← Κύπρος

Πιττάλη Ελένη ν. Κυριάκου Τσαγγαρίδη (2009) 1 ΑΑΔ 729

Πιττάλη Ελένη ν. Κυριάκου Τσαγγαρίδη

(2009)1 ΑΑΔ 729 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(2009)1 ΑΑΔ 729 19 Ιουνίου, 2009 [ΚΡΑΜΒΗΣ, ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ/στές] ΕΛΕΝΗ ΠΙΤΤΑΛΗ, Εφεσείουσα, v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΤΣΑΓΓΑΡΙΔΗ, Εφεσιβλήτου. (Πολιτική Έφεση Αρ. 357/2006) Αμέλεια ― Τροχαίο ατύχημα ― Επιμερισμός ευθύνης ― Πεζός κτυπήθηκε από αυτοκίνητο ενώ διασταύρωνε πολυσύχναστη λεωφόρο στη Λεμεσό ― Επιμερισμός ευθύνης σε ποσοστό 70% στην οδηγό του αυτοκινήτου και σε ποσοστό 30% στον πεζό ― Κατ' έφεση η ευθύνη επιμερίστηκε σε ίσα ποσοστά μεταξύ του πεζού και της οδηγού του αυτοκινήτου. Στις 13.8.2002 γύρω στις 10.00 το πρωΐ, η εφεσείουσα - εναγόμενη οδηγώντας το αυτοκίνητό της στη Λεωφόρο Μακαρίου στη Λεμεσό με δυτική κατεύθυνση τραυμάτισε τον πεζό εφεσίβλητο - ενάγοντα, ηλικίας 79 ετών, ενώ ο τελευταίος διασταύρωνε τη λεωφόρο κατευθυνόμενος νότια προς το κέντρο της πόλης. Το ατύχημα συνέβηκε στο σημείο όπου η λεωφόρος Μακαρίου διασταυρώνεται από τις οδούς Λεοντίου Α? και Ν. Παττίχη, διασταύρωση η οποία ελέγχεται από φώτα τροχαίας. Η απόσταση που κάλυψε ο εφεσίβλητος από το σημείο που σταμάτησε για να ελέγξει το δρόμο μέχρι το σημείο που κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο, ήταν 4,80 μέτρα. Η απόσταση από το εν λόγω σημείο μέχρι του σημείου που θα ολοκληρωνόταν η διασταύρωση ήταν άλλα 2,40 μέτρα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο καταλόγισε στην εφεσείουσα ευθύνη κατά 70% για το ατύχημα, επειδή, αυτή παρέλειψε να τηρήσει ασφαλή απόσταση από το προπορευόμενο όχημα με αποτέλεσμα να μην έχει καλή ορατότητα και καλό έλεγχο της κίνησης στο δρόμο ενώ ταυτόχρονα, επιχείρησε αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας εντός της διασταύρωσης στην προσπάθειά της να προσπεράσει από αριστερά το προπορευόμενο όχημα. Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο λόγος για τον οποίο δεν χρησιμοποίησε τα φρένα του αυτοκινήτου της η εφεσείουσα πριν το ατύχημα, οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν είδε τον πεζό προηγουμένως. Η εφεσείουσα εφεσίβαλε την απόφαση αμφισβητώντας την ορθότητά της σε σχέση με τον επιμερισμό της ευθύνης, την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα συμπεράσματα επί των γεγονότων και της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε βάσιμο λόγο να επέμβει μόνο επί του θέματος του επιμερισμού της ευθύνης. Αποφασίστηκε ότι:
  1. Η παράλειψη της εφεσείουσας να αντιληφθεί τον εφεσίβλητο αναμφιβόλως συνιστά αμέλεια αφού κάθε οδηγός, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις, έχει καθήκον να ασκεί τη δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα ώστε σε κάθε περίπτωση να διατηρεί τη δυνατότητα και να είναι σε καλή θέση ώστε να λειτουργεί αποτρεπτικά ακόμα και όταν οι άλλοι που χρησιμοποιούν το δρόμο συμπεριφέρονται αμελώς.
  2. Η ευθύνη του εφεσίβλητου ήταν υπό τις περιστάσεις αρκετά σοβαρή, αφού προφανώς, είτε δεν είδε καθόλου τα αυτοκίνητα που διακινούντο επί της λεωφόρου είτε δεν εκτίμησε σωστά τον κίνδυνο που ενείχε η ενέργειά του να τη διασταυρώσει.
  3. Ενόψει των ανωτέρω η ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος επιμερίζεται εξίσου στην εφεσείουσα και τον εφεσίβλητο. Η έφεση επιτράπηκε μερικώς ως ανωτέρω. Εκδόθηκε διαταγή για επιδίκαση του ήμισυ των εξόδων της έφεσης υπέρ της εφεσείουσας. Έφεση. Έφεση από την εφεσείουσα εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (Κίτσιος, Ε.Δ.), (Αγωγή Αρ. 3638/04), ημερομ. 21.9.
  4. Θ. Χριστοδούλου, για την Εφεσείουσα. Σ. Σοφρωνίου, για τον Εφεσίβλητο. Cur. adv. vult. ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ.: Ο εφεσίβλητος ήταν θύμα τροχαίου δυστυχήματος που συνέβηκε γύρω στις 10.00 το πρωί της 13.8.2002 στη λεωφόρο Μακαρίου στη Λεμεσό όπου η διασταύρωση της λεωφόρου με τις οδούς Λεοντίου Α΄ και Ν. Παττίχη. Ο εφεσίβλητος ενώ διασταύρωνε τη λεωφόρο κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο που οδηγούσε η εφεσείουσα. Εναντίον της, καταχώρησε αγωγή με την οποία αξίωσε γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τις ζημιές κλπ. που υπέστη, επιρρίπτοντας στην εφεσείουσα την ευθύνη για το δυστύχημα. Η τελευταία αρνήθηκε ότι ευθυνόταν και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Περί το μέσο της διαδικασίας, συμφωνήθηκε το ύψος των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων επί βάσεως πλήρους ευθύνης στις Λ.Κ.6.000 και Λ.Κ.1.000 αντιστοίχως με τόκο 8% ετησίως από 18.6.
  5. Ενόψει τούτου, παρέμεινε προς εκδίκαση το θέμα του καθορισμού της ευθύνης για το δυστύχημα. Κατέθεσαν οι διάδικοι και ο αστυνομικός εξεταστής ο οποίος παρουσίασε σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος που ετοίμασε και αναφέρθηκε στην επί τόπου κατάσταση καθώς και σε άλλα σχετικά με την υπόθεση γεγονότα. Το πρωτόδικο δικαστήριο αφού αξιολόγησε τη μαρτυρία, προτίμησε να στηριχθεί στη μαρτυρία του εφεσίβλητου την οποία έκρινε αξιόπιστη και συνάδουσα προς την πραγματική μαρτυρία. Η ευθύνη για το δυστύχημα επιμερίστηκε κατά 70% στην εφεσείουσα και 30% στον εφεσίβλητο και επιδικάστηκαν οι ανάλογες αποζημιώσεις με βάση τα ποσά που συμφωνήθηκαν. Η εφεσείουσα οδηγούσε αυτοκίνητο επί της λεωφόρου Μακαρίου με δυτική κατεύθυνση. Η διασταύρωση της λεωφόρου με τις οδούς Λεοντίου Α΄ και Ν. Παττίχη ελέγχεται με φώτα τροχαίας. Αμέσως πριν τα φώτα της εν λόγω διασταύρωσης σύμφωνα με την κατεύθυνση της εφεσείουσας, υπάρχουν τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Η δεξιά, χρησιμοποιείται από τους οδηγούς που θέλουν να στρίψουν δεξιά (βόρεια) προς την οδό Ν. Παττίχη. Η μεσαία χρησιμοποιείται για οχήματα προς δυτική κατεύθυνση ενώ η αριστερή έχει και αυτή ευθεία (δυτική) κατεύθυνση αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από τους οδηγούς οι οποίοι επιθυμούν να στρίψουν αριστερά προς την οδό Λεοντίου Α΄. Οι δύο αυτές λωρίδες κυκλοφορίας (μεσαία και αριστερή) «συναντιούνται» με τις δύο λωρίδες της λεωφόρου δυτικής κατευθύνσεως αμέσως μετά τη διασταύρωση. Ο εφεσίβλητος, ηλικίας 79 ετών κατά το χρόνο του δυστυχήματος, διασταύρωνε περπατητός τη λεωφόρο κατευθυνόμενος νότια προς το κέντρο της πόλης. Όταν έφθασε στο ύψος της νοητής γραμμής η οποία χωρίζει τις αντίθετες λωρίδες κυκλοφορίας της λεωφόρου, σταμάτησε για να ελέγξει την τροχαία κίνηση προτού συνεχίσει. Αφού βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός, συνέχισε την πορεία του. Προτού ολοκληρώσει τη διασταύρωση, κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο της εφεσείουσας. Όπως διαπιστώθηκε, η απόσταση που κάλυψε από το σημείο που σταμάτησε να ελέγξει το δρόμο μέχρι το σημείο που κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο, ήταν 4,80 μέτρα. Η απόσταση από το εν λόγω σημείο μέχρι την άκρη του δρόμου όπου θα ολοκληρωνόταν η διασταύρωση ήταν άλλα 2,40 μέτρα. Το σημείο που κτυπήθηκε ο εφεσίβλητος υποδείχθηκε από την εφεσείουσα και βρίσκεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Η εφεσείουσα προτού φθάσει στα φώτα της διασταύρωσης οδηγούσε στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας. Το φως ήταν πράσινο και συνέχισε την πορεία της. Ισχυρίστηκε ότι δεν είδε τον εφεσίβλητο επειδή η ορατότητά της εμποδιζόταν από άλλο προπορευόμενο όχημα. Στη γραπτή κατάθεσή της στην αστυνομία ανέφερε: «Μόλις πέρασα το μπροστινό μου αυτοκίνητο είδα ένα ηλικιωμένο πρόσωπο που ήταν πεζό να κτυπά πάνω στο δεξί μου μπροστινό φτερό. Αμέσως εγώ γύρισα το τιμόνι προς τα αριστερά για να τον αποφύγω αλλά δεν τα κατάφερα. Δεν τον αντελήφθηκα πριν. Μόνο όταν κτύπησε πάνω στο μπροστινό μου φτερό.» Ο πρωτόδικος δικαστής καταλόγισε στην εφεσείουσα ευθύνη κατά 70% για το δυστύχημα επειδή, καθώς κρίθηκε, η εφεσείουσα παρέλειψε να τηρήσει ασφαλή απόσταση από το προπορευόμενο όχημα με αποτέλεσμα να μην έχει καλή ορατότητα και καλό έλεγχο της κίνησης στο δρόμο ενώ ταυτόχρονα, επιχείρησε αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας εντός της διασταύρωσης στην προσπάθειά της να προσπεράσει από αριστερά το προπορευόμενο όχημα. Το δικαστήριο, με αναφορά στη γραπτή κατάθεση της εφεσείουσας προς την αστυνομία, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο λόγος για τον οποίο δεν έγινε οποιαδήποτε χρήση των φρένων του αυτοκινήτου πριν το δυστύχημα οφειλόταν στο γεγονός ότι η εφεσείυσα όντως δεν είδε προηγουμένως τον πεζό. Με την παρούσα έφεση, η εφεσείουσα αμφισβητεί την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης κατά την έκταση που αυτή αφορά στον καταμερισμό της ευθύνης, την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα συμπεράσματα επί των γεγονότων και της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Το πρωτόδικο δικαστήριο αξιολόγησε σωστά τη μαρτυρία και κατέληξε στα ορθά συμπεράσματα αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος. Θεωρούμε ότι δεν συντρέχει βάσιμος λόγος ο οποίος λογικά θα μπορούσε να δικαιολογήσει επέμβαση του Εφετείου προς ανατροπή των εν λόγω συμπερασμάτων. Η αμέλεια της εφεσείουσας σαφώς εντοπίζεται στο ότι προσπάθησε να προσπεράσει από αριστερά και εντός της διασταύρωσης προπορευόμενο αυτοκίνητο χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι αυτή η ενέργεια ήταν χωρίς κίνδυνο για την ίδια ή για άλλα πρόσωπα που εκείνη την ώρα χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Αδιαμφισβήτητο είναι και το γεγονός ότι η εφεσείουσα δεν είδε καθόλου τον εφεσίβλητο την ώρα που αυτός διασταύρωνε το δρόμο και είχε καλύψει μέχρι τον κρίσιμο χρόνο το μεγαλύτερο μέρος της απόστασης προτού ολοκληρώσει τη διασταύρωση. Η εφεσείουσα ομολόγησε στη γραπτή κατάθεσή της προς την αστυνομία ότι όντως δεν είδε τον εφεσίβλητο πριν από το δυστύχημα προβάλλοντας τη δικαιολογία ότι η ορατότητά της εμποδιζόταν από το προπορευόμενο αυτοκίνητο. Η παράλειψη της εφεσείουσας να αντιληφθεί τον εφεσίβλητο αναμφιβόλως συνιστά αμέλεια αφού κάθε οδηγός, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις, έχει καθήκον να ασκεί τη δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα ώστε σε κάθε περίπτωση να διατηρεί τη δυνατότητα και να είναι σε καλή θέση ώστε να λειτουργεί αποτρεπτικά ακόμα και όταν οι άλλοι που χρησιμοποιούν το δρόμο συμπεριφέρονται αμελώς. Συνεκτιμώντας τα γεγονότα όπως προκύπτουν από τα ευρήματα του δικάσαντος δικαστηρίου θεωρούμε ότι και η αμέλεια του εφεσίβλητου ήταν υπό τις περιστάσεις αρκετά σοβαρή. Ο ισχυρισμός του ότι ο δρόμος ήταν καθαρός προτού αρχίσει να διασταυρώνει είναι εκ των πραγμάτων αναληθής αφού εντός της διασταύρωσης κινούνταν με δυτική κατεύθυνση όχι μόνο το αυτοκίνητο της εφεσείουσας αλλά και το προπορευόμενο αυτοκίνητο. Προφανώς ο εφεσίβλητος είτε δεν είδε καθόλου τα αυτοκίνητα είτε δεν εκτίμησε σωστά τον κίνδυνο που ενείχε η ενέργειά του να διασταυρώσει το δρόμο. Το εγχείρημά του υπό τις περιστάσεις συνιστά σοβαρή αμέλεια η οποία συνέβαλε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Ενόψει των πιο πάνω η έφεση επιτυγχάνει μερικώς. Οι λόγοι έφεσης που αναφέρονται στον καταμερισμό της ευθύνης επιτυγχάνουν. Η ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος καταμερίζεται εξίσου στην εφεσείουσα και τον εφεσίβλητο. Η πρωτόδικη απόφαση τροποποιείται ανάλογα. Η διαταγή για τα έξοδα παραμένει ως έχει. Υπέρ της εφεσείουσας επιδικάζεται το ήμισυ των εξόδων της έφεσης. Η έφεση επιτρέπεται μερικώς ως ανωτέρω. Εκδίδεται διαταγή για επιδίκαση του ήμισυ των εξόδων της έφεσης υπέρ της εφεσείουσας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.