Cyber Group Ltd ν. Κυριάκου Χαραλαμπίδη και Άλλων
(2004)1 ΑΑΔ 1852 9 Νοεμβρίου, 2004 [ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ, Π., ΚΑΛΛΗΣ, ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ/στές] CYBER GROUP LTD, Εφεσείουσα, ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ, Εφεσιβλήτων. (Πολιτική Έφεση Αρ. 11730) Πολιτική Δικονομία ― Δικόγραφα ― Διαγραφή δικογράφων δυνάμει της Δ.19, θ.26 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών ― Διαγραφή της περαιτέρω έκθεσης υπεράσπισης ― Η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Πολιτική Δικονομία ― Δικόγραφα ― Καταχώρηση περαιτέρω υπεράσπισης ― Διέπεται από τη Δ.23, θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες (οι εφεσίβλητοι) αξίωσαν με την αγωγή τους ποσά που είχαν καταβάλει στην εφεσείουσα-εναγόμενη (η εφεσείουσα) τα οποία, όπως ισχυρίζονταν, της είχαν καταβάλει δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 19.4.2000 για την αγορά μετοχών της εφεσείουσας η οποία παρουσίαζε ότι θα εισερχόταν στο ΧΑΚ αλλά δεν εισήλθε, παραβιάζοντας τους όρους της συμφωνίας. Στην έκθεση υπεράσπισής της η εφεσείουσα αρνήθηκε ότι υπήρξε παραβίαση των όρων της συμφωνίας και ότι προέβη σε οποιεσδήποτε παραστάσεις προς τους εφεσίβλητους. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στα πλαίσια των προνοιών του περί Επιστροφής Χρημάτων σε Επενδυτές Νόμου του 2002 (Ν. 168(Ι)/2002) και/ή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για να δημιουργείται υποχρέωση επιστροφής των χρημάτων με βάση τις πρόνοιες του Νόμου. Στις 19.12.2002 η εφεσείουσα καταχώρησε περαιτέρω υπεράσπιση με την οποία ισχυρίστηκε ότι μετά την έγερση της αγωγής, και συγκεκριμένα στις 19.11.2002, οι εφεσίβλητοι υπέβαλαν αίτημα στην εφεσείουσα με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 3 του Νόμου 168(Ι)/2002 με το οποίο ζητησαν την επιστροφή των χρημάτων τους εντός 30 ημερών. Η εφεσείουσα υποστήριξε ότι με την υποβολή του εν λόγω αιτήματος δημιουργείται νέα υπεράσπιση διότι οι εφεσίβλητοι «εγκαταλείπουν τα δικαιώματά τους κάτω από την παρούσα αγωγή καθόσον έχουν επικυρώσει την συνέχιση της σχέσης τους με τους εναγόμενους ως μετόχους της εταιρείας». Με αίτηση τους που καταχώρησαν στις 22.1.2003 οι εφεσίβλητοι ζήτησαν «διάταγμα του Δικαστηρίου διά του οποίου να διατάσσεται η διαγραφή της περαιτέρω έκθεσης υπεράσπισης ημερ. 19.12.2002 η οποία θεωρείται μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής». Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.19, θ.26, Δ.48, θ.1 και Δ.23, θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η εφεσείουσα έφερε ένσταση υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η επιστολή των εφεσιβλήτων δημιουργούσε επιπρόσθετα δικαιώματα υπεράσπισης. Υποστήριξε επίσης ότι η περαιτέρω υπεράσπιση καταχωρήθηκε εντός της προθεσμίας των 15 ημερών από την ημέρα που προέκυψε ο κατ' ισχυρισμό νέος λόγος υπεράσπισης όπως προβλέπει η Δ.23, θ.
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού ασχολήθηκε με την ερμηνεία του θ.2 της Δ.23 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών ο οποίος διέπει το θέμα της καταχώρησης περαιτέρω υπεράσπισης, έκρινε ότι αυτός παρέχει το δικαίωμα «στον εναγόμενο να επικαλεσθεί αυτή την νέα υπεράσπιση νοουμένου ότι καταχωρήσει το νέο δικόγραφο με την νέα υπεράσπιση εντός δεκαπέντε ημερών από την γέννηση της νέας υπεράσπισης». Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι «εναγόμενοι είναι εκπρόθεσμοι και όφειλαν να αποταθούν στο Δικαστήριο για άδεια προτού καταχωρήσουν την περαιτέρω υπεράσπιση». Το Δικαστήριο ανέφερε ότι «οι εναγόμενοι παρέλαβαν την επιστολή στις 11.12.
- Η περαιτέρω υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 19.12.
- Με βάση τη Δ.23 η προθεσμία για να καταχωρηθεί η περαιτέρω υπεράσπιση είναι εντός δεκαπέντε ημερών από τη γέννηση της νέας υπεράσπισης και όχι εντός δεκαπέντε ημερών από την ημέρα που οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση αυτής της νέας υπεράσπισης». Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε και με την ουσία της νέας υπεράσπισης η οποία, καθώς υποστήριξε η εφεσείουσα, εδημιουργείτο με την υποβολή αιτήματος από τους εφεσίβλητους προς την εφεσείουσα, με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 3 του περί Επιστροφής Χρημάτων σε Επενδυτές Νόμου του 2002 (Ν. 168(Ι)/2002), για την επιστροφή των χρημάτων τους εντός 30 ημερών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η πιο πάνω αίτηση των εφεσιβλήτων δεν συνιστά νέα υπεράσπιση στην αγωγή και προχώρησε στη διαγραφή της με βάση τον θ.26 της Δ.
- Η εφεσείουσα εφεσίβαλε την απόφαση και υποστήριξε ότι: 1) Η περαιτέρω υπεράσπιση καταχωρήθηκε μέσα σε 15 μέρες από τη λήψη των επιστολών και ήταν εμπρόθεσμη. Επομένως η άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση της περαιτέρω υπεράσπισης δεν ήταν απαραίτητη. 2) Το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε ότι τα θέματα που ήγειραν οι εφεσίβλητοι με την περαιτέρω υπεράσπισή τους δεν συνιστούσαν νέα υπεράσπιση στην αγωγή. 3) Το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα προχώρησε στη διαγραφή της περαιτέρω υπεράσπισης. Αποφασίστηκε ότι:
- Η περαιτέρω υπεράσπιση έχει προκύψει μετά που οι εφεσίβλητοι με την επιστολή τους ημερ. 19.11.2002 απαίτησαν επιστροφή των χρημάτων τους. Η απαίτηση υποβλήθηκε κατ' επίκληση του Άρθρου 3 του Νόμου 168(Ι)/
- Επομένως η προθεσμία παράδοσης της νέας υπεράσπισης η οποία βασίζεται στις πρόνοιες του Νόμου 168(Ι)/2002 αρχίζει από την ημερομηνία κατά την οποία οι εφεσίβλητοι επικαλέσθηκαν τις πρόνοιες του εν λόγω Νόμου.
- Η απόφαση στην υπόθεση Doleman & Sons [1912] 3 K.B. 257 από την οποία άντλησε καθοδήγηση το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αφορούσε τη διαγραφή περαιτέρω υπεράσπισης δυνάμει της Δ.23, θ.2 η οποία αντιστοιχεί με την παλαιά Αγγλική Δ.24, θ.
- Κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει της Δ.19, θ.26 (Αγγλική Δ.19, θ.27) δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας της υπεράσπισης. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27, θ.3 (Αγγλική Δ.25, θ.4). Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την διαγραφή δικογράφου δυνάμει των πιο πάνω θεσμών (Δ.19, θ.26 και Δ.27, θ.3) η διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο.
- Στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η περαιτέρω υπεράσπιση, με βάση τις πιο πάνω αρχές, αδιαμφισβήτητα στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατη. Έπεται πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα διέταξε τη διαγραφή της. Η έφεση επιτράπηκε με έξοδα. Αναφερόμενες υποθέσεις: Doleman & Sons v. Ossett Corporation [1912] 3 K.B. 257, Pelmako Development Ltd