Ανδρέου Θεοφάνης
(2002)1 ΑΑΔ 387 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(2002)1 ΑΑΔ 387 22 Μαρτίου, 2002 [ΝΙΚΗΤΑΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155
(4)ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΤΟ ΑΡΘΡΟ 19 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΝΟΜΟΥ ΑΡ. 14/60, ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 17
(2)(Δ), 17
(7)ΚΑΙ 17
(8)ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΝΟΜΟΥ, ΚΕΦ. 2 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΗΜΕΡ. 19/2/2002 ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΠΕΡΡΙΦΘΗ ΠΡΟΦΟΡΙΚΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ-ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΟΥ κ. ΘΕΟΦΑΝΗ ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΓΙΑ ΣΥΝΤΑΞΗ ΚΑΙ ΑΠΑΓΓΕΛΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟΥ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ κ. Δ.Κ. ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ - ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΜΕΝΟΥ, ΜΕ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΗΜΕΡ. 19/2/2002 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 17
(2)(Δ), 17
(7)ΚΑΙ 17
(8)ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΝΟΜΟΥ, ΚΕΦ. 2 ΚΑΙ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ Δ.Κ., ΔΙΚΗΓΟΡΟ. (Αίτηση Αρ. 18/2002) Προνομιακά εντάλματα ― Certiorari, Mandamus και Prohibition ― Αίτηση για άδεια καταχώρησης αίτησης Certiorari εναντίον της συνέχισης της πειθαρχικής διαδικασίας που αφορούσε δικηγόρο, ο οποίος είχε καταγγελθεί από συνάδελφό του, ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου των Δικηγόρων ― Ισχυρισμός για παραβίαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και των συνταγματικών δικαιωμάτων του αιτητή, ως παραπονούμενου, να τύχει δίκαιης δίκης ― Κατά πόσο η περίπτωση ήταν κατάλληλη για χορήγηση άδειας για έκδοση προνομιακού εντάλματος. Δικηγόροι ― Πειθαρχικά παραπτώματα ― Διαδικασία ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου των Δικηγόρων ― Κατά πόσο είναι απαραίτητη η ετοιμασία και η επίδοση κατηγορητηρίου ― Άρθρο 17
(7)του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2 ― Κατά πόσο η παράλειψη του Πειθαρχικού Συμβουλίου να συντάξει και παραδώσει γραπτό κατηγορητήριο μπορούσε να αναθεωρηθεί με την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari. Ο αιτητής, ο οποίος είναι δικηγόρος, υπέβαλε γραπτή καταγγελία στο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Δικηγόρων (το Συμβούλιο), εναντίον συναδέλφου του. Το Συμβούλιο κατ' επίκληση των διατάξεων του Άρθρου 17
(1)(δ) του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2, παραχώρησε άδεια για έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του καταγγελθέντος και όρισε την υπόθεση για ακρόαση. Ο αιτητής ζητησε αντίγραφο του κατηγορητηρίου. Όμως το Συμβούλιο τον πληροφόρησε με επιστολή του ότι το κατηγορητήριο δεν ετοιμάστηκε διότι η καταγγελία διατυπώνεται στο δικηγόρο κατά την προσέλευση του στο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Ο αιτητής καταχώρησε αίτηση για άδεια καταχώρησης αίτησης των ενταλμάτων Certiorari, Mandamus και Prohibition εναντίον της απόφασης του Συμβουλίου, όπως τη θεωρεί ο αιτητής, να μη απαγγείλει σχετικό κατηγορητήριο προς τον καταγγελλόμενο. Υποστήριξε ότι με την άρνηση του Συμβουλίου να συντάξει και απαγγείλει κατηγορητήριο, παραβίασε τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης που δικαιολογούσαν τη διορθωτική παρέμβαση με διάταγμα τύπου Certiorari. Ο αιτητής επικαλέσθηκε τις υποθέσεις Πολύκαρπου Φιλίππου ν. Πειθαρχικού Συμβουλίου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1839 και Deux L. Designs Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ.
- Στην δεύτερη υπόθεση είχε αποφασισθεί ότι η προσβολή συνταγματικών δικαιωμάτων ή των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης δικαιολογούν την παρέμβαση με διάταγμα τύπου Certiorari. Αποφασίστηκε ότι:
- Αποτελεί προϋπόθεση αναθεώρησης, στον τομέα του δικαίου έκδοσης προνομιακών ενταλμάτων, η προσαγωγή στο Δικαστήριο της απόφασης ή του διατάγματος που ο αιτητής ζητά να αναθεωρήσει.
- Οι αποφάσεις του Συμβουλίου, σε αντίθεση προς τις αποφάσεις του Ιατρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου υπόκεινται σε αναθεώρηση με βάση το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος. Ας σημειωθεί ότι αναγνωρίζεται ρητά δικαίωμα έφεσης που ασκείται από απόφαση του Συμβουλίου, όπως προβλέπεται από το Άρθρο 17
(4)του Νόμου.
- Δεν φαίνεται να υπάρχει νομοθετική ή κανονιστική διάταξη που απαιτεί τη σύνταξη και επίδοση κατηγορητηρίου για τη νόμιμη έναρξη της διαδικασίας. Και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το εδ. 7 του Άρθρου 17 του Νόμου πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιτάσσει τέτοια ενέργεια. Δεν είναι το γραπτό κατηγορητήριο, απαραίτητα, η μόνη μέθοδος. Χωρεί και άλλη άποψη. Και όποτε συμβαίνει αυτό, να υποστηρίζονται δηλαδή δύο θέσεις, η περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για προνομιακό ένταλμα.
- Η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από τις υποθέσεις που επικαλέσθηκε ο αιτητής. Η αίτηση απορρίφθηκε. Αναφερόμενες υποθέσεις: Φιλίππου ν. Πειθαρχικού Συμβουλίου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1839, Deux L. Designs Ltd
(2000)1 A.A.Δ. 828, Aeroporos a.o.
(1988)1 C.L.R. 302, Γεωργιάδου (Αρ. 2)
(1990)1 Α.Α.Δ. 382, Frangos v. Medical Disciplinary Board
(1983)1 C.L.R. 256, General Medical Council v. Spackman [1943] A.C. 627. Αίτηση. Αίτηση από τον αιτητή για άδεια καταχώρισης αίτησης προς έκδοση διαταγμάτων Certiorari, Mandamus και Prohibition προς ακύρωση της πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του καταγγελθέντος δικηγόρου-συναδέλφου του ημερομ. 19/2/02 λόγω άρνησης του Πειθαρχικού Συμβουλίου να συντάξει και απαγγείλει σχετικό κατηγορητήριο προς τον καταγγελόμενο δικηγόρο. Χρ. Χριστοφή, για τον Αιτητή. Cur. adv. vult. ΝΙΚΗΤΑΣ, Δ.: Ο αιτητής είναι δικηγόρος. Ασκεί το επάγγελμα του στη Λευκωσία. Στις 28/5/01 υπέβαλε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Δικηγόρων (το Συμβούλιο) γραπτή καταγγελία. Είναι άγνωστο το περιεχόμενο της. Δεν προσκομίστηκε. Δεν έχει όμως σημασία. Το σημαντικό είναι ότι το Συμβούλιο παρέσχε, κατ' επίκληση των διατάξεων του άρθρ. 17
(1)(δ) του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2, την άδεια του για έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του καταγγελθέντος. Και όρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 19/2/02. Στο μεταξύ ο αιτητής, με δύο επιστολές του ημερ. 17/1/02 και 21/1/02, ζήτησε αντίγραφο του κατηγορητηρίου, το οποίο επιδόθηκε στον εν λόγω δικηγόρο. Το Συμβούλιο, με επιστολή του ημερ. 21/1/02, πληροφόρησε τον αιτητή ότι: "............δεν έχει ετοιμασθεί κατηγορητήριο διότι η καταγγελία διατυπώνεται στο δικηγόρο κατά την προσέλευση του στο Πειθαρχικό Συμβούλιο." Κατά τη δικάσιμο, της συνεδρίασης του Συμβουλίου είχε προεδρεύσει ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας υπό την ιδιότητα του ως Αναπληρωτή Προέδρου του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Τα διαδραματισθένα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του αιτητή. Όπως λέγει, προέβη σε συγκεκριμένες ενέργειες για να εξασφαλίσει τα πρακτικά της συνεδρίασης, αλλά συνάντησε την αρνητική θέση του Συμβουλίου και της γραμματέως του, με την οποία επίσης επικοινώνησε. Μέχρι σήμερα και παρά τις επίμονες προσπάθειες του δεν του έχουν αποσταλεί ούτε και η απόφαση του Συμβουλίου, της οποίας επιζητείται αναθεώρηση και αποτελεί το αντικείμενο της κρινόμενης αίτησης. Γιαυτό και ετοίμασε ο ίδιος το πρακτικό, τεκμ. 6, που, όπως βεβαιώνει, αντανακλά πιστά τα συμβάντα, τα οποία στη συνέχεια συνοψίζω. Κατά τη δικάσιμο, το Συμβούλιο δεν εκδίκασε την υπόθεση. Την ανέβαλε για τις 19/3/02 λόγω άλλων υποχρεώσεων του Αναπληρωτή Προέδρου του. Δεν υπήρχε ένσταση για την εξέλιξη είτε από το δικηγόρο που εμφανίστηκε για τον εγκαλούμενο είτε από τον αιτητή. Όμως ο τελευταίος έθεσε θέμα - και υπέβαλε σχετικό προφορικό αίτημα - να απαγγελθεί το κατηγορητήριο, με βάση και πλαίσιο τα καταγγελθέντα. Αυτή, κατά την αντίληψη του αιτητή, είναι υποχρέωση του Συμβουλίου η οποία "πηγάζει από πρόσφατες αποφάσεις επί Πειθαρχικών Εφέσεων οι οποίες διέπουν το θέμα" (παράγρ. 7 της ένορκης δήλωσης). Το αίτημα δεν έγινε δεκτό. Στη συνέχεια, όταν ο αιτητής επέμεινε να πληροφορηθεί για το περιεχόμενο των κατηγοριών, του είχε λεχθεί ότι ο συνάδελφος του αντιμετωπίζει γενική καταγγελία για αντιδεοντολογική συμπεριφορά. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του (παράγρ. 9 της ένορκης δήλωσης του): "Στη συνέχεια προέβηκα σε δεύτερο προφορικό αίτημα και δήλωση με το οποίο ζήτησα να ενημερωθώ από το Πειθαρχικό Συμβούλιο των Δικηγόρων ποίες είναι ακριβώς οι κατηγορίες και οι παραβάσεις συγκεκριμένων κανόνων δεοντολογίας που αντιμετωπίζει ο καταγγελόμενος δικηγόρος για να μπορώ και εγώ να γνωρίζω, πώς θα παρουσιάσω την υπόθεση μου καθώς και για εξασφάλιση μιας ορθής και δίκαιης διαδικασίας. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο των Δικηγόρων διά στόματος και πάλιν του Αναπληρωτή Προέδρου του μου απάντησε ότι ο καταγγελλόμενος αντιμετωπίζει γενική καταγγελία για αντιδεοντολογική συμπεριφορά." Η συνεδρίαση έληξε με δήλωση του αιτητή ότι επιφυλάσσει τα δικαιώματα του σχετικά με την απόφαση του Συμβουλίου "να μην απαγγείλει σχετικό κατηγορητήριο προς τον καταγγελλόμενο". Απώτερος στόχος του αιτητή είναι να αποτρέψει συνέχιση της πειθαρχικής διαδικασίας προτού συνταχθούν και προσαφθούν οι κατηγορίες. Το τωρινό του διάβημα αποσκοπεί στη λήψη άδειας προς έναρξη της διαδικασίας για να ακυρωθεί η απόφαση, όπως τη θεωρεί ο αιτητής, της 19/2/02, να υποχρεωθεί το Συμβούλιο να ετοιμάσει και απαγγείλει κατηγορητήριο και να απαγορευθεί, τέλος, στο Πειθαρχικό Συμβούλιο, η παραπέρα προώθηση της διαδικασίας μέχρις ότου επιλυθεί το ζήτημα. Όπως πρέπει να έγινε φανερό, η άδεια αφορά, με τη σειρά που προεκτέθηκαν οι επιδιωκόμενες θεραπείες, τα προνομιακά διατάγματα certiorari, mandamus και prohibition. Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο, αρνούμενο να συντάξει και απαγγείλει κατηγορητήριο, παραβίασε τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης. Η παράλειψη του αυτή φαλκιδεύει το δικαίωμα υπεράσπισης του πειθαρχικώς διωκομένου. Υπό όμοιες συνθήκες, έτσι αποφάσισε το Εφετείο στην Πολύκαρπος Φιλίππου ν. Πειθαρχικού Συμβουλίου
(2000)1 A.A.Δ. 1839. Παραπομπή έγινε και στην απόφαση Deux L. Designs Ltd.
(2000)1 Α.Α.Δ. 828, στην οποία διακηρύχθηκε ότι η προσβολή συνταγματικών δικαιωμάτων ή των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης δικαιολογούν τη διορθωτική παρέμβαση με διάταγμα τύπου certiorari. Η απόφαση του Συμβουλίου εδώ, σύμφωνα με την ίδια εισήγηση, αντιστρατεύεται τη νομολογία. Όφειλε το Συμβούλιο να την έχει υπόψη του και να την ακολουθήσει. Η άρνηση όμως του Συμβουλίου να κάμει χρήση της ορθής διαδικασίας επηρεάζει ουσιαστικά - και απευθείας - και τα συνταγματικά δικαιώματα του αιτητή ως παραπονουμένου. Όπως το βλέπει, δε θα τύχει δίκαιης δίκης. Θα λάβει μέρος σε μια εξυπαρχής τρωτή, παράνομη και άγνωστη στο δίκαιο διαδικασία, που θα οδηγήσει, σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, σε πιθανή αθώωση του συναδέλφου του - χωρίς να εξεταστεί η ουσία του παραπόνου του. Αν δεν γνωρίζει τις κατηγορίες δε θα είναι σε θέση, αφού φέρει το βάρος απόδειξης, να παρουσιάσει την κατάλληλη μαρτυρία προς στοιχειοθέτηση της υπόθεσης του ή τη μαρτυρία, όπως είπε, που επιθυμεί. Είναι η εισήγηση του, και επικαλείται προς τούτο τις διατάξεις του άρθρ. 17
(7)και
(8)του νόμου, ότι όλες οι αποφάσεις του Συμβουλίου - και οι ενδιάμεσες - υπόκεινται σε έλεγχο ιδιαίτερα στην προκείμενη περίπτωση που δεν άρχισε ακόμη η πειθαρχική δίκη και ότι η επισημανθείσα παράλειψη θα μολύνει την υπόλοιπη διαδικασία. Πέραν τούτου, δεν υπάρχει εναλλακτικό μέσο θεραπείας για τον αιτητή. Το δικαίωμα έφεσης που παρέχει και στον παραπονούμενο το άρθρ. 17
(4)του Κεφ. 2 δεν καλύπτει, κατά το δικηγόρο του και ενδιάμεση απόφαση, όπως αυτή της 19/2/02. Αποτελεί προϋπόθεση αναθεώρησης, στον τομέα αυτό του δικαίου, η προσαγωγή στο Δικαστήριο της απόφασης ή του διατάγματος, που ο αιτητής ζητά να αναθεωρήσει (βλ., για παράδειγμα, In re Aeroporos and Others
(1988)1 C.L.R. 302 και Γεωργιάδου (Αρ. 2)
(1990)1 Α.Α.Δ. 382). Όπως σωστά διαπιστώνει ο κ. Χριστοφή, δεν υπάρχει κανονισμός, όπως στην περίπτωση των αστικών υποθέσεων, που υποχρεώνει το Συμβούλιο να προμηθεύσει τα πρακτικά. Ωστόσο υπέβαλε ότι "είναι αναφαίρετο δικαίωμα" προσώπου, όταν προσφεύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο. Δοθέντος ότι υπήρξε άρνηση του Συμβουλίου μέχρι τέλους να δώσει το πρακτικό που ζητήθηκε, η μόνη άλλη λύση ήταν αυτή την οποία υιοθέτησε ο αιτητής. Και το δικαστήριο, για σκοπούς αναθεώρησης, μπορεί να βασισθεί στο τεκμ. 6. Συζητήθηκε πρώτιστα η δικαιοδοτική πτυχή του θέματος. Σ' αυτή αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της αγόρευσης του ο συνήγορος. Στην υπόθεση Frangos v. Medical Disciplinary Board
(1983)1 C.L.R. 256, που παρέθεσε, το Εφετείο έκρινε ότι οι αποφάσεις του Ιατρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου δεν είναι δικαστικής φύσης. Αντίθετα, όπως αποφασίστηκε, έχουν όλα τα χαρακτηριστικά των διοικητικών πράξεων. Επομένως δεν παρέχεται εξουσία αναθεώρησης με βάση το δικαιοδοτικό πλαίσιο του άρθρ. 155.4 του Συντάγματος, που επιτρέπει τη χρήση προνομιακών διαταγμάτων. Και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε το αίτημα για certiorari για έλλειψη δικαιοδοσίας. Το Εφετείο, με την ίδια ευκαιρία, διέκρινε την περίπτωση του πειθαρχικού σώματος των δικηγόρων λόγω της στενής συνάφειας του δικηγορικού επαγγέλματος με την απονομή της δικαιοσύνης. Ας σημειωθεί ότι αναγνωρίζεται ρητά δικαίωμα έφεσης, που ασκείται από απόφαση του Συμβουλίου, όπως προβλέπεται από το άρθρ. 17
(4)του Νόμου. Αξίζει στο σημείο αυτό να παραθέσω από τη σελ. 261 της απόφασης (Frangos) το απόσπασμα, που φανερώνει την ειδοποιό διαφορά: "The association of the legal profession with the administration of justice was held in Cyprus, as in other jurisdictions, sufficient to attach the imprint of judicial proceedings upon proceedings for the discipline of advocates. The reasoning behind is that, their conduct and strict observance of the Rules of Etiquette, is a fact of direct relevance to the administration of justice. Therefore, an appeal by an advocate lies, from a decision of the Advocates Disciplinary Committee in the circumstances envisaged by the Advocates Law - Cap. 2 (as amended), in a manner similar to decisions of inferior Courts. The question was canvassed at length In re C.H., An advocate
(1969)1 C.L.R. 561. A similar solution was given to the same problem in both Greece and France, countries that recognise administrative law as an organic part of the law of the country." Πέρα από τη λειτουργική σχέση του δικηγόρου με την απονομή της δικαιοσύνης, προσθέτει στη θεμελιακή διάσταση του θέματος και η επίγνωση ότι αυτό αφορά και την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς του δικαίου. Επισημαίνεται ότι στην υπόθεση Frangos, ανωτέρω, το Εφετείο δεν αποφάνθηκε απευθείας ότι οι αποφάσεις του Συμβουλίου είναι ελεγκτές με τα διατάγματα αυτά. Οι παρατηρήσεις του Εφετείου έγιναν με αφορμή και σε απάντηση επιχειρήματος του δικηγόρου του εφεσείοντα, σε εκείνη την υπόθεση, ότι ο περί Εγγραφής Ιατρών Νόμος Κεφ. 250, αρθρ. 13
(1), παρείχε επίσης δικαίωμα έφεσης στα μέλη του ιατρικού σώματος υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Σημειώνω την αυτοπρόσωπη παράσταση του διωκομένου ενώπιον του Συμβουλίου στις 19/2/02 που, όπως σημείωσα, συνοδευόταν από δικηγόρο (βλ. ένορκη δήλωση του αιτητή). Μάλιστα ο τελευταίος δήλωσε ότι ο πελάτης του δε χρειάζεται την προστατευτική παρέμβαση του αιτητή. Αναφέρω τα στοιχεία αυτά για να δείξω ότι η επίκληση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης για λογαριασμό του διωκομένου δεν έχει θέση ούτε νομιμοποιεί τον αιτητή στο αίτημα του. Θα θυμίσω εδώ ότι ο ίδιος προέβη σε καταγγελία, αίτημα που ικανοποιήθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου να προχωρήσει σε πειθαρχική έρευνα, για την οποία μόνο το ίδιο έχει την αρμοδιότητα. Κατά τα λοιπά, η υπόθεση του αιτητή στηρίζεται στην άποψη ότι είναι απαραίτητο να ετοιμασθεί και επιδοθεί κατηγορητήριο, το οποίο απαγγέλλεται κατά τη δικάσιμο. Διαφορετικά πάσχει η όλη διαδικασία και θα επαληθευθούν οι φόβοι του για αθώωση του συναδέλφου του. Το λάθος είναι ολοφάνερο και πρέπει να υπάρχει άμεση παρέμβαση για να μην εκτροχιασθεί η όλη διαδικασία. Ο περί Δικηγόρων Νόμος, στο Μέρος IV τιτλοφορούμενο "Πειθαρχία", εκθέτει τις αρχές του πειθαρχικού δικαίου των δικηγόρων. Αποτελείται από τρία άρθρα. Το σημαντικό - και ό,τι μας ενδιαφέρει εδώ - είναι το άρθρ.
- Συγκαταλέγει στα πειθαρχικά αδικήματα την επονείδιστη, δόλια, ή ασυμβίβαστη διαγωγή προς το επάγγελμα, καθώς και την καταδίκη σε οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα που ενέχει ηθική αισχρότητα. Το εδ. 7 ορίζει ότι κατά τη διεξαγωγή της έρευνας το Συμβούλιο "έχει τις ίδιες εξουσίες και διεξάγει αυτή κατά τον ίδιο τρόπο περίπου όπως δικαστήριο συνοπτικής διαδικασίας". Σύμφωνα δε με το εδ. 8, το οποίο επικαλείται επίσης ο αιτητής, "κάθε απόφαση του Συμβουλίου θεωρείται ως διάταγμα δικαστηρίου συνοπτικής διαδικασίας και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο όπως το διάταγμα του εν λόγω δικαστηρίου". Θα ήθελα στο σημείο αυτό να υπογραμμίσω ότι δε φαίνεται να υπάρχει νομοθετική ή κανονιστική διάταξη που απαιτεί τη σύνταξη και επίδοση κατηγορητηρίου για τη νόμιμη έναρξη της διαδικασίας. Και δεν μπορώ να θεωρήσω ότι το εδ. 7 πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιτάσσει τέτοια ενέργεια. Όπου δεν υπάρχει τέτοια ρητή πρόνοια, το πειθαρχικό σώμα είναι νομίζω ελεύθερο να υιοθετήσει οποιαδήποτε διαδικασία (βλ. General Medical Council v. Spackman [1943] A.C. 627). Υπό τον όρο φυσικά ότι ο εγκαλούμενος πληροφορείται για το τι έχει να αντιμετωπίσει. Και ότι διασφαλίζεται το δικαίωμα να παρουσιάσει την υπεράσπιση του. Δεν είναι το γραπτό κατηγορητήριο, απαραίτητα, η μόνη μέθοδος. Χωρεί και άλλη άποψη. Και όποτε συμβαίνει αυτό, να υποστηρίζονται δηλαδή δύο θέσεις, η περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για προνομιακό ένταλμα: Basu's "Commentary on the Constitution of India" 5η έκδοση, σελ.
- Η περίπτωση της Deux L. Designs Ltd., ανωτέρω, αφορούσε άλλο θέμα, την αποστέρηση της αιτήτριας-εναγόμενης των υπηρεσιών του δικηγόρου της. Στην άλλη υπόθεση Πολύκαρπος Φιλίππου, ανωτέρω, το Εφετείο ακύρωσε την απόφαση του Συμβουλίου, αλλά υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες, όπως προκύπτει από την παρακάτω περικοπή: "Στην προκείμενη περίπτωση, όχι μόνο δε δόθηκαν στον κ. Φιλίππου τα στοιχεία της κατηγορίας, αλλά και ούτε διατυπώθηκε κατηγορία εναντίον του. Τόσο η ποινή, που του επιβλήθηκε από το Πειθαρχικό Συμβούλιο στο τέλος της διαδικασίας που ακολουθήθηκε, όσο και η προγενέστερη διαπίστωση του Πειθαρχικού Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου, 1998, στην οποία γίνεται λόγος για αποκλεισμό του εφεσείοντος από τη δικηγορία μέχρις ότου αποκατασταθεί, στερούνται υπόστασης. Ο εφεσείων τιμωρήθηκε, χωρίς να κατηγορηθεί και χωρίς να δικαστεί. Πρόκειται για συνοπτική διαδικασία, άγνωστη στα θέσμια του δικαίου, παράνομη και αντινομική προς τα ανθρώπινα δικαιώματα. Και το δεύτερο παράπονο του εφεσείοντος ευσταθεί - ότι, με την ποινή που του επιβλήθηκε, τιμωρήθηκε εκ δευτέρου για το αυτό αδίκημα." Δε θα επαναλάβω τα γεγονότα. Θα τονίσω απλώς πως δε συμμερίζομαι την άποψη ότι εδώ υπάρχει εξόφθαλμα νομικό λάθος, όταν καλά καλά δεν έχει εκδηλωθεί μέχρι τώρα ο ακριβής τρόπος με τον οποίο θα ενεργήσει το Συμβούλιο. Αναφορικά με το παράπονο ότι ο αιτητής δε θα γνωρίζει πως θα παρουσιάσει την υπόθεση του, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι δεν είναι ο μόνος ενδιαφερόμενος. Το Συμβούλιο εκτελεί δημόσιο καθήκον και έχει την πρωτοβουλία στο χειρισμό της έρευνας. Εν πάση περιπτώσει η δυσκολία, αν υπάρξει, μελλοντικά, μπορεί να αντιμετωπισθεί με αναβολή. Δεν έχει θεμελιωθεί οποιοσδήποτε λόγος για τη χορήγηση άδειας. Προτού τελειώσω θα ήθελα να σημειώσω ότι διατηρώ τις επιφυλάξεις μου αν:
(1)ήταν εφικτό χωρίς το κείμενο να προχωρήσω· και
(2)αν η φερόμενη ως απόφαση του Συμβουλίου έχει τα στοιχεία απόφασης υπό την έννοια της ετυμηγορίας πάνω σε επίδικο θέμα το οποίο ηγέρθη κατάλληλα μπροστά στο Συμβούλιο. Όμως συνειδητά επέλεξα μια επιεική αντιμετώπιση, στηριζόμενος σε ό,τι, υπό τις συνθήκες, έχει τεθεί στη διάθεση μου. Η αίτηση απορρίπτεται. Η?αίτηση απορρίπτεται. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο