Xριστοδουλίδης Μιχάλης ν. Χαρίλαου Κυμίση και Άλλης
(2009)1 ΑΑΔ 635 29 Μαΐου, 2009 [ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ΚΛΗΡΙΔΗΣ, Δ/στές] ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ, Εφεσείων-Εναγόμενος 1, v.
- ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΚΥΜΙΣΗ,
- EKASTICA KYMISIS LTD, Εφεσιβλήτων-Εναγόντων. (Πολιτική Έφεση Αρ. 388/2006) Πολιτική Δικονομία ― Τίτλος αγωγής ― Τροποποίηση τίτλου αγωγής με διαταγή του Δικαστηρίου ― Κατά πόσο η μη συμπερίληψη της ένδειξης για τροποποίηση και στην πρωτόδικη απόφαση (εκτός από την εν τέλει συνταχθείσα απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και την ειδοποίηση έφεσης στις οποίες υπήρχε η σχετική ένδειξη), επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο το κύρος της, ώστε να μπορεί να τίθεται ζήτημα παραμερισμού της για τον λόγο αυτό ― Διαφοροποίηση της παρούσας υπόθεσης από την υπόθεση Έλληνας κ.ά. v. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 485 που επικαλέστηκε ο εφεσείων, αφορά σε διαφορετικό ζήτημα. Εκεί, ενώ μετά το θάνατο ενός των εναγομένων ο τίτλος τροποποιήθηκε ώστε στη θέση του να τεθεί ο διαχειριστής της περιουσίας του, η ειδοποίηση έφεσης είχε ως τίτλο τον αρχικό, ως εάν να ήταν διάδικος ο ίδιος ο αποβιώσας. Επομένως, όπως κρίθηκε, η ειδοποίηση έφεσης ήταν άκυρη αφού «καλείται το Ανώτατο Δικαστήριο να (α) ασκήσει τις εξουσίες του έξω από το πλαίσιο της υφιστάμενης αντιδικίας και (β) από ακαθόριστο διάδικο». Με τον τρίτο λόγο έφεσης υποστηρίζεται πως εσφαλμένα επετράπη στον Κ. Χασαπόπουλο να καταθέσει ως πραγματογνώμονας, ειδικός σε εκτιμήσεις πινάκων και κακώς το Πρωτόδικο Δικαστήριο δέχτηκε τη μαρτυρία του αναφορικά με τη γνησιότητα των επιδίκων πινάκων. Ήταν, όμως, παραδεκτό πως οι επίδικοι πίνακες δεν ήταν γνήσιοι και δεν μπορούμε να διακρίνουμε την επίδραση που θα μπορούσε να έχει στην κατάληξη αυτό το θέμα. Σημειώνουμε, εν πάση περιπτώσει, πως ο Κ. Χασαπόπουλος εξέθεσε τα προσόντα του και η μαρτυρία του ως ειδικού εισάχθηκε χωρίς ο εφεσείων να προβάλει οποιεσδήποτε ενστάσεις. Ενώ και η αντεξέτασή του αφορούσε στην ουσία της μαρτυρίας του και όχι στη δυνατότητά του να εκφέρει γνώμη. Ο πέμπτος λόγος έφεσης φέρει την πρωτόδικη απόφαση ως εν πάση περιπτώσει, «ελλιπή, ακροσφαλή, τρωτή και λανθασμένη» επειδή δεν περιλαμβάνει αναφορά στο «ιδιοκτησιακό καθεστώς των επιδίκων πινάκων». Μπορούμε και επ' αυτού να είμαστε σύντομοι. Επίδικο ήταν το κατά πόσο νομίμως ή όχι οι εφεσίβλητοι ακύρωσαν τη συμφωνία για την αγορά των 16 πινάκων και σημειώνουμε πως, κατά τη μαρτυρία των εφεσιβλήτων, 12 από αυτούς βρίσκονταν στην κατοχή της αστυνομίας ενώ οι άλλοι τέσσερις είχαν σταλεί στην Ελλάδα για έλεγχο γνησιότητας. Με την πρωτόδικη απόφαση κρίθηκε πως ο εφεσείων ήταν ένοχος απάτης και, σ' αυτή τη βάση, με αναφορά στα Άρθρα 17, 18 και 19 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, αφού έκρινε πως «οι ενάγοντες προέβησαν σε ακύρωση της συμφωνίας», το Πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε υπέρ τους το ποσό που αναφέρθηκε. Δεν προτάθηκε ή επιδιώχθηκε οτιδήποτε άλλο και, πάντως, δεν κατανοούμε την απορία του εφεσείοντα σε σχέση με το ποιο είναι τώρα το ιδιοκτησιακό καθεστώς των επίδικων πινάκων, αφού η συμφωνία ακυρώθηκε. Ο δεύτερος λόγος έφεσης αφορά στην εκτίμηση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιοπιστία. Υποστηρίζεται πως υπήρχαν σοβαρές αντιφάσεις και αδυναμίες ώστε να επιβάλλεται παρέμβασή μας. Ο εφεσίβλητος 1 ήταν «καλός γνώστης ζωγραφικών πινάκων» και, επομένως, ήταν παράλογο απλώς να πείστηκε από τον εφεσείοντα, για να σκεφτεί να ελέγξει όχι εκ των προτέρων αλλά εκ των υστέρων. Ενώ και η τιμή που συμφωνήθηκε ήταν χαμηλότερη από εκείνη που αντιπροσώπευε την αξία γνήσιων πινάκων. Ήταν λάθος η αποδοχή των λεχθέντων αναφορικά με το Θεόδωρο και τη Ζήνα Κάνθερ αφού, όπως φάνηκε, ο Θεόδωρος δεν συνάντησε ποτέ οποιονδήποτε από τους δυο. Περαιτέρω, υπήρχε αντίφαση αφού κατά τη μαρτυρία του λοχία Λ. Παπασπύρου ο εφεσίβλητος 1 του ανέφερε πως οι επίδικοι πίνακες ήλθαν από την Ελλάδα. Όπως και αντιφάσεις αναφορικά με το ποσό που καταβλήθηκε αφού στη γραπτή του κατάθεση ο εφεσίβλητος 1 αναφέρθηκε σε £34.750, την ακριβή χρονική περίοδο της συναλλαγής, το κατά πόσο ολόκληρο το ποσό πληρώθηκε με επιταγές όπως η Έκθεση Απαίτησης ή οποιοδήποτε μέρος του με μετρητά και το κατά πόσο πώλησε σε τρίτους όλους τους πίνακες ως η Έκθεση Απαίτησης ή μόνο τρείς όπως εξήγησε στη μαρτυρία του. Ενώ, από την άλλη, ήταν πιο φυσική η μαρτυρία του εφεσείοντα, ο οποίος μόλις τέθηκε το θέμα, παραδέχτηκε πως οι πίνακες δεν ήταν γνήσιοι με πρόσθετο υποστήριγμα το εν τέλει αδιαμφισβήτητο, όπως αυτό προκύπτει από την επί του σημείου αποδοχή της μαρτυρίας της Ν. Παστίδου και της εναγομένης 2, ότι ο εφεσίβλητος 1, αντίθετα προς την υποβολή κατά την αντεξέταση του εφεσείοντα, είχε παραστεί σε δημοπρασία, παρόντων του εφεσείοντα και των δυο δημοπρατών. Οπότε, όπως ο εφεσείων κατέθεσε, συμφωνήθηκε η αγορά από τους δημοπράτες με τον ίδιο απλώς να λειτουργεί ως μεσάζων. Ρόλο τον οποίο, εν πάση περιπτώσει, έπρεπε να του αναγνωρίσει το Πρωτόδικο Δικαστήριο και να τον είχε απαλλάξει αφού και με βάση την εκδοχή του εφεσίβλητου 1, ο εφεσείων πωλούσε τους πίνακες για λογαριασμό του Θεόδωρου. Τελικά, έπρεπε να θεωρηθεί ως σημαντικό πλήγμα στην αξιοπιστία του εφεσίβλητου 1 το γεγονός ότι ενέπλεξε ως συμμετέχοντες στην απάτη τους εναγομένους 2 και
- Έχουμε ελέγξει όλα τα δεδομένα και δεν έχουμε ικανοποιηθεί ότι δικαιολογείται παρέμβασή μας σε σχέση με την αποτίμηση της αξιοπιστίας, έργο κατ' εξοχήν του Πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η εμπλοκή των εναγομένων 2 και 3 εξηγήθηκε. Ούτε με τη γραπτή του κατάθεση στην αστυνομία ούτε και με τη μαρτυρία του τους είχε εμπλέξει ο εφεσίβλητος
- Μια από τις επιταγές είχε εκδοθεί λευκή και σ' αυτή αναγράφηκε ως δικαιούχος η εναγόμενη
- Στη δε εναγόμενη εταιρεία, που συστάθηκε μετά τον ουσιώδη χρόνο, κατά διαδοχή προηγούμενης, απλώς οι άλλοι εναγόμενοι ήταν «διευθυντής και κατά ισομοιρία μέτοχοι». Επίσης, εξ αρχής, με τη γραπτή του κατάθεση προς την αστυνομία, ο εφεσίβλητος 1 αναφέρθηκε στο ιστορικό για την ανάμιξη του Θεόδωρου και της Ζήνας Κάνθερ και, ακριβώς, με αναφορά σε αυτό το γεγονός, το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν δέχτηκε τη σχετική αναφορά του λοχία Παπασπύρου, πράγμα που προφανώς διέλαθε της προσοχής κατά τη διατύπωση της έφεσης. Ασφαλώς η αξία των πινάκων, αν ήταν γνήσιοι, θα ήταν μεγαλύτερη αλλά το Πρωτόδικο Δικαστήριο δέχτηκε πως ο εφεσίβλητος 1, που κατά επάγγελμα ήταν γιατρός, παρά την ενασχόληση του και με πίνακες ζωγραφικής, πείστηκε από τις παραστάσεις του εφεσείοντα στις οποίες και στηρίχτηκε. Περαιτέρω, το ότι ο Θεόδωρος δεν γνώριζε κανένα από τους δυο δεν είναι δυνατό να σημαίνει οτιδήποτε. Ο ίδιος ο εφεσίβλητος 1 ασφαλώς δεν τον γνώριζε και, στο πλαίσιο της εκδοχής του, ψευδώς ο εφεσείων εμφάνισε τους πίνακες ως δικούς του. Οπότε και το εναλλακτικό πως και στη βάση της εκδοχής του εφεσίβλητου 1, ο εφεσείων λειτουργούσε ως μεσάζων, παραγνωρίζει τη διαπίστωση πως αυτό ήταν ψέμα του για να προσδώσει αξιοπιστία στις παραστάσεις του. Με την παρατήρηση πως τα άλλα που επικαλείται ο εφεσείων αφορούσαν σε επουσιώδεις λεπτομέρειες και σημειώνουμε πως και κατά την πρωτόδικη απόφαση υπήρχαν ορισμένες μικροαντιφάσεις που όμως δεν επηρέαζαν την αξιοπιστία του εφεσίβλητου 1, θα αναφερθούμε στο ζήτημα της παρουσίας του εφεσίβλητου 1 σε μια δημοπρασία. Θέμα στο οποίο ο εφεσείων αποδίδει μεγάλη σημασία αφού εμφανίζει εκείνη τη δημοπρασία να είχε καίρια σημασία για τη διάγνωση του αληθινού του ρόλου. Ο εφεσίβλητος 1 είχε αναφερθεί στον οίκο δημοπρασιών του εφεσείοντα και στην πώληση, μέσω του, ορισμένων αντικειμένων αλλά είναι γεγονός ότι υποβλήθηκε στον εφεσείοντα, κατά την αντεξέτασή του, πως δεν είχε ποτέ παραστεί σε δημοπρασία. Όμως το κατά πόσο είχε ή όχι παραστεί σε δημοπρασία δεν ήταν αφ' εαυτού σχετικό. Υποτίθεται ότι προσλαμβάνει σημασία στο θέμα ενόψει του ισχυρισμού του εφεσείοντα, όχι της Ν. Παστίδου ή της εναγομένης 2, πως κατά τη διάρκεια της έγινε η συμφωνία μεταξύ του εφεσίβλητου 1 και των δυο δημοπρατών. Εκδοχή όμως που, όπως σημειώνει το Πρωτόδικο Δικαστήριο, ουδέποτε τέθηκε στον εφεσίβλητο 1 ώστε να είχε την ευκαιρία να απαντήσει. Αντίθετα του υποβλήθηκε ότι εκείνος προσέγγισε τον εφεσείοντα και του ζήτησε αντίγραφα πινάκων ελλήνων ζωγράφων. Δεν έχει στοιχειοθετηθεί οποιοσδήποτε λόγος για ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης και η έφεση απορρίπτεται με €1.700 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., υπέρ των εφεσιβλήτων. Η έφεση απορρίπτεται με €1.700 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., υπέρ των εφεσιβλήτων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο