← Κύπρος

Aλέξη Kυριακού Xαραλάμπους ν. Aristo Developers Ltd (2009) 1 ΑΑΔ 834

Aλέξη Kυριακού Xαραλάμπους ν. Aristo Developers Ltd

(2009)1 ΑΑΔ 834 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(2009)1 ΑΑΔ 834 7 Ιουλίου, 2009 [ΑΡΤΕΜΗΣ, Π., ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ/στές] ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΑΛΕΞΗ, Εφεσείουσα-Καθ' ης η αίτηση, v. ARISTO DEVELOPERS LTD, Εφεσιβλήτων-Αιτητών. (Πολιτική Έφεση Αρ. 225/2007) Ακίνητη ιδιοκτησία ― Δικαίωμα διόδου ― Απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου ― Έφεση ενώπιον του αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου ― Κατά πόσο η ακροαματική διαδικασία εναντίον της απόφασης του Διευθυντή Κτηματολογίου διεξήχθη σύμφωνα με το νέο Κανονισμό 10
(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Τροποποιητικών (Αρ. 2) Διαδικαστικών Κανονισμών του 2006 ― Κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου ήταν δεόντως αιτιολογημένη. Έφεση ― Έφεση εναντίον απόφασης του Διευθυντή Κτηματολογίου ― Επάρκεια αιτιολογίας της απόφασης ― Έλεγχος της αιτιολογίας από το Επαρχιακό Δικαστήριο κατ' έφεση. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου ακύρωσε την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 20.6.03 για παραχώρηση δικαιώματος διάβασης, αφού έκαμε αποδεκτή έφεση/αίτηση των αιτητών - εφεσιβλήτων. Το Δικαστήριο, αφού άκουσε μαρτυρία, έκρινε ότι η απόφαση του Διευθυντή ήταν αναιτιολόγητη. Η εφεσείουσα - καθ' ης η αίτηση εφεσίβαλε την απόφαση προσβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ως λανθασμένη την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η απόφαση του Διευθυντή δεν ήταν αιτιολογημένη. Πρόβαλε επίσης και ισχυρισμό ακυρότητας της πρωτόδικης διαδικασίας με την εισήγηση ότι δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία που προνοείται από το νέο Κανονισμό 10
(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Τροποποιητικών (Αρ. 2) Διαδικαστικών Κανονισμών του 2006, με τον οποίο καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε ο Κανονισμός 10
(3)του μέχρι τότε ισχύοντος Κανονισμού του
  1. Αποφασίστηκε ότι:
  2. Η θέση των εφεσιβλήτων ότι η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη σύμφωνα με τον τροποποιητικό Κανονισμό 10
(3)του 2006, δηλαδή στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση, αντανακλά την πραγματικότητα. Το θέμα αυτό δεν τέθηκε κατά την διάρκεια της πρωτόδικης διαδικασίας, ούτε όταν καλούνταν οι μάρτυρες των αιτητών, αλλά ούτε και σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας και το θέμα δεν ήταν επίδικο πρωτοδίκως. Εν όψει των ανωτέρω, η διαδικασία που ακολουθήθηκε, έστω και αν ήταν λανθασμένη, κάτι που δεν αποφασίζεται τελικά, δεν επιφέρει ακυρότητα στη διαδικασία.
  1. Ο αρμόδιος υπάλληλος του Κτηματολογίου ενεργεί υπό οιονεί δικαστική ιδιότητα και οι αποφάσεις του πρέπει να είναι αιτιολογημένες, όπως οι αποφάσεις των Δικαστηρίων.
  2. Στην εξεταζόμενη υπόθεση η επίδικη απόφαση δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, ούτως ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγχει την ορθότητά της. Οι εκφράσεις που περιέχονται σ' αυτή είναι τόσο γενικές και αόριστες που δεν μπορούν να αποτελέσουν αιτιολογία όπως απαιτείται από το Νόμο. Η έφεση απορρίφθηκε με €1.700 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., εναντίον της εφεσείουσας και υπέρ των εφεσιβλήτων. Αναφερόμενες Υποθέσεις: Georghiou v. Hjiphesa
(1970)1 C.L.R. 58, Παύλου κ.ά. v. Νεοφύτου
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. Έφεση. Έφεση από την εφεσείουσα εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (Παπαδήμα-Λάρμου, Ε.Δ.), (Γεν. Αίτηση Αρ. 88/03), ημερομ. 7.8.
  2. Λ. Χατζηδημητρίου για Μ. Βορκά, για την Εφεσείουσα. Μ. Βασιλειάδης, για τους Εφεσίβλητους. Cur. adv. vult. ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Π. Αρτέμη, Π.. ΑΡΤΕΜΗΣ, Π.: Με την παρούσα προσβάλλεται η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, με την οποία έγινε αποδεκτή έφεση/αίτηση, για ακύρωση απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, ημερομηνίας 20.6.03, για παραχώρηση δικαιώματος διάβασης. Η πρωτόδικη Δικαστής, αφού άκουσε μαρτυρία, έκρινε, τελικά, με αναφορά στη νομολογία, ότι η απόφαση του Διευθυντή ήταν αναιτιολόγητη και ως εκ τούτου έκανε αποδεκτή την έφεση/αίτηση και ακύρωσε την απόφασή του, παραπέμποντας την αίτηση για επανεξέταση από άλλο υπάλληλο του Κτηματολογίου. Η πρωτόδικος Δικαστής επίσης, παρόλη την κατάληξή της σχετικά με την αιτιολογία, προχώρησε και εξέτασε και τους άλλους λόγους της έφεσης/αίτησης, καταλήγοντας ότι η αίτηση, αν η απόφαση του Κτηματολογίου ήταν επαρκώς αιτιολογημένη «θα πετύχαινε μόνο όσον αφορά το μέρος σε σχέση με τον καθορισμό της διόδου, αφού το μέρος σε σχέση με το ποσό της αποζημίωσης κρίνεται ορθό». Με την έφεση, προσβάλλεται, μεταξύ άλλων, ως λανθασμένη η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η απόφαση δεν ήταν αιτιολογημένη, αλλά προβάλλεται και ισχυρισμός ακυρότητας της πρωτόδικης διαδικασίας, με την εισήγηση ότι δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία που προνοείται από το νέο Κανονισμό 10
(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Τροποποιητικών (Αρ. 2) Διαδικαστικών Κανονισμών του 2006, με τον οποίο καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε ο Κανονισμός 10
(3)του μέχρι τότε ισχύοντος Κανονισμού του 1956. Θα προχωρήσουμε κατά πρώτον να εξετάσουμε τον τελευταίο αυτό ισχυρισμό. Είναι η θέση της εφεσείουσας ότι η Δικαστής δεν θα έπρεπε να ακούσει προφορική μαρτυρία επί του προκειμένου, αλλά να αποφασίσει με βάση τις ένορκες δηλώσεις με δικαίωμα αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων, αν οι αντίδικες πλευρές το επιθυμούσαν. Ο παλαιός Κανονισμός 10
(3)προνοούσε τα ακόλουθα: «
(3)If there is a conflict between the applicant and any person giving notice of opposition in regard to the facts, the applicant or such person must, at the hearing of the summons, be prepared to prove the facts he relies upon in so far as the burden of proof lies upon him." Ο νέος όμως Κανονισμός, που αντικατέστησε τον πιο πάνω, προνοεί τα ακόλουθα: «10
(3)Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.» (Η υπογράμμιση είναι δική μας). Είναι με βάση αυτό το νέο Κανονισμό που προβάλλεται το επιχείρημα της εφεσείουσας. Σε απάντηση, οι εφεσίβλητοι λέγουν ότι η διαζευκτική θέση που περιέχεται στον Κανονισμό, δηλαδή το ότι η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται είτε στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση, είτε στις ένορκες δηλώσεις, εξυπακούει ότι, στην πρώτη περίπτωση, επιτρέπεται και η προσαγωγή μαρτυρίας. Εν πάση περιπτώσει, προβάλλει ότι στην ουσία οι ενόρκως δηλούντες και οι μάρτυρες ήταν στη διάθεση των αντιδίκων και αντεξετάστηκαν. Οι πιο πάνω θέσεις των εφεσίβλητων φαίνονται καθαρά στο περίγραμμα αγόρευσής τους και τις παραθέτουμε: «Είναι η θέση της Εφεσίβλητης ότι η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη σύμφωνα με τον τροποποιητικό Κανονισμό 10
(3)του 2006 που δημοσιεύτηκε στις 22.11.2006, δηλαδή στην βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην Αίτηση. Η Εφεσίβλητη έθεσε τους μάρτυρες της στην διάθεση της Εφεσείουσας οι οποίοι αντεξετάστηκαν. Ο πιο πάνω διαδικαστικός κανονισμός δεν αποκλείει την διαδικασία που ακολουθήθηκε. Αυτό θα συνέβαινε αν καθόριζε ότι «Η ακρόαση αίτησης θα διεξάγεται μόνο στην βάση των γεγονότων που αναφέρονται στις Ένορκες Δηλώσεις» και όχι να αναφέρει διαζευκτικά ότι 'Η ακρόαση αίτησης θα διεξάγεται στην βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην Αίτηση.' Σε καμιά περίπτωση δεν τέθηκαν νέα στοιχεία από τους μάρτυρες. Ούτε και η Εφεσείουσα τέθηκε σε δυσμενέστερη θέση, αλλά υπήρξε ισότητα όπλων.» Θεωρούμε ότι, ασχέτως του αν ευσταθεί η ερμηνεία που δίδουν στον Κανονισμό οι εφεσίβλητοι, οι υπόλοιπές τους θέσεις αντανακλούν την πραγματικότητα. Επισημαίνουμε επίσης πως ουδέποτε κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης διαδικασίας τέθηκε τέτοιο θέμα, ούτε όταν καλούνταν οι μάρτυρες των αιτητών, αλλά ούτε και σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας και το θέμα δεν ήταν επίδικο πρωτοδίκως. Εν όψει των πιο πάνω, καταλήγουμε πως η διαδικασία που ακολουθήθηκε, έστω και αν ήταν λανθασμένη, κάτι που δεν αποφασίζουμε τελικά, δεν επιφέρει ακυρότητα στη διαδικασία. Θα προχωρήσουμε τώρα να εξετάσουμε κατά πόσο ορθά κρίθηκε ότι η απόφαση δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη. Η επίδικη απόφαση παρατέθηκε αυτούσια στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, όπως περιέχεται στην παράγραφο 6 της απόφασης του Διευθυντή: «6. Ο κτηματολόγος αφού προέβη στην σχετική επιτόπια εξέταση και αφού μελέτησε όλα τα σχετικά στοιχεία και γεγονότα καθόρισε την δίοδο την έκταση του προς χρήση αυτού του δικαιώματος του αποκτώντος μέρους καθώς επίσης και την καταβλητέα αποζημίωση αφού έλαβε υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες και με σκοπό να προκληθεί η μικρότερη δυνατή ζημιά οχληρία ή/και ταλαιπωρία στους ιδιοκτήτες των επηρεαζομένων κτημάτων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπό τις υφιστάμενες συνθήκες η επιλεγείσα δίοδος ήταν η μόνη κατάλληλη. Η δίοδος φαίνεται με κόκκινο χρώμα στο σχεδιάγραμμα με στοιχείο Α και το ποσό της καταβλητέας αποζημίωσης όσον αφορά την Αιτήτρια/Εφεσείουσα εταιρεία ανέρχεται στις £1.320.00.» Στην υπόθεση Παύλου κ.ά. v. Νεοφύτου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973, στις σελ. 976 - 977 αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Οι αρχές που πρέπει να καθοδηγούν το Δικαστήριο όταν εξετάζει αίτηση-έφεση από απόφαση του Διευθυντή κάτω από το Αρθρο 80 του Κεφ. 224, διατυπώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kafieros and Another v. Theocharous and Others
(1978)1 C.L.R. 619 . . . Ο Διευθυντής αποφασίζοντας ένα δικαίωμα διόδου έχει διακριτική εξουσία να αποφασίσει πάνω σε ιδιωτικά δικαιώματα. Επομένως το Επαρχιακό Δικαστήριο αναθεωρώντας την απόφαση του Διευθυντή ακολουθεί τις αρχές πάνω στις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο εις τη διοικητική του δικαιοδοσία κάνει δικαστικό έλεγχο πάνω σε διοικητικές πράξεις ή αποφάσεις εις τον τομέα του δημοσίου δικαίου. Η μόνη διαφορά είναι ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο αποφασίζοντας μιαν έφεση κάτω από το Αρθρο 80 του Κεφ. 224 έχει την εξουσία να υποκαταστήσει τη δική του διακριτική ευχέρεια με αυτή του Διευθυντή σε αντίθεση με την εξουσία που έχει το Δικαστήριο σε περίπτωση προσφυγής κάτω από το Αρθρο 146 του Συντάγματος, όπου το Διοικητικό Δικαστήριο δεν μπορεί να κάμει κάτι τέτοιο.» Περαιτέρω, όπως αποφασίστηκε στην Georghiou v. Hjiphesa
(1970)1 C.L.R. 58, ο αρμόδιος υπάλληλος του Κτηματολογίου ενεργεί υπό οιονεί δικαστική ιδιότητα και οι αποφάσεις του πρέπει να είναι αιτιολογημένες, όπως οι αποφάσεις των Δικαστηρίων. Συμφωνούμε απόλυτα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι η επίδικη απόφαση δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, ούτως ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει την ορθότητά της. Εκφράσεις που περιέχονται σ' αυτή, όπως «αφού μελέτησε όλα τα σχετικά στοιχεία και γεγονότα», «υπό τις υφιστάμενες συνθήκες η επιλεγείσα δίοδος ήταν η μόνη κατάλληλη», «αφού έλαβε υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες και με σκοπό να προκληθεί η μικρότερη δυνατή ζημιά . . .», είναι τόσο γενικές και αόριστες που δεν μπορούν να αποτελέσουν αιτιολογία όπως απαιτείται από το Νόμο. Με βάση τα πιο πάνω, η έφεση απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1.700 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., εναντίον της εφεσείουσας και υπέρ των εφεσίβλητων. Η έφεση απορρίπτεται με €1.700 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., εναντίον της εφεσείουσας και υπέρ των εφεσιβλήτων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.