ή κατάχρηση δικαιοδοσίας. Λέγουν οι αιτητές ότι το Δικαστήριο αντί να περιοριστεί στην ακύρωση ή επικύρωση του προσωρινού διατάγματος, προχώρησε στην έκδοση νέου διατάγματος πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος σε καθορισμένη ημερομηνία χωρίς τούτο να είχε ζητηθεί από τους διαδίκους, υπερβαίνοντας έτσι τα όρια της αρμοδιότητάς του όπως αυτή καθορίζεται από το άρθρο 9
(3)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Είναι περαιτέρω η θέση των αιτητών ότι οι αρχές του δικαίου της επιείκειας, κατ' επίκληση των οποίων το πρωτόδικο δικαστήριο όρισε τη νέα ημερομηνία πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος, δεν τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής εφόσον το θέμα ρυθμίζεται από το άρθρο 9
(3)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και τους συναφείς δικονομικούς κανόνες. Όπως έχει προλεχθεί, η πώληση του ενυπόθηκου κτήματος με δημόσιο πλειστηριασμό υπήρξε αντικείμενο συμφωνίας των διαδίκων στην αγωγή αρ. 760/99 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου αναφορικά με την οποία εκδόθηκε το εκ συμφώνου διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.10.99. Διάδικος σε εκείνη την αγωγή ήταν και ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εκ μέρους του Διευθυντή του Κτηματολογίου εκπροσωπούμενος από δικηγόρο της Δημοκρατίας. Η εκ συμφώνου διαταγή του Δικαστηρίου για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος έτυχε εφαρμογής καθόσον αφορά τις τρεις πρώτες ανεπιτυχείς προσπάθειες πώλησης. Η εμπλοκή εκδηλώθηκε πριν από την έναρξη της τέταρτης προσπάθειας. Καταχωρήθηκε η αγωγή 915/00 στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι με την αγωγή 915/00 δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση το κύρος της εκ συμφώνου διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.10.99 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος. Η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.10.00 επί του θέματος του προσωρινού διατάγματος, περιέχει τη διαπίστωση ότι οι ενάγοντες, προκειμένου να εξασφαλίσουν το προσωρινό διάταγμα με την εξ πάρτε αίτηση, απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Διαπιστώθηκε επίσης ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση υποβολής της αίτησης η δε συμπεριφορά των εναγόντων συνιστούσε υπό τις περιστάσεις κατάχρηση διαδικασίας. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων και για τους λόγους που εκτενώς αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση το Δικαστήριο αποφάσισε την ακύρωση του εκδοθέντος με τη μονομερή αίτηση προσωρινού διατάγματος και όρισε νέα ημερομηνία πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος. Και το ερώτημα που τίθεται προς εξέταση είναι κατά πόσο το Δικαστήριο είχε υπό τις περιστάσεις εξουσία να ορίσει μετά την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος νέα ημερομηνία πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος είχε ως νομικό έρεισμα τις πρόνοιες του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (περιορισμός Πωλήσεων) Κεφ. 223 όπως έχει τροποποιηθεί ("ο νόμος"). Στον εν λόγω νόμο δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε πρόνοια που να παρέχει θεραπεία σε ένα ενδιαφερόμενο πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγονται τα συμφέροντά του από τις διαδικασίες που προβλέπονται σε αυτό, περιλαμβανομένης και της εξουσίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού να ορίζει επιφυλασσόμενη τιμή για υπό εκποίηση ακίνητη ιδιοκτησία. Βλ. Παύλου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 275. Η έκδοση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος δεν επέφερε την ακύρωση του εκ συμφώνου διατάγματος. Το επίδικο απαγορευτικό διάταγμα απαγόρευσε την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος στις 24.9.00 "..... μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου." Ουσιαστικά το Δικαστήριο ανέστειλε την εκτέλεση του προγενέστερου εκ συμφώνου διατάγματος για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος μέχρι τη διάγνωση του βάσιμου της αίτησης για οριστικοποίηση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος και έκδοσης νεώτερης διαταγής περιλαμβανομένης της ακύρωσης του εν λόγω προσωρινού διατάγματος. Το πρωτόδικο δικαστήριο στα πλαίσια εκείνης της διαδικασίας δεν είχε εξουσία ακύρωσης του προηγούμενου εκ συμφώνου διατάγματος το οποίο σύμφωνα με τη βούληση των διαδίκων αποσκοπούσε στην πραγμάτωση της πώλησης προς πλήρη διευθέτηση της μεταξύ τους διαφοράς. Ταυτόχρονα με την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος τα πράγματα κανονικά έπρεπε να επιστρέψουν στην προτέρα κατάσταση. Αυτό ωστόσο ήταν αδύνατο. Η ημερομηνία πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος παρήλθε στο μεταξύ ανεπιστρεπτί χωρίς να είχε πραγματοποιηθεί η πώληση του ενυπόθηκου κτήματος στις 24.9.00 και αυτό ένεκα της παρεμβολής του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος. Θα ήταν παράλογο να ανέμενε κάποιος από το Δικαστήριο να καλέσει τους διαδίκους να επανακαθορίσουν εκ συμφώνου νέα ημερομηνία πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος επιτυγχάνοντας κατά το εγγύτερο την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Ο καθορισμός της ημερομηνίας πώλησης (24.9.00) του ενυπόθηκου κτήματος ανάγεται πρωτογενώς στη συμφωνία των διαδίκων περιλαμβανομένου του Διευθυντή του Κτηματολογίου ο οποίος συμμορφούμενος προς τα συμφωνηθέντα, ενήργησε σε κάθε περίπτωση προς υλοποίηση της συμφωνίας. Το ίδιο το Δικαστήριο είχε καθήκον υπό τις περιστάσεις να μεριμνήσει ώστε να ολοκληρωθεί η διαδικασία που άρχισε προς υλοποίηση του εκ συμφώνου διατάγματος και η οποία στο μεταξύ ανετράπη ένεκα ενός άλλου διατάγματος, προσωρινού, που στο τέλος κρίθηκε αδικαιολόγητο και ακυρώθηκε. Όπως ορθά παρατηρεί ο πρωτόδικος δικαστής στην ενδιάμεση απόφασή του "Equity looks as that as done which ought to be done και σύμφωνα του Halsbury's Laws of England, 3η έκδ., τόμος 14, σελ. 532, παρ. 1001 "The true meaning of the maxim is that equity will treat the subject matter, as to collateral consequences and incidents, in the same manner as if the final acts contemplated by the parties had been done exactly as they ought to have been." Στην A.B.P. Holdings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, αναφέρονται τα εξής: "Η απαίτηση των συγχρόνων ρυθμών ζωής οδήγησαν τα Δικαστήρια στη σκέψη πως θα έπρεπε να αναδιπλώσουν το πλαίσιο της εξουσίας τους, για να παρέχεται σ' αυτά η δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων ώστε να καθίστανται πρόσφορα και αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς." Το πρωτόδικο δικαστήριο έχοντας πλήρη επίγνωση της πραγματικής κατάστασης που δημιουργήθηκε εξ αιτίας της ακύρωσης του αδικαιολόγητου προσωρινού διατάγματος και της αδικίας που θα προέκυπτε σε βάρος των αναίτιων διαδίκων, θεώρησε ως πρόσφορη υπό τις περιστάσεις διέξοδο τον καθορισμό νέας ημερομηνίας πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος. Αν δεν προέβαινε το ίδιο το Δικαστήριο στον καθορισμό νέας ημερομηνίας τα πράγματα θα έμεναν μετέωρα εφόσον η προγενέστερη διαταγή ημερομηνίας 13.10.99 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος είχε ως υπόβαθρο τη συμφωνία των ιδίων των διαδίκων, η πραγματοποίηση της οποίας ανεκόπη λόγω του παρεμβληθέντος προσωρινού διατάγματος που τελικά κρίθηκε ως αδικαιολόγητο και ακυρώθηκε. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο πρωτόδικος δικαστής προκειμένου να μην αφήσει τους αποτυχόντες αιτητές με το απαράδεκτο πλεονέκτημα της αδυναμίας πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος χωρίς την έναρξη άλλων διαδικασιών, άντλησε εξουσία από τις σύμφυτες εξουσίες που διαθέτει προκειμένου να καλύψει το κενό. Και ως κενό θεωρώ εν προκειμένω την πραγματική και νομική αδυναμία εξαναγκασμού των διαδίκων για τον εκ συμφώνου επανακαθορισμό νέας ημερομηνίας πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος δηλαδή αδυναμίας επιστροφής στο σημείο αναφοράς που είχε η εκ συμφώνου διαταγή ημερομηνίας 13.10.1999. Στο σύγγραμμα Current Legal Problems 1970 δημοσιεύεται άρθρο του H. Jacob με τίτλο "The Inherent Jurisdiction of the Court" στο οποίο γίνεται εκτενής αναφορά επί του θέματος. Βλ. επίσης επί του ιδίου θέματος Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, 37ος τόμος, σελ. 22, υπό τον τίτλο "The Inherent Jurisdiction of the Court". Καταλήγω ότι η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου να καθορίσει νέα ημερομηνία πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος ύστερα από την ακύρωση προσωρινού διατάγματος εξαιτίας του οποίου ματαιώθηκε η ορισθείσα εκ συμφώνου ημερομηνία πώλησης (24.9.99) του ενυπόθηκου κτήματος ήταν ορθή και εντός των πλαισίων της νομιμότητας. Η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των αιτητών. Ορίζω ως νέα ημερομηνία πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος την 25.2.2001 με επιφυλαγμένη τιμή αυτή που καθορίζεται στην πρωτόδικη απόφαση ημερομηνίας 20.10.00. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των αιτητών. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο