Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. Belvestico Trading Ltd
(3)πιο πάνω, εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης, σελ. 38). Η εν λόγω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Πέραν και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η εν λόγω θέση δεν τεκμηριώνεται από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, με αποτέλεσμα το θέμα να μη ξεφεύγει από τη σφαίρα της εικασίας, η απουσία από το εδώλιο του μάρτυρα του υπαλλήλου κατά τον ουσιώδη χρόνο στο κατάστημα των εναγομένων, Κώστα Κωνσταντινίδη, ο οποίος φέρεται να έχει, σύμφωνα με τους εναγόμενους, παραλάβει το επίμαχο fax, μεταξύ άλλων, αφήνει την θέση των εναγομένων σύμφωνα με την οποία οι επίμαχες οδηγίες στάληκαν στο κατάστημα και παρελήφθηκαν από υπάλληλο του καταστήματος, ατεκμηρίωτη και κατ' επέκταση μετέωρη. Σαν αποτέλεσμα η εν λόγω θέση των εναγομένων δεν γίνεται δεκτή και απορρίπτεται. Σαν αποτέλεσμα των πιο πάνω, δέχομαι τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, στον βαθμό και την έκταση βέβαια που αυτή συνιστά αποδεκτή μαρτυρία, και κάμνω ανάλογα ευρήματα. Ειδικότερα βρίσκω, ότι μεταξύ των εγγράφων με τα οποία ο ΜΥ1 εφοδίασε τον ΜΕ2, όταν ο δεύτερος μαζί με τον ΜΕ1 επισκέφθηκαν τον πρώτο στο γραφείο του μετά την επίμαχη πληρωμή, ήταν και αντίγραφο του επίμαχου fax, αντίγραφο του εντύπου C όπως και αντίγραφο του fax με αριθμό αναφοράς 363/96. Βρίσκω επίσης ότι τα εν λόγω έγγραφα, μαζί με άλλα έγγραφα, παραδόθηκαν από τον ΜΕ2 στον ανακριτή της υπόθεσης, ΜΕ3. Βρίσκω επίσης ότι οι επίμαχες οδηγίες συνιστούν οδηγίες προσώπου/ων, άγνωστου/ων στους ΜΕ1 και ΜΕ2 και κατ΄ επέκταση στους ενάγοντες, η ταυτότητα των οποίων δεν έχει αποκαλυφθεί στο δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, οι επίμαχες οδηγίες δεν αποτελούν προϊόν ενεργειών των ΜΕ1 και/ή ΜΕ2 και γενικότερα των εναγόντων, ούτε και οι ΜΕ1 και/ή ΜΕ2 και γενικότερα οι ενάγοντες, γνώριζαν για την ύπαρξη των εν λόγω οδηγιών. Βρίσκω επίσης ότι οι ΜΕ1 και/ή ΜΕ2, στις 4.11.96, προτού αποχωρήσουν από το γραφείο του ΜΥ1, είχαν την ευκαιρία να εξετάσουν και να συγκρίνουν και όντως εξέτασαν και σύγκριναν, την υπογραφή στο επίμαχο fax, με τη γνήσια υπογραφή του ΜΥ2 σε άλλα faxes περιλαμβανομένου και του fax Τεκ. 3(μ). Παρόμοιας φύση σύγκριση, οι ΜΕ1 και ΜΕ2, έκαμαν και σε αργότερο στάδιο και συγκεκριμένα στα γραφεία συνεργατών τους στη Λευκωσία όπως και στα γραφεία των εναγόντων στη Μόσχα, μετά την επιστροφή του ΜΕ2 στη Ρωσία. Βρίσκω επίσης ότι η υπογραφή στο επίμαχο fax είναι με φωτοτυπία γνήσιας υπογραφής του ΜΕ2, πλην όμως η πηγή προέλευση της είναι άγνωστη. Υπενθυμίζω ότι η επί του προκειμένου πτυχή της μαρτυρίας του ΜΕ3, γραφολόγου της αστυνομίας, έχει κριθεί σαν ανασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων, ενώ η αντίστοιχη των ΜΕ1 και ΜΕ2, κρίνεται, ενόψει του γεγονότος ότι κανένας από τους εν λόγω δύο μάρτυρες δεν είναι εμπειρογνώμονας - γραφολόγος, επίσης σαν ανασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Βρίσκω επίσης ότι το κατάστημα και κατ΄ επέκταση οι εναγόμενοι δεν επιβεβαίωσαν ούτε και γνωστοποίησαν το γεγονός της επίμαχης συναλλαγής στους ΜΕ1 και/ή ΜΕ2 ή στους εδώ ελεγκτές των εναγόντων και κατ΄ επέκταση στους ενάγοντες, οι οποίοι, για πρώτη φορά πληροφορήθηκαν λεπτομέρειες του εν λόγω γεγονότος, στις 4.11.96, κατά την επίσκεψη των ΜΕ1 και ΜΕ2 στο γραφείο του ΜΥ1. Βρίσκω επίσης ότι οι ΜΕ1 και ΜΕ2 σχεδίαζαν ούτως ή άλλως, να επισκεφθούν την Κύπρο τέλος Οκτωβρίου 1996 και να παραμείνουν στην Κύπρο για κάποιο χρονικό διάστημα." Στη συνέχεια, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στη νομική πτυχή της υπόθεσης, σε συνάρτηση, κυρίως, με την επιχειρηματολογία του δικηγόρου της εφεσείουσας, έκρινε, στηριζόμενο πάντοτε στα ευρήματά του, ότι η εφεσείουσα είχε παραβεί τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της εφεσίβλητης, με την έννοια ότι δεν είχε επιδείξει, ως είχε συμβατική υποχρέωση, τη δέουσα λογική φροντίδα, προσοχή και επιδεξιότητα, η οποία θα έπρεπε, υπό τις περιστάσεις, να επιδειχθεί από ένα λογικό τραπεζίτη, με αποτέλεσμα η εφεσίβλητη να απολέσει και ή υποστεί ζημιά ύψους $141.000. Διαζευκτικά, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι ενέργειες και ή παραλείψεις των υπαλλήλων της εφεσίβλητης, ΜΥ1 και ΜΥ2, συνιστούσαν αμέλεια η οποία, εφόσον έλαβε χώρα στα πλαίσια της εκτέλεσης των καθηκόντων τους, καθιστούσε την εφεσείουσα εκ προστήσεως υπεύθυνη έναντι της εφεσίβλητης για τη ζημιά, ύψους $141.000, που της προκλήθηκε. Συνακόλουθα, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ της εφεσίβλητης για $141.000 πλέον νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ. Όσον αφορά την αξίωση της εφεσίβλητης για $5.000, έξοδα έλευσης και παραμονής των ΜΕ1 και ΜΕ2 στην Κύπρο, περί το τέλος Οκτωβρίου 1996, το πρωτόδικο Δικαστήριο την απέρριψε ως αναπόδεικτη. Απέρριψε, επίσης, την αξίωσή της για τόκους 9% ετησίως επί του ποσού των $141.000, από 4.10.1996 μέχρι εξοφλήσεως. Με την έφεση αμφισβητείται η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Προβάλλεται ως λόγος έφεσης ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι, δοθέντος ότι η πρωτότυπη υπογραφή του ΜΕ2 ουδέποτε τέθηκε στη διάθεση του ΜΕ4 για τους σκοπούς της γραφολογικής εξέτασης στην οποία είχε προβεί, η θέση του ΜΕ4 ότι η φωτοτυπημένη υπογραφή του ΜΕ2 στο γνήσιο φαξ 363/96, Τεκ. 3(μ), και η φωτοτυπημένη υπογραφή του στο επίμαχο φαξ 387/96, Τεκ. 6 ή 17, είχαν κοινή πηγή προέλευσης την πρωτότυπη υπογραφή του ΜΕ2, ήταν "ανασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων". Σύμφωνα με το δικηγόρο της εφεσείουσας, το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να είχε αποδεχθεί τη μαρτυρία του ΜΕ4, ανεξάρτητα του ότι αυτός δεν είχε στη διάθεσή του την πρωτότυπη υπογραφή του ΜΕ2. Αν την είχε αποδεχθεί, θα έπρεπε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή στο επίμαχο φαξ 387/96, Τεκ. 6 ή 17, τέθηκε από κάποιο πρόσωπο που είχε στην κατοχή του το πρωτότυπο του γνήσιου φαξ 363/96, Τεκ. 3(μ), το πρόσωπο δε αυτό δεν ήταν άλλο από το ΜΕ2 ο οποίος είχε στην κατοχή του, στη Μόσχα, όλα τα πρωτότυπα των οδηγιών προς την εφεσείουσα. Σε τέτοια περίπτωση η όλη υπόθεση της εφεσίβλητης θα είχε ανατραπεί. Ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί. Εφόσον ήθελε θεωρηθεί ότι η θέση του ΜΕ4 ότι "και οι δύο υπογραφές προέρχονται από την ίδια πρωτότυπη υπογραφή", είχε την έννοια ότι το πρόσωπο που χρησιμοποίησε την υπογραφή του ΜΕ2 για να παράξει το επίμαχο φαξ 387/96, Τεκ. 6 ή 17, είχε στη διάθεσή του το πρωτότυπο του γνήσιου φαξ 363/96, Τεκ. 3(μ), ήταν δε γι΄ αυτό το λόγο που οι υπογραφές στο επίμαχο φαξ 387/96, Τεκ. 6 ή 17, αφενός, και στο γνήσιο φαξ 363/96, Τεκ. 3(μ), αφετέρου, ταυτίζονταν απόλυτα, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι, δοθέντος ότι η πρωτότυπη υπογραφή του ΜΕ2 ουδέποτε τέθηκε στη διάθεση του ΜΕ4 για τους σκοπούς της γραφολογικής εξέτασης στην οποία είχε προβεί, ήταν ανασφαλές το υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Η υπογραφή του ΜΕ2 στο επίμαχο φαξ 387/96, Τεκ. 6 ή 17, μπορούσε να προέρχεται όχι μόνο από το πρωτότυπο του γνησίου φαξ 363/96, Τεκ. 3(μ), αλλά και από φωτοαντίγραφο του γνήσιου φαξ 363/96, Τεκ. 3(μ) το οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν στα χέρια της εφεσείουσας. Ορθά, επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο εύρημα ότι "η υπογραφή στο επίμαχο fax είναι μεν φωτοτυπία της γνήσιας υπογραφής του ΜΕ2, πλην όμως η πηγή προέλευσης της είναι άγνωστη". Προβάλλεται, επίσης, ως λόγος έφεσης ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αποδέχθηκε τη μαρτυρία του ΜΕ2 ως αξιόπιστη, κατέληξε στο εύρημα ότι, όταν μαζί με το ΜΕ1 επισκέφθηκε το ΜΥ1, στο γραφείο του, αυτός του έδωσε, μεταξύ άλλων εγγράφων, και φωτοαντίγραφο του γνήσιου φαξ 363/96, Τεκ. 3(μ). Και τούτο διότι, αν είχε δοθεί από το ΜΥ1 φωτοαντίγραφο του γνήσιου φάξ 363/96, Τεκ. 3(μ), στο ΜΕ2, αυτό θα έπρεπε να φέρει και τη σφραγίδα παραλαβής του από την εφεσείουσα. Όμως, το φωτοαντίγραφο του γνήσιου φαξ 363/96, Τεκ. 3(μ), που περιλαμβάνεται στη δέσμη εγγράφων, Τεκ. 16, που σύμφωνα με το ΜΕ2 του παραδόθηκε από το ΜΥ1, περιλαμβάνεται μεν φωτοαντίγραφο του γνήσιου φαξ 363/96, Τεκ. 3(μ), αλλά χωρίς αυτό να φέρει οποιαδήποτε σφραγίδα της εφεσείουσας. Αντίθετα, στη δέσμη εγγράφων, Τεκ. 17, που παραδόθηκε στον ανακριτή της αστυνομίας ΜΕ3 από την εφεσείουσα, το ίδιο γνήσιο φαξ 363/96, Τεκ. 3(μ), "φέρει δύο σφραγίδες, η μια που έχει σχέση με την ημερομηνία λήψης της στις 30.8.1996 και η άλλη σφραγίδα της ίδιας της τράπεζας ως επίσης και διάφορες άλλες χειρόγραφες σημειώσεις". Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Το Τεκ. 3(μ), που αποτελεί μέρος του Τεκ. 17, αν και λήφθηκε από την εφεσείουσα στις 29.8.1996, φέρει σφραγίδα ότι λήφθηκε (received) στις 30.8.1996. Φέρει, επίσης, σφραγίδα της εφεσείουσας (στρογγυλή) χωρίς ημερομηνία. Το φωτοαντίγραφο του Τεκ. 3(μ), που αποτελεί μέρος του Τεκ. 16, δεν έχει οποιαδήποτε ένδειξη ως προς το πότε λήφθηκε από την εφεσείουσα. Ούτε φέρει οποιαδήποτε σφραγίδα της εφεσείουσας. Το γεγονός ότι τόσο ο ΜΥ1 όσο και η ΜΥ2 χαρακτήρισαν το ζήτημα της ύπαρξης ή μη σφραγίδας ως επουσιώδες, όπως άλλωστε συνέβη και με το αναμφισβήτητα γνήσιο φαξ 389/96, Τεκ. 8, το οποίο δεν φέρει οποιαδήποτε σφραγίδα της εφεσείουσας, σε συνάρτηση με την απουσία από το εδώλιο του μάρτυρα του υπαλλήλου της εφεσείουσας που παρέλαβε το Τεκ. 3(μ), αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο το φωτοαντίγραφο αυτού του τεκμηρίου, που δόθηκε από το ΜΥ1 στο ΜΕ2, όπως ήταν η μαρτυρία του ΜΕ2, να λήφθηκε πριν τη σφράγισή του. Άλλος λόγος έφεσης που προβάλλεται είναι ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι ρήτρες απαλλαγής (excemption clauses), που περιέχονται στο Τεκ. 4κ, δεν απάλλασσαν την εφεσείουσα, τόσο με βάση το δίκαιο των συμβάσεων όσο και με βάση το δίκαιο των αστικών αδικημάτων, από οποιαδήποτε ευθύνη για αποζημίωση της εφεσίβλητης. Και αυτός ο λόγος είναι αβάσιμος. Το Τεκ. 4κ έχει ως εξής: "............ Date: 30.11.93 Dear Sirs, Re: Instructions be telephone, telex or facsimile In consideration of your agreeing to accept my/our application to act on unauthenticated instructions and/or orders whether by telephone or telex or facsimile which appear and/or are purported to have been given by me/us or on behalf of me/us or on behalf of me/us in relation to my/our account/s and/or credit facilities and/or any other transactions between myself/ourselves and yourselves. With this document we the undersigned irrevocably declare that: (
- a)I/we shall not, at any time, dispute your actions which were acted upon my/our instructions as mentioned hereinabove and which I/we shall ratify even if such instructions were not given by me/us or on behalf of me/is. (
- b)We shall indemnify you and keep you indemnified for any demand, claim or action brought against you or for any expense, losses, charges in damages that you may suffer as a result of your agreeing to act as referred to above and/or in consequence of your not following the instructions given to you as aforesaid. (
- c)I/we expressly waive and demand, claim or right we may have or will have against you as a result or by reason or your acting upon my/our instructions whether rightfully or wrongfully and/or by reason of your not following my/our aforesaid instructions. (
- d)I/we shall accept any debit or any of my/our account with any sum which shall become payable by me/us as a result of our instructions given as aforesaid and I/we expressly authorize you to proceed with such debit. ............................................................" Το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι η πιο πάνω ρήτρες απαλλαγής δεν απάλλασσαν την εφεσείουσα, είναι ορθό και το υιοθετούμε. Έχει ως εξής: "Επανερχόμενος στην υπό στοιχείο 9 εισήγηση/θέση του κ. Αραούζου παρατηρώ τα εξής: 1. Παραμένει άγνωστο κατά πόσο οι επίμαχες οδηγίες δόθηκαν στους εναγόμενους σύμφωνα με τις πρόνοιες που διέπουν τις συμβατικές σχέσεις των διαδίκων, βάση των οποίων διαμορφώθηκε και η τραπεζική πρακτική η οποία ακολουθείτο αναφορικά με τη λειτουργία του λογαριασμού των εναγόντων. Υπενθυμίζω ότι η απουσία του κατά τον ουσιώδη χρόνο υπαλλήλου των εναγομένων, στο κατάστημα, Κώστα Ε. Κωνσταντινίδη από το εδώλιο του μάρτυρα, μεταξύ άλλων, στέρησε το δικαστήριο από το υλικό που ενδεχομένως να μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν πραγματικό υπόβαθρο για σκοπούς εδραίωσης της θέσης των εναγομένων, σύμφωνα με την οποία οι επίμαχες οδηγίες όντως δόθηκαν στους εναγόμενους σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθείτο μέχρι τότε αναφορικά με τις οδηγίες που δίνοντο με fax. Συγκεκριμένα έχει παραμείνει άγνωστο στο δικαστήριο κατά πόσο το επίμαχο fax όντως στάληκε στο κατάστημα όπως άγνωστες παραμένουν οι συνθήκες που περιβάλλουν την παραλαβή του και κατ' επέκταση τα σχετικά με τις εν λόγω συνθήκες γεγονότα. 2. Οι εναγόμενοι συνειδητά επέλεξαν να ενεργήσουν έξω από τα πλαίσια και κατά παράβαση των επίμαχων οδηγιών. Υπενθυμίζω ότι, παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με τις επίμαχες οδηγίες η πληρωμή των χρημάτων στον παραλήπτη τελούσε υπό την προϋπόθεση παρουσίασης εκ μέρους του τελευταίου ανεξάρτητης γραπτής εξουσιοδότησης παραλαβής των χρημάτων, οι εναγόμενοι επέλεξαν, να δώσουν στις επίμαχες οδηγίες αυθαίρετη ερμηνεία και έτσι να τις παρακάμψουν και ουσιαστικά να τις αγνοήσουν. 3. Οι εναγόμενοι συνειδητά επέλεξαν να επέμβουν στο περιεχόμενο των επίμαχων οδηγιών τοποθετώντας με το χέρι στον αριθμό διαβατηρίου του φερόμενου σαν παραλήπτη των χρημάτων, τον αριθμό «4», με πέννα. Έχω ήδη αναφερθεί πιο πάνω στις συνθήκες που περιβάλλουν την συγκεκριμένη ενέργεια και έχω σχολιάσει τις συνέπειες της για την υπόθεση των εναγομένων και έτσι θεωρώ περιττό να προσθέσω οτιδήποτε περισσότερο. Περιορίζομαι απλά να υιοθετήσω και να επαναλάβω και για σκοπούς της συγκεκριμένης εισήγησης/θέσης της Υπεράσπισης, τα όσα σχετικά έχω ήδη παραθέσει πιο πάνω.* 4. Οι εναγόμενοι δεν ζήτησαν να ελέγξουν ούτε και ήλεγξαν το αεροπορικό εισιτήριο του προσώπου στο οποίο τελικά καταβλήθηκαν τα χρήματα, επιλέγοντας έτσι συνειδητά να παρακάμψουν την επί του προκειμένου σχετική προϋπόθεση. Ερμηνεύοντας τις συγκεκριμένες ρήτρες απαλλαγής (excemption clauses) με οδηγό τις πιο πάνω αρχές, βρίσκω ότι, για τους λόγους που αναφέρονται στις αμέσως πιο πάνω υπό στοιχεία 1, 2, 3 και 4 παραγράφους, οι εν λόγω ρήτρες δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση. Κατά συνέπεια η υπό στοιχείο 9 εισήγηση/θέση του κ. Αραούζου δεν γίνεται δεκτή και απορρίπτεται." Ο τελευταίος λόγος έφεσης είναι ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο, από τη στιγμή που η σχέση των διαδίκων ήταν συμβατική, έκρινε ότι η εφεσίβλητη δεν όφειλε να επιλέξει, στο στάδιο της ακρόασης και ή έστω στο τελευταίο της στάδιο, ήτοι κατά τις αγορεύσεις, ποια από τις δύο διαζευκτικές αξιώσεις, ήτοι εκείνη της παράβασης συμβάσεως ή εκείνη της αμέλειας, επιθυμούσε να προωθήσει. Το δε Δικαστήριο δεν εδικαιούτο να δώσει θεραπεία στην εφεσίβλητη με βάση και τις δύο αξιώσεις. Το πρωτόδικο Δικαστήριο υιοθέτησε τη θέση ότι το κοινοδίκαιο δεν αρνείται την ύπαρξη συντρέχουσας ευθύνης για παράβαση συμβάσεως και, παράλληλα, για αστικό αδίκημα, στηριζόμενο στην απόφαση της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Henderson v. Merett Syndicates Ltd [1995] 2 AC 145, όπου ο Λόρδος Goff, θέτοντας το ζήτημα ως θέμα αρχής, είπε τα εξής: "It is difficult to see why concurrent remedies in tort and contract, if available against the Medical Profession, should not also be available against members of other professions, whatever form the relevant damage may take" ........." The common Law is not antipathetic to concurrent liability and that there is no sound basis for a rule which automatically restricts the claimant to either a tortuous or contractual remedy." Σύμφωνα με το δικηγόρο της εφεσείουσας, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο βασίστηκε στην υπόθεση Henderson για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αξίωση για παράβαση συμβάσεως και, παράλληλα, για αμέλεια είναι επιτρεπτή. Αγνόησε, όμως, εισηγήθηκε, το πρωτόδικο Δικαστήριο, "ότι η διαζευκτική αξίωση έχει περιορισμούς και δεν μπορεί να εφαρμόζεται, όπως είπε ο Δικαστής Lord Goff of Chieveley στη σελίδα 191 της υπόθεσης Henderson αναφερόμενος στην Καναδέζικη υπόθεση Central Trust Co. v. Refuse [1986] 31 D.L.R. (4th) 481, στις περιπτώσεις όπου κάτι τέτοιο θα επέτρεπε στον Ενάγοντα να παραγκωνίσει συμβατικές ρήτρες εξαίρεσης ή περιορισμού της ευθύνης. Όπως αυτό θα συνέβαινε στην περίπτωση μας. Συγκεκριμένα ο Δικαστής Lord Goff of Chieveley υιοθέτησε το εξής απόσπασμα από την Καναδέζικη απόφαση: «..A concurrent or alternative liability in tort will not be admitted if its effect would be to permit the plaintiff to circumvent or escape a contractual exclusion or limitation of liability of the act or omission that would constitute the tort. Subject to this qualification, where concurrent liability in tort and contract exists the plaintiff has the right to assert the cause of action that appears to be the most advantageous to him in respect of any particular legal consequence.»" Τέτοιες ρήτρες εξαίρεσης ή περιορισμού της ευθύνης, υπήρχαν, κατέληξε ο δικηγόρος της εφεσείουσας, στη σχέση μεταξύ της εφεσείουσας και της εφεσίβλητης. Και αυτός ο λόγος είναι αβάσιμος. Στην προκείμενη περίπτωση, η εφεσίβλητη δεν βάσισε την αξίωσή της έναντι της εφεσείουσας στο αστικό αδίκημα της αμέλειας κατά τρόπο που θα της επέτρεπε να παραγκωνίσει ή αποφύγει την οποιαδήποτε συμβατική ρήτρα απαλλαγής της εφεσείουσας από την πράξη ή την παράλειψη που θα συνιστούσε το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Η εφεσίβλητη βάσισε την αξίωσή της στη θέση ότι η εφεσείουσα παρέβηκε τις συμβατικές της υποχρεώσεις λόγω πράξεων ή παραλείψεών της που συνιστούσαν αμέλεια της έναντι της εφεσίβλητης, αμέλεια για την οποία η εφεσείουσα δεν απαλλασσόταν από τις συμβατικές ρήτρες απαλλαγής. Παράλληλα, η εφεσίβλητη βάσισε την αξίωσή της και στο αστικό αδίκημα της αμέλειας. Πέτυχε σε όλα τα σημεία. Αν το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η εφεσείουσα δεν υπείχε συμβατική ευθύνη έναντι της εφεσίβλητης για το λόγο ότι, αν και αμελής, απαλλασσόταν από τις συμβατικές ρήτρες απαλλαγής, ασφαλώς δεν θα μπορούσε να της αποδώσει ευθύνη στη βάση του αστικού αδικήματος της αμέλειας. Κατ' εφαρμογή του αποσπάσματος από την υπόθεση Henderson στο οποίο παραπέμπει ο δικηγόρος της εφεσείουσας. Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος της εφεσείουσας. Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος της εφεσείουσας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο