Loukason Ltd και Άλλοι ν. Παναγιώτης Μακεδόνας & Υιοί Λτδ και Άλλων
(2005)1 ΑΑΔ 345 28 Φεβρουαρίου, 2005 [ΝΙΚΟΛΑOY, ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/στές] (Πολιτική Έφεση Αρ. 11591) LOUKASON LTD, Εφεσείουσα-Ενάγουσα, v.
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΑΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ,
- VENUS LAUNDRY LTD,
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΑ, Εφεσιβλήτων-Εναγομένων. (Πολιτική Έφεση Αρ. 11636)
- C.C.C. LAUNDRIES LTD,
- ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΡΙΩΤΗΣ, Εφεσείοντες-Τριτοδιάδικοι, v. LOUKASON LTD, Εφεσίβλητης-Ενάγουσας, v.
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΑΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ,
- VENUS LAUNDRY LTD,
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΑ, Εφεσιβλήτων-Εναγομένων. (Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 11591, 11636) Δικαστική απόφαση ― Αιτιολογία ― Ορθός προσδιορισμός επίδικων θεμάτων, σύνοψη ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας, συσχετισμός της με τα ευρήματα και συμπεράσματα και συνάρτηση της ετυμηγορίας με τα επίδικα θέματα και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ― Δεν επιβάλλεται η επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας. Ευρήματα Δικαστηρίου ― Ευρήματα αξιοπιστίας πρωτόδικου Δικαστηρίου ― Επέμβαση Εφετείου ― Δικαιολογείται μόνο όταν αυτά αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή έρχονται σε αντίθεση με αδιαμφισβήτητα μέρη της μαρτυρίας. Έξοδα ― Επιδίκαση εξόδων ― Ανήκει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ― Όταν η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται δικαστικά το Εφετείο δεν επεμβαίνει ― Κατά κανόνα τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης εκτός αν συντρέχουν γεγονότα που δικαιολογούν απόκλιση από τον κανόνα. Η εταιρεία Loukason Ltd καταχώρησε αγωγή εναντίον των εναγομένων αξιώνοντας την καταβολή του ποσού των ΛΚ30.000 ως συμφωνηθείσα ή διαζευκτικά, ως εύλογη αμοιβή για τις υπηρεσίες που τους πρόσφερε ως αποτέλεσμα των οποίων επιτεύχθηκε η πώληση και/ή μεταβίβαση αυτοκινήτων, μηχανημάτων, εξοπλισμού κ.λ.π. όπως και η καλή φήμη των επιχειρήσεων πλυντηρίων / καθαριστηρίων των εναγομένων στην εταιρεια CCC Laundries Ltd (τριτοδιάδικοι). Οι εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίστηκαν ότι συμφώνησαν να καταβάλουν την πιο πάνω προμήθεια στην ενάγουσα υπό την προϋπόθεση της εξασφάλισης της τιμής πώλησης την οποία ζητούσαν τότε, ήτοι ΛΚ1.650.
- Σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα πωλούσαν οτιδήποτε ούτε και θα είχαν υποχρέωση πληρωμής οποιασδήποτε προμήθειας. Όταν η ενάγουσα σε κάποιο στάδιο επανήλθε με προτεινόμενο τίμημα πώλησης ΛΚ1.550.000, οι εναγόμενοι 1 και 2 το αποδέκτηκαν τόνισαν όμως προς την ενάγουσα ότι, σε περίπτωση πώλησης, η προμήθειά της θα ήταν ΛΚ20.
- Η ενάγουσα δεν δέχθηκε και οι εναγόμενοι 1 και 2 της δήλωσαν ότι δεν ήθελαν την περαιτέρω ανάμειξή της. Τελικά υπογράφηκε η συμφωνία πώλησης αφού προηγήθηκαν μακρές διαπραγματεύσεις μεταξύ της CCC Laundries Ltd και των εναγομένων 1 και 2 και χωρίς οποιαδήποτε συμμετοχή της ενάγουσας. Οι εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίσθηκαν περαιτέρω ότι έθεσαν υπόψη της CCC Laundries Ltd την πιθανή απαίτηση της ενάγουσας για ΛΚ30.000 και η CCC Laundries Ltd, με την προσωπική εγγύηση του τριτοδιάδικου 2, ανέλαβε αποκλειστικά την υποχρέωση διευθέτησης και εξόφλησης οποιασδήποτε απαίτησης της ενάγουσας. Ως αντάλλαγμα, οι εναγόμενοι 1 και 2 αποδέχθηκαν την μείωση του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης κατά ΛΚ15.000, ποσό που πληρώθηκε από τους τριτοδιάδικους προς την ενάγουσα. Οι εναγόμενοι 1 και 2 με την έκθεση απαίτησής τους εναντίον των τριτοδιαδίκων αξίωσαν την αποζημίωση και/ή συνεισφορά τους για οποιοδήποτε ποσό και/ή έξοδα τα οποία ήθελαν υποχρεωθεί να καταβάλουν προς την ενάγουσα. Με τη δική τους υπεράσπιση, οι τριτοδιάδικοι, αρνήθηκαν ότι οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν χωρίς οποιαδήποτε ανάμειξη της ενάγουσας και ότι οι εν λόγω διαπραγματεύσεις ολοκληρώθηκαν με την υπογραφή συμφωνίας πώλησης του ακινήτου και της επιχείρησης μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 και της Alfa Star (θυγατρικής εταιρείας των εναγομένων στην οποία ανήκει το ακίνητο), αφενός, και των CCC Laundries Ltd, αφετέρου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε την εκδοχή του εναγομένου 3 και των άλλων μαρτύρων υπεράσπισης και απέρριψε τη μαρτυρία των μαρτύρων της ενάγουσας, όπως και του μάρτυρα των τριτοδιαδίκων. Το Δικαστήριο κατέληξε σε εύρημα ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει άμεση αιτιώδη σχέση μεταξύ της δικής της μεσολάβησης και της πώλησης και απέρριψε την απαίτηση της ενάγουσας με έξοδα. Στη συνέχεια το Δικαστήριο απέρριψε την απαίτηση των εναγομένων εναντίον των τριτοδιάδικων χωρίς να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή εξόδων. Αναφορικά με την προμήθεια που θα επληρώνετο στην ενάγουσα το Δικαστήριο κατέληξε ότι ο Μ.Υ. 1 δέχθηκε πρόταση του τριτοδιάδικου 2 όπως από το ποσό των ΛΚ1.365.000 στο οποίο οι δύο πλευρές είχαν προκαταρκτικά καταλήξει για την πώληση της επιχείρησης στους τριτοδιάδικους 1, αφαιρεθεί ποσό ΛΚ15.000, το οποίο θα κατεβάλλετο από τους τριτοδιάδικους στην ενάγουσα προς ικανοποίηση τυχόν απαίτησής της για προμήθεια και αν η τελευταία αποδέχετο το εν λόγω ποσό προς πλήρη ικανοποίηση της απαίτησής της για προμήθεια, τότε οι τριτοδιάδικοι υποχρεούντο να καταβάλουν στους εναγόμενους, πέραν του ποσού που θα κατέβαλλαν στην ενάγουσα, ποσό ΛΚ7.
- Η ενάγουσα καταχώρησε την έφεση υπ' αρ. 11591 προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, τους ακόλουθους λόγους: 1) Η πρωτόδικη απόφαση στερείται δέουσας και/ή επαρκούς αιτιολογίας. 2) Η αξιολόγηση της μαρτυρίας αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων είναι εσφαλμένη και τα ευρήματα στα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε είναι επίσης εσφαλμένα. 3) Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει τη μαρτυρία του ΜΕ1 είναι εσφαλμένη όπως εσφαλμένη είναι και η απόφαση ότι η αμοιβή που θα εδικαιούτο η ενάγουσα σε περίπτωση επιτυχίας της στην αγωγή θα έπρεπε να μειωθεί ανάλογα αφού λήφθηκε υπόψη η πληρωμή σε αυτή από τους τριτοδιάδικους ποσού ΛΚ15.000 καθώς επίσης και ποσού ΛΚ7.
- 4) Η πρωτόδικη απόφαση πρέπει να παραμεριστεί για το λόγο ότι υπήρξε μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και ακολούθως στην έκδοση της επιφυλαχθείσας απόφασης. Οι τριτοδιάδικοι καταχώρησαν την έφεση υπ' αρ. 11636 εναντίον της ενάγουσας και των εναγομένων. Το Εφετείο εξέτασε το λόγο έφεσης που εστρέφετο εναντίον της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην επιδικάσει υπέρ τους και εις βάρος των εφεσιβλήτων-εναγομένων τα έξοδα. Οι τριτοδιάδικοι υποστήριξαν ότι "οι εναγόμενοι αδικαιολόγητα ενέπλεξαν τους τριτοδιαδίκους στη διαδικασία της αγωγής" και γι' αυτό έπρεπε να καταδικαστούν σε έξοδα. Αποφασίστηκε ότι: Α. Έφεση υπ' αρ.
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού προσδιόρισε τα επίδικα θέματα, συνόψισε το ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας, και, αφού το αξιολόγησε, κατέληξε, με επαρκή αιτιολόγηση, στα ευρήματα και συμπεράσματά του ως προς τα επίδικα θέματα. Και αποφάσισε ανάλογα.
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο έχει την ευθύνη της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων, αποδέχθηκε τη μαρτυρία του ΜΥ1 ως αληθή, ειλικρινή και πειστική αφού την αξιολόγησε στην ολότητά της σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία της υπεράσπισης και ορθώς έκρινε ότι οι αντιφάσεις μεταξύ της μαρτυρίας του και των άλλων μαρτύρων υπεράσπισης ήταν φυσιολογικές "ενόψει του χρόνου που διέρρευσε και του μακρού χρόνου που διήρκεσαν οι διαπραγματεύσεις και της πολλαπλότητας των θεμάτων που εγείροντο συχνά".
- Εύλογα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη μαρτυρία του ΜΕ1 για τους λόγους που εξηγά, σε έκταση, στην απόφασή του. Όσον αφορά τα ποσά των ΛΚ15.000 και των ΛΚ7.500 ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι αυτά, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, θάπρεπε να αφαιρεθούν από την προμήθεια την οποία θα εδικαιούτο η ενάγουσα/εφεσείουσα.
- Η καθυστέρηση που σημειώθηκε στην έκδοση της επιφυλαχθείσας απόφασης ήταν δικαιολογημένη, ενόψει της εκτεταμένης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, προφορικής και έγγραφης, αλλά και της πολλαπλότητας των επίδικων θεμάτων τα οποία ηγέρθησαν και από τους τρεις διαδίκους. Β. Έφεση υπ' αρ. 11636 Δικαιολογημένα οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι ενέπλεξαν τους τριτοδιάδικους στη διαδικασία της αγωγής εφόσον σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι, προτού καταλήξουν σε οριστική συμφωνία με τους τριτοδιάδικους, διευθέτησαν μαζί τους τον τρόπο με τον οποίο θα ικανοποιείτο ενδεχόμενη απαίτηση της ενάγουσας για καταβολή προμήθειας. Στα πλαίσια της διευθέτησης αυτής οι τριτοδιάδικοι ανέλαβαν συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Επομένως, εύλογα, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επιδίκασε στους τριτοδιάδκους τα έξοδά τους. Η έφεση 11591 απορρίφθηκε με έξοδα υπέρ των εφεσιβλήτων. Η έφεση 11636 απορρίφθηκε χωρίς διαταγή για έξοδα. Αναφερόμενες υποθέσεις: Κολοκασίδης Λτδ ν. Κιμωνή
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Στην προκείμενη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού προσδιόρισε τα επίδικα θέματα, συνόψισε το ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας, και, αφού το αξιολόγησε, κατέληξε, με επαρκή αιτιολόγηση, στα ευρήματα και συμπεράσματά του ως προς τα επίδικα θέματα. Και αποφάσισε ανάλογα. Προβάλλεται, επίσης, ως λόγος έφεσης ότι "το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία του ΜΥ1 ήταν αληθής, ειλικρινής και πειστική είναι εσφαλμένο." Και τούτο διότι η μαρτυρία του ΜΥ1 συγκρούεται με την υπόλοιπη μαρτυρία της υπεράσπισης των εφεσίβλητων, την οποία το Δικαστήριο αποδέχθηκε ως αληθή. Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Είναι γενική αρχή της νομολογίας μας ότι το ζήτημα της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο είχε την ευκαιρία να τους ακούσει και παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα. Το Εφετείο δεν επεμβαίνει για να ανατρέψει ευρήματα αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων, παρά μόνο αν τα ευρήματα αυτά, όπως και τα συνακόλουθα συμπεράσματα, αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από το σύνολο της μαρτυρίας ή από τα ίδια τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε τη μαρτυρία του ΜΥ1 ως αληθή, ειλικρινή και πειστική, αφού την αξιολόγησε στην ολότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία της υπεράσπισης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εντόπισε ότι η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν ευθυγραμμιζόταν απόλυτα με την υπόλοιπη μαρτυρία της υπεράσπισης την οποία, επίσης, αποδέχθηκε ως αληθή, τόνισε, όμως, εύλογα κατά την άποψή μας, ότι οι διαφορές ή και αντιφάσεις μεταξύ της μαρτυρίας του ΜΥ1 και των άλλων μαρτύρων υπεράσπισης ήταν, όπως τις χαρακτήρισε, "μικροδιαφορές" τις οποίες και έκρινε φυσιολογικές "ενόψει του χρόνου που διέρρευσε και του μακρού χρόνου που διήρκεσαν οι διαπραγματεύσεις και της πολλαπλότητας των θεμάτων που εγείροντο συχνά.". Με άλλους λόγους έφεσης προσβάλλονται ως εσφαλμένα τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, (α) ότι στις αρχές Σεπτεμβρίου 1995 ο ΜΥ1 ανέθεσε στο ΜΕ1 την πώληση της επιχείρησης στην τιμή των ΛΚ1.650.000 και συμφώνησε να του καταβάλει ΛΚ30.000, ως προμήθεια, υπό τον όρο, όμως, ότι η επιχείρηση θα επωλείτο σε αυτή και μόνο την τιμή, (β) ότι εκείνο το οποίο ανέλαβε η εφεσείουσα δεν ήταν η παροχή συμβουλών και υπηρεσιών για πραγματοποίηση της πώλησης της επιχείρησης από την εφεσίβλητη 1 στην τριτοδιάδικο 1, αλλά μόνο η εξεύρεση αγοραστή, έργο για το οποίο η εφεσείουσα θα έπαιρνε προμήθεια, και, (γ) ότι ο ΜΥ1 τερμάτισε, μέσα στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου 1995, τις υπηρεσίες του ΜΕ1 και ότι, ακολούθως, οι διαπραγματεύσεις για την πώληση της επιχείρησης ξανάρχισαν μετά από τέσσερις έως πέντε εβδομάδες χωρίς οποιαδήποτε εμπλοκή της εφεσείουσας ή του ΜΕ
- Και αυτοί οι λόγοι είναι αβάσιμοι. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στα προσβαλλόμενα ευρήματα αφού πρώτα αξιολόγησε και αποδέχτηκε, στην ολότητά της, τη μαρτυρία κυρίως του ΜΥ1 αλλά και εκείνη των άλλων μαρτύρων υπεράσπισης, παρά τις μεταξύ τους "μικροδιαφορές", τις οποίες εύλογα απέδωσε στο διαρρεύσαντα χρόνο και την πολλαπλότητα των εκάστοτε εγειρόμενων θεμάτων. Με άλλο λόγο έφεσης προσβάλλεται το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα απέτυχε να αποδείξει άμεση αιτιώδη σχέση μεταξύ της δικής της μεσολάβησης και της πώλησης της επιχείρησης στην τριτοδιάδικο 1 και ότι η μεσολάβηση αυτή ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας για τη διενέργεια της πώλησης. Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Εύλογα το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού εξέτασε την εν γένει συμμετοχή της εφεσείουσας στη συναλλαγή, όπως αυτή προέκυπτε από τη μαρτυρία που αποδέχθηκε, έκρινε ότι "ο αποφασιστικός παράγοντας στην έναρξη των νέων διαπραγματεύσεων που οδήγησαν τελικά στη σύναψη της συμφωνίας για αγορά της επιχείρησης ήταν οι ενέργειες τρίτου προσώπου, με αποκλειστική πρωτοβουλία του οποίου άρχισαν οι νέες διαπραγματεύσεις". Και, ότι, η μεσολάβηση της εφεσείουσας "δεν ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας για τη διενέργεια της πώλησης.". Με άλλο λόγο έφεσης προσβάλλεται η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αγνοήσει το μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ3 ως προς τους λόγους για τους οποίους έλαβε μέρος στη συνάντηση της 6.12.1995 στα γραφεία Γαλαταριώτη. Και αυτός ο λόγος είναι αβάσιμος. Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία του ΜΕ3 ως προς τους λόγους για τους οποίους έλαβε μέρος στη συνάντηση της 6.12.1995 στα γραφεία Γαλαταριώτη, ενόψει του γεγονότος ότι, όπως τόνισε, οι εν λόγω λόγοι εδράζονταν αποκλειστικά στα όσα φέρεται να είχε πει στο μάρτυρα στο τηλέφωνο, την προηγούμενη νύκτα, ο ΜΕ
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά επέτρεψε την απάντηση στην ερώτηση ως πρωτότυπη μαρτυρία, μόνο, δηλαδή, για να καταδείξει τους λόγους για τους οποίους ο ΜΕ3 έλαβε μέρος στη συνάντηση της 6.12.1995, και όχι για να καταδείξει την αλήθεια του περιεχομένου της. Η υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΕ3, η οποία και έγινε αποδεκτή, όπως παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ελάχιστα προσέθετε, αν προσέθετε οτιδήποτε, στην υπόθεση της εφεσείουσας. Προβάλλεται, επίσης, ως λόγος έφεσης ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει τη μαρτυρία του ΜΕ1 είναι εσφαλμένη, όπως εσφαλμένη είναι και η απόφαση ότι "η αμοιβή την οποία θα δικαιούνταν οι ενάγοντες σε περίπτωση επιτυχίας τους στην αγωγή θα έπρεπε να μειωθεί ανάλογα αφού λήφθηκε υπόψη η πληρωμή σε αυτούς από τους τριτοδιάδικους ποσού ΛΚ15.000 καθώς επίσης και ποσού ΛΚ7.500". Και αυτός ο λόγος είναι αβάσιμος. Εύλογα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη μαρτυρία του ΜΕ1 για τους λόγους που εξηγά, σε έκταση, στην απόφασή του και τους οποίους δεν θεωρούμε χρήσιμο να επαναλάβουμε. Όσον αφορά τα ποσά των ΛΚ15.000 και των ΛΚ7.500 ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι αυτά, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, θάπρεπε να αφαιρεθούν από την προμήθεια την οποία θα εδικαιούτο η ενάγουσα/εφεσείουσα. Ο τελευταίος λόγος έφεσης είναι ότι η πρωτόδικη απόφαση πρέπει να παραμεριστεί για το λόγο ότι υπήρξε αδικαιολόγητη και μακρά καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και, ακολούθως, στην έκδοση της επιφυλαχθείσας απόφασης με αποτέλεσμα να παραβιαστεί το δικαίωμα της εφεσείουσας, βάσει του Άρθρου 30 του Συντάγματος, όπως και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, για διάγνωση των αστικών της δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εντός ευλόγου χρόνου, ως εχέγγυο, για μια δίκαιη δίκη. Σύμφωνα με το δικηγόρο της εφεσείουσας, "Η υπόθεση δεν είχε τίποτε απολύτως το περίπλοκο. Σ' αυτήν εγείρονταν απλά ζητήματα τα οποία άπτονταν σχεδόν εξολοκλήρου στο θέμα της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Η βασική δε μαρτυρία δόθηκε από μόνο 2 (δύο) μάρτυρες, τους ΜΕ1 και ΜΥ1.". Και αυτός ο λόγος είναι αβάσιμος. Η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε στις 28.5.1999 και, μετά από πολλαπλές δικασίμους, όπως φαίνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, ολοκληρώθηκε στις 20.12.2000, με τις τελικές αγορεύσεις των δικηγόρων. Η επιφυλαχθείσα απόφαση εκδόθηκε, πράγματι, με κάποια καθυστέρηση, στις 23.12.
- Έχουμε, όμως, την άποψη ότι η καθυστέρηση αυτή ήταν δικαιολογημένη, ενόψει της εκτεταμένης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, προφορικής και έγγραφης, αλλά και της πολλαπλότητας των επίδικων θεμάτων τα οποία ηγέρθησαν και από τους τρεις διαδίκους. Η έφεση 11636 Δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα όσα προαναφέραμε, η έφεση 11591 είναι απορριπτέα, ο μόνος λόγος έφεσης που παραμένει προς εξέταση στην παρούσα έφεση των τριτοδιάδικων είναι εκείνος που στρέφεται κατά της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην επιδικάσει υπέρ τους και εις βάρος των εφεσίβλητων-εναγόμενων τα έξοδα. Και τούτο διότι, από την όλη μαρτυρία, προκύπτει ότι "οι εναγόμενοι αδικαιολόγητα ενέπλεξαν τους τριτοδιαδίκους στη διαδικασία της αγωγής." Ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί. Δικαιολογημένα οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι ενέπλεξαν τους τριτοδιάδικους στη διαδικασία της αγωγής εφόσον, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, τα οποία έχουμε παραθέσει, οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι, προτού καταλήξουν σε οριστική συμφωνία με τους τριτοδιάδικους, διευθέτησαν μαζί τους τον τρόπο με τον οποίο θα ικανοποιείτο ενδεχόμενη απαίτηση των εναγόντων για καταβολή προμήθειας. Στα πλαίσια της διευθέτησης αυτής, οι τριτοδιάδικοι ανέλαβαν συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Εύλογα, επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επιδίκασε στους τριτοδιάδικους τα έξοδά τους. Ως αποτέλεσμα, η έφεση 11591 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εφεσίβλητων. Η έφεση 11636 απορρίπτεται χωρίς όμως, και πάλι, διαταγή ως προς τα έξοδα. Η έφεση 11591 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εφεσιβλήτων. Η έφεση 11636 απορρίπτεται χωρίς διαταγή για έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο