Θεοδώρου Ανδρέας και Άλλη ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2006)1 ΑΑΔ 915 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(2006)1 ΑΑΔ 915 8 Σεπτεμβρίου, 2006 [ΑΡΤΕΜΗΣ, ΚΡΟΝΙΔΗΣ, ΗΛΙΑΔΗΣ, Δ/στές]
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ,
- ΚΥΡΙΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Εφεσείοντες-Εναγόμενοι, v. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ., Εφεσιβλήτων-Εναγόντων. (Πολιτική Έφεση Αρ. 12059) Πολιτική Δικονομία ― Συνοπτική απόφαση ― Πρέπει να δίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Πολιτική Δικονομία ― Συνοπτική απόφαση ― Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση από υπάλληλο της ενάγουσας τράπεζας ο οποίος δήλωσε πως τα γεγονότα βρίσκοντο εντός της προσωπικής του γνώσης ― Κρίθηκε ικανοποιητική. Η ενάγουσα-εφεσίβλητη Τράπεζα, με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο, απαιτούσε εναντίον των εναγομένων-εφεσειόντων το ποσό των £17.775,91 πλέον τόκους προς 8,75%. Επίσης απαιτούσε διάταγμα πώλησης των ενυποθήκων κτημάτων προς ικανοποίηση της απαίτησης. Με την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από τους εφεσείοντες η εφεσίβλητη τράπεζα καταχώρησε αίτηση για συνοπτική απόφαση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, μετά από ακρόαση αποδέχθηκε την αίτηση και εξέδωσε απόφαση ως η έκθεση απαίτησης. Οι εφεσείοντες εφεσίβαλαν την απόφαση υποστηρίζοντας ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση δεν ήταν ικανοποιητική μαρτυρία για να εκδώσει την απόφασή του το Δικαστήριο. Μη ικανοποιητική είναι, καθώς υποστήριξαν, και η μαρτυρία για επαλήθευση της απαίτησης. Οι εφεσείοντες προβάλλουν και ισχυρισμούς ότι το Δικαστήριο αναιτιολόγητα τους στέρησε του δικαιώματός τους να καταχωρήσουν υπεράσπιση και να προβάλουν τις θέσεις τους. Παραπονούνται επίσης ότι το Δικαστήριο «μετέτρεψε τη διαδικασία συνοπτικής απόφασης σε δίκη επί της ουσίας». Αποφασίστηκε ότι:
- Η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με την επάρκεια της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση είναι ορθή. Ο ενόρκως δηλών είχε προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν την αγωγή, εμπλέκετο και ο ίδιος στην εξέλιξη της υπόθεσης, έχοντας στη φύλαξή του όλα τα έγγραφα που την αφορούν και δεν αντεξετάστηκε από το δικηγόρο των εφεσειόντων.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της εφεσίβλητης είναι καταλυτική για την υπόθεση. Πέραν του γεγονότος ότι επαληθεύεται με τη μαρτυρία η απαίτηση αυτή επιβεβαιώνεται από την παράθεση των εγγράφων δηλαδή του γραμματίου, των υποθηκών και της κατάστασης του λογαριασμού. Κατά συνέπεια το βάρος μετατίθεται στους ώμους των εφεσειόντων να αποδείξουν ότι έχουν εύλογη ή συζητήσιμη υπεράσπιση ή να αποκαλύψουν τέτοια στοιχεία που να θεωρηθούν επαρκή και να δικαιολογούν όπως τους δοθεί άδεια να καταχωρήσουν υπεράσπιση.
- Οι εφεσείοντες παρέλειψαν να παραθέσουν στην ένορκή τους δήλωση γεγονότα που θα μπορούσαν να στηρίξουν οποιαδήποτε υπεράσπιση.
- Ο πρωτόδικος Δικαστής, στην επίδικη απόφασή του, αναπτύσσει με λεπτομέρεια τους λόγους για τους οποίους οι ισχυρισμοί των εφεσειόντων δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη καλόπιστης ή συζητήσιμης υπεράσπισης. Η έφεση απορρίφθηκε με έξοδα. Αναφερόμενη Υπόθεση: Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ.
- Έφεση. Έφεση από τους?εφεσείοντες εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Υπ. Αρ. 9511/03), ημερ. 4/6/
- Χρ. Καμπούρης για Α. Παπαντωνίου, για τους Εφεσείοντες-Εναγόμενους. Σ. Πολυβίου, για τους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες. Cur. adv. vult. ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Δικαστή Μ. Κρονίδη. ΚΡΟΝΙΔΗΣ, Δ.: Με αγωγή που καταχώρησε η ενάγουσα-εφεσίβλητη Τράπεζα, με ειδικό οπισθογραφημένο κλητήριο, απαιτούσε εναντίον των εφεσειόντων-εναγομένων το ποσό των £17.775,91 πλέον τόκους προς 8,75%. Επίσης απαιτούσε διάταγμα πώλησης των ενυπόθηκων κτημάτων προς ικανοποίηση της απαίτησης. Με την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από τους εφεσείοντες η εφεσίβλητη τράπεζα καταχώρησε αίτηση, στις 3.11.2003, για συνοπτική απόφαση. Τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της εφεσίβλητης. Συνοπτικά έχουν ως ακολούθως:- Ο ενόρκως δηλών, Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού, είναι υπάλληλος της εφεσίβλητης Τράπεζας ο οποίος έχει προσωπική και θετική γνώση, καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση. Στη φύλαξη του ήταν όλα τα έγγραφα που αφορούν την υπόθεση, δηλαδή το επίδικο γραμμάτιο με ενσωματωμένη την εγγύηση της εφεσείουσας 2 καθώς και οι συμβάσεις υποθήκης. Τα έγγραφα αυτά κατατέθηκαν ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση. Ο ενόρκως δηλών καταθέτει επίσης ότι παρακολουθούσε την κίνηση του λογαριασμού κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ετοίμασε δε κατάσταση λογαριασμού που είναι επίσης τεκμήριο στην ένορκη δήλωση. Επιβεβαιώνεται επίσης η οφειλή των εφεσειόντων η οποία και παραμένει ανεξόφλητη. Τέλος, επιβεβαιώνεται ότι οι εφεσείοντες δεν έχουν καμιά υπεράσπιση. Με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη γραπτή ένσταση ο εφεσείων 1 υποβάλλει και ισχυρίζεται πρώτον, ότι το πρόσωπο που προβαίνει στην ένορκη δήλωση για την εφεσίβλητη δεν είναι πρόσωπο το οποίο δύναται να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και δεύτερο ότι το επισυναπτόμενο γραμμάτιο δεν φέρει την υπογραφή των εφεσειόντων ούτε και είχαν συμφωνήσει για τόκο 8%. Αρνούνται επίσης την απαίτηση της εφεσίβλητης η οποία, κατ' αυτούς, βασίζεται σε άκυρη συμφωνία, όπως άκυρες είναι και οι συμβάσεις υποθήκης. Οι διάδικοι στην πρωτόδικη διαδικασία, εκτός από τις ένορκες δηλώσεις τους, δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία ούτε και αντεξέτασαν τους ενόρκως δηλούντες. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού άκουσε τις αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων προχώρησε στην έκδοση μακροσκελούς απόφασης με την οποία αποδέχθηκε την αίτηση και εξέδωσε απόφαση ως η Έκθεση Απαίτησης. Με τέσσερις λόγους έφεσης οι εφεσείοντες προσβάλλουν την απόφαση ως εσφαλμένη. Με τον πρώτο λόγο έφεσης οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο έσφαλλε όταν αποδεχόταν το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση της εφεσείουσας γιατί αυτή δεν ήταν ικανοποιητική μαρτυρία για να εκδώσει την απόφαση του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού προβαίνει σε ευρεία ανασκόπηση της νομολογίας επί του θέματος κατέληξε ως ακολούθως:- «Το Δικαστήριο, ως έχει αναφερθεί κι' ανωτέρω, πρώτα εξετάζει εάν πληρούνται αυστηρά οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18, Κ.
- Πράγματι η πρώτη προϋπόθεση τηρείται αφού η αγωγή ηγέρθη σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο Δ.2, Κ.
- Είναι επίσης αποδεκτό ότι οι εναγόμενοι Καθ' ων η Αίτηση, κατεχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 9.10.03, ως διαπιστώνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου. Ως προς την τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης, φαίνεται ότι η ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την αγωγή και το ποσό που αξιώνεται. Διαπιστώνεται από το κλητήριο ένταλμα και τα τεκμήρια που με παραπέμπει ο ενόρκως δηλών Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού και όπως πιστεύει αυτός ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή και ότι εκείνο που παραμένει προς εξέταση, είναι κατά πόσο ο ενόρκως δηλών είχε προσωπική γνώση των γεγονότων για τα οποία πρέπει να ορκισθεί θετικά. Ανατρέχοντας στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, διαπιστώνω ότι στην πρώτη
(1)παράγραφο της, ο ομνύων αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία της Ενάγουσας και γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση που έκανε. Αναφέρει ακόμη, ότι καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο ήταν στην υπηρεσία των Εναγόντων, στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών, μεταξύ των οποίων και αυτός των Εναγομένων και έχει στη φύλαξη και έλεγχο του τα Τεκμήρια που επισύναψε και είχε την ευθύνη παρακολούθησης του λογαριασμού των Εναγομένων, και έχει θετική γνώση για τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, και είναι το κατάλληλο πρόσωπο που έχει εξουσιοδότηση από την Ενάγουσα και επιβεβαίωσε τη βάση της Αγωγής και επισύναψε τα έγγραφα που έπρεπε. Είναι επομένως, κατάληξη μου ότι η Ενάγουσα έχει καταφέρει να αποδείξει τις προϋποθέσεις που θέτει η Νομολογία μας.» Συμφωνούμε με την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου, αφού και εμείς έχουμε αναγνώσει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Αντί άλλων σχολίων παραθέτουμε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 274 στη σελίδα 280 που ταιριάζει απόλυτα με τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης:- «Συμφωνούμε με την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου. Ο ενόρκως δηλών για την εφεσίβλητη διαλαλεί την προσωπική του γνώση στα γεγονότα που αφορούν την αγωγή και την εμπλοκή του ιδίου στην εξέλιξη των γεγονότων με την παρακολούθηση της κινήσεως του λογαριασμού και της συμμετοχής του στην ετοιμασία της σχετικής κατάστασης λογαριασμού, την οποία και προσυπογράφει. Προκύπτει ότι ήταν πρόσωπο ικανό εντός της εννοίας της Δ.18, θ.1 για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής, όπως και έπραξε, παραθέτοντας και τα σχετικά έγγραφα. Προσθέτουμε ακόμα ότι δεν έχει αντεξετασθεί ο ομνύων από τον δικηγόρο του εφεσείοντα. Στην υπόθεση Pathe Freres Cinema Ltd. v. United Electric Theatres Ltd. [1914] 3 K.B. 1253, ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα ήσαν εντός της προσωπικής του γνώσης, κρίθηκε ικανοποιητική (Βλέπε: Ευαγγέλου Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1051).» Με τον δεύτερο λόγο έφεσης οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι λανθασμένα το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η εφεσίβλητη παρουσίασε ικανοποιητική μαρτυρία για επαλήθευση της απαίτησης. Όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο θεωρούμε ότι ο λόγος αυτός της έφεσης δεν ευσταθεί. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της εφεσίβλητης είναι καταλυτική για την υπόθεση. Πέραν του γεγονότος ότι επαληθεύεται με τη μαρτυρία η απαίτηση αυτή επιβεβαιώνεται από την παράθεση των εγγράφων δηλαδή του γραμματίου, των υποθηκών και της κατάστασης του λογαριασμού. Κατά συνέπεια το βάρος μετατίθεται στους ώμους των εφεσειόντων να αποδείξουν ότι έχουν εύλογη ή συζητήσιμη υπεράσπιση ή να αποκαλύψουν τέτοια στοιχεία που να θεωρηθούν επαρκή και να δικαιολογούν όπως τους δοθεί άδεια να καταχωρήσουν υπεράσπιση. Η θέση αυτή μας οδηγεί στον τρίτο λόγο έφεσης. Με αυτόν ο εφεσείων προβάλλει ισχυρισμούς ότι το Δικαστήριο αναιτιολόγητα στέρησε τους εφεσείοντες του δικαιώματος τους να καταχωρήσουν υπεράσπιση και να προβάλουν τις θέσεις τους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του λέγει τα εξής:- «Δεν έχω πεισθεί επ' ουδενί ότι οι Εναγόμενοι έχουν αποσείσει το βάρος να αποδείξουν εύλογη συζητήσιμη, καλή εκ πρώτης όψεως ή πλήρη Υπεράσπιση ή έχουν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν από το Δικαστήριο επαρκή ή που να δικαιολογούν όπως το Δικαστήριο παραχωρήσει σε αυτούς άδεια για καταχώρηση Υπεράσπισης. Δεν δίδονται ούτε λεπτομέρειες αλλά ούτε και αποκαλύπτονται γεγονότα τέτοια που να μπορούν να κριθούν σαν αρκετά για να δώσουν το δικαίωμα σ' αυτούς να προβάλουν την Υπεράσπιση τους. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη.» Έχουμε μελετήσει και εμείς το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης των εφεσειόντων και έχουμε καταλήξει και εμείς στα ίδια συμπεράσματα. Όχι μόνο δεν παρατίθενται οποιαδήποτε γεγονότα που θα μπορούσαν να στηρίξουν οποιαδήποτε υπεράσπιση αλλά και όσα ισχυρίζονται είναι ασαφή. Δεν παρουσίασαν συζητήσιμη υπεράσπιση. Οι περαιτέρω ισχυρισμοί του δικηγόρου των εφεσειόντων που περιέχονται στο περίγραμμα αγόρευσης του ότι προσεβλήθησαν τα συνταγματικά δικαιώματα των εφεσειόντων με την άρνηση του Δικαστηρίου να τους επιτρέψει να καταχωρήσουν υπεράσπιση παραμένουν μετέωρα γιατί δεν έχουν αναπτυχθεί επαρκώς και σαφώς είναι εκτός του λόγου έφεσης. Κατά συνέπεια και ο λόγος αυτός της έφεσης ως ανεδαφικός απορρίπτεται. Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο έφεσης οι εφεσείοντες παραπονούνται ότι το Δικαστήριο «μετέτρεψε τη διαδικασία συνοπτικής απόφασης σε δίκη επί της ουσίας». Ο λόγος αυτός αναπτύσσεται σε πέντε σελίδες στο περίγραμμα του δικηγόρου των εφεσειόντων. Πραγματικά δεν έχουμε αντιληφθεί το περιεχόμενο του ούτε τους ισχυρισμούς των εφεσειόντων. Στο περίγραμμα του δικηγόρου των εφεσειόντων προβάλλονται εκ νέου οι ίδιοι ισχυρισμοί που έχουν ήδη εξετασθεί και απαντηθεί στους άλλους τρεις λόγους έφεσης. Ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι η επίδικη απόφαση είναι εσφαλμένη γιατί οι εφεσείοντες απέδειξαν συζητήσιμη υπόθεση με την ένορκη δήλωση τους. Αυτός όμως ο ισχυρισμός έχει ήδη απαντηθεί στους άλλους λόγους έφεσης. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι όλοι οι ισχυρισμοί των εφεσειόντων έχουν ήδη απαντηθεί. Ο πρωτόδικος Δικαστής, στην επίδικη απόφαση του, αναπτύσσει με λεπτομέρεια τους λόγους για τους οποίους οι ισχυρισμοί των εφεσειόντων δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη καλόπιστης ή συζητήσιμης υπεράσπισης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η έφεση απορρίπτεται με έξοδα. Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο