Iακώβου Kυριάκος Kυπριανού και Άλλος ν. Zωής Iωάννου Zάπρη
(1987)1 C.L.R. 547, τα γεγονότα της οποίας ήταν ταυτόσημα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Περαιτέρω, ο εφεσείων 2, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος, ήταν σε θέση εμπιστοσύνης (fiduciary position) έναντι της εφεσίβλητης και, ως εκ τούτου, υπείχε έναντί της καθήκον εντιμότητας, πίστης και επιμέλειας, όπως και καθήκον να προωθεί τα συμφέροντά της και όχι τα δικά του συμφέροντα ή τα συμφέροντα οποιουδήποτε τρίτου. Ο δε εφεσείων 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καλόπιστος τρίτος στη συναλλαγή, αφού, εν γνώσει του, υποβοηθούσε τον εφεσείοντα 2 να υπερβεί του όρους της πληρεξουσιότητάς του. Ως εκ τούτου οι πράξεις του εφεσείοντος 2 δεν ήταν δεσμευτικές έναντι της εφεσίβλητης.
- Η διαχείριση της περιουσίας - από τους γονείς - για τη δική τους συμβίωση, κάθε άλλο παρά σημαίνει ή επιτρέπει την αποξένωση της περιουσίας διά δωρεάς. Σημαίνει, απλώς, ότι οι γονείς δικαιούνται π.χ. να καλλιεργούν ή να ενοικιάζουν την περιουσία προς ίδιο όφελος.
- Δεν έχει τεκμηριωθεί ο λόγος έφεσης για έλλειψη αιτιολογίας της εκκαλούμενης απόφασης.
- Το διάστημα των δύο χρόνων που μεσολάβησε, αφότου η εφεσίβλητη έλαβε γνώση της επίδικης μεταβίβασης μέχρι την καταχώρηση της αγωγής, δεν μπορεί εύλογα να θεωρηθεί, υπό τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, τόσο μεγάλο που να αποστερεί την εφεσίβλητη από τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της στην Κύπρο.
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε εκτενώς τη μαρτυρία της εφεσίβλητης και ανέφερε στην απόφασή του ότι κατά την υπογραφή του πληρεξουσίου εγγράφου οι διάδικοι γνώριζαν, περιλαμβανομένης και της ενάγουσας, ότι πέραν της εξουσίας για μεταβίβαση της οικογενειακής περιουσίας παρέμεινε το δικαίωμα διαχείρισης των κτημάτων στον πατέρα τους. Η έφεση απορρίφθηκε με έξοδα εις βάρος των εφεσειόντων. Αναφερόμενες Υποθέσεις: Kakoullou v. Kakoullou
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1329, την οποία επικαλούνται οι εφεσείοντες, διακρίνεται από την Kakoullou, όπως και από την παρούσα, διότι εκεί, σε αντίθεση με την παρούσα, η εφεσίβλητη είχε λάβει γνώση της επίδικης μεταβίβασης και δεν είχε λάβει οποιαδήποτε μέτρα για την ακύρωσής της για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εδώ, ο εφεσείων 2 ουδέποτε ειδοποίησε την εφεσίβλητη ότι σκόπευε να μεταβιβάσει τα κτήματα στο όνομά του και ή στο όνομα του εφεσείοντος 1 και ουδέποτε εξασφάλισε τη συγκατάθεση της εφεσίβλητης για τέτοια ενέργεια. Αντίθετα, τόσο αυτός όσο και ο εφεσείων 1 απέκρυψαν ανέντιμα τις ενέργειές τους από την εφεσίβλητη. Η εφεσίβλητη εδικαιούτο, βάσει του Άρθρου 175 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, να καταγγείλει τη συναλλαγή, όπως και έπραξε, ευθύς ως έλαβε γνώση, κατά την επίσκεψή της στην Κύπρο το 2002, των ενεργειών των εφεσειόντων 1 και 2.* Περαιτέρω, ο εφεσείων 2, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος, ήταν σε θέση εμπιστοσύνης (fiduciary position) έναντι της εφεσίβλητης και, ως εκ τούτου, υπείχε έναντί της καθήκον εντιμότητας, πίστης και επιμέλειας, όπως και καθήκον να προωθεί τα συμφέροντά της και όχι τα δικά του συμφέροντα ή τα συμφέροντα οποιουδήποτε τρίτου. Χρησιμοποιώντας το πληρεξούσιο για να μεταβιβάσει τα κτήματα της εφεσίβλητης στον εφεσείοντα 1, και δη δια δωρεάς, χωρίς να το αποκαλύψει στην εφεσίβλητη και χωρίς να λάβει τη συγκατάθεσή της, ο εφεσείων 2 ενήργησε εναντίον των συμφερόντων της εφεσίβλητης αφού, εν αγνοία της, την αποστέρησε από την περιουσία της χωρίς αυτή να έχει οποιοδήποτε όφελος. Μάλιστα, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία, ο εφεσείων 1 μεταβίβασε τα κτήματα στο όνομα του εφεσείοντος 2 για να τα κρατεί ως εμπιστευματούχος (trustee) προς δικό του όφελος ως εμπιστευματοδόχου (beneficiary), εφόσον το γενικό πληρεξούσιο δεν του παρείχε την εξουσία να τα μεταβιβάσει ευθέως στο δικό του όνομα. Σημειώνουμε, συναφώς, ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου του εφεσείοντος 1, αυτός γνώριζε ότι ιδιοκτήτης των τεσσάρων κτημάτων που του μεταβιβάστηκαν, δια δωρεάς, ήταν η εφεσίβλητη, και ότι, μεταβιβάζοντας τα κτήματα στο όνομά του, ο εφεσείων 2 ενεργούσε καθ' υπέρβαση της πληρεξουσιότητάς του, αφού ο ίδιος ανέφερε στη μαρτυρία του ότι αποδέχθηκε τη μεταβίβαση των κτημάτων επειδή ο πατέρας του δεν μπορούσε, με βάση το πληρεξούσιο, να τα μεταβιβάσει ευθέως στο όνομά του. Συνακόλουθα, ο εφεσείων 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καλόπιστος τρίτος στη συναλλαγή. Το αντίθετο συμβαίνει. Ο εφεσείων 1, εν γνώσει του, υποβοηθούσε τον εφεσείοντα 2 να υπερβεί τους όρους της πληρεξουσιότητάς του. Ως εκ τούτου, οι πράξεις του εφεσείοντος 2 δεν ήταν δεσμευτικές έναντι της εφεσίβλητης. Άλλος λόγος έφεσης που προβάλλεται είναι ότι, εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο βρήκε ότι, όταν καταρτιζόταν το γενικό πληρεξούσιο, ήταν κοινή αντίληψη των εφεσειόντων 1 και 2 και της εφεσίβλητης ότι ο εφεσείων 2 «θα μπορούσε να διαχειριζόταν τα ακίνητα όπως ο ίδιος ήθελε για τη δική του συμβίωση», αυτό το εύρημα δεν συγκεράζεται με την αναγκαιότητα της εκ των υστέρων επικύρωσης της όποιας δωρεάς από την εφεσίβλητη και, ως εκ τούτου, η επί του προκειμένου κρίση του Δικαστηρίου είναι εσφαλμένη ως αντιφατική με τα ευρήματά του. Και αυτός ο λόγος είναι αβάσιμος. Όπως ορθά παρατήρησε ο δικηγόρος της εφεσίβλητης, «η διαχείριση της περιουσίας - από τους γονείς - για τη δική τους συμβίωση», κάθε άλλο παρά σημαίνει ή επιτρέπει την αποξένωση της περιουσίας δια δωρεάς. Σημαίνει, απλώς, ότι οι γονείς δικαιούνται π.χ. να καλλιεργούν ή να ενοικιάζουν την περιουσία προς ίδιο όφελος. Άλλος λόγος έφεσης που προβάλλεται είναι ότι «η απόφαση του Δικαστηρίου είναι λανθασμένη και αναιτιολόγητη αφού αδικαιολόγητα παραγνωρίζει παντελώς μαρτυρία του εναγομένου 1 χωρίς καν να υπεισέρχεται σε αξιολόγηση της εν λόγω μαρτυρίας». Το σφάλμα που αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την αιτιολογία των λόγων έφεσης, αλλά και από την αγόρευση του δικηγόρου των εφεσειόντων, είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνωρίζει τη μαρτυρία του εφεσείοντος 1 σύμφωνα με την οποία ο πατέρας του, εφεσείων 2, πληροφόρησε την εφεσίβλητη ότι θα μεταβίβαζε τα κτήματα από το όνομά της σε άλλο όνομα, αυτή δε του απάντησε ότι δεν την ενδιέφερε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο - συνεχίζει η εισήγηση - «χωρίς να προβαίνει σε αξιολόγηση της εν λόγω μαρτυρίας αδικαιολόγητα ανεπίτρεπτα και ατεκμηρίωτα παραγνωρίζει παντελώς την μαρτυρία για ενημέρωση και συγκατάθεση προβαίνοντας σε επίσης ατεκμηρίωτα ευρήματα περί μη ενημέρωσης και μη συγκατάθεσης της ενάγουσας.». Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αναφερόμενο στο θέμα της συγκατάθεσης της εφεσίβλητης, είπε τα εξής: "Ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η δεύτερη μεταβίβαση των τεσσάρων κτημάτων από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο 1, χωρίς κανένα ενδοιασμό αποδέχομαι την μαρτυρία της ενάγουσας η οποία καθόλου δεν απάδει με αυτήν του εναγόμενου
- Σύμφωνα με τον εναγόμενο 1, αυτός δεν ενημέρωσε την ενάγουσα για την μεταβίβαση, ενώ ο εναγόμενος 2 έδωσε καθόλου μαρτυρία για να διαψεύσει την ενάγουσα. Είναι χωρίς αμφιβολία το εύρημά μου ότι αυτή η μεταβίβαση έγινε χωρίς την γνώση, θέληση ή συναίνεση της ενάγουσας. Και ότι αυτή όταν το πληροφορήθηκε κατά την επίσκεψη της στην Κύπρο κατά το 2002, εξέφρασε την διαφωνία της και διαμαρτυρία της.» Από το πιο πάνω απόσπασμα είναι πρόδηλο ότι επί του θέματος της συγκατάθεσης το πρωτόδικο Δικαστήριο προτίμησε τη μαρτυρία της εφεσίβλητης έναντι της επί του ιδίου θέματος μαρτυρίας του εφεσείοντος 1, την οποία και παρέθεσε προηγουμένως στην απόφασή του. Ενόψει της μαρτυρίας της εφεσίβλητης, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε ως αξιόπιστη, ο ισχυρισμός του δικηγόρου του εφεσείοντος περί ατεκμηρίωτου ευρήματος, ως προς το θέμα της συγκατάθεσης, δεν ευσταθεί. Προβάλλεται επίσης ως λόγος έφεσης ότι «η απόφαση του Δικαστηρίου είναι λανθασμένη αφού αδικαιολόγητα το Δικαστήριο παραγνωρίζει παντελώς ισχυρισμό της υπεράσπισης περί κωλύματος της ενάγουσας στη συνέχιση της επίδικης διαφοράς.». Σύμφωνα με το δικηγόρο των εφεσειόντων το κώλυμα της εφεσίβλητης προκύπτει ως εκ της καθυστέρησής της, για δύο περίπου χρόνια, αφότου έλαβε γνώση της επίδικης μεταβίβασης, να καταχωρήσει την αγωγή εναντίον των εφεσειόντων. Το γεγονός τούτο, συνεχίζει η εισήγηση, καθιστούσε ανεπιεικές να επιτραπεί στην εφεσίβλητη «να συνεχίζει να επιδιώκει αξίωση». Και αυτός ο λόγος είναι αβάσιμος. Το κατά πόσο υπάρχει καθυστέρηση ικανή να αποστερήσει τον ενάγοντα από την επιδιωκόμενη θεραπεία, εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (Βλ. Halsbury?s Laws of England, Τρίτη Έκδοση, Τόμος 14, παράγραφος 1182 (equity does not give a specific time, but considers the circumstances of each case). Στην περίπτωση της εφεσίβλητης το αναμφισβήτητο γεγονός της διαμονής της στην Αυστραλία, σε όλους τους ουσιώδεις χρόνους, συνιστά, κατά την κρίση μας, τέτοια περίσταση, ώστε το διάστημα των δύο χρόνων που μεσολάβησε, αφότου η εφεσίβλητη έλαβε γνώση της επίδικης μεταβίβασης μέχρι την καταχώρηση της αγωγής, να μην μπορεί εύλογα να θεωρηθεί τόσο μεγάλο που να αποστερεί την εφεσίβλητη από τα περιουσιακά της δικαιώματα στην Κύπρο. Συναφώς, δεν μας διαφεύγει και το γεγονός ότι η εφεσίβλητη, ως το σχετικό εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ουδέποτε έδωσε τη συναίνεση ή τη συγκατάθεσή της στην επίδικη μεταβίβαση, ενώ, από την άλλη, δεν επήλθε οποιαδήποτε μεταβολή της θέσης των εφεσειόντων, ούτε και προβλήθηκε τέτοια θέση, ως αποτέλεσμα της καθυστέρησης της εφεσίβλητης να καταχωρήσει την αγωγή. (Βλ. Halsbury?s, πιο πάνω, παράγραφοι 1181 και 1185). Ο τελευταίος λόγος έφεσης που προβάλλεται είναι ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αξιολόγηση «μέρους της μαρτυρίας» της εφεσίβλητης. Σύμφωνα με την εισήγηση του δικηγόρου των εφεσειόντων, το μέρος της μαρτυρίας της εφεσίβλητης που δεν αξιολόγησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, σχετίζεται με τον ισχυρισμό των εφεσειόντων ότι «η ίδια δεν ομιλούσε και ή δεν ομιλεί και ή δεν γνώριζε και ή δεν γνωρίζει την Ελληνική γλώσσα και ότι δυνάμει τούτης της αδυναμίας της δεν κατανοεί τη φύση και το περιεχόμενο του πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 27.8.1979». Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε πλήρως τη μαρτυρία της εφεσίβλητης. Η εφεσίβλητη είχε αναφέρει στη μαρτυρία της ότι, επειδή το πληρεξούσιο ήταν στην Ελληνική γλώσσα, δεν κατανοούσε τη φύση και το περιεχόμενό του, εφόσον αδυνατούσε να διαβάσει Ελληνικά. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αξιολόγησε εκτενώς τη μαρτυρία της εφεσίβλητης, είπε και τα εξής: "Κατ' αρχήν δεν συνέτρεχε κανένας λόγος να ασκηθεί δόλος, ψευδείς παραστάσεις, απόκρυψη ή οποιαδήποτε επιλήψιμη συμπεριφορά έναντι της ενάγουσας και μόνο στην περίπτωση της ίδιας, για να ξεγελασθεί να υπογράψει ένα γενικό πληρεξούσιο αντί ειδικού, καθ΄ην στιγμή όλοι οι άλλοι τρεις αδελφοί υπόγραψαν ακριβώς το ίδιο πληρεξούσιο, οι δύο μάλιστα στην παρουσία αλλήλων και της ενάγουσας, αλλά και του δικηγόρου κ. Αντωνίου. Και αν ακόμα γινόταν δεκτός, που δεν έγινε, ο ισχυρισμός ότι δεν ήξερε ότι υπέγραφε ένα γενικό πληρεξούσιο η ενάγουσα, για ποιο λόγο να γινόταν δεκτό ότι ειδικά αυτή και μόνο θα διαμαρτυρόταν και θα αρνείτο να το υπογράψει αν γνώριζε την ακριβή του φύση; Όλα αυτά, κατά την άποψη μου είναι προφάσεις εκ των υστέρων για να δικαιολογήσουν την αντίδραση της ενάγουσας όταν έμαθε ότι το πληρεξούσιο εκείνο μέσω του οποίου απόκτησε τα κτήματα, χρησιμοποιήθηκε χρόνια αργότερα το ίδιο για να της την αποστερήσει. Όταν καταρτιζόταν όμως το πληρεξούσιο έγγραφο και υπογραφόταν απ΄ όλους, όλοι γνώριζαν περιλαμβανομένης και της ενάγουσας ότι πέραν της εξουσίας για μεταβίβαση στο όνομα τους της οικογενειακής περιουσίας, παρέμεινε το δικαίωμα διαχείρισης των κτημάτων στον πατέρα τους, εφόσον αυτοί ήσαν στο εξωτερικό." Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει, με σαφήνεια, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε, όπως έπρεπε, και το θέμα της γνώσης της Ελληνικής γλώσσας από την εφεσίβλητη, όπως και της δυνατότητάς της να κατανοήσει τη φύση και το περιεχόμενο του πληρεξουσίου της 27.8.
- Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος των εφεσειόντων. Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος των εφεσειόντων. * Το Άρθρο 175 του Κεφ. 149 έχει ως εξής: "
- Αν ο αντιπρόσωπος κατά τη διεξαγωγή των εργασιών της αντιπροσωπείας συναλλάσσεται για δικό του λογαριασμό, χωρίς να πάρει προηγουμένως τη συναίνεση του αντιπροσωπευόμενου και χωρίς να γνωστοποιήσει σε αυτόν όλες τις ουσιώδεις περιστάσεις οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του για την υπόθεση, ο αντιπροσωπευόμενος δύναται να καταγγείλει τη συναλλαγή, αν καταστεί φανερό είτε ότι ο αντιπρόσωπος απέκρυψε ανέντιμα από αυτόν οποιοδήποτε ουσιώδες γεγονός, είτε ότι οι συναλλαγές του αντιπροσώπου έχουν καταστεί επιζήμιες γι' αυτόν." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο